ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 817/23
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩOΤΡΟΦΩΝ (ΣΟΠΑΖ) ΛΤΔ
Παραπονούμενος
εναντίον
Coca-Papamina Ioanna Condruta
Κατηγορούμενη
Ημερομηνία: 17.03.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενο: κα Μ. Σκαρπάρη μαζί με κ. Α. Αναστασίου για Δ. Χατζηνέστορος & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για Κατηγορούμενη: κ. Α. Καλογερίδης για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε.
Κατηγορούμενη παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Κατηγορούμενη, αντιμετωπίζει οκτώ συνολικά κατηγορίες, το σύνολο των οποίων αφορά αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι σε διάφορες ημερομηνίες, εξέδωσε προς όφελος της Παραπονούμενης τις επιταγές που αναφέρονται πιο κάτω, οι οποίες παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, πλην όμως δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και παρέμεινα απλήρωτες για περίοδο δεκαπέντε ημερών, από την εν λόγω παρουσίαση.
Συγκεκριμένα, εξέδωσε, ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των συναφών κατηγοριών:
1. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.827 κατά ή περί την 22.02.2020 (κατηγορία 1)
2. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.120 κατά ή περί την 22.04.2020 (κατηγορία 2)
3. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.780 κατά ή περί την 23.06.2020 (κατηγορία 3)
4. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.620 κατά ή περί την 20.07.2020 (κατηγορία 4)
5. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €9.900 κατά ή περί την 20.08.2020 (κατηγορία 5)
6. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €9.966 κατά ή περί την 22.03.2021 (κατηγορία 6)
7. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.200 κατά ή περί την 22.04.2021 (κατηγορία 7)
8. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €5.764,50 κατά ή περί την 20.08.2021 (κατηγορία 8)
Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο Α.Α. (Μ.Κ.1) και ο Θ.Ι. (Μ.Κ.2). Η Κατηγορούμενη, αφότου κλήθηκε σε απολογία, κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε επιπρόσθετα, ένα μάρτυρα προς υπεράσπιση της, τον Γ.Α. (Μ.Υ.1).
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν επίσης 21 τεκμήρια.
Δηλώθηκαν επίσης (και εγκρίθηκαν ως τέτοια) παραδεκτά γεγονότα, τα οποία συνίστανται στο ότι εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η υπ’ αρ. αγωγή 913/25, στην οποία ενάγουσα είναι η εδώ Παραπονούμενη και εναγόμενοι είναι η εταιρεία A.P.Ringos Farm Ltd και η εδώ Κατηγορούμενη και αφορά το υπόλοιπο λογαριασμού της εταιρείας και της Κατηγορούμενης στην εταιρεία ΣΟΠΑΖ, περιλαμβανομένων και των ποσών που αφορούν οι επίδικες επιταγές. Τα πιο πάνω γεγονότα, αποτελούν εκ των προτέρων και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Προχωρώ στην σύνοψη του συνόλου της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης, των γεγονότων που πλαισιώνουν την παρούσα.
Ο Μ.Κ.1, διετέλεσε ως διευθυντής πωλήσεων στην Παραπονούμενη μέχρι και το 2018. Κατά την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) στην οποία αναφέρεται στην δομή και τις ασχολίες της Παραπονούμενης, ως επίσης και πώς προέκυψε η σχέση της τελευταίας με την Κατηγορούμενη, ποιά η σχέση της Κατηγορουμένης με την εταιρεία A.P. Ringos Farm Ltd (στο εξής “η εταιρεία”) και με τον Α.Π. ο οποίος είναι διευθυντής της πιο πάνω εταιρείας, για ποιό λόγο και με ποια αφορμή εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, τι είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Κατηγορούμενης και της Παραπονούμενης, τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών, καταλήγοντας πως οι επίδικες επιταγές οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες, κατατέθηκαν στην Τράπεζα, αρκετά μετά που κατέστησαν πληρωτέες και επιστράφηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο είναι ο ίδιος που ετοίμασε τις καταστάσεις λογαριασμού της εταιρείας, που κατέθεσε, ποια η δική του σχέση με την εν λόγω εταιρεία και εάν όλα όσα ανέφερε πηγάζουν εξ ιδίας γνώσης ή είναι όσα του μεταφέρθηκαν από τρίτα πρόσωπα. Επί τούτου ερωτήθηκε εάν γνωρίζει εάν ο Α.Π. σύνηψε οποιαδήποτε συμφωνία με την Παραπονούμενη για να ανοιχθεί λογαριασμός στην τελευταία περί το έτος 2007 ως αναφέρει στην γραπτή δήλωση του. Επίσης, αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο, προηγούμενες (των επιδίκων), επιταγές που δόθηκαν από την Κατηγορούμενη (τεκμήρια 9.1.-9.11) και δεν κατατέθηκαν, είχε συμφωνηθεί όπως εξαργυρώνονταν με εμβάσματα που θα γίνονταν προς όφελος της Παραπονούμενης, από την Παγκύπρια Οργάνωση Αγελαδοτρόφων (στο εξής “Π.Ο.Α.”), εάν παρόμοια συμφωνία είχε γίνει και προηγουμένως, υποδεικνύοντας του έγγραφο το οποίο αναγνώρισε ως συμφωνία που έγινε στις 12.03.2019 (τεκμήριο 13), την οποία ο Μ.Κ.1 επισήμανε πως έγινε, ταυτόχρονα με το έγγραφο εγγύησης που είχε υπογράψει η Κατηγορούμενη (τεκμήριο 8 και 14). Υπεβλήθη στον Μ.Κ.1, πως με βάση το έγγραφο εγγυήσεως που υπέγραψε η Κατηγορουμένη, η υποχρέωση της περιορίζετο μόνο στα ποσά που θα καθίσταντο απαιτητά και πως αφ’ ης στιγμής, οι όποιες οφειλές πληρώνονταν με εμβάσματα από τον Π.Ο.Α., ως μεταξύ των μερών είχε συμφωνηθεί, τα ποσά που αφορούν οι επιταγές, δεν ήταν απαιτητά. Επίσης υπεβλήθη στον Μ.Κ.1 πως η όποια αξίωση της Παραπονούμενης, θα ήταν δυνατό να απαιτηθεί μόνο με αστική αγωγή, ως γίνεται μνεία στο περιεχόμενο του εγγράφου εγγυήσεως και πως είναι γι’ αυτόν τον λόγο που καταχωρήθηκε και αγωγή εναντίον της Κατηγορούμενης ενώ η προώθηση της παρούσας, αποσκοπεί στον εκφοβισμό της τελευταίας προκειμένου να τους αποδώσει τα χρήματα τους.
Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς το πόσα χρήματα καταβλήθηκαν από τον Π.Ο.Α. στην Παραπονούμενη, εκ μέρους της Κατηγορουμένης, ως επίσης ερωτήθηκε τι σημαίνουν οι φράσεις “επιστροφή από επιταγή του Π.Ο.Α.”, “χρέωση”, “πίστωση” που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης που κατέθεσε ο Μ.Κ.1 (τεκμήριο 7), ως επίσης γιατί κάποια ποσά, φαίνονται να πιστώνονται και να χρεώνονται ξανά στον λογαριασμό και γιατί σε κάποιες άλλες φαίνεται πίστωση ποσού, πέραν της μιας φοράς, ενώ σε κάποιες άλλες, υπάρχει διαφορά στο ποσό πίστωσης και χρέωσης. Του υπεβλήθη η θέση, πως από την πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού, δεν μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κάποιος πότε πιστώθηκε και πότε χρεώθηκε ένα ποσό και πως είναι γι’ αυτό τον λόγο, που η Κατηγορούμενη κατηγορείται για τις επίδικες επιταγές.
Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς το κατά πόσο υπήρχε περίοδος που όλη η αξία του γάλακτος που η εταιρεία πωλούσε στον Π.Ο.Α., καταβάλλετο στην Κατηγορούμενη απευθείας αντί στην εταιρεία, την Κατηγορούμενη ή τον σύζυγο της και υπεβλήθη στον Μ.Κ.1 πως η Κατηγορούμενη δεν γνώριζε πως η εταιρεία όφειλε χρήματα στην Παραπονούμενη καθότι, τα όποια ποσά καταβάλλονταν από τον Π.Ο.Α. και επιστρέφονταν στον σύζυγο της από την Παραπονούμενη, η ίδια δεν το γνώριζε ως επίσης ότι κανένα ποσό οφείλει η Κατηγορούμενη και ότι οι επίδικες επιταγές, είχαν εκδοθεί μόνο για σκοπούς εγγύησης, σε περίπτωση που τερματιζόταν η συμφωνία που είχε με τον Π.Ο.Α. για κατευθείαν πληρωμή προς την Παραπονούμενη.
Ο Μ.Κ.2, είναι τραπεζικός υπάλληλος. Γνωρίζει την Κατηγορούμενη από το 2008 ως πελάτιδα της Τράπεζας Astrobank (ως ήταν πριν την εξαγορά της) στην οποία εργαζόταν. Αναφέρθηκε στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε η Κατηγορούμενη στην πιο πάνω Τράπεζα και εξήγησε την διαδικασία που απαιτείται για άνοιγμα ενός τραπεζικού λογαριασμού και τι σε σχέση με την Κατηγορούμενη ακολουθήθηκε, σε ποιά γλώσσα η Κατηγορούμενη συμπλήρωσε τα σχετικά έντυπα ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού, ως επίσης και ποιά ήταν η κατάσταση των λογαριασμών της Κατηγορούμενης, κατά την περίοδο 03/2020-09/2020 και για ποιο σκοπό χρησιμοποιούνταν οι λογαριασμοί της. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 11.1-11.8) ως επιταγές που εκδόθηκαν από τον τρεχούμενο λογαριασμό της Κατηγορούμενης, τις οποίες υπέγραψε η ίδια με βάση το δείγμα υπογραφής που έχει η Τράπεζα, οι οποίες δεν τιμήθηκαν ως ανέφερε όταν παρουσιάστηκαν για εξαργύρωση, ως φαίνεται μεταξύ άλλων και από τις σφραγίδες που φέρουν, αφού όλες επιστράφηκαν με την ένδειξη “Να παρουσιαστεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπα”, εξηγώντας πότε και για ποιο λόγο η Τράπεζα τοποθετεί συγκεκριμένες σφραγίδες.
Ανέφερε περαιτέρω πως στις 23.12.2020, 3.04.2020, 05.05.2020, 05.03.2020, 02.01.2020, 14.11.2019, 04.01.2021 και 15.12.2020 κανένας από τους δύο λογαριασμούς της Κατηγορούμενους είχε υπόλοιπα που να μπορούσαν να εξαργυρώσουν τις επιταγές, ως επίσης και κατά τις ημερομηνίες που κατατέθηκαν για εξαργύρωση. Αντεξετάστηκε, ως προς το κατά πόσο είναι σύνηθες, μια επιταγή να κατατίθεται λίγο πριν την εκπνοή της προθεσμίας ισχύος της και εάν συνηθίζεται ένα πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να ανοίξει ένα λογαριασμό, να μεταβαίνει σε κατάστημα μαζί με μεταφραστή και εάν πρόσωπα τα οποία δεν ομιλούν την “γλώσσα”, προβαίνουν σε αιτήματα ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού. Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς τον χρόνο που χρειάζεται η Τράπεζα για να αντιληφθεί πως μια επιταγή είναι ακάλυπτη και εάν οι χρεώσεις των €35 που υπέδειξε ο ίδιος επί του τεκμηρίου 18, δείχνουν ότι αφορούν τις επίδικες επιταγές.
Η Κατηγορούμενη, κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως κατάγεται από την Ρουμανία και είναι παντρεμένη με τον Α.Π., ο οποίος διατηρούσε φάρμα, η οποία προμηθεύετο με ζωοτροφές από την Παραπονούμενη και πως για τούτο είχε ανοιχθεί λογαριασμός στην εταιρεία, η οποία του ανήκε και η οποία χρωστούσε χρήματα. Αναγνώρισε το τεκμήριο 13, ως συμφωνία που έκανε με την Παραπονούμενη προκειμένου να καταβάλλεται με επιταγή το ποσό των €2.000 προς εξόφληση οφειλών της εταιρείας, που υφίσταντο τον δεδομένο χρόνο και η εν λόγω συμφωνία ως ανέφερε, έγινε μεταξύ του συζύγου της, ο οποίος την πήρε και την ίδια εκεί, “μαζί και με τους άλλους”, όπως και τον Μ.Κ.1. Η εν λόγω συμφωνία, είχε αποσταλεί στην Π.Ο.Α, όπως επίσης απεστάλη στην τελευταία και δεύτερη μεταγενέστερη συμφωνία που έκαναν, για καταβολή €3.000 μηνιαίως. Ακολούθησε και τρίτη συμφωνία, κατά την οποία συμφώνησαν όπως όλα τα χρήματα που θα λάμβαναν από την Π.Ο.Α. να καταβάλλονταν στην Παραπονούμενη. Οι επίδικες επιταγές, δόθηκαν στην Παραπονούμενη ως “ασφάλεια” από την ίδια, επειδή ο σύζυγος της είχε καθυστερημένες οφειλές και τους είχε καλέσει η Παραπονούμενη για να τους δώσει επιταγές και η ίδια τις υπέγραψε μόνο επειδή δεν ξέρει να γράφει ελληνικά. Τα υπόλοιπα συμπληρώθηκαν από τους ίδιους.
Αντεξετάστηκε ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφτηκε τόσο το τεκμήριο 13, όσο και το τεκμήριο 8, με την Κατηγορούμενη να προβάλλει την θέση πως ίσως υπέγραψε το τεκμήριο 8 χωρίς να αντιληφθεί ότι αναλάμβανε τις υποχρεώσεις της εταιρείας και του συζύγου της και ερωτήθηκε κατά πόσο, τις συμφωνίες για να καταβάλλει η Π.Ο.Α. απευθείας προς την Παραπονούμενη τα χρήματα που διαφορετικά θα λάμβαναν η ίδια, η εταιρεία και ο σύζυγος της, θα μπορούσαν να την τερματίσουν ή να την τροποποιήσουν ανά πάσα στιγμή.
Ερωτήθηκε επίσης, σε ποιόν, υπό διαφορετικές περιστάσεις η Π.Ο.Α., θα κατέβαλλε τα χρήματα από την πώληση γάλακτος της εταιρείας και εάν γνωρίζει, εάν η τελευταία κατέβαλε προς την Παραπονούμενη τόσο το ποσό των €2.000 που είχε αρχικά συμφωνηθεί, όσο και το ποσό των €3.000, ως η συμφωνία τροποποιήθηκε αργότερα. Της υπεβλήθη ότι το χρέος της εταιρείας, περί τον Οκτώβριο του 2020 είχε ανέλθει στις €100.000 και συγκεκριμένα στις 30.10.2020, €106.330,08. Αποτέλεσε θέση της Κατηγορούμενης, πως οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν προς εγγύηση του ότι η Π.Ο.Α. θα κατέβαλλε προς την Παραπονούμενη μηνιαίως το ποσό των €3.000 και δεν της είπαν ότι θα κατατίθεντο για εξαργύρωση, με την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να της υποβάλλει πως το πιο πάνω ποσό, συμφωνήθηκε να δίδετο για τις παλαιότερες οφειλές της εταιρείας και όχι για τις τρέχουσες, για τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν ζήτησε να καταγραφεί στην συμφωνία ότι οι €3.000 θα πληρώνονταν έναντι των επιταγών, με την Κατηγορούμενη να αναφέρει πως είχε εμπιστοσύνη στον σύζυγο της, ο οποίος της εξηγούσε τι υπέγραφε παρόλο που η ίδια δεν καταλάβαινε και ήταν ό,τι της λέχθηκε.
Ερωτήθηκε εάν ζήτησε την συνδρομή διερμηνέα, τόσο όταν υπέγραφε τις συμφωνίες όσο και όταν υπέγραψε την εξουσιοδότηση προς την Π.Ο.Α. (τεκμήριο 10) ενώπιον πιστοποιούντως υπαλλήλου και της υπεβλήθη η θέση πως η άγνοια της γλώσσας, είναι κατασκεύασμα της για να αποφύγει τις ευθύνες της. Ερωτήθηκε επίσης, πως η ίδια αντιλαμβάνεται την αναφορά της ότι οι επιταγές δόθηκαν για “ασφάλεια” και σε ποιες ενέργειες προέβη, μετά που ενημερώθηκε πως οι επιταγές κατατέθηκαν και δεν εξαργυρώθηκαν, ιδιαίτερα μετά την πρώτη επιταγή (τεκμήριο 11.6), με δεδομένο το ότι γνώριζε πως η Παραπονούμενη κρατούσε και άλλες επιταγές της με μεταγενέστερη ημερομηνία. Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς το κατά πόσο, οι επίδικες επιταγές, εκδόθηκαν έναντι συγκεκριμένων τιμολογίων, με την Κατηγορούμενη να αναφέρει πως τον δεδομένο χρόνο, όλα τα χρήματα που της οφείλονταν από την Π.Ο.Α. θα καταβάλλονταν στην Παραπονούμενη, όπως και γινόταν και πως γνώριζε πως κατά την 20.08.21 που κατέστη πληρωτέα συγκεκριμένη επιταγή (τεκμήριο 11.1) γνώριζε πως αυτή δεν μπορούσε να πληρωθεί αφού όλα τα χρήματα που θα λάμβανε, πήγαιναν στην τελευταία. Αναγνώρισε την υπογραφή της επί όλων των επίδικων επιταγών, αναφέροντας ωστόσο ότι δεν είναι η ίδια που συμπλήρωσε τα υπόλοιπα πεδία, με την κατηγορούσα αρχή να της υποβάλλει πως είναι η ίδια που καθόριζε όλα τα πεδία συμπλήρωσης και μετά υπέγραφε τις επιταγές.
Ο Μ.Υ.1, είναι λογιστής και εργάζεται στην Παγκύπρια Οργάνωση Αγελαδοτρόφων και γνωρίζει την Κατηγορούμενη. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 20, το τεκμήριο προς Αναγνώριση Β ως κατάσταση προμηθευτή που διατηρεί η Π.Ο.Α. αναφέροντας πως πρόκειται για νέες εγγραφές που καταχωρούνται στο σύστημε με την πάροδο των χρόνων. Αναγνώρισε επίσης, το τεκμήριο 13 ως εντολή που έλαβε η Π.Ο.Α. από την Κατηγορούμενη για να πληρώνουν απευθείας προς την Παραπονούμενη το ποσό των €2.000 μέχρι την πλήρη εξόφληση του ποσού των 44.656,33 και το τεκμήριο 10, ως δεύτερη, μεταγενέστερη εντολή που έλαβαν για μηνιαία καταβολή προς την Παραπονούμενη του ποσού των €3.000, ημερομηνίας 30.10.2020. Σε σχέση με το τεκμήριο 10, αναγνώρισε ότι υπήρχε και τρίτη ουσιαστικά, μεταγενέστερη των πιο πάνω, εντολή της Κατηγορούμενης προς την Π.Ο.Α., για καταβολή ολόκληρου του ποσού που διαφορετικά θα πληρωνόταν η Κατηγορούμενη από την Π.Ο.Α., προς την Παραπονούμενη, ημερομηνίας 28.01.2021. Ανάφερε πως το ποσό των €44.656,33, εξοφλήθηκε πλήρως με εμβάσματα των €2.000 και κατέθεσε αντίγραφο του λογαριασμού της Κατηγορούμενης στην Π.Ο.Α. (τεκμήριο 21) στην οποία φαίνονται οι πληρωμές που καταβάλλονταν την περίοδο 12.03.2019 που είχε γίνει η πρώτη συμφωνία, μέχρι και 31.12.2019. Ο λόγος ανέφερε που η πιο πάνω περίοδος δεν περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 20 είναι διότι η Π.Ο.Α., είχε αλλάξει λογισμικό. Υπέδειξε σε αμφότερα τα τεκμήρια, τόσο τις πληρωμές των €2.000 που γίνονταν προς την Παραπονούμενη, όσο και άλλα ποσά, μετά την συμφωνία ημερομηνίας 28.01.2021.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο η Κατηγορούμενη θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει την εντολή που έδωσε στην Π.Ο.Α. για κατευθείαν πληρωμή στην Παραπονούμενη. Ερωτήθηκε από πότε η Κατηγορούμενη ήταν προμηθευτής τους, σε ποια γλώσσα επικοινωνούσαν και εάν οποτεδήποτε εξέδωσε προς όφελος τους, επιταγές, εάν η χρονολογία 2020 στην ημερομηνία στην επιστολή τους (μέρος τεκμηρίου 10) με την οποία ζητούσαν εξουσιοδότηση από την Κατηγορούμενη, αποτελεί τυπογραφικό λάθος και η ορθή είναι 2021, εάν η Κατηγορούμενη ανέφερε οποτεδήποτε πως δεν γνωρίζει τί ακριβώς εξουσιοδότησε την Π.Ο.Α. να πράξει, για ποιο λόγο η πληρωμές προς την Παραπονούμενη τερματίστηκαν μετά τον Αύγουστο του 2022 και εάν ο λόγος συνίσταται σε ανάκληση της εντολής που είχε δώσει και εάν κατά το διάστημα που καταβάλλονταν πληρωμές προς την Παραπονούμενη, για την αξία του γάλακτος που πωλούσε η Κατηγορούμενη στον Π.Ο.Α, η τελευταία, λάμβανε και μέρος της αξίας του γάλακτος έτσι που να μην καταβάλλεται όλο το ποσό προς την Παραπονούμενη.
Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή.
Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.
Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Αντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).
Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
Ξεκινώντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας από τους Μ.Κ.2 και Μ.Υ.1, οι οποίοι αμφότεροι ήταν μάρτυρες ανεξάρτητοι τόσο από την Παραπονούμενη, όσο και από την Κατηγορούμενη, σημειώνω πως ουδείς εκ των δύο αμφισβητήθηκε επί της ουσίας των όσων ανέφερε. Ούτε και κρίνω πως οποιοσδήποτε από τους δύο τους είχε συμφέρον από την υπόθεση ή προδιάθεση να πει ψέματα ή να αποκρύψει γεγονότα. Η εντύπωση που έχω αποκομίσει είναι ότι πρόκειται για πρόσωπα, που προσήλθαν στο Δικαστήριο να δώσουν μαρτυρία αμερόληπτα και με βάση τα όσα οι ίδιοι είχαν υπόψη τους. Δεν είναι τυχαίο το ότι, καμιά εκ των δύο πλευρών δεν έχει εισηγηθεί την απόρριψη της μαρτυρίας του ενός ή του άλλου και η αντεξέταση τους ήταν περιορισμένη και κυρίως διευκρινιστικής φύσεως, ιδιαίτερα του Μ.Υ.1.
Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τον Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκε καθόλου το ότι είναι τραπεζικός υπάλληλος και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην Astrobank, προηγουμένως στην USB Bank η οποία είχε αγοραστεί από την πρώτη και σήμερα στην Alpha Bank, η οποία αγόρασε επίσης την πρώτη, ότι γνωρίζει την Κατηγορούμενη ως πελάτιδα της πρώτης Τράπεζας από το 2008 και ότι την είδε αρκετές φορές, αφού διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς στο κατάστημα που ο ίδιος εργαζόταν.
Επίσης, ότι η Κατηγορούμενη διατηρούσε στην Astrobank ένα αποταμιευτικό και ένα τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 2364826 με δυνατότητα έκδοσης βιβλιαρίου επιταγών και πως η διαδικασία ανοίγματος ενός τραπεζικού λογαριασμού, είναι η υποβολή αιτήματος, με το περιεχόμενο που έχει το αίτημα που εν προκειμένω υπέβαλε η Κατηγορούμενη και το οποίο περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 16, το οποίο συμπληρώθηκε στην ελληνική γλώσσα και υπεγράφη από την τελευταία. Περαιτέρω, ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός της Κατηγορούμενης χρησιμοποιείτο κατά κύριο λόγο για να μεταφέρονται χρήματα από τον αποταμιευτικό λογαριασμό της, προς πληρωμή των επιταγών που εξέδιδε, ως επίσης ότι οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια 11.1-11.8) εκδόθηκαν από τον πιο πάνω τρεχούμενο λογαριασμό και υπογράφτηκαν από την ίδια, αφού η υπογραφή τους συνήδε με το δείγμα υπογραφής της που έχει η Τράπεζα και οι οποίες δεν τιμήθηκαν ως ανέφερε ως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης, στην οποία φαίνεται η χρέωση €35 κάθε φορά που μια επιταγή, δεν εξαργυρωνόταν. Επίσης, το ότι επιστράφηκαν απλήρωτες, φαίνεται και από την σφραγίδα που φέρουν, η οποία τοποθετήθηκε μετά που παρουσιάστηκαν στην εκδότρια Τράπεζα, από την Τράπεζα απ’ όπου κατατέθηκαν. Επιστράφηκαν στην συνέχεια με την ένδειξη “Να παρουσιαστεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπα”, σφραγίδα η οποία τοποθετείται την πρώτη φορά που μια επιταγή κατατίθεται και ‘'αποταθείτε στον εκδότη”, σφραγίδα η οποία τοποθετείται όταν παρέλθουν 15 ημέρες από την πρώτη παρουσίαση, γεγονός που σημαίνει πως η επιταγή είναι ακάλυπτη και υπονοεί πως ο πελάτης παραπέμπεται στην Κεντρική Τράπεζα, για να καταχωρηθεί στο ΚΑΠ.
Επί τούτου, οφείλω να αναφέρω πως πέραν από το ότι τόσο η υπογραφή των επίδικων επιταγών, όσο και το ότι παρουσιάστηκαν για κατάθεση κατά τις ημερομηνίες που φέρει η σφραγίδα τους αλλά και ο λόγος που επιστράφηκαν, ήτοι δηλαδή λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των επίδικων επιταγών.
Ό,τι άλλο επιβεβαιώνεται εκ των αναφορών του Μ.Κ.2, είναι ότι κάθε φορά που μια εκ των επίδικων επιταγών κατατίθετο για πληρωμή και επιστρέφετο λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης χρεωνόταν με €35 κάθε φορά. Τούτο επιμαρτυρείται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 18 που οι επιταγές επιστρέφονταν, ως φαίνεται στα σημεία που υπέδειξε o M.K.2 επί του συγκεκριμένου τεκμηρίου. Σε σχέση με αυτή του την αναφορά, ο Μ.Κ.2 αμφισβητήθηκε ως προς το κατά πόσο οι συγκεκριμένες χρεώσεις των €35, τις οποίες υπέδειξε στο Δικαστήριο, φαίνεται να αφορούν χρεώσεις σχετιζόμενες με τις επίδικες επιταγές. Εκείνο που παρατηρείται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 18, είναι ότι πράγματι ναι μεν, δεν αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού, στο πεδίο της χρέωσης των €35, σε κάθε μια ημερομηνία χρέωσης ο αριθμός της επιταγής για την οποία προέκυψε αυτή, πλην όμως, η ημερομηνία χρέωσης του πιο πάνω ποσού (κάθε φορά) προκύπτει να έγινε, κατά την ημερομηνία που μια έκαστη των επίδικων επιταγών, φέρεται ως οι σχετικές σφραγίδες της Τράπεζας, να επιστράφηκαν απλήρωτες, γεγονός που ενισχύει την θέση του Μ.Κ.2 πως πράγματι, οι χρεώσεις αυτές είναι χρεώσεις για την επιστροφή των επίδικων επιταγών οι οποίες δεν τιμήθηκαν όταν κατατέθηκαν.
Κατά παρόμοιο τρόπο, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 18, επιβεβαιώνει και την άλλη αναφορά του Μ.Κ.2 ότι ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης, στις 23.12.2020, 3.04.2020, 05.05.2020, 05.03.2020, 02.01.2020, 14.11.2019, 04.01.2021, δεν διέθετε υπόλοιπα τέτοια έτσι ώστε να μπορούσαν οι επίδικες επιταγές, να τιμηθούν, σύμφωνα με τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν. Ούτε στον αποταμιευτικό λογαριασμό της φαίνεται (αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 19) να υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες, ως δηλαδή και η αναφορά του Μ.Κ.2, έτσι ώστε να μπορούν να μεταφερθούν χρήματα στον επίδικο λογαριασμό, προκειμένου να τιμηθούν οι επίδικες επιταγές κατά την ημερομηνία που εκδόθηκαν. Ό,τι περαιτέρω προκύπτει είναι ότι σε κανένα εκ των δύο πιο πάνω λογαριασμών υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα ακόμη και την ημέρα παρουσίασης τους. Οι πιο πάνω αναφορές, επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 18 και 19.
Με δεδομένες συνεπώς τις ως άνω διαπιστώσεις μου, η μαρτυρία του Μ.Κ.2, γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της και τα όσα ανέφερε, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι, τα ευρήματα που εξήχθησαν από την μαρτυρία του Μ.Κ.2, ιδιαίτερα σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, δεν προδιαγράφουν και το αποτέλεσμα της παρούσας, με δεδομένα τα όσα προβάλλονται από μέρους της υπεράσπισης, εν είδει υπεράσπισης, τα οποία ουσιαστικά σχετίζονται με τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε και η Κατηγορούμενη, η αξιολόγηση των οποίων ακολουθεί σε κατοπινό σημείο.
Αποδεκτή στην ολότητα της είναι και η μαρτυρία του Μ.Υ.1, για τους ίδιους λόγους που έγινε δεκτή η μαρτυρία του Μ.Κ.2. Ο πρώτος, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν έχει αμφισβητηθεί. Εν πάση περιπτώσει δεν πρόκειται περί μάρτυρα που έχει γνώση των πρωτογενών γεγονότων της παρούσας. Η μαρτυρία του αφορούσε τις πληρωμές που η Π.Ο.Α. διενεργούσε εκ μέρους της Κατηγορούμενης και προς όφελος της Παραπονούμενης και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πιο πάνω ρύθμιση, ως εξήγησε στο Δικαστήριο.
Δεν αμφισβητήθηκε το ότι είναι λογιστής και εργάζεται στην Παγκύπρια Οργάνωση Αγελαδοτρόφων και γνωρίζει την Κατηγορούμενη, ως επίσης ότι το τεκμήριο 20 είναι κατάσταση προμηθευτή που διατηρεί η Π.Ο.Α. σε σχέση με νέες εγγραφές που καταχωρούνται στο σύστημα με την πάροδο των χρόνων, δεν αμφισβητήθηκε. Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκε ότι το τεκμήριο 13, είναι η εντολή που έλαβε η Π.Ο.Α. από την Κατηγορούμενη για να πληρώνουν απευθείας προς την Παραπονούμενη το ποσό των €2.000, μέχρι την πλήρη εξόφληση του ποσού των €44.656,33 και πως το τεκμήριο 10, είναι δεύτερη, μεταγενέστερη εντολή που έλαβαν και πάλι από την Κατηγορούμενη για μηνιαία καταβολή προς την Παραπονούμενη του ποσού των €3.000, ημερομηνίας 30.10.2020. Περιπλέον, ότι η Π.Ο.Α., απάντησε στις 11.01.2021 και όχι του 2020 ως λανθασμένα και λόγω τυπογραφικού λάθους, αναγράφεται στην επιστολή του (2η σελίδα τεκμηρίου 10), προς τον Πρόεδρο της Παραπονουμένης, ζητώντας εξουσιοδότηση της Κατηγορούμενης, πιστοποιημένη από πιστοποιών υπάλληλο, προκειμένου να προχωρήσουν στα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 10, εξουσιοδότηση η οποία λήφθηκε στις 28.01.2021, με την διαφορά ότι δυνάμει αυτής, ζητείτο από την Π.Ο.Α., από μέρους της Κατηγορούμενης, να εμβάζεται όλη η αξία του γάλακτος που της πωλούσε η Κατηγορούμενη, προς την Παραπονούμενη, πράγμα το οποίο στη συνέχεια έγινε.
Περιπλέον των πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκε ότι το ποσό των €44.656,33, εξοφλήθηκε πλήρως με εμβάσματα των €2.000 (ως φαίνεται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 20 και 21, ως επίσης ότι από τις 16.02.2021 και εντεύθεν, καταβάλλονταν προς την Παραπονούμενη, τα ποσά που είναι σημειωμένα στο τεκμήριο 20, κάθε μήνα, μέχρι και την 16.08.2022 με βάση την εξουσιοδότηση που έλαβαν από την Κατηγορούμενη, ημερομηνίας 28.01.2021. Τα πιο πάνω, καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου, αφού πέραν από το ότι δεν αμφισβητούνται, υποστηρίζονται και από την έγγραφη μαρτυρία, στην οποία παρέπεμψε ο Μ.Υ.1.
Ό,τι άλλο εξάγεται ως εύρημα, είναι ότι το ποσό των €44.656,33, το οποίο εξοφλήθηκε σταδιακά με μηνιαίες πληρωμές ύψους €2.000, προκύπτει από απλή πρόσθεση των ποσών που ο Μ.Υ.1 υπέδειξε, να εξοφλήθηκε πλήρως στις 12.01.2021, με την πρώτη πληρωτέα δόση των €2.000 να διενεργήθηκε στις 31.03.2019 και την τελευταία στις 12.01.2021.
Περιπλέον των πιο πάνω, καθίστανται ως επιπρόσθετα ευρήματα του Δικαστηρίου, τα όσα ανέκυψαν κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.1 και δη το ότι η Κατηγορούμενη ήταν προμηθευτής της Π.Ο.Α. από το 2005-2006 και πως έκτοτε η επικοινωνία που είχαν ήταν στα ελληνικά, ότι ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε ως προς της εξουσιοδότηση που έδωσε στον Π.Ο.Α. ημερομηνίας 28.01.2021 και πως δεν ανέφερε ποτέ πως δεν ήξερε τι ακριβώς εξουσιοδοτούσε τους τελευταίους να πράξουν.
Επιπλέον, ότι η Κατηγορούμενη, ουδέποτε ανακάλεσε την εξουσιοδότηση της, ότι θα μπορούσε να το πράξει ανά πάσα στιγμή και πως η τελευταία πληρωμή που διενεργήθηκε από την Π.Ο.Α. προς την Παραπονούμενη, ήταν στις 16.08.2022, ως προκύπτει και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20.
Αποδεκτή (και συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου) είναι και η αναφορά του Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση του πως ο λόγος που σταμάτησε η Π.Ο.Α., από τον Αύγουστο του 2022 να διενεργεί πληρωμές προς την Παραπονούμενη, ήταν γιατί η Κατηγορούμενη είχε λάβει ως προπληρωμή, το ποσό της αξίας του γάλακτος με το οποίο τους προμήθευε, από τον Αύγουστο του 2022, και μετά αποχώρησε από μέλος της Π.Ο.Α, εξ ου και από τον Αύγουστο του 2022 και μετά κανένα άλλο ποσό καταβλήθηκε προς την Παραπονούμενη. Τα πιο πάνω, επίσης επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20, στο οποίο εμφαίνετε πως σε 5 διαφορετικές περιπτώσεις, μετέπειτα του Αυγούστου του 2022 και μέχρι την 31.10.2022, η Κατηγορούμενη πώλησε στην Π.Ο.Α. γάλα, αξίας €11.942, 51, €1.872,37, €10.843,41, €10.147,03 και €12.088,78, ποσά τα οποία λάμβανε σταδιακά ως “πληρωμή”, από τις 05.09.2022 μέχρι και τις 15.11.2022 που της διενεργήθηκε η τελευταία πληρωμή.
Στρέφομαι στην μαρτυρία του Μ.Κ.1 και της Κατηγορούμενης, έχοντας αντιπαραβάλει την μαρτυρία των δύο πιο πάνω προσώπων, τόσο μεταξύ της, όσο και σε σχέση με την λοιπή μαρτυρία και δη την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή. Σημειώνω πως μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχει αμφισβητηθεί από την μια ή την άλλη πλευρά.
Συγκεκριμένα, εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι από το 2009, μέχρι και το 2018, εργάστηκε ως Διευθυντής πωλήσεων στην Παραπονούμενης, και από το 2018 ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντής παραγωγής ζωοτροφών, στα εργοστάσια Αθηαίνου και Αραδίππου και η Παραπονούμενη είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, με έδρα την Λευκωσία και ασχολείται μεταξύ άλλων με την παραγωγή και πώληση σύνθετων ζωοτροφών, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, εμπορία δημητριακών και άλλων πρώτων υλών ζωοτροφίας. Το ότι εν πάση περιπτώσει η Παραπονούμενη είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 1.
Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκε ότι, η Κατηγορούμενη εξέδωσε προς όφελος της Παραπονουμένης, 8 επιταγές, συνολικού ύψους €78.177,50 και πιο συγκεκριμένα ότι εξέδωσε:
1. στις 14.11.2019, την υπ’ αριθμό επιταγή 65795484 της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.827, πληρωτέα κατά ή περί την 22.02.2020 (τεκμήριο 11.6), έναντι των τιμολογίων [ ], [ ] και [ ] (τεκμήριο 12.1) η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή τον Ιούλιο του 2020.
2. στις 02.01.2020, την υπ’ αριθμό επιταγή 65795493 της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.120, πληρωτέα την 22.04.2020 (τεκμήριο 11.5) έναντι των τιμολογίων [ ], [ ], [ ] και [ ] (τεκμήριο 12.2) η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή τον Σεπτέμβριο του 2020.
3. στις 05.03.2020, την υπ’ αριθμό επιταγή 13012102 της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.780 πληρωτέα την 23.06.2020 (τεκμήριο 11.4) έναντι των τιμολογίων [ ], [ ], [ ] και [ ] (τεκμήριο 12.4) η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή τον Δεκέμβριο του 2020.
4. στις 03.04.2020, την υπ’ αριθμό επιταγή 13012104 της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.620, πληρωτέα την 20.07.2020 (τεκμήριο 11.2) έναντι των τιμολογίων [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ] (τεκμήριο 12.6) η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή τον Ιανουάριο του 2021.
5. στις 05.05.2020, την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €9.900, πληρωτέα την 20.08.2020 (τεκμήριο 11.3) έναντι των τιμολογίων [ ], [ ], [ ], [ ] (τεκμήριο 12.5) η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή τον Φεβρουάριο του 2021.
6. στις 15.12.2020, την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €9.966, πληρωτέα την 22.03.2021 (τεκμήριο 11.8) έναντι των τιμολογίων [ ] και [ ] (τεκμήριο 12.7) η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή τον Σεπτέμβριο του 2021.
7. στις 04.01.2021 την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €10.200, πληρωτέα την 22.04.2021 (τεκμήριο 11.7) έναντι των τιμολογίων [ ] και [ ] (τεκμήριο 12.8) η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή τον Οκτώβριο του 2021.
8. και στις 23.12.2020 την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Astrobank Limited (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ για το ποσό των €5.764,50, πληρωτέα την 20.08.2021 (τεκμήριο 11.1) έναντι των τιμολογίων [ ] και [ ] (τεκμήριο 12.9) η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή τον Αύγουστο του 2021.
Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε πως η Παραπονούμενη από το 2007, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2022, συνεργαζόταν με την εταιρεία (A.P.Ringos Farm Ltd), η οποία είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία με έδρα την Πάφο και η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την εκτροφή αγελάδων για παραγωγή γάλακτος και αγόραζε από την Παραπονούμενη, διάφορες ζωοτροφές, μέσω του διευθυντή της, Α.Π, ο οποίος είναι ο σύζυγος της Κατηγορούμενης.
Παρομοίως, δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι, η Κατηγορούμενη, υπέγραψε στις 12.03.2019, έγγραφο προσωπικής εγγυήσεως των υποχρεώσεων της εταιρείας, προς την Παραπονούμενη, υφιστάμενες (τότε) αλλά και μελλοντικές, ως επίσης ότι στις 23.10.2020, είχε συμφωνήσει γραπτώς με την Παραπονούμενη, ως το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 πως συναινούσε στο να καταβάλλεται από την Π.Ο.Α. προς την Παραπονούμενη, ολόκληρο το ποσό της αξίας του γάλακτος που πωλούσε στην πρώτη, αρχής γενομένης της 01.01.2021, πως η πιο πάνω συμφωνία κοινοποιήθηκε στην Π.Ο.Α. η οποία με επιστολή της ημερομηνίας 11.01.2021 (και όχι 11.01.2020 ως αναγράφεται λόγω τυπογραφικού λάθους), ζήτησε από την Κατηγορούμενη να υπογράψει σχετική εξουσιοδότηση, πράγμα το οποίο έγινε στις 28.01.2021, με την υπογραφή της να πιστοποιείται από πιστοποιών υπάλληλο, σε έγγραφο που συντάχθηκε στα ελληνικά, χωρίς για τούτο να διαμαρτυρηθεί σε οποιοδήποτε χρόνο η Κατηγορούμενη.
Από την δε, μαρτυρία της Κατηγορούμενης, δεν αμφισβητήθηκε ότι κατάγεται από την Ρουμανία και είναι παντρεμένη με τον Α.Π., ο οποίος διατηρούσε φάρμα, η οποία προμηθεύετο με ζωοτροφές από την Παραπονούμενη και πως για τούτο είχε ανοιχθεί λογαριασμός στην εταιρεία, η οποία του ανήκε και η οποία χρωστούσε χρήματα στην πρώτη. Το μέρος εξάλλου αυτό της μαρτυρίας της, συνάδει και με τις σχετικές (επί των πιο πάνω) αναφορών του Μ.Κ.1.
Τα πιο πάνω συνεπώς, μη αμφισβητούμενα γεγονότα εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και της Κατηγορούμενης, καθίστανται και ως ευρήματα του Δικαστηρίου.
Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές (ανωτέρω), σημειώνω ότι πέραν από το ότι δεν αμφισβητείται το ότι αυτές εκδόθηκαν και υπογράφτηκαν από την Κατηγορούμενη κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες για τα συγκεκριμένα ποσά που περιλαμβάνουν, ο λόγος που δεν τιμήθηκαν, οι ημερομηνίες και Τράπεζα που κατατέθηκαν και πως ακολούθως παρουσιάστηκαν στην εκδότρια Τράπεζα για πληρωμή, συνάδει τόσο με την μαρτυρία του Μ.Κ.2 αλλά και με το ίδιο το περιεχόμενο τους και δη τις σφραγίδες που τοποθετήθηκαν από τις Τράπεζες στις οποίες κατατέθηκαν, τόσο κατά την κατάθεση τους, όσο και κατά την επιστροφή τους.
Συγκεκριμένα, ως φαίνεται από τις σχετικές σφραγίδες:
1. η επιταγή με αριθμό [ ], κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα στις 13.07.2020 και επιστράφηκε στις 15.07.2020 με την ένδειξη “Να παρουσιαστεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπα”.
2. η επιταγή με αριθμο [ ] κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα στις 30.09.2020 και επιστράφηκε στις 5.10.2020 με την ένδειξη “Να παρουσιαστεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπα”.
3. Η επιταγή με αριθμό [ ] κατατέθηκε στις 21.12.2020 και επιστράφηκε στις 23.12.2020 με την ένδειξη “Please represent, insufficient funds”. Κατατέθηκε δε ξανά στις 28.12.2020 και επιστράφηκε στις 29.12.2020 με την ένδειξη “Stale”.
4. η επιταγή με αριθμό [ ] κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα στις 12.01.2021 και επιστράφηκε στις 14.01.2021 με την ένδειξη “Please represent, insufficient funds”.
5. H επιταγή με αριθμό [ ] κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα στις 03.02.2021 και επιστράφηκε στις 4.02.2021 με την ένδειξη “Please represent, insufficient funds”.
6. η επιταγή με αριθμό [ ] κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα στις 21.09.2021 και επιστράφηκε στις 22.09.2021 με την ένδειξη “Να παρουσιαστεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπα”.
7. Η επιταγή με αριθμό [ ] κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα στις 22.10.2021 και επιστράφηκε στις 25.10.2021 με την ένδειξη “Να παρουσιαστεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπα” και “Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ (ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ).
8. η επιταγή με αριθμό [ ] κατατέθηκε αρχικά στην Τράπεζα Κύπρου στις 30.08.2021 και επιστράφηκε στις 31.08.2021 με την ένδειξη “Να παρουσιαστεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπα” και κατατέθηκε ξανά στις 21.09.2021 στην Ελληνική Τράπεζα και επιστράφηκε στις 22.09.2021 με την ένδειξη “Αποταθείτε στον εκδότη-ακάλυπτη επιταγή”.
Τα πιο πάνω επομένως, καθίστανται ως περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου.
Στρεφόμενοι στα σημεία που αμφισβητήθηκαν, από εκατέρωθεν τις πλευρές, σημειώνω πως σε σχέση με τον Μ.Κ.1 η εντύπωση που έχω αποκομίσει είναι καθόλα θετική. Ο λόγος του είχε συνοχή και τα όσα γεγονότα ανέφερε, τα υποστήριξε από έγγραφα τα οποία επιβεβαιώνουν τα λεχθέντα του. Η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη, όχι μόνο δεν στάθηκε ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του, αλλά τουναντίον, μέσα από αυτήν ενισχύθηκε.
Αντιθέτως, η Κατηγορούμενη δεν άφησε καλή εντύπωση. Καταρχάς, ο λόγος της δεν είχε καμιά λογική συνοχή και τούτο όχι λόγω γλωσσικής κατανόησης, μιας και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, είχε την συμπαράσταση διερμηνέα, η οποία της μετέφραζε στην μητρική της γλώσσα. Ο λόγος έγκειται στο ότι απέφευγε επιμελώς να απαντήσει κατά ευθύ τρόπο στις ερωτήσεις που τις τίθεντο και εκεί και όπου απαντούσε, οι απαντήσεις της ήταν ως επί το πλείστων μονολεκτικές και μη βοηθητικές για το Δικαστήριο, ώστε να αντιληφθεί ποια ήταν ακριβώς η θέση της επί συγκεκριμένων ζητημάτων. Σε κάθε δε περίπτωση, σημειώνω πως ακόμη και από αυτά που κατέστη δυνατόν να σκιαγραφηθούν, μέσα από την μαρτυρία της ως θέσεις της ιδίας, δεν έχω πειστεί πως αυτή ανέφερε την αλήθεια, αντιπαραβάλλοντας τα με την έγγραφη μαρτυρία αλλά και με την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, αλλά και τα όσα ο Μ.Κ.2 ανέφερε.
Σημειώνω πως σε σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των επίδικων επιταγών, αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.1 πως αρχικά, περί το 2007 είχε συμφωνηθεί με τον Α.Π. το άνοιγμα λογαριασμού, συγκεκριμένα του λογαριασμού με αρ. 202ΑΠΑ05, προς χρέωση της αξίας των εκάστοτε πωλούμενων και παραδιδόμενων προς αυτόν εμπορευμάτων, ο οποίος θα πιστώνετο με τις πληρωμές που θα διενεργούνταν, όπως και γινόταν μέχρι και τον Ιούνιο του 2010, όπου η Παραπονούμενη συμφώνησε με την εταιρεία, το άνοιγμα λογαριασμού με αρ. 202ΡΙΦ01, για τον ίδιο σκοπό που είχε ανοιχθεί και για τον Α.Π. προσωπικά. Μεταξύ της συμφωνίας αυτής, ανέφερε ο Μ.Κ.1 ήταν και το να μεταφερθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού του Α.Π., σε αυτόν της εταιρείας, όπως και έγινε.
Οι πιο πάνω αναφορές του Μ.Κ.1 αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, ο οποίος είχε ζητήσει από τον πρώτο, να προσκομίσει την συμφωνία στην οποία αναφέρετο.
Επί τούτου, καταρχάς αναφέρω πως το σύνολο των πιο πάνω αναφορών του Μ.Κ.1, υποστηρίζονται όχι μόνο από το τεκμήριο 3 και το τεκμήριο 4, αλλά και από τα λεχθέντα, της ίδιας της Κατηγορούμενης, η οποία είχε αναφέρει μεταξύ άλλων, πως η συνεργασία της με την Παραπονούμενη ξεκίνησε επειδή ο σύζυγος της, προμηθεύετο από αυτήν ζωοτροφές και της χρωστούσε χρήματα. Σε κάθε δε περίπτωση, καίτοι τα παραπάνω άσχετα ή και αδιάφορα με το τι εδώ εξετάζεται, δεν παύει να αποτελεί διαπίστωση μου πως ό,τι ακριβώς ανέφερε ο Μ.Κ.1 σε σχέση με τα πιο πάνω, επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια που προσκόμισε αλλά και από την ίδια την Κατηγορούμενη.
Εντύπωση πάντως προκαλεί το γεγονός πως παρότι οι ως άνω αναφορές του Μ.Κ.1 έτυχαν αμφισβήτησης, ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε στη συνέχεια ως προς τα όσα ανέφερε πως ακολούθησαν στην συνέχεια και δη ότι κατά η περί τις 31.03.2015, η Παραπονούμενη είχε συμφωνήσει με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αλληλεγγύης όπως της μεταβιβαστεί ο κλάδος δραστηριότητας της ο οποίος αφορούσε αποκλειστικά την εμπορία και παραγωγή ζωοτροφών, πως περί τον Οκτώβριο του 2015, η τελευταία, είχε συμφωνήσει με την εταιρεία A.P.Ringos Farm Ltd, όπως ανοιχθεί λογαριασμός, σε σχέση με τα εμπορεύματα που η τελευταία θα προμηθεύετο, ήτοι ο λογαριασμός με αρ. 202ΡΙΦ01, και πως στην βάση της πιο πάνω συμφωνίας, η εταιρεία προμηθεύτηκε από της Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αλληλεγγύης, εντός της περιόδου Οκτώβριος του 2015-Δεκεμβρίου του 2015, διάφορα εμπορεύματα, έχοντας ως υπόλοιπο λογαριασμού, το ποσό των €21.289,29. Επίσης, ότι με την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των εργασιών της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης, η Παραπονούμενη ενοποίησε τους δύο λογαριασμούς της εταιρείας, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να διαμορφωθεί σε €28.112,29, με την όποια μετέπειτα χρέωση να καταχωρείται με τον αριθμό [ ].
Σημειώνω ότι πέραν από το ότι ο Μ.Κ.1 δεν αντεξετάστηκε επί των πιο πάνω, με αποτέλεσμα τα όσα ανέφερε να έχουν παραμείνει αναντίλεκτα, σε κάθε περίπτωση, εντοπίζω πως όλες οι πιο πάνω αναφορές, επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 5, 6 και 7, πλην του ότι η εταιρεία A.P.Ringos Farm Ltd, ενημερώθηκε και συναίνεσε ως προς τα πιο πάνω. Δεν έχω ωστόσο λόγο να μην αποδεχθώ και την αναφορά αυτή του Μ.Κ.1 αφού δεν βρίσκω κανένα απολύτως λόγο που θα δικαιολογούσε το να πει ψέματα επί τούτου, αφού είτε έτσι είτε αλλιώς γινόταν, καμμιά σχέση θα είχε σε σχέση με τα εδώ επίδικα ζητήματα. Η δε συνέχεια των γεγονότων, επιμαρτυρεί του λόγου το αληθές των πιο πάνω αναφορών του Μ.Κ.1.
Αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.1 πως στις 12.03.2019, η Κατηγορούμενη είχε υπογράψει έγγραφο εγγύησης, με το οποίο εγγυείτο προσωπικά προς την Παραπονούμενη, την εξόφληση και/ή εξασφάλιση οποιασδήποτε παρούσας και/ή μελλοντικής υποχρέωσης και/ή οφειλής και/ή υπόλοιπων τιμολογίων και/ή υπόλοιπων του λογαριασμού της εταιρείας αναφορικά με παρούσες ή μελλοντικές συναλλαγές της προς την Παραπονούμενη και πως το εν λόγω έγγραφο το είχε αναγνώσει και αντιληφθεί και το υπέγραψε τόσο στην παρουσία του, όσο και στην παρουσία του συζύγου της, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ούτε τότε, αλλά και ουδέποτε κατά την συνεργασία τους ότι δεν καταλάβαινε ελληνικά, αφού είχε προβεί κατ’ επανάληψη σε έκδοση επιταγών καθ’ όλη τη διάρκεια της πολυετούς συνεργασίας τους.
Η δε, θέση της Κατηγορούμενης, η οποία δεν αρνείται την υπογραφή του παραπάνω εγγράφου εγγυήσεως, είναι ότι υπέγραψε ό,τι της ζητήθηκε, χωρίς να ξέρει περί τίνος πρόκειται, αφού δεν καταλαβαίνει καλά την ελληνική γλώσσα και είχε εμπιστοσύνη στον σύζυγο της, ο οποίος της εξηγούσε το τι υπέγραφε. Διερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της, αρνούμενη ουσιαστικά πως ανέλαβε με βάση το παραπάνω έγγραφο, την αποπληρωμή των οφειλών της εταιρείας, πώς είναι δυνατό να οφείλει η ίδια στην Παραπονούμενη, χρήματα που οφείλονται από την εταιρεία. Επί του συγκεκριμένου εγγράφου, προβάλλεται μάλιστα η θέση από μέρους της υπεράσπισης στις τελικές τους αγορεύσεις, πως η εν λόγω συμφωνία εγγυήσεως είναι ουσιαστικά άκυρη καθότι υπογράφτηκε χωρίς κανένα αντάλλαγμα από μέρους της Κατηγορούμενης, θέση η οποία είναι προβληματική, όπως και εάν ιδωθεί, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης.
Σημειώνω πως κατά πρώτο, η θέση ότι λήφθηκε η παραπάνω εγγύηση από την Κατηγορούμενη, χωρίς να δοθεί αντάλλαγμα από την Παραπονούμενη, ουδέποτε τέθηκε (τουλάχιστον με τον τρόπο που προβάλλεται) στον Μ.Κ.1.
Κατά δεύτερο, είναι προφανές, πως η εν λόγω εγγύηση δόθηκε, με αντάλλαγμα την συνέχεια της προμήθειας της εταιρείας με ζωοτροφές και άλλα προϊόντα, με δεδομένο το ότι μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, οφείλονταν στην Παραπονούμενη, από μέρους της εταιρείας €44.656,63 εξ ου και υπογράφτηκε την ίδια ημέρα ως φαίνεται από την 3η σελίδα του τεκμηρίου 13, υπό τον τίτλο “έντυπο ανοίγματος λογαριασμού χρεώστη/πρωτοφειλέτη”, με δηλωμένη ως πιστωτική πολιτική, την εξόφληση κάθε τιμολογίου με επιταγή 1 μηνός και την καταβολή του ποσού των €2.000 από την Π.Ο.Α. έναντι της οφειλής των €44.656,63, πράγμα το οποίο έγινε στην συνέχεια, ως έχει γίνει ήδη αποδεκτό μέσα από την μαρτυρία του Μ.Υ.1.
Τώρα, ως προς το κατά πόσο η Κατηγορούμενη καταλάβαινε ή όχι το τι υπέγραφε και τι στην ουσία αναλάμβανε δια της υπογραφής του εν λόγω εγγράφου σημειώνω πως το ότι η Κατηγορούμενη υπέγραψε το έγγραφο εγγυήσεως παρουσία του συζύγου της, επιβεβαιώνεται από τόσο από το ίδιο το τεκμήριο 8, στο οποίο ο ίδιος φαίνεται να συνυπογράφει, αλλά και από την ίδια την Κατηγορούμενη, η οποία πρόσθεσε μάλιστα κατά την αντεξέταση της, πως ο λόγος που δεν είχε ζητήσει την βοήθεια διερμηνέα, ήταν γιατί της εξηγούσε ο σύζυγος της, τι αφορούσε το κάθε τι που υπέγραφε, αφού ως ήταν η θέση της, δεν καταλάβαινε ελληνικά.
Πάντως, σημειώνω πως με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Υ.1, η Κατηγορούμενη από το 2005-2006 που συνεργαζόταν με την Π.Ο.Α., επικοινωνούσε μαζί τους στα ελληνικά και προσθέτω μάλιστα, πως ακόμη και ενώπιον Δικαστηρίου, η Κατηγορούμενη ουκ ολίγες φορές απαντούσε στην ελληνική γλώσσα και μάλιστα προτού ολοκληρωθεί η μετάφραση της ερώτησης από την διερμηνέα που παρίστατο προς όφελος της, μεταφράζοντας της στην μητρική της γλώσσα, αναφέροντας από μόνη της σε κάποια στιγμή κατά την αντεξέταση της πως καταλαβαίνει “κάποια” ελληνικά, όχι όμως όλα, αναγνωρίζοντας προφανώς πως η θέση της ότι δεν καταλάβαινε ελληνικά δεν συνήδε με το ότι απαντούσε σε ερωτήσεις που τις θέτονταν στα ελληνικά, προτού καν η ερώτηση μεταφραστεί στην γλώσσα της. Είναι επομένως προφανές, πως η θέση της Κατηγορούμενης περί μη κατανόησης του τι υπέγραφε, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή όπως και εάν ιδωθεί, αφού επαναλαμβάνω, ακόμη και να θεωρείτο πως δεν είχε ακριβή αντίληψη του περιεχομένου των εγγράφων που υπέγραψε μιας και ήταν συνταγμένα στα ελληνικά, ήταν θέση της ιδίας, πως της είχαν μεταφραστεί από τον σύζυγο της. Η περί του αντιθέτου θέση που προέβαλε, τέθηκε φρονώ σε μια απέλπιδη προσπάθεια να αποφύγει τις ευθύνες που ανέλαβε και που ενδεχομένως της αναλογούν και η θέση περί μη κατανόησης, αποτελεί ξεκάθαρα και εκ των υστέρων, σκέψη της ιδίας.
Σημειώνω μάλιστα, πως είχε αποτελέσει θέση του Μ.Κ.1 πως το ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε την ελληνική γλώσσα, διαφαίνεται και από το ότι είχε εκδώσει και στο παρελθόν επιταγές προς την Παραπονούμενη, τις οποίες από μόνη της είχε συμπληρώσει.
Η δε Κατηγορούμενη, στην προσπάθεια της να ενισχύσει τη θέση της ότι δεν γνώριζε ελληνικά και άρα δεν γνώριζε τι ήταν το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της πως τις επίδικες επιταγές τις υπέγραψε η ίδια μεν, πλην όμως την συμπλήρωση τους, την διενήργησαν οι εκπρόσωποι της Παραπονούμενης αφού η ίδια δεν μπορούσε. Επί των πιο πάνω συγκεκριμένων αναφορών του Μ.Κ.1, ο τελευταίος δεν έχει αντεξεταστεί παρόλο που η θέση περί μη κατανόησης από μέρους της Κατηγορούμενης, αποτέλεσε βασικό άξονα της δικής της μαρτυρίας. Ούτε όμως και του υποβλήθηκε ποτέ η θέση πως τις επίδικες επιταγές, τις υπέγραψε μεν η Κατηγορούμενη, πλην όμως τις συμπλήρωσαν οι ίδιοι έτσι που ούτως ή άλλως, και η θέση της αυτή, να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή, εν αντιθέσει με την θέση του Μ.Κ.1 η οποία έχει παραμείνει ουσιαστικά αναντίλεκτη.
Ό,τι υπεβλήθη στον Μ.Κ.1, επί των πιο πάνω, είναι τα εξής τα οποία παραθέτω αυτούσια:
“E. Περαιτέρω αναφέρω ότι επειδή στη γραπτή σας δήλωση αναφέρετε για περί της γνώσης της γλώσσας και ούτω καθεξής, σας υποβάλλω ότι η γνώση της γλώσσας έχει επίπεδα. Είναι η γνώση, η καλή γνώση και η πολύ καλή γνώση.
A. Ουδέποτε παραπονέθηκε η κυρία Ιωάννα ότι δεν καταλάβαινε το τι συζητούσαμε, το τι διάβαζε και το τι υπόγραφε.
E. Σου υποβάλλω ότι ό,τι έχετε δει και ό,τι πει είναι ενώπιον του Δικαστηρίου
A. Ναι, προφανώς.”
Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις και θέματα. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551 στη σελ. 590 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 599».
Στρεφόμενη στην συνέχεια των γεγονότων, σημειώνω ότι αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.1 πως από το 2019, μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2021 η Κατηγορούμενη είχε εκδώσει 6 επιταγές (ως τα τεκμήρια 9.1, 9.3, 9.5, 9.7, 9.9, 9.11), έναντι συγκεκριμένων τιμολογίων (τεκμήρια 9.2, 9.4, 9.6, 9.8, 9.10 και 9.12) οι οποίες δεν κατατέθηκαν για εξαργύρωση αφού η Παραπονούμενη είχε δώσει πίστη στις εκκλήσεις του Διευθυντής της εταιρείας-Α.Π. και της Κατηγορούμενης, οι οποίοι επικαλούνταν σοβαρά οικονομικά προβλήματα τον δεδομένο χρόνο καθώς και ότι τυχόν κατάθεση τους θα είχε ως αποτέλεσμα την παγοποίηση του τραπεζικού λογαριασμού της Κατηγορουμένης, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Παρότι η αναφορά αυτή του Μ.Κ.1 καμμιά σχέση έχει με την παρούσα, οφείλω να σημειώσω πως και τα πιο πάνω, βρίσκουν έρεισμα στα τεκμήρια που κατατέθηκαν αφού από απλή ανάγνωση του περιεχομένου των τεκμηρίων 17 και 18, σε συνάρτηση με τις ημερομηνίες που παρουσιάζονται στις πιο πάνω επιταγές, καταδείχνει πως πράγματι, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορούμενης, απ’ όπου εκδόθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές, πράγματι, δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει τα ποσά για τα οποία αυτές εκδόθηκαν, γεγονός το οποίο ενισχύει, την θέση του Μ.Κ.1 και επί τούτου.
Η δε αναφορά του Μ.Κ.1 ότι τον Οκτώβριο του 2020, ενόψει του ότι το οφειλόμενο ποσό της εν λόγω εταιρείας ανήλθε στις €100.000, ζητήθηκε από την Κατηγορούμενη και τον Α.Π. εκ νέου συνάντηση, η οποία έγινε στις 30.10.2020, δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί. Τουναντίον, και αυτή είναι παραδεκτή από την Κατηγορούμενη, η οποία για τους δικούς της λόγους θεωρεί πως με βάση αυτήν, έχει εξοφλήσει τις οφειλές για τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές.
Σημειώνω ότι, σε σχέση με την συνάντηση αυτή, αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.1 πως είχε συμφωνηθεί πως από 01.01.2021, το οφειλόμενο ποσό από μέρους της εταιρείας θα εξοφλείτο με μηνιαία εμβάσματα εκ ποσού €3.000 και πως η εταιρεία, θα συνέχιζε να πληρώνει τις τρέχουσες αγορές της. Το τι ωστόσο συμφωνήθηκε, δεν φαίνεται να είναι ακριβώς έτσι με βάση το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10, από το οποίο φαίνεται πως το ποσό που θα λαμβανόταν από την Π.Ο.Α., θα πιστώνετο στις αγορές του ακριβώς προηγούμενου του εμβάσματος, μήνα αγορών της εταιρείας και ποσό επιπλέον €3.000 θα κρατείτο και θα πιστώνετο έναντι των παλαιότερων οφειλών της, ενώ σε περίπτωση που υπήρχε εναπομείναν ποσό μετά τις δύο πιο πάνω καταβολές, τούτο θα επιστέφετο στην Κατηγορούμενη ή σε εκπρόσωπο της και τούτο από την 01.01.2021, γεγονός το οποίο και καθιστώ ως περαιτέρω εύρημα μου, επιπρόσθετα της αναφοράς του Μ.Κ.1 πως οι τρέχουσες αγορές θα πληρώνονταν από την εταιρεία. Η παραπάνω απόκλιση, εάν τέτοια μπορεί να χαρακτηριστεί, δεν μεταβάλλει ωστόσο το αξιόπιστο της θέσης του Μ.Κ.1 πως στο μεταξύ, η εταιρεία θα συνέχιζε να πληρώνει και τις τρέχουσες οφειλές της και τούτο διότι, είναι εμφανές από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7, που αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας, πως από τις 28.01.2021 που τέθηκε ουσιαστικά σε ισχύ η παραπάνω συμφωνία, στην Παραπονούμενη καταβάλλονταν πέραν των χρημάτων από τον Π.Ο.Α. και άλλα ποσά, ανεξάρτητα από αυτά, τα οποία προφανώς εμβάζονταν σε σχέση με τρέχουσες αγορές της εταιρείας.
Η θέση της Κατηγορουμένης επί της πιο πάνω συμφωνίας, δεν αποκλίνει από την θέση του Μ.Κ.1, πλην του ότι, αποτέλεσε θέση της πρώτης πως οι επίδικες επιταγές, είχαν εκδοθεί συνεπεία αυτής της συμφωνίας και πάντως ως “ασφάλεια” (ή άλλως πως εγγύηση) για τήρηση της και όχι για κατάθεση τους. Αυτή ήταν και η θέση που υπεβλήθη στον Μ.Κ.2
Σημειώνω, πως ούτε αυτή η θέση της Κατηγορούμενης μπορεί να γίνει αποδεκτή, για τον απλούστατο λόγο ότι σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, πλην των επιταγών που πραγματεύονται οι κατηγορίες, 6, 7 και 8, όλες οι υπόλοιπες, εκδόθηκαν για οφειλές παρελθούσες της συμφωνίας ημερομηνίας 23.10.2020 έτσι που να μην μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα στην λογική, η θέση της υπεράσπισης και της Κατηγορούμενης πως οι συγκεκριμένες επιταγές είχαν εκδοθεί ως “ασφάλεια” ή εγγύηση τήρησης της εν λόγω συμφωνίας. Η προγενέστερη της 23.10.2020 συμφωνία της Κατηγορούμενης με την Π.Ο.Α., ημερομηνίας 12.03.2019 (τεκμήριο 13) αφορούσε την αποπληρωμή συγκεκριμένης, παλαιότερης οφειλής για πληρωμή και σε καμιά περίπτωση δεν περιλάμβανε τις οποιεσδήποτε άλλες οφειλές ήθελαν προκύψουν στην συνέχεια, έτσι που ούτε στην βάση αυτής της συμφωνίας να μπορεί να βρει έρεισμα η πιο πάνω θέση.
Δεν διέλαθε βέβαια την προσοχή μου το γεγονός ότι, σε ορισμένες αποδείξεις είσπραξης που αφορούν επιταγές άλλες από τις επίδικες και πάντως προγενέστερες χρονικά της συμφωνίας ημερομηνίας 23.10.2020, (οι οποίες δεν κατατέθηκαν για εξαργύρωση), υπάρχει χειρόγραφη σημείωση (βλ. Τεκμήριο 9.2), ότι το ποσό θα αποπληρωνόταν με “€3.000 από την Π.Ο.Α.”, έτσι που να μπορούσε συνειρμικά να θεωρηθεί πως η έκδοση των επίδικων (μεταγενέστερα) επιταγών, να είχαν δοθεί πράγματι ως ασφάλεια του ότι τα πιο πάνω χρήματα θα λαμβάνονταν. Καταλήγω ωστόσο πως δεν μπορώ να προβώ σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, αφού τούτο θα αποτελούσε εικασία. Ο Μ.Κ.1 ήταν ξεκάθαρος όταν του υπεβλήθη η θέση πως οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν ως εγγύηση τήρησης της συμφωνίας στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη με την Π.Ο.Α., δηλώνοντας πως πρόκειται για παντελώς λανθασμένη εκτίμηση από μέρους της υπεράσπισης και πως οι επίδικες επιταγές, είχαν εκδοθεί για τις τότε (τρέχουσες) αγορές της εταιρείας, θέση η οποία εν πάση περιπτώσει είναι αποδεκτή.
Σημειώνω ωστόσο για σκοπούς πληρότητας, πως ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως πράγματι, οι επίδικες τουλάχιστον επιταγές, δόθηκαν υπό μορφή εγγύησης, θα κατέληγα πως ορθώς κατατέθηκαν για εξαργύρωση, αφού εν πάση περιπτώσει, από την ημερομηνία που εκδόθηκαν, μέχρι και την ημερομηνία που κατατέθηκαν, το οφειλόμενο ποσό έναντι του οποίου εκδόθηκαν, δεν είχε πληρωθεί, επομένως το περιεχόμενο της εγγύησης, δεν είχε εκπληρωθεί (βλ. PRE NEURO-SPINE SPECIALISTS LTD ν. Ευαγόρου, Ποιν. Έφ. 154/2021, ημερομηνίας 19.01.2024). Σε κάθε δε περίπτωση, σημειώνω πως αφ’ ης στιγμής η θέση της Κατηγορούμενης ήταν ότι στην συνέχεια είχαν εξοφληθεί και δεν έπρεπε να κατατεθούν, θα αναμένετο λογικά από την ίδια, είτε να ζητήσει την επιστροφή τους, είτε να προχωρήσει σε ανάκληση τους, κάτι το οποίο δεν έπραξε σε κανένα χρόνο.
Σε σχέση τώρα, με την αναφορά του Μ.Κ.1 πως παρά τα πιο πάνω συμφωνηθέντα και την εγγύηση που ανέλαβε η Κατηγορούμενη στις 12.03.2019, η τελευταία καθώς και η εταιρεία, συνέχιζαν να οφείλουν μέχρι τις 13.12.2022, το ποσό των €185.552,12, σημειώνω πως ο μάρτυρας αμφισβητήθηκε, όπως επίσης αμφισβητήθηκε και ως προς το ότι οι επίδικες επιταγές, παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες.
Σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού της εταιρείας κατά την 13.12.2022, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης πως από το τεκμήριο 7, που αφορά την κατάσταση λογαριασμού της τελευταίας, φαίνονται διπλές χρεώσεις και η δομή της, δεν επιτρέπει ουσιαστικά το να αντιληφθεί κάποιος τι πληρώθηκε και τι όχι. Απλή ανάγνωση ωστόσο του τεκμηρίου 7, καταδεικνύει το ορθό και επαληθεύσιμο υπόλοιπο λογαριασμού της εταιρείας κατά την 13.12.2022, που δεν είναι άλλο από το πιο πάνω ποσό που ανέφερε ο μάρτυρας. Ως και ο ίδιος ανέφερε κατά την αντεξέταση του, εκεί και όπου παρουσιάζεται το ίδιο ποσό στην χρέωση και στην πίστωση, έγκειται σε αντιλογισμό του λογαριασμού και αφορά ως επί το πλείστον, τις περιπτώσεις όπου για παράδειγμα κατατίθετο επιταγή και πιστωνόταν ο λογαριασμός με το αντίστοιχο ποσό της, επιταγή ωστόσο που επιστρέφετο ως απλήρωτη, γεγονός που εξυπακούει πως η πίστωση του λογαριασμού δεν ήταν ορθή, αφού τέτοιο ποσό ουδέποτε στην πραγματικότητα πιστωνόταν στον λογαριασμό, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να πρέπει να χρεωθεί ξανά, για να τηρείται ορθό το υπόλοιπο, όπως και γινόταν. Ό,τι άλλο επί τούτου οφείλω να σημειώσω, είναι πως καμιά μαρτυρία προσφέρθηκε από μέρους της υπεράσπισης ως προς την ορθότητα ή μη του εν λόγω υπολοίπου, ως ήταν δηλαδή η υποβολή στον Μ.Κ.1, υποβολή η οποία κατ’ ουσία, παρέμεινε μετέωρη.
Σε ό,τι δε, αφορά την έτερη θέση της υπεράσπισης, ότι το σύνολο του ποσού για το οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, έχει εξοφληθεί από τα εμβάσματα που λήφθηκαν από την Π.Ο.Α., οφείλω να σημειώσω τα ακόλουθα.
Η θέση της υπεράσπισης στηρίζεται στο ότι η Παραπονούμενη έλαβε από την Π.Ο.Α., για τα χρέη της εταιρείας, κατ’ εντολή της Κατηγορούμενης, πέραν των €200.000, ποσό δηλαδή τριπλάσιο, από το ποσό που αφορούν οι επίδικες επιταγές. Πράγματι, ως φαίνεται από πρόσθεση των ποσών που η Π.Ο.Α. κατέβαλε προς την Παραπονούμενη, ως αυτά προκύπτουν από το τεκμήριο 7, καταβλήθηκαν από τις 29.03.2019-16.08.2022, σταδιακά, €230.896,60, γεγονός το οποίο και καθιστώ ως εύρημα μου. Η θέση ωστόσο της υπεράσπισης, παραγνωρίζει το ότι το εν λόγω ποσό ωστόσο, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €44.656,63, που είχε καταβληθεί δυνάμει της συμφωνίας των μερών, ημερομηνίας 12.03.2019, το οποίο αφορούσε τις οφειλές της εταιρείας, μέχρι και την 12.03.2019 για την οποία η τελευταία δόση καταβλήθηκε, στις 12.01.2021, ως έχει ήδη καταστεί εύρημα μου, μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Υ.1. Από τις €186.239,97 (ως προκύπτει από την αφαίρεση του ποσού των €44.656,63, απο τις συνολικά €230.896,60 που καταβλήθηκαν στην Παραπονούμενη), το οποίο καταβλήθηκε σταδιακά από 16.02.21-16.08.22 φαίνεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7, ποσό €18.922,84 να επιστράφηκε στον Α.Π., ως ήταν και η θέση του Μ.Κ.1, σε διάφορες ημερομηνίες, μεταξύ της πιο πάνω περιόδου, έτσι που να απομένει το ποσό των €167.317,13. Το δε ποσό των €167.317,13, διανέμεται με βάση την συμφωνία ημερομηνίας 23.10.2020 (τεκμήριο 10), στις τρέχουσες καταρχάς οφειλές (μεταξύ των πιο πάνω μηνών) της εταιρείας και επιπλέον ποσό των €3.000 θα πρέπει να πιστωθεί στις παλαιές.
Το σύνολο των χρεώσεων της εταιρείας από τον Ιανουάριο του 2021 μέχρι και Αύγουστο του 2022, ξεπερνά κατά πολύ το ποσό των €167.317,13 αφού προκύπτει από πρόσθεση του να ανέρχεται σε ποσό πέραν των €200.000 (αφαιρουμένων των ποσών των €2.000, €2.500 και €3.000 που φαίνεται να καταβλήθηκαν ανεξάρτητα της πιο πάνω συμφωνίας, από 01/2021-08/2022). Με λίγα δηλαδή λόγια, ούτε και για τις τρέχουσες αγορές, δεν αρκούσε το ποσό που εισπράχθηκε από την Π.Ο.Α., πόσο μάλλον, για τις παλαιότερες και δη τις οφειλές για τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, στις οποίες €3.000 από τα ποσά που εισπράττονταν από την Π.Ο.Α. θα πηγαίναν αφότου οι οφειλές του αμέσως προηγούμενου μήνα της είσπραξης, θα εξοφλούνταν.
Κάτι τέτοιο, δεν προκύπτει να γινόταν. Τουναντίον, ως προκύπτει από το τεκμήριο 7, τα χρήματα που εισπράχθηκαν από τον Ιούνιο του 2021 και μετά, δεν ήταν καν αρκετά να καλύψουν τις οφειλές του προηγούμενου μήνα, πόσο δε μάλλον, τις παλαιότερες. Αποδέχομαι συνεπώς και τη θέση αυτή του Μ.Κ.1, ότι δηλαδή οι επίδικες επιταγές, παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες και απορρίπτω τη θέση της Κατηγορούμενης και της υπεράσπισης, περί εξόφλησης των επίδικων επιταγών.
Τα πιο πάνω, καθιστούν έκθετη σε απόρριψη και την έτερη θέση της υπεράσπισης, ότι τα ποσά που αφορούν οι επίδικες επιταγές, δεν κατέστησαν απαιτητά, με βάση την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 12.03.2019.
Το κατά πόσο δε, η Κατηγορούμενη δεν γνώριζε πως η εταιρεία όφειλε χρήματα στην Παραπονούμενη καθότι, τα όποια ποσά καταβάλλονταν από την Π.Ο.Α. και επιστρέφονταν στον σύζυγο της, δεν ήταν εις γνώση της ως ήταν εν πολλοίς η θέση που υπεβλήθη στον Μ.Κ.1, είναι κατά πρώτο αδιάφορο για το τι εδώ εξετάζεται και κατά δεύτερο, σημειώνω πως ουδέποτε τέθηκε η θέση αυτή, από την Κατηγορούμενη. Περιπλέον δε τούτου, ο Μ.Κ.1 ήταν σαφής πως η Κατηγορούμενη γνώριζε πως ο σύζυγος της, εκλιπαρούσε την Παραπονούμενη να του επιστραφούν χρήματα για σκοπούς λειτουργίας της φάρμας, από αυτά που εμβάζονταν από τον Π.Ο.Α., όπως και γινόταν σε κάποιες περιπτώσεις.
Τέλος, ως προς την θέση που υπεβλήθη στον Μ.Κ.1 πως η όποια αξίωση της Παραπονούμενης, θα ήταν δυνατό να απαιτηθεί μόνο με αστική αγωγή, ως γίνεται μνεία στο περιεχόμενο του εγγράφου εγγυήσεως και πως είναι γι’ αυτόν τον λόγο που καταχωρήθηκε και αγωγή εναντίον της Κατηγορούμενης ενώ η προώθηση της παρούσας, αποσκοπεί στον εκφοβισμό της τελευταίας προκειμένου να τους αποδώσει τα χρήματα τους, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για τούτη σημειώνω πως με περισσή ειλικρίνεια και ευκρίνεια, ο Μ.Κ.1 ανέφερε τις ενέργειες στις οποίες η Παραπονούμενη προέβη, καθ’ όλη την διάρκεια της συνεργασία της με την εταιρεία, τον Α.Π. και κατ’ επέκταση με την Κατηγορούμενη, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις ως φαίνεται από τα γεγονότα, εξέδιδαν επιταγές, οι οποίες δεν μπορούσαν να τιμηθούν, λόγω των οικονομικών αδυναμιών που τα πιο πάνω πρόσωπα επικαλούνταν. Το σύνολο των ενεργειών της Παραπονούμενης (καθυστέρηση στην απαίτηση πληρωμής, αποδοχή εναλλακτικών τρόπων πληρωμής, πίστωση χρόνου κτλ), καμιά διάθεση εκφοβισμού καταδεικνύουν.
Ο Μ.Κ.1 ήταν σαφής πως όταν και αυτή την φορά αντιλήφθηκαν πως και πάλι, δεν θα λάμβαναν τα χρήματα των επίδικων επιταγών, κατέθεσαν τις επιταγές πριν την λήξη τους, έτσι ώστε να μην χάσουν το οποιοδήποτε δικαίωμα έναντι τους, όπως συνέβη και με τις επιταγές (τεκμήριο 9.1 και επόμενα).
Το ως προς το κατά πόσο με βάση την συμφωνία εγγυήσεως, θα μπορούσαν να καταχωρήσουν μόνο αγωγή εναντίον της Κατηγορούμενης, σημειώνω πως η θέση αυτή δεν έχει κανένα έρεισμα στην λογική για διάφορους λόγους με πρώτιστο το ότι, η εν λόγω συμφωνία, είναι συμφωνία εγγυήσεως των οφειλών της εταιρείας και η όποια αναφορά σε αγωγή γίνεται, γίνεται σε σχέση με τις πιο πάνω οφειλές.
Εδώ, ό,τι εξετάζεται είναι εάν η Κατηγορούμενη εξέδωσε επιταγές άνευ αντικρίσματος καίτοι οι επιταγές εκδόθηκαν, ως απορρέουσες της ανάληψης που έλαβε η Κατηγορούμενη με βάση το παραπάνω έγγραφο.
Για τους παραπάνω λόγους, αποδέχομαι καταληκτικά την μαρτυρία του Μ.Κ.1 στο σύνολο της και τα όσα ανέφερε τα ανάγω σε επιπλέον ευρήματα μου (πέραν από όσων αναφέρονται πιο πάνω), ενώ αντιθέτως απορρίπτω την μαρτυρία της Κατηγορούμενης, πλην των σημείων που δεν αμφισβητήθηκαν και που συνάδουν με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία.
Προτού προχωρήσω να εξετάσω την νομική πτυχή των αδικημάτων, εξετάζω κατά προτεραιότητα, το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας που έχει εγερθεί από μέρους της υπεράσπισης.
Σημειώνω ότι, ως έχει λεχθεί στην απόφαση Πολυς Πολυκάρπου ν. Κωνσταντίνου Τελεβάντου, Ποιν. Έφεση 69/201, ημερ, 07.12.2022, με παραπομπή στις υποθέσεις Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Δημοκρατία ν. xxx Ηλιάδη, Ποιν.Έφεση Αρ. 348/2018, ημερ. 31/5/2018, Ηλίας Ηλία (Αρ.3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα (1995) 2 Α.Α.Δ. 217, 222, τα Δικαστήρια έχουν, σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης, τη διακριτική ευχέρεια να την αναστείλουν ή να την απορρίψουν όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία, όμως, πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Λέχθηκε επίσης ότι: «Υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας όταν γίνεται χρήση της διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση της διαδικασίας για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου (Βασιλείου v. Μακρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133). Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Scattergood David v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 142, κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική».
Η θέση της υπεράσπισης περί κατάχρησης της διαδικασίας, στηρίζεται επί του ότι η Παραπονούμενη προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας για σκοπούς εκφοβισμού της Κατρηγορούμενης, με απώτερο σκοπό την είσπραξη των από μέρους της εταιρείας οφειλομένων και επί του ότι εκκρεμεί η αγωγή με αρ. 913/25 μεταξύ των μερών, την οποία η προώθηση της παρούσας, θέλησε να ενισχύσει. Παραπέμπει ως προς τούτο στην απόφαση Σοφία Νικολάου Βασιλείου ν. Μάριου Μαρκίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133. Ως προς τούτο, αρκούμε να αναφέρω πως η υπεράσπιση παραβλέπει πρωτίστως, πως ο λόγος της υπόθεση Βασιλείου (ανωτέρω), ανατράπηκε από την Χαραλαµπίδης v. Κωµοδρόµου (2002), 2 Α.Α.∆. 522 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία αποφάσισε πως δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας η παράλληλη καταχώριση ιδιωτικής ποινικής δίωξης και η έγερση αστικής αγωγής για είσπραξη ακάλυπτων επιταγών από μόνη της. Περιπλέον τούτου, καμιά σχέση έχουν τα όσα λήφθηκαν υπόψη στην Βασιλείου από τον εκεί μάρτυρα των Παραπονουμένων, με το τι εδώ ο Μ.Κ.1 ανέφερε. Το ζήτημα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω καθότι καμιά κατάχρηση υφίσταται στην παρούσα.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:
Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, εδράζονται επί του άρθρου 305Α(1) του Κεφ. 154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«305A(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε (15) ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος.»
Από το λεκτικό του άρθρου 305Α(1) προκύπτουν ως συστατικά στοιχεία του αδικήματος τα εξής:
(α) Η έκδοση επιταγής.
(β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
(γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
(δ) Η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή επειδή ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και
(ε) Να παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών, από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154, η φράση “Επιταγή” σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.
Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα προϋποτίθεται η απόδειξη έκδοσης έγκυρης και κανονικής επιταγής. Ενόψει του ότι μια επιταγή, αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της στο Κεφ. 154, πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται υπό το φως των διατάξεων του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262. Το άρθρο 3(1) και (2) του Κεφ. 262 διαλαμβάνει επί τούτου τα εξής:
«3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1) Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2) Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική».
Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής (επιταγής εν προκειμένω), είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α. (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της.
Η ίδια η επιταγή συνεπάγεται την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος. Το άρθρο 30(1) του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262.
Η επιταγή είναι μέσο πληρωμής και για να είναι έγκυρη θα πρέπει να δοθεί αξία σε αυτή. Αξία σημαίνει αξιόλογη αντιπαροχή. Αξιόλογη αντιπαροχή (valuable consideration) μπορεί να αποτελείται από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή για να στηρίξει σύμβαση ή από οποιαδήποτε παρελθούσα οφειλή ή υποχρέωση.
Στην παρούσα, δεν αμφισβητήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές, είναι επιταγές εν τη εννοία του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, βρίσκω ότι πληρούν όλα τα κριτήρια για να θεωρούνται ως τέτοιες. Ως προς το κατά πόσο γι’ αυτές δόθηκε αξία ή αντιπαροχή, παραπέμπω στα ευρήματα μου, πως οι επιταγές δόθηκαν σε σχέση με εμπορεύματα τα οποία έλαβε η εταιρεία και για τα οποία εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια (βλ. Τεκμήρια 12.1-12.9). Η Κατηγορούμενη, εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, ως εγγυήτρια των οφειλών της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των οφειλών που προέκυπταν από τα πιο πάνω τιμολόγια. Οι περί του αντιθέτου θέσεις της υπεράσπισης περί έλλειψης αντιπαροχής, δεν με βρίσκουν σύμφωνη για τους λόγους που πιο πάνω, έχουν εξηγηθεί.
Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται και το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο που είναι οι επίδικες επιταγές να παρουσιαστούν στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν, κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες σημειώνω τα ακόλουθα.
Σύμφωνα με το άρθρο 74Γ(1) του Κεφ.262 μία επιταγή δύναται να παρουσιαστεί για πληρωμή στον τραπεζίτη επί του οποίου σύρεται η επιταγή είτε με την εμφάνιση σ' αυτού του πρωτοτύπου είτε με τη διαβίβαση των προαναφερόμενων ουσιωδών στοιχείων της επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα από άλλο τραπεζίτη. Η δυνατότητα αυτή επιβεβαιώνεται επίσης μέσα από το περιεχόμενο του άρθρου 305Α(8) του Κεφ.154.
Το ότι η Παραπονούμενη κατάθεσε τις επίδικες επιταγές, στην Ελληνική Τράπεζα και την επιταγή με αρ. [ ] και στην Τράπεζα Κύπρου, μετά που κατέστησαν πληρωτέες, παρέμεινε αναντίλεκτο γεγονός και έχει καταστεί επίσης εύρημα μου. Το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν σε τράπεζα άλλη από αυτήν που εκδόθηκαν ουδεμία σημασία έχει. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η τράπεζα στην οποία κατατέθηκαν, η οποία σε περίπτωση που διαφέρει από την εκδότρια, ενεργεί ως απλός αντιπρόσωπος του Παραπονούμενου με σκοπό την είσπραξη του ποσού της επιταγής,[6] να μεριμνήσει να παρουσιάσει τις επίδικες επιταγές στην Τράπεζα απ’ όπου εκδόθηκαν. Στην ποινική υπόθεση Ιωάννου v. Σαμουρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 299 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η εμφάνιση της επιταγής στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος έκδοσης επιταγής η οποία δεν εξαργυρώνεται. Στην προκειμένη, έχει γίνει αποδεκτό μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ.1, πως οι επίδικες επιταγές, παρουσιάστηκαν στην εκδότρια Τράπεζα, Astrobank και επιστράφηκαν με τις ενδείξεις “Να παρουσιαστεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπα” “Αποταθείτε στον εκδότη-Ακάλυπτη επιταγή” κτλ. Προκύπτει ως λογική απόρροια, πως στην Astrobank παρουσιάστηκαν αφότου αποστάλθηκαν, από την Ελληνική Τράπεζα στην οποία κατατέθηκαν, η οποία ως λογικά προκύπτει, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Παραπονούμενης, κατά το στάδιο κατάθεσης των επιταγών. Η μαρτυρία πάντως του Μ.Κ.2, πως οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην Astrobank, παρέμεινε αναντίλεκτη, ασχέτως του ότι ο Μ.Κ.2 δεν έκανε καμιά αναφορά ως προς τον τρόπο που κατέληξαν οι επιταγές στην πιο πάνω Τράπεζα, με δεδομένο το ότι η κατάθεση τους έγινε στην Ελληνική Τράπεζα.
Τέλος, ως προκύπτει μέσα από όσα έχουν καταστεί ως ευρήματα, όλες ανεξαιρέτως οι επίδικες επιταγές, κατατέθηκαν μετά που κατέστησαν πληρωτέες, επιστράφηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και έκτοτε παραμένουν απλήρωτες. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.2, ούτε κατά τον χρόνο έκδοσης τους, ούτε κατά τον χρόνο κατάθεσης τους, υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης, έτσι ώστε να μπορούν να τιμηθούν, εξ ου και οι σφραγίδες της εκδότριας Τράπεζας. Ομοίως, ούτε και ο καταθετικός λογιαριασμός της Κατηγορούμενης, διέθετε επαρκή υπόλοιπα, για την κάλυψη τους.
Κατά συνέπεια, κρίνω πως πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.
Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι η εισήγηση της υπεράσπισης πως στην παρούσα, δεν έχει αποδειχθεί “άμεσο, αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα” εναντίον της Κατηγορούμενης, παραπέμποντας στην απόφαση Σοφία Νικολάου Βασιλείου (ανωτέρω). Επί τούτου, αρκούμε απλά να αναφέρω πως η υπεράσπιση που προβλεπόταν παλαιότερα στο άρθρο 305Α(6), η οποία προνοούσε πως το άρθρο 305Α δεν εφαρμοζόταν στις περιπτώσεις όπου δεν προέκυπτε αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη μιας επιταγής, έχει καταργηθεί από το 2003, με τον Νόμο 25(Ι)/2003 και δεν θεωρώ πως θα πρέπει επί τούτου να λεχθεί οτιδήποτε άλλο, πέραν και καταληκτικά του ότι, ούτε καν το απόσπασμα που παρατίθεται στην τελική αγόρευση των συνηγόρων της Κατηγορουμένης, ως απόσπασμα από την Νικολάου (ανωτέρω), δεν εντοπίζεται στην εν λόγω απόφαση.
Τέλος, ούτε και η θέση πως ενόψει του ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν για χρέη που αφορούσαν την εταιρεία και όχι την Κατηγορούμενη, πρόκειται για περίπτωση συναλλαγής που αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε νόμο επειδή είναι αντίθετη με την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η πιο πάνω θέση είναι καταρχάς παντελώς εκτός του πλαισίου που εξετάζεται η υπεράσπιση που προβλέπεται στο εδάφιο 6 του άρθρου 305Α. Πέραν δε τούτου, παραπέμπω στα ευρήματα μου πιο πάνω, εν σχέσει με την δοθείσα αντιπαροχή.
Καταληκτικά και με γνώμονα τα πιο πάνω, κρίνω πως η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα αδικήματα που η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, η οποία και κρίνεται ένοχη, σε όλες τις κατηγορίες (κατηγορίες 1-8).
Υπ. ......................
Ε.Κ. Μιντή, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο