ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Κ. Μιντή, ΕΔ.
Αρ. Υπόθεσης: 812/23
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΙΓΚΗΣ ΧΟΙΡΟΤΡΟΦΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ
Παραπονούμενη![]()
ν.
1. ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΟ Κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΤΔ
2. ΚΛΕΙΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κ Χ. Κουνιάς για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Κατηγορούμενους: Καμιά εμφάνιση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα αντιμετωπίζουν από 1 κατηγορία, η οποία αφορά έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος, στην οποία αμφότεροι, δήλωσαν παραδοχή.
Στις 07.12.2025 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για γεγονότα και επιβολή ποινής και αφότου ο Κατηγορούμενος 2 δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία και το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του, δεν εκτελέστηκε, η πλευρά της Παραπονούμενης, υπέβαλε αίτημα όπως η διαδικασία προχωρήσει στην απουσία του Κατηγορούμενου, καθότι κατά τη θέση της, ο τελευταίος εσκεμμένα και ενώ γνώριζε για την ημερομηνία και το σκοπό που η υπόθεση ήταν ορισμένη, παρέλειψε να εμφανιστεί και παραλείπει μέχρι σήμερα να το πράξει, με αποτέλεσμα την υπονόμευση του κύρους της διαδικασίας και την πλήρη περιφρόνηση του θεσμού της Δικαιοσύνης. Το αίτημα στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 89 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Σύμφωνα με το άρθρο 89(1) του Κεφ. 155, το οποίο αφορά «Ειδικές διατάξεις σε συνοπτικές δίκες» το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας, να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης και να αποφασίσει στην απουσία του κατηγορουμένου ή να αναβάλει την υπόθεση και εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του, σε περίπτωση που Κατηγορούμενος, παραλείπει να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και νοουμένου ότι δεν έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση να παραστεί αυτοπροσώπως δυνάμει του εδαφίου (1 ) του άρθ ου 45 ή παραλείπει να εμφανιστεί στον ορισμένο χρόνο για εμφάνιση, κατόπι απόδειξης επίδοσης σε αυτόν «κλητηρίου εντάλματος».
Στην υπόθεση Kapodistria ν. Petrakis Α. Petrides (1957) 22 C.L.R. 181
υποδείχτηκε πως σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις που επισύρουν ποινή φυλάκισης αντί της χρηματικής και ενέχουν το στοιχείο της ανεντιμότητας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδικάζει την υπόθεση στην απουσία του κατηγορούμενου αλλά να εκδίδει ένταλμα σύλληψης του και να υποχρεώνει την προσαγωγή του προτού επιληφθεί της υπόθεσης. Η άποψη αυτή εκφράστηκε και προγενέστερα στην υπόθεση Niazi Ahmed v. The Police (1952) 19 C.L.R. 127 αλλά και μεταγενέστερα στις υποθέσεις loannis Socratis alias "Kokkalos” ν. The Police (1967) 2 C.L.R. 26 και Christodoulos Michael and Others v. Police (1987) 2 C.L.R. 78.
Η πιο πάνω άποψη εκφράστηκε επίσης στην υπόθεση Μάριος Αριστοδήμου ν. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (2007) 2 Α.Α.Δ.193, ενώ στην υπόθεση Απόστολος Ποταμός ν. Alpha Bank, Ποιν. Έφ. 197/2010, ημερ. 27.3.12 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Ειναι καλά νομολογημένη αρχή ότι κατηγορούμενος σε ποινική υπόθεση έχει δικαίωμα να είναι παρών κατά τη δίκη του και να ακούεται, γι' αυτό, άλλωστε, κλητεύεται. Σε περιπτώσεις συνοπτικής δίκης, το ζήτημα της παρουσίας ή μη κατηγορουμένου διέπεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 89(1) του Νόμου. Κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο θα προχωρήσει στην απουσία κατηγορουμένου να ακούσει την υπόθεση και να επιβάλει ποινή ή να εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι αυτός παρών, επαφίεται στη διακριτική του εξουσία, η οποία ασκείται δικαστικά. Κατά την άσκησή της, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση και η σοβαρότητα των κατηγοριών, κατά πόσο αυτές ενέχουν το στίγμα της ανεντιμότητας, το είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλεται για τέτοιου είδους κατηγορίες, εάν ο κατηγορούμενος βαρύνεται ή όχι με προηγούμενες καταδίκες - (βλ. Niazi Ahmed ν. Police 19 C.L.R. 127, Michael and Others ν. Police (1987) 2 C.L.R.78 και Αριστοδήμου ν. Κ.Ο.Τ. (2007) 2 Α.Α.Δ.193) κατα πόσο αυτός έχει παραιτηθεί οικειοθελώς του δικαιώματος να είναι παρών, ή, καίτοι απων, εκπροσωπείται από συνήγορο και δηλώνει ότι επιθυμεί να είναι παρών. »
2
Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Λοϊζου και Πική, στις σελίδες 79-80, σημειώνονται τα εξής:
«The accused has a right to be present at his trial, a right safeguarded by the provisions of Articles 12 and 30 of the Constitution and those of Article 6 of the European Convention on Human Rights, ratified by Law 118 of 1968. Further he has a duty to be present at his trial unless his appearance has been dispensed with under Cap. 155 and in particular sections 45(1) and 63(3). In the case of The Republic v. Demetriades and Another, the Supreme Court held (Hadjianasstassiou, J., dissenting) that the obligation cast on the accused to be present at his trial is not inconsistent and does not frustrate his right to attend. Reasonable force may be exercised to bring the accused before the Court. Exceptionally, the Court may decide, in the exercise of its discretion, to proceed with the hearing of a serious criminal case in the absence of the accused; reasons relating to the proper administration ofjustice may dictate such course, especially where the absence of the accused is the product of a deliberate act, intended to frustrate the course of justice. If it is decided to hear a case in the absence of the accused where he has not pleaded to the charge, the presumption of innocence makes it imperative to record a plea of not guilty. Where a case is heard in the absence of the accused, while he is detained in custody, steps should be taken to serve him with a copy of the charge, inform him of the right to be present and ask, in a proper case, if he wishes, free legal assistance.
The right of the accused to be present at the trial, personally or through an advocate, as the case may be, is vigorously protected by the Courts. On one occasion a retrial was ordered where the accused was represented by counsel, his persona/ attendance having been dispensed with, and the case was heard in the absence of counsel who failed to attend owing to a misunderstanding as to the date of hearing.»
Επίσης, στην υπόθεση Πανίκος Γρηγορίου v. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών, Ποιν. Έφ. 100/14, ημ. 27.9.16, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Είναι γεγονός ότι η παρουσία ενός κατηγορουμένου σε μια δίκη μπορεί ταυτόχρονα να νοηθεί και σαν δικαίωμα και σαν υποχρέωση. Η διφυής αυτή φύση διέπεται από τις αρχές που αφορούν την προστασία της έννομης τάξης η οποία καθορίζεται από την ανάγκη σεβασμού της δικαστικής διαδικασίας ως προαπαιτούμενο για την ύπαρξη της. Επίσης διέπεται από τις αρχές προστασίας του ατομικού δικαιώματος της παρουσίας ενός ατόμου σε διαδικασία που τον αφορά, ποινικής υφής, με τις συνέπειες που μπορεί αυτή να έχει.»
(Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Στην εν λόγω υπόθεση παρατίθενται με σαφήνεια οι νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα:
«Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία, αλλά και το κείμενο του πιο πάνω άρθρου, το θέμα ανάγεται - και σωστά - σαν θέμα που αφορά άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ως του μόνου κριτή εξισορρόπησης της διφυούς φύσεως της παρουσίας του κατηγορούμενου, ανάλογα ως δικαιώματος και ως υποχρεώσεως.
Η συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με τη φύση της υπόθεσης και την ποινή που δύναται να επιβληθεί είναι δύο βασικοί παράμετροι που το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ασκώντας τη σχετική διακριτική του εξουσία. Ωστόσο και σε σοβαρές υποθέσεις το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην εκδίκαση στην απουσία του κατηγορουμένου, αν η απουσία του είναι αποτέλεσμα οικειοθελούς πράξης με σκοπό την παρεμπόδιση της πορείας της δικαιοσύνης».
Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016, σελ. 1923, υπό τον τίτλο Failure of an accused to appear τονίζεται η σημασία του οικειοθελούς της παραίτησης εκ του δικαιώματος παρουσίας, αλλά και ταυτόχρονα επιδοκιμάζεται η ανάγκη εξέτασης του θέματος υπό το πρίσμα πάντοτε των συμφερόντων της δικαιοσύνης "With due regard for the interest of justice".
(Βλ. επίσης: R Drinkwater v. Solibull Magistrates' Court (2012) 176 JP 401 και R (Killick) ν. West London Magistrates' Court (2012) EWHC 3864 (Admin) at (17)).
Στην αγγλική υπόθεση Hayward & Ors, ν R {2001} EWCA Crim 168 (31 St January, 2001) αφου έγινε ευρεία ανασκόπηση της ευρωπαϊκής και αγγλικής νομολογίας, το Δικαστήριο προχώρησε στη διατύπωση 5 βασικών αρχών για καθοδήγηση ως προς την εκδίκαση υποθέσεων στην απουσία κατηγορουμένου. Επίσης χρήσιμη είναι και η υπόθεση Regina ν. Jones {2002} l.JKHL 5 (20th February 2002) στην οποία αναφέρεται ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε στη νομολογία του ΕΔΑΔ που να εισηγείται καν ότι εκδίκαση ποινικής υπόθεσης ενός κατηγορουμένου στην απουσία του είναι ασυμβίβαστη με τη συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σημειώνω πως αμφότερες οι πιο πάνω υποθέσεις, ήταν περιπτώσεις όπου δεν υπήρχε παραδοχή και επέκειτο η ακρόαση τους.
Εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως η κρατούσα τάση είναι η εκδίκαση μα λαμβάνει χώρα στην παρουσία του κατηγορουμένου. Εξίσου όμως δυναμικά προκύπτει η ανάγκη διασφάλισης του κύρους της διαδικασίας ως μέρος της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να πράττει διαφορετικά αν το θεωρεί ότι η πορεία αυτή προστατεύει και διαφυλάσσει το κύρος της διαδικασίας.
Αυτή προκύπτει να ήταν και η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Surefood Ltd ν. Μιχαήλ, Ποιν. Εφ. 46/2015, ημερ. 07.11.2018, στην οποία στηρίζει μεταξύ άλλων και το αίτημα της, η πλευρά της Παραπονουμένης, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο, ενόψει του ότι δεν εκτελείτο το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του κατ' επανάληψη. Τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης, ομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με αυτά της παρούσας, αφού ο εφεσίβλητος, είχε δηλώσει παραδοχή σε αδικήματα έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σημαντικά:
«Ωστόσο θεωρούμε χρήσιμο να αναφερθούμε και στις πρόνοιες της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016, η οποία στοχεύει στην
ενίσχυση του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης κατηγορουμένου στη δίκη του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω Οδηγίας, τα κράτη-μέλη οφείλουν να διασφαλίσουν αμφότερα τα σκέλη της θέτοντας σε ισχύ στις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις έως την 1η Απριλίου 2018. Σε συμμόρφωση δε με την Οδηγία αυτή, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε στις 25.7.2018 το Ν. ο οποίος τροποποιεί τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο προσθέτοντας μετά το άρθρο 3 ακόμα τρία άρθρα ως 3Α, 3Β και 3Γ. Χωρίς όμως οποιαδήποτε πρόνοια σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της Οδηγίας το οποίο αφορά τη διασφάλιση του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του, δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται πλήρως από το εθνικό μας δίκαιο το οποίο, ταυτόχρονα κωδικοποιεί με το άρθρο 89(1) του Νόμου και την πολύτιμη δυνατότητα που παρέχει το κοινοδίκαιο για εκδίκαση στις κατάλληλες περιπτώσεις υποθέσεων in absentia υπό τους περιορισμούς που έθεσε η νομολογία (R. V. Jones (Anthony) [2003] 1 A.C. 1, H.L.). Η δυνατότητα αυτή, κατά την άποψή μας, δεν θα πρέπει να εξουδετερωθεί και για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία θεωρούμε ότι είναι αρκετό να υιοθετηθούν - χωρίς επιπρόσθετες τροποποιήσεις - οι πρόνοιες της, με παράλληλη τροποποίηση των Ποινικών Εντύπων 9 και 10 ώστε να ενημερώνεται ευθύς εξαρχής ο κατηγορούμενος για τις συνέπειες της μη παράστασής του».
(η υπογραμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Η ίδια προσέγγιση, ακολουθήθηκε λίγο αργότερα και στην υπόθεση Uniframe Ltd ν. Φυλακτού, Ποιν. Έφ. 79/2021, ημερ. 23.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:B135. Ένα από τα ζητήματα που τέθηκαν, είναι το να γνωρίζει ο Κατηγορούμενος τις συνέπειες που επιφέρει τυχόν επιλογή του, να μην παρουσιάζεται στο Δικαστήριο αφότου λάβει γνώση, για την ημερομηνία που καλείται να παραστεί.
Ακόμη πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Ρ.Σ. ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, Πειθαρχική Έφεση αρ.4/2022, ημερ. 29.9.2025, όπου αντικείμενο της έφεσης αποτελούσε η ποινή του πιο πάνω Πειθαρχικού Συμβουλίου με την οποία αποφασιστηκε στην απουσία της, η διαγραφή του ονόματος της εφεσείουσας από το μητρώο των δικηγόρων, κατόπιν παραδοχής της σε οκτώ κατηγορίες επίδειξης ασυμβίβαστης προς το επάγγελμα διαγωγής, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Σε κάθε περίπτωση η παρουσία του κατηγορούμενου καθόλη τη διάρκεια της δίκης προβλέπεται από το Άρθρο 63(1) της Ποινικής Δικονομίας, εφόσον συμπεριφέρεται ευπρεπώς, και διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και 6,1 της ΕΣΔΑ. Στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η αναθεωρημένη έκδοση, του Γεώργιου Μ. Πική, αναφέρεται, στη σελ. 139.![]()
« Το δικαίωμα παρουσίας του κατηγορούμενου κατά τη δίκη διασφαλίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 30 του Συντάγματος και από τις πρόνοιες του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων . Περαιτέρω, δεν είναι μόνο δικαίωμα του κατηγορούμενου, αλλά παράλληλα, και καθήκον του να παρίσταται κατά τη δίκη του εκτός εάν η απουσία του μπορεί να δικαιολογηθεί από τις διατάξεις του Κεφ. 155 και ειδικά από εκείνες των άρθρων 45(1) και 63(3). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην R. ν. Demetriades and Another [(1973) 2 CLR 289/ αποφασίστηκε ότι η υποχρέωση του κατηγορούμενου να παρίσταται κατά τη δίκη του, δεν είναι ασυμβίβαστη και δεν υπονομεύει το δικαίωμα να παρίσταται. Κατ' εξαίρεσιν, το δικαστήριο μπορεί, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να προχωρήσει στην εκδίκαση και σοβαρής ποινικής υπόθεσης στην απουσία του κατηγορούμενου. Λόγοι σχετιζόμενοι με την πρεπουσα λειτουργία της δικαιοσύνης, μπορεί να επιβάλουν αυτή την επιλογή, κυρίως όπου η απουσία του κατηγορούμενου είναι προϊόν ηθελημένης πράξης, σκοπούσας να υπονομεύσει το θεμέλιο της δικαιοσύνης [βλ. R ν Jones (1972) 2 ΑΙΙ ER 731]».
Έχοντας λοιπόν κατά νουν τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος της κατηγορούσας αρχής για συνέχιση της δίκης στην απουσία του Κατηγορούμενου.
Ως προκύπτει από τη μελέτη του φακέλου της διαδικασίας και το ιστορικό της υπόθεσης, η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 16.01.23 και ορίστηκε για σκοπούς ελέγχου της επίδοσης στις 14.03.2023.
Στις 08.02.2023, το κατηγορητήριο επιδόθηκε σε αμφότερους τους Κατηγορούμενους, ουδείς εκ των οποίων εμφανίστηκε κατά τις 14.03.2023, με αποτέλεσμα, εναντίον του Κατηγορούμενου 2, να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης και η υπόθεση να οριστεί για απόδειξη σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 και για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου 2, στις 26.04.2023.
Στις 26.04 2023 και ενόψει του ότι το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορουμενου 2 δεν είχε εκτελεστεί, η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για τον ίδιο σκοπό στις 07.06 2023, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος 2 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, δηλώνοντας πως θα εκπροσωπούσε και την Κατηγορούμενη 1 , εκ μέρους της οποίας αρνήθηκε την κατηγορία που η τελευταία αντιμετωπίζει, όπως έπραξε και ο ίδιος σε ό,τι αφορά την κατηγορία 2 που τον αφορά. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 27.10.2023, αφότου ο Κατηγορούμενος 2, υπέγραψε προσωπική εγγύηση ύψους €2.000. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, και πάλι ο Κατηγορούμενος 2 δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήρ ο, με αποτέλεσμα να εκδοθεί εκ νέου ένταλμα σύλληψης εναντίον του (αφού το προηγούμενο είχε ακυρωθεί στις 07.06.2023 που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο) και η υποθεση να οριστεί εκ νέου για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης και απόδειξη (σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1).
Η υπόθεση μετέπειτα, ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για τον ίδιο σκοπό. Στο μεταξύ, στις 06.03.2024, ο Αστ. 2678 του Ουλαμού Εκτέλεσης Ενταλμάτων, απέστειλε στο Δικαστήριο ημερολόγιο ενεργείας, με βάση το οποίο ζητούσε την παραχώρηση περαιτέρω στοιχείων, σε σχέση με την ταυτότητα και λοιπά στοιχεία του Κατηγορούμενου, αναφέροντας πως την δοθείσα διεύθυνση, την είχε επισκεφθεί επανειλημμένα και δεν εντόπισε τον Κατηγορούμενο. Στις 17.05.24, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, προσκόμισε στο Δικαστήριο νέα στοιχεία διεύθυνσης του Κατηγορούμενου 2, τα οποία κοινοποιήθηκαν στον ΟΥΛ.Ε.Ε. μέσω του Πρωτοκολλητείου και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για τον ίδιο σκοπό, τόσο στις 25.06.24, όσο και στις 11.07.24. Μεσολάβησαν διάφορα διαβήματα, μεταξύ των οποίων και η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Αστ. 2362, ο οποίος είχε κλητευθεί από το Δικαστήριο για να δώσει εξηγήσεις ως προς το γιατί το ένταλμα σύλληψης δεν εκτελείτο, με αποτέλεσμα στις 26.09.24 που ορίστηκε εκ νέου η υπόθεση (και) για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του πιο πάνω Αστυφύλακα, o τελευταίος να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος, δεν εντοπίστηκε σε καμιά εκ των δοθείσων διευθύνσεων.
Ακολουθησε και πάλι, ο ορισμός της υπόθεσης σε άλλες ημερομηνίες και η παραχώρηση επιπρόσθετων στοιχείων από μέρους των συνηγόρων της κατηγορούσας αρχής, με αποτέλεσμα, το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του Κατηγορούμενου 2, να εκτελεστεί στις 16.01.2025 και ο Κατηγορούμενος 2 να προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου ενημερώθηκε πως στο μεταξύ η υπόθεση είχε οριστεί στις 10.02.2025 για ακρόαση, ημερομηνία κατά την οποία και πάλι εμφανίστηκε και ζήτησε αναβολή. Του επιστήθηκε κατά την πιο πάνω ημερομηνία, η προσοχή στο γεγονός ότι σε περίπτωση που παρέλειπε να εμφανιστεί κατά τις 21.03.2Ο25 που η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση, το Δικαστήριο θα εξέταζε το ενδεχόμενο, να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεση στην απουσία του. Στις 21.03.2025, εμφανίστηκε και πάλι και προέβη σε αλλαγή απάντησης στις κατηγορίες 1 και 2, από μη παραδοχή σε παραδοχή, τόσο σε ό,τι αφορά τον ίδιο, όσο και σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1, την οποία εκπροσωπούσε.
Η υπόθεση ορίστηκε επομένως για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 30.06.2025, ημερομηνία κατά την οποία για ακόμη μια φορά, ο Κατηγορούμενος 2 παρέλειψε να εμφανιστεί, με αποτέλεσμα να εκδοθεί ξανά, ένταλμα σύλληψης εναντίον του, το οποίο ουδέποτε εκτελέστηκε. Στις 04.11.2025, ο Αστ. 2362, απέστειλε στο Δικαστήριο εκ νέου, ημερολόγιο ενεργείας, με βάση το περιεχόμενο του οποίου, η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης κατέστη ανέφικτη, αναζητήθηκε ο Κατηγορούμενος 2 σε όλες τις δοθείσες διευθύνσεις και δεν εντοπίστηκε και υπάρχει ενημέρωση ότι αλλάζει συνεχώς τόπο διαμονής. Αναζητήθηκε επίσης σε κρεοπωλείο, το οποίο διευθύνει η οικογένεια του και δεν έχει εντοπιστεί.
Στις 07.12.2025 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης και γεγονότα και ποινή σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, η πλευρά της Παραπονουμένης αιτήθηκε όπως, το Δικαστήριο προχωρήσει σε επιβολή ποινής στην απουσία του Κατηγορούμενου 2, αφού είναι εμφανές, μέσα από το πιο πάνω ιστορικό, πως ο Κατηγορούμενος 2 περιφρονεί τη διαδικασία και παραλείπει να εμφανιστεί εσκεμμένα, παρότι γνώριζε πότε και για ποιο σκοπό η υπόθεση ήταν ορισμένη και η συμπεριφορά του είναι τέτοια, που υπονομεύει το κύρος της δικαστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα το να προχωρήσει η διαδικασία στην απουσία του, να καθίσταται πλέον ως η μόνη επιλογή, κατ' επίκληση των προνοιών του άρθρου 89(1) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Είναι γεγονός, πως όλα τα παραπάνω στοιχεία, μαρτυρούν κατά την άποψη μου, ότι η απουσία του Κατηγορούμενου 2 δεν είναι τυχαία. Επανειλημμένως, από της επιδόσεως του κατηγορητηρίου, δεν παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο, παρότι ως φαίνεται, πολύ καλά γνώριζε τις διάφορες ημερομηνίες και τον σκοπό που η υπόθεση οριζόταν. Γνώριζε μάλιστα επίσης, (καθότι του επιστήθηκε η προσοχή στις 16.01.2025) το ότι η υπόθεση, ενδεχομένως να προχωρούσε στην απουσία του, εάν εξακολουθούσε να επιδεικνύει περιφρόνηση προς την διαδικασία, δια της απουσίας του. Εντούτοις και παρά τις διαβεβαιώσεις του ιδίου ότι θα παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο, με σκοπό την ολοκλήρωση της υπόθεσης, εξακολούθησε να μην παρουσιαζεται στο Δικαστήριο. Ως επίσης δε φαίνεται, οι προσπάθειες εκτέλεσης του (τελευταίου) εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του, έχουν εξαντληθεί, αφού τουτο δεν εκτελείται για τους λόγους που αναφέρονται στο ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 04.11.2025. Δεν χωρεί επομένως καμία αμφιβολία ότι πρόθεση του Κατηγορούμενου 2 ενεργώντας έτσι, ήταν εξ αρχής η αποφυγή της δίκης του και η παρεμποδιση συνέχισης της.
Συναφώς, με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω έχω την άποψη ότι αποδεικνύεται το βασικότερο στοιχείο που πρέπει να ενυπάρχει με βάση την αναφερθείσα νομολογία [βλ. R. ν. Jones (R.E.W.) (Νο. 2) (ανωτέρω)], όταν εξετάζεται το ζήτημα της συνέχισης της δίκης στην απουσία του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα η ηθελημένη και εσκεμμένη απουσία του Κατηγορουμένου από τη δίκη με σκοπό την παρεμπόδιση της συνέχισης της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του.
Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η αγγλική υπόθεση R. ν. Jones (2002) l-JKHL 5. Σε εκείνη την υπόθεση στις 18.7.97 έγινε ληστεία σε ένα ταχυδρομείο από το οποίο κλάπηκαν 287.000. Ο εφεσείων είχε συλληφθεί εκεί κοντά, λίγο μετά τη ληστεία και κατηγορήθηκε γραπτώς. Στις 3.12.97 αυτός και ένας άλλος παραπέμφθηκαν σε δίκη στο Crown Court και αφέθηκαν ελεύθεροι με όρους. Τον Ιανουάριο του 1998 και οι δύο παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και δήλωσαν μη παραδοχή. Η ημερομηνία ακρόασης αρχικώς ορίστηκε στις 9.3.98 και μετακινήθηκε για την 1.6.98. Εκείνη τη μέρα οι κατηγορούμενοι δεν εμφανίστηκαν και εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον τους. Η ακρόαση αναβλήθηκε για τις 5.10.98. Σε εκείνη τη δικάσιμο τα εντάλματα δεν είχαν εκτελεστεί και ούτε εμφανίστηκαν οι κατηγορούμενοι. Ο δικηγόρος του εφεσείοντος αποσύρθηκε κατ' εκείνη τη δικάσιμο ενώ ο δικηγόρος του συγκατηγορουμένου του αποσύρθηκε την επομένη που είχε οριστει εκ νέου η υπόθεση. Το Δικαστήριο θεώρησε πως η απουσία των κατηγορουμένων ήταν ηθελημένη με σκοπό τη ματαίωση της διεξαγωγής της δίκης και λαμβάνοντας υπόψιν πως περαιτέρω καθυστέρηση θα ήταν άδικη σε μεγάλο αριθμό μαρτύρων οι οποίοι είχαν βιώσει μια τραυματική εμπειρία, διέταξε τη διεξαγωγή της δίκης στην απουσία των κατηγορουμένων, υποδεικνύοντας πως οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία υπέρ των κατηγορουμένων θα αναφέρετο στους ενόρκους. Στις 9.10.98 οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 13 ετών. Δεκατέσσερις μήνες αργότερα ο κατηγορούμενος - εφεσείων συνελήφθη και στις 4.1 .ΟΟ του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για την παράλειψη εμφάνισης του, συντρέχουσα με την ποινή των 13 ετών για τη ληστεία. Στα πλαίσια της έφεσης αναφορικά με την ορθότητα της καταδίκης του, στο Εφετείο (Court of Appeal) ο συνήγορος του δήλωσε πως η παράλειψη του εφεσείοντα να παρουσιαστεί στη δίκη ήταν ηθελημένη και δεν υποβλήθηκε εισήγηση πως αυτός δεν ήταν ενήμερος για την υποχρέωση παρουσίας του, την ημερομηνία ή τις πιθανές συνέπειες της μη εμφάνισης του. Έτσι η Βουλή των Λόρδων κατέληξε πως:
« He knew the date οί the trial and of his obligation to attend and deliberately decided to absent himself for reasons of his οννη. He had no reason to believe that the trial would not proceed in his absence or that his legal representatives would be able to represent him if he did not appear.»
Αυτή η υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα και από μια άλλη σκοπιά. Το Εφετείο ασχολήθηκε με το κατά πόσον η Αγγλική νομολογία που καθιερώνει την ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας να διεξάγει ή συνεχίζει δίκη στην απουσία κατηγορουμένου συνάδει με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αφού το Εφετείο απαρίθμησε τις βασικές αρχές που προκύπτουν από την Ευρωπαϊκή νομολογία κατέληξε πως δεν υπάρχει οτιδήποτε σε αυτή που να υποστηρίζει ότι ποινική δίκη στην απουσία του κατηγορουμένου είναι αντίθετη με την ΕΣΔΑ. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
«8. The European Court of Human Rights and the Commission have repeatedly made clear that it regards the appearance of a criminal defendant at his trial ας a matter of capital importance: see, for example, Poitrimol ν France (1993) 18 EHRR 130, at p 146, para 35; Pelladoah v Netherlands (1994) 19 EHRR 81, at p 94, para 40; Lala ν Netherlands (1994) 18 EHRR 586, at p 597, para 33. That court has also laid down
(1) that a fair hearing requires a defendant to be notified of the proceedings against him: Co/ozza v Italy (1985) 7 EHRR 516, at pp 523-524, para 28; Brozicek v Italy (1989)
12 EHRR 371,![]()
(2) that a person should as a genera/ principle be entitled to be present at his trial: Ekbatani v Sweden (1988) 13 EHRR 504, at p 509, para 25,![]()
(3) that a defendant in a criminal trial should have the opportunity to present his arguments adequately and participate effectively: Ensslin, Baader and Raspe v Germany (1978) 14 DR 64, at p 115; Stanford v United Kingdom (1994) Series A/282-A
(4) that a defendant should be entitled to be represented by counsel at trial and on appeal, whether or not he is present or has previously absconded: Delcourt v Belgium (1970) 1 EHRR 355, pp 366-367, para 25; Poitrimol v France, above, at pp 146, 147, paras 34, 38; Pelladoah v Netherlands, above, at p 94, para 40; Lala v Netherlands, above, at pp 597-598, paras 33-34; Van Geyseghem v Belgium (Application No 26103/95, 21 January 1999), at p 11, para 34; Omar v France (1998) 29 EHRR 210 at p 233 paras 41-42.
The right to be defended has also been described by the European Coutt of Justice as a fundamental right deriving from the constitutional traditions common to the member states of the European Union: Krombach v Bamberski, Case C-7/98, The Times, 30 March 2000.
9. All these principles may be very readily accepted. They are given full effect by the law of the United Kingdom. But the European Court of Human Rights has never found a breach of the Convention where a defendant, fully informed of a forthcoming trial, has voluntarily chosen not to attend and the trial has continued. In the Ensllin case, in which proceedings were continued during the absence of the defendants caused in large measure by self-induced illness, the proceedings were held to have been properly continued. In Poitrimol v France (above, at p 145, para 31) the court questioned whether a full hearing on appeal could be required by a defendant who had waived his right to appear and defend himself at trial. In Van Geyseghem v Belgium (above, at p 9, para 28) the court was not concerned that the applicant had not wished to avail herself of her right to attend an appeal hearing. In a concurring opinion in that case Judge Bone//o (at p 16) held that the presence of a defendant during his trial was basically his right, not his obligation. There is nothing in the Strasbourg jurisprudence to suggest that a trial of a criminal defendant held in his absence is inconsistent with the Convention.»
Στρεφόμενη τώρα στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω κατ' αρχάς ότι καθ' όσον αφορά τη φύση των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι, δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για σοβαρά αδικήματα λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, αλλά και το σύνηθες μέτρο μεταχείρισης παραβατών που διαπράττουν παρόμοιας φύσης αδικήματα, που είναι αυτό της φυλάκισης, εκτός όπου οι μετριαστικοί παράγοντες είναι τέτοιοι που επιτρέπουν την επιβολή χρηματικής ποινής. Στο πλαίσιο αυτό, δεν διαλανθάνει την προσοχή μου το γεγονός πως σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, οι οποίες φρονώ ότι, υπό άλλες περιστάσεις θα ζητείτο να ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής, το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα, να αντλήσει πληροφορίες αφού ουδείς εκ των Κατηγορουμένων εκπροσωπείται από δικηγόρο και ούτε έκθεση από το γραφείο ευημερίας υπάρχει στον φάκελο. Τούτο ωστόσο, δεν είναι ασύνδετο, με την επιλογή του Κατηγορούμενου 2 να μην παρουσιάζεται στο Δικαστήριο.
Περιπλέον έχω υπόψη το χρόνο που παρήλθε από τις 30.06.2025 που φυγοδίκησε ο Κατηγορούμενος 2, το γεγονός ότι ακόμη και πιο πριν τις 30.06.2025 εκκρεμούσε και πάλι ένταλμα σύλληψης (δύο φορές) εναντίον του, γεγονός που παράτεινε τον χρόνο που εκκρεμεί η παρούσα, την δυσκολία που παρουσιάστηκε κατά την καταβολή προσπαθειών εκτέλεσης των εν λόγω ενταλμάτων και το ότι το τελευταίο ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του, δεν έχει μέχρι σήμερα εκτελεστεί για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρω, γεγονότα που στο σύνολο τους, καθιστούν μη πρόσφορο ή και άσκοπο το να παραχωρηθεί περαιτέρω χρόνος με σκοπό την εκ νέου προσπάθεια εκτέλεσης του εντάλματος.
Συνεκτιμώντας και ζυγίζοντας με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους παράγοντες οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα αποτελεί περίπτωση όπου παρά το γεγονός ότι διαταγή για επιβολή ποινής στην απουσία του Κατηγορούμενου 2, θα έχει ως άμεση συνέπεια το να μην εκτεθούν στο Δικαστήριο τυχόν ελαφρυντικοί της ποινής, παράγοντες ενώ η υπόθεση αφορά σοβαρά αδικήματα που επισύρουν ποινές φυλάκισης, εντούτοις, οι ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας επιβάλλουν όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί έτσι ώστε να διαταχθεί η συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας στην απουσία του Κατηγορούμενου 2.
Προς τούτο έλαβα ιδιαίτερα υπόψη κατ' αρχάς την καθ' όλα εσκεμμένη και ηθελημένη παράλειψη του Κατηγορούμενου να εμφανιστεί σε ένα κομβικό σημείο της υπόθεσης καθότι προέβη σε παραδοχή της κατηγορίας που αντιμετωπίζει και γνώριζε, πως επέκειτο να ακουστούν τα γεγονότα και να επιβληθεί ποινή, ενώ γνώριζε πολύ καλά την ημερομηνία που είχε δοθεί, αφού ήταν παρών και είχε μάλιστα προειδοποιηθεί για τις συνέττειες που θα επέφερε, τυχόν μη εμφάνιση του. Και τούτο, με προφανέστατο σκοπό να αποφύγει τη δίκη και να παρεμποδίσει την περαιτέρω εξέλιξη της δικαστικής διαδικασιας.
Επομένως η παρούσα συνιστά ξεκάθαρη περίπτωση όπου o Κατηγορούμενος εσκεμμένα απέφυγε τη δίκη του (evaded trial) πέραν και ανεξαρτητως του ότι με τη συμπεριφορά του αυτή και ειδικότερα με γνώμονα το γεγονός ότι οι συνέπειες μη εμφάνισης του, τους είχαν επεξηγηθεί ξεκάθαρα, θεωρώ ότι παραλληλα απεμπόλησε (waived) και το δικαίωμα που είχε ως Κατηγορούμενο πρόσωπο να είναι παρών, ένεκα εξ ολοκλήρου της δικής του συμπεριφοράς.
![]()
Σημειώνω επί τούτου ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ, όχι μόνο δεν θεωρεί ως θέμα αρχής ασύμβατη με το άρθρο της 6 της σύμβασης τη διεξαγωγή δίκης στην απουσία κατηγορούμενου προσώπου στην περίπτωση που είτε ο Κατηγορούμενος «has waived his right to appear and to defend himself» ή όπου αυτός «intended to escape trial».
Επιπροσθετα τούτου έλαβα υπόψη το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη πως και άλλες αναβολές εφόσον δοθούν θα οδηγήσουν είτε στην οικειοθελή εμφάνιση του είτε στη σύλληψη του, ενώ επίσης συνεκτίμησα και τον ουσιαστικό χρόνο που παραχωρήθηκε έτσι ώστε να εξαντληθούν τα περιθώρια εντοπισμού και προσαγωγής του. Και τέλος, λαμβάνω υπόψη μου το ότι η παρούσα υπόθεση και το παρών αίτημα, υποβάλλεται υπό περιστάσεις όπου, οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν παραδοχή στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν και ό,τι ζητείται είναι ουσιαστικά η ολοκλήρωση της υπόθεσης, δια της επιβολής ποινής, στην απουσία των τελευταίων. Ως λέχθηκε στην απόφαση Surefood Ltd (ανωτέρω), τα οποία υιοθετώ πλήρως:
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
«Εξετάσαμε την πρωτόδικη απόφαση και κατ' αρχάς συμφωνούμε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της εφεσείουσας ότι ο Νόμος δεν προβλέπει απαλλαγή ενός κατηγορουμένου μετά από παραδοχή. Τέτοια πρόνοια, εξάλλου, θα ήταν κατά την άποψή μας παράλογη εφόσον η παραδοχή θέτει τέλος στην αμφισβήτηση της κατηγορίας. Εκτός και αν τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται δεν την στοιχειοθετούν ή όπου ο κατηγορούμενος προβάλλει ισχυρισμούς ασυμβίβαστους με την παραδοχή, οπόταν καταχωρείται μη παραδοχή. Δεν είναι όμως τέτοια η παρούσα περίπτωση. Ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε ότι εξέδωσε τη συγκεκριμένη επιταγή η οποία, όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή, επεστράφη ατίμητη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και μάλιστα, μετά την παραδοχή του, στις 30.6.14, ζήτησε χρόνο για εξόφληση της. Στη βάση των πιο πάνω ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής ήταν κατά πόσο ο εφεσίβλητος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του έδωσε - κατόπιν ικανοποίησης δικού του αιτήματος - για εξόφληση της επιταγής, ώστε να ληφθεί υπόψιν και το στοιχείο αυτό για επιμέτρηση της ποινής. Επομένως δεν θα έπρεπε να απασχολήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο θέμα απαλλαγής του εφεσίβλητου και το ότι προχώρησε στην απαλλαγή του δεν συνιστούσε απλώς νομικό ολίσθημα, αλλά και επιβράβευση της συμπεριφοράς του η οποία ισοδυναμούσε με περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Υπ' αυτά τα δεδομένα το ερώτημα που εγείρεται είναι τι θα έπρεπε να πράξει το πρωτόδικο Δικαστήριο ενόψει της μη εκτέλεσης του του εντάλματος συλλήψεως εναντίον του εφεσίβλητου. Η απάντηση, κατά την άποψή μας, είναι απλή:- Να εφαρμόσει τις πρόνοιες του άρθρου 89(1) του Νόμου, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου».
Με δεδομένα συνεπώς τα πιο πάνω και καταληκτικά, θεωρώ πως η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 2, όπως και όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες δικαιολογούν το αίτημα και έτσι ασκώντας τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, αποφασίζω τη συνέχιση της δίκης στην απουσία του, τόσο σε ό,τι αφορά τον ίδιο, όσο και (συνακόλουθα) σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1 την οποία εκπροσωπεί.
Συνεπώς, ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, καλείται να εκθέσει τα γεγονότα.
...........................
E.K.Μιντή-Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
