ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 816/23
HELL BEVERAGES LTD
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
1. ΠΑΜΑΣΥ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ35329)
2. ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ
3. ΜΑΡΙΝΑ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ
4. Π.Σ.
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2026
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Χατζησέργης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΣΕΡΓΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Κατηγορούμενους 1-3: κ. Α. Γιαλελής με κα Κουλέντη
Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες
ΠΟΙΝΗ
Οι Κατηγορούμενοι, κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής, σε διάφορες κατηγορίες που τους αφορούν, οι οποίες πραγματεύονται το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α (1) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 2 και 3).
Παρόμοιες κατηγορίες, αντιμετώπιζε και ο Κατηγορούμενος 4, για τον οποίο η υπόθεση αποσύρθηκε σε προηγούμενο στάδιο.
Πιο συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη 1 κρίθηκε ένοχη στις κατηγορίες 1,3,5,7,9,11,13,15,17, 19 και 21, επί τω ότι εξέδωσε τις επιταγές που αναγράφονται στις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, ύψους €2.197,83, €1245, €1245, €1090, €1245, €1075,01, €1239,29, €1505, €1506,07, €981,75, €969, 71, και €969,71 σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ της περιόδου 14.01.2022 και 27.04.2022.
Ο Κατηγορούμενος 2, κατόπιν απόσυρσης διαφόρων κατηγοριών που εκκρεμούσαν και εναντίον του, παραδέχθηκε ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1, να εκδώσει την επιταγή με τις λεπτομέρειες που αναγράφονται στην κατηγορία 2, άνευ αντικρίσματος, για το ποσό των €2.197,83 στις 14.01.2022.
Η δε Κατηγορούμενη 3, κατόπιν απόσυρσης της κατηγορίας 2 που και εκκρεμούσε εναντίον της, προέβη σε παραδοχή των κατηγοριών 4,6,8,10,12,14,16,18, 20 και 22, οι οποίες αφορούν παροχή συνδρομής στην Κατηγορούμενη 1, να εκδώσεις τις επιταγές που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, άνευ αντικρίσματος, για τα ποσά των €1245, €1245, €1090, €1245, €1075,01, €1239,29, €1505, €1506,07, €981,75, €969, 71, και €969,71 σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ της περιόδου 14.01.2022 και 27.04.2022.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο ανέφερε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής. Σύμφωνα λοιπόν, με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών η Κατηγορούμενη 1 από τις 14.01.2022, μέχρι και τις 27.04.2022, σε 11 διαφορετικές περιπτώσεις, εξέδωσε προς όφελος της Παραπονουμένης 11 συνολικά μεταχρονολογημένες επιταγές, (με τα στοιχεία που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών), συνολικού ύψους €15.269,37, οι οποίες κατά τον χρόνο που κατέστησαν πληρωτέες (ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών), παρουσιάστηκαν για πληρωμή, πλην όμως δεν εξοφλήθηκαν λόγω μη ύπαρξης διαθέσιμων κεφαλαίων και επιστράφηκαν με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά-Ανεπαρκή Υπόλοιπα» και έκτοτε παραμένουν απλήρωτες. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ως υπεύθυνοι και διευθυντές και εξουσιοδοτημένα πρόσωπα της Κατηγορούμενης 1, συνέδραμαν στην έκδοση των επιταγών και συγκεκριμένα, ο 2ος Κατηγορούμενος συνέδραμε στην έκδοση της επιταγής που πραγματεύεται η κατηγορία 2, η οποία αφορούσε το ποσό των €2.197,83 και η Κατηγορούμενη 3, υπό την ίδια ιδιότητα, συνέδραμε στην έκδοση των επιταγών που αναφέρονται στις κατηγορίες 4,6 ,8 10, 12, 14, 16, 18, 20 και 22, το σύνολο των οποίων ανέρχεται στις €13.071,54.
Δεν υπάρχουν στοιχεία προηγούμενων καταδικών σε σχέση με τους Κατηγορούμενους, ως αναφέρθηκε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής και κανένα ποσό καταβλήθηκε από τους Κατηγορούμενους, έναντι του συνολικώς οφειλόμενου ποσού.
Για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα, στους Κατηγορούμενους λαμβάνονται υπόψη άλλες δύο ποινικές υποθέσεις εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 3, η υπ’ αρ. 892/23 ποινική υπόθεση και η υπ’ αριθμό 828/23 ποινική υπόθεση, κατόπιν συναίνεσης, τόσο του συνηγόρου του Παραπονούμενου στην παρούσα, όσο και της συνηγόρου των Παραπονουμένων στις πιο πάνω ποινικές υποθέσεις.
Τα γεγονότα της ποινικής υπόθεση με αρ. 828/23, συνίστανται στο ότι, η Κατηγορούμενη 1, σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ της 22.10.2022 και 25.11.2022, εξέδωσε προς όφελος της (εκεί) Παραπονούμενης, τις επιταγές που πραγματεύονται οι κατηγορίες 1, 5, 9, 13, 17 και 21, άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα, συνολικού ύψους €5.652, 78, οι οποίες έκτοτε, παραμένουν απλήρωτες. Η Κατηγορούμενη 3, παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1, να διαπράξει τα πιο πάνω αδικήματα.
Τα δε γεγονότα της ποινικής υπόθεσης με αρ. 892/23, συνίστανται στο ότι, η Κατηγορούμενη 1, σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ της 20.08.2022 και 30.08.2022, εξέδωσε προς όφελος της (εκεί) Παραπονούμενης, τις επιταγές που πραγματεύονται οι κατηγορίες 1, 3, 5 και 7, άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα, συνολικού ύψους €5.742,50, οι οποίες έκτοτε, παραμένουν απλήρωτες. Η Κατηγορούμενη 3, παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1, να διαπράξει τα πιο πάνω αδικήματα (κατηγορίες 2,4,6 και 8).
Ο συνήγορος της εδώ, Παραπονούμενης, ζήτησε επίσης όπως επιπρόσθετα της ποινή που θα επιβληθεί, εκδοθεί και διάταγμα αποζημίωσης της Παραπονούμενης, εναντίον του Κατηγορούμενου 2, για το ποσό των €2.197,83.
Ο συνήγορος υπεράσπισης των Κατηγορούμενων, αναφέρθηκε για σκοπούς μετριασμού της ποινής καταρχάς στο λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων, αλλά και την παραδοχή του στο Δικαστήριο, πράξη δεικτική κατά την θέση του, της μεταμέλειας τους. Ανέφερε περαιτέρω πως τα επίδικα αδικήματα, προέκυψαν στα πλαίσια προηγούμενης συνεργασίας που είχε η τελευταία με την Παραπονούμενη. Συγκεκριμένα, ότι η Κατηγορούμενη 1, δραστηριοποιείτο στον τομέα προμήθειων προϊόντων, μέσω δημόσιων διαγωνισμών τα τελευταία 37 έτη. Πλήγηκε οικονομικά από αθέμιτο ανταγωνισμό που δέχθηκε από άλλες, μεγαλύτερες εταιρείες οι οποίες είχαν την οικονομική δυνατότητα να υποβάλλουν δημόσιες προσφορές με χαμηλότερο κόστος, με αποτέλεσμα, σταδιακά, η Κατηγορούμενη 1 να εκτοπιστεί από τον συγκεκριμένο τομέα και να πληγεί οικονομικά. Συνακόλουθα τούτου, δεν μπορούσε και να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της, έναντι των προμηθευτών της ιδίας, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων επιταγών. Τις εργασίες της Κατηγορούμενης 1, τις διεξήγαγαν ανέκαθεν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, όπως και ο πρώην Κατηγορούμενος 4, οι οποίοι είναι μητέρας, γιος και πατέρας αντίστοιχα. Περί το 2022 που προέκυψαν τα υπό κρίση αδικήματα, η Κατηγορούμενη 1 δεν χρωστούσε μόνο τα οφειλόμενα που προκύπτουν από τις επίδικες επιταγές αλλά και άλλα, τα οποία κατόρθωσε σταδιακά να αποπληρώσει, πριν καταχωρηθεί τόσο η υπό κρίση υπόθεση, όσο και αυτές που λαμβάνονται υπόψη. Η πληρωμή των χρεών της, στα βαθμό που επετεύχθη, προέκυψε από την πώληση των χρυσαφικών της Κατηγορούμενης 3 αφού δεν υπήρχαν άλλοι διαθέσιμοι πόροι. Προς τούτο, προσκομίστηκε από τον συνήγορο δέσμη τιμολογίων και αποδείξεων πώλησης, χρυσών και ασημένιων κοσμημάτων.
Αναφέρθηκε επίσης, στις προσωπικές περιστάσεις τόσο του Κατηγορούμενου 2, όσο και της Κατηγορούμενης 3, εστιάζοντας στα ιατρικά και οικονομικά, προβλήματα τα οποία αμφότεροι αντιμετωπίζουν αλλά και στην ηλικία της Κατηγορούμενης 3, συνδυαστικά με τα πιο πάνω.
Εξέφρασε περαιτέρω, την προθυμία του Κατηγορούμενου 2 να αποδεχθεί διάταγμα αποζημίωσης της Παραπονουμένης, σε σχέση με το ποσό το οποίο πραγματεύεται η κατηγορία στην οποία κρίθηκε ένοχος. Σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 3, ανέφερε πως παρά το ότι υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν πρόθυμη και εκείνη να αποδεχθεί διάταγμα αποζημίωσης, έστω για το ποσό που θα μπορούσε το παρών δικαστήριο να περιλάβει σε τέτοιο διάταγμα, παρά το ότι το συνολικώς οφειλόμενο είναι πέραν του ορίου της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, εντούτοις η μεγάλη ηλικία της και η έλλειψη οικονομικών πόρων, καθιστούν εκ των πραγμάτων αδύνατο το να μπορεί να συμμορφώνεται ή να συμμορφωθεί στο μέλλον. Περιπλέον, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, υπό την έννοια ότι οι προσωπικές τους περιστάσεις, έχουν στο μεταξύ μεταβληθεί προς το χειρότερο απ’ ότι ήταν περί το 2022 που διέπραξαν τα υπό κρίση αδικήματα.
Τέλος, εξέφρασε την απολογία των Κατηγορουμένων και ζήτησε όπως το Δικαστήριο, επιδείξει την μέγιστη δυνατή επιείκεια που θα μπορούσε να επιδείξει και αναστείλει τυχόν φυλάκιση που ήθελε επιβάλει στους Κατηγορούμενους 2 και 3, αφού οι περιστάσεις τους είναι τέτοιες ως ανέφερε, που το δικαιολογούν.
Έχω ακούσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές και σημειώνω τα ακόλουθα.
Αναμφίβολα, το αδίκημα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι, είναι σοβαρό. Ενδεικτική της σοβαρότητας του, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89.
Πιο συγκεκριμένα, για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, το άρθρο 305Α (1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 προβλέπει ως ποινή σε περίπτωση καταδίκης, φυλάκιση μέχρι και 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000 ή και τις αυτές δύο αυτές ποινές.
Αδικήματα όπως αυτό για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, επηρεάζουν άμεσα την εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των πολιτών και ιδιαίτερα των εμπορευόμενων στις εμπορικές τους συναλλαγές και η συνήθης ποινή που επιβάλλεται ως μέτρο ποινικής μεταχείρισης των φυσικών προσώπων, είναι αυτή της άμεσης ποινής φυλάκισης, παρόλο που το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των περιστατικών της (βλ. NIKOΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19, ημερ. 11.11.2021). Απόλυτα επίσης σχετικό, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα, http://www.cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=/apofaseis/aad/meros_2/2019/2-201903-288-18etc-2.htm Ποιν. Εφ. 288/18 ημερ. 12.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:B82, που αφορούσε τις ίδιες κατηγορίες όπως και η παρούσα υπόθεση, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«............, τονίζουμε για ακόμα μια φορά τη σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης που κρίθηκαν ένοχοι οι Εφεσείοντες όπως και η ανησυχητική έξαρση διάπραξης τους που διαφαίνεται από το μεγάλο αριθμό υποθέσεων που παρατηρείται ότι καταχωρούνται στα Δικαστήρια. Η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα ή η ανάκληση εξόφλησης τους χωρίς εύλογη αιτία, πλήττει καίρια την ασφάλεια και εμπιστοσύνη των συναλλαγών. Η χρήση της επιταγής είναι, αν όχι το κυριότερο, ένα από τα κυριότερα μέσα συναλλαγής στις καθημερινές συναλλαγές του τόπου. Η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς είναι πρωταρχικής σημασίας για την οικονομία του τόπου. Η μη εξόφληση επιταγής σε αρκετές περιπτώσεις έχει καταλυτικές και καταστροφικές συνέπειες για τον δικαιούχο καθότι οδηγείται είτε στην πτώχευση σε περίπτωση φυσικού προσώπου είτε στην ίδια την υπόσταση νομικού προσώπου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών φαίνεται από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3) (1999) 2 Α.Α.Δ. 229, Σιμιλλίδης ν. Νικολάου (2013) 2 Α.Α.Δ. 444, Nikiforos Technologies Ltd v. Xρίστου, Ποιν. Εφ. 18/2012, ημερ. 6.4.2014, L.C.A Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Εφ. 116/2011, ημερ. 17.3.2015, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη κ.α. Ποιν. Εφ. 102 και 115/2014 ημερ. 26.2.2016 και Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν. 1. Vrontis Builders Ltd κ.α. Ποιν. Εφ. 90/2014 ημερ. 6.12.2016, Metron Cyprus Ltd v. Μιχαήλ Κάνιου ECLI:CY:AD:2018:D23, ECLI:CY:AD:2018:D23, ECLI:CY:AD:2018:D23, Ποιν. Εφ. 64/15 ημερ. 16.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:D23, Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη Ποιν. Εφ. 212/2015 ημερ. 15.11.2018)"
Περαιτέρω, το αδίκημα στο οποίο κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι βρίσκεται διαχρονικά σε έξαρση, όπως προκύπτει από τη συχνότητα που παρόμοιες υποθέσεις τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το στοιχείο της έξαρσης ενός αδικήματος δημιουργεί αυτομάτως και αδήριτα την ανάγκη αποτροπής του, η οποία επιτυγχάνεται δια μέσω της επιβολής αυστηρών ποινών, έτσι ώστε να στέλνεται το μήνυμα, ότι παρόμοιες συμπεριφορές δεν είναι αποδεκτές και τιμωρούνται ανάλογα. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη κ.α. (ανωτέρω), ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΦΛΩΡΕΝΤΙΝΟΥ, Ποινική Έφεση 34/19, ημερ. 8/7/2020, ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TELEMAN LTD (ανωτέρω)). Εν προκειμένω παρατηρείται πως μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσεως αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση. Με αυτό δεδομένο, το καθήκον για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό.
Ανασκόπηση της νομολογίας που αφορά στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος, καταδεικνύει ακριβώς την αυστηρή αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνει το εν λόγω αδίκημα, με την επιβολή ως λέχθηκε και πιο πάνω, ποινών φυλάκισης. Σημειώνω βεβαίως ότι, οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ 123). Πιο κάτω, παραθέτω παραδείγματα από ποινές που έχουν κατά καιρούς, είτε επιβληθεί, είτε επικυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ώστε να γίνει πιο εύκολα αντιληπτό, το πλαίσιο υπό το οποίο εξετάζεται κάθε περίπτωση, αναλόγως των συνθηκών κάθε υπόθεσης.
Στην Συμιλλίδης ν. Νικολάου (2013) 2 Α.Α.Δ. 444, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, μείωσε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε επτά μήνες σε αδίκημα έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ύψους €100.000 έναντι του οποίου πληρώθηκε μόνο το ποσό των €1.000. Λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρξε ουσιαστική συμμόρφωση, αλλά ο εφεσείων είχε μακρά εμπορική δραστηριότητα και κοινωνική ζωή χωρίς προηγούμενες καταδίκες ενώ ήταν ευθύς εξ αρχής η επιδίωξη του να παραδεχθεί, όπως και έγινε τελικώς. Δεν λήφθηκε υπόψη, όμως, η περίοδος των 3½ ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, η δε καθυστέρηση της καταχώρησης υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε εξηγηθεί στο πλαίσιο των εκεί γεγονότων, με το Εφετείο να παρατηρεί ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν εύλογη στα συνήθη πλαίσια της διαδικασίας, ενώ η όποια περαιτέρω καθυστέρηση οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον ίδιο τον εφεσείοντα.
Στην Nikiforos Technologies Ltd v. Χρίστου (2014) 2 Α.Α.Δ. 424, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο αφού ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε 10μηνη συντρέχουσα φυλάκιση σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπισε για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του Άρθρου 305Α(2)[1] του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Οι κατηγορίες αφορούσαν σε δύο επιταγές των €40.000 εκάστη και μια τρίτη για €20.000. Κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε μετά την καταδίκη και ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως στοιχείο ουσιαστικής μεταμέλειας.
Στην υπόθεση Μetron (Cyprus) Ltd v. Κανιού, Ποιν. Εφ. 64/15, ημερ. 16.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:D23, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, κατόπιν ανατροπής της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και αντικατάστασης της με καταδίκη, επέβαλε στον Εφεσίβλητο, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με ανώτατο όριο αυτή των 6 μηνών σε επτά κατηγορίες έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, συνολικού ύψους €7.930. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2011 και η ποινή, επιβλήθηκε επτά έτη μετά. Λήφθηκε σοβαρά υπόψη η πρόθεση αποζημίωσης με την έκδοση ανάλογου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστάλθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσιβλήτου, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα και την πρωτοβουλία του να εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης.
Στην Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου, Ποιν. Έφ. 34/2019, ημερ. 08.07.2020, το Ανώτατο Δικαστήριο, κατόπιν ανατροπής της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και αντικατάστασης της με καταδίκη, επέβαλε στον 67 ετών, λευκού ποινικού μητρώου εφεσίβλητο, ποινή φυλάκισης 2 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη, λαμβάνοντας υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής (€10.000 από €13.200) καταβλήθηκαν προς τον Παραπονούμενο και είχαν παρέλθει 10 έτη από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, με αποτέλεσμα, οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, να διαφοροποιηθούν σε μεγάλο βαθμό.
Στην PRE NEURO-SPINE SPECIALISTS LTD v. Eυαγόρου Μαρίνας, Ποιν. Έφ. 154/21, ημερ. 19.02.2024, το Εφετείο, κατόπιν ανατροπής της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και αντικατάστασης της με καταδίκη, επέβαλε στην 56 ετών, λευκού ποινικού μητρώου εφεσίβλητη, ποινή φυλάκισης 3 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη, λαμβάνοντας υπόψη τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, το ότι παρήλθαν επτά έτη από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, καθώς και ότι αυτά επιδεινώθηκαν εν τω μεταξύ, επιβαρύνοντας την και οικονομικά, κατά τρόπο που να μην μπορούσε να καταβάλει το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό (€10.000 από €14.000).
Στην υπόθεση TECHNOTENT C.G. GEORGATSOS LTD ν. NEFELI PREMIER ART EVENT LIMITED κ.α., Ποιν. Έφεση 183/2022, ημερ. 30.09.2025, το (νυν) Εφετείο, επικύρωσε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες χρηματικές ποινές, συνολικού ύψους €3.200 που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες (€2000 συνολικά στην εφεσείουσα εταιρεία και €1.200 συνολικά στον Εφεσείοντα 2), επί κατηγοριών πρόκλησης μη εξόφλησης 4 επιταγών συνολικού ύψους €9.700, κατά παράβαση του άρθρου 305Α (2) του Κεφ. 154. Το Εφετείο, επισήμανε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, ορθώς κατέληξε στην ποινή που κατέληξε, την οποία και επιμέτρησε ορθά, αφού έλαβε υπόψη του, το γεγονός ότι, μετά την καταδικαστική απόφαση εναντίον των εφεσειόντων, από το Πρωτόδικο δικαστήριο, οι τελευταίοι, αποζημίωσαν πλήρως την Παραπονούμενη, έτσι που να προέκυπτε έμπρακτα η μεταμέλεια τους, ήταν επίσης λευκού ποινικού μητρώου και είχαν παρέλθει 4 έτη, από την διάπραξη των αδικημάτων.
Στην παρούσα, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως καμμιά συμμόρφωση έχει επέλθει από μέρους των Κατηγορουμένων και ο παράγοντας αυτός, εντείνει τη σοβαρότητα της παρούσας. Βέβαια, δεν διαλανθάνει την προσοχή μου το ότι, η μη συμμόρφωση τους, έχει τρόπον τινά συνδεθεί από μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης τους, με την κακή οικονομική κατάσταση, όλων των Κατηγορουμένων. Ειδικότερα, σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3 έχει αναφερθεί, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί πως, τέτοια ήταν (και εξακολουθεί να είναι) η οικονομική της κατάστασης που αναγκάστηκε να πωλήσει όλα τα κοσμήματα της ώστε να εξοφλήσει όσο το δυνατόν περισσότερα χρέη. Τα δε χρήματα που έλαβε, ως προκύπτει, δεν ήταν τέτοια που καλύψουν το σύνολο των οφειλών, εξ ου και η προώθηση τόσο της παρούσας, όσο και των δύο άλλων υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη. Σε ό,τι δε αφορά τον Κατηγορούμενο 2, έχει επίσης αναφερθεί χωρίς να αμφισβητηθεί, πως κατά την διάρκεια των τελευταίων 3 ετών, έχει υποστεί λόγω άγχους, δύο εμφράγματα του μυοκαρδίου, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε επεμβάσεις τοποθέτησης «bypass» και «μπαλονιού» στην καρδιά, με το τελευταίο έμφραγμα να είχε προκληθεί περί τον Δεκέμβριο του 2025, για το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 νοσηλεύτηκε και έλαβε εξιτήριο μόλις πριν 20 ημέρες.
Περαιτέρω των πιο πάνω, η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης, σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 3 ειδικότερα, εντείνεται εν μέρει και από το γεγονός ότι στην παρούσα λαμβάνονται υπόψιν και άλλες 2 υποθέσεις. Ως έχει δε λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα (2005) 2 Α.Α.Δ.598, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες[2].
Εν πάση περιπτώσει και πάρα τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνω πως, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, χωρίς ωστόσο η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[3] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[4]
Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής επομένως, λαμβάνω υπόψιν μου κατ’ αρχάς προς όφελος αμφοτέρων των Κατηγορουμένων, το λευκό ποινικό μητρώο τους και την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, η οποία παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε πάντως, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
Επίσης λαμβάνω υπόψιν, την απολογία τους ως εκφράστηκε δια των συνηγόρων τους. Τα πιο πάνω, τα εκλαμβάνω ως ενδεικτικά και της μεταμέλειας τους. Ως περαιτέρω δεικτικό της μεταμέλειας, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, λαμβάνω υπόψη μου και την ετοιμότητα του να αποδεχθεί, διάταγμα αποζημίωσης που τυχόν εκδοθεί σε ό,τι αφορά το ποσό που πραγματεύεται η κατηγορία στην οποία ο ίδιος κρίθηκε ένοχος (κατηγορία 2).
Τώρα, σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 3, παρότι δεν εκφράστηκε παρόμοια πρόθεση αποδοχής διατάγματος αποζημίωσης ή καλύτερα, με δεδομένους τους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με το γιατί δεν εξέφρασε και η ίδια παρόμοια πρόθεση, σημειώνω πως δεν μπορώ να παραγνωρίσω, ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν, δεν είναι παράλογοι, με δεδομένο το ότι πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 79 ετών σήμερα, το οποίο ειλικρινώς ανέφερε πως δεν δύναται εκ των πραγμάτων να συμμορφωθεί με το όποιο διάταγμα ήθελε εκδοθεί, αφού ούτε να εργαστεί μπορεί, ούτε και έχει τους απαραίτητους πόρους, για να το πράξει. Δεν θεωρώ με λίγα λόγια, ότι η μη πρόθεση της να αποδεχθεί διάταγμα, ισοδυναμεί με έλλειψη μεταμέλειας ή ότι δύναται να αποτελέσει παράγοντα που επιτείνει την ήδη διαπιστούμενη σοβαρότητα της παρούσας.
Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψιν τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων ως αναφέρονται στην Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ως διαμορφώθηκαν εν τέλει από τον συνήγορο του αλλά και ως αναπτύχθηκαν περαιτέρω, από τον τελευταίο.
Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψιν, σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 37 ετών και πατέρα 2 ανήλικων παιδιών, τα οποία αποκτήθηκαν από δεσμό που διατηρούσε στο παρελθόν. Επίσης, ότι διαμένει πλέον με τους γονείς του, οι οποίοι αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα υγείας (βλ. πιο κάτω) και είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας. Διέμενε προηγουμένως σε ιδιόκτητη οικία η οποία ωστόσο κατασχέθηκε από την Τράπεζα, λόγω απλήρωτων οφειλών. Περαιτέρω, ότι είναι άνεργος, ενόψει της διακοπής των εργασιών της Κατηγορούμενης 1, με τις οποίες ασχολείτο ανέκαθεν, αφού αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση και πως σήμερα, έχει εξεύρει εργασία, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει. Ως προς τούτα, σημειώνω πως ως αναφέρθηκε και δεν αμφισβητήθηκε, τα τελευταία έτη, ο Κατηγορούμενος 2 υπέστη ανακοπή καρδίας δύο φορές, με την τελευταία να έχει επισυμβεί περί τα τέλη του 2025 και πως συνεπεία αυτής, έχει υποβληθεί σε επεμβάσεις τοποθέτησης bypass και μπαλονιού καρδίας. Περιπλέον, ότι παρά τις συστάσεις των θεραπόντων ιατρών του να εκτελεί όσο το δυνατόν λιγότερη εργασία και να βρίσκεται όσο το δυνατόν περισσότερο σε χαλαρούς ρυθμούς, έχει εξεύρει εργασία, με καθεστώς μερικής απασχόλησης, προκειμένου να μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και ο μισθός που θα λαμβάνει θα είναι περί τα €1.100 ενόψει του ότι δεν δύναται να εργάζεται περισσότερες ώρες. Επιπρόσθετα, ότι διατηρεί χρέη, τόσο σε ό,τι αφορά υποχρεώσεις της Κατηγορούμενης 1, όσο και σε ό,τι αφορά προσωπικά δάνεια του ιδίου, για τα οποία δεν καταβάλλεται οποιαδήποτε δόση, λόγω οικονομικής αδυναμίας. Παρά ταύτα, με την βοήθεια των γονέων του, καταβάλλει προς τα παιδιά του ποσό διατροφής μηνιαίως.
Σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 3, λαμβάνω υπόψη πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 79 ετών, συνταξιούχα και έγγαμη μητέρα ενός παιδιού (Κατηγορούμενου 2). Ζει με τον σύζυγο της και τον Κατηγορούμενο 2 σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στην Λευκωσία, για το οποίο υπάρχουν χρέη στην Τράπεζα, τα οποία δεν αποπληρώνονται κανονικά και πως ενόψει τούτου, βρίσκεται σε διαδικασία δια μέσω των δικηγόρων της, να εξεύρει λύση, προκειμένου να μην το κατασχέσει η Τράπεζα. Περαιτέρω, ότι αντιμετωπίζει πολλαπλά προβλήματα υγείας, όπως, προβλήματα σπονδύλου και κίνησης, διαβήτη, υπερλιπιδαιμία, υπέρταση, υποθυρεοειδισμό, πρωτοπαθή εκφυλιστική αρθρίτιδα γόνατος, πάθηση αυχενικού μεσοσπονδύλιου δίσκου με ριζίτιδα, πάσχει από νόσημα των εγκεφαλικών αγγείων, απόφραξη και στένωση καρωτίδας, καθώς και άλλα ψυχολογικά προβλήματα. Υπεβλήθη δε περί το 2014 σε αλλαγή αριστερού γονάτου, υπέστη ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, υπεβλήθη σε επέμβαση στην δεξιά καρωτίδα, ως επίσης και σε επέμβαση στον σπόνδυλο περί το έτος 2020. Ο δε σύζυγος της, αντιμετωπίζει νευρολογικά προβλήματα και υποβάλλεται σε θεραπείες, ενώ διατηρούν πέραν από τα προσωπικά τους χρέη και άλλα χρέη που σχετίζονται με την λειτουργία της Κατηγορούμενης 1, η οποία δημιουργήθηκε αρχικά από τον σύζυγο της και μετέπειτα λειτουργούσε ως οικογενειακή επιχείρηση, με την ίδια και τον Κατηγορούμενο 2, να την διευθύνουν.
Στρέφομαι τώρα στην εισήγηση της συνηγόρου των Κατηγορούμενων, όπως ληφθεί υπόψιν ο χρόνος που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων, μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Σημειώνω επί τούτου, πως τα αδικήματα διαπράχθηκαν (αρχικά) περί τον Ιανουάριο του 2022, μέχρι και τον Απρίλιο του 2022 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 23.01.2023. Από τότε, μέχρι και τις 10.10.2024, όλοι οι Κατηγορούμενοι, δεν παραδέχονταν τα αδικήματα και η υπόθεση οριζόταν σε διάφορες ημερομηνίες για σκοπούς ακρόασης. Από τις δε, 10.10.2024 μέχρι και τις 03.06.2025 μεσολάβησε η απόσυρση των προηγούμενων δικηγόρων των Κατηγορουμένων και η αλλαγή απάντησης στο κατηγορητήριο, από τον Κατηγορούμενο 2, από παραδοχή σε μη παραδοχή, σε αριθμό κατηγοριών που αντιμετώπιζε προηγουμένως, προτού αυτές αποσυρθούν. Ακολούθησαν διάφορες ημερομηνίες κατά τις οποίες η υπόθεση οριζόταν για ακρόαση, μέχρι και τις 15.01.2026 όπου η ακρόαση θα ξεκινούσε, οπότε και η κατηγορούσα αρχή, ξεκαθάρισε τις προθέσεις της, απέσυρε την υπόθεση εναντίον του πρώην Κατηγορούμενου 4, όπως και αριθμό κατηγοριών εναντίον του Κατηγορούμενου 2 και ζητήθηκε χρόνος για σκοπούς μετριασμού της ποινής, των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε στις 10.02.2026. Σημειωτέον δε, ότι στις πλείστες δικασίμους μέχρι τότε προβάλλετο από πλευράς υπεράσπισης (όλων των Κατηγορουμένων) αίτημα αναβολής, είτε από τους προηγούμενους δικηγόρους τους, είτε από τους νυν. Υπό τα παραπάνω δεδομένα λοιπόν, είναι προφανές πως μεγάλο μερίδιο ευθύνης σε σχέση με την καθυστέρηση που προκλήθηκε, φέρει και η πλευρά των Κατηγορουμένων.
Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω κατάληξης σημειώνω πως αναμφίβολα, η νομολογία αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό παράγοντα την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος, αφού η χρονική αυτή διάσταση μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και τον αναμορφωτικό της ρόλο, ενώ οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διαρρεύσαν διάστημα μπορεί να αλλάξουν ριζικά.[5]
Στην προκειμένη περίπτωση το αντικειμενικό γεγονός της παρέλευσης τεσσάρων ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων, πολύ περιορισμένη βαρύτητα έχει, αφού δεν έχει καταδειχθεί τι έχει μεταβληθεί σε αυτόν τον διαρρεύσαντα χρόνο, ειδικότερα σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3, αφού ως φαίνεται από τα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκομίστηκαν, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, τα αντιμετώπιζε και προ της διάπραξης των αδικημάτων. Σε σχέση δε, με τον Κατηγορούμενο 2, πέραν των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε, τα οποία προκλήθηκαν ενόσω η υπόθεση εκκρεμούσε, τίποτε άλλο δεν φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί, αφού και για αυτόν προκύπτει πως η δεινή οικονομική του κατάσταση, υφίστατο από τον καιρό, που διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Επομένως δεν θεωρώ πως η πάροδος του χρόνου ως αντικειμενικό γεγονός μπορεί στην προκειμένη να έχει ιδιαίτερη σημασία.
Εν πάση περιπτώσει ό,τι άλλο οφείλω πάντως να σημειώσω είναι πως σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη καθυστέρησης δεν είναι πάντα αρκετή για να οδηγήσει στην επιβολή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής. Έτσι επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης στις υποθέσεις, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22 (καθυστέρηση 4 ετών – η παραδοχή ήταν άμεση), Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβελλά, Ποιν. Εφ. 288 και 289/19, ημερ. 12.3.19 (καθυστέρηση 7 και πλέον ετών, με ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου), Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/21, ημερ. 3.6.21 (καθυστέρηση 14 ετών: το αδίκημα διαπράχθηκε το 2007, διαπιστώθηκε το 2014, η δίωξη καταχωρήθηκε το 2016 και η ποινή επιβλήθηκε το 2021), και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/20, ημερ. 28.6.21, ECLI:CY:AD:2021:B284 (καθυστέρηση 12 ετών με μεγάλη καθυστέρηση (4 έτη) κατά τη διερεύνηση). Εν προκειμένω θεωρώ πως ακόμα και αν ήθελε διαφανεί πως υπήρξε κάποια καθυστέρηση που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν, αυτή δεν θα ήταν αρκετή για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα από τη μια και από την άλλη τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη ότι δεν έχει επέλθει συμμόρφωση σε κανένα βαθμό, καταλήγω ότι αναπόφευκτα, η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1 είναι σαφώς αυτή της χρηματικής, ενώ σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 2 και 3, είναι αυτή της ποινής φυλάκισης.
Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στους Κατηγορούμενους 2 και 3 θα ήταν υπό τις περιστάσεις επιεικέστερη του ορθού λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Συνακόλουθα, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
Στην 1η κατηγορούμενη, χρηματική ποινή ύψους €500 σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1,3,5,7,9,11,13,15,17, 19 και 21.
Στον 2η Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών, στην κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει.
Στην 3η Κατηγορούμενη, ποινή φυλάκισης 5 μηνών σε ξλαυε μια από τις κατηγορίες 4,6,8,10,12,14,16,18, 20 και 22. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Η διαφοροποίησης του ύψους της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 3, σε σχέση με αυτήν που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις είναι δικαιολογημένη, λαμβάνοντας υπόψη το ότι εναντίον της, λαμβάνονται υπόψη άλλες δύο ποινικές υποθέσεις, για σκοπούς επιβολής ποινής, ως επίσης και ότι το σύνολο του ποσού των επιταγών που την αφορούν, είναι σαφώς μεγαλύτερο, από το ποσό που αφορά η επιταγή, για την οποία επιβλήθηκε ποινή στον Κατηγορούμενο 2.
Εξετάζοντας τώρα κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής, ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου των Κατηγορούμενων 2 και 3, σημειώνω τα εξής. Η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι στο στάδιο αυτό, επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ.22). Αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, καθώς και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για αναστολή ή όχι της ποινής. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
Λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος ως πιο πάνω έχει προδιαγραφεί καθώς και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης αλλά και των ελαφρυντικών τόσο του Κατηγορούμενου 2, όσο και της Κατηγορούμενης 3 έχοντας κατά νου και την υποχρέωση του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό να αποδώσει διπλή βαρύτητα σε όλους τους παράγοντες, με σκοπό να αποφασιστεί κατά πόσον μπορούν να επενεργήσουν ούτως ώστε να ανασταλεί η ποινή και να δοθεί στους Κατηγορούμενους μια δεύτερη ευκαιρία και καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση παρά την αδιαμφισβήτητη σοβαρότητα του αδικήματος, υφίστανται τέτοιοι παράγοντες και περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σ’ αυτόν. Και εξηγώ.
Αμφότεροι έχουν παραδεχθεί τα αδικήματα και είναι πρόσωπα με λευκό ποινικό μητρώο, χωρίς να έχουν ποτέ απασχολήσει τη δικαιοσύνη με παρόμοιας ή άλλης φύσης αδικήματα, στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με νομολογία, του δίδουν το δικαίωμα να αιτηθεί όπως ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Βεβαίως αυτά από μόνα τους, δεν κρίνεται πως θα ήταν ικανά να οδηγήσουν στην αναστολή της ποινής. Αυτό το οποίο κατά την κρίση μου έχει βαρύνουσα σημασία στην προκειμένη περίπτωση, σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, είναι η πρόθεση του να αποζημιώσει την Παραπονούμενη και η προθυμία του να αποδεχθεί για τον παραπάνω σκοπό, διάταγμα αποζημίωσης, στοιχείο που και στην Metron (ανωτέρω), κρίθηκε καθοριστικός παράγοντας για την αναστολή της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί..
Σε σχέση δε, με την Κατηγορούμενη 3, βαρύνουσα σημασία έχει καταρχάς η πολύ προχωρημένη ηλικία της, σε συνάρτηση με τα πολλαπλά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, τα οποία δεν είναι ασυνάρτητα με το ότι δεν κατέστη δυνατόν να συμμορφωθεί.
Συνεπώς, για τους παραπάνω λόγους, κρίνω ότι δικαιολογείται η επίδειξη της μέγιστης δυνατής επιείκειας προς όφελος τους, αναστέλλοντας την ποινή φυλάκισης που έχω αμέσως προηγουμένως επιβάλει. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θα αντικατοπτρίζει μεν την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά παράλληλα θα εξυπηρετεί και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
Ως εκ τούτου, οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στους Κατηγορούμενους 2 και 3 αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.
(Επεξηγείται στους Κατηγορούμενους η σημασία και οι συνέπειες της αναστολής της ποινής φυλάκισης).
Κρίνω τέλος, ότι δικαιολογείται και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποζημίωσης εναντίον του Κατηγορούμενου 2 και προς όφελος της Παραπονούμενης για το ποσό των €2.197,83 στη βάση του Άρθρου 24(1) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Κατόπιν της συναίνεσης του συνηγόρου του Παραπονουμένου, η ισχύς του διατάγματος θα αναστέλλεται από μήνα σε μήνα, νοουμένου ότι ο Κατηγορούμενος 2 θα καταβάλλει κάθε πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, το ποσό των €200, αρχής γενομένης της 02.03.2026, μέχρι την πλήρη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού.
Τα έξοδα τόσο της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και τα έξοδα των ποινικών υποθέσεων με αρ. 828/23 και 892/23, εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και 3 και προς όφελος των εκεί Παραπονούμενων, στο ύψους που θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα.
(επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο 2 περαιτέρω, οι συνέπειες τυχόν, μη τήρησης του εκδοθέντος διατάγματος αποζημίωσης)
Στην παρούσα, λήφθηκαν υπόψη σε σχέση με τις Κατηγορούμενες 1 και 3, οι ποινικές υποθέσεις 828/23 και 892/23 του Ε.Δ. Λευκωσίας.
Υπ...................................................
Ε. Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Η προβλεπόμενη ποινή, είναι η ίδια ποινή που προβλέπεται και για το αδίκημα του άρθρου 305Α (1) του Κεφ. 154.
[2] (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων (1993) 2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου (1994) 2 Α.Α.Δ 194).
[3] Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.
[4] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.
[5] Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη (1996) 2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 701, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Αβραάμ ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 285, και ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο