Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΣΚ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 639/26, 4/5/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΣΚ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 639/26, 4/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: E. Κ. Mιντή, Ε.Δ.                                                       Αρ. Υπόθεσης: 639/26

 

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας

 

v.

 

1.    ΣΚ.

2.    Ε.Κ.

Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 04.05.2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Κατηγορούσα Αρχή:  κα Χατζηγεωργίου για Γενικό Εισαγγελέα

Για Κατηγορούμενο 1:  κ. Κορομίας

Κατηγορούμενος 1 παρών

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αίτημα κράτησης σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1)

 

Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, παραπέμφθηκε στις 30.04.2026 σε δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, το οποίο θα συνεδριάσει στις 10.07.2026, ενόψει του ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, δεν δικάζονται συνοπτικώς. Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει από κοινού με την Κατηγορούμενη 2, τρείς συνολικά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν:

 

1.    Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 29 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1)

2.    Εμπρησμός μηχανοκίνητου οχήματος, κατά παράβαση των άρθρων 315(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2)

3.    Κακόβουλη βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 324(1) και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 3)

 

Ό,τι του αποδίδεται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των ως άνω αδικημάτων είναι ότι, μαζί με την Κατηγορούμενη 2, κατά τις 24.04.2026, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα του εμπρησμού (κατηγορία 1), ότι διέπραξαν πράγματι το αδίκημα του εμπρησμού, θέτοντας παράνομα φωτιά στο όχημα με τους αριθμούς εγγραφής και χαρακτηριστικά που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 και 3, το οποίο ανήκει στην εταιρεία ΕS AUTOPLEX RENTALS LTD, ως επίσης ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά άγνωστης αξίας στο ίδιο όχημα, περιουσία της ίδιας εταιρείας.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή, προς εξασφάλιση της παρουσίας αμφότερων των Κατηγορούμενων, ζήτησε την κράτηση τους στηρίζοντας το αίτημα της στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων εάν αφεθούν ελεύθεροι, αίτημα το οποίο προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1. Ο συνήγορος της Κατηγορούμενης 2, επιφύλαξε το δικαίωμα του να ενστεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου όταν η τελευταία θα κληθεί να απαντήσει στο κατηγορητήριο, συνεπώς το Δικαστήριο, αφού ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν λόγοι, διέταξε την κράτηση της τελευταίας, μέχρι τις 10.07.2026 που θα εμφανιστεί στο Κακουργιοδικείο. Στην παρούσα συνεπώς εξετάζονται, οι θέσεις που προέβαλε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 επί του εν λόγω αιτήματος.  

 

Προς υποστήριξη του αιτήματος της, σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, επικαλέστηκε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ως αυτή αναδύεται από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές, ενώ ως προς την πιθανότητα καταδίκης παρέδωσε στο Δικαστήριο δέσμες μαρτυρικού υλικού, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Α και Β, εισηγούμενη πως μέσα από αυτό προκύπτει πιθανότητα καταδίκης παραπέμποντας σε συγκεκριμένα κυανά, αναφέροντας πως σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος καταδικαστεί, επίκειται η επιβολή πολυετούς ποινής φυλάκισης, με δεδομένο ότι για τα σοβαρότερα αδικήματα που αντιμετωπίζει, δηλαδή αυτά του εμπρησμού, η προβλεπόμενη ποινής φυλάκισης, είναι μέχρι και 14 έτη.

 

Σε ό,τι αφορά τον έτερο λόγο κράτησης που αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, εάν ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Γ, αντίγραφα 3 κατηγορητηρίων ποινικών υποθέσεων οι οποίες εκκρεμούν εναντίον του Κατηγορούμενου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το περιεχόμενο των οποίων κατά τη θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, υποδηλοί πως ο κίνδυνος είναι υπαρκτός καθότι αναφύεται ροπή του Κατηγορούμενου στη διάπραξη διαφόρων αδικημάτων, ανάλογης σοβαρότητας με την παρούσα, παρότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Συγκεκριμένα, εκκρεμούν αναφέρθηκε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής οι ακόλουθες υποθέσεις:

 

1.    Ποιν. Υπόθεση με αρ. 310/2026 στην οποία αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες απορρέουσες από δύο διαφορετικά περιστατικά και οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος και κατοχής διαρρηκτικού οργάνου εν καιρώ νυκτός.  Τα εν λόγω αδικήματα, φέρονται να διαπράχθηκαν στις 24.06.2024 και 08.05.2025 και η υπόθεση εκκρεμεί προς εκδίκαση, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αφού το κατηγορητήριο επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο 1, στις 30.04.2026.

 

2.    Ποιν. Υπόθεση με αρ. 64/2026 στην οποία αντιμετωπίζει 1 κατηγορία αφορούσα το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού, εκτός της οικίας ή της αυλής του, το οποίο φέρεται να διαπράχθηκε στις 16.11.2025 και εκκρεμεί προς εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.

 

3.    Ποιν. Υπόθεση με αρ. 478/2025 στην οποία αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες μαζί με άλλο πρόσωπο, αφορούσες τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και της κλοπής από κατοικία, τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν στις 24.03.2025.

 

Από την άλλη, ο συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1, ανέφερε πως σε σχέση με το κατά πόσο αναδύεται από το μαρτυρικό υλικό, πιθανότητα καταδίκης, η μαρτυρία στην οποία στηρίζει το αίτημα της η κατηγορούσα αρχή είναι αδύναμη και στηρίζεται σε εικασίες, ενώ η καταδίκη του είναι απομακρυσμένη. Παραπέμποντας στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 1, ανέφερε πως ήταν με την συμβολή του τελευταίου που διερευνήθηκε η παρούσα με αποτέλεσμα η Αστυνομία να φτάσει στην Κατηγορούμενη 2. Περιπλέον τούτου, ανέφερε σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας, πως δεν υπάρχει στέρεα βάση για εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος και πως το αίτημα υποβάλλεται καταχρηστικά. Με αναφορά στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ανέφερε περαιτέρω πως αυτές είναι τέτοιες, που καθιστούν την πιθανότητα μη εμφάνισης του στην δίκη του ανύπαρκτη. Πρόκειται ως αναφέρθηκε για Κύπριο πολίτη, ο οποίος διαμένει σε χώρο που του παραχωρήθηκε από το γραφείο ευημερίας και πως στην ζωή, έχει μόνο τον πατέρα του ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αναπηρίας.  

 

Σε ό,τι αφορά την επίκληση της πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων, ενόψει των υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον του Κατηγορούμενου, αναφέρθηκε πως σε γι’ αυτές, γνώση έχει λάβει μόλις πρόσφατα και πως πρόκειται για πρόσωπο που δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε καταδίκη. Εισηγήθηκε καταληκτικά πως ενόψει του ότι υπάρχει λογική προσδοκία αθώωσης του Κατηγορούμενου, με βάση την όψη του μαρτυρικού υλικού, αυτός θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους, τους οποίους εναπόθεσε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Τα πιο πάνω αποτελούν συνοπτικά τις θέσεις των δύο πλευρών οι οποίες, έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά, έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, χωρίς να κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν.

 

Προτού αναφέρω οτιδήποτε άλλο, σημειώνω πως σύμφωνα με το άρθρο 48 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση ενός κατηγορούμενου αντί της απόλυσης του επί εγγυήσει.  Όπως δε λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 74/23, ημερ 10.5.23 αλλά και στην Κ.Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν Εφ. 114/23, ημερ. 22.6.23, ECLI:CY:AD:2023:B223, οι αρχές αναφορικά με το θέμα κράτησης είναι παγιωμένες και χιλιοειπωμένες.  Αρκούμε επομένως να αναφέρω πως η κράτηση ή μη ενός υποδίκου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πως αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση υπό όρους και πως η διαταγή για κράτηση αποτελεί μέτρο κατ’ εξαίρεση [1].

 

Όπως δε επεξηγήθηκε από το Εφετείο στη Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., Ποιν. Εφ. 145/23, ημερ. 21.7.23, οι εν λόγω αρχές πηγάζουν από το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας που κατοχυρώνουν τα άρθρα 11.1 του Συντάγματος και 5.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης συνιστά επίσης απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 12.4 του Συντάγματος[2]. Στην ίδια υπόθεση, Γ.Ν. (ανωτέρω), λέχθηκε επίσης με αναφορά στην Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, πως το τεκμήριο της αθωότητας επιτάσσει το ενδεχόμενο κράτησης να εξετάζεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα και προσοχή βάσει των καθιερωμένων νομολογιακών αρχών.  

 

Από αυτές δε τις νομολογιακές αρχές, προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό, του αν δηλαδή θα παραμείνει ή όχι υπό κράτηση ένας κατηγορούμενος, εξετάζεται με αναφορά σε τρεις ουσιώδεις παράγοντες, που είναι (α) ο κίνδυνος μη προσέλευσής στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο, (β) η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων[3]. Πρόκειται για τρεις αυτοτελείς κινδύνους οι οποίοι δεν απαιτείται να συντρέχουν. Έκαστος εξ αυτών δύναται να δικαιολογήσει την κράτηση[4].

 

Στη Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την πρόβλεψη και αποτίμηση των τριών κινδύνων, από τον Νικολάου Δ.:

 

«Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της.

 

Τα στοιχεία που είναι σχετικά συμπεριλαμβάνουν την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση όπως και την εκδήλωση προθέσεων για το μέλλον, την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για παρόμοια αδικήματα σε συνάρτηση με τη φύση τους, την πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ και άλλων αδικημάτων, και την προσπάθεια ή την εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων.

 

Ως ήδη λέχθηκε, το αίτημα στην προκειμένη περίπτωση στηρίζεται επί δύο λόγων. Ο πρώτος, συνίσταται στον κίνδυνο φυγοδικίας.  Όπως δε είναι νομολογημένο, ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων, σοβαρότητας αδικήματος, πιθανότητας καταδίκης και ενδεχομένου αυστηρής τιμωρίας, λαμβανομένων, όμως, σοβαρώς υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Σιακαλλή v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Παρασκευά v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130 και Τουμάζου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)).

 

Στην προκειμένη, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι αναμφίβολα σοβαρά. Αυτό φαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα του εμπρησμού, που είναι το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, η προβλεπόμενη στο άρθρο 315 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ποινή είναι μέχρι και 14 έτη.

 

Στρεφόμενη τώρα στην πιθανότητα καταδίκης, σημειώνω πως σε αυτό το πλαίσιο, εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης[5], εφόσον δεν αποφασίζεται στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης με άλλα λόγια, δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων.  Ό,τι αποφασίζεται είναι αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (βλ. και B.T.T. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 111/2023, ημερ. 23.6.23, ECLI:CY:AD:2023:B225).

 

Για σκοπούς της παρούσας έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται στις καταθέσεις, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση του. Από την όψη του εν λόγω μαρτυρικού υλικού προκύπτει πως η σύνδεση του Κατηγορούμενου με τα αδικήματα που του προσάπτονται, προέκυψε από περιστατική μαρτυρία, η οποία εξασφαλίστηκε στο πλαίσιο διερεύνησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Κυανούν 1, στις 20.04.2026 πρόσωπο τηλεφώνησε στο ΤΑΕ και ανέφερε ότι άντρας έθεσε φωτιά στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής […] το οποίο ενοικιάζετο από φιλικό του πρόσωπο, το οποίο βρισκόταν στην οικία του για επίσκεψη. Κάποια λεπτά προηγουμένως και το πιο πάνω πρόσωπο, είδε το όχημα να φλέγεται και αντιλήφθηκε με βάση την δική του κατάθεση, τον Κατηγορούμενο (Κυανούν 16) να βρίσκεται δίπλα από τον τροχό στην πλευρά του οδηγού και να είναι σκυμμένος προσπαθώντας να κρυφτεί. Κατέβηκε στον δρόμο και είδε τον Κατηγορούμενο να προσπαθεί να διαφύγει και στην προσπάθεια του να τον ακινητοποιήσει, τον τραυμάτισε. Με την άφιξη της Αστυνομίας στο μέρος, εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος πλησίον της σκηνής και πλησίον του οχήματος, κηλίδες με αίματα. Με αίματα, φαίνεται να ήταν και το πρόσωπο του Κατηγορούμενου.

 

Με βάση δε το Κυανούν 11, από εξετάσεις που ακολούθησαν, παραλήφθηκαν από την σκηνή ως τεκμήρια, μεταξύ άλλων, ένα παγούρι εντός του οποίου υπήρχε υγρή ύλη η οποία από προκαταρκτικές εξετάσεις φαίνεται να είναι εύφλεκτη ύλη, καπέλο, κλειδί αυτοκινήτου και κομμάτια πλαστικής σωλήνας στα οποία υπήρχαν  κηλίδες αίματος. Το κλειδί που εντοπίστηκε στην σκηνή, φαίνεται να ανήκει στο όχημα της Α.Μ., η οποία με βάση την δική της κατάθεση (Κυανούν 5), ενοικίασε το όχημα στον Κατηγορούμενο, την προηγούμενη ημέρα. Το καπέλο που παραλήφθηκε από την σκηνή, φαίνεται να είναι όμοιο με αυτό που φέρεται ο Κατηγορούμενος να φορά πριν από τον εμπρησμό, με βάση κλειστά κυκλώματα βιντεοπαρακολούθησης που παραλήφθηκαν κατά την διερεύνηση (Κυανούν 67), από τα οποία επίσης φαίνεται, ο Κατηγορούμενος να ανεφοδιάζει παγούρι με βενζίνη, το οποίο προηγουμένως γυναίκα, που ομοιάζει με την Κατηγορούμενη 2, το τοποθετεί στο αριστερό πισινό λάστιχο του οχήματος που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, όταν τα πιο πάνω πρόσωπα, βρίσκονται σε συγκεκριμένο βενζινάδικο, μερικά λεπτά, πριν να τεθεί φωτιά στο όχημα που πραγματεύονται οι κατηγορίες.  Σημειωτέτον ότι, το εν λόγω παγούρι, φαίνεται με βάση τα ίδια ΚΚΒΠ, να είχε εντοπιστεί από γυναίκα που βρισκόταν μαζί με τον Κατηγορούμενο, στο πρατήριο βενζίνης όπου βρισκόντουσαν.

 

Με βάση την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Κυανούν 29), η Κατηγορούμενη 2 η οποία ήταν η γυναίκα που βρισκόταν μαζί του, είχε μαζί της το παγούρι όταν μετέβη στο όχημα του, το οποίο του ζήτησε όταν μετέβηκαν στο βενζινάδικο για να εφοδιάσουν το όχημα του με βενζίνη, να το γεμίσει με βενζίνη αξίας €1 και του ζήτησε να μεταβούν προς την οικία του Ρ.Ν. χωρίς να του αναφέρει τον λόγο. Με το εν λόγω πρόσωπο, η Κατηγορούμενη 2 τσακωνόταν από το τηλέφωνο κατά την διαδρομή τους και όταν έφτασαν στην οικία του, η τελευταία κατέβηκε κάτω κρατώντας το παγούρι και ο ίδιος έμεινε στο όχημα του αρχικά, αναμένοντας της. Κατόπιν κατέβηκε για να την εντοπίσει, αφού προηγουμένως την άκουσε να τσακώνεται με το πιο πάνω πρόσωπο, οπότε αντιλήφθηκε το όχημα να καίγεται και κατέβηκε για να σβήσει την φωτιά. Μόλις πλησίασε το όχημα, τον είδε ο Ρ.Μ., τον ρώτησε τι κάνει, με τον ίδιο να του απαντά πως παίρνει φωτιά το αυτοκίνητο, ψάχνοντα να βρεί αντικείμενο για να το σβήσει. Τότε, κατέβηκε ο Ρ.Μ., του επιτέθηκε και τον χτύπησε. Για τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν στην σκηνή, προέβαλε τη θέση πως ενδεχομένως να του έπεσαν, καθ’ όσο τον χτυπούσε ο Ρ.Μ. Σημειωτέον ότι, με βάση το Κυανούν 1, το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, είχε εντοπιστεί περί τα 20 μέτρα από την σκηνή, σταθμευμένο σε παράλληλο δρόμο και σε θέση που είχε οπτική επαφή, με το όχημα που φλεγόταν.

 

Λαμβάνοντας συνεπώς, τα πιο πάνω υπόψη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για να στηρίξει το αίτημα ως περιγράφεται συνοπτικά πιο πάνω (εν τω σύνολο της και όχι κατ’ απομόνωση), κρίνω πως μέσα από αυτήν στοιχειοθετείτε, στο βαθμό που επί του παρόντος απαιτείται, η πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες. Με δεδομένη λοιπόν την κατάληξη μου περί ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης στη βάση της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής και λαμβανομένης υπόψη και της σχετικής νομολογίας, οι ποινές οι οποίες είναι δυνατόν να επιβληθούν στον Κατηγορούμενο σε περίπτωση καταδίκης του, ιδιαίτερα όσον αφορά την κατηγορία 2, αναμένεται να είναι αυστηρές, μη αποκλειομένης της επιβολής πολυετούς ποινής φυλάκισης.

 

Το ζήτημα ωστόσο δεν τελειώνει εδώ. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά ,στα αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στο ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής τιμωρίας, χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα. Το εγχείρημα συνίσταται λοιπόν και στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος, λαμβανομένων υπόψη υποκειμενικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων και των δεσμών του με τη χώρα όπου διώκεται.

 

Στη Β.Τ.Τ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 111/23, 23.6.23, ECLI:CY:AD:2023:B225, εξηγήθηκε πως η σημασία της ύπαρξης δεσμών με τη χώρα στην οποία διώκεται ένας Κατηγορούμενος, έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν, ωστόσο, ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του (Θεοχάρους (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.ά. (2008) 2 Α.Α.Δ. 319 και Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 450).

 

Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνω υπόψη όλα όσα τέθηκαν υπόψη μου σχετικά με τον Κατηγορούμενο, ήτοι ότι πρόκειται για Κύπριο πολίτη, άνεργο ο οποίος εξαρτάται από την βοήθεια που λαμβάνει από το γραφείο ευημερίας, όπως και ο πατέρας του, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αναπηρίας. Επίσης, ότι δεν έχει άλλο οικογενειακό υποστηρικτικό πλαίσιο, αφού η μητέρα του απεβίωσε, όταν ο ίδιος ήταν πολύ μικρός και πως διαμένει σε χώρο που του έχει παραχωρηθεί από το γραφείο ευημερίας.  

 

Ως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, Γενικός Εισαγγελέας v. Corneci, Ποιν. Έφ. 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026: 

 

«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATELv. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025: 

 

«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ6 (ανωτέρω): 

 

«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».» 

 

Οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ως πιο πάνω συνοπτικά έχουν σκιαγραφηθεί, είμαι της άποψης πως είναι τέτοιες που καθιστούν το ενδεχόμενο μη προσέλευσης του στην δίκη του απομακρυσμένο και δεν έχω πεισθεί ότι από μόνη την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει (αφού εκεί δόθηκε έμφαση) και του κινδύνου επιβολής αυστηρής ποινής σε περίπτωση καταδίκης, αναδύεται κίνδυνος φυγοδικίας του Κατηγορούμενου. Εξάλλου, εξίσου σοβαρή είναι και η υπόθεση με αρ. 478/2025 που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε που να δεικνύει, πως επιχείρησε να αποφύγει την εκεί δίκη του. Σε σχέση με τις άλλες δύο υποθέσεις που αντιμετωπίζει, δεν δύναμαι να προβώ σε οποιοδήποτε συμπέρασμα με δεδομένο το ότι τα κατηγορητήρια που τις αφορούν, επιδόθηκαν στον Κατηγορούμενο στις 30.04.2026. Επομένως το αίτημα απορρίπτεται επί τούτου του λόγου.

 

Στρεφόμενη στον έτερο λόγο κράτησης του Κατηγορούμενου σημειώνω τα ακόλουθα:

 

Προκειμένου το Δικαστήριο, να καταλήξει σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου ή άλλων αδικημάτων, δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Ό,τι απαιτεί η προληπτική φύση του λόγου αυτού, είναι να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση, με βάση όλα τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη του αιτήματος, ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα.

 

Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά στο μέλλον για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε συμπεράσματα, βασιζόμενο μεταξύ άλλων σε στοιχεία του ποινικού μητρώου του Κατηγορούμενου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε συμπεράσματα συγκεκριμένης ροπής. Τέτοια πιθανολόγηση, δύναται να στοιχειοθετηθεί, πέραν από το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη από υποθέσεις οι οποίες επίκειται να καταχωρηθούν, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους.

 

Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση (βλ. σχετικά  Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 133/2024, ημερ. 11.07.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, Ποιν. Έφεση 84/24, ημερ. 16.04.2024).

 

Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας (Ε.Α.Β.Ο. (ανωτέρω), Παναγή v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 152/24, ημερ. 25.06.2024,  Θεμιστοκλέους (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373).

 

Στην Παναγή (ανωτέρω), ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης.

 

Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων για παράδειγμα η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, Ποιν. Έφεση 269/2024, ημερ. 23.1.2025, Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 96/2025, ημερ. 15.04.2025,  Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, Ποιν. Έφεση 111/2025, ημερ. 29.05.2025, Ignatova v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 286/2025, ημερ. 14.10.2025, G.Α.B. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 258/25 ημερ. 15.10.2025 και Dhiab v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 252/2025, ημερ. 16.10.2025 επικύρωσαν τις πρωτόδικες αποφάσεις για κράτηση λόγω ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, υπό περιστάσεις όπου υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά, εν αντιθέσει (και εν συγκρίσει) με τις περιστάσεις της απόφασης Παναγή, που αναφέρω πιο πάνω.

 

Στρεφόμενη στην εξέταση του παρόντος αιτήματος, σημειώνω πως στην προκειμένη περίπτωση, εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν τρεις διαφορετικές, σοβαρές από άποψη περιεχομένου, υποθέσεις, χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μου ότι κατά τα άλλα, ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη.  Ως δε προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, οι τρεις αυτές εκκρεμούσες υποθέσεις περιλαμβάνουν αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν σε διάφορες περιόδους μεταξύ των προηγούμενων δύο ετών, 2024-2025 για ανάλογης σοβαρότητας αδικήματα, με τα της παρούσας και όλες ανεξαιρέτως αφορούν (μεταξύ άλλων) αδικήματα κατά περιουσίας.

 

Συνυπολογίζοντας συνεπώς όλα τα ανωτέρω, περιλαμβανομένης της σοβαρότητας κάθε υπόθεσης που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, τα χρονικά σημεία διάπραξης των φερόμενων αδικημάτων και τις λεπτομέρειες μιας έκαστης των κατηγοριών,  καταλήγω, χωρίς να παραγνωρίζω το τεκμήριο αθωότητας του Κατηγορουμένου και το λευκό (μέχρι σήμερα) ποινικό του μητρώο,  ότι από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχουν εγγενείς ενδείξεις οι οποίες ευλόγως δημιουργούν την ισχυρή εντύπωση στο Δικαστήριο, περί ενδεχόμενης ροπής του Κατηγορούμενου προς τη διάπραξη περαιτέρω αδικημάτων και ότι ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός, σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος, αφεθεί ελεύθερος.

 

Περί του λευκού ποινικού μητρώου του Κατηγορουμένου, παραπέμπω στην απόφαση G.Α.B. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου εξετάστηκε ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων, παρόλο που ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Ορθά, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι η μη ύπαρξη καταδίκης για οποιοδήποτε αδίκημα δεν εξανεμίζει αφ' εαυτού τον διαπιστωθέν κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων αφού η εκκρεμότητα ποινικών υποθέσεων για παρεμφερή αδικήματα δύναται να ληφθεί υπόψη και να καταστήσει ευλογοφανή τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων και παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2013) 2 Α.Α.Δ. 227 και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 271/20223 ημερομηνίας 24/1/2024».

 

Όσον δε αφορά στο χρόνο που θα διαρρεύσει μέχρι την επόμενη δικάσιμο, σημειώνω πως και αυτό το στοιχείο συνυπολογίστηκε, όμως δεν θεωρώ πως ο χρόνος αυτός είναι τέτοιος που να δικαιολογεί την ανατροπή της κατάληξης μου πως, υπό τις περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να παραμείνει υπό κράτηση.

 

Επομένως κρίνω ότι το αίτημα είναι δικαιολογημένο στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων και ως εκ τούτου διατάσσεται η κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την επόμενη δικάσιμο.

 

Ο Κατηγορούμενος να προσαχθεί και παρουσιαστεί ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στις 10.07.2026 που ορίστηκε η υπόθεση και ώρα 09:00.

 

(Υπ.) ……..………………………………

Ε. K. Μιντή, Ε.Δ.



[1] Βλ. μεταξύ άλλων Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48.

[2] Bλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 596.

[3]Bλ. μεταξύ άλλων Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

[4] βλ. μεταξύ άλλων, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 70, Κ.Κ. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

 

[5] βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 54 και Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 337.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο