ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2615/25
Δήμος Στροβόλου Αιτητές/Παραπονούμενοι
v.
1. Γ.Π. ΚΑΦΕΟΙΝΟ ΛΤΔ, H.E.295761
2. Γ. Π., Α.Δ.Τ. […]
Καθ’ ων η Αίτηση/Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 02 Οκτωβρίου 2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τoυς Αιτητές: κ. Θ. Αναστασιάδης
Για Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Σ. Βασιλακκάς
Ενδιάμεση απόφαση
(Αίτηση ημερ. 21.02.2025)
Η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 21.02.2025 και εναντίον των Κατηγορουμένων προσάπτονταν (ως ήταν μέχρι τότε διατυπωμένο το κατηγορητήριο), δύο κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν λειτουργία υποστατικού από τις 17.01.2024 ως ταβέρνα/κέντρο αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Δήμο Στροβόλου[1] και λειτουργία της ίδιας ταβέρνας/κέντρου αναψυχής στην οποία λειτουργούν συσκευές/μηχανήματα εκπομπής ήχου, χωρίς την προβλεπόμενη από την αρμόδια αρχή άδεια[2]. Ο Καθ’ ου η αίτηση 2, κατηγορείτο υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Καθ’ ης η αίτηση 1 και η ευθύνη που του καταλογίζεται ως διατυπώνετο αρχικά στο κατηγορητήριο αφορά τόσο την ιδιότητα που κατέχει ως διευθυντής και μέτοχος της Καθ’ ης η αίτηση 1 αλλά και το γεγονός ότι είναι το πρόσωπο που λειτουργεί το εν λόγω κέντρο.
Με την καταχώρηση της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση από μέρους των Αιτητών με την οποία ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε από την προηγούμενη σύνθεση του Δικαστηρίου, ενδιάμεσο (προσωρινό) διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε «η αναστολή της λειτουργίας της ταβέρνας/κέντρο αναψυχής και ψυχαγωγίας με το όνομα «Το Καπηλειό (to kapilio) ή το «Το Καπηλειό του Στροβόλου Γ.Π.» και το οποίο βρίσκεται επί της οδού πλατεία καλής ελπίδας 12 στο Συνοικισμό Κόκκινες στον Στρόβολο και συγκεκριμένα βρίσκεται στο μέρος του ακινήτου […] μέχρι εκδικάσεως της ως άνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου» και «Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Κατηγορούμενους να ασκούν οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετική με τη λειτουργία ταβέρνας/κέντρου αναψυχής και ψυχαγωγίας/εστιατόριο και οτιδήποτε άλλο απαιτείται άδεια λειτουργίας κέντρου αναψυχής και ψυχαγωγίας ως απαιτείται από το άρθρο 55 του Περί Δήμων Νόμου του 2022, επί του ακινήτου [….] μέχρι εκδικάσεως της ως άνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου»
Το εν λόγω διάταγμα, ορίστηκε για σκοπούς επίδοσης και ακρόασης διαδικαστικών οδηγιών στις 28.02.2025, ημερομηνία κατά την οποία οι καθ’ ων η αίτηση εμφανίστηκαν και ζήτησαν χρόνο να καταχωρήσουν ένσταση. Ακολούθησαν διάφορα διαβήματα τα οποία δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία να αναφερθούν και εν τέλει, η αίτηση οδηγήθηκε για ακρόαση στις 15.09.2025 κατόπιν που οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στις 11.07.2025.
Ό,τι αξίζει ενδεχομένως να αναφερθεί, είναι ότι στις 2.05.2025, επιτράπηκε η τροποποίηση του κατηγορητηρίου, δια της τροποποίησης της φερόμενης ως ημερομηνίας διάπραξης αδικημάτων από «17.01.2024 και εντεύθεν», σε «17.01.2024 μέχρι και τις 24.02.2025» και δια της προσθήκης 2 επιπρόσθετων κατηγοριών κατά τρόπο που να μην αντιμετωπίζουν από κοινού τις κατηγορίες οι Κατηγορούμενοι. Έτσι, η Κατηγορούμενη-Καθ’ ης η αίτηση 1, αντιμετωπίζει τα αδικήματα της λειτουργίας υποστατικού, χωρίς άδεια λειτουργίας κατά παράβαση του άρθρου 55 του Περί Δήμων Νόμου 55(Ι)/2022 (κατηγορία 1) της και παροχής βοήθειας και δυνατότητας στον Κατηγορούμενο 2 να λειτουργεί ταβέρνα/κέντρο αναψυχής στο οποίο λειτουργούν συσκευές/μηχανήματα εκπομπής ήχου, χωρίς την προβλεπόμενη άδεια από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Δήμο Στροβόλου, κατά παράβαση των άρθρων 3, 6 και 8 του Περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες εκπομπής ήχου) Νόμου του 2016, Ν. 50(Ι)/2016 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 4). Ο δε Κατηγορούμενος 2/Καθ’ ου η αίτηση 2, αντιμετωπίζει τις ίδιες κατηγορίες , με την διαφοροποίηση ό,τι του αποδίδεται η ιδιότητα του έχων την ευθύνη και λειτουργία του εστιατορίου, στο οποίο λειτουργούν συσκευές/μηχανήματα εκπομπής ήχου, χωρίς την προβλεπόμενη άδεια από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Δήμο Στροβόλου, κατά παράβαση των άρθρων 3, 6 και 8 του Περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες εκπομπής ήχου) Νόμου του 2016, Ν. 50(Ι)/2016 (κατηγορία 2) και την ιδιότητα του μοναδικού διευθυντή της Κατηγορούμενης 1, η οποία λειτουργεί την ταβέρνα/κέντρο αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση του άρθρου 55 του Περί Δήμων Νόμου 55(Ι)/2022 (κατηγορία 3).
Η αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα, βασίζεται στα άρθρα 29-32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 2, 55(1), 55(2), 55(7) και 55(8) του Περί Δήμων Νόμου του 2022, επί των άρθρων 20 και 42 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, των άρθρων 3, 6 και 8 του Περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες εκπομπής ήχου) Νόμου του 2016 (50(Ι)/2016), στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Μέρος 23 και 60, στο Σύνταγμα, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και τη νομολογία. Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του κ Π.Π. (στο εξής «η ένορκη δήλωση Π.Π.»), υγειονομικού λειτουργού του Δήμου Στροβόλου, ημερ. 21.02.2025.
Στην ένορκη δήλωση Π.Π. αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα:
1. Η ποινική υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων έχει καταχωρηθεί καθότι ως διαφαίνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν «παίζουν πολύ δυνατή μουσική, χωρίς να κατέχουν τις απαιτούμενες άδειες». Πρόκειται για την ταβέρνα με το όνομα «Το Καπηλειό» ή το «Καπηλειό του Στροβόλου Γ.Π.». Η σχέση των Κατηγορουμένων με την παραπάνω ταβέρνα, εμφαίνετε κατά τη θέση του ομνύοντα από τη δέσμη εγγράφων και πιστοποιητικών που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Επίσης, γνωρίζει, αναφέρει ο ομνύοντας πως «κάποιες άδειες που εκδόθηκαν στο παρελθόν για το υποστατικό, όπως άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών» εκδόθηκαν στο όνομα της Καθ’ ης η αίτηση 1 ενώ από επιστολή που τους έχει κοινοποιηθεί από την υγειονομική υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας, η Καθ’ ης η αίτηση 1 έχει καταχωρήσει το επίδικο μαγαζί στο Μητρώο Επιχειρήσεων Τροφίμων, ως εστιατόριο (τεκμήριο 2). Ο δε καθ’ ου η αίτηση 2, είναι ο μοναδικός αξιωματούχος της καθ’ ης η αίτηση 1 και ο κάτοχος της εμπορικής επωνυμίας (τεκμήριο 3) που αναφέρεται πιο πάνω και με την οποία λειτουργεί το η επιχείρηση.
2. Είναι η θέση του, πως ο Δήμος Στροβόλου είναι ο εκ του νόμου υπεύθυνος για να χορηγεί (α) άδεια λειτουργίας σε χώρους αναψυχής και ψυχαγωγίας όπως επίσης και (β) άδεια εκπομπής ήχου, με βάση τον Ν.55(Ι)/2022 και τις συναφείς διατάξεις του. Εξ’ όσων γνωρίζει, οι Καθ’ ων η αίτηση, δεν έχουν μέχρι «σήμερα» οποιαδήποτε εκ των πιο πάνω αδειών. Παραθέτει ως τεκμήριο 4, δέσμη φωτογραφιών που φαίνεται κατά τη θέση του η προώθηση και διαφήμιση της επιχείρησης όπως και θαμώνες να χορεύουν εντός αυτού, όπως και διαφήμιση ότι σε συγκεκριμένη ημερομηνία (21.02.2025), θα υπάρχει ζωντανή μουσική.
3. Παρεμβάλει για να αναφέρει σε σχέση με τα πιο πάνω πως, ο Αιτητής έχει δεχθεί παράπονα από περιοίκους της περιοχής (τεκμήριο 5) και από την Επίτροπο Διοικήσεως (τεκμήριο 6) στην οποία αποτάθηκαν ορισμένοι περίοικοι και κατήγγειλαν πρόκληση (ηχητικής) οχληρίας από την λειτουργία της επιχείρησης. Για τα πιο πάνω παράπονα, ο Αιτητής επικοινώνησε με τους Καθ΄ ων η αίτηση, αρχικά στις 21.01.2022 (τεκμήριο 7). Από τότε και ενόψει του ότι υπήρχε μεταξύ του Αιτητή και του Τμήματος Πολεοδομίας μια διαφωνία διοικητικής φύσεως (τεκμήριο 8), συνεπεία των όσων περιέχονται στο τεκμήριο 6, ο Αιτητής απέστειλε εκ νέου επιστολή στους Καθ’ ων η αίτηση στις 17.01.2024 (τεκμήριο 9) με την οποία τους καλούσε να συμμορφωθούν «με τον Νόμο». Ακολούθησε τρίτη επιστολή στις 18.11.24, εν είδει τελευταίας προειδοποιήσεως (τεκμήριο 10), δυνάμει της οποίας οι Καθ’ ων η Αίτηση καλούνταν να επιλύσουν «άμεσα» το πρόβλημα σχετικά με την μη ύπαρξη άδειας εκπομπής ήχου και άδειας λειτουργίας, διαφορετικά θα λαμβάνονταν εναντίον τους δικαστικά μέτρα. Ενόψει της μη ανταπόκρισης από μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, ακολούθησε στις 21.02.2025, η καταχώρηση της παρούσας, αφού προηγουμένως εγκρίθηκε το εν λόγω διάβημα από τον Δημοτικό γραμματέα του Αιτητή και τον Δήμαρχο Στροβόλου.
4. Το σχετικό άρθρο 55(2) του Ν.55(Ι)/2022, απαιτεί για την εξασφάλιση άδειας λειτουργίας, πέντε προϋποθέσεις (πιστοποιητικά), κατά τρόπο που καταδεικνύεται πως η μη ύπαρξη άδειας λειτουργίας από μέρους μιας επιχείρησης, είναι «πολύ σοβαρό θέμα», καθότι επί καθημερινής βάσεως «άνθρωποι μπαινοβγαίνουν, χορεύουν, κάθονται, πίνουν και τρώνε» και εν προκειμένω οι Καθ’ ων δεν έχουν τα απαραίτητα πιστοποιητικά που θέτει ως προϋποθέσεις ο νόμος, οι οποίες εκ της φύσεως τους, διασφαλίζουν την απαραίτητη «ασφάλεια και υγειονομία» προς τους πολίτες. Συνεχίζει ο ομνύοντας λέγοντας «είναι φυσικά απαραίτητο να υπάρχει πιστοποιητικό από την οικεία δημοτική υγειονομική υπηρεσία ότι οι εγκαταστάσεις του υποστατικού έχουν προβεί στα σχετικά διαβήματα σε σχέση με την καλή υγιεινή του χώρου […] (και) χωρίς να υπάρχει έλεγχος όμως και κατ’ επέκταση άδεια/πιστοποιητικό, δεν μπορεί κανένας να εγγυηθεί την καλή υγιεινή του υποστατικού».
5. Τα ίδια ισχύουν και σε ό,τι αφορά τον απαιτούμενο έλεγχο από την πυροσβεστική υπηρεσία προκειμένου να εξασφαλιστεί σχετικό πιστοποιητικό, όπως και τον έλεγχο από την ηλεκτρομηχανολογική υπηρεσία και τον Διευθυντή των Δημοσίων Έργων. Ο δε λόγος κατά τον ομνύοντα που τίθενται οι παραπάνω προϋποθέσεις στον νόμο, δεν είναι άλλος από την εξασφάλιση της εκ των προτέρων απαραίτητης ασφάλειας ενός χώρου, στον οποίο μπαινοβγαίνουν καθημερινά άνθρωποι, χορεύουν, κάθονται, πίνουν και τρώνε. Στην προκειμένη, είναι προφανές ότι με δεδομένη την μη ύπαρξη άδειας λειτουργίας από μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, γεγονός που υποδηλοί ότι δεν κατέχουν τα εκ του νόμου απαραίτητα πιστοποιητικά, κινδυνεύει η ασφάλεια και υγεία των πελατών και πολιτών της επιχείρησης, όπως και «των πολιτών παρακείμενων υποστατικών».
6. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω, η εκπομπή ήχου άνευ αδείας στην οποία θα καθορίζονταν τα επιτρεπτά όρια εκπομπής, τα όργανα ελέγχου που χρησιμοποιούνται καθώς και η θέση τους στον χώρο, είναι εξίσου σοβαρό ζήτημα, το οποίο επίσης επηρεάζει «την υγεία, τις ανέσεις, την ευημερία και την ποιότητα ζωής των περιοίκων» ενώ ακόμη και η χρήση των μηχανημάτων σε συνδυασμό με την έλλειψη πιστοποιητικού από τις ηλεκτρομηχανολογικές υπηρεσίες, θέτει σε περαιτέρω κίνδυνο την ασφάλεια τόσο των πελατών της επιχείρηση, όσο και των εργαζομένων της.
7. Ενόψει των πιο πάνω (στο σύνολο τους), είναι η θέση του ομνύοντα πως με δεδομένη την αυστηρής ευθύνης φύση των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση στην κυρίως ποινική υπόθεση, υπάρχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Περαιτέρω δε, λόγω της φύσεως των πιστοποιητικών που απαιτούνται για να εκδοθεί άδεια λειτουργίας, υπάρχει πολύ σοβαρός κίνδυνος να προκληθεί βλάβη σε οποιοδήποτε πρόσωπο εισέρχεται στην επιχείρηση, η οποία να είναι ανεπανόρθωτη αφού πρόκειται «για ανθρώπινες ζωές και ανθρώπινη υγεία» και κανένα χρηματικό ποσό δεν μπορεί να αποκαταστήσει την απώλεια «μια ζωής είτε λόγω δηλητηρίασης, είτε λόγω πυρκαγιάς για παράδειγμα». Τυχόν μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα θέσει σε κίνδυνο την «δημόσια ασφάλεια και την δημόσια υγεία» αφού «ενδεχομένως» να κινδυνέψουν ανθρώπινες ζωές από την λειτουργία του υποστατικού. Τουναντίον, εάν οι Κατηγορούμενοι αθωωθούν, η ζημιά τους θα μπορεί να αποκατασταθεί χρηματικά.
Αυτά είναι εν συντομία, τα όσα παρατέθηκαν από μέρους των Αιτητών στο Δικαστήριο, το οποίο υπό άλλη σύνθεση, εξέδωσε τα υπό κρίση διατάγματα, κρίνοντας σε εκείνο το στάδιο πως συνέτρεχαν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις που απαιτούντο, προς έκδοση του, στην απουσία της άλλης πλευράς.
Στις 11.07.2025, ακολούθησε η Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση, στην οποία προβάλλονται 29 απαριθμούμενοι λόγοι (στην ουσία πρόκειται για 28 λόγους). Κρίνω αχρείαστη την αναφορά στην νομική βάση που περικλείει την ένσταση μιας και δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης, το ότι η ένσταση βασίζεται επί του ορθού νομικού υποβάθρου.
Η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση 2, μνεία του περιεχομένου της οποίας, ακολουθεί.
Οι 28 συνολικά, απαριθμούμενοι λόγοι που ενίστανται οι καθ' ων η αίτηση στην παράταση της ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος και αντιτείνουν την ακύρωση του, συνοψίζονται με βάση το περιεχόμενο τους ως ακολούθως:
(α) Τόσο η υπό κρίση αίτηση, όσο και η ποινική υπόθεση γενικότερα, είναι καταχρηστικές και/ή ανυπόστατες και/ή κακόβουλες και/ή ενοχλητικές.
(β) Η αίτηση πάσχει, λόγω του ότι παρέμεινε ασυμπλήρωτο το μέρος υπό τον τίτλο «Γεγονότα στα οποία βασίζεται ο αιτητής» και άρα το δικαστήριο δεν δύναται να λάβει υπόψη ούτε το κατηγορητήριο, όπως ούτε και οτιδήποτε άλλο συνοδεύει την αίτηση. Αν δε, το δικαστήριο κρίνει ως «υπαρκτά» τα γεγονότα, αυτά είναι ανυπόστατα και/ή απέχουν από την πραγματικότητα και/ή είναι ελλιπή και/ή σκοπό έχουν να πλήξουν τα συμφέροντα των Καθ’ ων η αίτηση.
(γ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. (Λόγοι ένστασης 7, 9, 11, 12 και 19). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τον 9ο λόγο ένστασης, προβάλλεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει ισχυρισμούς επί κατηγορητηρίου που μετά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος, τροποποιήθηκε και οι ισχυρισμοί αυτοί στο παρόν στάδιο δεν ευσταθούν και/ή δεν συνάδουν και/ή δεν αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη του κατηγορητηρίου και άρα δεν τεκμηριώνουν καλές πιθανότητες επιτυχίας.
(δ) Η συνέχιση ισχύος του διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ’ ων η αίτηση εν αντιθέσει με τους αιτητές, σε περίπτωση που αυτό απορριφθεί.
(ε) Η αίτηση δεν είναι υψίστης πίστεως (uberina fides) καθότι ο αιτητής απέκρυψε και δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο όταν αιτήθηκε προσωρινό διάταγμα, γεγονότα τα οποία γνωρίζουν και ευνοούν τους καθ’ ων η αίτηση, αφού καταδεικνύουν τη νομιμότητα των πράξεων τους. Αντιθέτως, σε μια προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, παρουσίασαν τα γεγονότα με ασαφή ή/και ελλιπή ή/και ανυπόστατο ή/και διαστρεβλωμένο τρόπο και ως εκ τούτου δεν προσήλθαν ως όφειλαν, με «καθαρά χέρια» ως επιτάσσει το δίκαιο της επιείκειας, έτσι που να κωλύονται να ζητούν οριστικοποίηση του ήδη εκδοθέντος διατάγματος. (Λόγοι ένστασης 6, 8 και 26)
(ζ) Το κατηγορητήριο δυνάμει του οποίου εκδόθηκε το μονομερές διάταγμα, έπασχε και/ή ήταν παράτυπο και/ή παράνομο και/ή δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Κεφ. 155. (Λόγοι ένστασης 10 και 24)
(η) Ο Αιτητής είναι αναρμόδιος να προωθεί την παρούσα υπόθεση καθότι ο πλέον αρμόδιος φορέας προς έκδοση αδειών και λήψη σχετικών μέτρων είναι η Επαρχιακή Διοίκηση. Επιπρόσθετα, ο Περί Δήμων Νόμος, δεν τυγχάνει εφαρμογής. Σε περίπτωση δε που θεωρηθεί πως ο αιτητής είναι η αρμόδια αρχή, οι ενέργειες του παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης, καθώς και της φυσικής δικαιοσύνης. (Λόγοι ένστασης 13-15 και 20)
(θ) Δεν πληρούνται οι νομολογιακά καθιερωμένες απαιτούμενες προϋποθέσεις καθότι στη διαδικασία δεν κλήθηκαν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (Κυπριακή Δημοκρατία) η οποία υπέχει και/ή αντλεί δικαιώματα για έκδοση του αιτούμενου προσωρινού Διατάγματος (Λόγοι ένστασης 1-9 και 17 συμπεριλαμβανομένων)
(ι) Η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 3,6 και 8 του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 50(Ι)/2016, οι διατάξεις των οποίων δεν παρέχουν εξουσία για έκδοση διατάγματος μονομερώς ή άλλως πως, συνεπώς η ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι άσχετη και εκ του περισσού σε σχέση με τα διατάγματα που ζητούνται.
(ια) Η νομική βάση της αίτησης πάσχει, ελλείψει ρητής αναφοράς στα άρθρα 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και η επίκληση του Μέρους 23 και 60 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν στην απουσία σχετικού νόμου καθότι αντιβαίνει τι πρόνοιες του άρθρου 55(7) του Ν. 55(Ι)/2022 το οποίο προνοεί πως η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.
(ιβ) Με την έκδοση του διατάγματος στην απουσία των καθ’ ων, παραβιάζεται το δικαίωμα της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης και του τεκμηρίου αθωότητας και/ή η ένορκη δήλωση της ένστασης τους συνιστά ενέργεια η οποία τείνει να ενοχοποιήσει του Καθ’ ων η αίτηση, πριν καν απαντήσουν επί των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. (Λόγοι ένστασης 21 και 22)
(ιγ) Υπάρχει αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης.
(ιδ) Ο αιτητής με τις ενέργειες και/ή παραλείψεις του, παραβιάζει την ισότητα των όπλων και αρνείται και/ή παραλείπει και/ή αμελεί να παραδώσει στους καθ΄ ων η αίτηση στοιχεία που έχουν απαιτηθεί.
(ιε) Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έχει προκύψει οποιοδήποτε γεγονός που να επιβάλλει μεταβολή του status quo που ο ίδιος ο αιτητής δημιούργησε τα τελευταία 12 έτη και εν πάση περιπτώσει κανένας κίνδυνος υπαρκτός, υφίσταται σε σχέση με την ασφάλεια και υγεία των θαμώνων. (Λόγοι ένστασης 27 και 28)
Στην Ένορκη Δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση 2 (στο εξής «η ένορκη δήλωση Γ.Π.») που συνοδεύει την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα:
1. Είναι ο διευθυντής της Καθ’ ης η αίτηση 1, εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα από τον (μεταξύ άλλων) προσωπικό χειρισμό όλων των θεμάτων της υπόθεσης.
2. Πλην του περιεχομένου των παραγράφων 3-5 της ένορκης δήλωσης Π.Π., καθώς και το ότι ο εκεί ενόρκως δηλών κατέχει την ιδιότητα του υγειονομικού λειτουργού, τα υπόλοιπα που αναφέρονται, δεν είναι αποδεκτά.
3. Σημειώνει πως, από το 2012 ενοικιάζει το επίδικο υποστατικό κατόπιν σύμβασης εκμισθώσεως (τεκμήριο 1) που υπέγραψε με την Κυπριακή Δημοκρατία δια του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Διοίκησης, αφού πρόκειται για ιδιοκτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τελευταία σύμβαση εκμισθώσεως τέθηκε σε ισχύ την 01.01.2024 και λήγει την 31.12.2026. Εντός του υποστατικού, βρίσκεται το εστιατόριο με το όνομα «Καπηλειό του Στροβόλου».
4. Σύμφωνα με την Πολεοδομική αρχή, το υποστατικό, ως κυβερνητικό κτήριο, σχεδιάστηκε και ανεγέρθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως χωρίς να εκδοθεί πολεοδομική και οικοδομική άδεια αφού κάτι τέτοιο δεν απαιτείται από την νομοθεσία. Προς τούτο, επισυνάπτεται βεβαίωση του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ημερ. 06.05.2025 ως τεκμήριο 2.
5. Το επίδικο υποστατικό λειτουργεί τα τελευταία 12 έτη και από την πρώτη ημέρα λειτουργίας του, τηρούνται όλα τα απαραίτητα και ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας σχετικά με την ένταση της μουσικής αλλά και τα υγειονομικά πρότυπα. Κατά τη διάρκεια των 12 ετών λειτουργίας του, λειτουργοί από μέρους του αιτητή, επιθεωρούσαν τον χώρο και προέβαιναν σε συστάσεις με τις οποίες η καθ’ ης η αίτηση συμμορφωνόταν. Παράλληλα εκδίδονταν όλες οι απαραίτητες υγειονομικές άδειες και άδειες πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, πληρώνονταν φορολογίες σχετικές με άδεια και λειτουργία επαγγελματικού υποστατικού (τεκμήριο 3), γεγονότα τα οποία δημιουργούν κώλυμα στον αιτητή να επιζητεί τα αιτούμενα διατάγματα κατ’ επίκληση γενικών και αόριστων ζητημάτων ασφάλειας και υγείας, όταν μάλιστα ο ίδιος ο αιτητής δεν επικαλείται κάποιο νέο γεγονός που να επιβάλλει μεταβολή του status quo που ο ίδιος δημιούργησε.
6. Ο δε ισχυρισμός του αιτητή περί κινδύνου τροφικής δηλητηρίασης ή μη τήρησης των δεόντων υγειονομικών μέτρων, βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με την υγειονομική βεβαίωση που ο ίδιος εξέδωσε στις 14.03.2024 (τεκμήριο 4), βεβαίωση την οποία απέκρυψε ενώ όφειλε να αποκαλύψει και η ενέργεια του αυτή καθιστά το επίδικο εκδοθέν διάταγμα υποκείμενο σε απόρριψη αφού πρόκειται για ουσιώδες γεγονός.
7. Επίσης, το εστιατόριο καταχώρησε στις 21.07.2020 αίτηση για άδεια εκπομπής ήχου (τεκμήριο 5) και κατά το στάδιο εκείνο, ουδέποτε τους ζητήθηκε άδεια λειτουργίας. Εν πάση περιπτώσει, η καθ’ ης η αίτηση λειτουργεί καθόλα νόμιμα και η ένταση της μουσικής που εκπέμπει είναι καθόλα σύμφωνη με την ακουστική μελέτη και τον Περί Κέντρων Αναψυχής (Άδεις Εκπομπής Ήχου) Νόμο 50(Ι)/2016, ενώ στο εστιατόριο εγκαταστάθηκε limiter κατόπιν μελέτης που έγινε και κατατέθηκε στο «Δημαρχείο», το οποίο έχει τύχει συντήρησης στις 21.03.2024 (τεκμήριο 6).
8. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση Π.Π., περί πρόκλησης οχληρίας σε περιοίκους, αναφέρει πως τον Φεβρουάριο του 2022 οι κάτοικοι των οποίων οι οικίες γειτνιάζουν με το εστιατόριο υπέγραψαν υπεύθυνη δήλωση (τεκμήριο 7) με την οποία δηλώνουν πως συμφωνούν με τη λειτουργία του εστιατορίου, δηλώνοντας ότι δεν ενοχλούνται από το μουσικό πρόγραμμα του εστιατορίου και την ένταση της μουσικής. Επίσης, επισυνάπτει βεβαίωση από το τμήμα πολεοδομίας ότι το εστιατόριο δεν γειτνιάζει άμεσα με άλλες οικιστικές μονάδες (τεκμήριο 8).
9. Είναι η θέση του, πως οι επιστολές που τους αποστάλθηκαν από τον αιτητή (τεκμήρια 7-10 στην ένορκη δήλωση Π.Π.), αφορούν ζητήματα οχληρίας και απουσίας άδειας λειτουργίας μεγάφωνων και εκπομπής ήχου και ο αιτητής παρερμήνευσε κατά το δοκούν το περιεχόμενο τους, παρουσιάζοντας ως λανθασμένο γεγονός, ότι προειδοποιήθηκαν σε σχέση με την απουσία άδειας λειτουργίας εστιατορίου και/ή ταβέρνας και πως τούτο καταφαίνεται από το ίδιο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 στην ένορκη δήλωση Π.Π. που αφορά αλληλογραφία μεταξύ του αιτητή και του Τμήματος Πολεοδομίας. Προσθέτει δε ότι, από το περιεχόμενο των επιστολών ημερ. 26.10.22 και 17.01.23 προκύπτει ξεκάθαρα πως σε σχέση με την λειτουργία του εστιατορίου, αρμόδια αρχή είναι το Τμήμα Πολεοδομίας και όχι ο Δήμος Στροβόλου.
10. Σε σχέση με τα όσα αναφέρει ο αιτητής περί των προαπαιτουμένων αδειών προκειμένου να παραχωρηθεί άδεια λειτουργίας, ο Καθ’ ου η αίτηση 2 αναφέρει πως:
(α) καταρχάς δεν του δόθηκε η δυνατότητα να προσκομίσει τα έγγραφα που ζητούνται, πριν την καταχώρηση της αίτησης καθώς ουδέποτε προηγουμένως, τέθηκε θέμα λειτουργίας ως ταβέρνα ή εστιατόριο χωρίς την κατ’ ισχυρισμό του αιτητή άδεια λειτουργίας εστιατορίου.
(β) δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προσκομίσει άδεια οικοδομής αφού τέτοια άδεια δεν υφίσταται μιας και πρόκειται για κυβερνητικό κτήριο και είναι ανήκουστο ο αιτητής να απαιτεί την προσκόμιση της, αφού είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη ενέργεια από μέρους του. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που κατά τη θέση του, δεν εφαρμόζεται ο Περί Δήμων Νόμος σε κτήρια που είναι κυβερνητικά αφού εάν κάτι τέτοιο ίσχυε, θα αποτελούσε νομική παραδοξότητα, η κεντρική κυβέρνηση να απαιτεί έγκριση από τοπική, υποδεέστερη αρχή για τη λειτουργία της. Η νομική αυτή αντίφαση που υφίσταται, σε συνδυασμό με την παραδοχή του τμήματος Πολεοδομίας ότι αυτή είναι η αρμόδια αρχή για ζητήματα άδειας λειτουργίας κυβερνητικών υποστατικών, καθιστά την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος άδικη και ετεροβαρή για τους καθ’ ων η αίτηση αφού ο δήμος είναι διοικητική αρχή και οι καθ’ ων η αίτηση διοικούμενοι και το δικαστήριο οφείλει να υιοθετήσει την ευνοϊκότερη προς τον διοικούμενο θέση. Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 55 του Περί Δήμων Νόμου 55(Ι)/2022, εφαρμόζεται μόνο σε υποστατικά που έχουν άδεια οικοδομής και σε κάθε περίπτωση σε υποστατικά τα οποία εμπίπτουν εντός του ελέγχου και αδειοδότησης του Δήμου σε ό,τι αφορά εκδόσεις αδειών οικοδομής. Αυτό υποδηλοί αναφέρει και το γεγονός ότι ο ίδιος ο νόμος δεν προνοεί ρητά για τις περιπτώσεις κυβερνητικών κτηρίων για τα οποία δεν εκδίδεται τέτοια άδεια οικοδομής αφού εάν αυτή ήταν η βούληση του νομοθέτη, θα προβλεπόταν στον νόμο, ειδικότερη πρόνοια.
11. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή περί κινδύνου στην ασφάλεια και υγεία των χρηστών του εστιατορίου, ο καθ’ ου η αίτηση 2 αντιτείνει τα ακόλουθα:
(α) ο αιτητής δεν απέδειξε με μαρτυρία ως όφειλε, πως υφίσταται τέτοιος κίνδυνος, ενώ καμιά πρόνοια νόμου δεν αναφέρει πως πιθανή απουσία των ισχυριζόμενων πιστοποιητικών δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ακαταλληλότητας του χώρου και δημοσίου κινδύνου. Στην προκειμένη, υπάρχει εκδιδόμενο υγειονομικό πιστοποιητικό από τον αιτητή, το οποίο απέκρυψε επιμελώς.
(β) Ουδέποτε υπήρξε εκπομπή ήχου τέτοια που να απαιτείται άδεια λειτουργίας εκπομπής ήχου αφού υπάρχει εγκατεστημένο limiter ήχου. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και γι’ αυτό το γεγονός, απαιτείται μαρτυρία από μέρους του αιτητή, την οποία απέτυχε να παρουσιάσει.
(γ) το υποστατικό διαθέτει άδεια λειτουργία από το Υφυπουργείο Τουρισμού (τεκμήριο 9), για την έκδοση της οποίας το εστιατόριο έτυχε επιθεώρησης και ελέγχου από αρμόδιο λειτουργό και εάν δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας, δεν θα εκδίδετο η σχετική άδεια. Η έκδοση της εν λόγω άδειας, αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας πώλησης οινοπνευματωδών ποτών που εξέδωσε ο αιτητής, γεγονός που καταδεικνύει πως ήταν επίσης στην γνώση του αιτητή και επίσης την απέκρυψε.
(δ) Το εστιατόρια κατέχει ασφάλεια αστικής ευθύνης η οποία βρίσκεται σε ισχύ (τεκμήριο 10) και σε περίπτωση τραυματισμού οποιουδήποτε προσώπου, αυτό θα αποζημιωθεί από την ασφάλεια άρα δεν υφίσταται κίνδυνος ύπαρξης ζημιάς που δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί.
12. Η παρούσα διαδικασία, αποστερεί στον ίδιο και την καθ’ ης η αίτηση 1 το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη καθώς και παραβιάζει το δικαίωμα του σε σιωπή και μη αυτοενοχοποίηση καθότι δια της ένστασης υποχρεούνται να απαντήσουν στην ουσία που καλούνται να απαντήσουν στην κυρίως διαδικασία, διάβημα στο οποίο δεν προέβησαν ακόμη.
13. Τυχόν εφαρμογή του άρθρου 55 του Ν.55(Ι)/2022, αντίκειται στις πρόνοιες των άρθρων 12 και 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, γεγονός το οποίο καθιστά το άρθρο 55 αντισυνταγματικό αφού παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας.
14. Ζητήθηκε από τους αιτητές με επιστολές, όπως τους παραχωρηθούν στοιχεία από τον φάκελο που διατηρούν, για σκοπούς ετοιμασίας της ένστασης και απόδειξης του ισχυρισμού τους ότι δεν έτυχαν ίσης μεταχείρισης με άλλα υποστατικά και μέχρι σήμερα, ο αιτητής παραλείπει και/ή αμελεί να τα παραδώσει, γεγονός που οδήγησε τους οδήγησε σε καταχώρηση παραπόνου στην Επίτροπο Διοικήσεως (τεκμήριο 11).
15. Σε περίπτωση που τα διατάγματα που εκδόθηκαν, καταστούν απόλυτα θα προκληθεί στους καθ’ ων η αίτηση και σε τρίτους που δεν είναι μέρος της διαδικασίας, ανεπανόρθωτη ζημιά αφού αγωνίζονται να λάβουν όλες τις απαιτούμενες άδειες από όλες τις υπηρεσίες, πλην όμως υπάρχει «ολιγωρία» από μέρους της κρατικής μηχανής, των αρμοδίων τμημάτων και οργανισμών, λόγω της μεταξύ τους σύγκρουσης σε ό,τι αφορά τις νομοθεσίες για τις οποίες οι καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν καμιά ευθύνη. Εξαιτίας της παραπάνω ολιγωρίας, απειλείται η καλή φήμη του εστιατορίου, όταν μάλιστα οι ίδιοι οι καθ’ ων η αίτηση εκπληρώνουν στο ακέραιο τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, για τον σκοπό που τους παραχωρήθηκε το υποστατικό από την κυπριακή Δημοκρατία. Με βάση δε την σύμβαση εκμίσθωσης που βρίσκεται σε ισχύ και που δεν τερματίστηκε εν πάση περιπτώσει από το Τμήμα Πολεοδομίας, σε περίπτωση που διακοπεί η χρήση του υποστατικού για περίοδο 2 μηνών, η σύμβαση δύναται να διακοπεί και η λειτουργία της υπό κρίση επιχείρησης να τερματιστεί οριστικά, πριν από την τελική απόφαση του δικαστηρίου επί της ουσίας της ποινικής υπόθεσης.
Σημειώνεται ότι, στο στάδιο της ακρόασης των διαδικαστικών οδηγιών της αίτησης, δόθηκαν οδηγίες σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα καταχώρησης τυχόν συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων όπως και τυχόν αιτημάτων αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και ένσταση πλην όμως καμμιά εκ των δύο πλευρών, δεν προέβη σε οποιοδήποτε εκ των παραπάνω διαβημάτων. Η ακρόαση συνεπώς της αίτησης, ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των γραπτών αγορεύσεων των δύο πλευρών και τις επιμέρους διευκρινίσεις που προέβησαν κατόπιν υποδείξεων του παρόντος δικαστηρίου. Δεν θα επαναλάβω κάθε τι αναφέρθηκε, είτε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, είτε στο περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης έκαστης πλευράς, εκτός όπου πιο κάτω, κρίνεται αναγκαίο.
Εξέτασα με προσοχή το σύνολο των όσων περιέχονται, τόσο στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, όπως και αντιστοίχως την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και τα όσα επί μέρους ζητήματα, οι συνήγοροι των δύο πλευρών, ανέπτυξαν προφορικώς ή γραπτώς.
Η αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση μονομερές διάταγμα, εδράζεται κατ’ ουσία στο άρθρο 55(7) του Ν. 55(Ι)/2022 (μεταξύ άλλων) το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«(7) Πρόσωπο που χρησιμοποιεί ή ενεργεί με σκοπό τη χρήση ή εξουσιοδοτεί ή ανέχεται ή επιτρέπει τη χρήση οποιασδήποτε οικοδομής, υποστατικού, χώρου ή αντισκήνου για οποιονδήποτε από τους σκοπούς που αναφέρονται στο εδάφιο (1), σε σχέση με τα οποία δεν εκδόθηκε έγκυρη και ισχύουσα άδεια, ή κατά παράβαση οποιουδήποτε όρου ή δέσμευσης οποιασδήποτε άδειας που εκδόθηκε σε σχέση με αυτά, είναι έvoχo αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα τετρακόσια πενήντα ευρώ (€450) ή σε ποινή φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές και, σε περίπτωση τέτοιας καταδίκης, το δικαστήριο δύναται, ανεξαρτήτως τoυ γεγονότος ότι το αδίκημα διαπράχθηκε από διαφορετικό από τον αδειούχο πρόσωπο, να ανακαλέσει ή να αναστείλει την ισχύ της άδειας αυτής για οποιαδήποτε περίοδο και υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις τους οποίους θεωρεί ως κατάλληλους και αναγκαίους:
Η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Σε ό,τι αφορά δε, ενδιάμεσες αιτήσεις που καταχωρούνται στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης, τέτοια καθοδήγηση αντλείται από το κατηγορητήριο που το Δικαστήριο έχει υπόψη του. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας.
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, όπως υποδείχθηκε μεταξύ άλλων στην T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 AAΔ.1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου (1996) 1 ΑΑΔ 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια.
Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, το ότι δηλαδή εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Ωστόσο η επάρκεια της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Η εν λόγω προϋπόθεση δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη έννοια της προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία: βλ. Papastratis v. Petrides (ανωτέρω), M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co. (1997) 1(Γ) A.A.Δ. 1791 και Κυρίσαββα κ.α. v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245.
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά και αποτελούν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα αποφασίσει υπέρ της έγκρισης ή υπερ της απόρριψης της αίτησης. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν, το Δικαστήριο εξετάζει επιπροσθέτως, κατά πόσο η έκδοσή του αιτούμενου διατάγματος δικαιολογείται στο ισοζύγιο της ευχέρειας, (balance of convenience) εάν δηλαδή είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις και δίκαιο να προχωρήσει στην έκδοση του Διατάγματος. Η εξέτασή των πιο πάνω προϋποθέσεων είναι διαδοχική και απαιτείται η ικανοποίηση της μίας προϋπόθεσης, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της επόμενης. Συνεπώς, εάν σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέτασης αυτής το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται περί της ύπαρξης οποιασδήποτε εκ των προϋποθέσεων, η εξέταση σταματά αμέσως, χωρίς να χρειάζεται η δικαιολόγηση μέσω της έκθεσης υποθέσεων, απλώς χάριν πληρότητας.
Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί αμφισβητούμενων γεγονότων που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου η αποφυγή αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας. Ό,τι εξετάζει το Δικαστήριο στην παρούσα φάση της διαδικασίας είναι κατά πόσο φαίνεται να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις σε σχέση με τα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων και δεν κρίνει ούτε αποφασίζει κατά πόσο αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd (ανωτέρω) και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P. (1999) 1 Α.Α.Δ. 225). Ούτε και επιτρέπεται στο Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε ο,τιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση των επίδικων θεμάτων πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις (όπως εν προκειμένω) για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους.
Επιπροσθέτως των πιο πάνω και με δεδομένο το ότι εν προκειμένω, τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν στην απουσία της άλλης πλευράς κατ’ επίκληση επειγουσών αναγκών, κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[4] και με δεδομένη την αμφισβήτηση του κατεπείγοντος αυτού παράγοντα, από μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση, ως επίσης και του ισχυρισμού των τελευταίων ότι ο αιτητής παρέλειψε κατά το στάδιο που αποτάθηκε στο Δικαστήριο να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα, θα πρέπει κατά την κρίση μου, οι πιο πάνω λόγοι ένστασης να εξεταστούν κατά προτεραιότητα (Καρυδά ν. Καρυδά, Πολ. Έφ. αρ.Ε190/2019, ημερ.26.02.2025). Σημειώνω ότι αν κατά την επανεξέταση του πιο πάνω παράγοντα κριθεί ότι, για οποιοδήποτε λόγο η δικαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση ύπαρξης κατεπείγουσας ανάγκης, διαφανεί ότι δεν ικανοποιείτο, τότε το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται άκυρο εξ' υπαρχής και η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος σε σχέση με αυτό παρέλκει (βλ. Πέτρος Σιακόλας ν. ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε90/2016, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A106, Αμβροσιάδου και Τσαδιώτη ανωτέρω).
Ένας τέτοιος λόγος είναι και η παράλειψη του αιτητή να συμμορφωθεί με την ιδιαίτερα αυξημένη υποχρέωση του να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία του ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως να μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου.
Όπως λέχθηκε στην Καρυδά (ανωτέρω) «όταν αιτητής προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου και, στην απουσία του αντιδίκου του, κατά παρέκκλιση της αρχής "audi alteram partem", ζητά θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, τότε έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που ενδεχομένως θα επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος. Ο αιτητής σε τέτοιες περιπτώσεις έχει υποχρέωση να δείξει καλή πίστη, αφού η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Είναι άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης είναι εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης και μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής ενδεχομένως να σημαίνει την ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Το Δικαστήριο εξετάζοντας μια αίτηση για προσωρινό διάταγμα λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σωρεία παραγόντων που επιδρούν στην άσκηση της. Για αυτό και είναι σημαντικό η αποκάλυψη να είναι ειλικρινής και πλήρης. Στην υπόθεση Brink's-MAT Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 Αll ΕR 188, η οποία υιοθετήθηκε στην Commerzbank Auslandbanken Holding A.G.[5] (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων θα πρέπει να είναι πλήρης, δίκαιη και ότι τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα που καθορίζονται από τον δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων. Η υποχρέωση δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με εύλογη έρευνα. (Σύγγραμμα «Διατάγματα, Injunctions», των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη σελ. 163-165, Fedossova Larissa (Αρ.2) (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1333, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co (2002) 1(B) A.A.Δ. 938, Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1(A) A.A.Δ. 82 και Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd (2004) 1(A) A.A.Δ. 557).»
Το δε βάρος απόδειξης ότι υφίστατο κατεπείγουσα ανάγκη έκδοσης, ενός μονομερούς διατάγματος το φέρει σαφώς ο αιτητής, ο οποίος βαρύνεται με την υποχρέωση να τεκμηριώσει πλήρως το αίτημα του για την παροχή θεραπείας, περιλαμβανομένης και της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος εκεί όπου η θεραπεία δόθηκε μονομερώς (βλ. μεταξύ άλλων Δερμοσάκ (ανωτέρω)).
Στην υπόθεση Cinpres Gas Injection Ltd v Melea Ltd [2005] EWHC 3180 (Pat) (14 December 2005) η οποία αφορούσε περίπτωση που η εκ των υστέρων διαπιστωθείσα αδικαιολόγητη καταχώρηση αίτησης χωρίς ειδοποίηση οδήγησε στην ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Before turning to these particular matters I should make a number of general observations. The grant of an injunction is a serious matter. Our familiarity with
injunctive relief tends to blunt our appreciation of the significance of an injunction to lay parties.The second important consideration is the court's need to protect its own proceedings against interference. This is an extremely serious matter.The more serious an application the more desirable it is for notice to be given to the respondent. Applications without notice are only for genuinely urgent cases and cases where notice would frustrate the purpose of the order. There are also cases where giving notice, although desirable, is simply not practicable in the time available and in all cases in which notice is not given the failure must be justified to the judge. No regard was had to this basic principle in this case and no explanation was given to the judge either at the time or now. It is not as if this was a recondite area of legal learning. These basic requirements, . are clearly set out in the notes to CPR 25 and in the practice direction thereunder. In this case a very serious allegation was being made ... As I have indicated the gravity of the allegation made the giving of notice even more desirable than perhaps it might otherwise be. Notice could plainly have been given in this case and was not. There is no question that notice was possible since when it came to service of the order the address of the solicitors was proffered as an address for alternative service. I regard this is a grave procedural fault and as I have indicated no attempt has been made to explain it.In obtaining the order from Patten J, therefore, it seems to me that there was a disregard for procedural safeguards, safeguards which were intended.to ensure that the case was dealt with efficiently and proportionately. These are matters which do not require the intervention of the judge who hears the application. They should be automatic and it is the duty of the parties to inform the judge who is hearing the application that they have not been done.»
Σε σχέση με το ζήτημα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, σημειώνω τα όσα αναφέρθηκαν στην Commerzbank (ανωτέρω) πως δηλαδή το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς ακόμη και εάν τίθεται θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση ενός εκδοθέντος διατάγματος, αφού δεν αρκεί απλά να μην αποκαλύφθηκε κάποιο γεγονός, αλλά αυτό να ήταν και ουσιώδες για την άσκηση δικαστικής κρίσης (Μιχαηλίδης κ.α. ν. Οργανισμού Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. αρ.Ε265/2016, ημερ.10.04.2025). Το κριτήριο του τί είναι ουσιώδες είναι αντικειμενικό και προσδιορίζεται στο πλαίσιο των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης και της αντιδικίας των μερών (M & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) και Sobolev κ.α. v. Weitzer, Πολ. Έφ. αρ. Ε177/2018, ημερ. 21.05.2019).
Με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αρχές λοιπόν και λαμβάνοντας κατ' αρχήν υπόψη την ρητή αμφισβήτηση που εγείρουν οι Καθ’ ων η αίτηση, τόσο σε σχέση με τη δικαιοδοτική και δικονομική προϋπόθεση του κατεπείγοντος αλλά και του συναφούς καθήκοντος του αιτητή για ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων σημειώνω τα ακόλουθα:
O αιτητής, δια του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, παρουσίασε στο δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, μια κατάσταση πραγμάτων, τόσο σοβαρή, που έθετε σε κίνδυνο, τόσο την ασφάλεια, όσο και την υγεία των εργαζομένων του εστιατορίου αλλά και των θαμώνων. Αυτή του την θέση, την στήριξε στο γεγονός ότι εφόσον κατά τον ισχυρισμό του δεν εξασφαλίστηκε άδεια λειτουργίας από τον Αιτητή, εξυπακούεται δίχως άλλο ότι, δεν έχουν γίνει οι απαραίτητοι έλεγχοι, τόσο από την πυροσβεστική υπηρεσία, την ηλεκτρομηχανολογική υπηρεσία, αλλά και τις υγειονομικές αρχές, έλεγχοι απαραίτητοι για την διασφάλιση της ασφάλειας και υγιεινής των χώρων του εστιατορίου. Αναφέρει δε επί τούτου, ότι εξασφαλίστηκαν ναι μεν στο παρελθόν (χωρίς να προσδιορίζεται πότε ακριβώς προσδιορίζεται κατά τον ομνύοντα το παρελθόν) «κάποιες άδειες», όπως άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, πλην όμως η πιο πάνω αναφορά, γίνεται από τον ομνύοντα για να καταδείξει τη σχέση που έχουν οι Καθ΄ ων η αίτηση με το επίδικο εστιατόριο και χωρίς να εννοεί ή να εξυπακούει ότι, έγινε (τουλάχιστον) από μέρους του αιτητή, οποιαδήποτε επιθεώρηση για σκοπούς ελέγχου, στο εστιατόριο.
Μεταξύ άλλων και για να καταδείξει τον βαθμό της (κατά τη θέση του) σοβαρότητας της υπόθεσης και του κινδύνου πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στα πρόσωπα που επισκέπτονται ή που βρίσκονται στο εστιατόριο σε περίπτωση που δεν εκδίδονταν τα επίδικα διατάγματα, θέτει μάλιστα το παράδειγμα κινδύνου πρόκλησης «τροφικής δηλητηρίασης», ενόψει του ότι (ως και πάλι η θέση του), το εστιατόριο αυτό, δεν έτυχε των απαραίτητων (μεταξύ άλλων) υγειονομικών ελέγχων. Τρόπον τινά και επί του ζητήματος αυτού, ό,τι παρέθεσε ως γεγονός που ήταν στην αντίληψη του ομνύοντα ήταν ότι ως ενημερώθηκαν οι αιτητές από επιστολή που τους κοινοποιήθηκε από την υγειονομική υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας, (χωρίς να προσδιορίζεται ο χρόνος που έγινε η κοινοποίηση) ήταν ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1, είχε καταχωρίσει το επίδικο εστιατόριο στο Μητρώο Επιχειρήσεων τροφίμων, ως εστιατόριο. Και τούτη η αναφορά του ομνύοντα, γίνεται για να καταδείξει ότι το επίδικο υποστατικό, λειτουργεί ως εστιατόριο, ώστε να συσχετίσει τα ζητήματα υγιεινής του χώρου, με τους ισχυρισμούς του περί ύπαρξης κινδύνου (παραδείγματος χάριν ως αναφέρει ο ίδιος) τροφικής δηλητηρίασης.
Σημειώνω σε αυτό το σημείο, πως από μελέτη του τεκμηρίου 2, φαίνεται πως η καταχώρηση αυτή του εστιατορίου, στο μητρώο επιχειρήσεων τροφίμων, έλαβε χώρα την 16.09.2014[6] και ως διεύθυνση της επιχείρησης, φαίνεται στο εν λόγω τεκμήριο, η διεύθυνση που δηλώνεται και εδώ ως ο χώρος στον οποίο διεξάγει τις εργασίες του το εστιατόριο.
Παραμένοντας στο ζήτημα της επίκλησης του κινδύνου στην δημόσια υγεία, που προέβαλαν οι αιτητές ως ένα εκ των ουσιαστικότερων λόγων που επιθυμούσαν την εξασφάλιση του υπό κρίση διατάγματος, σημειώνω ότι οι σχετικές με το θέμα αναφορές στην ένορκη δήλωση Π.Π., είναι διάχυτες και επαναλαμβανόμενες με εμφαντικότερη ίσως την ακόλουθη αναφορά, στην παράγραφο 14 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο:
«Σε ένα μαγαζί από το οποίο τρώνε άνθρωποι, είναι φυσικά απαραίτητο να υπάρχει πιστοποιητικό από την οικεία δημοτική υγειονομική υπηρεσία ότι οι εγκαταστάσεις του υποστατικού έχουν προβεί στα απαραίτητα διαβήματα σχετικά με την καλή υγιεινή του χώρου, όπως για παράδειγμα ο ψεκασμός, η απολύμανση και η απεντομωτική, χωρίς να υπάρχει έλεγχος όμως και κατ’ επέκταση άδεια/πιστοποιητικό δεν μπορεί κανένας να εγγυηθεί την καλή υγιεινή του υποστατικού».
Συνεχίζει ο αιτητής, στην παράγραφο 19 και διασυνδέει τα όσα πιο πάνω αναφέρει (μεταξύ άλλων) λέγοντας ότι: «[…] υπάρχει πολύ σοβαρός κίνδυνος να προκληθεί βλάβη σε οποιοδήποτε πρόσωπο εισέρχεται στο υποστατικό είτε ως εργαζόμενος, είτε ως πελάτης και η οποία βλάβη να είναι ανεπανόρθωτη καθώς πρόκειται για ανθρώπινες ζωές και ανθρώπινη υγεία και σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί κανένα χρηματικό ποσό να αποκαταστήσει την απώλεια μια[7] ζωής ειτε λόγω δηλητηρίασης, είτε λόγω πυρκαγιάς για παράδειγμα. […] Μη έκδοση των διαταγμάτων, θα θέσει σε κίνδυνο την Δημόσια ασφάλεια και Δημόσια υγεία».
Σημειώνω και προσθέτω επίσης στα πιο πάνω, καθότι και αυτό έχει τη δική του σημασία, πως σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης, δεν αναφέρεται ο χρόνος κατά τον οποίο περιήλθε στην αντίληψη του αιτητή, ότι το εν λόγω εστιατόριο λειτουργεί και δη ότι λειτουργεί άνευ οποιασδήποτε υγειονομικής (μεταξύ άλλων αλλά κυρίως) άδειας ή βεβαίωσης ή βεβαίωσης από άλλους αρμόδιους φορείς, όπως το παράδειγμα που ο ίδιος θέτει, ήτοι βεβαίωση ελέγχου από τις ηλεκτρομηχανολογικές υπηρεσίες. Ως δε προκύπτει από την όψη του κατηγορητηρίου, ο χρόνος ο οποίος προσδιορίζεται ως χρόνος διάπραξης των αδικημάτων που καταλογίζονται στους Καθ’ ων η αίτηση ότι λειτουργούν το εστιατόριο, ήταν αρχικά η «17.01.2024 και εντεύθεν» και ακολούθως, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, η περίοδος «17.01.2024-24.02.2025». Τα τεκμήρια ωστόσο που επισυνάπτει ο ίδιος ο ομνύοντας στην ένορκη του δήλωση, αφήνουν να νοηθεί πως ο αιτητής είχε γνώση και αντίληψη της λειτουργίας του εστιατορίου ή αν μη τι άλλο της πρόθεσης λειτουργίας του εστιατορίου, τουλάχιστον από το 2014 (βλ. τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση Π.Π.) όταν και του κοινοποιήθηκε από το Υπουργείο Υγείας, η βεβαίωση καταχώρησης του επίδικου εστιατορίου, με δηλωμένη της υφιστάμενη του διεύθυνση, στο μητρώο επιχειρήσεων τροφίμων, γεγονός το οποίο αναφέρεται ναι μεν στην ένορκη δήλωση Π.Π., πλην όμως με επιμέλεια αποφεύγεται η οποιαδήποτε αναφορά ως προς τον χρόνο που παραλήφθηκε η εν λόγω βεβαίωση.
Ακόμη δε και αν ήθελε διαφανεί πως η κοινοποίηση δεν έγινε αμέσως μετά την έκδοση του τεκμηρίου 2 και έγινε αργότερα, σημειώνω πως και πάλι, από το τεκμήριο 5 που παραθέτει ο Π.Π. στην ένορκη του δήλωση, διαφαίνεται ξεκάθαρα πως το πρώτο (ως προκύπτει χρονικά) παράπονο, που παρέλαβε ο αιτητής και το οποίο σχετιζόταν με ισχυριζόμενη οχληρία που προκαλούσε η λειτουργία του εστιατορίου στον πολίτη που υπέβαλε τη σχετική καταγγελία, παραλήφθηκε από τον αιτητή στις 08.11.2021( βλ. τεκμήριο 5, σημείο «6», Αρ. Παραπόνου 9070/2021, Ημερομηνία 10.11.2021). Είναι επί τούτου του παραπόνου, που ξεκίνησε η αποστολή επιστολών από τον αιτητή προς τους Καθ’ ων η Αίτηση, απαιτώντας να αρθεί η οχληρία που κατά τη θέση του πρώτου, προκαλείται από την λειτουργία συσκευών και μηχανημάτων μουσικής σε υψηλή ένταση στο εστιατόριο, προειδοποιώντας τον τελευταίο πως εάν το πρόβλημα δεν επιλυθεί, πρόθεση ήταν η ποινική δίωξη τους και η υποβολή αιτήματος αναστολής της λειτουργίας του εστιατορίου, ενόψει του ότι αυτό λειτουργούσε άνευ άδειας λειτουργίας ως διατυπώνεται στις εν λόγω επιστολές. Σε κανένα ωστόσο σημείο δεν αναφέρεται ο λόγος που ενώ η κατάσταση πραγμάτων ήταν τόσο σοβαρή και έθετε σε κίνδυνο την δημόσια ασφάλεια και υγεία, ο αιτητής επέλεξε να παραμείνει άπραγος για αρκετά χρόνια και να αποταθεί την 21.02.2025 προκειμένου να εξασφαλίσει τα διατάγματα που εξασφάλισε. Δεν διαλανθάνει επί τούτου την προσοχή μου, η αναφορά στην ένορκη δήλωση Π.Π., ότι μεταξύ του αιτητή και του Τμήματος Πολεοδομίας, υπήρχε «μια διαφωνία διοικητικής φύσεως» ως προς το ποιος ουσιαστικά από τους δύο, είναι η αρμόδια αρχή για τα της λειτουργίας εστιατορίων και λοιπών επιχειρήσεων που λειτουργούν εντός κτηρίων, τα οποία ανήκουν στην Κυπριακή Δημοκρατία, ωστόσο δεν διαλανθάνει επίσης την προσοχή μου ότι η διαφωνία αυτή φαίνεται εκ των πραγμάτων να γεφυρώθηκε ή εν πάση περιπτώσει να ξεπεράστηκε, από τις 17.01.2024, όταν και απεστάλη δεύτερη προειδοποιητική επιστολή προς την Κατηγορούμενη 1/Καθ’ ης η αίτηση 1, 18 δηλαδή μήνες πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αιτήσεως.
Τα παραπάνω, είναι όσα διαπιστώνω, από μόνη την ένορκη δήλωση Π.Π. που συνοδεύει την αίτηση. Προχωρώ συνεπώς σε περαιτέρω διαπιστώσεις και συμπεράσματα, αντιπαραβάλλοντας τα πιο πάνω, με όσα προκύπτουν και από την ένορκη δήλωση Γ.Π., η οποία συνοδεύει την ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση.
Με την ένορκη δήλωση Γ.Π., παρουσιάστηκε μια παντελώς διαφορετική εικόνα της υπόθεσης από τους Καθ’ ων η αίτηση, επί (κυρίως) των σημείων που φαίνεται να αποτέλεσαν τον πυρήνα της έκδοσης κατά μονομερή τρόπο, των διαταγμάτων.
Συγκεκριμένα:
(α) Αναφέρει ο Γ.Π. πως το επίδικο εστιατόριο, λειτουργεί τα τελευταία 12 χρόνια και ο αιτητής ήταν καθόλα ενήμερος επί τούτου. Σημειώνω πως αυτός ο ισχυρισμός του Καθ’ ου η αίτηση 2 (όπως και οι λοιποί που ακολουθούν), δεν προκύπτει να αμφισβητήθηκε από τους αιτητές, αφού ούτε αντεξετάστηκε αλλά ούτε και αντικρούστηκαν οι ισχυρισμοί του, μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, διαβήματα τα οποία ο αιτητής είχε την ευχέρεια να ασκήσει, πλην όμως επέλεξε να παραμείνει στα της αρχικής του ένορκης δήλωσης. Το ότι το εστιατόριο λειτουργούσε από (τουλάχιστον) πολύ πριν την λήψη του πρώτου παραπόνου οχληρίας που παρουσίασε ο αιτητής μέσω της ένορκης δήλωση Π.Π. (τεκμήριο 5), προκύπτει εξάλλου και από το τεκμήριο 2, ως πιο πάνω έχει επεξηγηθεί. Το παραπάνω γεγονός, ο Καθ’ ου η αίτηση 2, το εκλαμβάνει ως σκόπιμη απόκρυψη από μέρους του αιτητή, στην προσπάθεια του να επιτύχει την έκδοση των διαταγμάτων στην απουσία των Καθ’ ων η αίτηση αφού εάν το αποκάλυπτε, θα διαφαινόταν καταφανώς πως καμμιά κατεπείγουσα ανάγκη προέκυπτε.
(β) Κατά την διάρκεια των τελευταίων 12 ετών λειτουργίας του εστιατορίου αναφέρει ο Καθ’ ου η αίτηση 2, ο αιτητής όχι μόνο επιθεωρούσε το εστιατόριο, αλλά εξέδιδε και όλες τις απαραίτητες υγειονομικές άδειες και άδεις πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, εισέπραττε φορολογίες και τέλη (τεκμήριο 3) που σχετίζονταν με την λειτουργία του εστιατορίου και προέβαινε σε συστάσεις προς τους Καθ’ ων η αίτηση, τις οποίες οι τελευταίοι εφάρμοζαν, χωρίς μάλιστα ουδέποτε να του επιστηθεί η προσοχή στο γεγονός, ότι ο αιτητής απαιτεί την εξασφάλιση άδειας λειτουργίας, η οποία εκδίδεται από τον Δήμο. Επί αυτής του της αναφορά, επισυνάπτει ως τεκμήριο 5 επιστολή, η οποία φέρει ημερομηνία 20.07.2020, είναι τυπωμένη σε λογότυπο που φέρει το όνομα του επίδικου εστιατορίου, απευθύνεται προς τον αιτητή και αιτείται την έκδοση άδειας εκπομπής ήχου. Το ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 2, ενεργώντας εκ μέρους του εστιατορίου, αιτήθηκε την χορήγηση άδειας εκπομπής ήχου, περί το έτος 2020, δεν διαφαίνεται σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωση Γ.Π., ούτε και το δικαστήριο γνωρίζει ποια ήταν η εξέλιξη αυτής της αίτησης, εφόσον η πλευρά του αιτητή, παρέμεινε σιωπηλή και ως προς τούτο παρότι αποτελεί βασικό ισχυρισμό της πλευράς του, ότι το εστιατόριο εκπέμπει μουσική με μηχανήματα, για τα οποία δεν εκδόθηκε άδεια εκπομπής ήχου η οποία εάν εκδίδετο, θα έθετε όρια τέτοια, που θα διασφάλιζαν την ποιότητα ζωής των περιοίκων και θα προηγείτο έλεγχος που θα διασφάλιζε την ασφάλεια του χώρου, από την λειτουργία των εν λόγω μηχανημάτων.
(γ) Στις 11.03.2024, υγειονομικός επιθεωρητής του ίδιου του αιτητή, επιθεώρησε το εστιατόριο και εξέδωσε υγειονομική βεβαίωση (τεκμήριο 4) επιβεβαιώνοντας πως η επιχείρηση πληρούσε ικανοποιητικά τις διατάξεις του 852/2004 (ΕΚ), για την υγιεινή των τροφίμων. Το παραπάνω γεγονός κατά τον καθ’ ου η αίτηση 2, αποκρύφτηκε σκόπιμα, παραπλανώντας το δικαστήριο, με αποτέλεσμα το τελευταίο να εκδώσει μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα. Είναι γεγονός πως καμμιά απολύτως αναφορά, εντοπίζεται στην ένορκη δήλωση Γ.Π. από μέρους του αιτητή. Τουναντίον, ο τελευταίος, προβαίνει σε ρητές αναφορές (διάχυτα) στην ένορκη του δήλωση, λέγοντας ότι δεν υπήρξε ουσιαστικά ποτέ έλεγχος υγειονομικός στον χώρο. Είναι σημαντικό να λεχθεί επίσης, ότι ο ομνύοντας, δεν είναι ένας οποιοσδήποτε λειτουργός του αιτητή, που πιθανό να μην είχε γνώση της πιο πάνω ενέργειας (χωρίς να εννοείται ότι αυτό, θα ήταν σε κάθε περίπτωση επαρκής αιτιολογία για την μη αποκάλυψη) αλλά πρόκειται για υγειονομικό λειτουργό, ο οποίος υπηρετεί στο τμήμα του αιτητή, που εξέδωσε το την υγειονομική βεβαίωση.
(δ) Ο αιτητής απέκρυψε το ότι το εστιατόριο διαθέτει άδεια λειτουργίας η οποία εκδόθηκε από το Υφυπουργείο Τουρισμού, ως η πλέον κατά τον Καθ’ ου η αίτηση 2 αρμόδια αρχή, σε σχέση με τα της λειτουργίας εστιατορίων και κέντρων αναψυχής, γεγονός το οποίο γνώριζε ο αιτητής αφού αποτελεί προαπαιτούμενο, της άδειας πώλησης οινοπνευματωδών ποτών που εξέδωσε ο αιτητής προς όφελος της Καθ’ ης η αίτηση 1. Επί τούτου του σημείου σημειώνω, πως αποτελεί θέση των Καθ’ ων η αίτηση, πως η έκδοση άδειας λειτουργίας από το Υφυπουργείο Τουρισμού, εξυπακούει πως εάν από την επιθεώρηση των λειτουργών του Υφυπουργείου προέκυπτε οποιοδήποτε ζήτημα που άπτεται της ασφάλειας ή υγιεινής του εστιατορίου, το αρμόδιο Υφυπουργείο, δεν θα προχωρούσε στην έκδοση της άδειας λειτουργία που εξέδωσε.
Η πιο πάνω (σε αδρές γραμμές) εικόνα, που παρουσιάστηκε από τον καθ' ου η αίτηση 2 σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, φαίνεται να επιβεβαιώνεται από μια πραγματική (factual) τουλάχιστο σκοπιά από τα τεκμήρια, που συνοδεύουν τους συναφείς ισχυρισμούς του, τα οποία ως αναφέρω και πιο πάνω, ο αιτητής στην ουσία δεν αμφισβήτησε. Αντιθέτως, επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός και επιχείρησε δια μέσω του συνηγόρου του, στο στάδιο των αγορεύσεων, να εξηγήσει τον λόγο ή τους λόγους, που τα πιο πάνω γεγονότα κατά τη θέση του, εν πρώτοις δεν αποκρύφτηκαν και κατά δεύτερο, γιατί ο ίδιος θεωρεί πως δεν πρόκειται για ουσιώδη γεγονότα. Τα όποια όμως κενά έχουν παρατηρηθεί στη μαρτυρία δε μπορούν να συμπληρωθούν από την αγόρευση του δικηγόρου στην απουσία συγκεκριμένων ισχυρισμών σε ένορκη δήλωση αφού η αγόρευση δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 223).
Με δεδομένες λοιπόν τις πιο πάνω διαπιστώσεις, είναι θεωρώ περιττό να επεκταθώ στο πόσο διαφορετικά θα ασκούσε την κρίση του το Δικαστήριο κατά το στάδιο που τέθηκε ενώπιον του η αίτηση μονομερώς, αν είχε υπόψη του και τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ο καθ' ου η αίτηση 2 και τα οποία ο αιτητής δεν έχει αμφισβητήσει. Ότι δηλαδή ο αιτητής:
(α) όχι μόνο γνώριζε από πολύ προηγουμένως ότι το εστιατόριο λειτουργούσε και ουδέποτε απαίτησε από τους καθ’ ων η αίτηση, όπως εξασφαλίσουν άδεια λειτουργίας, παρά μόνο όταν πλέον έλαβε παράπονα που σχετίζονταν με ισχυριζόμενη πρόκληση ηχητικής οχληρίας αλλά
(β) ήλεγξε και επιθεώρησε το υποστατικό εκδίδοντας μάλιστα συνακόλουθα και υγειονομική βεβαίωση
(γ) Η Καθ’ ης η αίτηση προχώρησε σε αίτηση έκδοσης άδειας εκπομπής ήχου από τον Ιούλιο του 2020
(δ) Το εστιατόριο εξασφάλισε άδεια λειτουργίας από το Υφυπουργείο Τουρισμού η οποία βρίσκεται σε ισχύ και δεν ανακλήθηκε για οποιοδήποτε λόγο, άδεια η οποία ήταν εις γνώση του αιτητή αφού συνεπεία αυτής εξέδωσε άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών στο εστιατόριο, πλην όμως δεν αποκαλύφθηκε η γνώση ύπαρξης της εν λόγω άδειας και τέλος
(ε) ότι ο αιτητής επέλεξε να προχωρήσει στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης και αίτησης εναντίον των Κατηγορουμένων/Καθ’ ων η αίτηση, τουλάχιστον 18 μήνες μετά, από την δεύτερη επιστολή που απέστειλε στους τελευταίους, γνωστοποιώντας του την πρόθεση του να λάβει εναντίον τους δικαστικά μέτρα, σε περίπτωση που δεν συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις του, ως διατυπώνονται στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 9 της ένορκης δήλωσης Γ.Π.
Επισημαίνω εδώ ότι αναφέρω τα πιο πάνω όχι διότι θεωρώ ότι η γενικότερη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση 2 (η οποία άπτεται και της ουσίας της υπόθεσης) περί μη υποχρέωσης εξασφάλισης άδειας λειτουργίας από τον Δήμο εντός του οποίου η επιχείρηση ασκεί δραστηριότητα ευσταθεί ή όχι, αλλά για να καταδείξω πως τα παραπάνω γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν από μέρους του αιτητή, εάν θέτονταν ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε μονομερώς τα επίδικα διατάγματα, αναπόδραστα θα δημιουργούσαν στο τελευταίο, αν μη τι άλλο αμφιβολίες, έτσι που σε εκείνο το στάδιο δεν θα επέτρεπαν την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, στην απουσία των Καθ’ ων η αίτηση.
Κοντολογίς επομένως, αυτό που διαπιστώνεται στην προκειμένη περίπτωση ως γεγονός, είναι ότι κατά το στάδιο που το Δικαστήριο υπό την προηγούμενη του σύνθεση, επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης, ο αιτητής παρουσίασε μια ελλιπή, (αν όχι διαστρεβλωμένη) εικόνα της πραγματικότητας σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα (ως πιο πάνω επισημαίνονται) τα οποία όφειλε να αποκαλύψει και τα οποία ως καταδεικνύεται από τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, πολύ καλά γνώριζε, με αποτέλεσμα να οδηγήσει το δικαστήριο στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δυνάμει των οποίων αναστάλθηκε η λειτουργία του εστιατορίου, από τις 21.02.2025. Πέραν τούτου, αποστέρησε από την άλλη πλευρά το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει τις θέσεις της, επικαλούμενος κατεπείγουσες περιστάσεις, οι οποίες εν τέλει διεφάνη, πως δεν υφίσταντο.
Λαμβανομένης επομένως υπόψη της αρχής ότι ιδιαίτερα σε σχέση με το θέμα του κατεπείγοντος «.η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης», κρίνεται να είναι από μόνη της αρκετή για να σφραγίσει την τύχη των εκδοθέντων διαταγμάτων, ως εξ' υπαρχής άκυρα, καθιστώντας έτσι περιττή την ενασχόληση με το κατά πόσο πληρούνταν ή όχι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης τους. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τους λοιπούς λόγους ένστασης, που επικαλείται η πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση στην ένσταση τους, οι πλείστοι εκ των οποίων εν πάση περιπτώσει, αφορούν την ουσία της ποινικής υπόθεσης και δεν θα εξετάζονταν σε αυτό, το ενδιάμεσο στάδιο.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων τα οποία και ακυρώνονται και παύουν να ισχύουν και η αίτηση ημερομηνίας 21.02.2025 απορρίπτεται στην ολότητα της.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Προτού όμως προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους των διαδίκων σε σχέση με το ύψος των εξόδων αυτών στα πλαίσια της σχετικής διαδικασίας που προνοούν οι Κανονισμοί, θα δώσω στους τελευταίους την ευκαιρία να συμφωνήσουν και να δηλώσουν το ύψος τους, μέχρι και τις 14.10.2025, που η υπόθεση παραμένει για απάντηση στο κατηγορητήριο.
Κλείνοντας, σημειώνω ότι κατά την συγγραφή της απόφασης, έχω διαπιστώσει τα ακόλουθα. Η αίτηση εδράζεται μεταξύ άλλων μεν, αλλά κυρίως, επί των προνοιών του άρθρου 55(7) του Ν. 55(Ι)/2022, το μέρος Τέταρτο του οποίου (όπως και άλλα Μέρη), στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 55, τέθηκε σε ισχύ την 01.07.2024, δυνάμει της απόφασης υπ’ αρ. 96.572 του Υπουργικού Συμβουλίου, ως προνοείται εξάλλου και από το άρθρο 153 του Νόμου 55(Ι)/2022.
Ο επίδικος χρόνος που καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους ότι διέπραξαν τα αδικήματα, αφορά την περίοδο 17.01.2024-24.02.2025. Χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μου το γεγονός ότι η λειτουργία επιχείρησης χωρίς την εξασφάλιση άδειας λειτουργίας, αποτελεί συνεχές αδίκημα και χωρίς να παραβλέπω το ότι εντός της πιο πάνω επίδικης περιόδου, ο νόμος επί του οποίου εδράζεται η αίτηση (όπως και η κυρίως υπόθεση) είχε τεθεί σε ισχύ, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το ότι κατά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (ήτοι από τις 17.01.2024-01.07.2024) από τον επίδικο χρόνο, ο πιο πάνω νόμος δεν βρισκόταν σε ισχύ. Τέθηκε σε ισχύ όπως ανέφερα την 01.07.2024 και αντικατέστησε με την ισχύ του, τις διατάξεις του παλαιότερου Περί Δήμων Νόμου του 1985. Και μπορεί ναι μεν, ο παλαιότερος νόμος Περί Δήμων του 1985 να προνοούσε πανομοιότυπες διατάξεις σε σχέση με το αδίκημα της λειτουργίας επιχείρησης χωρίς την εξασφάλιση άδειας λειτουργίας, πλην όμως προνοούσε διαφορετική ποινή, για ό,τι τούτο ενδεχομένως να σήμαινε, σε σχέση με την παρούσα.
Ενόψει ωστόσο της κατάληξης μου σε σχέση με το αποτέλεσμα της αίτησης και με δεδομένο ότι δεν προβάλλεται συναφής (με την παραπάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου) λόγος ένστασης[8], δεν θα ενδιατρίψω επί του ζητήματος περαιτέρω και αρκούμαι να το θέσω υπόψη των δύο πλευρών, υπό τύπο σχολιασμού και για τις δικές τους ενδεχομένως ενέργειες.
…………………………..
Ε. Κ. Μιντή- Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Κατά παράβαση των άρθρων 55 του Περί Δήμων Νόμου 2022 (52(Ι)/2022) και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα.
[2] Κατά παράβαση των άρθρων 3, 6 και 8 του Περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες εκπομπής ήχου) Νόμου 50(Ι)/2016 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα.
[3] Βλ. σχετικά μεταξύ άλλων Karydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis (1975) 1 C.L.R. 321, Acropol Shipping Co Ltd and others v. Rossis (1976)1 C.L.R.38, Papastratis v. Petrides (1979)1 C.L.R. 231, Jonitexco Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1(E) A.A.Δ. 255 και Iπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ"Βασίλη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 152, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολ.Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολ.Έφεση Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019, MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E179/2017, 2/5/2024, SERGIY MARFUT v. ZAFORPO VENTURES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε144/2020, Ε145/2020, 29/3/2024, LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 και PROQUASERV ACCOUNTANTS LTD κ.α. v. ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε49/2018, 17/11/2023
[4] βλ. μεταξύ άλλων ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑ ν. ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, 17/7/2014, ΑSPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΑΛΛΩΣ ΝΟΡΑΣ ΣΙΑΚΑΤΙΔΟΥ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2010, 19/3/2014, Αμβροσιάδου κ.ά. ν. Coward κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 78, Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453 κ.α.
[5] Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Ltd (2015) 1(A) A.Α.Δ. 386
[6] Έμφαση (όπως και όσες άλλες ακολουθούν) δοθείσα από το Δικαστήριο.
[7] sic
[8] Οι Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλουν ως λόγο ένστασης το ότι ο Περί Δήμων Νόμος 55(Ι)/2022 δεν εφαρμόζεται, για άλλους λόγους, από την ως άνω διαπίστωση του Δικαστηρίου.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο