ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 860/23
ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΜΙΝΝΩΣΗΣ
Παραπονούμενος
εναντίον
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΑΙΤΖΗΣ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 20.03.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενο: κα Κ. Κουπαρή
Για Κατηγορούμενο: κ. Π. Λοίζου
Κατηγορούμενος παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα, αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Συγκεκριμένα, ως έχει τροποποιηθεί εκκρεμούσης της διαδικασίας το κατηγορητήριο, κατηγορείται πως, «κατά ή περί τις 26.12.2020 έκδωσε προς όφελος του Παραπονούμενου και παρέδωσε σε αυτόν επιταγή υπ.αρ. [ ] του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημόσιων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ, νυν Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, για το ποσό των 8000 ευρώ, η οποία πληρωτέα στις 26.12.2020 έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Την επιταγή αυτή, όταν ο Παραπονούμενος παρουσίασε και κατέθεσε στην Τράπεζα στις 28.12.2020 για εξαργύρωση μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημέρα που αυτή κατέστη πληρωτέα, δεν ετιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη “ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια”. Ο Κατηγορούμενος εξακολουθεί να παραλείπει να τιμήσει την ως άνω επιταγή η οποία παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα για εξαργύρωση».
Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες, ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.1), ο Γ.Ο. (Μ.Κ.2), ο Αστ.1300 (Μ.Κ.3) και ο δικηγόρος Χ.Χ.(Μ.Κ.4). Ο Κατηγορούμενος, αφότου κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα του στην σιωπή και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν επίσης 8 τεκμήρια, τα τέσσερα εκ των οποίων από τους διαδίκους, για σκοπούς αξιολόγησης του περιεχομένου τους.
Η θέση της κατηγορούσας αρχής, είναι ότι ο Παραπονούμενος, παρέλαβε από τους Γ.Γ. και Χ.Χ. την επίδικη επιταγή, έναντι μετρητών που τους παρέδωσε για την εξαργύρωση της, την οποία τα πιο πάνω πρόσωπα έλαβαν από τον Κατηγορούμενο, σε σχέση με κάποια αγοραπωλησία χωραφιού. Είναι περαιτέρω θέση της κατηγορούσας αρχής πως παρότι μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου δεν υπήρξε αντάλλαγμα, ο τελευταίος υπέχει ευθύνης, αφού ο πρώτος, κατέστη νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής όταν παρέδωσε στους δικαιούχους της επιταγής, μετρητά χρήματα.
Από την άλλη, η θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, είναι ότι αφ’ ης στιγμής κανένα αντάλλαγμα δόθηκε από τον Κατηγορούμενο προς τον Παραπονούμενο, δεν μπορεί να προκύψει ευθύνη του πρώτου, ως επίσης, ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείου της επιστροφής της επιταγής λόγω ανεπαρκών υπολοίπων αφού εν πρώτοις, η πρωτότυπη επιταγή, δεν κατατέθηκε στην διαδικασία και δεν προκύπτει από την μαρτυρία αυτή να επιστράφηκε με τις σχετικές σφραγίδες της Τράπεζας, πως τυχόν αποδοχή ως μαρτυρίας του αντιγράφου της επιταγής που κατατέθηκε προσκρούει στον κανόνα προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας καθώς επίσης ακόμη και εάν θεωρηθεί πως πράγματι ανακύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία πως όταν η επιταγή κατατέθηκε, επιστράφηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, τα υπόλοιπα των άλλων λογαριασμών του Κατηγορούμενου από τους οποίους θα μπορούσε να μεταφέρει χρήματα στον επίδικο, είναι εμφανές πως μπορούσαν να καλύψουν το ποσό της επίδικης επιταγής, έτσι που να μην μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί στο συμπέρασμα πως η επίδικη επιταγή παρέμεινε απλήρωτη, λόγω ανεπαρκών υπολοίπων.
Προχωρώ στην σύνοψη του συνόλου της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης, των γεγονότων που πλαισιώνουν την παρούσα.
Ως Μ.Κ.1, κατέθεσε ο Παραπονούμενος. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) στο οποίο αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος είχε εκδώσει την επίδικη επιταγή προς τους Χ.Χ. και Γ.Γ. με τους οποίους συνεργαζόταν, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη με ημερομηνία πληρωμής την 26.12.2020 και χωρίς συμπληρωμένο το όνομα του δικαιούχου, η οποία δόθηκε στην βάση αγοραπωλησίας χωραφιών.
Τα πιο πάνω πρόσωπα, ο ίδιος τα γνώριζε. Με τον Γ.Γ. είχαν μεγαλώσει στην ίδια περιοχή και τον Χ.Χ. τον γνώρισε δια μέσω του πρώτου. Τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, τον προσέγγισαν για να τους βοηθήσει εξαργυρώνοντας την επιταγή, επειδή αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες. Συγκεκριμένα του ζήτησε ο Γ.Γ. την εξαργύρωση και επειδή τους λυπήθηκε, αποδέχθηκε στις 14.12.2020 να λάβει την επιταγή, για το ποσό των €8.000, η οποία ήταν πληρωτέα στις 26.12.2020, δίδοντας τους το πιο πάνω ποσό σε μετρητά. Επιχείρησε να καταθέσει την επιταγή στις 27.12.2020 και η τραπεζικός του ανέφερε πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και του την επέστρεψε πίσω οπότε ενημέρωσε τα πιο πάνω πρόσωπα τα οποία εκπλαγήκαν και επισκέφθηκαν τον Κατηγορούμενο στα γραφεία του στην Λεμεσό, τον πήραν τηλέφωνο για να συνομιλήσει ο ίδιος με τον Κατηγορούμενο όπως και έγινε, με τον τελευταίο να τον διαβεβαιώνει πως εάν πήγαινε ο ίδιος την ίδια ημέρα στην Λεμεσό, θα του παρέδιδε τα χρήματα της επιταγής, παραδεχόμενος ότι ήταν ο ίδιος ο εκδότης της.
Κατά την διαδρομή του προς την Λεμεσό, ο Κατηγορούμενος τον πήρε ξανά τηλέφωνο και του είπε πως τα χρήματα τα παρέδωσε σε κάποιο τρίτο άτομο και να συναντηθούν έξω από συγκεκριμένο κατάστημα στην Λεμεσό, δίδοντας του τα στοιχεία του οχήματος του τρίτου αυτού προσώπου. Έπειτα από λίγο, δέχθηκε τηλέφωνο από τους Χ.Χ. και Γ.Γ. οι οποίοι τον συμβούλεψαν να μην πάει στην συνάντηση διότι οι τελευταίοι τσακώθηκαν με τον Κατηγορούμενο και πως εάν πήγαινε στην συνάντηση, θα του έπαιρνε το τρίτο πρόσωπο την επιταγή δια της βίας οπότε πήρε τηλέφωνο ξανά τον Κατηγορούμενο και του είπε πως δεν θα πάει στην συνάντηση και να καταθέσει τα χρήματα στην Τράπεζα, έτσι ώστε να «περάσει» η επιταγή, με τον τελευταίο να τον διαβεβαιώνει πως έτσι θα πράξει παρακαλώντας τον να του δώσει χρόνο έτσι ώστε να μην μπει στο «ΚΑΠ» και πως θα έβρισκε τρόπο «να τον κανονίσει».
Κατέθεσε ξανά, έπειτα από ημέρες την επιταγή στην Τράπεζα, πλην όμως αυτή επιστράφηκε ξανά απλήρωτη οπότε ειδοποίησε ξανά τον Κατηγορούμενο και συμφώνησαν να συναντηθούν έξω από ένα περίπτερο στην Λευκωσία προκειμένου να εξευρεθεί μια λύση, συνάντηση η οποία έγινε, κατά την διάρκεια της οποίας ο Κατηγορούμενος του υποσχέθηκε να μην καταθέσει για τρίτη φορά την επιταγή διότι θα πωλούσε ένα χωράφι και θα του έδιδε τα χρήματα. Η εν λόγω αγοραπωλησία όπως έμαθε αργότερα, δεν έγινε. Όταν πέρασε αρκετός χρόνος και ούτε ο Κατηγορούμενος, ούτε και οι Χ.Χ. και Γ.Γ. του απαντούσαν, μετέβη μαζί με τον φίλο του Κ.Χ. στα γραφεία του Κατηγορούμενου στην Λεμεσό και εκεί ο τελευταίος του είπε να μεταβούν όλοι μαζί στον Αστυνομικό Διευθυντή του Ο.Π.Ε, Μ.Β στην Λεμεσό, γιατί «αρκετά έδωσε».
Ο Κατηγορούμενος στην συνέχεια, προσπάθησε να καταγγείλει εκ των υστέρων τους Χ.Χ. και Γ.Γ. στον Μ.Β., ότι τον ξεγέλασαν και πως γι’ αυτό τον λόγο ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής, αναφέροντας πως είχε δώσει δύο καταθέσεις γι’ αυτό το ζήτημα. Ο Μ.Β. τον ρώτησε εάν προέβη σε καταγγελία σε σχέση με την επίδικη επιταγή με τον Κατηγορούμενο να απαντά αρνητικά και έτσι ο Μ.Β. του είπε πως η επιταγή θα έπρεπε να πληρωθεί αφού δόθηκε με νόμιμο αντάλλαγμα και παρότρυνε τον ίδιο να προχωρήσει με ιδιωτική ποινική υπόθεση. Στην συνέχεια, προέβη για τρίτη φορά σε κατάθεση της επιταγής, παρουσιάζοντας την στην Τράπεζα στις 08.04.2021 και αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε». Είχε δε καταχωρηθεί ήδη στο ΚΑΠ, όπως του ανέφερε αρμόδια λειτουργός της Τράπεζας.
Ο Κατηγορούμενος, προέβη και σε καταγγελία του ιδίου ότι πήρε την επιταγή χωρίς αντάλλαγμα, παραδεχόμενος στην Αστυνομία, ότι ήταν ο εκδότης της επιταγής. Αυτή η υπόθεση είναι η δεύτερη σε σειρά που καταχωρεί εναντίον του Κατηγορούμενου αφού η πρώτη δεν επιδόθηκε και αναγκάστηκε να την αποσύρει. Στην δεύτερη αυτή υπόθεση, επειδή ο Κατηγορούμενος έλεγε ψευδώς πως είναι λάθος πρόσωπο, αναγκάστηκε να μεταβεί στο Δικαστήριο, για να τον αναγνωρίσει και πρόκειται περί προσώπου που κάνει τα πάντα για να αποφύγει να είναι νομοταγής.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο και σε σχέση με την επίδικη επιταγή, ανέφερε πως δεν την έχει στην κατοχή του, διότι την έδωσε στον προηγούμενο δικηγόρο του Χ.Χ. (Μ.Κ.4) ο οποίος του ανέφερε πως η επιταγή είναι στην κατοχή της Τράπεζας. Επιπλέον, ανέφερε πως όταν μετέβη μαζί με τον Κατηγορούμενο στον Αστυνομικό σταθμό στην Λεμεσό, ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει πως οι Χ.Χ. και Γ.Γ. τον ξεγέλασαν για κάποιες αγοραπωλησίες χωραφιών στην Πάφο και πως την επίδικη επιταγή, την είχε δώσει «ανοιχτή», προς τα πιο πάνω πρόσωπα για την συγκεκριμένη πράξη και τους είπε να μην την καταθέσουν. Τότε, ρωτήθηκε από τον Αστυνομικό εάν στην καταγγελία στην οποία προέβη εναντίον των πιο πάνω προσώπων, περιέλαβε κα την συγκεκριμένη επιταγή, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν περιλήφθηκε, οπότε ο Αστυνομικός έδωσε στον ίδιο πίσω την επιταγή και του είπε να προχωρήσει δικαστικώς για να λάβει τα χρήματα του.
Αντεξετάστηκε, ως προς το πού διέμενε και που εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο, εάν ο ίδιος χρωστούσε χρήματα σε τρίτους, εάν αντιμετώπισε οποιαδήποτε ποινική υπόθεση σε Δικαστήριο, εάν γνώριζε τον Κατηγορούμενο πριν από τα επίδικα γεγονότα και τι απέγιναν οι Χ.Χ. και Γ.Γ.. Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς το γιατί δεν έχει στην κατοχή του την επίδικη επιταγή και εάν όταν την παρουσίασαν στην Αστυνομία, έφερε οποιεσδήποτε σφραγίδες της Τράπεζας, εάν ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία με τους Χ.Χ. και Γ.Γ., εάν γνωρίζει εάν ο Χ.Χ. αντιμετωπίζει στο Δικαστήριο ποινικές υποθέσεις οι οποίες σχετίζονται με απάτες, εάν είδε τον Κατηγορούμενο να υπογράφει την επίδικη επιταγή, ποιες σφραγίδες είχε η επιταγή όταν την είχε στην κατοχή του, πώς έλεγαν τον Αστυνομικό με τον οποίο ανέφερε στην κυρίως εξέταση του πως έγινε η μεταξύ τους συνομιλία.
Του υπεβλήθησαν οι θέσεις πως ουδέποτε έδωσε στους Χ.Χ. και Γ.Γ. οποιαδήποτε ποσό και δη €8.000 ως ανέφερε εξ ου και δεν αναφέρει σε ποιόν από τους δύο εν τέλει τα έδωσε και εξ ου και ενώ από την μια αναφέρει πως τους δάνεισε χρήματα επειδή ήταν φίλοι του, από την άλλη αρνείται ότι ήταν επισημαίνοντας ότι ήταν απλώς γνωστοί του. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το κατά πόσο η επιταγή όταν του παραδόθηκε ανέγραφε το όνομα οποιουδήποτε δικαιούχου, γιατί δεν ζήτησε από τους Χ.Χ. και Γ.Γ. να συμπληρώσουν το όνομα τους στην επιταγή, να του την οπισθογραφήσουν και να του την παραδώσουν και αντ’ αυτού, συμπλήρωσε ο ίδιος το όνομα του, τι αντάλλαγμα ο ίδιος πήρε από τον Κατηγορούμενο σε σχέση με την επίδικη επιταγή, για να του υποβληθεί πως καμιά συμβατική σχέση υπήρξε μεταξύ τους.
Ο Μ.Κ.2, είναι προϊστάμενος του τομέα τραπεζικών εργασιών στην Eurobank, πλέον Ελληνική Τράπεζα. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως πελάτη της πιο πάνω Τράπεζας και κατέθεσε αντίγραφο της επίδικης επιταγής (τεκμήριο 1), η οποία ως ανέφερε επιστράφηκε από τον λογαριασμό του Κατηγορούμενου. Το εν λόγω αντίγραφο αποτελεί φωτογραφία κατά την διάρκεια της σάρωσης της επιταγής, μέσα από το σύστημα της Τράπεζας. Αναφέρθηκε στα καθήκοντα του στην Τράπεζα και εξήγησε πως η επίδικη επιταγή, δεν παρουσιάστηκε σε ταμείο της Τράπεζας, αλλά μέσα από το «clearing». Πρέπει ως ανέφερε να έγινε κατάθεση της σε κάποιο λογαριασμό και να επιστράφηκε πίσω στον πελάτη γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Ερωτηθείς πως ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε για τα πιο πάνω, ανέφερε πως φαντάζεται πως ήλεγξε τον λογαριασμό του, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως τεκμήριο 2.
Η εν λόγω επιταγή, φαίνεται από τον πιο πάνω λογαριασμό να παρουσιάστηκε στην Τράπεζα στις 28.12.2020 και να επιστράφηκε στις 29.12.2020 και η τράπεζα σε κάθε περίπτωση, δεν επικοινωνεί τηλεφωνικώς με τον πελάτη για να τον ενημερώσει ότι συγκεκριμένη επιταγή κατατέθηκε και δεν τιμήθηκε. Για να σαρωθεί μια επιταγή, κατατίθεται η πρωτότυπη στην Τράπεζα και ελέγχονται τα τεχνικά χαρακτηριστικά της, όπως η υπογραφή, ποσό και ποσό ολογράφως, στοιχεία που εν προκειμένω εξετάστηκαν και εξ όσων φαίνεται η επίδικη επιταγή τα πληρούσε. Στην προκειμένη, ελέγχθηκε και το δείγμα υπογραφής της από τον ίδιο, πριν προσέλθει να καταθέσει στο Δικαστήριο και αυτό συμφωνούσε με την υπογραφή στην επίδικη επιταγή. Επίσης, η συγκεκριμένη επιταγή, ανακλήθηκε στις 07.01.2021 από τον εκδότη της με την δικαιολογία ότι υπήρχε αποτυχία στην εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης. Στις 29.12.2020 που είχε κατατεθεί, δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα για να την καλύψουν, όπως ούτε και μέχρι τις 07.01.2021.
Στην προκειμένη, το πρόσωπο που την κατέθεσε στις 29.12.2020, δεν είχε παρουσιαστεί σε ταμείο της Ελληνικής Τράπεζας για σκοπούς εξαργύρωσης της, αλλά σε κάποια άλλη Τράπεζα, η οποία μέσω της διαδικασίας του clearing/εκκαθάρισης επιταγών, την παρουσίασε στην Ελληνική Τράπεζα, ελέγχθηκε και επιστράφηκε.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο το αντίγραφο της επίδικης επιταγής, φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα και δη, ότι ο λογαριασμός έχει καταχωρηθεί στο ΚΑΠ, ή ότι η επιταγή ανακλήθηκε ή και ότι κατατέθηκε μετά που ανακλήθηκε. Ερωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να γνωρίζει εάν είναι ο Μ.Κ.1 που προχώρησε σε κατάθεση της επιταγής και εάν μπορεί κάποιος να ανακαλέσει επιταγή, μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, ποια είναι η ορθή διαδικασία μεταβίβασης μιας επιταγής, συμφωνώντας πως η συγκεκριμένη επίδικη επιταγή, ως φαίνεται, οπισθογραφήθηκε από τον Μ.Κ.1, ο οποίος παρουσιάζεται και ως δικαιούχος της.
Ο Μ.Κ.3, είναι Αστυφύλακας και υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού. Τον Κατηγορούμενο δεν τον είδε ποτέ και δεν είναι βέβαιος εάν έτυχε να μιλήσουν τηλεφωνικά. Από μελέτη ενός φακέλου που βρίσκεται στο ΤΑΕ και που του έχει ανατεθεί μετά που συνάδελφος του μετατέθηκε, γνωρίζει πως ο Κατηγορούμενος είχε κληθεί για να ανακριθεί σε σχέση με μια καταγγελία που υπεβλήθη στο ΤΑΕ. Κατά την ανάκριση του η οποία έγινε στις 02.03.2021, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως είχε εκδώσει διάφορες επιταγές, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Αντίγραφο της επίδικης επιταγής, κατατέθηκε στον φάκελο της υπόθεσης όταν μετέβη μαζί με τον Παραπονούμενο στο ΤΑΕ Λεμεσού και ανέφεραν ό,τι ανέφεραν, οπότε και αντίγραφο της επιταγής αποστάλθηκε στον συνάδελφο του που χειριζόταν τη συγκεκριμένη καταγγελία. Ο ίδιος διαπίστωσε πως στην ανακριτική του κατάθεση ο Κατηγορούμενος, είχε αναφερθεί και στην συγκεκριμένη επιταγή. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3, αντίγραφο καταχώρησης παραπόνου από το μητρώο Αστυνομίας, ημερομηνίας 07.05.2021. Δεν γνώριζε εάν μεταξύ 26.12.2020 και 26.01.2021 ο Κατηγορούμενος προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία σε σχέση με την επίδικη επιταγή, ούτε και γνώριζε ποιος κατείχε την πρωτότυπη επιταγή.
Σε σχέση με την υπόθεση που διερευνά το ΤΑΕ, ανέφερε πως η εμπλοκή του Κατηγορούμενου έγκειται στο ότι φέρεται να εμπλέκεται σε καταγγελία για απόπειρα μεταβίβασης ακινήτου με δόλιες πράξεις, ως καταγγέλθηκε από πρόσωπο που ενεργούσε εκ μέρους άλλου προσώπου που έλειπε στο εξωτερικό και είχε κληθεί ως ύποπτος αρχικά για ανάκριση. Η υπόθεση είναι υπό διερεύνηση διότι μεταξύ άλλων καταζητείται και συγκεκριμένο πρόσωπο και τον τελικό λόγο για τον ρόλο του, τον έχει ο Γενικός Εισαγγελέας.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο είχε στην κατοχή του την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο και τα έγγραφα που παρέδωσε στο Δικαστήριο, δέσμη των οποίων κατατέθηκε ως τεκμήριο 4. Ερωτήθηκε κατά πόσο με βάση το τεκμήριο 3, ο Παραπονούμενος ανέφερε στην Αστυνομία πως το όνομα του δικαιούχου στην επίδικη επιταγή, συμπληρώθηκε από τα πρόσωπα που του την παρέδωσαν, ως ο ισχυρισμός του και εάν προκύπτει από τα όσα ανέφερε, ο ίδιος να συμβλήθηκε με τον Κατηγορούμενο.
Ο Μ.Κ.4 είναι δικηγόρος. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β) στην οποία αναφέρει πως προβαίνει στην δήλωση του προς «διευκρίνιση και τεκμηρίωση της απώλειας του πρωτότυπου εγγράφου», ήτοι της επίδικης επιταγής, η οποία εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ότι περί τον Δεκέμβριο του 2021 τον επισκέφθηκε ο Παραπονούμενος στο δικηγορικό του γραφείο και του παρέδωσε την πρωτότυπη επιταγή η οποία έφερε σφραγίδα της Τράπεζας «ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΛΟΓΩ ΑΝΕΠΑΡΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ», «(Insufficient Funds)», προκειμένου να καταχωρήσει ποινική υπόθεση. Επειδή ωστόσο αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, τον παρέπεμψε στην νυν δικηγόρο του για να αναλάβει την καταχώρηση της υπόθεσης και να χειριστεί τον φάκελο. Ενώ έδωσε την επιταγή στον κλητήρα του, ήταν με την λανθασμένη εντύπωση πως παραδόθηκε. Στην συνέχεια, επικοινώνησε η νυν δικηγόρος του Παραπονούμενου, για να του αναφέρει πως δεν εντόπιζε την επίδικη επιταγή στον φάκελο. Ο ίδιος έψαξε σε όλο το γραφείο του και δεν τον εντόπισε και η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι κατά την μεταφορά της επιταγής από το γραφείο του στο γραφείο της νυν δικηγόρου, αυτή απωλέστηκε καθαρά από «ακούσιο περιστατικό, χωρίς δόλο ή πρόθεση απόκρυψης». Πάντως επιβεβαιώνει πως η επιταγή είχε όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά μιας επιταγής, όπως η υπογραφή του Κατηγορούμενου, των στοιχείων της Τράπεζας απ’ όπου εκδόθηκε, το ποσό και την ημερομηνία πληρωμής της, ως επίσης και σφραγίδα «ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ”/“INSUFFICIENT FUNDS» με ημερομηνία επιστροφής την 26.12.2020.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως αν θυμάται καλά, εκείνο τον καιρό, είχε μιλήσει με κάποιον, ο οποίος νομίζει πως είναι ο Κατηγορούμενος, προκειμένου να γινόταν κάποιο γραμμάτιο για να πληρώσει σιγά σιγά τα χρήματα προς τον Παραπονούμενο. Δεν είναι σίγουρος ότι πρόκειται για τον Κατηγορούμενο γιατί δεν τον είχε δει, παρά μόνο του μίλησε τηλεφωνικά και του αναφέρθηκε το όνομα του.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο είχε αναφέρει στον Παραπονούμενο πως η επίδικη επιταγή βρισκόταν στην κατοχή της Τράπεζας, αν του ανάφερε ο Παραπονούμενος ποτέ πως είχε συναλλαχθεί με οποιοδήποτε τρόπο με τον Κατηγορούμενο και εάν ο ίδιος ως δικηγόρος, εκπροσώπησε ποτέ τον Παραπονούμενο, σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία.
Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή.
Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.
Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Αντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).
Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
Ξεκινώντας την αξιολόγηση από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 σημειώνω πως μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του δεν έχει αμφισβητηθεί. Το μέρος αυτό συνίσταται στο ότι είναι προϊστάμενος του τομέα τραπεζικών εργασιών στην Eurobank, πλέον Ελληνική Τράπεζα, ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο ως πελάτη της πιο πάνω Τράπεζας, ότι το τεκμήριο 1 αποτελεί πιστό αντίγραφο της επίδικης επιταγής και πρόκειται για φωτογραφία κατά την διάρκεια της σάρωσης της επιταγής, μέσα από το σύστημα της Τράπεζας. Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκαν τα καθήκοντα του στην Τράπεζα, ως επίσης ότι η επίδικη επιταγή, δεν παρουσιάστηκε σε ταμείο της συγκεκριμένης Τράπεζας, αλλά μέσα από το «clearing» αφού η κατάθεση της, έγινε σε άλλη Τράπεζα η οποία μέσω της διαδικασίας του clearing/εκκαθάρισης επιταγών, την παρουσίασε στην Ελληνική Τράπεζα, ελέγχθηκε και επιστράφηκε στις 29.12.2020, λόγω του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.
Περαιτέρω, ότι για να σαρωθεί μια επιταγή, κατατίθεται η πρωτότυπη στην Τράπεζα και ελέγχονται τα τεχνικά χαρακτηριστικά της, όπως η υπογραφή, ποσό και ποσό ολογράφως, στοιχεία που εν προκειμένω εξετάστηκαν και εξ όσων φαίνεται η επίδικη επιταγή τα πληρούσε. Επίσης, ότι στην προκειμένη, ο ίδιος ήλεγξε την υπογραφή στην συγκεκριμένη επιταγή πριν προσέλθει να καταθέσει στο Δικαστήριο και αυτό συμφωνούσε με το δείγμα υπογραφής του Κατηγορούμενου το οποίο ήταν καταχωρημένο στην Τράπεζα, επιβεβαιώνοντας ότι η εν λόγω υπογραφή, ανήκει στον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ότι η εν λόγω επιταγή, ως φαίνεται από τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε, ο οποίος ανήκει στον Κατηγορούμενο (τεκμήριο 2), να παρουσιάστηκε στην Τράπεζα στις 28.12.2020 και να επιστράφηκε στις 29.12.2020, ημερομηνία κατά την οποία δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα για να την καλύψουν, όπως ούτε και μέχρι τις 07.01.2021.
Τα πιο πάνω καθίστανται ως ευρήματα του Δικαστηρίου, αφού πέραν από το ότι δεν αμφισβητούνται, συνάδουν και με την έγγραφη μαρτυρία. Σημειώνω επί τούτου ότι, ο Μ.Κ.2 αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο το αντίγραφο της επιταγής, φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα της Τράπεζας. Αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.2 πως σφραγίδα τοποθετήθηκε και δεν φαίνεται καθώς θεωρεί πως μάλλον, δεν θα υπήρχε μελάνι κατά την στιγμή της σάρωσης της από την Τράπεζα στην οποία κατατέθηκε. Είναι προφανές, πως η συγκεκριμένη θέση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι από μόνο το περιεχόμενο της, καθίσταται σαφές πως αυτή, δεν στηρίζεται επί γεγονότων (ως προς την μη ύπαρξη σφραγίδας) αλλά στην γνώμη του ιδίου, ως προς τον λόγο που δεν φέρει ευκρινείς σφραγίδες. Αντ’ αυτού, προβαίνω σε εύρημα πως καμία σφραγίδα της Τράπεζας φαίνεται, στο εν λόγω αντίγραφο. Κατά τα λοιπά και δη το ότι ο λογαριασμός απ’ όπου η επίδικη επιταγή εκδόθηκε ανήκει στον Κατηγορούμενο, το ότι η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στις 28.12.2020 και δεν τιμήθηκε επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό για να την καλύψουν, προκύπτουν από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2.
Σημειώνω βεβαίως πως η αποδοχή των θέσεων του Μ.Κ.2 που καταγράφονται πιο πάνω, γίνεται χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μου πως δεν υπάρχει κατατεθειμένη πρωτότυπη επιταγή, γεγονός το οποίο δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα αφού οι πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα, δεν έτυχαν αμφισβήτησης και δη ότι ο λογαριασμός απ’ όπου εκδόθηκε η επιταγή ανήκει στον Κατηγορούμενο, ότι η επίδικη επιταγή έφερε υπογραφή η οποία συμφωνούσε με το δείγμα υπογραφής που η Τράπεζα είχε στην κατοχή της, ότι κατατέθηκε στις 28.12.2020 και ότι επιστράφηκε στις 29.12.2020 επειδή κατά την κατάθεση της δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα για να την καλύψουν. Με γνώμονα συνεπώς τα πιο πάνω, το κατά πόσο το τεκμήριο 1, αποτελεί την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που θα μπορούσε να προσαχθεί, ως είναι η θέση της υπεράσπισης, καθίσταται υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δευτερεύουσας σημασίας, εν σχέσει με τις περιστάσεις υπό τις οποίες, η συγκεκριμένη επιταγή, επιστράφηκε στις 29.12.2020. Τα πιο πάνω, διαφοροποιούν την παρούσα από τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Βασούλα Αναστασίου ν. Μάριου Τιμοθέου, Ποιν. Εφ. 5/2014, ημερ. 24.03.2017, ECLI:CY:AD:2017:B114 και βρίσκουν έρεισμα στα όσα ειπώθηκαν (εν είδει σχολιασμού) στην πρόσφατη απόφαση ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ν. ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ MYTHOS ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΙΣΕΙΣ ΑΕ, Ποιν. Εφ. 5/2023, ημερ. 16.12.2025, ως προς την σημασία που (πλέον) προσδίδεται στον κανόνα προσκόμισης της καλύτερης δυνατόν μαρτυρίας υπό το πρίσμα του άρθρου 34 του Κεφ. 9 και υπό τις ανάλογες, πάντοτε, περιστάσεις, παραπέμποντας στα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, των κ.κ. Ηλιάδη & Σάντη, σελίδα 494[1].
Το δε γεγονός ότι δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε σφραγίδα στο αντίγραφο της επίδικης επιταγής, λίγη σημασία έχει καθότι ο Μ.Κ.2, το γεγονός ότι η επιταγή κατατέθηκε και επιστράφηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, το βάσισε στο περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού απ’ όπου η επιταγή εκδόθηκε (τεκμήριο 2), από τον οποίο φαίνεται πως στις 28.12.2020, κατατέθηκε πράγματι η επιταγή με αρ. 38075872 (ως τα στοιχεία δηλαδή της επίδικης επιταγής), αφορώσα το ποσό των €8.000, ημερομηνία κατά την οποία το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού, ήταν €6.807,93, μη δυνάμενο δηλαδή να την καλύψει εξ ου και επιστράφηκε ως επίσης καταγράφεται στο τεκμήριο 2, στις 29.12.2020 και χρεώθηκε ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου ενόψει της επιστροφής της.
Περαιτέρω των πιο πάνω, αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.2, πως η επίδικη επιταγή, ανακλήθηκε στις 07.01.2021 από τον εκδότη της με την δικαιολογία ότι υπήρχε αποτυχία στην εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης. Σημειώνω πως επί τούτης του της θέσης, δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε έντυπο ανάκλησης και η αναφορά αυτή του Μ.Κ.2 προήλθε ως ο ίδιος ανέφερε, από τα αρχεία της Τράπεζας. Διεξερχόμενη του περιεχομένου του τεκμηρίου 2, διαπιστώνω πως στις 07.01.2021, φαίνεται να υπάρχουν πράγματι, 3 διαφορετικές χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό με τις λεπτομέρειες “STOP PAYMENT CHARGE”, λεπτομέρεια η οποία παραπέμπει ή συνάδει, με την αναφορά του Μ.Κ.2 πως η Τράπεζα έλαβε τις πιο πάνω οδηγίες στις 07.01.2021, παρότι δεν αναφέρεται πουθενά στις πιο πάνω χρεώσεις, ο αριθμός της επίδικης επιταγής, έτσι ώστε να συνάγεται δίχως άλλο το συμπέρασμα πως οι εν λόγω εντολές αφορούσαν και την επίδικη επιταγή. Ούτε και στο αντίγραφο της επίδικης επιταγής (τεκμήριο 1), διαφαίνεται οποιαδήποτε σφραγίδα, η οποία να επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές, πλην όμως σημειώνω πως ως και ο Μ.Κ.2 ανέφερε, το εν λόγω αντίγραφο, είναι αντίγραφο της σαρωμένης επιταγής κατά την 29.12.2020, ημερομηνία δηλαδή πριν την λήψη εντολής ανάκλησης της. Παρά τις πιο πάνω επισημάνσεις μου, δεν μπορώ να παραβλέψω το ότι, ο Μ.Κ.2, δεν έχει επί της ουσίας αμφισβητηθεί και ούτε βρίσκω λόγο, γιατί να πει ψέματα επί τούτου. Πρόκειται περί ενός παντελώς ανεξάρτητου μάρτυρα, ο οποίος καμιά εμπλοκή είχε στην υπόθεση. Καίτοι συνεπώς εξ ακοής η αναφορά του ως προς την ανάκληση της επίδικης επιταγής, τον χρόνο και λόγο που ανακλήθηκε, την αποδέχομαι, με γνώμονα τα πιο πάνω.
Τώρα, ως προς το κατά πόσο η συγκεκριμένη επιταγή φαίνεται να οπισθογραφήθηκε και από ποιόν, ήταν η θέση του Μ.Κ.2 πως εξ όσων προκύπτει από την όψη του όπισθεν μέρους του αντιγράφου της επίδικης επιταγής, αυτή φαίνεται να είναι οπισθογραφημένη και υπέθεσε, πως η υπογραφή που στο πίσω μέρος της φαίνεται, μάλλον θα ανήκει στον Κατηγορούμενο ο οποίος φέρεται και ως ο δικαιούχος της. Η πιο πάνω θέση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθώς αποτελεί ξεκάθαρα έκφραση γνώμης του Μ.Κ.2 η οποία δεν προκύπτει να στηρίζεται επί οποιονδήποτε γεγονότων ή επί οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας. Δεν διέλαθε την προσοχή μου το ότι ο αριθμός δελτίου ταυτότητας που αναγράφεται κάτω από την υπογραφή που υπάρχει όπισθεν του αντιγράφου, είναι ο αριθμός δελτίου ταυτότητας που αναφέρεται και στην γραπτή δήλωση του Παραπονούμενου-Μ.Κ.1, πλην όμως με δεδομένο το ότι ουδέποτε ο τελευταίος εξετάστηκε ή αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, κρίνω πως δεν μπορώ να προβώ σε οποιοδήποτε συμπέρασμα, καθότι τούτο θα εξάγετο συνειρμικά και θα αποτελούσε ουσιαστικά εικασία, όσο εύλογη και αν είναι. Ό,τι αποδέχομαι, είναι ότι στο όπισθεν μέρος της επίδικης επιταγής, υπάρχει υπογραφή και πιο κάτω, ο αριθμός δελτίου ταυτότητας του Παραπονούμενου, χωρίς ωστόσο να μπορώ να προβώ σε εύρημα ως προς το πρόσωπο, στο οποίο ανήκει η εν λόγω υπογραφή.
Με γνώμονα συνεπώς τα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.2 και τα όσα ανέφερε, πλην όσων ρητώς αναφέρονται πιο πάνω ως μη αποδεκτά, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Σε σχέση με τον Μ.Κ.3, σημειώνω πως εν πρώτοις, η μαρτυρία του δεν σχετίζεται αμιγώς με τα επίδικα ζητήματα και ούτε βρίσκω να είναι με οποιοδήποτε τρόπο βοηθητική σε σχέση με το τι εδώ εξετάζεται. Δεν μπορώ ωστόσο να παραγνωρίσω πως σε σχέση με ό,τι ανέφερε, δεν έχει αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου, δεν έχω λόγο να μην τα αποδεχθώ εκτός όπου ρητά πιο κάτω αναφέρω πως δεν αποδέχομαι για τους λόγους που εξηγώ.
Από την μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι Αστυφύλακας και υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού και ότι τον Κατηγορούμενο δεν τον είδε ποτέ. Επίσης ότι του ανατέθηκε, μετά την μετάθεση άλλου συναδέλφου του, η διερεύνηση μιας καταγγελίας που υπεβλήθη για απόπειρα μεταβίβασης ακινήτου με δόλιες πράξεις, καταγγελία που υπέβαλε πρόσωπο που ενεργούσε εκ μέρους άλλου προσώπου που έλειπε στο εξωτερικό και πως γι’ αυτήν, είχε κληθεί ως ύποπτος αρχικά ο Κατηγορούμενος για ανάκριση και του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στις 02.03.2021, ως το τεκμήριο 4 που κατατέθηκε και πως η διερεύνηση της υπόθεσης είναι σε εξέλιξη ακόμη αφού μεταξύ άλλων, καταζητείται συγκεκριμένο πρόσωπο. Περαιτέρω, ότι στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε και στην επίδικη επιταγή, η οποία δόθηκε μαζί με άλλες επιταγές, σε συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία κατονόμασε για την αγοραπωλησία του ακινήτου. Περιπλέον των πιο πάνω, ότι στον φάκελο του ΤΑΕ, βρισκόταν αντίγραφο της επίδικης επιταγής, το οποίο κατατέθηκε κατόπιν που ο Κατηγορούμενος μετέβη μαζί με τον Παραπονούμενο στο ΤΑΕ Λεμεσού για να υποβάλει ο τελευταίος παράπονο και πως για αυτή τους την επίσκεψη, σχετική είναι η καταχώρηση παραπόνου στο μητρώο της Αστυνομίας, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως τεκμήριο 3, παράπονο το οποίο δεν έλαβε ο ίδιος.
Τα πιο πάνω, καθίστανται και ως ευρήματα του Δικαστηρίου καθότι πέραν από το ότι δεν αμφισβητούνται, συνάδουν και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 3 και 4 που κατέθεσε ο Μ.Κ.3 προς επίρρωση των πιο πάνω θέσεων του. Ό,τι άλλο εξάγεται ως εύρημα, είναι ότι η καταχώρηση του παραπόνου του Παραπονούμενου, έλαβε χώρα στις 07.05.2021 από την Αστ. 1321.
Σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, σημειώνω πως πρόκειται σαφώς για εξ ακοής μαρτυρία, αφού το πρόσωπο που το συνέταξε, ουδέποτε κλήθηκε να καταθέσει στην διαδικασία. Παρόλα αυτά, αποδέχομαι το περιεχόμενο του με δεδομένο το ότι καμιά εκ των δύο πλευρών, δεν το έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο.
Στρεφόμενη στον Μ.Κ.4, σημειώνω πως ο εν λόγω μάρτυρας, στην ουσία δεν έχει αντεξεταστεί επί των όσων ανέφερε. Ό,τι του τέθηκε, είναι διευκρινιστικής φύσεως ερωτήσεις. Ούτε και αποκόμισα την εντύπωση περί μάρτυρα που προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει ψέματα. Τουναντίον, από τις απαντήσεις του, διαφάνηκε πως η στάση του, ήταν αμερόληπτη. Ενδεικτικό της διαπίστωσης μου αυτής, είναι το γεγονός ότι για τα γεγονότα για τα οποία δεν ήταν βέβαιος, όπως για παράδειγμα εάν το πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε στο τηλέφωνο, ήταν ο Κατηγορούμενος, (αφού δεν τον είχε δει ποτέ), δεν δίστασε να το αναφέρει. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία του ήταν τυπικής φύσεως και αφορούσε στις περιστάσεις υπό τις οποίες απωλέστηκε η επίδικη επιταγή. Επί τούτου, δεν δίστασε ουσιαστικά να αναλάβει και την ευθύνη για την απώλεια της επιταγής, γεγονός που κατά την άποψη μου δεικνύει και την ειλικρίνεια του. Εκείνο το σημείο το οποίο δεν αποδέχομαι από την μαρτυρία του, για όποια βέβαια σημασία έχει, είναι ότι η επίδικη επιταγή, έφερε τις σφραγίδες “ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΛΟΓΩ ΑΝΕΠΑΡΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ”, “ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ” με ημερομηνία επιστροφής την 26.12.2020 και τούτο όχι διότι θεωρώ πως ο μάρτυρας επιτηδευμένα είπε ψέματα, αλλά διότι η αναφορά του αυτή, προκύπτει ως συνάγεται εκ της μνήμης του, από όταν είδε την επιταγή 5 χρόνια πριν. Με δεδομένο το ότι η εν λόγω επιταγή δεν είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ώστε να μπορεί να διακριβωθεί η πιο πάνω αναφορά του και με δεδομένο το ότι το αντίγραφο που κατατέθηκε, δεν φέρει επίσης σφραγίδες, σε συνδυασμό με το ότι ούτε η αναφερόμενη ως ημερομηνία επιστροφής, συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία μέχρι στιγμής, το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του δεν γίνεται αποδεκτό. Κατά τα λοιπά, αποδέχομαι την μαρτυρία του και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
Στρέφομαι στον Μ.Κ.1, μέρος της μαρτυρίας του οποίου, δεν έχει αμφισβητηθεί. Το μέρος αυτό, συνίσταται και στα γεγονότα που ουσιαστικά αποτελούν κοινό έδαφος όπως το ότι η επίδικη επιταγή, παραδόθηκε στον Παραπονούμενο από τρίτα πρόσωπα, υπογεγραμμένη και μεταχρονολημένη, χωρίς να είναι συμπληρωμένο το όνομα του δικαιούχου, το οποίο συμπλήρωσε ο ίδιος. Περιπλέον, ότι ο ίδιος με τον Κατηγορούμενο δεν είχαν καμιά συμβατική σχέση και ο Παραπονούμενος, δεν έλαβε κανένα αντάλλαγμα για την επίδικη επιταγή, από τον Κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω, καθίστανται αποδεκτά και αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Τώρα, στρεφόμενη στα όσα αποτέλεσαν αμφισβητούμενα γεγονότα, σημειώνω πως η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν πείθει, παρότι η συμπεριφορά του στο εδώλιο ως μάρτυρα συγκέντρωνε όλα τα φαινομενικά γνωρίσματα ενός αξιόπιστου μάρτυρα. Μελέτη ωστόσο του περιεχομένου της μαρτυρίας του, αναδεικνύει κενά, ασάφειες και αντιφάσεις, τέτοιες που να μην επιτρέπουν την αποδοχή της, ως αξιόπιστης μαρτυρίας για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων.
Σημειώνω εν πρώτοις, πως αποτέλεσε θέση του ότι ο Κατηγορούμενος είχε εκδώσει την επίδικη επιταγή προς τους συνεργάτες του Χ.Χ. και Γ.Γ., η οποία ήταν μεταχρονολογημένη με ημερομηνία πληρωμής την 26.12.2020 στην βάση αγοραπωλησίας χωραφιών. Το ότι η επίδικη επιταγή (μεταξύ άλλων) δόθηκε σε σχέση με την αγοραπωλησία ενός χωραφιού σε τρίτα πρόσωπα, προκύπτει να αποτέλεσε θέση και του ίδιου του Κατηγορούμενου, ως εμφαίνετε από την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον τελευταίο (τεκμήριο 4), στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελίας που υπεβλήθη στην Αστυνομία, σχετικά με την συγκεκριμένη αγοραπωλησία. Το ότι ωστόσο, ο Κατηγορούμενος παρέδωσε την επίδικη επιταγή συγκεκριμένα στους Χ.Χ. και Γ.Γ., ως ήταν η θέση του Μ.Κ.1, οι οποίοι στις 14.12.2020 του παρέδωσαν την επιταγή, ως αντάλλαγμα την εξαργύρωση της, όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αλλά τουναντίον προκαλεί ερωτηματικά. Εξηγώ.
Ενώ στην γραπτή του δήλωση κατονομάζει κατά τρόπο συγκεκριμένο, τα πιο πάνω πρόσωπα, ως τα πρόσωπα τα οποία συναλλάχθηκαν με τον Κατηγορούμενο και αργότερα του παρέδωσαν την επίδικη επιταγή, εντούτοις, στην Αστυνομία, όταν μετέβη στις 07.05.2021 (βλ. τεκμήριο 3), φαίνεται να ανέφερε για τα ίδια περιστατικά, άλλα ονόματα προσώπων, ως τα πρόσωπα προς τα οποία ο Κατηγορούμενος παρέδωσε την επιταγή και που μετέπειτα την παρέδωσαν στον ίδιο για σκοπούς εξαργύρωσης της. Τα ονόματα στα οποία έκανε αναφορά, κατά την επίσκεψη του στο ΤΑΕ Λεμεσού, φαίνεται να είναι τα ίδια πρόσωπα τα οποία και ο Κατηγορούμενος κατονόμασε ως τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάχθηκε και παρέδωσε την επιταγή για την συγκεκριμένη αγοραπωλησία που διερευνείτο, όταν του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση (βλ. τεκμήριο 4). Το γιατί ωστόσο ο Μ.Κ.1 επέλεξε στην γραπτή του δήλωση να διαφοροποιήσει τα ονόματα των εν λόγω προσώπων, εγείρει σοβαρά ερωτηματικά προς το Δικαστήριο ως προς την φιλαλήθεια των ισχυρισμών του.
Επιπλέον των πιο πάνω, ασαφής υπήρξε και η θέση του ως προς το σε ποιον από τα δύο πρόσωπα, εξαργύρωσε εν τέλει την επιταγή και ποιο από τα δύο πιο πάνω πρόσωπα του την παρέδωσε. Αντεξεταζόμενος επί αυτού του σημείου, απέφευγε να διευκρινίσει το ζήτημα, απαντώντας πως «ήταν και οι δύο παρών (sic)». Ούτε και οι απαντήσεις που έδιδε ως προς το γιατί δεν ζήτησε από το πρόσωπο που ήταν ο δικαιούχος της επιταγής (σημειώνω πως ουδέποτε ανέφερε ποιος από τους δύο ήταν) ή από οποιονδήποτε από τους δύο, να συμπληρώσουν το όνομα τους στην επιταγή, να την οπισθογραφήσουν και να του την δώσουν, πείθει. Αντεξεταζόμενος επί του προκείμενου ζητήματος, επικαλείτο πως δεν το έπραξε διότι με αυτό τον τρόπο δεν θα μπορούσε ο ίδιος να εξαργυρώσει την επίδικη επιταγή, χωρίς ωστόσο να είναι κατανοητό το γιατί. Τουναντίον, και αυτή του η θέση, προκαλεί ερωτηματικά, με δεδομένο το ότι ως λέχθηκε (και ως φαίνεται) η επιταγή είχε δοθεί σε σχέση με συγκεκριμένη αγοραπωλησία ακινήτου.
Εντύπωση προκαλούν και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ανέφερε πως αποδέχθηκε να εξαργυρώσει στα τρίτα αυτά πρόσωπα την επιταγή, αφού ως ήταν εν πολλοίς η θέση του, ο λόγος που αποδέχθηκε να προβεί στην εξαργύρωση της είναι επειδή τους γνώριζε και ιδιαίτερα τον Γ.Γ., με τον οποίο μεγάλωσαν στην ίδια περιοχή και ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και πιο συγκεκριμένα ήταν άνεργος προηγουμένως. Σημειώνω και επαναλαμβάνω, πως εν πρώτοις, ο Γ.Γ., πουθενά δεν φαίνεται να αναφέρθηκε, όταν ο Κατηγορούμενος μετέβη στην Αστυνομία για να υποβάλει καταγγελία. Περιπλέον τούτου, ενώ από την μια αναφέρει στην γραπτή του δήλωση πως το πιο πάνω πρόσωπο αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες λόγω του ότι ήταν άνεργος κατά το προηγούμενο διάστημα, στις αμέσως επόμενες γραμμές της συγκεκριμένης παραγράφου της δήλωσης του, αναφέρει πως το πιο πάνω πρόσωπο, ήταν συνεργάτης του Κατηγορούμενου, με τον οποίο προέβαιναν μάλιστα, σε αγοραπωλησίες ακινήτων. Άξιο απορίας και πάντως αναπάντητο, είναι και το γιατί ο Μ.Κ.1 αποδέχθηκε να εξαργυρώσει μια επιταγή, για το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €8.000, από λύπηση, σε πρόσωπα που ως ο ίδιος ενέμεινε, δεν ήταν φίλοι του αλλά γνωστοί του, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα μια επιταγή στην οποία δεν αναγραφόταν καν το όνομα του δικαιούχου, χωρίς μάλιστα να διερωτηθεί γιατί τα πρόσωπα που υποτίθεται του ζήτησαν την εξαργύρωση της, δεν το έπραξαν στην Τράπεζα, ως η λογική του πράγματος θα υπαγόρευε, όταν μάλιστα αυτή, ήταν πληρωτέα μόλις 12 ημέρες μετά.
Μη συνάδουσα με την λογική, αλλά και με την αποδεκτή μαρτυρία, ήταν και η θέση του ότι δήθεν την επίδικη επιταγή, την κατέθεσε δύο φορές με την τελευταία να γίνεται στις 08.04.2021, κατά τις οποίες η εν λόγω επιταγή επιστράφηκε με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Επί τούτου, σημειώνω πως με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.2, η συγκεκριμένη επιταγή ανακλήθηκε στις 07.01.2021 και καμιά αναφορά περαιτέρω έγινε από τον τελευταίο, ως προς τυχόν δεύτερη ή τρίτη φορά κατάθεσης της συγκεκριμένης επιταγής. Η δε λογική του πράγματος υπαγορεύει πως εάν πράγματι ο Μ.Κ.1 προέβαινε σε κατάθεση της, μετά τις 07.01.2021, ο λόγος που δε θα τιμείτο θα ήταν η ανάκληση της ή εν πάση περιπτώσει και η ανάκληση της, για την οποία καμιά αναφορά έκανε ο Μ.Κ.1. Η δε αναφορά του ότι η πρωτότυπη επιταγή βρισκόταν εξ όσων ενημερώθηκε από τον Μ.Κ.4, στην Τράπεζα, έχει διαψευστεί ευθέως από τον τελευταίο, ο οποίος ανέφερε πως ουδέποτε είπε στον Μ.Κ.1 τα πιο πάνω. Η εν λόγω θέση ωστόσο, δεν έχει έρεισμα και υπό την εξής έννοια. Αποτέλεσε θέση του πως αρχικά ο ίδιος είχε παραδώσει την εν λόγω επιταγή, ο οποίος του ανέφερε πως αυτή βρίσκεται στην Τράπεζα.
Μη πειστικές και πάντως μη υποστηρίζουσες, είναι και οι αναφορές του πως όταν μετέβη στην Αστυνομία για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο, παροτρύνθηκε από τον αστυφύλακα Β. στον οποίο εξιστόρησε τα γεγονότα, να προχωρήσει με ιδιωτική ποινική υπόθεση, λέγοντας του ότι είναι σαφές πως η επιταγή θα έπρεπε να τιμηθεί αφού είχε δοθεί αντάλλαγμα. Πέραν από το ότι η πιο πάνω αναφορά ξενίζει, διαπιστώνω πως εξ όσων φαίνεται από το τεκμήριο 3, ο Μ.Κ.1 είχε παροτρυνθεί να καταγγείλει την υπόθεση στο ΤΑΕ Λευκωσίας, λόγω κατά τόπον αρμοδιότητας και είχε αναφέρει πως προτιμά να προχωρήσει ιδιωτικά, δια μέσω του συνηγόρου του. Η δε αυτή καθαυτή επιλογή του να μεταβεί μέχρι και τον ΤΑΕ Λεμεσού, μαζί με τον Κατηγορούμενο, για να προβεί δήθεν σε καταγγελία ως φαίνεται από το τεκμήριο 3 και εν τέλει να μην προβεί στην υποβολή της, εγείρει διάφορα ερωτηματικά ως προς την γνησιότητα της παραπάνω του ενέργειας αλλά και τον σκοπό της εν τέλει. Επίσης, οι αναφορές στην γραπτή του δήλωση ως προς το ότι είναι ο Κατηγορούμενος που προέτρεξε να τον καταγγείλει στην Αστυνομία, όχι μόνο δεν υποστηρίζονται από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά καταδεικνύουν επίσης πως είναι ο ίδιος που μετέβη στην Αστυνομία (παρότι επιχείρησε να παρουσιάσει διαφορετικά τα γεγονότα), χωρίς ωστόσο για τούτο, να κάνει την παραμικρή αναφορά.
Περαιτέρω, ασαφείς και χωρίς λογική συνοχή είναι και οι λοιπές αναφορές στην γραπτή του δήλωση ότι ο Κατηγορούμενος αποφεύγει με τεχνάσματα την όποια ευθύνη του αναλογεί. Επί τούτου, αναφέρει στην γραπτή του δήλωση πως η παρούσα είναι η δεύτερη ποινική υπόθεση που καταχωρείται εναντίον του Κατηγορούμενου αφού η πρώτη ποινική υπόθεση που καταχώρησε εναντίον του, αποσύρθηκε εξ ανάγκης ενόψει του ότι δεν επιδίδετο το κατηγορητήριο. Στην αμέσως επόμενη παράγραφο, αναφέρει πως στα πλαίσια της “δεύτερης ποινικής υπόθεσης”, (εννοώντας προφανώς την πρώτη) αναγκάστηκε να μεταβεί στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο, επειδή ο τελευταίος ισχυρίζετο πως λανθασμένα καταχωρήθηκε εναντίον του η υπόθεση αφού δεν ήταν το ορθό πρόσωπο. Τελικά είτε η υπόθεση απορρίφθηκε επειδή δεν επιδόθηκε, είτε κλήθηκε στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο.
Τέλος, εντύπωση προκαλεί και το γεγονός πως σε καμιά ενέργεια φαίνεται να προέβη έναντι των προσώπων που του παρέδωσαν ως ο ισχυρισμός του την επιταγή. Η στάση του αυτή ξενίζει και προσκρούει επίσης στην λογική, όταν μάλιστα αποτέλεσε θέση του ιδίου πως από κάποιο χρονικό σημείο και έπειτα, ούτε τα εν λόγω πρόσωπα του απαντούσαν το τηλέφωνο, εξαφανίστηκαν και ο ένας μάλιστα εξ αυτών, ήταν καταζητούμενο πρόσωπο.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται, πλην των όσων σημειώνονται πιο πάνω, ως αποδεκτά.
Σημειώνω κλείνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας, πως έχω διεξέλθει και του περιεχομένου των τεκμηρίων 5-8 συμπεριλαμβανομένων, από τα οποία φαίνεται πως ο Κατηγορούμενος, διατηρούσε στην Τράπεζα Eurobank, τρεις διαφορετικούς λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων και ο λογαριασμός απ’ όπου η επίδικη επιταγή εκδόθηκε και οι οποίοι κατά την 29.12.2020, είχαν πιστωτικά υπόλοιπα λογαριασμού €6.926,84, €838,45 και €1700,49, τα οποία θα μπορούσαν να αναληφθούν ή να μεταφερθούν από τον ένα λογαριασμό στον άλλο, ως η αναφορά των λειτουργών της συγκεκριμένης Τράπεζας και συντακτών του τεκμηρίου 5. Τα παραπάνω, καθίστανται και ως περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου, για όποια σημασία βέβαια έχουν.
Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα μου, προχωρώ να εξετάσω, κατά πόσο αυτά αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής, το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.
Σημειώνω καταρχάς, πως το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος, το φέρει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η αυστηρότητα με την οποία εφαρμόζεται η αρχή του πιο πάνω αποδεικτικού βάρους, επισημαίνεται στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363:
«Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη».[2]
Στην παρούσα, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση ουσιαστικά, του άρθρου 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σημειώνω ότι, δεν διέλαθε την προσοχή μου το ότι η πλευρά της κατηγορούσας αρχής, περιλαμβάνει στην νομική βάση της κατηγορίας το άρθρο «305Α1.2», άρθρο το οποίο δεν εντοπίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Φρονώ ωστόσο, πως την υπόθεση της την στηρίζει στο άρθρο 305Α(1), αφού τούτο καταδεικνύεται τόσο από τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, την μαρτυρία που έχει παρουσιάσει, αλλά και τις θέσεις της δια του κειμένου της τελικής αγόρευσης της.
Από το λεκτικό του άρθρου 305Α(1) του Κεφ. 154, προκύπτουν ως συστατικά στοιχεία του αδικήματος τα εξής:
(α) Η έκδοση επιταγής.
(β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
(γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
(δ) Η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή επειδή ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και
(ε) Να παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών, από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154, η φράση «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.
Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα προϋποτίθεται η απόδειξη έκδοσης έγκυρης και κανονικής επιταγής (L.C.A. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α. (2015) 2 Α.Α.Δ. 18). Ενόψει του ότι μια επιταγή, αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της στο Κεφ. 154, πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται υπό το φως των διατάξεων του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262. Το άρθρο 3(1) και (2) του Κεφ. 262 διαλαμβάνει επί τούτου τα εξής:
«3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1) Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2) Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική».
Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής (επιταγής εν προκειμένω), είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α. (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της και δη από τον κάτοχο της, φτάνει η συμπλήρωση αυτή, να γίνεται αυστηρά, σύμφωνα με την δοθείσα από τον εκδότη της επιταγής, εξουσία, με βάση το Άρθρο 20(2) του Κεφ. 262.
Σημειώνω ωστόσο ότι, σε σχέση με την δυνατότητα συμπλήρωσης μιας επιταγής από τον κάτοχο αυτής ή από το πρόσωπο στο οποίο δίνεται σε περίπτωση ανοικτής επιταγής και στην οποία ο κάτοχος της συμπληρώνει ο ίδιος το όνομα του στη θέση του δικαιούχου σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Τσιακλίδη ν. Σιάνου, (2008) 1 Α.Α.Δ. 296 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση, υπέδειξε ότι από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του εφεσίβλητου από τρίτο πρόσωπο, ο Εφεσίβλητος κατέστη κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.262 και υπό αυτή την ιδιότητα, είχε εκ του νόμου εξουσία δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 20 του Κεφ. 262 να συμπληρώσει την επιταγή διά της αναγραφής του ονόματος του ως δικαιούχου και να την παρουσιάσει για πληρωμή και ο εφεσείοντας, δεν απαλλασσόταν της ευθύνης για πληρωμή της επιταγής επειδή μεταξύ τους δεν υπήρξε αντάλλαγμα.
Σημειώνω επίσης, πως η ίδια η επιταγή συνεπάγεται την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος. Το άρθρο 30(1) του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262. Σύμφωνα με το άρθρο 30(1) «Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Το δε άρθρο 73 προνοεί: «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.»
Σημειώνεται ότι το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο εγείρεται δυνάμει των πιο πάνω διατάξεων, ενεργοποιείται μόνο όταν ο Παραπονούμενος ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης, αποδείξει ότι είναι κάτοχος ή νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής εν τη έννοια του νόμου και κατά συνέπεια ότι νομιμοποιείται να προωθεί την υπόθεση.
Στην προκειμένη, έχουν καταστεί ως ευρήματα του Δικαστηρίου το ότι μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συναλλαγή και πιο συγκεκριμένα, ότι ο Κατηγορούμενος δεν έλαβε οποιαδήποτε αντιπαροχή από τον Παραπονούμενο, σε σχέση με την επίδικη επιταγή. Περαιτέρω, ότι η επιταγή, συμπληρώθηκε από τον Μ.Κ.1, αφότου του παραδόθηκε από τρίτα πρόσωπα. Οι περιστάσεις ωστόσο κάτω από τις οποίες ο Μ.Κ.1 έλαβε την επιταγή από τα πιο πάνω τρίτα πρόσωπα, είναι άγνωστες αφού η περί τούτου μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν έγινε αποδεκτή. Με λίγα λόγια, δεν έχει καταδειχθεί με θετικό τρόπο ότι ο Μ.Κ.1, έλαβε την επιταγή από τα πιο πάνω πρόσωπα για αξία και ειδικότερα ότι η επιταγή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του, έτσι που να μην μπορεί να θεωρείται κάτοχος της επίδικης επιταγής για αξία προκειμένου να είχε εξουσία με βάση το άρθρο 20 του Κεφ. 262, ως προς την συμπλήρωση της επιταγής με το όνομα του ως δικαιούχο.
Ούτε και ως νομιμοποιημένος κομιστής δύναται να θεωρηθεί, ως είναι εν πολλοίς η θέση της κατηγορούσας αρχής, αφού προϋπόθεση για να μπορεί κάποιο πρόσωπο να θεωρείται ως τέτοιο, είναι μεταξύ άλλων να έλαβε την επιταγή καλή τη πίστει για αξία, δια της μεταβίβασης της σε αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κεφ.262. Στην προκειμένη, πέραν από το ότι ως αναφέρω και πιο πάνω, με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε την επιταγή από τα τρίτα αυτά πρόσωπα, δεν υπάρχει εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ.1 έλαβε την επιταγή για αξία, δεν προκύπτει ούτε και το στοιχείο της μεταβίβασης της από οποιοδήποτε πρόσωπο. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τραπεζική Επιταγή, του Χρ. Λουκά, τόμος 1, 2η έκδοση, σελ. 140 για να θεμελιωθεί η ιδιότητα του νομιμοποιημένου κομιστή πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις όπως αυτές καθορίζονται από το νόμο και τη νομολογία, μια εκ των οποίων είναι και η επιταγή να είναι οπισθογραφημένη, κάτι το οποίο στην παρούσα δεν έχει αναδειχθεί. Ο Μ.Κ.1 στην παρούσα, δια της συμπλήρωσης του ονόματος του στο πεδίο του δικαιούχου της επιταγής, κατέστησε τον εαυτό του εκ πρώτης όψεως δικαιούχο και κάτοχο της επιταγής. (βλ. Αλουμίνια Τάκης Σιεγγέρης Λτδ ν. Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ, Ποιν Εφ. 181/2015, 10.09.2018), ECLI:CY:AD:2018:B386.
Συνεπώς, μπορεί να προβληθεί εναντίον του η ένσταση της πλήρους έλλειψης αντιπαροχής (βλ σύγγραμμα Τραπεζική Επιταγή (ανωτέρω), σελ 158) καθώς επίσης και ότι η επιταγή θεωρείται άκυρη αν συμπληρωθεί κατά παράβαση της εξουσιοδότησης του εκδότη (βλ. Ε.Ν.Α. ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. Π. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, Ποιν. Έφ. 134/2022, ημερ. 14.05.2025).
Στην προκειμένη, κανένα αντάλλαγμα δόθηκε από τον Κατηγορούμενο στον Μ.Κ.1 σε σχέση με την επίδικη επιταγή και ούτε υπάρχει εύρημα πως η κατοχή της από μέρους του Μ.Κ.1 έγινε νόμιμα και για αξία έτσι που οι πιο πάνω διαπιστώσεις να καθιστούν μοιραίο το αποτέλεσμα της παρούσας. Έπεται εκ των πιο πάνω, πως η επίδικη επιταγή κατέστη άκυρη έναντι του Μ.Κ.1, ο οποίος κανένα έρεισμα είχε ως προς την προώθηση της παρούσας, έτσι που το συστατικό στοιχείο της έκδοσης έγκυρης επιταγής, να μην στοιχειοθετείται εν προκειμένω.
Ενόψει της ως άνω κατάληξης μου, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε άλλου ζητήματος, το οποίο ανακύπτει κυρίως, από την ανάκληση της επιταγής στις 07.01.2021.
Κατ’ ακολουθία των πιο πάνω, κρίνω πως η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της και ως εκ τούτου, η υπόθεση απορρίπτεται, ο δε Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται.
Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια με βάση το άρθρο 169 του Κεφ. 155, αυτά επιδικάζονται εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής και υπέρ του Κατηγορούμενου στο ύψος του ποσού των €2.000 πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει.
Υπ. ...............................
Ε.Κ. Μιντή, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] «Η παράθεση στο άρθρο 34 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 άλλων προνοιών και προϋποθέσεων περί αποδοχής έγγραφης μαρτυρίας η οποία, στην κανονική τάξη των πραγμάτων, δεν θα θεωρείτο στοιχειωδώς ως η καλύτερη δυνατή (Χριστόπουλος v Γεωργιάδη Λτδ (2001) 1(Γ) ΑΑΔ 1713, επιβεβαιώνει ακριβώς τη σημασία που εξακολουθεί να προσδίδεται στον κανόνα αυτό στη χώρα μας ως γνώμονα αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας παρά ως κανόνα αποκλεισμού.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο