Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χ.Ο. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 395/26, 13/3/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χ.Ο. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 395/26, 13/3/2026
Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χ.Ο. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 395/26, 13/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: E. Κ. Μιντή, Ε.Δ.                                                       Αρ. Υπόθεσης: 395/26

 

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας

 

                                                                          ν.

 

1.    Χ.Ο.

2.    Σ.Σ

3.    Α.Σ.

4.    Χ.Γ.

Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 13.03.2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Κατηγορούσα Αρχή:  κα Α. Σιαπανή με κα. Ε. Θεοδότου

Για Κατηγορούμενο 1:  κ. Μ. Καούλλας

Για Κατηγορούμενο 2: κ. Δ. Τσολακίδης

Για Κατηγορούμενο 3: κ. Α. Χρίστου

Για Κατηγορούμενο 4: κ. Α. Ανδρέου

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αίτημα κράτησης)

 

Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, παραπέμφθηκαν στις 11.03.2026 σε δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, το οποίο θα συνεδριάσει στις 23.04.2026, ενόψει του ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν, δεν δικάζονται συνοπτικώς.

 

Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζουν από κοινού, οκτώ συνολικά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν:

 

1.    Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1)

 

2.    Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, κατά παράβαση των άρθρων 4, 63Α και 63Β(3) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 2)

 

3.    Συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων, εγκληματικής οργάνωσης κατά παράβαση των άρθρων 4 και 63Β(1)(3) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3)

 

4.    Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (κατηγορία 4) αλλά και κατοχή του με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 5), κατά παράβαση των συναφών προνοιών του Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

5.     Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (κατηγορία 6) αλλά και κατοχή του με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 7), κατά παράβαση των συναφών προνοιών του Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

6.    Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(α)(ιιι)(2), 5, 7 και 8 του Περί Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, 188(Ι)/07 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 8).

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν επίσης από κοινού άλλες, τρεις κατηγορίες οι οποίες αφορούν:

 

7.    Κατοχή δύο πυροβόλων όπλων (πιστολιού-κατηγορία 9 και περιστρόφου-κατηγορία 10), κατηγορίας Β, χωρίς άδεια, κατά παράβαση των άρθρων των άρθρων 2, 4(1) και 51(1) του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, 113(Ι)/2004 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και

 

8.    Κατοχή εκρηκτικών υλών, χωρίς άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4(Ι)(ε)(4)(δ)(5) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

Περιπλέον των πιο πάνω, έκαστος Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει ξεχωριστά, τις πιο κάτω κατηγορίες.

 

Ο Κατηγορούμενος 1, δύο κατηγορίες προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β στον Κατηγορούμενο 4, κατά παράβαση των συναφών άρθρων του  Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77 (κατηγορίες 12 και 13 αντίστοιχα).

 

Ο Κατηγορούμενος 2, δύο κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και Β κατά παράβαση των συναφών άρθρων του  Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77 (κατηγορίες 14 και 15 αντίστοιχα).

 

Ο Κατηγορούμενος 3, μια κατηγορία κατοχής αντικειμένου κατασκευασμένου ή διαμορφωμένου για εκκένωση επιβλαβούς υγρού ή αερίου ή χημικής ουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 25 του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004.

 

Ο δε Κατηγορούμενος 4, δύο κατηγορίες προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β από τον  Κατηγορούμενο 1, κατά παράβαση των συναφών άρθρων του  Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77 (κατηγορίες 17 και 18 αντίστοιχα).

 

Ό,τι αποδίδεται σε όλους τους Κατηγορούμενους από κοινού, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1-8, είναι ότι μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 19.02.2026 συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κατοχή και προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 1), συμμετείχαν σε εγκληματική οργάνωση (κατηγορία 2), έχοντας γνώση των παράνομων σκοπών και δραστηριοτήτων της, συμμετείχαν σε παράνομη πράξη της, δηλαδή την κατοχή και προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 3), κατείχαν στις 19.02.2026 62 κιλά κοκαΐνης (κατηγορία 4), 167 κιλά κάνναβης, 4,5 κιλά ρητίνη κάνναβης, δύο κόλλες μεγέθους Α4 εμποτισμένες με ναρκωτική ουσία τάξεως Β και 381 ηλεκτρονικά τσιγάρα που περιέχουν κανναβιδιόλη (κατηγορία 6), με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα (5 και 7) ως επίσης ότι απέκτησαν το χρηματικό ποσό των €12.765, ενώ γνώριζαν ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 8).

 

Στους Κατηγορούμενους 1 και 2 αποδίδεται περαιτέρω ότι κατά την ίδια ημερομηνία, στην Λευκωσία, κατείχαν χωρίς να έχουν άδεια, ένα πιστόλι (κατηγορία 9), ένα περίστροφο (κατηγορία 10), δύο αυτοσχέδιες βόμβες και αριθμό φυσιγγίων διαμετρήματος 9mm που περιείχαν εκρηκτική ύλη (κατηγορία 11).

 

Περιπλέον, ο Κατηγορούμενος 1 ότι στις 18.02.2026, στην Λευκωσία, προμήθευσε τον Κατηγορούμενο 4 με ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α και Β (κατηγορίες 12 και 13) και ο Κατηγορούμενος 4 προμηθεύτηκε από τον Κατηγορούμενο 1 τα πιο πάνω ελεγχόμενα φάρμακα (κατηγορίες 17 και 18), ενώ ο Κατηγορούμενος 2 κατείχε στις 19.02.2026 στην Λευκωσία, 9 γραμμάρια κοκαΐνης και 27 γραμμάρια κάνναβης (κατηγορίες 14 και 15) και ο Κατηγορούμενος 3 ότι στις 28.02.2026 στην Λευκωσία, είχε στην κατοχή του δοχείο τύπου σπρέι, κατασκευασμένο ή διασκευασμένο για εκτόξευση, επιβλαβούς χημικής ουσίας (κατηγορία 16).

 

Η Κατηγορούσα Αρχή, κατόπιν που οι Κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ζήτησε προς εξασφάλιση της παρουσίας τους κατά την ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση την κράτηση τους, στηρίζοντας το αίτημα της σε κίνδυνο φυγοδικίας τους σε περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι, αίτημα το οποίο προσέκρουσε στην ένσταση των συνηγόρων υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1, δεν προέβαλε ένσταση στο αίτημα, επιφυλάσσοντας ωστόσο το δικαίωμα του, να προβάλει ένσταση, όταν θα κληθεί να απαντήσει στο κατηγορητήριο, ενώπιον του Κακουργιοδικείου στο οποίο παραπέμφθηκε.  

 

Προς υποστήριξη του αιτήματος της, η κατηγορούσα αρχή επικαλέστηκε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν πρωτίστως, όλοι οι Κατηγορούμενοι από κοινού, ως αυτή αναδύεται από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές.

 

Ως προς την πιθανότητα καταδίκης παρέδωσε στο Δικαστήριο δέσμη μαρτυρικού υλικού, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α, Β και Γ,  εισηγούμενη πως μέσα από αυτό προκύπτει πιθανότητα καταδίκης για όλους τους Κατηγορούμενους, παραπέμποντας σε συγκεκριμένα κυανά.

 

Πρόκειται ως αναφέρθηκε, για πολύ σοβαρή υπόθεση, η οποία προέκυψε όταν περί τον Φεβρουάριο του 2026, λήφθηκε πληροφορία στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (στο εξής «ΥΚΑΝ») στην οποία αναφέρετο ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ασχολούνται με την εμπορία και διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών κάνναβης και κοκαΐνης και ότι τα ναρκωτικά τα φυλάττουν στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1  η οποία βρίσκεται στην οδό Π.Μ. στον Στρόβολο, ενώ κάποιες ποσότητες τις φυλάττουν σε οικία του Κατηγορούμενου 2 οπότε οι οικίες τους τέθηκαν υπό διακριτική παρακολούθηση.

 

Στις 19.02.2026 και περί ώρα 09:45 ο Κατηγορούμενος 1, μετέβηκε στην πολυκατοικία όπου διαμένει ο Κατηγορούμενος 2 και εκεί ο τελευταίος φόρτωσε στο αυτοκίνητο του πρώτου, 5 μεγάλα χάρτινα κιβώτια και αφού εισήλθαν μαζί στο αυτοκίνητο, μετέβησαν στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1, όπου και ανακοπήκαν από μέλη της ΥΚΑΝ. Κατά την ανακοπή του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν, ανακόπηκε και δεύτερο αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε άλλο πρόσωπο το οποίο καταζητείται. Κατά την έρευνα που διενεργήθηκε στο όχημα που επέβαιναν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, εντοπίστηκαν 11.340 κροτίδες, ενώ στην κατοχή του Κατηγορούμενου 2 εντοπίστηκε, ξηρή φυτική ύλη, όμοια με κάνναβη βάρους 27 γραμμαρίων, άσπρη σκόνη ομοιάζουσα με κοκαΐνη, βάρους 9 γραμμαρίων και χρηματικό ποσό €230. Αμφότεροι συνελήφθησαν για αυτόφωρα αδικήματα ενώ σε σχέση με το καταζητούμενο πρόσωπο, από έρευνα που έγινε στον ίδιο και το αυτοκίνητο του δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε που να σχετίζεται με ναρκωτικές ουσίες. Από τους Κατηγορουμένους 1 και 2 παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, οι συσκευές των κινητών τους τηλεφώνων και ακολούθησε έρευνα στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1, κατά την διάρκεια της οποίας εντοπίστηκαν σε δύο αποθήκες μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών δηλαδή ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, ρητίνη κάνναβης και κοκαΐνη, δύο πιστόλια εκ των οποίων το ένα είναι ομοίωμα, ένα περίστροφο και αριθμός σφαιρών, δύο αυτοσχέδιες βόμβες που εκ πρώτης όψεως περιείχαν χαμηλής ισχύος εκρηκτική ύλη και μεγάλο χρηματική ποσό. Όλα τα Τεκμήρια που κατασχέθηκαν έχουν σταλεί για επιστημονικές εξετάσεις και αναμένονται οι εκθέσεις τους.

 

Στις 20.02.26 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, οδηγήθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εκδόθηκε διάταγμα κράτησης τους για περίοδο 8 ημερών. Από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και τήρησαν το δικαίωμα της σιωπής, με τον Κατηγορούμενο 2, να παραδίδει  γραπτή δήλωση στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 19.02.2026, πράγματι μετέφερε κιβώτια με κροτίδες από τον εσωτερικό χώρο της πολυκατοικίας που διαμένει και τα τοποθέτησε στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος τον είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς, από προηγουμένως ότι θα πήγαινε στο σπίτι του για να τα φορτώσει, ως επίσης ότι όταν έφτασαν στην οικία του τελευταίου, δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, καθότι μιλούσε στο τηλέφωνο. Τα κιβώτια τα φόρτωσε με την βοήθεια άλλου συγγενικού του προσώπου που έτυχε να εξέρχεται της πολυκατοικίας την δεδομένη στιγμή και πως ο Κατηγορούμενος 1 τον είχε ενημερώσει πως περιείχαν κροτίδες αλλά δεν γνώριζε άλλες λεπτομέρειες. Σε σχέση με τις ναρκωτικές ουσίες που εντοπίστηκαν στην κατοχή του, παραδέχθηκε πως του ανήκουν και ανέφερε πως ήταν για δική του χρήση και σε ό,τι αφορά τις  ποσότητες που εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1,εξέφρασε άγνοια, δηλώνοντας ότι ουδέποτε εισήλθε εντός των εν λόγω αποθηκών, ούτε έτυχε ενημέρωσης από τον τελευταίο ότι εκεί υπήρχαν ναρκωτικά.

 

Στις 24.02.2026, λήφθηκε εκ νέου πληροφορία στην ΥΚΑΝ, ότι οι συνεργάτες των  Κατηγορουμένων 1 και 2 είναι το πρόσωπο που καταζητείται και ο Κατηγορούμενος 3 και πως οι δύο τελευταίοι, μετέφεραν το μεσημέρι της 13.02.2026, περί τα 100 κιλά ναρκωτικά στις αποθήκες του Κατηγορούμενου 1 και συγκεκριμένα, ότι ο Κατηγορούμενος 3, μετέβη με το καταζητούμενο πρόσωπο, επιβαίνοντας στο όχημα του, στην Λάρνακα, απ’ όπου ο Κατηγορούμενος 3, παρέλαβε όχημα τύπου βαν, φορτωμένο με τα ναρκωτικά και ακολούθησε το καταζητούμενο πρόσωπο στην Λευκωσία, μέχρι την πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1, όπου και φόρτωσαν τα κιβώτια με τα ναρκωτικά στις αποθήκες της εν λόγω οικίας, με την βοήθεια των Κατηγορουμένων 1 και 2. Η ίδια πληροφορία ανέφερε ότι οι προαναφερόμενοι είχαν μεταφέρει και σε προγενέστερες ημερομηνίες ναρκωτικά στον ίδιο χώρο γι’ αυτό και στις αποθήκες που διερευνήθηκαν εντοπίστηκε με μεγαλύτερη ποσότητα από αυτή που παραλήφθηκε στις 13.02.2026.

 

Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν και από δεδομένα που εξασφαλίστηκαν την ίδια ημέρα από κλειστά κυκλώματα βιντεοπαρακολούθησης (στο εξής «ΚΚΒΠ»), επιβεβαιώθηκε ως αναφέρθηκε, η πληροφορία. Συγκεκριμένα, ότι όχημα τύπου βαν που έφερε τους αριθμούς εγγραφής […] καθώς και το όχημα του καταζητούμενου προσώπου, κατευθύνθηκαν προς την οδό Παύλου Μελά. Φάνηκε επίσης ο Κατηγορούμενος 3, στις 11.02.2026, είχε ενοικιάσει στο όνομα του το όχημα βαν, το οποίο μεταφέρθηκε  σε ανοικτό χώρο επί συγκεκριμένης οδού στην Αραδίππου και με την πάροδο κάποιων λεπτών φαίνεται το όχημα με αρ. εγγραφής […], που ανήκει στο καταζητούμενο πρόσωπο, να παραλαμβάνει πρόσωπο από συγκεκριμένη οδό στην Αραδίππου και να εισέρχεται σε κεντρικό δρόμο που οδηγεί στη Λευκωσία. Διαπιστώθηκε επίσης, ότι στις 13.02.2026, το βαν όχημα με αριθμό εγγραφής […] να οδηγείται από άγνωστο πρόσωπο, το οποίο κάνει δρομολόγιο στην Λάρνακα και στη συνέχεια επανασταθμεύει στον συγκεκριμένο χώρο όπου ήταν και στις 11.02.2026 σταθμευμένο και με την πάροδο κάποιας ώρας, εντοπίζεται στην Αραδίππου, να ακολουθεί το όχημα του ατόμου που καταζητείται. Στην συνέχεια της ιδίας ημέρας, στην Λακατάμεια εντοπίζεται το βαν να ακολουθεί το όχημα του ατόμου που καταζητείται και να στρίβουν προς την οδό Π.Μ.

 

Στις 26.02.2026, διενεργήθηκαν εξετάσεις από την ιδιοκτήτρια εταιρεία του αυτοκινήτου […] και διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 3, μετέβη προσωπικά στις εγκαταστάσεις της εταιρείας και ενοικίασε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, το οποίο διέθετε σύστημα εντοπισμού θέσης, για την περίοδο από 11.02.2026, μέχρι και τις 14.02.2026. Περιπλέον, με βάση τα όσα ανέφερε ο ιδιοκτήτης της εταιρείας απ’ όπου ενοικιάστηκε το εν λόγω βαν, ο Κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που προέβη στην ενοικίαση του, τον οποίο αναγνώρισε το εν λόγω πρόσωπο.


Από επεξεργασία των δεδομένων που εξήχθησαν από τις συσκευές δύο κινητών τηλεφώνων που κατασχέθηκαν από τον Κατηγορούμενο 1, διαπιστώθηκε ότι το πρόσωπο που καταζητείται και ο Κατηγορούμενος 3, λάμβαναν οδηγίες από τον ίδιο, όσον αφορά την διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών.

 

Στα ίδια δεδομένα εντοπίστηκε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία, παρόμοιες οδηγίες από τον Κατηγορούμενο 1, λάμβανε και ο Κατηγορούμενος 2, και αφορούσαν πώληση ποσοτήτων ναρκωτικών καθώς και χρηματικές εισπράξεις από τις πωλήσεις.

 

Στις 27.02.2026 εξασφαλίστηκαν εντάλματα σύλληψης του Κατηγορούμενου 3 και του ατόμου που καταζητείται, το οποίο είχε εντοπιστεί στην Λακατάμεια και ανακόπηκε πλην όμως μόλις αντιλήφθηκε τα μέλη της ΥΚΑΝ, εγκατέλειψε το αυτοκίνητο και τράπηκε σε φυγή. Ο Κατηγορούμενος 3, εντοπίστηκε την ίδια ημέρα να οδηγεί το όχημα του με αριθμούς εγγραφής,  […], ανακόπηκε και συνελήφθη.  Σε έρευνα που διενεργήθηκε στο όχημα του εντοπίστηκε και κατασχέθηκε ένα σπρέι μάρκας «nato», και μια συσκευή κινητού τηλεφώνου.

 

Από περαιτέρω εξετάσεις των ΚΚΒΠ αλλά και από το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που εξασφαλίστηκε κατόπιν έκδοσης διατάγματος, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1, έδινε οδηγίες μέσω εφαρμογών σε άγνωστο πρόσωπο, το οποίο στη συνέχεια, ταυτοποιήθηκε ως ο Κατηγορούμενος 4 και οι οποίες αφορούσαν παραλαβή και μεταφορά ποσοτήτων ναρκωτικών, καθώς επίσης εισπράξεις χρημάτων από την πώληση τους. Ο Κατηγορούμενος 4 φέρεται επίσης να μετέβη σε διάφορες περιπτώσεις στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1, όπου και συναντήθηκε μαζί του και σε μία από αυτές τις περιπτώσεις, στις 18.02.2026, φαίνεται από πλάνα ΚΚΒΠ που ήταν εγκατεστημένο στην συγκεκριμένη οικία, να παραδίδει στον τελευταίο, χρηματικό ποσό και να παραλαμβάνει από αυτόν συσκευασία, η οποία ομοιάζει με τις συσκευασίες των ναρκωτικών ουσιών που παραλήφθηκαν ως Τεκμήρια, στις 19.02.2026 από τις αποθήκες της συγκεκριμένης οικίας. Στην συνέχεια ο τελευταίος, παραδίδει στον Κατηγορούμενο 4, χρηματικό ποσό, το οποίο καταμετρά, πριν αναχωρήσει από το μέρος.

 

Από περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 4, μετά από οδηγίες που έλαβε μέσω εφαρμογής από τον Κατηγορούμενο 1, μετέβη κατά τις πρωινές ώρες στην επαρχία Λεμεσού, και παρέδωσε άγνωστη ποσότητα ναρκωτικών, σε συγκεκριμένη τοποθεσία, παρέλαβε την είσπραξη χρηματικού ποσού, επέστρεψε στη Λευκωσία και παρέδωσε την είσπραξη στον Κατηγορούμενο 1 οπότε και παραλαμβάνει άλλη συσκευασία με ναρκωτικές ουσίες και χρηματικό ποσό, και αναχωρεί.

 

Περαιτέρω, εντοπίστηκε συνομιλία κατά την οποία  ο Κατηγορούμενος 1, αποστέλλει τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου 4, σε άγνωστο πρόσωπο με σκοπό να έρθουν σε συνεννόηση, και ο Κατηγορούμενος 4 να παραλάβει ένα κιλό ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και στη συνέχεια να το παραδώσει στον πρώτο.  Ο Κατηγορούμενος 1, φαίνεται αργότερα σε πλάνα ΚΚΒΠ της συγκεκριμένης οικίας, να μεταφέρει στην ισόγειο αποθήκη σακούλι που κατά την έρευνα κατασχέθηκε ως Τεκμήριο και περιείχε ένα κιλό ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και μαζί του βρίσκεται και ο Κατηγορούμενος 2. Εναντίον του Κατηγορούμενου 4 εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης και την ίδια μέρα συνελήφθη στην οικία του. Διενεργήθηκε  έρευνα τόσο στην οικία του, όσο και στον χώρο εργασίας του και παρέδωσε ως τεκμήρια 2 κινητά ενώ του λήφθηκε επίσης ανακριτική κατάθεση, στην οποία προέβη σε δήλωση ότι τα πρόσωπα εναντίον των οποίων διερευνάται υπόθεση από την ΥΚΑΝ είναι στενοί του φίλοι για πολλά χρόνια και συνδέεται μαζί τους αλλά δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση που διερευνά η Αστυνομία. Σε όλες τις υπόλοιπες ερωτήσεις  εξάσκησε το δικαίωμα της σιωπής.

 

Στις 09.03.2026 λήφθηκε προκαταρκτική ενημέρωση από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής που αφορά την πορεία των εξετάσεων όσον αφορά τον αριθμό Τεκμηρίων της υπόθεσης, σύμφωνα  με την οποία, από τις εξετάσεις που έχουν γίνει, φαίνεται ότι το γενετικό υλικό των κατηγορουμένων 1 και 2, σχετίζεται με γενετικό υλικό που απομονώθηκε από συγκεκριμένα Τεκμήρια που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα των αποθηκών στην οδό Παύλου Μελά 24 και ότι εντοπίστηκε επίσης, γενετικό υλικό, άλλων 7 προσώπων.

 

Ο Κατηγορούμενος 1, φαίνεται με βάση το περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας που έχει εξασφαλιστεί να είναι πρόσωπο που σε διάφορες περιπτώσεις, αναλαμβάνει να φέρει σε επαφή τον κατηγορούμενο 2 με άλλα πρόσωπα για αγορά ναρκωτικών αλλά και πρόσωπο το οποίο λάμβανε οδηγίες από τον πρώτο για την είσπραξη χρηματικών ποσών και την διακίνηση ναρκωτικών.

 

Το πρόσωπο που καταζητείται, εντοπίστηκε εκ νέου από την ΥΚΑΝ στις 05.03.2026, να επιβιβάζεται σε όχημα συγγενικού του προσώπου, πλην όμως διέφυγε εκ νέου της σύλληψης του και εξακολουθεί να καταζητείται.


Για όλα τα πιο πάνω, παραπομπή έγινε στα κυανά, 2-7, 13, 15, 16, 17, 22, 28, 31, 40, 50, 54, 59, 62, 67, 69, 70, 71 και Τεκμήριο Γ. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ως η θέση της κας. Σιαπανή, την σύνδεση όλων των Κατηγορουμένων με την υπόθεση σε βαθμό που για όλους, υφίσταται ορατή πιθανότητα καταδίκης, η οποία άμα επιτευχθεί, θα έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης, με δεδομένα τα σοβαρότερα αδικήματα που αντιμετωπίζουν, δηλαδή αυτά της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 62 κιλών κοκαΐνης και 167 κιλών κάνναβης και 4,5 κιλών ρητίνης κάνναβης, για τα οποία προβλέπεται μέχρι και δια βίου ποινή φυλάκισης. Πρόκειται για σκληρά ναρκωτικά και τεράστια ποσότητα, καταδίκη για τα οποία, επισύρει ιδιαιτέρως αυστηρές ποινές, τις σοβαρότερες από άποψης ποινολογικής μεταχείρισης με βάση την νομολογία και με δεδομένη την πιο πάνω ποσότητα.

 

Από την άλλη, όλοι οι συνήγοροι υπεράσπισης, πλην του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος επιφύλαξε το δικαίωμα του σε μετέπειτα στάδιο, ανέφεραν πως σε σχέση με το κατά πόσο αναδύεται από το μαρτυρικό υλικό, πιθανότητα καταδίκης, η μαρτυρία στην οποία στηρίζει το αίτημα της η κατηγορούσα αρχή είναι αδύναμη και στηρίζεται επί εικασιών, πληροφοριών και όχι σε συγκεκριμένη μαρτυρία, καθώς επίσης ότι οι αντικειμενικές περιστάσεις της υπόθεσης, ως αναδύονται από το υπάρχων μαρτυρικό υλικό, οδηγούν σε ισχυρή προσδοκία των Κατηγορουμένων σε αθώωση, οι οποίες σε συνάρτηση με τις προσωπικές τους περιστάσεις καθιστούν την πιθανότητα μη εμφάνισης τους στην δίκη του, πολύ απομακρυσμένο ενδεχόμενο. Η δυναμική της μαρτυρίας αναφέρθηκε, θα πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά για κάθε ένα Κατηγορούμενο και όχι εάν απλά υφίσταται γενικώς, πιθανότητα καταδίκης τους.   

 

Ουδείς αμφισβήτησε είτε την σοβαρότητα των αδικημάτων, είτε την επαπειλούμενη σε περίπτωση καταδίκης ποινή. Ό,τι αμφισβητήθηκε, είναι η πιθανότητα καταδίκης, για διαφορετικούς λόγους.

 

Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 ανέφερε συγκεκριμένα επί τούτου πως, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα τον τελευταίο, η πιθανότητα καταδίκης φαίνεται να είναι μεγαλύτερη για την ποσότητα των ουσιών που εντοπίστηκαν στην κατοχή του, ποσότητα βέβαια, που θα πρέπει να συνυπολογιστεί αφού αποτελεί παράγοντα που συνεξετάζεται και λαμβάνεται υπόψη. Σε ό,τι αφορά τις λοιπές κατηγορίες, οι οποίες προέκυψαν από τον εντοπισμό των ποσοτήτων ναρκωτικών στην αποθήκη του Κατηγορούμενου 1, η μόνη μαρτυρία που υφίσταται είναι η παρουσία του εντός του οχήματος του πρώτου, παρότι ήταν σταθμευμένο και ο Κατηγορούμενος 2 βρισκόταν εντός αυτού, χωρίς να κατεβεί. Η δε αναφορά περί πληροφορίας ότι ο Κατηγορούμενος 2 βοήθησε στην μεταφορά ναρκωτικών σε προγενέστερο χρόνο, διαψεύδεται από το κυανούν 69 και δη από την επιθεώρηση ΚΚΒΠ κατά την οποία δεν επιβεβαιώνεται η παρουσία του Κατηγορούμενου 2 πουθενά. Η ίδια πληροφορία, φέρει και τον Κατηγορούμενο 3 ως οδηγό του βαν, πλην όμως και πάλι με βάση τα ΚΚΒΠ, ούτε αυτή η πληροφορία επιβεβαιώνεται. Ως η Αστυνομία ανέφερε στην διαδικασία προσωποκράτησης, ο οδηγός του βαν που φέρεται να μετέφερε τις ουσίες με βάση την πληροφορία, από τη Λάρνακα στην Λευκωσία αναζητείται, αναφορά η οποία επαναλήφθηκε και στην διαδικασία ανανέωσης της κράτησης του Κατηγορούμενου 2. Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη συνομιλιών, ως προκύπτουν κατά την θέση της κατηγορούσας αρχής από το αποτέλεσμα των δεδομένων των τηλεφώνων των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι εν λόγω συνομιλίες όχι μόνο δεν προσκομίστηκαν αυτούσιες αλλά και από το ημερολόγιο ενεργείας που προσκομίστηκε και περιγράφει το περιεχόμενο τους, δεν εντοπίζεται ούτε και ένα μήνυμα που να δείχνει ότι ο Κατηγορούμενος 1 έδιδε οδηγίες στον Κατηγορούμενο 2, όπως ούτε μηνύματα υπάρχουν μεταξύ τους.   Ό,τι υπάρχει είναι δύο μηνύματα για τα οποία αναφέρεται πως ο Κατηγορούμενος 1 απέστειλε σε άγνωστο πρόσωπο το τηλέφωνο του Κατηγορούμενου 2.


Σε ό,τι δε αφορά την προκαταρκτική γραπτή ενημέρωση του ΙΝΓΚ, που αφορά την πορεία των εξετάσεων των τεκμηρίων, φαίνεται να υπάρχει αναφορά ότι ο Κατηγορούμενος 2 συνδέεται με το ένα αντικείμενο, ήτοι το πιστόλι, χωρίς ωστόσο το Δικαστήριο να μπορεί να γνωρίζει για να καταλήξει σε συμπέρασμα εάν πράγματι πρόκειται για πιστόλι ή για ομοίωμα. Η φράση δε, «σχετίζεται» μπορεί να σημαίνει από ταύτιση, μέχρι και ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ως δότης ο Κατηγορούμενος 2 αφού τούτο θα διαφανεί από την μαρτυρία γενετιστή. Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία στο μαρτυρικό υλικό εάν το αντικείμενο αυτό εξετάστηκε και εάν ναι, ποια τα αποτελέσματα.

 

Σε σχέση με τα ανευρεθέντα εντός της αποθήκης ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί για την σύνδεση του Κατηγορούμενου 2, ακόμη και ως συνεργού παρότι αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή, γνώση του τελευταίου ως προς την ύπαρξη των αποθηκών και του περιεχομένου τους. Ακόμη ωστόσο και γνώση να μπορούσε να εξαχθεί πως υπήρχε, η γνώση δεν εξομοιώνεται με κατοχή ή έλεγχο και ούτε  η αναφορά περί του ότι στις 18.02.2026 ο Κατηγορούμενος ήταν συνεπιβάτης στο όχημα του Κατηγορούμενου 1 καταδεικνύει οτιδήποτε, πόσο μάλλον γνώση για τα αντικείμενα εντός της αποθήκης. Σε κάθε περίπτωση τα πλάνα των ΚΚΒΠ δείχνουν τον Κατηγορούμενο 2 να παραμένει εντός του οχήματος, όταν ο Κατηγορούμενος 1 μετέβη στην πατρική του οικία και ούτε καν τον δείχνουν να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο ή να συμμετέχει σε οποιαδήποτε μεταφορά. Η στάση επίσης του Κατηγορούμενου 2 κατά την διάρκεια που ανακόπηκαν, θα πρέπει να συνυπολογιστεί ως προς την πιθανολόγηση της φυγοδικίας αφού ως προκύπτει από το κυανούν 1 και το κυανούν 4, φαίνεται να παραμένει εντός του οχήματος, απόλυτα συνεργάσιμος, χωρίς να δείξει πανικό ή διάθεση διαφυγής ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Επίκληση έγινε και στις προσωπικές του περιστάσεις.  

 

Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 3, ανέφερε πως ούτε και για τον Κατηγορούμενο 3 η μαρτυρία είναι τέτοια που όχι μόνο δεν αποδεικνύει, αλλά δεν δεικνύει σύνδεση του με την παρούσα υπόθεση.  Ως προς την πληροφορία που αναφέρθηκε, αυτή ήταν ικανή στο στάδιο που ζητείτο η κράτηση του Κατηγορούμενου 3 για σκοπούς διερεύνησης, όχι όμως σε αυτό το στάδιο όπου απαιτείται μαρτυρία. Παρέπεμψε στο κυανούν 69  στο οποίο ο Κατηγορούμενος 3 φέρεται να συνδέεται με το βαν όχημα, αποδίδοντας του ότι είναι το πρόσωπο που το ενοικίασε, σε αντιδιαστολή με το Τεκμήριο Γ, που αποτελεί ημερολόγιο ενεργείας ως προς την επικοινωνία που είχε η Αστυνομία με τον ιδιοκτήτη  της εταιρείας απ’ όπου φαίνεται να ενοικιάστηκε το βαν όχημα, ο οποίος φέρεται να ανέφερε πως η κράτηση έγινε διαδικτυακά. Ως προς την αναφορά ότι ο  εν λόγω ιδιοκτήτης, αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 3, τον οποίο γνωρίζει, όταν το παρέδωσε πίσω στις 13.02.2026, αναφέρθηκε πως το πώς το εν λόγω πρόσωπο φέρεται να γνωρίζει τον Α.Σ. που κατονομάζει  δεν είναι γνωστό και καμιά μαρτυρία υπάρχει ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο Κατηγορούμενος 3. Επίσης, με βάση το κυανούν 69 και σε ό,τι αφορά τα μηνύματα που υποστηρίζεται πως ανταλλάχθηκαν, καμιά μαρτυρία υπάρχει ότι ο τηλεφωνικός αριθμός που φέρεται να αποδίδεται πως ανήκει στον Κατηγορούμενο 3, πράγματι του ανήκει. Το δε περιεχόμενο των μηνυμάτων, δεν δεικνύει τίποτα και οι αναφορές σε «κιλό» και άλλες εκφράσεις που ως επεξηγείται στο εν λόγω έγγραφο παραπέμπουν σε όρους που χρησιμοποιούνται στην αγορά ναρκωτικών, δεν έχουν ούτε ημερομηνία αποστολής, ούτε και πώς σχετίζονται με την παρούσα. Το φρόνιμα ή η σκέψη δεν είναι ποινικό αδίκημα ανέφερε ο κ. Χρίστου, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως είναι ο Κατηγορούμενος 3 που απέστειλε τα συγκεκριμένα μηνύματα.  Περιπλέον,  ο Κατηγορούμενος 3 φέρεται με βάση τις αναφορές της κατηγορούσας αρχής να παραλαμβάνει και να οδηγεί το βαν, ενώ καμιά μαρτυρία υπάρχει, όπως μαρτυρία δεν υπάρχει για την υποτιθέμενη συνεργασία του με τον Κατηγορούμενο 1. Εν πάση περιπτώσει, η όποια πληροφορία επικαλέστηκε η κατηγορούσα αρχή, δεν μετουσιώθηκε σε μαρτυρία. Συνελήφθη αρκετές ημέρες αργότερα απ’ ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και με δεδομένο το ότι τους αποδίδεται πως όλοι μαζί συμμετείχαν ως μέλη σε εγκληματική οργάνωση, τίποτε δεν έπραξε ο Κατηγορούμενος 3 στο μεταξύ που να δείχνει διάθεση διαφυγής και φυγοδικίας του έχοντας λογικά ενημερωθεί, ως ο ρόλος που του αποδίδεται, για την σύλληψη των πρώτων. Ανακόπηκε από την Αστυνομία και δεν αντέδρασε, γεγονός που δεικνύει πως καμιά γνώση είχε για την υπόθεση και ότι αναζητείτο. Επίσης, από κανένα ΚΚΒΠ αναγνωρίστηκε και εάν αναγνωρίστηκε σε κάποια, δεν υπάρχει μαρτυρία από που προκύπτει αυτή η αναγνώριση.


Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 4, ανέφερε πως ξενίζει  ο τρόπος με τον οποίο η κατηγορούσα αρχή έχει χειριστεί την παρούσα αφού αναφέρθηκε σε πληροφορίες ωσάν να βρισκόμαστε στο στάδιο κράτησης ενός υπόπτου. Αντ΄ αυτού, οι εν λόγω πληροφορίες δεν έχουν καμιά σχέση με μαρτυρία και το Δικαστήριο, δεν θα πρέπει να τις λάβει υπόψη. Σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν τα ναρκωτικά, καμιά προκαταρκτική εργαστηριακή έκθεση του χημείου υπάρχει που να δεικνύει τι αυτές οι ουσίες ήταν. Ο Κατηγορούμενος 4 συνελήφθη 15 ημέρες μετά που συνελήφθησαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και αυτό και μόνο, καταδεικνύει ότι δεν συνδέεται, καθότι εάν είχε τάσεις  φυγοδικίας ή αν πίστευε ότι εμπλέκεται θα μπορούσε να φύγει.

 

Από το μαρτυρικό υλικό που κατατέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος, το όνομα του Κατηγορούμενου 4, εντοπίζεται σε δύο μαρτυρίες, μια ότι όχημα που ανήκει στην μητέρα του Κατηγορούμενου 4 ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία του Κατηγορούμενου 1, χωρίς ωστόσο στην εν λόγω κατάθεση να αναφέρεται ότι το πρόσωπο του αναγνωρίστηκε. Στην ίδια κατάθεση, ελλείπει οποιανδήποτε αναφορά έστω για πεποίθηση ή υποψία ότι προηγήθηκε αγοραπωλησία. Θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο 4, επειδή είχε εξώδικες καταγγελίες στο όνομα του (Κυανούν 14). Η άλλη έγκειται στο κυανούν 69 όπου αναφέρθηκε πως ο αριθμός κινητού τηλεφώνου του, απεστάλη από τον Κατηγορούμενο 1 σε άγνωστο πρόσωπο, προκειμένου να παραληφθούν ναρκωτικά.   

 

Τα ΚΚΒΠ από τα οποία η κατηγορούσα αρχή επιδιώκει να συνδέσει τον Κατηγορούμενο 4, δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο ώστε το τελευταίο να αποκομίσει ιδία αντίληψη και ό,τι προσκομίστηκε είναι το ημερολόγιο ενεργείας του αστυφύλακα που τα επιθεώρησε ως προς το τι ο ίδιος αντελήφθη από την επιθεώρηση τους. Ακόμη όμως και από αυτό, καμιά σύνδεση των πλάνων υπάρχει με τον Κατηγορούμενο 4, αφού για το πλάνο που υποτίθεται τον τοποθετεί έξω από το σπίτι του Κατηγορούμενου 1, αναφορά γίνεται σε «νεαρό πρόσωπο», χωρίς να έχει αναγνωριστεί ο τελευταίος. Στα δε μηνύματα που τον φέρουν να εμπλέκεται, η αναφορά στο κινητό τηλέφωνο του δεν καταδεικνύει τίποτε, ακόμη και στο απόγειο της, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έγινε συναλλαγή, ή ακόμη και εάν έγινε τι αφορούσε, εάν αφορούσε την παρούσα ή οτιδήποτε άλλο και μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν από το περιεχόμενο της επικοινωνίας. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την κατηγορία της συνομωσίας, ελλείπει μαρτυρία για το συστατικό στοιχείο της συμφωνίας ή περιστατικά που να καταδεικνύουν αυτήν, όπως και στην κατηγορία της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση. Αναφορικά με τις κατηγορίες 48 καμιά μαρτυρία υπάρχει που να εμπλέκει τον Κατηγορούμενο 4 με οποιοδήποτε αντικείμενο εντοπίστηκε στην αποθήκη του Κατηγορούμενου 1 και διερωτήθηκε πως η κατηγορούσα αρχή τον έχει διαχωρίσει από τα όπλα, τα οποία εντοπίστηκαν επίσης στην μια αποθήκη.  Οι  κατηγορίες που αντιμετωπίζει μόνος, δεν αναφέρουν καν ποια ποσότητα υποτίθεται προμηθεύτηκε και η συμπερίληψη τους, έγκειται σε συνειρμούς και όχι μαρτυρία. 

 

Τα πιο πάνω, αποτελούν τις θέσεις των δύο πλευρών στον βαθμό που μπορούσαν να συνοψιστούν. Το σύνολο των θέσεων τους, έχει καταγραφεί στα πρακτικά, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη συνολικά, χωρίς να κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί κάθε τι που λέχθηκε.

 

Προτού αναφέρω οτιδήποτε άλλο, σημειώνω πως σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 157  του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση ενός κατηγορούμενου αντί της απόλυσης του επί εγγυήσει.  Όπως δε λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 74/23, ημερ 10.5.23 αλλά και στην Κ.Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν Εφ. 114/23, ημερ. 22.6.23, ECLI:CY:AD:2023:B223, οι αρχές αναφορικά με το θέμα κράτησης είναι παγιωμένες και χιλιοειπωμένες.  Αρκούμε επομένως να αναφέρω πως η κράτηση ή μη ενός υποδίκου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πως αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση υπό όρους και πως η διαταγή για κράτηση αποτελεί μέτρο κατ’ εξαίρεση [1].

 

Όπως επεξηγήθηκε από το Εφετείο στη Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., Ποιν. Εφ. 145/23, ημερ. 21.7.23, οι εν λόγω αρχές πηγάζουν από το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας που κατοχυρώνουν τα άρθρα 11.1 του Συντάγματος και 5.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης συνιστά επίσης απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 12.4 του Συντάγματος[2]. Στην ίδια υπόθεση, Γ.Ν. (ανωτέρω), λέχθηκε επίσης με αναφορά στην Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, πως το τεκμήριο της αθωότητας επιτάσσει το ενδεχόμενο κράτησης να εξετάζεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα και προσοχή βάσει των καθιερωμένων νομολογιακών αρχών.  

 

Από αυτές δε τις νομολογιακές αρχές, προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό, του αν δηλαδή θα παραμείνει ή όχι υπό κράτηση ένας Κατηγορούμενος, εξετάζεται με αναφορά σε τρεις ουσιώδεις παράγοντες, που είναι (α) ο κίνδυνος μη προσέλευσής στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο, (β) η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων[3]. Πρόκειται για τρεις αυτοτελείς κινδύνους οι οποίοι δεν απαιτείται να συντρέχουν. Έκαστος εξ αυτών δύναται να δικαιολογήσει την κράτηση[4].

 

Ως ήδη λέχθηκε, το αίτημα στην προκειμένη περίπτωση στηρίζεται επί του κινδύνου φυγοδικίας.

 

Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων, σοβαρότητας αδικήματος, πιθανότητας καταδίκης και ενδεχομένου αυστηρής τιμωρίας, λαμβανομένων, όμως, σοβαρώς υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Σιακαλλή v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Παρασκευά v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130 και Τουμάζου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)).

 

Στην προκειμένη, τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν όλοι οι Κατηγορούμενοι, είτε από κοινού, είτε ξεχωριστά, είναι αναμφίβολα σοβαρά. Ιδιάζουσας σοβαρότητας, είναι τα αδικήματα που από κοινού αντιμετωπίζουν και αφορούν τις κατηγορίες 1-8, σοβαρότητα η οποία προκύπτει κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών τάξεως Α και Β, που είναι τα σοβαρότερα (από απόψεως προβλεπόμενης ποινής), προβλέπεται σε περίπτωση καταδίκης, μέχρι και δια βίου φυλάκιση. Σε σχέση με τα λοιπά αδικήματα, οι προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, κυμαίνονται από 5 μέχρι και 14 έτη φυλάκισης.

 

Στρεφόμενη στην πιθανότητα καταδίκης, σημειώνω πως σε αυτό το πλαίσιο, εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης[5], εφόσον δεν αποφασίζεται στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του Κατηγορουμένου. Το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης με άλλα λόγια, δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων.  Ό,τι αποφασίζεται είναι αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (βλ. και B.T.T. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 111/2023, ημερ. 23.6.23, ECLI:CY:AD:2023:B225).

 

Για σκοπούς της παρούσας έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται στις καταθέσεις, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση του. Από την όψη του εν λόγω μαρτυρικού υλικού προκύπτει πως η σύνδεση ενός εκάστου εκ των Κατηγορούμενων, (συμφώνως προς τα αδικήματα που τόσο σε κάθε ένα ξεχωριστά, αλλά και από κοινού με τους υπόλοιπους, προσάπτονται) προκύπτει μέσα από περιστατική μαρτυρία, η οποία εξασφαλίστηκε στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης.  

 

Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 1, τα ανευρεθέντα ναρκωτικά, όπλα, σφαίρες, αυτοσχέδιες βόμβες και χρήματα στις αποθήκες της πατρικής οικίας του, όταν ανακόπηκε για έλεγχο, σε συνδυασμό με την φερόμενη προφορικά ομολογία του (βλ. Κυανούν 71) ότι κατά τους τελευταίους 8 μήνες φυλάει και διακινεί ναρκωτικά για λογαριασμό συγκεκριμένου προσώπου έναντι αμοιβής, πιθανολογούν από μόνα τους καταδίκη. Το ίδιο ισχύει και για το λοιπό μαρτυρικό υλικό, το οποίο αξιολογούμενο στην όψη του ενισχύει την πιο πάνω πεποίθηση.

 

Σε ό,τι αφορά τον  Κατηγορούμενο 2, σημειώνω πως σε ό,τι αφορά τις ποσότητες ναρκωτικών που πραγματεύονται οι κατηγορίες 14 και 15 (27 γραμμάρια κάνναβης και 9 γραμμάρια κοκαΐνης), αυτές φέρονται να εντοπίστηκαν στην κατοχή του και ο ίδιος να παραδέχθηκε προφορικά πως του ανήκουν. Σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες που τον αφορούν, τόσο οι επίδικες ποσότητες ναρκωτικών, όσο και τα όπλα, αλλά και το χρηματικό ποσό, οι σφαίρες κ.α., εντοπίστηκαν μεν σε χώρους της πατρικής οικίας του Κατηγορούμενου 1, τις οποίες ο τελευταίος, φέρεται να παραδέχθηκε πως του ανήκουν, πλην όμως το γενετικό του υλικό, φαίνεται να σχετίζεται με «πιστόλι» (Κυανούν 40), το οποίο εντοπίστηκε στον ίδιο χώρο που εντοπίστηκαν και τα υπόλοιπα αντικείμενα και ναρκωτικά, παρότι ο Κατηγορούμενος 2 αποσυνέδεσε τον εαυτό του με τον συγκεκριμένο χώρο, δηλώνοντας άγνοια στην γραπτή δήλωση που παρέδωσε στην Αστυνομία (Κυανούν 16), ως προς το τι περιέχετο σε αυτές. Σημειωτέον ότι, ως προκύπτει από το Κυανούν 70, το πιστόλι, εντοπίστηκε μαζί με τις σφαίρες που παραλήφθηκαν, στην ίδια τσάντα. Περαιτέρω, φαίνεται να έχει δηλώσει σε μεταγενέστερη ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε πως η μόνη σχέση που έχει με τον Κατηγορούμενο 1, είναι ότι ο τελευταίος είναι ο σύζυγος της αδελφής του (Κυανούν 67).

 

Υπάρχει περαιτέρω μαρτυρία που φέρει τον Κατηγορούμενο 1, να συνομιλεί με άγνωστο πρόσωπο το οποίο φέρεται να του ζητά ναρκωτικά, (με βάση την επεξήγηση και ερμηνεία που δίδει μέλος της ΥΚΑΝ ως προς το περιεχόμενο συγκεκριμένων μηνυμάτων), τα οποία φέρονται να προωθήθηκαν μέσω προσώπου («του μιτσή»), του οποίου ο τηλεφωνικός αριθμός δίδεται στο άγνωστο αυτό πρόσωπο προκειμένου να επικοινωνήσει μαζί του, αριθμός ο οποίος φέρεται να ανήκει στον Κατηγορούμενο 2. Το ότι ο συγκεκριμένος τηλεφωνικός αριθμός ανήκει στον Κατηγορούμενο 2, προκύπτει από τα όσα ο Κατηγορούμενος 1 φέρεται να ανέφερε ανακρινόμενος προφορικά (Κυανούν 71).

 

Παρόμοιου είδους συνομιλία, ακολουθεί, η οποία φέρει τον Κατηγορούμενο 1 να δίδει τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου 2 σε άγνωστο πρόσωπο, το οποίο ζητά από τον πρώτο να του δώσει κάποιο τηλεφωνικό αριθμό για να «μας», φέρουν μετρητά (“cash”) χωρίς ωστόσο να φαίνεται ή να προκύπτει μέσα από το Κυανούν 69, το πότε χρονικά ή και πότε ακριβώς οι πιο πάνω (μεταξύ άλλων) συνομιλιών έλαβαν χώρα. Παρόλα αυτά, οι πιο πάνω συνομιλίες φαίνεται να εξήχθησαν από τα κινητά του Κατηγορούμενου 1 και του Κατηγορούμενου 2, τα οποία είχαν κατασχεθεί ως τεκμήρια.   

 

Σημειώνω επιπρόσθετα ότι η διερεύνηση της υπόθεσης φαίνεται να προέκυψε από πληροφορία που λήφθηκε στην ΥΚΑΝ στην οποία αναφέρετο ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ασχολούνται με την εμπορία και διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών κάνναβης και κοκαΐνης, τα οποία φυλάττονται στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1  και κάποιες στην οικία του Κατηγορούμενου 2 (Κυανά 4 και 5).  Η εν λόγω πληροφορία, τουλάχιστον σε σχέση με την ύπαρξη μεγάλων ποσοτήτων κάνναβης και κοκαΐνης στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1, επιβεβαιώθηκε από τα όσα ακολούθησαν στις 19.02.2026.

 

Σημειωτέων ωστόσο ότι, στην οικία του Κατηγορούμενου 2, φαίνεται να ήταν αποθηκευμένες οι 11.340 κροτίδες που μαζί φέρονται να φόρτωσαν στο όχημα του Κατηγορούμενου 1. Από δε, πλάνα ΚΚΒΠ που παραλήφθηκαν από την πατρική οικία του Κατηγορούμενου 2, φέρεται να τοποθετείται εκεί ο Κατηγορούμενος 1 σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, μεταξύ των οποίων και η 13.02.2026, ημερομηνίες που με βάση την μαρτυρία, φέρεται να εκφορτώθηκαν ναρκωτικά και να φορτώθηκαν στην αποθήκη, από τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 και πρόσωπο που καταζητείται και είχε επίσης ανακοπεί στις 19.02.2026 από την ΥΚΑΝ ως παρευρισκόμενος και εκείνος έξω από την πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1, χώρο στον οποίο, εντοπίστηκε ποσότητα ναρκωτικών, πέραν των 100 κιλών που η πληροφορία ανέφερε.

 

Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, επιπροσθέτως της τελευταίας αυτής αναφοράς η οποία αφορά και τον ίδιο, σημειώνω πως υπάρχει περαιτέρω μαρτυρία η οποία τον φέρει ως το πρόσωπο που παρέδωσε πίσω στην εταιρεία απ’ όπου ενοικιάστηκε, το  όχημα το οποίο φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε για μεταφορά μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, σε χρόνο πριν από την λήξη ενοικίασης της. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο προέβη σε αναφορά ότι δεν επιθυμεί να δώσει κατάθεση και ότι τα όσα πιο πάνω αναφέρονται, είναι μεταφορά των λεχθέντων του συγκεκριμένου προσώπου από αστυφύλακα που φέρεται να επικοινώνησε μαζί του (Έγγραφο Γ). Δεν πρόκειται ωστόσο για την μοναδική μαρτυρία που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο 3 στην υπόθεση. Η συνομιλία επίσης που εξήχθη από τα κινητά τηλέφωνα που εξετάστηκαν, μεταξύ των οποίων και η συσκευή τηλεφώνου του Κατηγορούμενου 1, απ’ όπου και εξήχθησαν δεδομένα, φέρει και τον Κατηγορούμενο 3 να εμπλέκεται σε συνομιλία η οποία παραπέμπει σε παράδοση και παραλαβή από τον Κατηγορούμενο 1 ποσότητας ναρκωτικών ουσιών με σκοπό να δοθούν σε άλλο πρόσωπο, χρησιμοποιώντας φράσεις που παραπέμπουν σε ποσότητες μεγάλες, (όπως «μισόκιλο») αλλά και σε μεταξύ τους συνεργασία. Παραθέτω ενδεικτικά το πιο κάτω μήνυμα το οποίο φέρεται να αποστάλθηκε από τον Κατηγορούμενο 3 προς τον Κατηγορούμενο 1: “bro jinto banana exoumento akoma?exo ena pou theli calli je ishen xanapiai je rota me an exoume je ti timi pasto misokilo”. Οι φράσεις “banana” και “calli”, με βάση την επεξήγηση που δίδεται από τον Αστ. 2468 στο Κυανούν 69 χρησιμοποιούνται στην αγορά των ναρκωτικών και αφορούν συγκεκριμένη ποικιλία ναρκωτικών.

 

Το ίδιο ισχύει εν πολλοίς και για τον Κατηγορούμενο 4, η εμπλοκή του οποίου φαίνεται να προκύπτει από το περιεχόμενο των δεδομένων που εξήχθησαν από τα κινητά τηλέφωνα που παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, όχι ως φερόμενο ενεργό συνομιλητή με βάση την μέχρι τώρα, προσκομισθείσα μαρτυρία, αλλά ως πρόσωπο του οποίου επίσης ο Κατηγορούμενος 1 δίδει τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του, σε πρόσωπο άγνωστο, για σκοπούς, παράδοσης και παραλαβής ποσότητας ναρκωτικών. Περιπλέον τούτου, όχημα που ανήκει σε συγγενικό του πρόσωπο, φέρεται να σταθμεύει έξω από την οικία του Κατηγορούμενου 1 στις 18.02.2026, να του παραδίδεται συσκευασία όμοια με αυτές που εντοπίστηκαν στις 19.02.2026 από την αποθήκη της οικίας του Κατηγορούμενου 1, να παραλαμβάνει και να παραδίδει χρήματα στον Κατηγορορούμενο 1. Το πιο πάνω πρόσωπο, κατονομάζεται από τον Αστ. 2468 ως «νεαρό πρόσωπο» και δεν φαίνεται να έχει ταυτοποιηθεί ως ο Κατηγορούμενος 4. Οι αριθμοί ωστόσο εγγραφής του συγκεκριμένου οχήματος, φαίνεται να ανήκουν σε συγγενικό του πρόσωπο και το συγκεκριμένο όχημα να χρησιμοποιήθηκε ξανά από τον Κατηγορούμενο 4, αφού γι’ αυτό, υπήρχαν εξώδικες καταγγελίες εναντίον του. Η όλη δε σχέση του με τον Κατηγορούμενο 1, επιβεβαιώνεται από τον ίδιο καίτοι φέρεται να αναφέρει πως είναι απλά φιλική.

 

Το περιεχόμενο της συνομιλίας που προηγήθηκε στις 18.02.2026 μεταξύ Κατηγορούμενου 1 και άγνωστου προσώπου, κατά την διάρκεια της οποίας φαίνεται να δίδεται στο άγνωστο αυτό πρόσωπο ο τηλεφωνικός αριθμός του Κατηγορούμενου 4 για να έρθουν σε επαφή, να του παραδοθεί «1 κιλό», φέρεται να επετεύχθη, με τον Κατηγορούμενο 1 να επιβεβαιώνει στο πρόσωπο αυτό, πως το πιο πάνω κιλό παραλήφθηκε και φυλάχθηκε. Την ίδια ημέρα, μετά την πιο πάνω συνομιλία, προκύπτει να φαίνεται από πλάνα ΚΚΒΠ της πατρικής οικίας του Κατηγορούμενου 1, το νεαρό πρόσωπο, να βρίσκεται εντός του οχήματος του συγγενικού προσώπου του Κατηγορούμενου 4 και να συνομιλεί με τον Κατηγορούμενο 1, να παραδίδονται εκατέρωθεν συσκευασία και χρήματα και μετά την αποχώρηση του νεαρού αυτού προσώπου, ο Κατηγορούμενος 1 να μεταφέρει στην αποθήκη συσκευασία και συγκεκριμένα πράσινο σακούλι, όμοια με αυτήν που εντοπίστηκε κατά την έρευνα της 19.02.2026 και περιείχε, περί το ένα κιλό ναρκωτικά.

 

Σημειώνω σε αυτό το σημείο, ότι οι αναφορές σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 4 περί παράδοσης ποσότητας ναρκωτικών στην Λεμεσό, δεν εντοπίζω να υποστηρίζονται από μαρτυρία στις δέσμες μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκαν, πλην όμως τούτο το επισημαίνω για χάριν πληρότητας της εξέτασης του μαρτυρικού υλικού στο σύνολο του. Ομοίως, δεν λαμβάνω υπόψη μου την αναφορά της κατηγορούσας αρχής ότι ο Κατηγορούμενος 3 μετέβη προσωπικά στις εγκαταστάσεις εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων και ενοικίασε συγκεκριμένο βαν όχημα καθότι ούτε αυτή, φαίνεται να υποστηρίζονται από μαρτυρία.

 

Λαμβάνοντας συνεπώς, τα πιο πάνω υπόψη, από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για να στηρίξει το αίτημα ως περιγράφεται συνοπτικά πιο πάνω (εν τω σύνολο της και όχι κατ’ απομόνωση), κρίνω πως μέσα από αυτήν στοιχειοθετείτε, στο βαθμό που επί του παρόντος απαιτείται, πιθανότητα καταδίκης, όλων των Κατηγορουμένων, περιλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου 1, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, είτε από κοινού, είτε ο κάθε ένας ξεχωριστά, χωρίς ωστόσο τούτο να σημαίνει πως για κάθε αδίκημα, ο βαθμός της είναι ο ίδιος, πλην σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 1, που η πιθανότητα αυτή κρίνω πως είναι πιο ισχυρή, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία στην όψη της, στον ίδιο βαθμό σε όλες ανεξαιρέτως τις κατηγορίες, εν αντιθέσει με τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4.

 

Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4, τέτοια πιθανότητα  φρονώ πως υφίσταται από κοινού, σε μεγαλύτερο βαθμό, σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 2 και 3 και σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 ειδικότερα, και στην κατηγορία 9, 14 και 15. Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 3, περιπλέον των πιο πάνω κατηγοριών, το ίδιο ισχύει και για την κατηγορία 16.

 

Σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες (1, 4-8, 10, 11, 17 και 18) είμαι της άποψης ότι αναφύεται και για αυτές,  πιθανότητα καταδίκης, με δεδομένο το ότι οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ως συνεργοί, πλην όμως οφείλω να σημειώσω πως αυτή ανακύπτει πιο αποδυναμωμένη απ’ ότι στις υπόλοιπες κατηγορίες, με βάση πάντοτε, το μαρτυρικό υλικό που σε εμένα δόθηκε, στο παρών στάδιο, εξετάζοντας το στην όψη του και μόνο και την δυναμική που παρουσιάζει σε σχέση με τις συγκεκριμένες κατηγορίες.

 

Σε ό,τι αφορά την θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 πως πουθενά στο κυανούν 69 δεν υπάρχουν μηνύματα μεταξύ των Κατηγορουμένων 1 και 2 και επομένως δεν υφίσταται μαρτυρία ως προς το ότι ο τελευταίος, σχετίζεται με τις επίδικες ποσότητες που ανευρέθηκαν στην πατρική οικία του πρώτου (και ό,τι άλλο εκεί εντοπίστηκε και σχετίζεται με τις κατηγορίες 4-8) σημειώνω πως πράγματι, η θέση αυτή είναι ορθή, πλην όμως παραγνωρίζει, την υπόλοιπη περιστατική μαρτυρία, ως πιο πάνω την έχω παραθέσει, η οποία ιδωμένη στο σύνολο της, είναι ικανή να στηρίξει την πιθανότητα καταδίκης, με δεδομένο τον βαθμό που αυτή εξετάζεται επί του παρόντος. Το ίδιο ισχύει και ως προς την έτερη θέση ότι δεν υπάρχουν αποτελέσματα σε σχέση με το πιστόλι, για το οποίο έγινε αναφορά πως ο Κατηγορούμενος φαίνεται να σχετίζεται, από απόψεως γενετικού υλικού. Το κατά πόσο το εν λόγω αντικείμενο είναι πράγματι καταρχάς πυροβόλο όπλο και το ποια βαρύτητα από απόψεως αποδεικτικής αξίας, έχει η φράση «σχετίζεται» (ο Κατηγορούμενος 2 με πιστόλι που κατασχέθηκε από την αποθήκη στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1) που καταγράφεται στην προκαταρκτική εξέταση, είναι ζητήματα που άπτονται της κυρίως δίκης που θα ακολουθήσει και όχι του παρόντος σταδίου. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τα εγειρόμενα ζητήματα από μέρους των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 3 και 4.

 

Με δεδομένη λοιπόν την κατάληξη μου περί ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης, υπό το πλαίσιο που πιο πάνω έχω εξηγήσει, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει προσκομιστεί και έχει εξεταστεί εξ όψεως και λαμβανομένης υπόψη και της σχετικής νομολογίας, οι ποινές οι οποίες είναι δυνατόν να επιβληθούν στους Κατηγορούμενους σε περίπτωση καταδίκης τους, αναμένεται να είναι αυστηρές, μη αποκλειομένης της επιβολής πολυετών ποινών φυλάκισης, με δεδομένη την σοβαρότητα που συνθέτει και περιβάλλει την υπό κρίση υπόθεση για κάθε ένα από τα αδικήματα που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν.  

 

Το ζήτημα ωστόσο δεν τελειώνει εδώ. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά στα αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στο ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής τιμωρίας, χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα. Το εγχείρημα συνίσταται λοιπόν και στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ένας Κατηγορούμενος, λαμβανομένων υπόψη υποκειμενικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων και των δεσμών του με τη χώρα όπου διώκεται.

 

Στη Β.Τ.Τ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 111/23, 23.6.23, ECLI:CY:AD:2023:B225, εξηγήθηκε πως η σημασία της ύπαρξης δεσμών με τη χώρα στην οποία διώκεται ένας Κατηγορούμενος, έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν, ωστόσο, ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του ((Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.ά. (2008) 2 Α.Α.Δ. 319 και Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 450, Χαμντ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 165/21, ημερομηνίας 27/10/2021), ECLI:CY:AD:2021:B485.

 

Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί πως ο γεγονός ότι κάποιος είναι Κύπριος ή διαμένει στην Κύπρο, έχοντας εδώ το κέντρο των οικονομικών και οικογενειακών του δραστηριοτήτων λαμβάνεται μεν υπόψιν αλλά δεν σημαίνει πως αφήνεται άνευ ετέρου ελεύθερος. Ούτε η οικονομική δυνατότητα ενός ατόμου, για παροχή εγγυήσεων, επενεργεί απαρέγκλιτα ως ασπίδα για την υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ώστε να αποδυναμώνεται ο κίνδυνος φυγοδικίας (βλ. Βύρωνος ν. Αστυνομίας (2002) 2 А.А.Δ. 454, Memіс к.κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 81/19 κ.α., ημερ. 16.7.19, ECLI:CY:AD:2019:B314, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, Ποιν. Έφ. Ε151/19, ημερ. 13.8.19, Τζιοβάννη κ.α ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 252/23, ημερ. 18/01/2024, Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 1/24, ημερ. 2/2/2024).

 

Ως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, Γενικός Εισαγγελέας vCorneci, Ποιν. Έφ. 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026:

 

«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:

 

«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ[6] (ανωτέρω):

 

«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»

 

Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»

 

Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνω υπόψη όλα όσα τέθηκαν υπόψη μου σχετικά με όλους τους Κατηγορούμενους, σε σχέση με τις προσωπικές τους περιστάσεις, περιλαμβανομένου του ότι πρόκειται εν πρώτοις για Κύπριους πολίτες, οι οποίοι διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με την Δημοκρατία. Περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι επιφορτισμένος με την φροντίδα της μητέρας του, η οποία κατέστη ανίκανη κινητικά κατά 100% και αντιμετωπίζει επίσης καρκίνο επιθετικής μορφής. Την φροντίδα της είχε και ο πατέρας του ο οποίος απεβίωσε στις 8.10.2025. Υπάρχουν και άλλα αδέλφια μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία διαμένουν με τις οικογένειες τους, πλην όμως ο ίδιος ορίστηκε ως προστάτης οικογενείας από τις υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας, είναι 25 ετών και είναι ελεύθερος.  Ο δε Κατηγορούμενος 3 είναι ηλικίας 26 ετών, διέμενε προ της σύλληψης του μόνος του και εργαζόταν. Οι γονείς του διαμένουν στην Λεμεσό και έχει άλλα 9 αδέλφια. Ο Κατηγορούμενος 4,  είναι πρόσωπο ηλικίας 28 ετών, φυσιοθεραπευτής που διατηρεί την δική του επιχείρηση και εργάζεται καθημερινά εκεί, μαζί με τον συνέταιρο του.  Έχει σπουδάσει στην Κύπρο δεν έχει δεσμούς με οποιανδήποτε άλλη χώρα του εξωτερικού, διαμένει με τους γονείς του, έχει εισοδήματα από την εργασία του και για να ασκεί το επάγγελμα του, χρειάζεται άδεια αφού πρόκειται για θεσμοθετημένο επάγγελμα.  

 

Το ζήτημα εδώ, είναι εάν οι δεσμοί και οι περιστάσεις τους, είναι τέτοιοι που να μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής. Στο πλαίσιο αυτό, τέθηκε από όλους τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων, πέραν των πιο πάνω δεσμών τους, το ζήτημα της πρότερης της σύλληψης τους, συμπεριφοράς, ως δείκτης του κατά πόσο αναδύονται στοιχεία, πρόθεσης φυγοδικίας. Ο παράγων αυτός, λαμβάνεται υπόψη κατά το στάδιο εκτίμησης των υποκειμενικών παραγόντων ενός Κατηγορούμενου (βλ. Ιακωβίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 185/2020, ημερ. 25.11.2020), ECLI:CY:AD:2020:B405.

 

Επί τούτου, ο μεν συνήγορος του Κατηγορούμενου 2, παρέπεμψε στην συμπεριφορά που φαίνεται να επέδειξε ο τελευταίος κατά την ανακοπή του στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου, ως επίσης και του γεγονότος ότι ήταν πλήρως συνεργάσιμος και χωρίς να επιδείξει στοιχεία πανικού. Τα πιο πάνω κατά την άποψη μου, δεν αποδεικνύουν τίποτα λιγότερο και τίποτε περισσότερο από το ότι ο Κατηγορούμενος 2, δεν αντέδρασε στην ανακοπή και μετέπειτα σύλληψη του. Δεν διαβλέπω πώς θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα μη πρόθεσης φυγοδικίας, όταν ουσιαστικά αμέσως μετά την ανακοπή του συνελήφθη.

 

Οι συνήγοροι των Κατηγορούμενων 3 και 4, παρέπεμψαν ουσιαστικά στο ότι οι τελευταίοι, συνελήφθησαν αρκετές ημέρες μετά από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, προβάλλοντας τη θέση ότι εάν ήθελαν να φυγοδικήσουν, είχαν κάθε ευκαιρία να το πράξουν. Ούτε η θέση αυτή μπορεί να με οδηγήσει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα, παρότι αντιλαμβάνομαι ότι τίθεται με δεδομένο το ότι κατά την κατηγορούσα αρχή, όλοι οι Κατηγορούμενοι ήταν συνεργάτες μεταξύ τους και άρα, θα είχαν με κάποιο τρόπο πληροφορηθεί για το τι είχε προηγηθεί σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2, καθότι βασίζεται επί εικασιών και συμπερασμάτων, τα οποία δεν υποστηρίζονται από την μαρτυρία. Καμμιά μαρτυρία υπάρχει που να δεικνύει πως οι Κατηγορούμενοι 3 και 4, είχαν υπόψη τους το ότι η Αστυνομία, διερευνούσε την υπόθεση και σε ό,τι αφορά τους ίδιους. Εκλαμβάνει δε ως δεδομένο ότι γνώριζαν ότι η Αστυνομία τους είχε συνδέσει με την υπόθεση και παρόλα αυτά, δεν επέδειξαν διάθεση διαφυγής.

 

Στην Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει την δίκη του (βλ. και Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 600).  Κίνδυνος υπάρχει, σχεδόν πάντα, όταν ο κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος και είναι εδώ που υπεισέρχεται το κριτήριο της αναλογικότητας και της στάθμισης του ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία, έναντι του δημοσίου συμφέροντος στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη του (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 131/2021, ημερ.1.9.2021). Βεβαίως, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες διάπραξης τους σε κάθε υπόθεση. Οι φερόμενες ως συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην παρούσα, είναι κατά την άποψη μου τόσο σοβαρές, που οι υποκειμενικοί παράγοντες ενός εκάστου εκ των Κατηγορουμένων, να μην μπορούν να υπερφαλαγγίσουν τον κίνδυνο μη προσέλευσης τους στην δίκη τους και η παρουσία τους να μπορεί να διασφαλιστεί, μόνο μέσα από την κράτηση τους.


Η παρούσα, διαφοροποιείται ουσιωδώς κατά την άποψη μου, από τις υποθέσεις Ιακωβίδης (ανωτέρω) και Κουτρούλης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 223/2020, ημερ. 07.01.2021, ECLI:CY:AD:2021:B2 στις οποίες έχω παραπεμφθεί, και στις οποίες η διαταγή του πρωτόδικου δικαστηρίου για κράτηση των εφεσειόντων, οι οποίοι κατηγορούνταν για κατοχή πολύ μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους, ανατράπηκε. Αμφότερες οι διαταγές κράτησης στις πιο πάνω υποθέσεις, ανατράπηκαν υπό τις ιδιάζουσες περιστάσεις που τις περιέβαλαν, έτσι που να μην μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση για σκοπούς της παρούσας.

 

Επομένως, κρίνω το αίτημα για όλους τους πιο πάνω λόγους δικαιολογημένο και ως εκ τούτου διατάσσεται η κράτηση όλων των Κατηγορούμενων μέχρι την επόμενη δικάσιμο.

 

Επαναλαμβάνω και σημειώνω ότι, ο Κατηγορούμενος 1 επιφύλαξε το δικαίωμα του να εγείρει ένσταση, εάν τούτη θα είναι η απόφαση του, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στο οποίο έχει παραπεμφθεί.

 

Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής των Κατηγορουμένων, προκειμένου να προσαχθούν και παρουσιαστούν ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στις 23.04.2026 και ώρα 09:00, που ορίστηκε η υπόθεση.

 

 

(Υπ.) ……..………………………………

Ε. K. Μιντή, Ε.Δ.



[1] Βλ. μεταξύ άλλων Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48.

[2] Βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 596.

[3]Βλ. μεταξύ άλλων Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

[4] βλ. μεταξύ άλλων, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 70, Κ.Κ. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

 

[5] βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 54 και Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 337.

[6] βλ. Νικολάου v. Αστυνομίας(2008) 2 Α.Α.Δ. 790.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο