ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 888/21
MILITOS TRADING LIMITED
Παραπονούμενος
εναντίον
1. GS UNITED REPROGRAPHICS LIMITED
2. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 9.01.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενο: κα Α. Τσαγγαρίδου για Χ. Μιτσίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για Κατηγορούμενη 1: καμιά εμφάνιση
Για Κατηγορούμενο 2: κ Σ. Αυγουστή
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν από 12 κατηγορίες, το σύνολο των οποίων αφορά αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, κατά παράβαση του άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα.
Η μεν, πρώτη Κατηγορούμενη, κατηγορείται ότι ενώ έλαβε καλό και νόμιμο αντάλλαγμα από την Παραπονούμενη και ενώ εξέδωσε προς όφελος της τελευταίας και για τον παραπάνω σκοπό τις επιταγές που αναφέρονται πιο κάτω, προκάλεσε άνευ εύλογης αιτίας την μη εξόφληση τους, δίδοντας οδηγίες προς την Τράπεζα, για να μην πληρωθούν, με αποτέλεσμα, οι εν λόγω επιταγές να επιστραφούν με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Συγκεκριμένα, εξέδωσε, ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των συναφών κατηγοριών:
1. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €3.553,62 κατά ή περί την 04.04.2020 (κατηγορία 1)
2. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €1.436,79 κατά ή περί την 04.04.2020 (κατηγορία 3)
3. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €5.286,88 κατά ή περί την 11.04.2020 (κατηγορία 5)
4. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €9.705,29 κατά ή περί την 11.04.2020 (κατηγορία 7)
5. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €1.860,82 κατά ή περί την 18.04.2020 (κατηγορία 9)
6. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €4.574,57 κατά ή περί την 18.04.2020 (κατηγορία 11)
7. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €9.002,33 κατά ή περί την 18.04.2020 (κατηγορία 13)
8. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €9.046,64 κατά ή περί την 25.04.2020 (κατηγορία 15)
9. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €4.000 κατά ή περί την 25.04.2020 (κατηγορία 17)
10. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €7.000 κατά ή περί την 09.05.2020 (κατηγορία 19)
11. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €7.356,69 κατά ή περί την 16.05.2020 (κατηγορία 21)
12. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της CDB BANK για το ποσό των €3.207,24 κατά ή περί την 16.05.2020 (κατηγορία 23)
Ο Κατηγορούμενος 2, κατηγορείται ότι ενώ ήταν διευθυντής και/ή υπογραφέας της Κατηγορούμενης 1, συνέδραμε και/ή παρακίνησε και/ή κατέστησε δυνατή την έκδοση των πιο πάνω επιταγών και την μη εξόφληση τους, αφού άνευ ευλόγου αιτίας, προκάλεσε την μη εξόφληση τους, δίδοντας σχετικές οδηγίες προς την Τράπεζα για μη πληρωμή τους, (κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22 και 24). Η ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου 2, προωθείται και επί της βάσης του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσαν δύο μάρτυρες, η Λ.Α. (Μ.Κ.1) και ο Κ.Ε. (Μ.Κ.2). Ο Κατηγορούμενος 2, αφότου κλήθηκε σε απολογία, κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε επιπρόσθετα, τέσσερις μάρτυρες προς υπεράσπιση του, τον Κ.Δ (Μ.Υ.1), την Μ.Α. (Μ.Υ.2), τον Α.Κ. (Μ.Υ.3) και την Χ.Π. (Μ.Υ.4). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν επίσης 9 τεκμήρια και δηλώθηκαν (και εγκρίθηκαν) παραδεκτά γεγονότα, τα οποία συνίστανται στο ότι ο Κατηγορούμενος 2, δεν είναι Κατηγορούμενος στις ποινικές υποθέσεις με αρ. 1890/23 και 1923/24, οι οποίες καταχωρήθηκαν από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων (εναντίον της Κατηγορούμενης 1) και εκκρεμούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τα πιο πάνω γεγονότα, αποτελούν εκ των προτέρων και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Προχωρώ στην σύνοψη του συνόλου της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης, των γεγονότων που πλαισιώνουν την παρούσα.
Η Μ.Κ.1, κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως εργάζεται ως λειτουργός στο τμήμα προβληματικών χρεών στην Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως τα τελευταία 5 έτη. Η Κατηγορούμενη 1, διατηρεί τον λογαριασμό με αρ. [ ], στην πιο πάνω Τράπεζα και από αυτόν, εξέδωσε τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 2.1-2.12), ενώ για το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού είχαν συμπληρωθεί, σχετικά έντυπα (τεκμήριο 1), με βάση τα οποία, υπογραφέας και εντολέας του πιο πάνω λογαριασμού, είναι ο Κατηγορούμενος 2, δείγμα υπογραφής του οποίου, υπάρχει καταχωρημένο στο σύστημα της Τράπεζας. Εξήγησε πως η διαδικασία προκειμένου η πληρωμή μιας επιταγής να ανακληθεί είναι η λήψη από μέρους του πελάτη, υπογεγραμμένης εντολής, σε έντυπο της Τράπεζας, όπου θα πρέπει να αναγράφεται ο λόγος που ζητείται η ανάκληση της πληρωμής. Άμα τη λήψη της, διενεργείται έλεγχος από την Τράπεζα και με την ολοκλήρωση του, αποστέλλονται οι οδηγίες στο αρμόδιο τμήμα, το οποίο μέσω του συστήματος, καταχωρεί τους αριθμούς των επιταγών που αναφέρονται στις οδηγίες, ώστε να σταματήσει η πληρωμή τους και ακολούθως, χρεώνεται ο λογαριασμός του πελάτη για την εκτέλεση των εντολών του. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 2.1-2.12), αναφέροντας ότι καμμιά εξ αυτών πληρώθηκε, επειδή ζητήθηκε στις 11.04.2020, η ανάκληση της πληρωμής τους σε σχετικό έντυπο (τεκμήριο 3), στο οποίο σημειώθηκε ως λόγος ανάκλησης «Other payment arrangement» ή σε ελεύθερη μετάφραση «Άλλος τρόπος διευθέτησης».
Την εντολή την έδωσε ο Κατηγορούμενος 2 ως φαίνεται από το ηλεκτρονικό μήνυμα δια μέσω του οποίου στάλθηκε το τεκμήριο 3, το οποίο είναι το ίδιο με αυτό που αναγράφτηκε στο αίτημα για άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού (τεκμήριο 1). Εκ των ελέγχων που διενεργεί η Τράπεζα όταν λάβει εντολή για ανάκληση επιταγής, είναι και η επικοινωνία με τον «authorized signatory», διαδικασία που στην προκειμένη ακολουθήθηκε και η Τράπεζα επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 2 τηλεφωνικά, στο τηλέφωνο που είχε δηλωθεί, στο τεκμήριο 1. Τον Κατηγορούμενο 2 ανέφερε, τον γνωρίζει, από την συνάντηση που είχαν για άνοιγμα του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού, αλλά και από άλλες συναντήσεις που είχαν στο εργοστάσιο της Κατηγορούμενης 1.
Εξήγησε περαιτέρω, πως ως εμφαίνετε από τις σφραγίδες της Τράπεζας επί των επίδικων επιταγών, ο Παραπονούμενος είχε πάει κατά τις ημερομηνίες που σφραγίστηκαν οι επιταγές με σφραγίδα της Τράπεζας, να τις εξαργυρώσει, πλην όμως επιστράφηκαν απλήρωτες, ως επίσης ότι προηγήθηκε έλεγχος του δείγματος υπογραφής και ήταν γνήσιο, δηλαδή άνηκε στον Κατηγορούμενο 2 που είναι υπογραφέας του λογαριασμού. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, οδηγίες έλαβαν μόνο από τον Κατηγορούμενο 2 και κανένα άλλο πρόσωπο, ωστόσο για τον συγκεκριμένο λογαριασμό, επικοινωνία είχαν και με τον CFO και τον CEO της Κατηγορούμενης 1, αλλά όχι για ζητήματα πληρωμών και επιταγών.
Αντεξετάστηκε, ως προς το κατά πόσο η ίδια επικοινώνησε προσωπικά με τον Κατηγορούμενο 2, όταν λήφθηκε το τεκμήριο 3 στην Τράπεζα, σε ποιο τηλέφωνο επικοινώνησε και κατά πόσο, η ηλεκτρονική διεύθυνση από την οποία απεστάλη το τεκμήριο 3, ήταν εξ αυτών που είχαν δηλωθεί κατά το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού. Ερωτήθηκε ποιο πρόσωπο υπογράφει το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα και της υποβλήθηκε η θέση πως ουδέποτε η ίδια επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 2, για να επιβεβαιώσει την εντολή ανάκλησης των επίδικων επιταγών. Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς το κατά πόσο γνωρίζει εάν πραγματικοί δικαιούχοι της Κατηγορούμενης 1 ήταν πρόσωπα άλλα και όχι ο Κατηγορούμενος 2, εάν η Τράπεζα πραγματοποιούσε συναντήσεις σε ό,τι αφορούσε τα της Κατηγορούμενης 1 με πρόσωπα άλλα, στην απουσία του Κατηγορούμενου, για ποιο λόγο δεν παρουσίασε στο
Δικαστήριο την προγενέστερη αλληλογραφία που είχε με το πρόσωπο που απέστειλε το τεκμήριο 3 αφού από το περιεχόμενο του, κατά τον συνήγορο υπεράσπισης, διαφαίνεται πως είχε προηγηθεί και άλλη συνομιλία, κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 διατηρούσε δάνεια μη εξυπηρετούμενα στην Τράπεζα και από πότε, ποιοι ήταν οι εγγυητές αυτών των δανείων, τι συζητούσαν στην συναντήσεις που ισχυρίστηκε ότι γίνονταν στο εργοστάσιο, παρουσία του Κατηγορούμενου και εάν η ίδια αντιλήφθηκε από το περιεχόμενο των εν λόγω συζητήσεων, κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 και ο Μ.Υ.1 ήταν «αχυράνθρωποι» των πραγματικών δικαιούχων της Κατηγορούμενης 1 και ενεργούσαν προς όφελος και κατ’ εντολών τους, για να της υποβληθεί πως έτσι είχαν τα πράγματα.
Ο Μ.Κ.2, είναι ο διευθυντής της Παραπονούμενης εταιρείας (τεκμήριο 4). Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι, η Κατηγορούμενη 1 ασχολείται (μεταξύ άλλων) με την διεξαγωγή τυπογραφικών, εκδοτικών και βιβλιοδετικών εργασιών και ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της και το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και που με την Κατηγορούμενη 1 έδωσαν οδηγίες στην Τράπεζα για την ανάκληση τους. Η Κατηγορούμενη 1, παράγγελνε από την Παραπονούμενη ποσότητες χαρτιού το οποίο παραδιδόταν από τον ίδιο στον χώρο διεξαγωγής των εργασιών της και για τις εν λόγω υπηρεσίες, η τελευταία εξέδιδε τιμολόγια και διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού, οπότε εις αντάλλαγμα, η Κατηγορούμενη 1 παρέδιδε επιταγές στο όνομα της πρώτης, έναντι του οφειλόμενου ποσού και των σχετικών τιμολογίων. Οι επίδικες επιταγές, κατατέθηκαν σε τραπεζικό ίδρυμα εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες και δεν εξαργυρώθηκαν λόγω του ότι, ως αναγράφεται στην σφραγίδα της Τράπεζας επί των εν λόγω επιταγών, η πληρωμή είχε ανακληθεί από τον εκδότη. Οι εν λόγω επιταγές, εκδόθηκαν έναντι συγκεκριμένων τιμολογίων (τεκμήριο 6) και ο Κατηγορούμενος 2 συνέδραμε στην έκδοση, αλλά και στην ανάκληση τους, δίδοντας οδηγίες στην Τράπεζα όπως μη εξαργυρωθούν.
Από μέρους της Παραπονούμενης, παραδόθηκαν όλα τα προϊόντα για τα αντίστοιχα τιμολόγια (τεκμήριο 6) και οι επιταγές ανακλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε επίσης πως στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, ο Κατηγορούμενος 2 φαίνεται να ήταν εκτός από διευθυντής και μέτοχος της Κατηγορούμενης 1 (τεκμήριο 5) και οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν στον ίδιο. Κάποιες φορές παραλάμβανε επιταγές από τον Κατηγορούμενο 2 και κάποιες από μια κοπέλα υπεύθυνη στο εργοστάσιο, στην οποία άφηνε τις επιταγές ο τελευταίος. Για τα οικονομικά ζητήματα που αφορούσαν την συνεργασία της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1, μιλούσε ο ίδιος με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος αρχικά ήταν και το πρόσωπο που του παράγγελνε προϊόντα. Μετέπειτα, παραγγελίες δεχόταν και από «την κοπέλα» που εργαζόταν ως υπεύθυνη στο εργοστάσιο. Σε σχέση με τα εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, δεν έλαβε ποτέ κανένα παράπονο και μέχρι και την ημέρα που έδιδε την μαρτυρία του, κανένα ποσό πληρώθηκε.
Αντεξετάστηκε, ως προς το κατά πόσο ήταν γνώστης του αριθμού του κινητού του Κατηγορούμενου 2, εάν γνωρίζει ποια η σχέση του Κατηγορούμενου 2 με την Κατηγορούμενη 1 για να του υποβληθεί πως ο πρώτος, δεν ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της τελευταίας και ότι ουδέποτε ο πρώτος, τον κάλεσε για να συνεργαστούν και ουδέποτε του παρέδωσε ο ίδιος επιταγές ή έδωσε οδηγίες σε άλλο πρόσωπο να του τις παραδώσει. Ερωτήθηκε επίσης, κατά πόσο ο ίδιος είχε συνεργαστεί ποτέ με την εταιρεία LITHOWEB LTD και εάν γνωρίζει σε ποιους ανήκε η εν λόγω εταιρεία και που στεγαζόταν και του υποβλήθηκε ότι, συνεργαζόταν με την εν λόγω εταιρεία και η συνεργασία τους διακόπηκε όταν ξεκίνησε η συνεργασία με την Κατηγορούμενη 1, η οποία ανήκει στον Α.Κ. εξ ου και το πρόσωπο αυτό υπέγραψε κάποια εκ των τιμολογίων (τεκμήριο 6). Του υποδείχθηκε «έγγραφο εμπιστεύματος κατοχής μετοχών εκ μέρους τρίτου» και ερωτήθηκε κατά πόσο το αναγνωρίζει. Επίσης, αντεξετάστηκε ως προς το ποιο πρόσωπο υπέγραψε τα τιμολόγια που κατέθεσε (τεκμήριο 6) και του ζητήθηκε να υποδείξει πού υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2 την παραλαβή τους και ποια ήταν η κοπέλα στην οποία αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του.
Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το κατά πόσο επισκεπτόταν το εργοστάσιο που διεξήγαγε εργασίες η Κατηγορούμενη 1 και εάν εκεί είχαν γραφεία μόνο ο Α.Κ. και ο Χ. και όχι ο Κατηγορούμενος 2, για να του υποβληθεί πως ο λόγος που ο τελευταίος δεν είχε δικό του γραφείο, ήταν γιατί ήταν ένας απλός υπάλληλος της
Κατηγορούμενης 1, εν αντιθέσει με τους άλλους δύο που ήταν οι πραγματικοί δικαιούχοι και ότι ο Α.Κ. είχε δώσει στον Κατηγορούμενο 2, ένα άδειο μπλοκ επιταγών και του είπαν να το υπογράψει. Ερωτήθηκε εάν κατέχει οποιοδήποτε έγγραφο που να δείχνει ότι ο Κατηγορούμενος 2, παρέλαβε τα προϊόντα για τα οποία εκδόθηκαν τα τιμολόγια και οι επίδικες επιταγές και εάν ο ίδιος είδε ποτέ τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράφει επιταγή μπροστά του ή τον είδε να υπογράφει τις επίδικες επιταγές. Τέλος, αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο η εταιρεία LITHOWEB LTD όφειλε στην Παραπονούμενη χρήματα και εάν ναι κατά πόσο εισπράχθηκαν, εάν εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον της πιο πάνω εταιρεία και του Α.Κ., τι επιζητεί ο ίδιος από την παρούσα δικαστική διαδικασία και εάν εκκρεμεί και αστικής φύσεως διαδικασία εναντίον των Κατηγορουμένων και του υποβλήθηκε ότι, ο Κατηγορούμενος 2, υπέγραψε το έντυπο ανάκλησης επιταγών, κατόπιν οδηγιών του Α.Κ. και ότι η ανάκληση έγινε για εύλογο λόγο, επειδή υπήρξε άλλος τρόπος διευθέτησης μεταξύ του ιδίου και του Α.Κ.
Ο Κατηγορούμενος, στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι ενόσω εργαζόταν στην εταιρεία LITHOWEB LTD, τον προσέγγισαν οι ιδιοκτήτες της, Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ. και του ανέφεραν πως λόγω του ότι είχαν οικονομικά προβλήματα με την Εθνική Τράπεζα και την Τράπεζα CDB, είχαν περιέλθει σε συμφωνία με την τελευταία όπως εγγράψουν μια νέα εταιρεία, στην οποία θα μεταφερόταν το κτήριο που άνηκε αρχικά στην πρώτη εταιρία, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να διεξάγουν εργασίες. Τα πιο πάνω πρόσωπα, του πρότειναν να δηλωθεί διευθυντής και ιδιοκτήτης στην νέα εταιρεία και αποδέχθηκε διότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα την συγκεκριμένη περίοδο αφού το παιδί του που ήταν τότε 3 ετών είχε προβλήματα υγείας και είχε κάνει ήδη τρεις επεμβάσεις στο εξωτερικό, για τις οποίες ξόδεψε όλα του τα χρήματα. Εάν δεν αποδεχόταν, θα έκλεινε η επιχείρηση και θα έμενε χωρίς δουλειά. Του εγγυήθηκαν ότι το κτήριο θα εξασφάλιζε το χρέος που θα δημιουργείτο και επειδή η αξία του υπερέβαινε το χρέος, εάν προέκυπτε πρόβλημα, θα πουλούσαν το κτήριο, θα εξοφλούσαν τα χρέη και ο ίδιος θα έμενε «καθαρός», οπότε με αυτό τον τρόπο του εξασφάλιζαν την εργασία του για τα επόμενα 5-6 χρόνια όπως του είπαν. Για τον παραπάνω σκοπό, οι πραγματικοί ιδιοκτήτες Α.Κ., Χ.Χ και Μ.Κ. που ήταν και οι μέτοχοι της LITHOWEB LTD, «έκαμαν ένα χαρτί» (τεκμήριο 7) γιατί όπως του είπε ο Α.Κ. θα έπρεπε να εξασφαλίσει ότι δεν θα του έκλεβε την εταιρεία, με βάση το οποίο οι μετοχές που θα κατείχε ο ίδιος στην νέα εταιρεία θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στον Α.Κ., ανά πάση στιγμή. Το εν λόγω «χαρτί» το συνέταξε ο δικηγόρος Κ.Δ (Μ.Υ.1)., ο οποίος εκτελούσε χρέη γραμματέα της εταιρείας.
Σε σχέση με το χρέος της Κατηγορούμενης 1, προς την CDB Bank, ανέφερε πως ουσιαστικά πρόκειται για το χρέος που είχε ήδη η LITHOWEB LTD στην εν λόγω Τράπεζα, το οποίο μετέφεραν στην πρώτη και το οποίο επίσης δεν αποπληρώθηκε εξ ου και ο ίδιος, όπως και οι υπόλοιποι, έλαβαν επιστολή από την τελευταία στις 26.02.2025 (τεκμήριο 8). Απόδωσε την συναίνεση του στο να διοριστεί ο ίδιος διευθυντής και μέτοχος της Κατηγορούμενης 1, πέραν από τη δυσχερή οικονομική του κατάσταση, στο χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο και στην ανάγκη του να διασφαλίσει τη διαβίωση του παιδιού του. Ουσιαστικά ανέφερε, στην Κατηγορούμενη 1 εκτελούσε χρέη οδηγού και μεταφορέα και ήταν «το παιδί για όλες τις δουλειές», κατόπιν των εντολών που λάμβανε από τους Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ. και καμιά σχέση με τη διοίκηση της εταιρείας είχε. Επιθεωρώντας τις επίδικες επιταγές, ανέφερε πως εξ όσων ο ίδιος πιστεύει, ο γραφικός χαρακτήρας του περιεχομένου τους ανήκει στον Χ.Χ., διότι μοιάζουν και σίγουρα δεν είναι τα δικά του. Ο ίδιος υπέγραψε τις επιταγές όταν του δόθηκε άδειο το μπλοκ επιταγών από τον Χ.Χ. εκ μέρους του Α.Κ. επειδή όπως του ανέφεραν θα έπρεπε να διενεργούνταν πληρωμές για την εταιρεία και επειδή ο ίδιος έλειπε συχνά έξω, ήταν πιο εύκολο, να έχουν υπογεγραμμένες τις επιταγές, χωρίς να γνωρίζει πού κατέληγαν. Ούτε γνώριζε την οικονομική κατάσταση της εταιρείας αφού δεν ενημερωνόταν και όσες φορές είχε ρωτήσει του έλεγαν «μεν φοάσαι, πάμε καλά». Ούτε πήρε ποτέ μέρισμα από την Κατηγορούμενη 1, αφού λάμβανε μόνο τον μισθό του ο οποίος ανήρχετο στα €1000.
Τον πραγματικό έλεγχο της εταιρείας τον ασκούσε ο Α.Κ. και ο Χ.Χ. και ο πρώτος είναι το πρόσωπο που προέβαινε και στις προσλήψεις προσωπικού. Αποδέχθηκε ότι το έντυπο ανάκλησης των επιταγών (τεκμήριο 3) το υπέγραψε ο ίδιος, το οποίο ωστόσο του το είχε δώσει ο Χ.Χ. και του είπε να το υπογράψει. Ο ίδιος τον ρώτησε τι αφορά, του ανέφερε ότι είναι ανάκληση των επιταγών διότι διευθετήθηκε η πληρωμή τους με άλλο τρόπο και δεν είχε λόγο να μην τον πιστέψει. Αγγλικά δεν ξέρει να διαβάζει και να γράφει και πολύ λίγα πράγματα γνωρίζει σε σχέση με emails και ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ούτε του ανήκει η ηλεκτρονική διεύθυνση που αναγράφεται στο τεκμήριο 1, όπως ούτε και με την Μ.Κ.1 επικοινώνησε ποτέ ηλεκτρονικά και δεν είναι ο ίδιος που απέστειλε το email στο οποίο επισυνάπτεται το έντυπο ανάκλησης. Η μόνη επικοινωνία που είχε με την Μ.Κ.1 ήταν κάποιες φορές που τον έστελναν στην Τράπεζα να υπογράψει έγγραφα ή που η τελευταία μετέβαινε στο εργοστάσιο για τον παραπάνω σκοπό. Ούτε και με τον Μ.Κ.2, τον οποίο γνωρίζει, επικοινώνησε ποτέ, πλην των περιπτώσεων που ο τελευταίος βρισκόταν με τον Χ.Χ. στο γραφείο του τελευταίου και μιλούσαν για ποδόσφαιρο. Ο Μ.Κ.2 παραλάμβανε επιταγές από τον Χ.Χ. και όσες φορές ο ίδιος τον είδε στο εργοστάσιο, βρισκόταν στο γραφείο του τελευταίου. Ούτε και ηλεκτρονική πρόσβαση είχε στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, όπως ούτε και τους κωδικούς γνώριζε. Όταν του επιδόθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας, επικοινώνησε με «με τούντους ανθρώπους» και του είπαν να μην ανησυχεί και του διόρισαν στην αρχή, κάποιο δικηγόρο, ο οποίος ζητούσε αναβολή προκειμένου να εξοφλήσουν τα ποσά των επιταγών. Σε σχέση με τα οικονομικά και άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζει, ανέφερε πως μεγαλώνει το παιδί του μόνος του, επειδή η μητέρα του παιδιού αδυνατεί να το πράξει και για τούτο, του υπέγραψε σχετικό «χαρτί» (τεκμήριο 9).
Αντεξετάστηκε, ως προς το κατά πόσο απειλήθηκε η ζωή του, προκειμένου να υπογράψει τις επίδικες επιταγές και του υποβλήθηκε πως η θέση του ότι δεν αντιλήφθηκε τι ήταν αυτό που υπέγραφε στο έντυπο ανάκλησης των επιταγών, είναι ψέμα καθώς και ότι έπραξε όσα έπραξε, έχοντας πλήρη γνώση των συνεπειών που είχαν τόσο η υπογραφή των επίδικων επιταγών, όσο και του έντυπου ανακλήσεως τους, ως επίσης ότι η Κατηγορούμενη 1 του ανήκει και είναι ο μοναδικός μέτοχος. Ερωτήθηκε ως προς το κατά πόσο έχει καταχωρήσει στο μητρώο πραγματικών δικαιούχων του Εφόρου Εταιρειών, τους πραγματικούς δικαιούχους που έχει η Κατηγορούμενη 1 ως ο ισχυρισμός του, και του υπεβλήθη η θέση πως είναι ο ίδιος που παράγγελνε προϊόντα από την Παραπονούμενη και το πρόσωπο που συμπλήρωσε τις επίδικες επιταγές.
Ο Μ.Υ.1, είναι δικηγόρος και το πρόσωπο που προχώρησε, ως η θέση του, στην εγγραφή της Κατηγορούμενης 1, στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τον Α.Κ.. Μέτοχος και διευθυντής της, διορίστηκε ο Κατηγορούμενος 2 και ο ίδιος ή κάποια εταιρεία δικών του συμφερόντων, γραμματέας, θέση την οποία κατέχει, υπό την προσωπική του ιδιότητα ακόμη. Αναγνώρισε το τεκμήριο 7, ως αντίγραφο εγγράφου που συνέταξε ο ίδιος, εξηγώντας ότι η πρώτη σελίδα, αφορά εμπίστευμα, δυνάμει του οποίου ο Κατηγορούμενος 2 κατέχει 1000 μετοχές της Κατηγορούμενης 1, προς όφελος του Α.Κ. και η δεύτερη σελίδα είναι έγγραφο μεταβίβασης των εν λόγω μετοχών, το οποίο ορίζει ότι ο Κατηγορούμενος 2, μεταβιβάζει στον Α.Κ. τις πιο πάνω μετοχές, υπογεγραμμένο από τον μεταβιβάζων/Κατηγορούμενο 2, άνευ ημερομηνίας. Το πρωτότυπο κατέχετε από τον Α.Κ., ο οποίος οποτεδήποτε μέχρι σήμερα το χρησιμοποίησε αφού θα μπορούσε υπογράφοντας το και τοποθετώντας την ημερομηνία, να μεταβιβάσει τις μετοχές στο όνομα του, ως δικαιούχος που ήταν. Ο Κατηγορούμενος 2, ως ανέφερε, ήταν στην ουσία «αχυράνθρωπος» αφού ήταν υποχρεωμένος να εκτελεί τις οδηγίες του Α.Κ. και ακόμη και τυχόν μερίσματα, θα έπρεπε να τα αποδίδει στον τελευταίο. Ο ίδιος δεν έλαβε ποτέ οδηγίες από τον Κατηγορούμενο 2 και μια δυο φορές που χρειάστηκε να ενεργήσει ως γραμματέας, υπογράφοντας διάφορα έγγραφα, ειδοποιήθηκε από τον Α.Κ. Η όλη σχέση του με την Κατηγορούμενη 1 ήταν περιορισμένη και αφορούσε στην παροχή διοικητικών υπηρεσιών. Για τις υπηρεσίες του πληρωνόταν από το λογιστήριο της Κατηγορούμενης 1 και με τον Κατηγορούμενο 2, δεν είχε «ποτέ πάρε, δώσε».
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο δηλώθηκαν οποτεδήποτε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, οι πραγματικοί δικαιούχοι της Κατηγορούμενης 1 καθώς επίσης και τον λόγο που όταν συστάθηκε η εταιρεία, δεν δηλώθηκε στον εν λόγω Έφορο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ο πραγματικός δικαιούχος της πρώτης, εάν ο τελευταίος αντιλήφθηκε, κατά την υπογραφή του διορισμού του ως διευθυντής, τι συνέπειες ενείχε η θέση αυτή και εάν διαμαρτυρήθηκε για αυτό οποτεδήποτε, ως επίσης, ποια η αξία του τεκμηρίου 7 σήμερα.
Η Μ.Υ.2, ως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της, εργαζόταν στο λογιστήριο της Κατηγορούμενης 1, από τον Ιούλιο του 2019 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2021 και προσλήφθηκε από τον Α.Κ., ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης της και τον διευθυντή/λογιστή Χ.Χ.. Θεωρεί πως «μάστρος» ήταν ο Α.Κ. αλλά σε κατοπινό στάδιο ανακάλυψε πως ούτε ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 φαινόταν, ούτε και ως μέτοχος ή γραμματέας και όταν ρώτησε, η απάντηση που πήρε ήταν «έχουμε κάποιες προσωρινές οικονομικές δυσκολίες τζιαι ο Γιάννος (Κατηγορούμενος 2) κάμνει μας μιαν εξυπηρέτηση», μέχρι να διευθετηθούν τα ζητήματα που αντιμετώπιζαν. Ο Κατηγορούμενος 2, ήταν υπάλληλος της Κατηγορούμενης 1 εκτελώντας χρέη οδηγού και ό,τι άλλο του ζητείτο. Πραγματικοί δικαιούχοι της Κατηγορούμενης 1, είναι ο Α.Κ., ο Χ.Χ. και ο Μ.Κ.. Η ίδια ως βοηθός λογιστηρίου, λάμβανε οδηγίες από τον Χ.Χ. και ουδέποτε έλαβε τέτοιες από τον Κατηγορούμενο 2. Περιέγραψε την δομή που είχε το εργοστάσιο, αναφέροντας πως τα γραφεία βρίσκονταν στον πρώτο όροφο. Σε σχέση με τα δικά της καθήκοντα, παρότι βοηθός λογιστηρίου, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τις πληρωμές πλην της επαλήθευσης των υπολοίπων της Τράπεζας με τα αρχεία της Κατηγορούμενης 1 οπότε έβλεπε τις επιταγές που εκδίδονταν και το υπόλοιπο του λογαριασμού της εταιρείας το οποίο της έδιδαν κάθε μήνα όσοι είχαν πρόσβαση καθώς και ο λογιστής Χ.Χ. Με τον Κατηγορούμενο 2 δεν συζήτησε ποτέ οτιδήποτε αφορούσε τα οικονομικά της εταιρείας και θεωρεί πως ούτε γνώριζε αφού ήταν ένας απλός υπάλληλος.
Επιθεωρώντας τις επίδικες επιταγές, ανέφερε πως ο γραφικός χαρακτήρας σε κάποιες εξ αυτών είναι του Χ.Χ., καθότι τον γνωρίζει, πλην δύο επιταγών (τεκμήρια 2.10 και 2.11) που ο γραφικός χαρακτήρας ανήκει στην συνάδελφο της Χ.Π. Δεν υπέπεσε ποτέ στην αντίληψη της να ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 2 ποτέ, οποιοδήποτε πρόσωπο για τις επιταγές που εκδίδονταν, επειδή ο ίδιος δεν ρωτούσε ούτως ή άλλως αφού θεωρούσε πως όλα βαίνουν καλώς. Όλες οι επιταγές ήταν υπογεγραμμένες από τον Κατηγορούμενο 2 και κενές, σε ό,τι αφορά τα λοιπά στοιχεία τους και το βιβλιάριο επιταγών βρισκόταν στο γραφείο του Χ.Χ., ο οποίος χειριζόταν και ηλεκτρονικά τον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, αφού είδε πολλές φορές τον υπολογιστή του γραφείου του. Είδε πολλές φορές επίσης τον Μ.Κ.2 στο γραφείο του Χ.Χ. αφού ερχόταν για να πάρει επιταγές και δεν έφευγε εάν δεν τις έπαιρνε. Σε ό,τι αφορά τις ηλεκτρονικές πληρωμές, για να εγκρινόταν μια συναλλαγή, ερχόταν κωδικός σε κινητό τηλέφωνο, όμως τούτο γινόταν μετά αφού στην αρχή υπήρχε «digipass» το οποίο βρισκόταν στο γραφείο του Χ.Χ. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν «έβαλε» ποτέ παραγγελία για τον Μ.Κ.2 αφού ως επί το πλείστον, απουσίαζε σε εξωτερικές δουλειές που είχε η Κατηγορούμενη 1.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο το τεκμήριο 6 αποτελεί τιμολόγια για εμπορεύματα που παρέδωσε η Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη 1 και ερωτήθηκε εάν προέκυψε ποτέ, οποιοδήποτε πρόβλημα με τα εν λόγω εμπορεύματα. Ερωτήθηκε πως η ίδια είναι σε θέση να γνωρίζει τον βαθμό ανάμειξης του Κατηγορούμενου 2 στην διοίκηση της Κατηγορούμενης 1, ποιες ώρες η ίδια βρισκόταν στο εργοστάσιο. Επίσης, ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει εάν για τις επίδικες επιταγές, υπήρξε άλλος τρόπος διευθέτησης του υπολοίπου τους και εάν αυτές εκδόθηκαν σε σχέση με το εμπόρευμα για το οποίο εκδόθηκαν τα τιμολόγια (τεκμήριο 6) που της υποδείχθηκαν και πώς μπορεί να γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε πρόσβαση στον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, ηλεκτρονικά ή άλλως πως.
Ο Μ.Υ.3, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του πως συνεργάστηκε με την Κατηγορούμενη 1, από τον Νοέμβριο του 2019 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2022. Η συνεργασία του προέκυψε μέσω των Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ., οι οποίοι ήταν συνέταιροι στην εταιρεία LITHOWEB LTD, η οποία συνεργαζόταν με εταιρείες που ο ίδιος ήταν μέτοχος, εργαζόμενος και είχε συμφέροντα και λάμβανε οδηγίες από τον Α.Κ.. Διετέλεσε ως εξωτερικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1, σε ζητήματα που αφορούσαν την διαχείριση της, αφού του ζητήθηκε βοήθεια από τον Α.Κ., να τους βοηθήσει με την σύσταση της για να ολοκληρωθεί η μετάβαση της LITHOWEB LTD , στην Κατηγορούμενη 1, οπότε επειδή είχε εξειδίκευση στον τομέα και επειδή γνωρίζονταν αρκετά χρόνια, αποδέχθηκε. Διετέλεσε σύμβουλος της για ζητήματα οικονομικής φύσεως μέχρι και διαχείρισης. Η σχέση της LITHOWEB LTD με την Κατηγορούμενη 1, συνίστατο στο ότι η πρώτη επειδή διατηρούσε δάνεια στην Τράπεζα CDB, τα οποία ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο, με εξασφάλιση προσωπικές εγγυήσεις των Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ., τα οποία δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν και επειδή υπήρχαν και πολλές αγωγές από προμηθευτές για υπόλοιπα που επίσης η εν λόγω εταιρεία δεν μπορούσε να αποπληρώσει, η εν λόγω Τράπεζα «πήρε το κτήριο» και θα το έβγαζε σε πλειστηριασμό. Τα πιο πάνω πρόσωπα, συνεννοήθηκαν με την και η Τράπεζα στο να γίνει μια νέα εταιρεία, με διευθυντή, γραμματέα και μέτοχο άλλο πρόσωπο από τα πιο πάνω.
Για τον παραπάνω σκοπό, ο ίδιος μαζί με τον δικηγόρο (Μ.Υ.1) που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της πιο πάνω εταιρείας, ετοίμασαν έγγραφα (trust), τα οποία θα υπέγραφε το άτομο που θα διοριζόταν ως μέτοχος, αντί των Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ., που ήταν στην ουσία οι πραγματικοί μέτοχοι της Κατηγορούμενης 1. Έτσι γνώρισε και τον Κατηγορούμενο 2, για τον διορισμό του οποίου στην θέση του διευθυντή και μετόχου, εξέφρασε προβληματισμούς, αφού κατά την θέση του, την θέση αυτή θα έπρεπε να την αναλάμβανε κάποιο άτομο με μόρφωση, που να έχει σχέση με το αντικείμενο και γνώσεις που να δικαιολογούν την ύπαρξη του. Παρόλα αυτά, ο ίδιος εκτέλεσε εκείνα που έπρεπε να κάνει. Όταν γνώρισε τον Κατηγορούμενο 2, ο τελευταίος εκτελούσε χρέη οδηγού στην LITHOWEB LTD και του είχε πει πως δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις και δεν μπορούσε να γνωρίζει τις ευθύνες του «αντικειμένου στο οποίο αναμειγνύεται». Αντιλήφθηκε ωστόσο ότι επειδή βρισκόταν σε άσχημη οικονομική και προσωπική κατάσταση, λόγω του άρρωστου παιδιού του, ότι θεωρούσε πως με αυτό τον τρόπο θα βοηθούσε τον εαυτό του και το άρρωστο παιδί του.
Στα της Κατηγορούμενης 1, ο Α.Κ. έκανε τη διοίκηση, ο Χ.Χ. το λογιστικό κομμάτι και ο Μ.Κ. τα της παραγωγής. Τα τρία πιο πάνω πρόσωπα, ήταν και οι πραγματικοί δικαιούχοι της Κατηγορούμενης 1. Εκ της θέσεως του συμβούλου της εταιρείας, γνωρίζει πως η Κατηγορούμενη 1 διενεργούσε πληρωμές είτε με επιταγές ή διαδικτυακές τραπεζικές μεταφορές χρημάτων και κάποιες φορές με μετρητά. Ήταν επίσης παρών σε συναντήσεις που έγιναν με εκπροσώπους της Τράπεζας CDB και τους Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ, τουλάχιστον 2-3 φορές, σε καμμιά εκ των οποίων δεν βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος δεν είχε καμιά σχέση με τα οικονομικά της εταιρείας, πλην της υπογραφής των επιταγών ή εγγράφων που του δίδονταν, τα οποία υπέγραφε χωρίς να τα διαβάσει ή να ρωτήσει κάτι. Γνωρίζει επίσης τον Μ.Κ.2, λόγω του ότι στον τομέα της τυπογραφίας, αποτελεί ένα εκ των κυριότερων προμηθευτών χαρτιού. Το μπλοκ επιταγών της Κατηγορούμενης 1, το κρατούσε ο Χ.Χ. και κάποτε εάν έλειπε το έδινε σε άλλες υπαλλήλους της Κατηγορούμενης 1 με οδηγίες να υπογραφτούν επιταγές από τον Κατηγορούμενο 2 και να δοθούν σε προμηθευτές.
Αντεξετάστηκε ως προς τα καθήκοντα που εκτελούσε προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 ή των προσώπων που ανέφερε ως πραγματικούς δικαιούχους και ερωτήθηκε εάν ήταν εγγεγραμμένος οικονομικός ή διοικητικός σύμβουλος της πρώτης, από ποιον αμειβόταν για τις υπηρεσίες που κατείχε, εάν είναι ο ίδιος που ετοίμασε το τεκμήριο 7 και εάν ήταν παρών όταν συμφωνήθηκε κατά τη θέση του, από τον Κατηγορούμενο 2 και τους Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ., η υπογραφή του τεκμηρίου 7, εάν γνωρίζει τους λόγους που ο πρώτος αποδέχθηκε να υπογράψει και εάν του εξηγήθηκε από οποιονδήποτε πρόσωπο, τι συνέπειες επιφέρει ο διορισμός του ως μέτοχος και διευθυντής στην Κατηγορούμενη 1. Επίσης, ερωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος επικοινώνησε με τον Μ.Κ.2 διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας και τί του ανέφερε, όπως και εάν επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 2 πριν προσέλθει στο Δικαστήριο για να καταθέσει, εάν γνώριζε ότι ο Μ.Κ.2, ήταν προηγουμένως πιστωτής της LITHOWEB LTD, εάν συμβούλευε για ζητήματα λογιστικά την Κατηγορούμενη 1 και εάν γνωρίζει γιατί οι επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν. Του υπεβλήθηκαν οι θέσεις ότι ο ίδιος ενεργώντας ως οικονομικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1, συνωμότησε με τα πρόσωπα που κατονόμασε ως πραγματικούς δικαιούχους, για να καταδολιεύσουν τους πιστωτές της LITHOWEB LTD και της Κατηγορούμενης 1.
Η Μ.Υ.4, είναι επιθεωρήτρια στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κατέθεσε πως την Κατηγορούμενη 1 την γνωρίζει καθότι χειρίστηκε παράπονα που καταχωρήθηκαν εναντίον της, τα οποία οδήγησαν στην καταχώρηση δύο ποινικών υποθέσεων που αφορούν μη πληρωμή μισθών. Οι υποθέσεις αυτές είναι η ποινική υπόθεση 1890/23 και η ποινική υπόθεση 1923/24. Οι Παραπονούμενοι στις εν λόγω υποθέσεις, είχαν υποβάλει το παράπονο τους, εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και του Α.Κ., ως υπεύθυνου της καθώς και του Χ. ως λογιστή και της Χ. ως γραμματέα. Οι υποθέσεις καταχωρήθηκαν εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και του Α.Κ. και όχι εναντίον του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος δεν διαφάνηκε, παρότι ήταν ο δηλωμένος στον Έφορο Εταιρειών, διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, ότι ήταν υπεύθυνος, εν αντιθέσει με τον Α.Κ., που διαφάνηκε πως ήταν το αρμόδιο υπεύθυνο πρόσωπο σε ζητήματα προσλήψεων και πληρωμών, εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1. Αναφέρθηκε στα διαβήματα που έλαβε το τμήμα εργασιακών σχέσεων ή η ίδια σε σχέση με τα παράπονα που λήφθηκαν, λέγοντας ότι επικοινώνησε αρκετές φορές με τον Α.Κ. (και πότε ακριβώς), περί το έτος 2022 και σε ποιες περιπτώσεις το εν λόγω πρόσωπο απάντησε και σε ποιες όχι, ως επίσης ότι οι διαβεβαιώσεις που λάμβανε, όταν το τηλεφώνημα της απαντάτο, ήταν ότι θα υπάρξει συμμόρφωση προς τους Παραπονούμενους, κάτι το οποίο εν τέλει δεν έγινε, πλην μιας περίπτωσης στην οποία υπήρξε επί μέρους πληρωμή οφειλόμενου μισθού.
Αντεξετάστηκε ως προς το πώς το τμήμα εργασιακών σχέσεων αποφασίζει πότε ένα άτομο θα διωχθεί και ποιο είναι κατά τη θέση του τμήματος ο κατά νόμο υπεύθυνος σε ζητήματα μη πληρωμής μισθών καθώς επίσης και εάν διερεύνησε κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 ήταν εικονικός διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, ως της είχε λεχθεί από κάποιον από τους Παραπονούμενους.
Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή.
Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Επίσης, σημειώνω πως ενόψει του ότι τα πλείστα (ως θα διαφανεί) γεγονότα που αφορούν αυτές καθαυτές τις επίδικες κατηγορίες, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Κατηγορουμένου 2, πλην όσων σημείων σχετίζονται με το κατά πόσο ο τελευταίος, είχε την απαιτούμενη ένοχη διάνοια για να διαπράξει τα αδικήματα που του καταλογίζονται, τα όσα αποτελούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν την παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της προσφερθείσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης των αδικημάτων (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας (1999) 2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28)
Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).
Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
Σε ό,τι αφορά την Μ.Κ.1, αποτελεί εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης των Κατηγορουμένων, πως η εν λόγω μάρτυρας, δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας και ως εκ τούτου η μαρτυρία της θα πρέπει να απορριφθεί. Αποδίδει την θέση της αυτή η υπεράσπιση, σε αντιφάσεις που κατά την ίδια υπέπεσε η Μ.Κ.1, αλλά και στο ότι η μαρτυρία της δεν είχε συνέπεια και η ίδια δεν παρέμεινε σταθερή στην θέση της.
Καταρχάς, αναφέρω πως το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της, δεν έχει αμφισβητηθεί. Ό,τι αμφισβητήθηκε (απ’ όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της), είναι η αναφορά της Μ.Κ.1 ότι είχε απευθείας επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 2, αφότου λήφθηκε η εντολή ανάκλησης των επίδικων επιταγών ή και σε άλλο χρόνο και κατά πόσο, το τεκμήριο 3 που αφορά το έντυπο ανάκλησης των επιταγών και το ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο επισυνάπτεται το πρώτο, στάλθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2.
Από την μαρτυρία της, καταρχάς δεν έχει αμφισβητηθεί ότι, η Μ.Κ.1 εργάζεται στην Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως (CDB Bank) και είναι λειτουργός στο τμήμα προβληματικών χρεών τα τελευταία 5 έτη, ως επίσης ότι η Κατηγορούμενη 1, διατηρεί τον λογαριασμό με αρ. 101010020981014 στην πιο πάνω Τράπεζα και ότι από αυτόν, εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια 2.1-2.12). Επίσης, ότι για το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού είχαν συμπληρωθεί, σχετικά έντυπα ως το τεκμήριο 1 και ότι με βάση αυτά, υπογραφέας και εντολέας του πιο πάνω λογαριασμού, είναι ο Κατηγορούμενος 2, δείγμα υπογραφής του οποίου, υπάρχει καταχωρημένο στο σύστημα της Τράπεζας, καθώς και ότι σε σχέση με τις επίδικες επιταγές είχε ελεγχθεί, κατά την κατάθεση τους, ως φαίνεται από την σφραγίδα της Τράπεζας, το κατά πόσο η υπογραφή που έφεραν, αντιστοιχούσε στο δείγμα υπογραφής του Κατηγορούμενου 2, η γνησιότητα της οποίας επαληθεύτηκε. Επίσης, πως όταν ζητείται η ανάκληση της πληρωμή μιας επιταγής, λαμβάνεται από μέρους του πελάτη υπογεγραμμένη εντολή, σε έντυπο της Τράπεζας, όπου αναγράφεται ο λόγος που ζητείται η ανάκληση της πληρωμής, όπως έγινε και στην παρούσα στις 11.04.20, καθότι λήφθηκε από την Τράπεζα το εν λόγω έντυπο (τεκμήριο 3), δυνάμει του οποίου ζητήθηκε η ανάκληση των επίδικων επιταγών αναγράφοντας ως λόγο, τα εξής «other payment arrangement». Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές, κατατέθηκαν σε Τράπεζα για εξαργύρωση, ως προκύπτει από τις σφραγίδες που τοποθετήθηκαν επ’ αυτών και δεν τιμήθηκαν, αφού είχε προηγηθεί η ανάκληση της πληρωμής τους, από τον εκδότη τους, δηλαδή την Κατηγορούμενη 1, γεγονός για το οποίο επίσης, υπάρχει σχετική σφραγίδα από την Τράπεζα στην οποία κατατέθηκαν. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι η ίδια γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2, αφού τον είχε συναντήσει ξανά και είχαν ξαναμιλήσει.
Τα πιο πάνω, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Σε σχέση με τα λοιπά ζητήματα για τα οποία κατέθεσε η Μ.Κ.1, παρατηρώ πως επρόκειτο εν πρώτοις για ανεξάρτητη μάρτυρα, η οποία δεν διαφάνηκε να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Και λέω τούτο, χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μου το γεγονός πως μάρτυρες από μέρους της υπεράσπισης και δη ο Μ.Υ.3, είχε αναφερθεί στην μαρτυρία του, σε κάποιου είδους συμπαιγνία από μέρους της Τράπεζας, του Α.Κ., του Χ.Χ., του Μ.Κ. και της εταιρείας LITHOWEB LTD, στο να δημιουργηθεί η Κατηγορούμενη 1, ώστε να καταφέρει η Τράπεζα τεχνηέντως, να αποκτήσει το εργοστάσιο (κτήριο) στο οποίο δραστηριοποιείτο η Κατηγορούμενη 1 (και προηγουμένως η εταιρεία LITHOWEB LTD), το οποίο κατά τη θέση του Μ.Υ.3, εξασφάλιζε αρχικά τα δάνεια της πρώτης εταιρείας και μετέπειτα της Κατηγορούμενης 1. Παρόλα αυτά, τέτοια θέση ουδέποτε υπεβλήθη στην Μ.Κ.1 και η μαρτυρία της δεν έχει σε κανένα σημείο της αντεξέτασης κλονισθεί.
Η μάρτυρας ήταν σαφής στις θέσεις της και πάντως βέβαιη, ότι το πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε, αφότου έλαβε η Τράπεζα την εντολή ανάκλησης, ήταν ο Κατηγορούμενος 2, τον οποίο γνώριζε από συναντήσεις που είχαν προηγηθεί της ανάκλησης. Το ότι εν πάση περιπτώσει την εντολή ανάκλησης, την υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2, δεν είναι κάτι άλλωστε που αμφισβητήθηκε. Τουναντίον, ο τελευταίος κατά την δική του μαρτυρία, αποδέχθηκε ευθέως ότι είναι το πρόσωπο που υπέγραψε το έντυπο ανάκλησης των επιταγών, επικαλούμενος για την πράξη του αυτή, τους δικούς του λόγους.
Ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της υπεράσπισης πως η Μ.Κ.1 δεν ήταν σταθερή στις θέσεις της, επειδή ουσιαστικά, δεν αποδέχθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως πραγματικοί δικαιούχοι της Κατηγορούμενης 1, ήταν τα πρόσωπα που της αναφέρθηκαν και όχι ο Κατηγορούμενος 2, θέλοντας να βοηθήσει την υπόθεση της Παραπονούμενης εταιρείας. Καταρχάς, είναι άξιο απορίας γιατί η Μ.Κ.1 να θέλει να βοηθήσει την Παραπονούμενη, όταν μάλιστα δεν έχει αναδειχθεί από την αντεξέταση της, η ίδια ή η Τράπεζα στην οποία εργάζεται, να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης ή οποιαδήποτε σχέση με την Παραπονούμενη, ώστε η πιο πάνω θέση να είχε έρεισμα στην λογική. Κατά δεύτερο, η Μ.Κ.1 ήταν ξεκάθαρη στην απάντηση που έδωσε ως προς τους πραγματικούς δικαιούχους ή μη της Κατηγορούμενης 1, αναφέροντας πως αυτό, δεν είναι κάτι που γνωρίζει η ίδια. Ούτε απέκλεισε με λίγα λόγια, αλλά ούτε και επιβεβαίωσε, πως έτσι έχουν τα πράγματα. Επιπρόσθετα, ουδέποτε αρνήθηκε ότι ανάμειξη στα της Κατηγορούμενης 1, είχαν και τα πρόσωπα που της αναφέρθηκαν, εξ ου και η ίδια είχε αναφερθεί στην παρουσία τους σε συναντήσεις που είχαν γίνει, αναφέροντας τους ως τους CEO και CFO της Κατηγορούμενης 1, ως επίσης ότι συνομιλούσε και μαζί τους για ζητήματα της τελευταίας, όχι όμως σε ό,τι αφορούσε πληρωμές και επιταγές. Επομένως, δεν είναι πλήρως αντιληπτό σε τι συνίσταται η αντίφαση την οποία επικαλείται η υπεράσπιση, ζητώντας την απόρριψη της μαρτυρίας της Μ.Κ.1. Τώρα, σε σχέση με το κατά πόσο, ο αριθμός κινητού τηλεφώνου που καταγράφεται στο τεκμήριο 1 και στον οποίο κάλεσε η Μ.Κ.1, ανήκει ή όχι στον Κατηγορούμενο 2, η Μ.Κ.1 ήταν και πάλι σαφής και ξεκάθαρη πως προφανώς και δεν μπορεί η ίδια να γνωρίζει εάν ανήκει στον τελευταίο ο εν λόγω αριθμός κινητού τηλεφώνου, πλην όμως είναι αυτός που δηλώθηκε ως αριθμός επικοινωνίας, όταν η Κατηγορούμενη 1 αιτήθηκε την παραχώρηση τραπεζικού λογαριασμού από την Τράπεζα, (γεγονός που επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 1), καθώς επίσης, ότι σε αυτόν τον αριθμό κάλεσε, απάντησε ο Κατηγορούμενος 2 και επιβεβαίωσε την εντολή ανάκλησης των επίδικων επιταγών.
Εκείνο που πράγματι φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εκ των όσων είχε αναφέρει η Μ.Κ.1, είναι το ότι, η ηλεκτρονική διεύθυνση από την οποία στάλθηκε το ηλεκτρονικό μήνυμα στην Τράπεζα για την ανάκληση των επίδικων επιταγών, είναι αυτή που είχε δηλωθεί ως ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας της Κατηγορούμενης 1, στο τεκμήριο 1 και ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο αποστολέας του ηλεκτρονικού μηνύματος με το οποίο της απεστάλη το τεκμήριο 3. Αυτό εξάλλου, το αποδέχθηκε και η Μ.Κ.1. Παρόλα αυτά, η πιο πάνω απόκλιση, (εάν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια), καμμιά σημασία έχει, με δεδομένο το ότι, η Μ.Κ.1 ήταν και πάλι σαφής πως σε κάθε περίπτωση, η ηλεκτρονική αυτή διεύθυνση από την οποία στάλθηκε το έντυπο ανάκλησης, ήταν εκ των ηλεκτρονικών διευθύνσεων που η ίδια είχε καταχωρημένη (μεταξύ άλλων) για να δέχεται και να αποστέλλει αλληλογραφία σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, θέση την οποία αποδέχομαι. Το ίδιο ισχύει και ως προς τον συντάκτη του ηλεκτρονικού μηνύματος, ο οποίος ναι μεν, δεν αποκαλύπτεται, ως και η ίδια η Μ.Κ.1 αποδέχθηκε, αφού αυτό δεν φέρει υπογραφή ή όνομα, ωστόσο και πάλι, καμιά σημασία έχει, με δεδομένο το ότι, μετά την λήψη του, η Μ.Κ,1 ήταν ξεκάθαρη ότι μίλησε τηλεφωνικά με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος επιβεβαίωσε την ανάκληση των επίδικων επιταγών.
Με δεδομένες συνεπώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου, αλλά και λαμβανομένου υπόψη του ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της, η αξιοπιστία της Μ.Κ.1 έχει κλονιστεί, αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της και τα όσα η Μ.Κ.1 ανέφερε, επιπρόσθετα των ως άνω μη αμφισβητούμενων γεγονότων, αποτελούν και ευρήματα του παρόντος Δικαστηρίου, πλην του ότι ο Κατηγορούμενος 2 συνέταξε το ηλεκτρονικό μήνυμα που συνοδεύει το έντυπο ανάκλησης (τεκμήριο 3) καθώς και του ότι η συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση απ’ όπου αποστάλθηκαν τα πιο πάνω, του ανήκει και είναι αυτή που είχε δηλωθεί ως διεύθυνση επικοινωνίας κατά το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1.
Ως περαιτέρω εύρημα εξαγάγω και το ότι, το έντυπο ανάκλησης επιταγών (τεκμήριο 3), συμπληρώθηκε στις 11.04.2020 και περιλαμβάνει ανάκληση πληρωμής 30 συνολικά επιταγών, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, αφού αυτό προκύπτει, από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3.
Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 και του Κατηγορούμενου, κρίνω σκόπιμη, την αξιολόγηση των μαρτύρων που κλήθηκαν προς υπεράσπιση του τελευταίου.
Ξεκινώντας από την Μ.Υ.4, η οποία κρίνω πως ήταν παντελώς ανεξάρτητη με τα γεγονότα της παρούσας, μάρτυρας, σημειώνω πως η μαρτυρία της δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο και είναι αποδεκτή στην ολότητα της. Δεν έχω εντοπίσει καμμιά προδιάθεση και κανένα κίνητρο της Μ.Υ.4 να αναφέρει ψέματα στο Δικαστήριο, ούτε και προκύπτει η ίδια, να είχε οποιοδήποτε ίδιο όφελος από την υπόθεση. Πρόκειται για ανεξάρτητη λειτουργό του τμήματος εργασιακών σχέσεων, η ουσία της μαρτυρίας της οποίας έγκειται στο ότι, το παραπάνω τμήμα, αφότου έλαβε παράπονα για μη πληρωμή μισθών σε διάφορες χρονικές περιόδους περί το έτος 2022, κατέληξε πως υπεύθυνος της Κατηγορούμενης 1 σε ζητήματα πληρωμών και προσλήψεων, ήταν ο Α.Κ., εναντίον του οποίου καταχωρήθηκαν οι ποινικές υποθέσεις με αρ. 1890/23 και 1923/24, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Εναντίον του Κατηγορούμενου 2, δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε υπόθεση παρότι ο τελευταίος εμφανιζόταν ως δηλωμένος διευθυντής της Κατηγορούμενης 1.
Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός πως δεν υπάρχει από μέρους της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, εισήγηση για μη αποδοχή της μαρτυρίας της. Αποτελεί συνεπώς εύρημα μου το ότι, εναντίον της Κατηγορούμενης 1, διερευνήθηκαν από τμήμα εργασιακών σχέσεων καταγγελίες από πρώην εργοδοτούμενους της κατά το έτος 2022, σε σχέση με απλήρωτους μισθούς καθώς και ότι κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε η Μ.Υ.4, κατέληξε πως αρμόδιος σε ζητήματα προσλήψεων και πληρωμών, ήταν ο Α.Κ., εναντίον του οποίου και της Κατηγορούμενης 1, καταχωρήθηκαν οι πιο πάνω ποινικές υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση.
Στον ίδιο βαθμό ανεξάρτητος, ήταν θεωρώ και ο Μ.Υ.1, του οποίου η μαρτυρία περιορίστηκε στις περιστάσεις υπό τις οποίες συντάχθηκε το τεκμήριο 7, το οποίο αφορά έντυπο εμπιστεύματος κατοχής μετοχών της Κατηγορούμενης 1, από τον Κατηγορούμενο 2, προς όφελος του Α.Κ.. Εκ της μαρτυρίας του, δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι δικηγόρος, ότι είναι το πρόσωπο που προχώρησε στην εγγραφή της Κατηγορούμενης 1 στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τον Α.Κ., με μέτοχο και διευθυντή της, τον Κατηγορούμενο 2 και τον ίδιο καθώς και εταιρεία δικών του συμφερόντων, ως γραμματέα, θέση την οποία κατέχει, υπό την προσωπική του ιδιότητα ακόμη. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι το πρόσωπο που συνέταξε το τεκμήριο 7, το οποίο αφορά εμπίστευμα, δυνάμει του οποίου ο Κατηγορούμενος 2 κατέχει 1000 μετοχές της Κατηγορούμενης 1, προς όφελος του Α.Κ. και ότι επιπρόσθετα τούτου, ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε και έγγραφο μεταβίβασης των εν λόγω μετοχών, άνευ ημερομηνίας. Επίσης, ότι ο λόγος που κατατέθηκε αντίγραφο του τεκμηρίου 7, είναι διότι το πρωτότυπο κατέχετε από τον Α.Κ. καθώς επίσης ότι ο ίδιος, δεν έλαβε ποτέ οδηγίες από τον Κατηγορούμενο 2, πληρωνόταν από την Κατηγορούμενη 1 και όταν έτυχε να πρέπει να υπογράψει έγγραφα, ειδοποιήθηκε να το πράξει από τον Α.Κ.. Τα παραπάνω, καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Εκείνο που δεν αποδέχομαι από την μαρτυρία του Μ.Υ.1, είναι το ότι ο Κατηγορούμενος 2, ήταν «αχυράνθρωπος», αφού υποχρεούτο να εκτελεί τις οδηγίες του Α.Κ., χωρίς ουσιαστικό όφελος και ο λόγος είναι ο εξής. Με δεδομένο το ότι η θέση του Μ.Υ.1 είναι ότι ουδέποτε ο ίδιος είχε σχέση με τα της λειτουργίας της Κατηγορούμενης 1 και η ανάμειξη του περιορίστηκε στην εγγραφή της τελευταίας και στην παροχή διοικητικών υπηρεσιών από μέρους του, χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, θεωρώ την πιο πάνω θέση του παντελώς αυθαίρετη αφού αυτή πέραν από το ότι αποτελεί έκφραση γνώμης του ιδίου, είναι και ουσιαστικά αστήρικτη. Με εξαίρεση συνεπώς τα πιο πάνω, το λοιπό μέρος της μαρτυρίας του είναι αποδεκτό και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ως περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου, καθίσταται και το ότι, το τεκμήριο 7, συντάχθηκε περί το έτος 2016, ως η χρονολογία που αναγράφεται, καθώς και ότι πέραν της υπογραφής του Κατηγορουμένου 2, καμμιά άλλη υπογραφή υπάρχει, για όποια σημασία βέβαια τούτο έχει.
Στρεφόμενη στην Μ.Υ.2, σημειώνω από την μαρτυρία της, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι εργαζόταν στο λογιστήριο της Κατηγορούμενης 1 ως βοηθός λογιστηρίου, από τον Ιούλιο του 2019 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2021 καθώς και ότι προσλήφθηκε από τους Α.Κ. και Χ.Χ. Το γεγονός εξάλλου ότι προσλήφθηκε από τον Α.Κ. δεν ξενίζει, με γνώμονα το ότι αυτή ήταν και η διαπίστωση της Μ.Υ.4 κατόπιν των ερευνών που είχε διεξαγάγει, ότι δηλαδή ο Α.Κ., ήταν υπεύθυνος (μεταξύ άλλων) προσλήψεων. Επίσης μη αμφισβητούμενη, παρέμεινε και η αναφορά της Μ.Υ.2 ότι ο Κατηγορούμενος 2, εκτελούσε χρέη οδηγού στην Κατηγορούμενη 1 και ό,τι άλλο του ζητείτο, παρότι αμφισβητήθηκε η γενικότερη εμπλοκή του στα της λειτουργίας της Κατηγορούμενης 1. Παραμένει ωστόσο ως γεγονός ότι η θέση αυτή της Μ.Υ.2, δεν έχει αμφισβητηθεί.
Σε ό,τι αφορά τα λοιπά ζητήματα που κατέθεσε, σημειώνω πως αποτέλεσε θέση της πως ιδιοκτήτης της Κατηγορούμενης 1, ήταν ο Α.Κ. και διευθυντής, ο Χ.Χ.. Βάσισε την πεποίθηση της αυτή στο γεγονός ότι προσλήφθηκε από τα παραπάνω πρόσωπα, ως επίσης και στο ότι όταν ανακάλυψε πως ο Α.Κ., δεν φαινόταν πουθενά ως διευθυντής, μέτοχος ή γραμματέας, τον ρώτησε γιατί και της απάντησε «έχουμε κάποιες προσωρινές οικονομικές δυσκολίες τζιαι ο Γιάννος (Κατηγορούμενος 2) κάμνει μας μιαν εξυπηρέτηση». Σημειώνω πως καταρχάς, το γεγονός ότι πίστευε πως ιδιοκτήτης της Κατηγορούμενης 1 ήταν ο Α.Κ. και όχι ο Κατηγορούμενος 2, δεν είναι παράλογο, με δεδομένο το ότι η πρόσληψη της έγινε, από το παραπάνω πρόσωπο. Το ότι εξάλλου ο Κατηγορούμενος 2, υπέγραψε περί το έτος 2016 έγγραφο, με βάση το οποίο κατείχε μετοχές προς όφελος του πιο πάνω προσώπου, έχει ήδη καταστεί εύρημα του Δικαστηρίου με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Υ.1 και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7.
Τώρα, το κατά πόσο πράγματι, ο Α.Κ. ανέφερε στην Μ.Υ.2 την πιο πάνω φράση, δεν είναι κάτι που μπορεί άνευ ετέρου να αποτελέσει εύρημα του Δικαστηρίου, με δεδομένο σαφώς το ότι, πρόκειται για δήλωση προσώπου που, ουδέποτε προσήλθε ή ζητήθηκε να προσέλθει στο Δικαστήριο για να καταθέσει και να αντεξεταστεί.
Ούτε και η θέση της Μ.Υ.2 ότι πραγματικοί δικαιούχοι της Κατηγορούμενης 1 ήταν οι Α.Κ., ο Χ.Χ. και ο Μ.Κ.. μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού αυτή δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε βάσιμα στοιχεία, αλλά τουναντίον, στηρίζεται στην εντύπωση που η ίδια αποκόμισε, βλέποντας έξω από τα γραφεία των παραπάνω προσώπων να υπάρχει η καρτέλα «Διευθυντής», ως η ίδια ανέφερε αλλά και ως εκ των δηλώσεων του Α.Κ. στις οποίες αναφέρθηκε. Πέραν τούτου, αντικρούεται με την ίδια την αρχική της δήλωση, ότι πραγματικός δικαιούχος της Κατηγορούμενης 1, ήταν ο Α.Κ. Ανεξάρτητα δε από τα πιο πάνω, σημειώνω πως τα πλείστα σημεία της μαρτυρία της, σε ό,τι αφορά τους πραγματικούς ή μη δικαιούχους της Κατηγορούμενη, είναι πανομοιότυπη με αυτήν του Κατηγορούμενου, σε βαθμό που προκαλούνται αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο τα όσα σχετικώς ανέφερε η Μ.Υ.2 προέρχονται από προσωπική της γνώση ή πεποίθηση ή προσαρμόστηκαν με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συνάδουν με τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε.
Και τούτο διότι, ήταν εμφανής η πρόθεση της να στηρίξει και να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο 2, από τα αρχικά ακόμη στάδια της μαρτυρίας της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα και ένδειξη της πιο πάνω εντύπωσης που αποκόμισα από την Μ.Υ.2 είναι το ότι πριν καν ρωτηθεί σε σχέση με τον Α.Κ. ή γενικότερα ως προς το ποιο πρόσωπο διοικούσε την Κατηγορούμενη 1, εμφανώς αγχωμένη και κοιτώντας συνεχώς τον Κατηγορούμενο 2 (ωσάν να επιδίωκε την επιβεβαίωση του) είχε απαντήσει τα εξής, σε ερώτηση που αφορούσε το κατά πόσο η ίδια γνωρίζει την Κατηγορούμενη 1:
«Ε. Κυρία Αγκαστινιώτη, γνωρίζετε κάποια εταιρεία Gs United
Reprographics Ltd;
A. Ναι, εγώ εργάστηκα στην Gs United Reprographics Ltd που ήταν τυπογραφείο στην περιοχή Κοκκινοτριμιθιάς από το 2019, Ιούλιο 2019 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2021.
E. Μάλιστα.
A. Με προσέλαβε κύριος Ανδρέας Κυριάκου που ήταν ο υπεύθυνος του τυπογραφείου και ο διευθυντής.»
Ακόμη και επί ζητημάτων που δεν είχε πραγματική ή πρωτογενή γνώση δεν δίστασε να εκφέρει άποψη, απόλυτη μάλιστα, ενώ η ίδια στις αμέσως επόμενες απαντήσεις της, συμφωνούσε πως δεν επρόκειτο για γεγονότα που γνωρίζει αλλά για συμπεράσματα της.
Κατά πρώτο, ενώ η ίδια ανέφερε πως παρότι βοηθός λογιστηρίου, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τις πληρωμές που διενεργούσε η Κατηγορούμενη 1, (πλην της επαλήθευσης των υπολοίπων της Τράπεζας με τα αρχεία της Κατηγορούμενης 1), εντούτοις αμέσως μετά ήταν η θέση της πως ο Κατηγορούμενος 2, καμμιά σχέση είχε με τις πληρωμές που διενεργούνταν από την Κατηγορούμενη 1, χωρίς ωστόσο να αναφέρει από που προκύπτει η πεποίθηση ή η γνώση της αυτή. Ήταν μάλιστα απόλυτη, ότι όλες ανεξαιρέτως τις επιταγές (επίδικες και μη), που υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2, τις είχε υπογράψει εν λευκώ (και αρκετές μάλιστα μπροστά της), παραδίδοντας το μπλοκ επιταγών στον Χ.Χ., ο οποίος συμπλήρωνε τα λοιπά στοιχεία τους, όταν μια επιταγή θα παραδιδόταν για σκοπούς πληρωμής. Η πιο πάνω θέση της, πέραν από το ότι δεν συνάδει με μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορούμενου, ο οποίος ουδέποτε ανέφερε πως υπέγραφε επιταγές ενώπιον της Μ.Υ.2, αλλά ότι υπέγραφε ολόκληρο μπλοκ επιταγών εν λευκώ και το παρέδιδε στον Χ.Χ. προκαλεί και αμφιβολίες ως προς το γιατί ο Κατηγορούμενος 2 να υπέγραφε τις επιταγές ενώπιον της ιδίας, εάν αυτή δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή ανάμειξη στα των ζητημάτων πληρωμής ή έκδοσης των επιταγών.
Τώρα, στρεφόμενη στα όσα η Μ.Υ.2 ανέφερε σχετικά με την αυτή καθαυτή εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2 στα της λειτουργίας της Κατηγορούμενης 1 και στις μεταξύ του Α.Κ. και του Κατηγορούμενου 2 συμφωνίες, είναι προφανές πως τίποτε από τα όσα ανέφερε η Μ.Υ, 2 μπορεί να γίνει αποδεκτό, μιας και οι θέσεις της ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε και δεν ενημερωνόταν για τα οικονομικά ζητήματα που απασχολούσαν την Κατηγορούμενη 1, στηρίζεται στην πεποίθηση της ίδιας και συμπερασματικά του ότι ο Κατηγορούμενος 2, δεν ρωτούσε ποτέ (τουλάχιστον την ίδια) ποια ήταν η οικονομική κατάσταση της πρώτης. Για τους ίδιους λόγους, μη αποδεκτή είναι και η θέση της πως ο Κατηγορούμενος 2, ήταν ένας απλός υπάλληλος της Κατηγορούμενης 1, όπως και το ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν «έβαλε» ποτέ παραγγελία για τον Μ.Κ.2 αφού ως επί το πλείστον, απουσίαζε σε εξωτερικές δουλειές που είχε η Κατηγορούμενη 1. Εκ των πραγμάτων και με δεδομένο το ότι ο ρόλος της ως η ίδια ανέφερε, περιοριζόταν στο λογιστικό κομμάτι της Κατηγορούμενης 1 και δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη με το κομμάτι των παραγγελιών ή δεν είναι η ίδια που παράγγελνε προϊόντα από την Παραπονούμενη ή τον Μ.Κ.2, δεν θα μπορούσε με βεβαιότητα να γνωρίζει πώς και από ποιόν οι παραγγελίες υποβάλλονταν, έτσι που η πιο πάνω θέση της να καθίσταται αυθαίρετη. Εξάλλου, η ίδια η Μ.Υ.2 έχει στηρίξει την πιο πάνω θέση στο ότι ο Κατηγορούμενος 2 έλειπε επί το πλείστον, σε εξωτερικές εργασίες, χωρίς να έχει εξηγήσει πώς αυτό, θα μπορούσε να αποτελεί κώλυμα για τον Κατηγορούμενο 2 στο να υποβάλλει παραγγελίες.
Σε ό,τι αφορά τη θέση της ότι ο γραφικός χαρακτήρας που παρουσιάζεται στα συμπληρωμένα πεδία των επίδικων επιταγών (πλην του σημείου της υπογραφής) ανήκει στον Χ.Χ. και στην πρώην συνάδελφο της Χ., σημειώνω πως αποτέλεσε θέση της Μ.Υ.2 πως έβλεπε τις επιταγές που θα παραδίδονταν και γνώριζε τον γραφικό χαρακτήρα και των δύο πιο πάνω προσώπων. Η θέση της αυτή σημειώνω πως δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο. Επί της πιο πάνω θέσης, οφείλω επίσης να αναφέρω πως πράγματι σε ορισμένες εκ των επίδικων επιταγών, φαίνεται εκ πρώτης όψεως, για παράδειγμα το χρώμα, ή η ποιότητα του στυλό που χρησιμοποιήθηκε στο πεδίο υπογραφής τους, να διαφέρει από αυτό που χρησιμοποιήθηκε για τα λοιπά πεδία συμπλήρωσης. Επί του ζητήματος της απόδειξης του γραφικού χαρακτήρα ενός προσώπου, σημειώνω πως με βάση την νομολογία, αυτή μπορεί να γίνει είτε με άμεση μαρτυρία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο ή εκείνο που τον είδε να υπογράφει, είτε με τη μαρτυρία πραγματογνώμονα - γραφολόγου ή με μαρτυρία γνώστη του γραφικού χαρακτήρα του προσώπου που υπογράφει (βλ. σχετικά VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC SystemsLtd κ.ά., Ποιν. Έφεση 204/2014, ημερ. 28/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:B428).
Με δεδομένο συνεπώς το ότι δεν αμφισβητήθηκε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής πως η Μ.Υ.2 είναι γνώστης του γραφικού χαρακτήρα των προσώπων που ανέφερε πως φαίνεται να συμπλήρωσαν τα συγκεκριμένα πεδία στις επίδικες επιταγές, δεν έχω λόγο να μην αποδεχτώ τη θέση της αυτή, ότι δηλαδή πλην του σημείου της υπογραφής στις επίδικες επιταγές, ο γραφικός χαρακτήρας του οποίου ανήκει στον Κατηγορούμενο 2 (ως είναι άλλωστε παραδεκτό από τον ίδιο), τα υπόλοιπα πεδία τους, είναι συμπληρωμένα, σε ό,τι αφορά τα τεκμήρια 2.1-2.9 και 2.12 από τον Χ.Χ. και σε ό,τι αφορά τα τεκμήρια 2.10 και 2.11 την πρώην συνάδελφο τους Χ. Η θέση αυτή εξάλλου, συνάδει σε μεγάλο βαθμό και με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.2, ότι σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιταγές του παραδίδονταν από «την κοπέλα» στο εργοστάσιο, είτε αφότου ο Κατηγορούμενος 2 τις είχε υπογράψει, είτε αφότου καλείτο να υπογράψει επιταγές, οι οποίες είχαν ήδη ετοιμαστεί.
Στρεφόμενη τώρα στις αναφορές της Μ.Υ.2 ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε ούτε πρόσβαση στον ηλεκτρονικό, τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, επειδή την πρόσβαση αυτή την είχε ο Χ.Χ., σημειώνω πως πέραν του ότι η πιο πάνω θέση είναι παντελώς αυθαίρετη, είναι και παντελώς άσχετη με τα εδώ επίδικα ζητήματα, αφού είτε είχε είτε δεν είχε ο Κατηγορούμενος 2 πρόσβαση στον ηλεκτρονικό τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, το γεγονός ότι είναι το πρόσωπο που ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές, δεν αμφισβητείται και είτε είχε είτε δεν είχε τέτοια πρόσβαση, καμμιά απολύτως σημασία έχει και επομένως τα όσα επιμέρους ανέφερε σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως αναφορές και μαρτυρία άσχετη με τα επίδικα ζητήματα.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τη θέση της Μ.Υ.2 ότι ο Μ.Κ.2 παραλάμβανε τις επιταγές (επίδικες και μη) από τον Χ.Χ., τον οποίο επισκεπτόταν στο γραφείο του, σημειώνω πως εν πρώτοις, η θέση αυτή (ως έχει) ουδέποτε υπεβλήθη στον Μ.Κ.2, έτσι ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ό,τι ερωτήθηκε επί τούτου ο Μ.Κ.2 ήταν εάν τύγχανε, στις επισκέψεις του στο εργοστάσιο, να ανέβει στα επάνω γραφείο που βρισκόταν και ο Χ.Χ. και να πιει «καφέ» μαζί του, με τον Μ.Κ.2 να απαντά πως αυτό γινόταν, αρκετά χρόνια προηγουμένως και όταν εν πάση περιπτώσει συνεργαζόταν με την εταιρεία LITHOWEB LTD. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις και θέματα. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551 στη σελ. 590 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 599».
Στην προκειμένη περίπτωση, παρότι είναι εν μέρει αδιάφορο (σε συνάρτηση πάντοτε με το τι εδώ αποτελεί επίδικο ζήτημα) το από ποιον παραλάμβανε ή όχι τις επίδικες επιταγές ο Μ.Κ.2, εντούτοις ενόψει του ότι καταρχάς, ουδέποτε του υπεβλήθη αυτή η θέση ώστε να απαντήσει, ως επίσης ουδέποτε ο Χ.Χ. κλήθηκε να καταθέσει ή να αντεξεταστεί, δεν είμαι διατεθειμένη, ούτε αυτήν την θέση της Μ.Υ.2 να αποδεχτώ.
Σε γενικές γραμμές και παρότι η Μ.Υ.2 δεν θεωρώ πως ήταν μάρτυρας η οποία προσήλθε με σκοπό να πει ψέματα στο Δικαστήριο, εντούτοις θεωρώ πως ήταν επηρεασμένη από την επιθυμία της, (η οποία ήταν πέρα για πέρα εμφανής), να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο 2, προβαίνοντας σε δηλώσεις, οι οποίες ευνοούσαν την υπόθεση του. Το βέβαιο είναι ότι δεν ήταν μάρτυρας ανεξάρτητη και εν πάση περιπτώσει μάρτυρας, που είχε κάτι να πει σε σχέση με τα επίδικα εδώ ζητήματα. Ως αναφέρω και πιο πάνω, ήταν σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένη από την επιθυμία της να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο 2, με αποτέλεσμα να υπερβάλλει, καταθέτοντας για γεγονότα που δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να γνωρίζει, εξ ου και η αντικειμενικότητα η οποία υπό άλλες περιστάσεις θα μπορούσε να διακατέχει την μαρτυρία της, έχει πληγεί. Υπενθυμίζω πως πρόκειται για πρόσωπο που προηγουμένως προσλήφθηκε από τον Α.Κ. για σκοπούς εργοδότησης της στην Κατηγορούμενη 1, με την συνεργασία τους να λήγει αγνώστως πως, αφού η ίδια παρόλο που θεώρησε σημαντικό να αναφέρει το πώς και από ποιο πρόσωπο είχε προσληφθεί, δεν θεώρησε σημαντικό να αναφέρει τον λόγο που για παράδειγμα, η ίδια αποχώρησε από την Κατηγορούμενη 1, για όποια σημασία ενδεχομένως τούτο να είχε.
Επιπλέον, πρόκειται για πρόσωπο που γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2 προσωπικά, αφού είναι ως η ίδια ανέφερε, συγχωριανοί και τον γνώριζε «καλά». Περιπλέον τούτου, καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, διακρινόταν εύκολα η πρόθεση της, να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο 2, λέγοντας ό,τι θα μπορούσε να αποβεί προς όφελος του. Η χαρακτηριστικότερη ένδειξη τούτου, είναι ότι όταν η ίδια ανέφερε με απόλυτο τρόπο πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε πρόσβαση στον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, ερωτήθηκε πώς μπορεί να είναι τόσο βέβαιη, όταν δεν ήταν πάντοτε μαζί του, με την ίδια να απαντά τα εξής:
«E. Πώς είστε τόσο σίγουρη ότι δεν είχε πρόσβαση; A. Τον έβλεπα.
E. Πώς μπορείτε να γνωρίζετε τι πράξεις κάνει κάθε υπάλληλος της
εταιρείας, όταν αυτός είναι μόνος του;
A. Εντάξει, σε ιδιωτικές στιγμές σίγουρα δεν γνωρίζω, αλλά σαν θέμα χαρακτήρα που ήξερα τον Γιάννο τζιαι πριν να πάω στο τυπογραφείο γιατί είναι χωριανός μου, ο άνθρωπος ήταν προσηλωμένος στη δουλειά που έκαμνε, ήταν πιεσμένος, είσιεν χρονοδιάγραμμα να παραδώσει κάτι, να επιστρέψει πίσω, να πάει αλλού. Τέλος πάντων εν είσιεν χρόνο να ασχοληθεί με τούτο το κομμάτι. Ήταν άλλου ευθύνη τούτο το κομμάτι τζιαι ήξερε το τζιαι ο ίδιος ότι αυτό θα συνέβαινε».
Επί της τελευταίας της αυτής απάντησης, ερωτήθηκε από το Δικαστήριο τι είναι ακριβώς που εννοούσε και αντιλαμβανόμενη ότι η πιο πάνω απάντηση της, δεν ήταν ιδιαίτερα βολική για τον Κατηγορούμενο, τον κοίταξε με ύφος απολογητικό και απάντησε με τον πιο κάτω τρόπο, ο οποίος πόρρω απέχει από την προηγούμενη απάντηση της, με την οποία προφανώς εννοούσε πως ο Κατηγορούμενος κατά βάθος γνώριζε, πως τα πράγματα, σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1 δεν έβαιναν και τόσο καλά όπως η ίδια ανάφερε ότι νόμιζε ο τελευταίος. Η απάντηση της, ήταν συγκεκριμένα η εξής:
«Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Δηλαδή;
Μάρτυρας: Όταν λέτε, δηλαδή;
Δικαστήριο: Αυτό θα συνέβαινε είπατε. Δηλαδή τι είναι αυτό που θα συνέβαινε; Μάρτυρας: Ότι θα ήξερε πολλά οικονομικά της εταιρείας. Τούτο θέλω να πω.»
Καταληκτικά συνεπώς, σημειώνω πως πέραν των ζητημάτων που καταγράφω ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και των όσων ρητώς αναφέρω ότι είναι αποδεκτά, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Υ.2, δεν το αποδέχομαι και το απορρίπτω για τους λόγους που σε κάθε επιμέρους ζήτημα εξηγώ.
Στρέφομαι τώρα, στην μαρτυρία του Μ.Υ.3. Προτού αναφέρω οτιδήποτε άλλο, σημειώνω πως από την μαρτυρία του Μ.Υ.3, δεν αμφισβητήθηκε ότι ο ίδιος συνεργάστηκε με την Κατηγορούμενη 1, από τον Νοέμβριο του 2019 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2022 και πως η συνεργασία του προέκυψε μέσω των Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ., οι οποίοι ήταν συνέταιροι στην εταιρεία LITHOWEB LTD, η οποία συνεργαζόταν με εταιρείες που ο ίδιος ήταν μέτοχος, εργαζόμενος και είχε συμφέροντα και πως λάμβανε οδηγίες από τον Α.Κ..
Τώρα, σε σχέση με τα όσα αποτέλεσαν αμφισβητούμενα γεγονότα και αναφορές, σημειώνω πως ο Μ.Υ.3 καθόλου θετική εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από υπερβολή, αντιφατικές και αντικρουόμενες θέσεις, υπεροψία και αλαζονεία, σε βαθμό μάλιστα που σε πέραν της μιας περιπτώσεως, του είχε επιστηθεί η προσοχή από το Δικαστήριο σε σχέση με τη συμπεριφορά του, είτε γιατί γελούσε, είτε γιατί ο τρόπος με τον οποίο απευθυνόταν (κυρίως) προς τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, δεν ήταν πρέπων. Πέραν τούτου, κατά την διάρκεια που κατέθετε (είτε κατά την κυρίως εξέταση είτε κατά την αντεξέταση του), υπέπιπτε σε αντιφάσεις, τέτοιες και σε τόσο έκταση, που η όποια αξιοπιστία του να έχει κλονιστεί συθέμελα.
Εν πρώτοις, παρουσίασε τον εαυτό του ως ειδήμονα και ειδικό σε οικονομικά ζητήματα, μη διστάζοντας να αναφέρει πως είναι ο ίδιος που συνέβαλε στο να δημιουργηθεί η Κατηγορούμενη 1, για να μπορεί η εταιρεία LITHOWEB LTD να συνεχίσει να διεξάγει εργασίες υπό άλλο εταιρικό πέπλο (και με τον τρόπο που δημιουργήθηκε), ενώ έπειτα από λίγο, δεν δίστασε να αναφέρει, πως η δημιουργία της Κατηγορούμενης 1, ήταν ουσιαστικά μια καλοστημένη παγίδα από μέρους της Τράπεζας CDB ώστε να καταφέρει να περιλάβει στην κατοχή της, το εργοστάσιο το οποίο προηγουμένως άνηκε στην LITHOWEB LTD, η οποία είχε μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην εν λόγω Τράπεζα.
Σημειώνω δε, πως με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.1, παρών στις συναντήσεις που γίνονταν με την Κατηγορούμενη 1, ήταν και ο Μ.Υ.3., κάτι το οποίο ανέφερε και ο ίδιος, λέγοντας ωστόσο πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν παρών σε καμμιά συνάντηση, γεγονός που διαψεύδεται όχι μόνο από την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.1, αλλά και από το ίδιο το τεκμήριο 1.
Πέραν και ανεξάρτητα τούτου, είναι προφανές από το τεκμήριο 5 πως η Κατηγορούμενη 1, συστάθηκε πολύ πιο πριν ο ίδιος, με βάση τα ίδια του τα λεγόμενα, ξεκίνησε να συνεργάζεται με τους Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ. (για τα της Κατηγορούμενης 1), αφού με βάση το τεκμήριο 5, η Κατηγορούμενη 1 συστάθηκε στις 22.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:D147, ενώ με βάση τα λεγόμενα του, η Κατηγορούμενη 1 δημιουργήθηκε αφότου στο προσκήνιο παρουσιάστηκε και ο ίδιος.
Επιπλέον, ενώ αρχική του θέση ήταν ότι διετέλεσε ως εξωτερικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1, σε ζητήματα που αφορούσαν την διαχείριση της, αφού του ζητήθηκε βοήθεια από τον Α.Κ., εντούτοις σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του και δη κατά την αντεξέταση του, διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση του, λέγοντας πως ενεργούσε ως οικονομικός σύμβουλος των Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ. και όχι για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 και τούτο, αφότου του υπεβλήθη η θέση πως ο ίδιος συνωμότησε με τα πιο πάνω πρόσωπα, για να καταδολιεύσουν του πιστωτές της LITHOWEB LTD αλλά και της Κατηγορούμενης 1, για την δημιουργία της οποίας ο ίδιος είναι που είχε αναφέρει πως είχε ανάμειξη στο να δημιουργηθεί με τον τρόπο που δημιουργήθηκε. Εξ ου φρονώ και αρνείτο να αναφέρει, από ποιον αμειβόταν για τις υπηρεσίες του.
Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τα καθήκοντα του, τη φύση των οποίων άλλαζε κατά που τον βόλευαν. Ενώ αρχικά παρουσίαζε τον εαυτό του ως οικονομικό σύμβουλο (άλλοτε λέγοντας της Κατηγορούμενης 1, άλλοτε των Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ και άλλοτε μόνο του Α.Κ.), αναφέροντας μάλιστα ότι συνέβαλε στο να δημιουργηθεί ως αναφέρω και πιο πάνω η Κατηγορούμενη 1, με τον τρόπο που δημιουργήθηκε, μετέπειτα που αντιλήφθηκε και του υποβλήθηκε ότι η θέση του Κατηγορούμενου 2 είναι ότι ουσιαστικά εξαπατήθηκε, σε σχέση με την συμμετοχή του στην Κατηγορούμενη 1, άλλαξε θέση και περιόριζε τα καθήκοντα του σε καθήκοντα παροχής συμβουλών διαχείρισης των λειτουργιών της Κατηγορούμενης 1, προκαλώντας πλήρη σύγχυση, ως προς το ποιος εν τέλει ήταν ο δικός του ρόλος στην Κατηγορούμενη 1. Το ότι πάντως συμμετείχε σε διάφορες συναντήσεις που γίνονταν με τον Κατηγορούμενο 2, τον Α.Κ. και τον Χ.Χ. και εκπροσώπους της Τράπεζας CDB, είναι κάτι που προκύπτει από τα ευρήματα που εξήχθησαν, από την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.1.
Επιπρόσθετα, ενώ αρχικά αποτέλεσε θέση του πως ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο «αχυράνθρωπος» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, του Α.Κ. και καμμιά εμπλοκή είχε στα της λειτουργίας της Κατηγορούμενης 1, ως επίσης πως δεν γνώριζε το μέγεθος της ευθύνης που αναλάμβανε, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε πως αρχικά είχε διατυπώσει επιφυλάξεις σε σχέση με τον διορισμό του Κατηγορούμενου 2, τις οποίες γνωστοποίησε τόσο στον ίδιο, όσο και στους λοιπούς εμπλεκόμενους αλλά δεν ήταν βέβαιος, εάν ο Κατηγορούμενος 2 είχε αντιληφθεί τη σημασία του αξιώματος που αναλάμβανε. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του, δεν δίστασε να πει πως ο Κατηγορούμενος 2 γνωρίζει πλήρως τις ευθύνες που του αναλογούν και «ποιο θα είναι το αποτέλεσμα» της παρούσας.
Δεν δίστασε μάλιστα να αναφέρει αρχικά πως είναι ο ίδιος που συνέταξε το τεκμήριο 7, γεγονός το οποίο διαψεύδεται ευθέως από τον Μ.Υ.1, του οποίου η μαρτυρία έχει γίνει αποδεκτή και σε άλλο σημείο, να αναφέρει πως είναι μαζί με τον Μ.Υ.1 που κατάρτησαν το εν λόγω έγγραφο.
Αρνητική επίσης εντύπωση, προκαλεί και το γεγονός πως ως ο ίδιος αποδέχθηκε, πριν προσέλθει στο Δικαστήριο να καταθέσει, επικοινώνησε με τον Μ.Κ.2, επιδιώκοντας ουσιαστικά να τον μεταπείσει στην προώθηση της παρούσας εναντίον του Κατηγορούμενου 2, αφού κατά τον ίδιο «οι πραγματικοί ένοχοι» (εννοώντας τους Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ.), θα κυκλοφορούν ελεύθεροι, εν αντιθέσει με τον Κατηγορούμενο 2, που κατά τον Μ.Υ.3 θα κριθεί ένοχος και θα «καταλήξει στην φυλακή».
Αποτελεί συνεπώς κρίση μου πως η αξιοπιστία του Μ.Υ.3 έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, σε βαθμό που η μαρτυρία του, πλην του μέρους της που δεν έχει αμφισβητηθεί, να απορρίπτεται στην ολότητα της, ως αναξιόπιστη μαρτυρία.
Στρέφομαι τώρα, στην μαρτυρία του Μ.Κ.2 και την μαρτυρία του Κατηγορούμενου.
Από την μαρτυρία του Μ.Κ.2, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι, ότι είναι ο διευθυντής της Παραπονούμενης εταιρείας, ότι η Κατηγορούμενη 1 ασχολείται (μεταξύ άλλων) με την διεξαγωγή τυπογραφικών, εκδοτικών και βιβλιοδετικών εργασιών και ότι Κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της και το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, ως επίσης και το έντυπο ανάκλησης των επιταγών (τεκμήριο 3). Τα παραπάνω εξάλλου, συνάδουν και με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.1. Επίσης, ο Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκε ως προς το ότι η Κατηγορούμενη 1, παράγγελνε από την Παραπονούμενη ποσότητες χαρτιού το οποίο παραδιδόταν από τον ίδιο στον χώρο διεξαγωγής των εργασιών της και για τις εν λόγω υπηρεσίες, η τελευταία εξέδιδε τιμολόγια και διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού, οπότε εις αντάλλαγμα, η Κατηγορούμενη 1 παρέδιδε επιταγές στο όνομα της πρώτης, έναντι του οφειλόμενου ποσού και των σχετικών τιμολογίων. Oμοίως, δεν αμφισβητήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια 2.1-2.12), εκδόθηκαν σε σχέση με τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως τεκμήριο 6 και για τα ποσά που αυτά αφορούσαν, η έκδοση των οποίων αφορούσε προϊόντα που παρέδωσε στην Κατηγορούμενη 1 κατά παραγγελία της, και ότι τα εν λόγω προϊόντα, είχαν παραδοθεί στην Κατηγορούμενη 1 και ο Μ.Κ.2 δεν έλαβε ποτέ προηγουμένως κανένα παράπονο, σε σχέση με αυτά. Περιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι οι επίδικες επιταγές και δη οι επιταγές κατατέθηκαν σε Τράπεζα για εξαργύρωση, εντός ευλόγου χρόνου από την ημέρα που κατέστησαν πληρωτέες και δη στις 24.04.2020 (τεκμήρια 2.1-2.7), στις 29.04.2020 (τεκμήρια 2.8 και 2.9), στις 15.05.2020 (τεκμήριο 2.10) και στις 20.05.2020 (τεκμήριο 2.11 και 2.12) ως αναγράφεται στην σφραγίδα της Τράπεζας επί των εν λόγω επιταγών και επιστράφηκαν αντιστοίχως, στις 27.04.2020, 30.4.2020, 18.05.2020 και 21.05.2020 με την ένδειξη «η πληρωμή είχε ανακληθεί από τον εκδότη».
Τα παραπάνω, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου, εξάγεται και το ότι, τα τεκμήρια 2.1-2.12, οι επίδικες δηλαδή επιταγές, συμποσούνται σε €66.030,87.
Τώρα, από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2, δεν αμφισβητείται ότι εργαζόταν προγενέστερα της σύστασης της Κατηγορούμενης 1, στην εταιρεία LITHOWEB LTD, της οποίας ιδιοκτήτες ήταν οι Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ., η οποία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Επίσης, ότι υπέγραψε έγγραφο εμπιστεύματος κατοχής 1000 μετοχών της Κατηγορούμενης 1, προς όφελος του Α.Κ., περί το έτος 2016 και ότι αποδέχθηκε να αναλάβει χρέη διευθυντή στην Κατηγορούμενη 1 και αργότερα υπογραφέα του τραπεζικού της λογαριασμού, διότι η εταιρεία LITHOWEB LTD στην οποία εργαζόταν, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και στην ουσία οδηγείτο σε κλείσιμο, οπότε ο ίδιος αποδέχθηκε διότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα την συγκεκριμένη περίοδο, το παιδί του, που ήταν τότε 3 ετών, είχε προβλήματα υγείας και είχε κάνει ήδη τρεις επεμβάσεις στο εξωτερικό, γεγονός το οποίο τον έθεσε σε δυσχερή οικονομική θέση και πως εάν δεν αποδεχόταν, θα έκλεινε η επιχείρηση στην οποία εργαζόταν και θα έμενε χωρίς δουλειά, με λίγες προοπτικές να εξεύρει εργασία, λόγω του χαμηλού μορφωτικού του επιπέδου. Σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες υπέγραψε το έντυπο ανάκλησης των επιταγών, δεν αμφισβητείται ότι το υπέγραψε ο ίδιος, ότι του ζητήθηκε από τον Χ.Χ. να το πράξει, ότι ο Χ.Χ. του ανέφερε πως είναι «ανάκληση επιταγών» γιατί διευθετήθηκε η πληρωμή τους με άλλο τρόπο, χωρίς να του λεχθεί οτιδήποτε άλλο.
Τα παραπάνω, επίσης καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.
Ό,τι άλλο εξαγάγω ως εύρημα, συνακόλουθα των πιο πάνω, είναι ότι ο Κατηγορούμενος, σε καμμιά ενέργεια άλλη προέβη, ώστε να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει, κατά πόσο πράγματι, διευθετήθηκε με άλλο τρόπο η πληρωμή των επίδικων επιταγών, αφού τούτο προκύπτει ως συμπέρασμα, από την μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Επίσης, ως εύρημα μου αποτελεί και το ότι, στο έντυπο ανάκλησης επιταγών (τεκμήριο 3), περιλαμβάνονται οι επίδικες επιταγές, όπως και άλλες επιταγές που δεν αφορούν την παρούσα, ως επίσης ότι ο ίδιος, δεν ήταν ο τελικός δικαιούχος της Κατηγορούμενης 1, με δεδομένο το ότι οι μετοχές, ανήκαν με βάση το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7, στον Α.Κ. και ο Κατηγορούμενος 2, τις κατείχε προς όφελος και για λογαριασμό του.
Τώρα, σε σχέση με επιμέρους των πιο πάνω, ζητήματα που έκαστος αναφέρθηκε στην μαρτυρία του και αμφισβητήθηκε, αξιολογώ καταρχάς, τις θέσεις που αμφισβητήθηκαν και που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα.
Από την μαρτυρία του Μ.Κ.2, αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι οι επίδικες επιταγές, ανακλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία και υπεβλήθη στον Μ.Κ.2 υπήρχε εύλογος λόγος ανάκλησης των επίδικων επιταγών, επειδή η πληρωμή τους διευθετήθηκε, μεταξύ του Α.Κ. και του Μ.Κ.2, με άλλο τρόπο. Πέραν από το ότι η πιο πάνω θέση είναι γενική και αόριστη, αφού σε κανένα σημείο δεν τέθηκε στον Μ.Κ.2 ποιος ήταν αυτός ο άλλος τρόπος πληρωμής, έτσι ώστε να τοποθετηθεί, καμμιά μαρτυρία έχει τεθεί από πλευράς υπεράσπισης, σε σχέση με την παραπάνω υποβολή, έτσι που αυτή να έχει παραμείνει μετέωρη.
Υπενθυμίζω πως αποτελεί υποχρέωση του Κατηγορουμένου, να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το εύλογο της πράξης πρόκλησης μη εξόφλησης των επιταγών, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Αποδέχομαι συνεπώς και την θέση αυτή του Μ.Κ.2, ότι κανένας άλλος τρόπος πληρωμής των επιταγών είχε διευθετηθεί, είτε με τους Κατηγορούμενους, είτε με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
Τώρα, σε σχέση με το πως προέκυψε η συνεργασία της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1, σημειώνω πως έχουν προωθηθεί από μέρους του Μ.Κ.2 και του Κατηγορούμενου 2, εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές, (όπως και επί ζητημάτων άλλων, που αφορούν (εν πάση περιπτώσει) οτιδήποτε άλλο, εκτός από γεγονότα που σχετίζονται αμιγώς με τα επίδικα ζητήματα).
Η θέση του Μ.Κ.2 ήταν καταρχάς ότι ο Κατηγορούμενος 2 τον προσέγγισε και του ζήτησε να συνεργαστούν, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ή να του λεχθεί πως δεν ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Κατηγορούμενης 1. Επίσης δεν του λέχθηκε ποτέ, ως ανέφερε πως πίσω από την Κατηγορούμενη 1, βρισκόντουσαν οι Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ. στους οποίους ανήκε η εταιρεία LITHOWEB LTD, με την οποία η Παραπονούμενη συνεργαζόταν παλαιότερα και η οποία δραστηριοποιείτο στο ίδιο εργοστάσιο που δραστηριοποιείτο η Κατηγορούμενη 1 και η οποία του χρωστούσε πάρα πολλά χρήματα, για την είσπραξη των οποίων είχε κινήσει δικαστικές διαδικασίες. Αποτέλεσε επίσης θέση του, πως παρότι διατηρούσε επιφυλάξεις, αποδέχθηκε την συνεργασία αφού ο Κατηγορούμενος 2 τον διαβεβαίωνε πως ενόψει του ότι ιδιοκτήτης της Κατηγορούμενη 1 θα ήταν ο ίδιος, δεν θα τίθετο ζήτημα μη πληρωμής του και ήταν η θέση του, πως δεν αποδεχόταν να προμηθεύει την Κατηγορούμενη 1 με προϊόντα, εάν γνώριζε πως πίσω από τον Κατηγορούμενο 2 και την Κατηγορούμενη 1, βρισκόντουσαν τα πιο πάνω πρόσωπα. Ήταν κάθετος ότι σε καμμιά περίπτωση ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραφε εν λευκώ επιταγές, αφού έτυχε να υπογράψει και να συμπληρώσει επιταγές μπροστά του κάποιες φορές, ότι δεν μετέβαινε στο γραφείο του Χ.Χ. για να παραλάβει επιταγές αφού δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση μαζί του και ότι καμμιά επικοινωνία είχε με τον Α.Κ., μετά που τερμάτισε την συνεργασία του με την εταιρεία LITHOWEB LTD.
Από την άλλη, θέση του Κατηγορούμενου 2, ήταν ότι με τον Μ.Κ.2 δεν επικοινώνησε ποτέ για να συνεργαστούν, ούτε και συνομίλησαν ποτέ τηλεφωνικά, όπως ούτε και με την Μ.Κ.1 και αποδίδει ουσιαστικά τα όσα πιο πάνω ανέφερε ο Μ.Κ.2 σε ψεύδη, αναφέροντας ότι η συνεργασία του Μ.Κ.2 και της Κατηγορούμενης 1, έγινε και προέκυψε δια μέσω των Α.Κ. και Χ.Χ. (χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες) και πως ουσιαστικά ο Μ.Κ.2, γνώριζε πολύ καλά, ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2, καμμιά ουσιαστική σχέση είχε με την διοίκηση (οικονομική και άλλη) της Κατηγορούμενης 1 και ότι πραγματικοί ιδιοκτήτες με τους οποίους συνεργαζόταν ο Μ.Κ.2, ήταν ο Α.Κ. και ο Χ.Χ.. Ό,τι αποδέχεται είναι ότι πράγματι τον Μ.Κ.2 τον γνωρίζει, αφού τον έβλεπε στο εργοστάσιο της Κατηγορούμενης 1, όταν ο τελευταίος μετέβαινε εκεί, για να παραλάβει επιταγές και τον συναντούσε στο γραφείο του Χ.Χ., όπου τύχαινε να μιλήσουν, για ζητήματα άσχετα, όπως λ.χ. για ποδόσφαιρο. Καμμιά επιταγή δεν υπέγραψε ενώπιον του Μ.Κ.2 και καμμιά επιταγή του παρέδωσε, αφού οι επιταγές παραδίδονταν στον Μ.Κ.2 από τον Χ.Χ. και οι συνεννοήσεις μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 και του Μ.Κ.2 γίνονταν δια μέσω του Α.Κ.
Σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα (και τα όσα άλλα παρεμφερή αναφέρθηκαν στην μαρτυρία του) σημειώνω, έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία τους και έχω διαπιστώσει πως ουδείς εξ αυτών περιέπεσε σε αντιφάσεις τέτοιες που να καθιστούν ικανό τον κλονισμό της φαινομενικής αξιοπιστίας που διακατείχε τον λόγο τους και η θέση ενός εκάστου, βρίσκει έρεισμα στην λογική είτε κατ’ απομόνωση, είτε κατ’ αντιπαραβολή με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία. Δεν έχω πραγματικά λόγο να απορρίψω ή να αποδεχθώ την μια εκδοχή ή την άλλη, αφού αμφότερες συγκεντρώνουν εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τις καταστήσουν αποδεκτές, την κάθε μια για τους δικούς της λόγους. Είναι ωστόσο προφανές, πως παρά την πιο πάνω φαινομενική αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων, ένας εκ των δύο ψεύδεται και δεν έχει αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια, παρά το γεγονός ότι οποιαδήποτε εκδοχή και να γινόταν πιστευτή, ουδόλως θα μπορούσε να επιδράσει στην κατάληξη της παρούσας, με γνώμονα το τί εδώ εξετάζεται.
Για τον παραπάνω λόγο, κρίνω ορθότερο και δίκαιο, πέραν από τα όσα καταγράφονται ως μη αμφισβητούμενα ή αποδεκτά γεγονότα, πιο πάνω, τα οποία εξάλλου είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα, να μην αποδεχτώ οτιδήποτε άλλο λέχθηκε από τον Μ.Κ.2 και τον Κατηγορούμενο 2 αφού κανένα εύρημα μπορεί να εξαχθεί, με δεδομένες τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου, ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας τους αλλά και του καινοφανούς ζητήματος που προκύπτει κατά την διεργασία αξιολόγησης τους. Επιπροσθέτως του πιο πάνω λόγου, κρίνω τα όσα αναφέρθηκαν είτε από τον ένα είτε από τον άλλο, σε σχέση με το πώς προέκυψε η μεταξύ τους συνεργασία, από ποιον παραδίδονταν οι επίδικες επιταγές στον Μ.Κ.2, τί μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 ενδεχομένως να είχε λεχθεί με τους Α.Κ., Χ.Χ. και Μ.Κ., πώς προέκυψε η σύσταση της Κατηγορούμενης 1, ποιες ήταν οι μεταξύ τους συνεννοήσεις και πώς λειτουργούσε η Κατηγορούμενη 1 ως επίσης ποιο το επίπεδο μόρφωσης του Κατηγορούμενου 2 ως ζητήματα καθόλα άσχετα με το τι καλούμε να εξετάσω.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση της νομικής πτυχής των υπό κρίση αδικημάτων, στρέφω την προσοχή μου στην εισήγηση της υπεράσπισης, περί κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας, επικαλούμενη το ότι, ο Μ.Κ.2 είχε αποδεχθεί κατά την αντεξέταση του πως σκοπός του, είναι η είσπραξη των χρημάτων του και μόνο.
Ως έχει λεχθεί στην απόφαση Πολυς Πολυκάρπου ν. Κωνσταντίνου Τελεβάντου, Ποιν. Έφεση 69/201, ημερ, 07.12.2022, με παραπομπή στις υποθέσεις Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Δημοκρατία ν. xxx Ηλιάδη, Ποιν.Έφεση Αρ. 348/2018, ημερ. 31/5/2018, Ηλίας Ηλία (Αρ.3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα (1995) 2 Α.Α.Δ. 217, 222, τα Δικαστήρια έχουν, σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης, τη διακριτική ευχέρεια να την αναστείλουν ή να την απορρίψουν όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία, όμως, πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Λέχθηκε επίσης ότι: «Υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας όταν γίνεται χρήση της διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση της διαδικασίας για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου (Βασιλείου v. Μακρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133). Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Scattergood David v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 142, κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική».
Καταρχάς, είναι γεγονός πως ο Μ.Κ.2 προέβη στην πιο πάνω αναφορά όταν του τέθηκαν τα εξής ερωτήματα από τον συνήγορο υπεράσπισης του
Κατηγορούμενου 2: «εσείς είναι τα λεφτά σας που θέλετε;» (και) «Ο σκοπός σας που ήρθατε δαμέ σήμερα, είναι να πιάσετε τα λεφτά σας;» Παρόλα αυτά, δεν θεωρώ πως η εκφρασθείσα επιθυμία του Μ.Κ.2 να εισπράξει το λαβείν, σε συνδυασμό με το ότι προωθεί εναντίον του Κατηγορούμενου 2 την παρούσα υπόθεση, συνιστά τόσο ξεκάθαρη περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας, ώστε να μπορεί η εισήγηση της υπεράσπισης να επιτύχει. Προφανώς και ο Μ.Κ.2 θα προσδοκούσε σε είσπραξη των χρημάτων που απώλεσε η Παραπονούμενη από την μη πληρωμή του ποσού των επίδικων επιταγών, έστω και δια μέσω της παρούσας διαδικασίας, αφού αυτό που επίσης προφανώς εννοούσε είναι ότι υπό τον φόβο και υπό τον κίνδυνο καταδίκης των Κατηγορουμένων, είχε μια παραπάνω ελπίδα, ότι θα εισέπραττε η Παραπονούμενη, τα χρήματα που θα εισέπραττε εάν οι επίδικες επιταγές δεν ανακαλούνταν.
Περιπλέον τούτου, κανένας δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου 2 έχει καταδειχθεί , έτσι που ακόμη και εάν οι πιο πάνω αναφορές του Μ.Κ.2 να θεωρούνταν εκ πρώτης όψεως ενδείξεις κατάχρησης της διαδικασίας ή άλλως, χρήσης της διαδικασίας για άλλους σκοπούς από την τιμωρία των Κατηγορουμένων για τα αδικήματα που τους καταλογίζονται ότι διέπραξαν, η υπό συζήτηση εισήγηση, να μην μπορούσε ούτως ή άλλως να επιτύχει. Υπενθυμίζω ότι, με βάση την απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 ΑΑΔ 522, αλλά και την όλη προσέγγιση της νομολογίας επί του ζητήματος της κατάχρησης, ότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη της υπόθεσης ελέω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Κάτι τέτοιο, δεν έχει αναδειχθεί στην προκειμένη και επομένως, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
Νομική Πτυχή
Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, εδράζονται επί του άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (και σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 και επί του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«305Α(2) [..] πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της».
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής
αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016 και αυτά συνίστανται στην (α) έκδοση της επιταγής και (β) στην πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που προνοείται ως υπεράσπιση στο άρθρο 305Α(2) του Κεφ. 154, αναλύθηκε επίσης στην υπόθεση Ttozios Management Ltd (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα[1]:
«[..]Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου (2) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου (2011) 2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.».
Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής:
«Εύλογη αιτία, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α(2) της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις
εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson (1872) L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο (2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (2006) 2 Α.Α.Δ. 142).»
Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς Κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που δήλωσε γραπτώς κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ό,τι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο (2) του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί.
Στην προκειμένη, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, πως η Κατηγορούμενης 1, εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, προς όφελος της Παραπονουμένης και ανακάλεσε την πληρωμή τους στις 11.04.2020, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο της ημερομηνίας πληρωμής τους, αποστέλλοντας οδηγίες προς την Τράπεζα, από τον λογαριασμό της οποίας εκδόθηκαν και δηλώνοντας ως λόγο τα εξής «other payment arrangement». Ο προβαλλόμενος δηλαδή λόγος από μέρους της Κατηγορούμενης 1, ήταν ότι είχε διευθετηθεί άλλος τρόπος πληρωμής τους. Επ’ αυτού, σημειώνω πως καμμιά μαρτυρία προσφέρθηκε από την Κατηγορούμενη 1, για την οποία η διαδικασία διεξάγεται ερήμην. Ούτε και από μέρους του Κατηγορούμενου 2 έχει δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το εύλογο ή μη της ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών και επομένως, δεν έχει αποδειχθεί από μέρους των Κατηγορουμένων ότι η ενέργεια της Κατηγορούμενης 1 να προκαλέσει την μη εξόφληση των επίδικων επιταγών ήταν ειλικρινής ούτε και ότι υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Συνακόλουθα, η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τις κατηγορίες
1,3,5,7,9,11,13,15,17,19,21 και 23 εναντίον της Κατηγορούμενης 1, στις οποίες η τελευταία κρίνεται ένοχη.
Τώρα, σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, σημειώνω ότι αυτός κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και ως το πρόσωπο, που υπέγραψε το έντυπο ανάκλησης των επίδικων επιταγών. Του καταλογίζεται με λίγα λόγια, η ιδιότητα του συνεργού της Κατηγορούμενης 1 στη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επί του οποίου εδράζονται μεταξύ άλλων οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, εκείνος ο οποίος παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη αδικήματος από άλλον ή παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος ή εκείνος που προάγει άλλον για διάπραξη αδικήματος θεωρείται ότι συμμετείχε στην διάπραξη και θεωρείται ένοχος και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός. Σημειώνεται ότι η ιδιότητα ενός προσώπου ως διευθυντή μιας νομικής οντότητας, δεν είναι στοιχείο που από μόνο του, μπορεί να θεμελιώσει καταδίκη για συνέργεια. Απαιτείται μαρτυρία για τη συγκεκριμένη δράση η οποία συνιστά συμμετοχή του φυσικού προσώπου στη διάπραξη του αδικήματος (Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 600, Παντελή ν. Κωνσταντίνου (2001) 2 Α.Α.Δ. 708). Ως έχει λεχθεί στην απόφαση Vrontis Builders Ltd κ.α. ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ (2016) 2 Α.Α.Δ. 518 από την πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου:
«Η συνέργεια κατά το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α v. Δημοκρατίας (1990), 2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε). Το Άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Militos Trading Ltd ν. Μαλέκκου (2012) 2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261), η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος».
Στην προκειμένη, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, πως ο Κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που υπέγραψε το έντυπο ανάκλησης των επίδικων επιταγών και τεκμαίρεται από την ενέργεια του αυτή, πως δια της πιο πάνω πράξης του, παρείχε την απαιτούμενη βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1, να διαπράξει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής. Εκείνο που θα πρέπει ωστόσο να αποδειχθεί επιπρόσθετα είναι ότι είχε και την απαιτούμενη ένοχη διάνοια να συνδράμει στην διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος, κατά τον χρόνο που παρείχε την βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1, ως πιο πάνω περιγράφεται, αφού η διενέργεια της πράξης που αποτέλεσε το εργαλείο για την παροχή βοήθειας, δεν είναι αφ' εαυτής αρκετή για απόδειξη του αδικήματος επί τη βάσει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, δεδομένου ότι ακόμα και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (strict liability), απαιτείται όσον αφορά το συνεργό να υφίσταται η αναγκαία γνώση ή πρόθεση ως προς την διάπραξη του αδικήματος. Απουσία του νοητικού αυτού στοιχείου, εκθεμελιώνει την όποια ποινική ευθύνη.
Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261, η οποία αφορούσε σε αδίκημα της συνέργειας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του εδαφίου (γ) του άρθρου 20 του ΠΚ αναφέρθηκαν τα εξής:
«Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ.
70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού.
Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα»
(«before a person can be convicted of aiding and abetting the commissi on of an offence, he must at least know the essential matters which con stitute that offence") Ο Devlin J. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances")».
Η γνώση ή η πρόθεση ενός προσώπου να συνδράμει στην διάπραξη ενός αδικήματος, σπανίως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα προκύπτει μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί. Σε ό,τι αφορά την υπό κρίση περίπτωση, σημειώνω πως μεταξύ των ευρημάτων του Δικαστηρίου είναι και το ότι ο Κατηγορούμενος 2, όταν του ζητήθηκε από τον Χ.Χ. να υπογράψει το έντυπο ανάκλησης των επίδικων (μεταξύ άλλων) επιταγών, ρώτησε περί τίνος επρόκειτο και του αναφέρθηκε πως πρόκειται ουσιαστικά να ανακληθεί η πληρωμή των επίδικων επιταγών, καθότι διευθετήθηκε άλλος τρόπος πληρωμής τους. Με την παράσταση της πιο πάνω δήλωσης, σε καμμιά ενέργεια προέβη ώστε να διερευνήσει εάν πράγματι, είχε τέτοιος τρόπος διευθετηθεί, ούτε και φαίνεται να τον ενδιέφερε κατά πόσο η πιο πάνω αναφορά ήταν αληθής ή όχι. Αποτελούσε καθήκον και ευθύνη του, να μεριμνήσει καταρχάς, να ενημερωθεί ως προς το ποιος ήταν αυτός ο άλλος τρόπος που διευθετήθηκε η πληρωμή και κατά δεύτερο κατά πόσο, τα πιο πάνω ευσταθούσαν. Με δεδομένο το ότι σε μια ημέρα, είχε υπογράψει (ως προκύπτει από το τεκμήριο 3, την ανάκληση 30 επιταγών για ευκαταφρόνητα μάλιστα ποσά (μεταξύ των οποίων και οι επίδικες), θα αναμενόταν ότι θα φρόντιζε τουλάχιστον ως όφειλε, να επιβεβαιώσει πως έτσι είχαν τα πράγματα. Το γεγονός ότι δεν ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Κατηγορούμενης 1, ως το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου, δεν απάλλασσε τον Κατηγορούμενο 2 από την ευθύνη που του αναλογούσε, να μεριμνά, ώστε τουλάχιστον οι πράξεις του ιδίου, να ήταν σύννομες, να βασίζονται σε πραγματικό έρεισμα και όχι στο τί οποιοδήποτε πρόσωπο θα του ανέφερε. Και τούτο, με δεδομένο το ότι από την μαρτυρία του ιδίου του Κατηγορούμενου 2, έχει εξαχθεί ως εύρημα, πως γνώριζε ότι τα πρόσωπα, τα οποία ανέφερε πως του πρότειναν να διοριστεί ο ίδιος ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, προέβηκαν στην παραπάνω πρόταση, ενόψει του ότι αντιμετώπιζαν οι ίδιοι και η εταιρεία που προηγουμένως διοικούσαν και αποτελούσε την εργοδότρια του Κατηγορούμενου 2, οικονομικά προβλήματα.
Ως έχει λεχθεί στην υπόθεση Θεόδωρου Μ. Ιωαννίδη ν. Gastop Boutique Ltd
κ.α., Ποιν. Εφεση 161/2014, ημερ. 30.06.2017, ECLI:CY:AD:2017:B235
«[…]Δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless). Όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2). Στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Procecutor (2003) 2 LRC 658 το Ανώτατο Δικαστήριο της Συγκαπούρης έκρινε ότι η ποινική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας, τους επέβαλλε το καθήκον να ενεργούν έντιμα και με εύλογη επιμέλεια (duty to act honestly and with reasonable diligence). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερ. 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση (Δέστε: Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ, 486). Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσείων ήταν Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσείουσα ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Εφετείο έκρινε ότι και οι δύο εφεσείοντες γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. […] Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού
Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα.»
Κατ΄ αναλογία, τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την υπό κρίση περίπτωση, όπου ο Κατηγορούμενος 2 ήταν και αδιάφορος και απερίσκεπτος, ως προς το κατά πόσο, τα όσα του λέχθηκαν, είχαν αντικειμενικό έρεισμα και αντικατόπτριζαν την αλήθεια. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος 2, με πλήρη γνώση του ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 προς πληρωμή της Παραπονούμενης, πληρωμή την οποία γνώριζε ότι ανακαλούσε με την υπογραφή του σχετικού εντύπου, και αδιαφορώντας πλήρως και παντελώς απερίσκεπτα ως προς το κατά πόσο είχε πράγματι διευθετηθεί άλλος τρόπος πληρωμής τους βασιζόμενος στην αόριστη και αστήρικτη δήλωση άλλου προσώπου ως προς τα πιο πάνω, παρείχε βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1 να διαπράξει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, έτσι ώστε να καθίσταται ένοχος επί τη βάση συνέργειας δυνάμει του άρθρου 20(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Καταληκτικά και συνακόλουθα των πιο πάνω, πέραν της Κατηγορούμενης 1, ένοχος κρίνεται και ο Κατηγορούμενος 2, στις κατηγορίες 2,4,6,8,10,12,14,16,18,20,22 και 24 που αντιμετωπίζει.
(Υπ.)............................ E.K.Mιντή, Ε.Δ.
[1] Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:B426, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014,
24/10/2016, Δαμιανου ν Καναρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/18, 31/10/2018, N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου, (2001) 2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου (2006) 2 Α.Α.Δ. 142, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α., (2005) 2 Α.Α.Δ. 555.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο