Έπαρχος Λευκωσίας ν. CYPRA LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2821/20, 14/1/2026
print
Τίτλος:
Έπαρχος Λευκωσίας ν. CYPRA LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2821/20, 14/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 2821/20

Μεταξύ:

Έπαρχος Λευκωσίας

 

εναντίον

 

1.    CYPRA LIMITED

2.    ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

3.    ΑΘΗΝΑ ΙΣΑΒΕΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

4.    ΑΛΕΞΗΣ ΧΑΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

5.    ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

6.    ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

Κατηγορούμενοι

 

Ημερομηνία: 14.01.2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή:  κα Μασούρα για Γενικό Εισαγγελέα

Για τους Κατηγορούμενους 1,2,4,5 και 6:  κ Λαμπριανίδης με κα Χρυσήλιου

Για την Κατηγορούμενη 3: κ. Η. Στεφάνου με κα Αθανασίου

 

                                                            ΠΟΙΝΗ

 

Οι Κατηγορούμενοι έχουν κριθεί ένοχοι σε δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν από κοινού. Αντιμετώπιζαν άλλες δύο κατηγορίες, η ποινική δίωξη για τις οποίες αναστάλθηκε.

 

Οι κατηγορίες στις οποίες κρίθηκαν ένοχοι, αφορούν το αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια (κατηγορία 1), κατά παράβαση των άρθρων (ως είναι διατυπωμένη η σχετική κατηγορία) «2, 3(2)(β), 3(i)(β) και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και του Περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου 166/87» και το αδίκημα της κατοχής οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή (κατηγορία 3),  κατά παράβαση των άρθρων (ως είναι επίσης διατυπωμένη η σχετική κατηγορία) «2, 10 και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και του Περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου 166/87».

 

Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών[1], όλοι οι Κατηγορούμενοι, περί την 30.12.2020 στο χωριό Άγιοι Ηλιόφωτοι της Επαρχίας Λευκωσίας και στα κτήματα με αρ. τεμαχίων 698, 978, Φ/Σχ. 29/36 και 323, Φ./Σχ. 29/37, «άρχισαν την τοποθέτηση προκατασκευασμένου τύπου οικοδομών και βρίσκονταν (sic) σε εξέλιξη υποδομές, για την τοποθέτηση επιπρόσθετων οικοδομών, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, δηλαδή του Επάρχου Λευκωσίας» (κατηγορία 1) και κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, παράνομα κατέχουν τις οικοδομές που αναφέρονται στην κατηγορία 1, χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή, δηλαδή τον Έπαρχο Λευκωσίας.

 

Τα γεγονότα, ως αυτά αναφέρθηκαν από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, συνίστανται στα εξής.

 

Η Κατηγορούμενη 1, ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών περί τις 18.03.1996 και οι Κατηγορούμενοι 2 μέχρι και 6 είναι οι εγγεγραμμένοι διευθυντές της. Στις 29.12.2020, αφότου προηγουμένως λήφθηκε ενημέρωση στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας (ως ήτο τότε) ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν προβεί σε αυθαίρετες ανεγέρσεις οικοδομών, πραγματοποιήθηκε από λειτουργούς της τελευταίας επιτόπια επίσκεψη, όπου διαπιστώθηκε πως ανεγέρθηκε αυθαίρετα ανάπτυξη η οποία αποτελείτο από προκατασκευασμένου τύπου οικοδομές, που χρησιμοποιούνται για την στέγαση του προσωπικού της εταιρείας και βοηθητικών προς αυτές, επιπρόσθετες, προκατασκευαστικού τύπου, οικοδομές.

 

Συγκεκριμένα, εντοπίστηκαν:

 

(α) εντός του τεμαχίου 323, Φ/Σχ. 29/37, 3 προκατασκευασμένου τύπου οικοδομές, διαστάσεων 3χ4 μέτρα, 17χ7,5 μέτρα και 6χ6 μέτρα,

 

(β) εντός του τεμαχίου 978, Φ/Σχ. 29/36 68 προκατασκευασμένου τύπου οικοδομές, εκ των οποίων οι 64 ήταν διαστάσεων 6χ3 μέτρα, άλλες δύο, 5χ3 μέτρων και άλλες δύο, 3Χ3 μέτρων και 9Χ4 μέτρων (αντιστοίχως)

 

(γ)  εντός του τεμαχίου 698, Φ/Σχ. 29/36 στην Κάτω Μονή, 14 προκατασκευασμένου τύπου οικοδομές, διαστάσεων 3χ3 μέτρα

 

Διαπιστώθηκε επίσης ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη υποδομές για την τοποθέτηση επιπρόσθετων οικοδομών, ως επίσης ότι 69 οικοδομές χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες για το προσωπικό, 5 ως χώροι πλυσίματος ρούχων, 2 ως χώροι κουζίνας, 1 ως χώρος φρουρού, 1 ως χώρος πώλησης αποικιακών ειδών για την εξυπηρέτηση του προσωπικού που διαμένει στις κατοικίες, 1 ως χώρος καραντίνας και 1 ως μηχανοστάσιο για σκοπούς παροχής ζεστού και κρύου νερού.

 

Στις 08.01.2021 κατατέθηκε στην Πολεοδομική Αρχή αίτηση για χορήγηση πολεοδομικής άδειας για ανέγερση της εν λόγω ανάπτυξης, ήτοι οικισμού εργαζομένων, μίνι μαρκετ, δωμάτιο φρουρού και βοηθητικών εγκαταστάσεων εντός των πιο πάνω τεμαχίων.

 

Στις 18.08.2021 πραγματοποιήθηκε νέα επιτόπια εξέταση όπου διαπιστώθηκε ότι τοποθετήθηκαν επιπρόσθετες υποδομές επί του τεμαχίου 698, Φ/Σχ. 29/36 στην Κάτω Μονή και συγκεκριμένα 6 προκατασκευασμένου τύπου οικοδομές, εκ των οποίων οι δύο ήταν διαστάσεων 5χ3 μέτρα, άλλες δύο, 7χ3 μέτρα και άλλες δύο, 5χ5 μέτρων και 7χ5, μέτρων περίπου.

 

Στις 22.07.2024, η Πολεοδομική Αρχή, απέρριψε την αίτηση για χορήγηση πολεοδομικής άδειας για ανέγερση της εν λόγω ανάπτυξης καθώς αυτή, δεν πληρούσε όλες τις σχετικές πρόνοιες. Σήμερα, εκκρεμεί νέα αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας, για τις οικοδομές που βρίσκονται στα τεμάχια 978 και 323, όχι όμως για αυτές που βρίσκονται στο τεμάχιο με αρ. 698.

 

Ως επιπλέον ανέφερε η κα. Μασούρα, τα πιο πάνω ανεγέρθηκαν με σκοπό να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες της Κατηγορούμενης 1 και συγκεκριμένα η ανάγκη της για στέγαση του προσωπικού της και έκτοτε, οι Κατηγορούμενοι κατέχουν τις συγκεκριμένες οικοδομές, για τον παραπάνω σκοπό.

 

Για τις εν λόγω οικοδομές, ζητείται διάταγμα κατεδάφισης τους.

 

Τέλος, ουδείς εκ των Κατηγορουμένων βαρύνεται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη.

 

Οι θέσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, ως προς τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, αλλά και σε ό,τι αφορά λοιπούς μετριαστικούς παράγοντες, είναι κοινές, συνεπώς παρότι προβαίνω σε ενιαίο σχολιασμό των θέσεων τους προς αποφυγή επαναλήψεων, σημειώνω πως έχω λάβει υπόψη μου κάθε τι αναφέρεται στην γραπτή αγόρευση ενός εκάστου.

 

Καταρχάς, αμφότεροι οι συνήγοροι, προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων, επικαλούνται το λευκό ποινικό μητρώο των τελευταίων καθώς και την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, ως επίσης και το σύνολο των προσπαθειών που κατέβαλαν οι Κατηγορούμενοι για σκοπούς συμμόρφωσης, παρότι αυτή δεν επετεύχθη μέχρι σήμερα, για τους λόγους που προβάλλονται. Αμφότεροι, επικαλούμενοι τις ιδιαίτερες (όπως τις χαρακτηρίζουν)  περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, εισηγούνται πως η παρούσα, δεν είναι κατάλληλη περίπτωση έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης των ανεγερθέντων οικοδομών που περιλήφθηκαν στα γεγονότα.

 

Είναι η θέση τους πως τυχόν έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, θα προκαλέσει τεράστια προβλήματα στην λειτουργία των ευρύτερων εγκαταστάσεων της Κατηγορούμενης 1, για τους λόγους που αμφότεροι ανέφεραν και οι οποίοι συνίστανται ουσιαστικά στο ότι, η διαμονή των εργατών του σφαγείου που λειτουργεί η Κατηγορούμενη 1, στις επίδικες οικοδομές, είναι αναγκαία και άμεσα συνυφασμένη με την απρόσκοπτη λειτουργία της τελευταίας, αφού λόγω της απομονωμένης τοποθεσίας και εικοσιτετράωρης λειτουργίας του σφαγείου, της έλλειψης δημόσιων μέσων μεταφοράς που να μπορούν να εξυπηρετήσουν τους εργάτες για σκοπούς μετάβασης τους από και προς το σφαγείο, αφού πρόκειται για αλλοδαπά πρόσωπα, καμμιά άλλη λύση προσφέρεται, πλην της διαμονής των εν λόγω προσώπων, πλησίον του σφαγείου.

 

Συναφώς με τα πιο πάνω, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1,2 και 4-6 αναφέρθηκε εκτενώς, στις περιστάσεις που οδήγησαν την Κατηγορούμενη 1, στην τοποθέτηση των επίδικων «οικίσκων» (ή άλλως πως προκατασκευασμένων οικιστικών μονάδων) αναφέροντας ότι όλα ξεκίνησαν ουσιαστικά, όταν κατά την περίοδο πανδημίας της νόσου covid-19, 79 εργαζόμενοι της είχαν εντοπιστεί θετικοί στον παραπάνω ιό, με αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη 1, να αναστείλει την λειτουργία του σφαγείου που λειτουργεί (μεταξύ άλλων), καθ΄ υπόδειξη και των κτηνιατρικών υπηρεσιών αλλά και του Υπουργείου Υγείας, αναστολή η οποία επέφερε οικονομικό πλήγμα στην Κατηγορούμενη 1, λόγω της επικείμενης περιόδου των Χριστουγέννων και της επακόλουθης αυξημένης ζήτησης κρέατος που θα είχε η εν λόγω περίοδος. Η απόφαση αναστολής της λειτουργίας του σφαγείου, κοινοποιήθηκε στους αρμόδιους φορείς της Κυπριακής Δημοκρατίας και επιδιώχθηκε η εργοδότηση αιτητών πολιτικού ασύλου, αφού ημεδαποί εργάτες, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν. Παρά την πιο πάνω απόφαση αναστολής, ο (τότε) Πρόεδρος της Δημοκρατίας, διόρισε Διυπουργική επιτροπή, ώστε να αξιολογηθεί το κενό στην αγορά που δημιουργείτο με την αναστολή των εργασιών του σφαγείου και τα ζητήματα που προέκυπταν στον κτηνοτροφικό τομέα, μιας και το σφαγείο αναλαμβάνει το 100% των βοοειδών στην Κύπρο.

 

Παρότι οι αρμόδιες αρχές αποφάσισαν ότι το δημόσιο συμφέρον δεν συνηγορούσε υπέρ της αναστολής εργασιών του σφαγείου, δεν εισηγήθηκαν τίποτε και δεν προσέφεραν οποιαδήποτε λύση αναφορικά με την λειτουργία του σφαγείου χωρίς να υφίσταται η αναγκαία υποδομή για την διαχείριση της νόσου Covid-19, στις εγκαταστάσεις του σφαγείου. Έγιναν εισηγήσεις από μέρους των αρμοδίων φορέων, για εργοδότηση ημεδαπού προσωπικού και προς τούτο εξαντλήθηκαν από μέρους της Κατηγορούμενης 1 όλες οι προσπάθειες, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό και με δεδομένη την βλάβη που θα προκαλείτο στο δημόσιο συμφέρον, από την αναστολή της λειτουργίας του σφαγείου, οι αρμόδιοι φορείς χορήγησαν άδεια στην Κατηγορούμενη 1, ώστε να προχωρήσει στην εργοδότηση αριθμού αιτητών, πολιτικού ασύλου, όπως και έγινε στην συνέχεια.

 

Λόγω των συνθηκών διαβίωσης των παραπάνω προσώπων, αλλά και των ιδιαίτερων πολιτιστικών τους συνηθειών, η πιθανότητα διασποράς της παραπάνω νόσου ήταν επαυξημένη, οπότε η Κατηγορούμενη 1, έχοντας αίσθημα ευθύνης προχώρησε σε «διάταξη οικίσκων», δια μέσω των οποίων θα επιτρέπετο συστηματικός έλεγχος των εργαζομένων στο σφαγείο με εξειδικευμένο κέντρο παροχής ελέγχων, στελεχωμένο από ειδικό προσωπικό. Όλα τα παραπάνω δεδομένα, ήταν εις γνώση λειτουργών του Έπαρχου Λευκωσίας, από τις 20.11.2020. Οι δε, αρμόδιες αρχές παρότρυναν την Κατηγορούμενη 1 και διαβεβαίωναν προσωπικά τον Κατηγορούμενο 2 ότι το θέμα εξασφάλισης εξαίρεσης από την υποχρέωση υποβολής σχετικής πολεοδομικής αίτησης, ήταν τυπικό, αφού αφορούσε προκατασκευασμένους οικίσκους, οι οποία μεταφέρθηκαν προσωρινά, από παρακείμενο τεμάχιο της Κατηγορούμενης 1 και για τα οποία είχε ήδη υποβληθεί αίτηση για χορήγηση  κατά παρέκκλισης, πολεοδομικής άδειας.

 

Ζητήθηκε στις 20.11.2020  από τον Έπαρχο Λευκωσίας, εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, η έγκριση της τοποθέτησης των εν λόγω οικίσκων, η οποία δεν δόθηκε, αφού με επιστολή του πρώτου, στις 24.11.2020, η τελευταία ενημερώθηκε πως οι οικίσκοι, δεν καλυπτόταν από την Κ.Δ.Π. 859/2003 και δεν μπορούσε να της χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια. Ακολούθησε νέα επιστολή της Κατηγορούμενης 1 προς τον Έπαρχο Λευκωσίας στις 27.11.2020, η οποία ωστόσο δεν απαντήθηκε ποτέ. Στις 08.01.2021, καταχωρήθηκε αίτηση από μέρους της Κατηγορούμενης 1 για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Επιδόθηκε επίσης επιστολή από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως με την οποία ζητείτο μεταξύ άλλων, η αναστολή των εργασιών επί των οικίσκων η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κατάθεση ιεραρχικής προσφυγής, από μέρους της Κατηγορούμενης 1 κατά της απόφασης του πιο πάνω Τμήματος, στις 12.01.2021.

 

 

Αποτελεί θέση του συνηγόρου των πιο πάνω Κατηγορουμένων, πως οι Κατηγορούμενοι έδρασαν ως έδρασαν, λόγω της αδιέξοδης κατάστασης στην οποία περιήλθε το σφαγείο που λειτουργεί η Κατηγορούμενη 1 και πως μπορεί ναι μεν, η πανδημία να αποτελεί πλέον παρελθόν, πλην όμως, οι επίδικοι οικίσκοι, είναι απολύτως απαραίτητοι για το αλλοδαπό προσωπικό της Κατηγορούμενης 1, λόγω της απόστασης των εγκαταστάσεων της τελευταίας, από οποιοδήποτε άλλο αδειοδοτημένο οικισμό φιλοξενίας.

 

Επίσης, προβλήθηκε η θέση πως η κατηγορούσα αρχή, γνώριζε  και ανέχθηκε την  ύπαρξη των οικίσκων, αφού ενώ αρχικά είχε προχωρήσει μονομερώς, με «αίτηση κατεδάφισης» τους, εν τέλει στην συνέχεια και κατόπιν συνεννόησης με τον Κατηγορούμενο 2 εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, απέσυρε την εν λόγω αίτηση. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι η θέση του ότι τίποτα δεν προβλήθηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής, που να καταδεικνύει ότι οι εν λόγω οικίσκοι δεν είναι ασφαλείς, παράγοντας που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Η μόνη ασφάλεια που διακινδυνεύει, είναι αυτή της επισιτιστικής ανεπάρκειας, ως η θέση του, εάν εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης. Πρόσθεσε δε, πως ούτως ή άλλως, υπάρχει αυτή την στιγμή καταχωρημένη (νέα) αίτηση για εξασφάλιση  πολεοδομικής άδειας, η οποία δεν έχει εξεταστεί ακόμη και τυχόν έκδοση τέτοιου διατάγματος από το Δικαστήριο, θα προκαθορίσει το αποτέλεσμα της και θα είναι ωσάν το Δικαστήριο να υποκαθιστά, την αρμόδια αρχή που είναι το Τμήμα Πολεοδομίας.

 

Το ζήτημα της δυσχέρειας που θα προκαλείτο στα της λειτουργίας του σφαγείου το οποίο λειτουργεί η Κατηγορούμενη 1, εάν οι οικίσκοι δεν ανεγείρονταν στα τεμάχια που ανεγέρθηκαν, αναδεικνύεται και προωθείται και από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης 3, ο οποίος προσθέτει πως η Κατηγορούμενη 1, λειτουργεί την επιχείρηση της σε περιοχή απομονωμένη και η πρόσβαση του προσωπικού της σε αυτήν, δεν είναι εύκολη. Εργοδοτεί ως επί το πλείστον αλλοδαπούς εργάτες καθότι η φύση των εργασιών στο σφαγείο της, το οποίο λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση, είναι ιδιαίτερη και δεν προσελκύει ημεδαπό προσωπικό. Περιπλέον τούτου, δεν υφίσταται επαρκές δίκτυο μεταφορών, από και προς το σφαγείο έτσι ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία του. Στο πλαίσιο της νέας εθνικής στρατηγικής για βιομηχανικές μονάδες και παροχή προσωπικού, του Υπουργείο Εργασίας και οι αρμόδιες αρχές, αναγνωρίζουν την ανάγκη στέγασης των εργαζομένων σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες. Στην περίπτωση της Κατηγορούμενης 1, η συμμόρφωση με την παραπάνω στρατηγική διαφάνηκε απαραίτητη να εφαρμοστεί, ώστε οι εργαζόμενοι της να στεγαστούν, αφού η πρόσβαση από και προς τις εγκαταστάσεις του σφαγείου θα ήτο υπέρμετρα δυσχερής, λόγω απουσίας δημόσιων συγκοινωνιών που να μπορούσαν να υποστηρίξουν τη μετάβαση τους εκεί, των τεχνικών απαιτήσεων λειτουργίας του σφαγείου, των ιδιαίτερα δύσκολων ωραρίων και της άμεσης ανταπόκρισης σε έκτακτα συμβάντα που τυχόν προκύψουν.

 

Η εξασφάλιση, με την οικοδόμηση των επίδικων οικιστικών μονάδων, της στέγασης και διευκόλυνσης του πολυάριθμου προσωπικού της Κατηγορούμενης 1, ήταν και είναι το μοναδικό διαθέσιμο και αναγκαίο μέτρο, ώστε να διασφαλιστεί η εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία, όλων των εγκαταστάσεων της. Τυχόν έκδοση διατάγματος κατεδάφισης των εν λόγω μονάδων, θα έχει αναπόφευκτα επίδραση στην λειτουργία του σφαγείου.

 

Περιπλέον, αναφορά γίνεται και σε «αντιφατική» από μέρους της Διοίκησης συμπεριφορά (τόσο  για τους επίδικους οικίσκους όσο και επί άλλων ζητημάτων που πραγματεύεται δεύτερη ποινική υπόθεση που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι) αφού από την μια, αναγνωρίζει ότι οι ευρύτερες υποδομές της Κατηγορούμενη 1, είναι κρίσιμες υποδομές για το Κράτος και η λειτουργία της, του επιφέρει περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη αλλά από την άλλη ζητά κατεδάφιση επί μέρους, πλην συναρτώμενων με την λειτουργία της, υποδομών, όταν η ίδια η Διοίκηση, από το 2015, κωλυσιεργεί με την εξέταση των διάφορων αιτήσεων που υποβλήθηκαν και δεν λαμβάνει απόφαση, γεγονός το οποίο επισημάνθηκε και από την Ερευνητική Επιτροπή που είχε διοριστεί για να εξετάσει ζητήματα που σχετίζονταν με την Κατηγορούμενη 1 (μεταξύ των οποίων και τα εδώ επίδικα αλλά και τα επίδικα ζητήματα που πραγματεύεται η έτερη υπόθεση που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι). 

 

Αποτελεί θέση αμφοτέρων των συνηγόρων πως δεν είναι η περίπτωση ενός αδικοπραγούντα που δεν έπραξε τίποτα για να εξασφαλίσει την όποια άδεια απαιτείτο, αλλά τουναντίον, οι Κατηγορούμενοι προέβησαν σε πολυάριθμα διαβήματα, μεταξύ των οποίων η εξασφάλιση κατά παρέκκλισης άδειας, υπό όρους, το 2022 (για τα επίδικα οικοδομήματα και άλλα, που δεν απασχολούν την παρούσα πλην όμως συνδέονται μεταξύ τους), εκπληρώνοντας όλους τους όρους που ήταν πρακτικά δυνατό να υλοποιήσουν, χωρίς ωστόσο δυστυχώς να υλοποιηθούν δύο όροι, οι οποίοι δεν εξαρτώνται από τους ίδιους, αλλά από τον κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, ο οποίος ακόμη και μέχρι σήμερα, δεν ανταποκρίνεται καν, ούτε στα κάλεσμα του ίδιου του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος εκπροσωπεί (πλέον) τον Παραπονούμενο. 

 

Ειδικότερα όμως και σε ό,τι αφορά τα επίδικα εδώ ζητήματα, παρά την απόρριψη της αίτησης που υπεβλήθη το 2021 για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για την οποία μάλιστα καταβλήθηκε το ποσό των €7.185, η Κατηγορούμενη 1 το 2025, υπέβαλε εκ νέου αίτηση στον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης με την οποία επιδιώκει την εξασφάλιση άδειας ενιαίας οικιστικής ανάπτυξης (που περιλαμβάνει τους επίδικους οικίσκους), η οποία έχει παραληφθεί και είναι υπό επεξεργασία, χωρίς ωστόσο να έχει εξεταστεί και για την οποία πληρώθηκε το ποσό των €3.075,16, ως διαφαίνεται από την σχετική απόδειξη πληρωμής.

 

Τέλος, εισηγείται πως η όλη στάση της Διοίκησης και του κράτους και ιδιαίτερα η καθυστέρηση στο να δράσει με την εξέταση των αιτήσεων των Κατηγορουμένων αλλά και με την προώθηση της παρούσας, είναι σε τέτοιο βαθμό καταχρηστική, όχι που να δικαιολογεί μεν απόρριψη της υπόθεσης, αλλά που δικαιολογεί την άσκηση ευχέρειας υπέρ των Κατηγορουμένων, για μη έκδοση διαταγμάτων κατεδάφισης.

 

Με βάση το άρθρο 20(1)(α) του Κεφ. 96, πρόσωπο το οποίο ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, (όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3), υπόκειται σε  ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή  χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και τις δύο αυτές ποινές  και  σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί. Η ίδια ποινή προβλέπεται και σε σχέση με την κατοχή οικοδομής, χωρίς να υπάρχει σε ισχύ πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, με βάση το άρθρο 20(1)(γ) του Κεφ. 96.

 

Επιπροσθέτως δε, το Δικαστήριο, σε περίπτωση που πρόσωπο καταδικάζεται για οποιοδήποτε αδίκημα περιλαμβάνεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 20 του Κεφ. 96, δύναται να διατάξει με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 20(3)(α) και (β) όπως, η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε, κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή ή (και) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Κεφ. 96, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά που να μην υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή.

 

Σημειώνω πως τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι, είναι σοβαρά, υπό την έννοια ότι αφορούν παραβιάσεις που σχετίζονται με αναπτύξεις, οι οποίες δεν έχουν λάβει τις απαιτούμενες εκ του Νόμου άδειες. Ενδεικτική της σοβαρότητας τους, είναι και η πρόβλεψη στο Νόμο, στο πλαίσιο επιβολής της ποινής και διαταγμάτων είτε κατεδάφισης, είτε τερματισμού χρήσης των οικοδομών που ανεγέρθηκαν παράνομα και κατέχονται χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Πρόκειται  για δραστικότατα μέτρα, η πρόβλεψη των οποίων, καταδεικνύει ακριβώς, την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται.  Αυστηρότητα που δεν είναι ασύνδετη με την ασφάλεια που απαιτείται να διέπει την δομή οποιουδήποτε πράγματος ανεγείρεται, ιδιαιτέρως δε, όταν αυτό προορίζεται για ανθρώπινη κατοίκηση ή χρήση.  

 

Το σύνηθες ποινικό μέτρο μεταχείρισης των αδικοπραγούντων, σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, είναι η επιβολή χρηματικής ποινής, το ύψος της οποίας σαφώς και διαφοροποιείται, αναλόγως του μεγέθους της παρανομίας και των ιδιάζουσων (ενδεχομένως) περιστάσεων κάθε υπόθεσης και η έκδοση, είτε διατάγματος κατεδάφισης των παρανόμως ανεγερθέντων, είτε η έκδοση διατάγματος τερματισμού της χρήσης τους, είτε και τα δύο πιο πάνω διατάγματα. 

 

Στην υπόθεση Αδελφοί Λαμπριανίδη κ.α. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου (1989) 2 Α.Α.Δ. 390, στην οποία συγκεφαλαιώνονται όλες οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση (ή μη) διατάγματος κατεδάφισης οικοδομής, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

"Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο* υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη σε τέτοιο βαθμό που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής θα συνιστούσε τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος. Όμως και στην περίπτωση που η παρέκκλιση από τους όρους είναι ασήμαντη, και το μέρος της οικοδομής το οποίο συνιστά την παρανομία διαχωρίζεται από το υπόλοιπο και σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συγκεκριμένου μέρους που συνιστά την παράβαση."

 

(η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Ως συνάγεται από το παραπάνω σκεπτικό, έκδοση διατάγματος για κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση είναι ασήμαντη (βλ. και Χ"Τοφή ν. Έπαρχος ΛάρνακοςΠοιν. Εφ. 150/15 ημερ. 5.4.2017, ECLI:CY:AD:2017:B129, Έπαρχος Λάρνακας ν. Marinakis Developers κ.α., Ποιν. Εφ. 173/2014 ημερ. 24.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B112, και Έπαρχος Πάφου ν. Tremetoushiotis Developers Ltd κ.α., Ποιν. Εφ. 153/2019 ημερ. 31.5.2018)

 

Στην δε, Delkesa Estates Ltd κ.α. ν. Δήμου Αγίου Αθανασίου (2011) 2 Α.Α.Δ. 263, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η μη έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, ακόμη και στις περιπτώσεις που αφορούν (ουσιαστικές) προσθήκες ή μετατροπές σε υφιστάμενη οικοδομή, «θα ισοδυναμούσε με έγκριση και συνέχιση της παρανομίας ώστε αυτός που παρανομεί να αισθάνεται ότι μπορεί να διαπράττει τέτοιου είδους αδικήματα και να απολαμβάνει τους καρπούς της παρανομίας του, καταβάλλοντας μόνο χρηματική ποινή» (βλ. Φωτίου ν. Δήμου Πάφου (1991) 2 Α.Α.Δ. 294).

 

Καθίσταται επομένως σαφές, από τα αποσπάσματα των πιο πάνω υποθέσεων πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην διατάξει την κατεδάφιση μιας παράνομης οικοδομής, οικοδομής δηλαδή η οποία ανεγέρθηκε άνευ της απαιτούμενης άδειας από την αρμόδια αρχή, είναι περιορισμένη. Κατά κανόνα εκδίδονται διατάγματα κατεδάφισης παράνομων οικοδομών, η νομολογία όμως αναγνωρίζει περιορισμένη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να μην εκδώσει τέτοιο διάταγμα εάν η παρανομία είναι μηδαμινή, ή περιθωριακή και αφορά ουσιαστικά σε μικρό ή αμελητέο μέρος της οικοδομής, οπότε, εφαρμόζοντας τα Δικαστήρια την αρχή της αναλογικότητας, μπορεί να αρνηθούν την έκδοση έκδοση κατεδάφισης (βλ. ΚΟΡΚΟΣ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΠΑΦΟΥ, Ποινική Εφεση Αρ. 81/2017, ημερ. 7 Οκτωβρίου, 2019).

 

Στην παρούσα, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως οι Κατηγορούμενοι, προχώρησαν στην ανέγερση 91 προκατασκευασμένων κατοικιών, στα επίδικα τεμάχια γης, χωρίς να υφίσταται άδεια και χωρίς για καμμιά εξ αυτών να εκδοθεί συνακόλουθα, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, το οποίο εκδίδεται ακριβώς για να πιστοποιηθεί πως μια οικοδομή, έχει ανεγερθεί σύμφωνα, με τους όρους της άδειας οικοδομής της. Στην προκειμένη, τέτοια άδεια, δεν υπάρχει αφού δεν έχει εκδοθεί καν, πολεοδομική άδεια για την εν λόγω ανάπτυξη.

 

Ό,τι επομένως συνάγεται είναι ότι καμιά εκ των εν λόγω οικοδομών ελέγχθηκε, με ό,τι τούτο συνεπάγεται και με δεδομένο το ότι οι εν λόγω οικοδομές χρησιμοποιούνται ως κατοικίες. Όταν μια οικοδομή τυγχάνει ελέγχου, για σκοπούς εξέτασης έκδοσης πιστοποιητικού τελικής έγκρισης της, ελέγχεται και ως προς την δομή της αλλά και ως προς τις επιμέρους εγκαταστάσεις της, όπως η ηλεκτροδότηση, υδροδότηση και ούτω καθεξής και αφού πιστοποιηθεί ότι έχει ανεγερθεί, με βάση την άδεια που για την ανέγερση της χορηγήθηκε και πιστοποιηθεί ότι είναι κατάλληλη για χρήση ή κατοίκηση, τότε μόνο εκδίδεται πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως της. Είναι γι’ αυτό τον λόγο εξάλλου, που η χρήση μιας οικοδομής, πριν από την έκδοση του πιστοποιητικού εγκρίσεως της, απαγορεύεται από τον Νόμο.

 

Οι επίδικες οικοδομές, δεν έτυχαν κανενός ελέγχου ούτε ως προς την στατική επάρκεια τους, ούτε όμως και ως προς το εάν διαθέτουν, όλες εκείνες τις προδιαγραφές που απαιτούνται, για να καθίστανται ασφαλείς για κατοίκηση. Τα πιο πάνω, επομένως, εντείνουν σαφώς την σοβαρότητα της παρούσας.

 

Ό,τι άλλο εντείνει την σοβαρότητα της παρούσας είναι η όλη στάση των Κατηγορουμένων κατά την διάρκεια των τελευταίων (τουλάχιστον) 10 ετών οι οποίοι παρότι γνώριζαν ότι η ανέγερση των επίδικων οικοδομών, απαιτούσε την εξασφάλιση αδειών (εξ ου και προέβησαν συν τω χρόνω, σε διαβήματα νομιμοποίησης τους), άδειες τις οποίες προφανώς δεν είχαν εξασφαλίσει, προχώρησαν όχι μόνο στην ανέγερση και τοποθέτηση τους, αλλά και στην εγκατάσταση προσώπων σε αυτές, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν απρόσκοπτα την λειτουργία της Κατηγορούμενης 1 και την αποφυγή προβλημάτων στα της λειτουργίας της, τα οποία θα την επηρέαζαν αναπόφευκτα οικονομικά.  Με την πάροδο των χρόνων, προχώρησαν μάλιστα σταδιακά (ως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν) σε ανάπτυξη ολόκληρης υποδομής, η οποία μετρά σήμερα, 91 παντελώς αυθαίρετα υποστατικά.  Με λίγα λόγια, έχοντας πλήρη γνώση του έκνομου των ενεργειών τους, δημιούργησαν από μόνοι τους, την κατάσταση πραγμάτων, την οποία σήμερα επικαλούνται, ως ανασταλτικό παράγοντα, τυχόν έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης.

 

Δεν διέλαθε την προσοχή μου η αναφορά αμφοτέρων των συνηγόρων πως όλα τα παραπάνω διεκπεραιώθηκαν, εις γνώση του Παραπονούμενου, αλλά και του Κράτους γενικότερα, οι οποίοι όχι μόνο ανέχθηκαν την δημιουργία τους αλλά προέβαιναν και σε διαβεβαιώσεις, ή άφηναν με την στάση ή τις παραστάσεις τους να νοηθεί στους Κατηγορούμενους, πως η επίδικη ανάπτυξη θα λάμβανε αδειοδότηση. Σημειώνω επί τούτου ότι, ακόμη και έτσι να έγινε (μιας και δεν αμφισβητείται  η θέση αυτή από μέρους της κατηγορούσας αρχής), ο παράγοντας αυτός, καμμιά σημασία μπορεί να έχει στα της παρούσας, με δεδομένο το ότι πέραν από το ότι για την ανέγερση δεν λήφθηκε άδεια από την αρμόδια αρχή, οι επίδικες οικοδομές, δεν έχουν ελεγχθεί και δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως τους, αντικείμενο της κατηγορίας 3 για την οποία το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει πέραν ή αντί του διατάγματος κατεδάφισης των παρανόμως ανεγερθέντων οικοδομών, διάταγμα τερματισμού της χρήσης τους.

 

Είναι καλώς δε νομολογημένο πως ακόμη και στις περιπτώσεις που υφίστανται άδεια οικοδομής και πολεοδομική άδεια,  δεν επηρεάζεται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος τερματισμού χρήσης, με δεδομένη πάντοτε, την διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο να το πράξει. Ως έχει λεχθεί στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, ERMES DEPARTMENT STORES PLC κ.α. ν. Δήμος Πάφου, Ποιν. Εφεση 162/2021, ημερ. 14.11.2023, με παραπομπή στις υποθέσεις Δήμος Λεμεσού v. Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ κ.α. (2007) 2 Α.Α.Δ. 1 και Milan Garaca κ.α v. Τάκκα (2007) 2 Α.Α.Δ. 165, «η εφαρμογή του άρθρου 20(3) αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης των υπό αναφορά διαταγμάτων, δεν συνδέεται με την ύπαρξη  άδειας οικοδομής ή πολεοδομικής άδειας, η ύπαρξη των οποίων θεωρείται άσχετος παράγοντας»

 

Επί των περιστάσεων που ανεγέρθηκαν οι επίδικες οικοδομές, προβάλλεται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1, 2, 4, 5 και 6, (και) η θέση, πως οι επίδικες κατοικίες, περιλαμβάνονταν στην αίτηση[2] που η Κατηγορούμενη καταχώρησε το 2015, προς εξασφάλιση άδειας κατά παρέκκλιση, κατόπιν υποδείξεων του Υπουργείου Εσωτερικών. Η εν λόγω αίτηση, είναι γεγονός και δεν αμφισβητείται πως εγκρίθηκε το 2022 υπό την αίρεση συμμόρφωσης με τους όρους που τέθηκαν.

 

Αντλώντας γνώση του περιεχομένου της απόφασης του Συμβουλίου Μελέτης Παρεκκλίσεων, από το αντίγραφο που προσκομίστηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης 3, παρατηρώ πως η απόφαση για τη χορήγηση της εν λόγω υπό όρους, άδειας, εξαιρεί τις αυθαίρετα ανεγερθείσες, επίδικες οικοδομές και παρεμφερείς υπηρεσίες και δεν φαίνεται να συνδέεται  με οποιοδήποτε τρόπο με αυτές, από άποψη αποτελέσματος. Άλλα είναι τα ζητήματα, που ως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, απασχόλησαν το Συμβούλιο Μελέτης Παρεκκλίσεων και η αναφορά στην διαδικασία αυτή, καμμιά θεωρώ σχέση έχει, με το τι στην παρούσα εξετάζεται, υπό την έννοια τουλάχιστον που επιχειρήθηκε να προσδοθεί, από μέρους του συνηγόρου των Κατηγορουμένων  1, 2, 4, 5 και 6.

 

Εν πάση δε περιπτώσει, ακόμη και υπό τα πιο πάνω δεδομένα, είναι εμφανές πως περί το 2015 που καταχωρήθηκε  η εν λόγω άδεια, η όλη ανάπτυξη η οποία σήμερα περιλαμβάνει τις 91 επίδικες οικοδομές, δεν είχε τη μορφή που είχε, κατά τον χρόνο που διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος, αφού αποτελεί θέση του συνηγόρου των πιο πάνω Κατηγορουμένων, πως η ανάγκη στέγασης των εργατών της Κατηγορούμενης 1 (και άρα της ανέγερσης και τοποθέτησης των επίδικων οικοδομών) προέκυψε περί το 2020, όπου επικρατούσε η πανδημία της νόσου COVID-19, για τους λόγους που με ιδιαίτερη λεπτομέρεια εξήγησε. Ό,τι συναφώς συνάγεται εκ των πιο πάνω, είναι ότι κατά πρώτο, η Κατηγορούμενη 1, αγνοώντας τους πάντες, προχωρούσε σταδιακά στην αυθαίρετη τοποθέτηση ακόμη περισσότερων οικοδομών, απ’ ότι αρχικά είχε τοποθετήσει περί το 2015, (ενώ δεν είχε λάβει καν, πολεοδομική άδεια, για την όλη ανάπτυξη που είχε κατά νουν να δημιουργήσει στα επίδικα τεμάχια) και  κατά δεύτερο, ότι η εκ της θέσης της Κατηγορούμενης 1, ανάγκη της, για στέγαση του προσωπικού της, δεν είχε σίγουρα αφορμή τα όσα γεγονότα προέκυψαν στις εγκαταστάσεις της Κατηγορούμενης 1, κατά την περίοδο της πανδημίας της νόσου COVID-19. Ιδιαιτέρως δε, με τον τρόπο που έχουν προβληθεί από τον συνήγορο των πιο πάνω Κατηγορουμένων και για όποια σημασία θα μπορούσαν εν πάση περιπτώσει να έχουν.

 

Παραμένει ωστόσο ως αδιαμφισβήτητο γεγονός πως σε γενικότερο πλαίσιο, η ύπαρξη των εν λόγω οικοδομών, προέκυψε για τις ανάγκες στέγασης του προσωπικού της, για τους λόγους που αμφότεροι οι συνήγοροι προέβαλαν, παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, παρότι σε περιορισμένο βαθμό.  

 

Παρά την διαπιστούμενη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω πως αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, να προχωρήσει σε εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει, λαμβανομένου υπόψη του ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου.

 

Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, χωρίς ωστόσο η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[3] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[4] 

 

Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής επομένως και με όσα δεδομένα τα όσα έχουν λεχθεί από τους συνήγορους υπεράσπισης στο Δικαστήριο και δεν έχουν αμφισβητηθεί από μέρους της κατηγορούσας αρχής, λαμβάνω υπόψιν μου κατ’ αρχάς προς όφελος όλων των Κατηγορουμένων, το λευκό τους ποινικό μητρώο, καθώς και την παραδοχή τους, η οποία αν και δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε σε στάδιο που δεν είχε ξεκινήσει  η ακρόαση της διαδικασίας, παράγοντας ο οποίος συνέτεινε, στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, ο οποίος άλλως πως θα διατίθετο, για την ακρόαση της υπόθεσης με ό,τι τούτο συνεπάγεται από απόψεως χρόνου. Περιπλέον τούτου, η παραδοχή όλων των Κατηγορουμένων, εκλαμβάνεται και ως ένδειξη μεταμέλειας, στοιχείο το οποίο επίσης συνυπολογίζω προς όφελος τους.

 

Σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και ό,τι εξ αυτών μπορεί να εξαχθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο, σημειώνω πως προς όφελος των Κατηγορουμένων, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι δεν έχουν καθ’ όλη την διάρκεια των τελευταίων ετών, μείνει άπραγοι, αφού τούτο καταδεικνύει από τα διαβήματα στα οποία προέβησαν σε μια προσπάθεια συμμόρφωσης με τον Νόμο, με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών. Σημειώνω, πως σε σχέση με τις επίδικες οικοδομές, είχε καταχωρηθεί στις 08.01.2021 από μέρους της Κατηγορούμενης 1 αίτηση για χορήγηση πολεοδομικής άδειας (προκειμένου αρχικά να αδειοδοτηθεί η όλη ανάπτυξη), η οποία απορρίφθηκε στις 22.07.2024, με την Κατηγορούμενη 1, να καταχωρεί νέα αίτηση στις 27.10.2024 η εξέταση της οποίας εκκρεμεί μέχρι και σήμερα.  Περιπλέον των πιο πάνω (και) μέρος της εν λόγω ανάπτυξης, είχε τύχει αίτησης αδειοδότησης κατά παρέκκλιση από το 2015, η οποία εξετάστηκε το 2022, παρότι εκ του αποτελέσματος της, δεν καλύπτει, τις επίδικες οικοδομές.

 

Επίσης, δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει προς όφελος τους και η υπέρμετρη και παντελώς αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους της Διοίκησης, να ανταποκριθεί με οποιοδήποτε τρόπο, στα αιτήματα των Κατηγορουμένων για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας,  αφού προκειμένου να μπορούσαν οι Κατηγορούμενοι να εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής, θα έπρεπε πρώτα να εξασφαλίσουν πολεοδομική άδεια και για να μπορούσαν να αιτηθούν έκδοση πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως, θα έπρεπε σαφώς, να υπήρχε οικοδομική άδεια σε ισχύ. Σημειώνω πως ως έχει λεχθεί και δεν έχει αμφισβητηθεί από την κατηγορούσα αρχή, η πρώτη σε (χρονολογική) σειρά αίτηση, που είχε καταχωρηθεί από μέρους των Κατηγορουμένων για εξασφάλιση καταρχήν, πολεοδομικής άδειας, ήταν το 2015 και αφορούσε και μέρος των επίδικων οικοδομών, η εξέταση της οποίας διήρκησε για πέραν των 7 ετών, αφού απόφαση πάρθηκε, το 2022 (ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της σε σχέση με τις επίδικες οικοδομές). Η δε, δεύτερη σε σειρά αίτηση για χορήγηση πολεοδομικής άδειας, σε ό,τι αφορά τις επίδικες οικοδομές, καταχωρήθηκε στις 08.01.2021 και απόφαση (απορριπτική) λήφθηκε, σχεδόν 4 έτη αργότερα. Ακολούθησε τρίτη κατά σειρά αίτηση περί τον Αύγουστο του 2024, η οποία και εξακολουθεί να εκκρεμεί, με την ίδια την Διοίκηση ως η ίδια η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε, να διαφωνεί ως προς το εάν αρμόδια αρχή για την εξέταση της είναι ο Επαρχιακός Οργανισμός Αυτοδιοίκησης ή το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως.  

 

Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου, παρότι σε περιορισμένο βαθμό τον χρόνο που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, παρότι από της καταχωρήσεως της υπόθεσης και εντεύθεν, ο διαρρεύσας χρόνος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και σε υπαιτιότητα των Κατηγορουμένων,  οι οποίοι ως διαφαίνεται από τα πρακτικά του φακέλου του Δικαστηρίου, στις πλείστες των δικασίμων, αιτούνταν αναβολή της υπόθεσης για τους διάφορους λόγους που κάθε φορά δηλώνονταν. Η παραδοχή τους δε στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, προέκυψε στις 14.10.2025, που η παρούσα σύνθεση απέρριψε αίτημα τους για εκ νέου αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης, οπότε και ζητήθηκε χρόνος για σκοπούς συμμόρφωσης, μέχρι και τις 30.12.2025, που εκτέθηκαν τα γεγονότα και αγόρευσαν οι συνήγοροι τους για μετριασμό της ποινής τους.

 

Προς όφελος τους, επίσης λαμβάνονται και οι προσωπικές τους περιστάσεις και δη:

 

Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, ότι δραστηριοποιείται από το 2006 στον τομέα σφαγής, διαχείρισης ζωικών αποβλήτων και παραγωγής βιοαερίου, εφαρμόζοντας πρότυπα διασφάλισης της ποιότητας, ασφάλειας και υγείας στους τομείς που δραστηριοποιείται, καθώς και ότι σε σχέση με τις βασικές εγκαταστάσεις της, έχουν χορηγηθεί άδειες (πολεοδομική, οικοδομής και άδεια λειτουργίας). Επίσης, ότι η Κατηγορούμενη 1 έχει ενταχθεί, από το Υπουργικό Συμβούλιο στον κατάλογο βασικών και σημαντικών οντοτήτων, στον Τομέα Τροφίμων. Επιπλέον, ότι οι εγκαταστάσεις της βρίσκονται σε απομονωμένη περιοχή και η πρόσβαση του προσωπικού της σε αυτές, δεν είναι εύκολη, αφού εργοδοτεί πολύ μεγάλο αριθμό αλλοδαπών προσώπων και δεν υπάρχει επαρκές δίκτυο δημόσιων συγκοινωνιών που θα επέτρεπε την από και προς το σφαγείο μεταφορά των εν λόγω εργατών η οποία θα συνέτεινε στην απρόσκοπτη λειτουργία του σφαγείου, καθ’ όλη τη διάρκεια της εικοσιτετράωρης λειτουργίας του.

 

Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2, 4, 5 και 6, ότι πρόκειται για συνταξιούχους κτηνοτρόφους και σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3 πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 39 ετών, είναι νυμφευμένη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών και κάτοχος πιστοποιητικού επαγγελματικής εξειδίκευσης στην λογιστική. Περιπλέον ότι πρόκειται για μέλος του Διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορούμενης 1, η οποία ανήκει στον πατέρα της-Κατηγορούμενο 2. Έχει εισοδήματα αλλά και οικονομικές υποχρεώσεις, οι οποίες απορρέουν τόσο από τις ανάγκες των παιδιών της και την συντήρηση της οικίας της, όσο και από δάνεια, τα οποία διατηρεί και αποπληρώνει.

 

Λαμβανομένης συνεπώς υπόψη από την μια, την ιδιότητα και σοβαρότητα των αδικημάτων που κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, ως πιο πάνω έχει επεξηγηθεί καθώς και τον αριθμό των παρανόμως ανεγερθεισών οικοδομών και από την άλλη, την παραδοχή τους, το λευκό τους ποινικό μητρώο, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, την ηλικία τους ως αυτή αναφέρθηκε, καθώς και τις γενικότερες προσωπικές τους περιστάσεις,  κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, είναι αυτή της χρηματικής ποινής οπόταν και επιβάλλω στην Κατηγορούμενη 1, χρηματική ποινή ύψους €1500 στην κατηγορία 1, και χρηματική ποινή, ύψους €1000 στην κατηγορία 3.

 

Στους Κατηγορούμενους 2-6, επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €700 στην κατηγορία 1 και €500 στην κατηγορία 3.

 

Στρεφόμενη στο κατά πόσο η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση έκδοσης, επιπρόσθετα της παραπάνω ποινής και διατάγματος κατεδάφισης των οικοδομών που περιλαμβάνονται στα γεγονότα που περιβάλλουν τις κατηγορίες 1 και 3 (ως αυτά έχουν εκτεθεί και είναι αποδεκτά) επαναλαμβάνω καταρχάς πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην διατάξει την κατεδάφιση μιας παράνομης οικοδομής, είναι περιορισμένη καθότι, εξακολουθεί να αποτελεί τον κανόνα η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, σε περίπτωση καταδίκης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αδελφοί Λαμπριανίδη (ανωτέρω) ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκατάσταση της νομιμότητας.  

 

Έχω λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τους συνήγορους υπεράσπισης των Κατηγορουμένων, ως επίσης και το γεγονός ότι τίποτε από τα όσα ανέφεραν δεν αμφισβητήθηκαν. Οφείλω ωστόσο να αναφέρω πως τα όσα έχουν επί του ζητήματος λεχθεί, δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανό λόγο, ώστε να μην διαταχθεί η κατεδάφιση, των 91 παρανόμως ανεγερθέντων οικοδομών, για τις οποίες καταδικάστηκαν με βάση τη δική τους παραδοχή. Αφ’ ης στιγμής οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν, πως η τοποθέτηση των επίδικων οικοδομών, υπό τις περιστάσεις που τοποθετήθηκαν ήταν ολωσδιόλου παράνομη, θα έπρεπε να ανέμεναν και το ότι θα περιέρχονταν στην δύσκολη κατάσταση που σήμερα περιέρχονται, αφού το ενδεχόμενο αυτό, ήταν πέρα για πέρα ορατό.

 

Η όποια δυσκολία δυνατό να προκληθεί στα της λειτουργίας της Κατηγορούμενης 1, από την κατεδάφιση των οικοδομών που χρησιμοποιούν οι εργάτες της τελευταίας, ως χώρο διαμονής τους, δεν με άφησε απροβλημάτιστη, πλην όμως κρίνω πως η παρούσα, εκπίπτει από εκείνες τις περιπτώσεις, όπου η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης θα μπορούσε να αποφευχθεί. Λαμβάνοντας υπόψη μου από την μια την αρχή της αναλογικότητας και από την άλλη το γεγονός ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης ή τερματισμού της χρήσης, είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας, καταλήγω πως η παρούσα είναι πρέπουσα περίπτωση, που δικαιολογεί την έκδοση (και) διατάγματος κατεδάφισης των παρανόμως ανεγερθεισών οικοδομών.  Η δυσχερής θέση στην οποία θα περιέλθουν οι Κατηγορούμενοι από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, οφείλεται καθαρά στις ενέργειες των ιδίων και δη, στην απόφαση τους να δράσουν ως έδρασαν, χωρίς να υπολογίσουν το κόστος και το τίμημα που θα επέφεραν, οι δικές τους, κατά τα άλλα παράνομες πράξεις.

 

Ούτε και με βρίσκει σύμφωνη η θέση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1,2,4 -6 πως τυχόν έκδοση διατάγματος κατεδάφισης θα προκαθορίσει το αποτέλεσμα της αίτησης των Κατηγορουμένων που εκκρεμεί αφού θα είναι ωσάν το Δικαστήριο να υποκαθιστά, την αρμόδια αρχή που είναι το Τμήμα Πολεοδομίας εάν εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Η κατάθεση, εξέταση και προώθηση μιας αίτησης ενώπιον Διοικητικής αρχής, είναι ζήτημα παντελώς ανεξάρτητο με την ποινή που επιβάλλεται από Δικαστήριο και οι δύο διαδικασίες (επιβολής ποινής και εξέτασης αίτησης που σχετίζεται με το αντικείμενο της ποινής) δεν είναι άμεσα συνυφασμένες με τον τρόπο που εισηγείται ο πιο πάνω συνήγορος.

 

Επιπρόσθετα όμως, οφείλω να σχολιάσω και το ότι, η νομολογία στην οποία παραπέμπει ο πιο πάνω συνήγορος προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, αναδεικνύει εντελώς το αντίθετο. Στην απόφαση The Municipality of Nicosia ν. Nicos Pierides,(1976) JSC1160 (στην οποία παραπέμπομαι), το Ανώτατο Δικαστήριο ως ήταν τότε, είναι στο πλαίσιο ανατροπής της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης, που προέβη στον σχολιασμό[5] πως η άρνηση του πρωτόδικου δικαστή να μην εκδώσει το εν λόγω διάταγμα, ισοδυναμούσε τρόπον τινά με την άσκηση, χωρίς δικαίωμα, λειτουργιών του Τμήματος Πολεοδομίας, το οποίο είναι το μόνο κατάλληλο όργανο που θα μπορούσε, στην (εκεί) περίπτωση, να είχε χαλαρώσει τους σχετικούς Κανονισμούς κατά τρόπο που να επιτρέπει τη χορήγηση άδειας οικοδομής κάλυψης στον Κατηγορούμενο. Τα ίδια συνεπώς, ισχύουν και στην παρούσα. Εν πρώτοις, η κατά παρέκκλιση άδεια που χορηγήθηκε υπό όρους, το 2022, δεν περιλαμβάνει τις επίδικες οικοδομές και κατά δεύτερο, η αίτηση για χορήγηση πολεοδομικής άδειας που καταχωρήθηκε το 2021, έχει απορριφθεί. Δεν διέλαθε την προσοχή μου το γεγονός ότι σήμερα εκκρεμεί η εξέταση νέας αίτησης που κατέθεσαν οι Κατηγορούμενοι στον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης, πλην όμως η ενέργεια τους αυτή έχει ληφθεί υπόψη, ως μετριαστικός παράγοντας της χρηματική ποινής που τους επιβλήθηκε και δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση ως προς το εάν θα εκδοθεί ή όχι, διάταγμα κατεδάφισης με δεδομένο το ότι οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και κατηγορία κατοχής των επίδικων οικοδομών, χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.  Κατά τον ίδιο τρόπο και στο ίδιο εύρος, λήφθηκε δεόντως και η καθυστέρηση με την οποία εξετάστηκαν τα παραπάνω αιτήματα τους[6].

 

Η έκδοση επομένως (και) διατάγματος κατεδάφισης των παρανόμως ανεγερθέντων οικοδομών, κρίνω πως είναι ο μόνος τρόπος για να αρθεί η παρανομία και ούτε αποτελεί δυσανάλογη προς το αδίκημα και τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν, ποινή ως εισηγούνται οι συνήγοροι υπεράσπισης, με γνώμονα τα όσα πιο πάνω (εν τω σύνολο) έχω επεξηγήσει.

 

Εκδίδεται επομένως διάταγμα, με το οποίο οι Κατηγορούμενοι, διατάσσονται όπως, εντός δύο μηνών από σήμερα, εκτός εάν στο μεταξύ εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής, κατεδαφίσουν:

 

(α) 3 προκατασκευασμένου τύπου οικοδομές, διαστάσεων 3Χ4 μέτρα, 17Χ7,5 μέτρα και 6Χ6 μέτρα αντίστοιχα, οι οποίες βρίσκονται επί του τεμαχίου 323, Φ./Σχ. 29/37, στους Αγίους Ηλιόφωτους

 

(β) 68 προκατασκευασμένου τύπου οικοδομές, διαστάσεων 6χ3 μέτρα (64 οικοδομές), 5Χ3 μέτρων (δύο οικοδομές),  3Χ3 μέτρων και 9Χ4 μέτρων οι οποίες βρίσκονται εντός του τεμαχίου 978, Φ./Σχ. 29/36, στους Αγίους Ηλιόφωτους και

 

(γ) 20 προκατασκευασμένου τύπου οικοδομές, διαστάσεων 3χ3 μέτρα (14 οικοδομές), 5χ3 μέτρα (δύο οικοδομές), 7Χ3 μέτρα (δύο οικοδομές) και 5χ5 μέτρα και 7χ5 μέτρα, οι οποίες βρίσκονται εντός του τεμαχίου 698, Φ./Σχ. 29/36 στην Κάτω Μονή.

 

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας και με δεδομένο το ότι αυτά δεν έχουν απαιτηθεί είτε στην βάση του άρθρου 20(3)(γ) του Κεφ.96, είτε άλλως πως, δεν εκδίδω καμιά περαιτέρω διαταγή και η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.

  

 

( Υπ. ) Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ως έχει τροποποιηθεί το κατηγορητήριο στις 10.11.2021

[2] αντίγραφο της οποίας γίνεται μνεία στην γραπτή αγόρευση πως επισυνάπτεται, πλην όμως δεν έχει ποτέ προσκομιστεί, όπως και η απόφαση του Συμβουλίου Παρεκκλίσεων.

[3] Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.

[4] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

[5] «That he may. not, now, be able to obtain a covering building permit because what he has built does not conform with the relevant Regulations, and that such non-conformity is due, allegedly, to errors of the architect employed by him, are considerations which, in view of the nature of the conduct of the respondent, could not, and should not, have been taken into account, as mitigating factors, by the trial court; in our opinion the refusal of such court to make a demolition order amounted, in effect, to permitting the perpetuation of an illegality, and, also, to exercising, without entitlement, the functions of the Town Planning Department, which is the only appropriate organ which could, on the present occasion, have relaxed the relevant Regulations in a manner enabling a covering building permit to be granted to the respondent».

[6] Φράγκου ν. Αληφάντη (2003) 2 Α.Α.Δ. 528 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο