Δημοκρατία ν. Θ.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 21014/21, 19/5/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Θ.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 21014/21, 19/5/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:  Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ

                       Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ

                      Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ

 

Αρ. Υπόθεσης: 21014/21

Μεταξύ:

                                                            Δημοκρατία

 

v.

 

Θ.Κ.

  Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα, Δικηγόρος της Δημοκρατίας (για να ακούσει απόφαση η κα Στ. Παπουή)

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Χρίστου και κ. Μ. Καζάκος

Κατηγορούμενος παρών

 

ΠΟΙΝΗ

 

(Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών και ως εκ τούτου υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης.  Το πρωτότυπο της απόφασης που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στον φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη)

 

Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε εννέα κατηγορίες που αφορούν παραβιάσεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2020, Ν.119(Ι)/2000.  Συγκεκριμένα βρέθηκε ένοχος επί τω ότι:

 

1.      Στις 28.11.21 ήλθε σε παράνομη συνουσία διά στοματικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της συμβίας του Ν.Α. με τη συναίνεσή της η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής και φόβου, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

2.      Στις 27.11.21 προκάλεσε παράνομα βαριά σωματική βλάβη στη Ν.Α., δηλαδή της έριξε μια γυάλινη μπουκάλα η οποία την έκοψε βαθιά στο χέρι με αποτέλεσμα να χρειαστεί συρραφές, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Κεφ. 154 (13η κατηγορία).

3.      Στις 11.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή τη χτύπησε με αλουμινένιο σκουπόξυλο στο πόδι και με κάποιο κοντάρι στο χέρι, με αποτέλεσμα να ανοίξει η πληγή που αναφέρεται στη 13η κατηγορία, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 (14η κατηγορία).

4.      Στις 12.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή την κλωτσούσε στα πλευρά της και την πίεζε στο σώμα της με ένα σκαμπό, με αποτέλεσμα να υποστεί μώλωπες και εκδορές, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 (15η κατηγορία).

5.      Στις 12.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή τη χτύπησε με ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο σε διάφορα μέρη του σώματος της και προσπάθησε να την πνίξει, με αποτέλεσμα να υποστεί μώλωπες και εκδορές, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 (16η κατηγορία).

6.      Στις 13.11.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της Ν.Α., δηλαδή τραβώντας την από τα μαλλιά, την έριξε στο πάτωμα και την κλωτσούσε σε όλο της το σώμα, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 (17η κατηγορία).

7.      Στις 12.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α., δηλαδή τραβώντας την από τα μαλλιά της άδειασε ένα μπουκάλι νερού με αποτσίγαρα στο πρόσωπο και την περιέλουσε με νερό και καθαριστικό πατώματος, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4(1)(2)(ιβ) του Νόμου 119(Ι)/2000 (18η κατηγορία).

8.      Στις 12.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α., δηλαδή ούρησε πάνω στο κεφάλι της, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4(1)(2)(ιβ) του Νόμου 119(Ι)/2000 (19η κατηγορία).

9.      Στις 13.11.21 απήγαγε τη Ν.Α. στερώντας την ελευθερία της, με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό της, κατά παράβαση του άρθρου 250 του Κεφ. 154 (20η κατηγορία).

 

Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καταγράφονται στην καταδικαστική απόφαση, από την οποία τα μεταφέρουμε:

 

«Η σχέση της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο ξεκίνησε στις 5.11.21 και η παραπονούμενη ξεκίνησε να διαμένει περιστασιακά στην οικία του Κατηγορούμενου.

 

Το βράδυ της 12.11.21 καβγάδισαν μέσω τηλεφώνου σχετικά με πρόσωπο του παρελθόντος της ΜΚ12 και η ΜΚ12 αποφάσισε να πάει σπίτι του για να συζητήσουν και να τα βρουν.  Μετέβη στο σπίτι του Κατηγορούμενου τα ξημερώματα της 13.11.21 ο οποίος της φώναζε και ήταν αντιδραστικός, οπότε η ΜΚ12 αποφάσισε να φύγει.  Άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε έξω.  Δεν έφθασε όμως μέχρι την καγκελόπορτα και ο Κατηγορούμενος βγήκε και εκείνος έξω από την πόρτα, την τράβηξε από τα μαλλιά, την έσυρε στο πάτωμα μέσα στο σπίτι και ξεκίνησε να την κλωτσά και να τη χτυπά σε όλο της το σώμα, στην κοιλιά, στο στομάχι, στα πόδια και στα χέρια.  Αυτό συνέβαινε ενώ τα παιδιά του (αγόρια, ηλικίας 8 και 11 ετών) κοιμόντουσαν στον καναπέ.  Η ΜΚ12 προσπάθησε να ξεφύγει αλλά ο Κατηγορούμενος κλείδωσε την πόρτα, έβαλε συναγερμό και έπιασε το κινητό της.  Της είπε «απόψε δεν θα πας πουθενά, θα μείνεις εδώ μαζί μου».  Έτσι διανυχτέρευσε στην οικία του και το πρωί της 13.11.21 ο Κατηγορούμενος τη σύστησε στα παιδιά του. 

 

Στις 27.11.21 δημιουργήθηκε από το πρωί ένταση μεταξύ του ζεύγους.  Κατά τις 22:00 ξεκίνησαν να καβγαδίζουν και πάλι με αφορμή κάτι που είδε στο κινητό της.  Της ζήτησε να καλέσει τον συνάδελφο της, ΜΚ2, σε ανοιχτή ακρόαση και να του πει ότι είναι πουτάνα.  Η ΜΚ12 το έπραξε επειδή άρχισε να φοβάται τον Κατηγορούμενο.  Στη συνέχεια της ζήτησε να τηλεφωνήσει σε άλλο πρόσωπο και να του πει να μην την ξαναενοχλήσει, όπως και έπραξε.  Συνέχισε όμως (ο Κατηγορούμενος) να είναι πολύ νευριασμένος και σε κάποιο στάδιο ξεκίνησε να ρίχνει προς το μέρος της ΜΚ12 διάφορα αντικείμενα (τασάκια, αναμμένο αποτσίγαρο, μια μπουκάλα με νερό και αποτσίγαρα την οποία έριξε στο κεφάλι της) και στη συνέχεια ένα μπουκάλι κρασί το οποίο της έριξε με δύναμη.  Η ΜΚ12 έβαλε τα χέρια της μπροστά από το πρόσωπο.  Μόλις χτύπησε η μπουκάλα στο δεξί της χέρι η μπουκάλα έσπασε και την έκοψε βαθιά μεταξύ καρπού και αγκώνα και ξεκίνησε να αιμορραγεί.  Το τραύμα ήταν τόσο βαθύ που η ΜΚ12 είδε το κόκκαλο της.  Του ζήτησε να την πάρει στις Πρώτες Βοήθειες, αλλά ο Κατηγορούμενος αρνείτο.  Της είπε «στ’ αρχίδια μου, εν με κόφτει να μείνεις να πεθάνεις».  Το αίμα δεν σταματούσε και η ΜΚ12 τύλιξε το χέρι της με μία πετσέτα.  Τα παιδιά του Κατηγορούμενου, τα οποία ήταν μάρτυρες του περιστατικού έκλαιγαν και του ζητούσαν να ηρεμήσει.  Η ΜΚ12 αισθανόταν ανήμπορη ενώ ο Κατηγορούμενος είχε πάρει το κινητό της και είχε αφαιρέσει όλες τις σταθερές συσκευές τηλεφώνου και τις έβαλε μέσα στο παντελόνι του.  Μετά πήγε για ύπνο.  Γύρω στις 03:00 της 28.11.21 της είπε «θέλω να μου κάμεις πίππα γιατί έτσι εφκαριστιούμαι εγώ».  Η ΜΚ12 αρνήθηκε, αλλά ο Κατηγορούμενος της είπε ότι δεν έχει επιλογή και ότι θα του το κάνει (αυτό που ζήτησε).  Τότε πήγαν στον παραδίπλα καναπέ και η ΜΚ12, φοβούμενη πως ο Κατηγορούμενος θα την ξαναχτυπούσε, του έκανε πεολειχία, με τον Κατηγορούμενο να τη βιντεογραφεί.  Ο Κατηγορούμενος της υποδείκνυε τι να κάνει και αγνόησε τα παράπονα της ότι πονούσε το χέρι της.  Τα πιο πάνω διήρκησαν κάποια λεπτά μέχρι που ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο στόμα της.  Στο Τεκμήριο 10 περιέχονται έντεκα βίντεο στα οποία φαίνεται η πράξη.  Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος της είπε «τωρά νιώθω οκ», πήγε στον δίπλα καναπέ και κοιμήθηκε.  Η ΜΚ12 κοιμήθηκε στον καναπέ όπου είχε γίνει η πράξη. 

 

Στις 28.11.21 ο Κατηγορούμενος πήρε τη ΜΚ12 στο Απολλώνειο Νοσοκομείο όπου εξετάστηκε από τον ΜΚ14.  Ο ΜΚ14 διερεύνησε το τραύμα και βρήκε τραύματα στους υποκείμενους μύες χωρίς άλλες κακώσεις στα εν τω βάθη ευγενή στοιχεία.  Προέβη σε χειρουργικό καθαρισμό και συρραφή κατά στρώματα (βλ. Τεκμήριο 48).  Το τραύμα φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 42 τις οποίες τράβηξε η παραπονούμενη, σε χρόνο μετά την αφαίρεση των ραφών και στις φωτογραφίες Τεκμήριο 28 που λήφθηκαν στις 15.12.21 (βλ. φωτογραφίες 5, 6 και 7).

 

Ο ΜΚ14 έδωσε στην παραπονούμενη άδεια ασθενείας για δύο συνολικά εβδομάδες.  Μετά το πιο πάνω περιστατικό, η παραπονούμενη ξεκίνησε να διαμένει μόνιμα στην οικία του Κατηγορούμενου, τον συνόδευε στην εργασία του (διανομές προϊόντων σε στρατόπεδα) και στις 10.12.21 μετέφερε τα προσωπικά της αντικείμενα εκεί.  Ενόσω το χέρι της ήταν δεμένο δεν μπορούσε να το χρησιμοποιεί και ο Κατηγορούμενος τη βοηθούσε να φάει, να βγάλει το σακάκι της και να κάνει μπάνιο.  Όταν επέστρεψε στην εργασία της, ζητούσε βοήθεια από τις συναδέλφους της για να γράφουν στα τετράδια των μαθητών ή να της φέρνουν έτοιμα φυλλάδια επειδή δεν μπορούσε να γράψει με το δεξί της χέρι.

 

Στις 11.12.21 όταν επέστρεψαν σπίτι μετά από χριστουγενιάτικες αγορές, προέκυψε διαφωνία μεταξύ του Κατηγορούμενου και της ΜΚ12.  Ξεκίνησε να της φωνάζει και αρχικά της έριξε δύο πορτοκάλια τα οποία τη χτύπησαν στην πλάτη.  Στη συνέχεια πήγε προς το μέρος της και τη χτύπησε με ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο στο αριστερό πόδι κάτω από το γόνατο και μετά στο τραυματισμένο χέρι με κάποιο κοντάρι με αποτέλεσμα να ανοίξει η πληγή της η οποία «ζούμιζε», δηλαδή έτρεχε υγρό και αίμα.  Ο Κατηγορούμενος της είπε «μεν το θωρείς έτσι τζαι εννα σου κάμω το άλλο σιηρόττερο». 

 

Την Κυριακή 12.12.21 μετά τις 05:00 ο Κατηγορούμενος ξύπνησε τη ΜΚ12 και της είπε να φύγει από το σπίτι.  Έπιασε ένα σκαμπό και το πίεζε στο σώμα της, την κλωτσούσε στα πλευρά και της είπε «μα τον Θεό, αν δεν σε αγαπούσα ήταν να σε σκοτώσω». 

 

Αργότερα, την ίδια ημέρα, μετά τις 10:30 το πρωί, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να καταναλώνει αλκοόλ και ρωτούσε τα παιδιά του αν ξέρουν κάποιο με το όνομα Χ.  Τα παιδιά δεν ήξεραν και μετά έκανε την ίδια ερώτηση στη ΜΚ12 η οποία του είπε πως είναι συμμαθητής της.  Ο Κατηγορούμενος της είπε «ετόλμησες τζαι είπες στα μωρά μου ότι ξέρεις τον Χ, που του έκαμνες πίππες τζαι εγαμιέσουν στα μπαλκόνια τζαι στα αυτοκίνητα ρα πουτάνα;» και ξεκίνησε μετά να της ρίχνει ό,τι έβρισκε μπροστά του.  Της έριξε άδεια μπουκάλια μπύρας και τη χτυπούσε στην πλάτη με γεμάτα μπουκάλια μπύρας.  Της έριξε ένα μισογεμάτο μπουκάλι ουίσκι στα πόδια, το οποίο έσπασε δίπλα της.  Την κυνηγούσε γύρω από το τραπέζι της κουζίνας και όταν την ακινητοποίησε τραβώντας της τα μαλλιά, της άδειασε ένα μπουκάλι νερού που περιείχε νερό και αποτσίγαρα.  Μετά την περιέλουσε με το νερό που υπήρχε στον κουβά της σφουγγαρίστρας το οποίο είχε μέσα καθαριστικό και της έριξε τον κάδο με τα χαρτιά της τουαλέτας.  Πήρε ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο και τη χτυπούσε σε διάφορα μέρη του σώματος της, στο αριστερό πόδι, την πλάτη και το κεφάλι.  Στη συνέχεια λύγισε το σκουπόξυλο, πήγε από πίσω της και προσπάθησε να το περάσει γύρω από τον λαιμό της, αλλά η ΜΚ12 προστάτευσε τον λαιμό της με τα χέρια της.  Τα παιδιά του ήταν παρόντα στο περιστατικό, ήταν τρομοκρατημένα και έκλαιγαν.  Ακολούθως ο Κατηγορούμενος πήγε προς το μέρος της, έβγαλε το πέος του, τράβηξε το κεφάλι της προς το πέος του και της είπε «έλα να μου κάμεις πίππα όπως κάμνεις τους άλλους».  Η ΜΚ12 πήγε στον καναπέ και ο Κατηγορούμενος πήγε από πάνω της, έβγαλε ξανά έξω το πέος του και της είπε «μόνο για να σε κατουρούν τζαι το κατούρημα εν τζαι πολύ σου».  Η ΜΚ12 τράβηξε την κουκούλα του φούτερ της πάνω από το κεφάλι της και ο Κατηγορούμενος ούρησε πάνω στην κουκούλα της.  Μετά συνέχισε την ούρηση του στην τουαλέτα.  Επέστρεψε στον καναπέ και συνέχισε να πίνει μέχρι που αποκοιμήθηκε.  Το σπίτι ήταν κλειδωμένο και ούτως η άλλως η ίδια δεν τολμούσε να φύγει. 

 

Στις 15.12.21, η ΜΚ12 εκμυστηρεύθηκε στην αδερφή της και τη μητέρα της το τι συνέβαινε.  Ακολούθησε η υποβολή καταγγελίας στο ΤΑΕ Λευκωσίας και η μετέπειτα μετάβαση της στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας συνοδεία του πατέρα της.  Εκεί εξετάστηκε από τον ΜΚ13 ο οποίος κατέγραψε στην έκθεση του Τεκμήριο 47 πως η ΜΚ12 αισθανόταν άλγος ημιθωρακίου αριστερά, δακτύλου άκρα χειρός δεξιά καθώς και κεφαλαλγία.  Ο ίδιος διαπίστωσε περαιτέρω αιμάτωμα κνήμης αριστερά και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, σπονδυλικής χώρας και εκδορές δεξιάς άκρας χειρός.  Ενόσω βρίσκονταν στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, ο πατέρας της παραπονούμενης τράβηξε με το κινητό του τις φωτογραφίες Τεκμήριο 28. 

 

Μετά το πρώτο περιστατικό που επισυνέβη στις 13.11.21, η ΜΚ12 αισθάνθηκε εγκλωβισμένη και έλεγε «αποκλείεται να μου συμβαίνει αυτό».  Πονούσε όλο της το σώμα και σκεφτόταν τις απειλές που προηγήθηκαν για την οικογένεια της η οποία είναι η αχίλλειος πτέρνα της.  Μετά την πεολειχία που έγινε υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε, η ΜΚ12 αισθανόταν ένα ράκος, «ένα πιόνι που το χειρίζεται ο ίδιος όπως θέλει», κακοποιημένη σωματικά, ψυχικά και ψυχολογικά.  Μετά το περιστατικό της 11.12.21 κατά το οποίο διασπάστηκε η πληγή στο χέρι της, η ΜΚ12 και πάλι ένιωσε χάλια.  Φοβόταν για το χέρι της που είχε χτυπηθεί στο ίδιο σημείο και γενικότερα θεωρούσε πως «δεν είχε τέλος αυτό το μαρτύριο».  Όταν δε ο Κατηγορούμενος της ούρησε στο κεφάλι, ένιωσε ότι της συμπεριφερόταν «σαν ζώο».  Γενικότερα μετά τα περιστατικά των δύο τελευταίων ημερών (11 και 12 Δεκεμβρίου) ένιωθε χάλια, ήταν ψυχολογικό ράκος και ένιωθε πως τελειώνει η ζωή της.  Πίστευε ότι θα τη βρουν σε κάποιο χαντάκι παρατημένη.  Αισθανόταν ότι ο Κατηγορούμενος έκανε τα πάντα για να τη μειώσει και να την κάνει να νιώσει χάλια – ψυχολογικά, συναισθηματικά και σωματικά.  Πονούσε, όπως χαρακτηριστικά είπε, «και στην καρδιά και στο σώμα», δεν πίστευε ότι της συνέβαινε αυτό που συνέβαινε και νόμιζε πως βρίσκεται σε ταινία τρόμου.  Μετά την καταγγελία και για να αντιμετωπίσει τα όσα βίωσε, η ΜΚ12 αποτάθηκε σε ψυχοθεραπεύτρια.»

 

(Η ΜΚ12 ήταν, σημειώνουμε, η παραπονούμενη).

 

Στην παρούσα λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής[1] και η Ποιν. Υπόθ. αρ. 13211/22 του Ε.Δ. Λευκωσίας η οποία αφορά το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154.  Στα πλαίσια εκείνης, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στις 4.12.21 η Δ.Δ. συνομιλούσε τηλεφωνικώς με την κόρη της Ν.Α. και κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνομιλίας ο Κατηγορούμενος άρχισε να βρίζει την Δ.Δ. και την απείλησε με τη φράση «Είσαι κατίνα και κουτσομπόλα και θα σε εξαφανίσω και εσένα και όποιον πλησιάσει την οικογένεια μου», φράση η οποία προκάλεσε τρόμο στην κα Δ.Δ.

Τα διαπραχθέντα στην παρούσα αδικήματα είναι πάρα πολύ σοβαρά, κάτι το οποίο φαίνεται κατ’ αρχάς από τις ανώτατες ποινές που προνόησε ο νομοθέτης.  Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας προνοείται κατά ανώτατο όριο η διά βίου φυλάκιση, για το αδίκημα της 13ης κατηγορίας προνοείται φυλάκιση επτά ετών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο αυτές ποινές, για το αδίκημα της 14ης, 15ης και 16ης κατηγορίας προνοείται ποινή φυλάκισης τριών ετών, για το αδίκημα της 17ης κατηγορίας προνοείται ποινή φυλάκισης ενός έτους ή πρόστιμο ύψους €1.708 (Λ.Κ.1.000) ή και οι δύο αυτές ποινές, για το αδίκημα της 18ης και της 19ης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης δύο ετών ή πρόστιμο ύψους €1.708 (Λ.Κ.1.000) ή και οι δύο αυτές ποινές και τέλος, για το αδίκημα της 20ης κατηγορίας προβλέπεται, κατά ανώτατο και πάλι όριο, ποινή φυλάκισης επτά ετών.  Αποτελεί δε πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής.[2] 

 

Από τις προβλεπόμενες, ανώτατες, ποινές προκύπτει αβίαστα πως εκ των διαπραχθέντων αδικημάτων, προεξάρχουσα είναι η σοβαρότητα του αδικήματος του βιασμού, οι επιπτώσεις του οποίου εναργώς σκιαγραφήθηκαν στην υπόθεση Δημοκρατία v. Hunganu, Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:B348 και επαναλήφθηκαν και στη Δ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 57/20, ημερ. 6.10.21, ECLI:CY:AD:2021:B432:

 

«Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 67).»

 

Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:D136, η οποία αφορούσε συζυγικό βιασμό, όπου επιδοκιμάστηκε η παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο βιασμός αποτελεί τη χειρότερη μορφή εξευτελισμού ενός ανθρώπου, που όχι μόνο στρέφεται κατά των ηθών αλλά προσβάλλει και, ενίοτε, συνθλίβει την προσωπικότητα και τον ψυχισμό του θύματος και συνεπώς αυτής της φύσεως τα αδικήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, δεδομένης και της διαπίστωσης της αυξητικής τάσης ως προς τη διάπραξή τους.[3] 

 

Η αυξητική τάση στη διάπραξη του αδικήματος του βιασμού και η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, τονίστηκε πλέον πρόσφατα από το Εφετείο στη Farhat ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/23, ημερ. 25.2.26:

 

«Η αυξητική τάση στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, όχι μόνο αναγνωρίζεται από τη νομολογία αλλά προκύπτει εμπράκτως από τον όγκο των υποθέσεων που τίθενται καθημερινά ενώπιον των Δικαστηρίων. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει δε επανειλημμένως εξηγηθεί, η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (ΠΙΣΚΟΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).»

 

Στη δε Selmani v. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, η οποία αφορούσε βιασμό, επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι επιβάλλεται η καταφυγή σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων.  Όπως έχει λεχθεί στην Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110, με παραπομπή στη Selmani: «Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων.»

 

Ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια προσεγγίζουν το ζήτημα της ποινής σε υποθέσεις βιασμού, έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα άντλησης καθοδήγησης από την αγγλική νομολογία και πιο συγκεκριμένα από τις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam (1986) 8 Cr. App. R.(s) 48, οι οποίες αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια.[4]  Επί τούτου σχετική αναφορά μπορεί να γίνει και πάλιν στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:D136, όπου υιοθετήθηκε το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Στυλιανού ν. Δημοκρατίας (2015) 2(Β) Α.Α.Δ. 680:

 

«Ως προς τη συγκριτική τοποθέτηση του αδικήματος σε κλίμακα σοβαρότητας, καθοδήγηση παρέχει η απόφαση στην υπόθεση Keith Billam & Others (1986) 3 Crim. App. Rep. (S) 48. Ο Lord Chief Justice στις σελ. 50-51 αναφέρει τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση):

 

«Για βιασμό ο οποίος διαπράττεται χωρίς οποιονδήποτε επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα, σε μία υπόθεση μετά από ακρόαση πρέπει να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας ποινής τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Όταν ο βιασμός διαπράττεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού, ή όταν υπήρξε παραβίαση εισόδου στον τόπο διαμονής του θύματος ή από πρόσωπο που είχε ευθύνη απέναντι του θύματος ή από πρόσωπο που έχει απαγάγει το θύμα και το κρατά αιχμάλωτο, η αφετηρία ποινής πρέπει να είναι οκτώ χρόνια.

 

Στο ύψιστο σημείο της κλίμακος ποινής κατατάσσεται συμπεριφορά κατηγορουμένου η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πολλαπλός βιασμός (campaign of rape) έναντι αριθμού γυναικών. Αντιπροσωπεύει ασυνήθη κίνδυνο και ποινή 15 χρόνων είναι πιο κατάλληλη.

 

Όταν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου παρουσιάζει ψυχοπαθητικές τάσεις ή σοβαρή διατάραξη προσωπικότητας και είναι εν δυνάμει κίνδυνος για τις γυναίκες για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, η ποινή ισόβιας κάθειρξης δεν θα είναι ακατάλληλη.

 

Το έγκλημα, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει επιβαρυντικά στοιχεία, όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες:

 

(1) Η βία που χρησιμοποιήθηκε είναι υπερβολική.

(2) Όταν χρησιμοποιείται όπλο (weapon) για εκφοβισμό ή πρόκληση βλάβης στο θύμα.

(3) Όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται.

(4) Όταν έχει προσεκτικά σχεδιασθεί.

(5) Όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας.

(6) Όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό.

(7) Το θύμα είναι πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο.

(8) Οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιαζούσης σοβαρότητας.

 

Εφόσον, ένας ή περισσότεροι από τους πιο πάνω παράγοντες συντρέχουν η ποινή πρέπει να είναι ουσιωδώς υψηλότερη από το αφετηριακό σημείο.» (Βλ. και την Tarita, ανωτέρω).»

 

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στις υποθέσεις Δημοκρατία v. Hunganu, Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:B348, Farhat ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/23, ημερ. 25.2.26 και Glen Mbuh ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 134/23, ημερ. 11.3.26, έγινε αναφορά και στις κατευθυντήριες οδηγίες που περιλαμβάνονται στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου του 2014.  Η οδηγία αυτή βασίζεται ουσιαστικά στην απόφαση Millberry and Others (2003) 2 Cr. App. R. (S) 31 η οποία θεωρείται ως «κατευθυντήρια απόφαση» («guideline judgement»), μέσω της οποίας κλήθηκε το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την πρακτική που ακολουθείτο κατά την επιβολή ποινής σε υποθέσεις βιασμού.  Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε πως διατηρείται η βασική δομή που είχε καθοριστεί με την Billam, ανωτέρω, αλλά με κάποιες διαφοροποιήσεις ένεκα αλλαγών στη νομοθεσία αλλά και στη φύση του αδικήματος από τότε που οι υφιστάμενες κατευθυντήριες οδηγίες είχαν εκδοθεί, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η αναγνώριση του «συζυγικού βιασμού» («marital rape») ως αδικήματος.  Στις νεότερες αυτές κατευθυντήριες γραμμές, η καταγραφή του αδικήματος (recording of the offence) κατατάσσει το αδίκημα του βιασμού ως «culpability A», με ψηλότερη αφετηρία ποινής.

 

Δεδομένου δε ότι στην παρούσα η παραπονούμενη ήταν η σύντροφος του Κατηγορούμενου, σπεύδουμε να τονίσουμε ότι αυτή η παράμετρος δεν μειώνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη σοβαρότητα του αδικήματος.  Προς τούτο παραπέμπουμε στην προαναφερθείσα απόφαση Millberry and Others (2003) 2 Cr. App. R. (S) 31, όπου λέχθηκε πως όταν επιβάλλεται ποινή σε υποθέσεις βιασμού η αφετηρία πρέπει να είναι η ίδια, οποιαδήποτε και αν είναι η σχέση μεταξύ του δράστη και του θύματος, με την ποινή να αυξάνεται ή να μειώνεται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι συγκεκριμένων επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών παραγόντων.  Χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση που υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο στις παρ. 12 και 13 της απόφασης:

 

«12. … As is stated in "Protecting the Public" (the Command Paper of the Home Office published in November 2002 (paragraph 41) page 21):

"Date rape has recently received much attention in the media and there has been calls for the creation of a separate offence of date rape. Our view is that rape is rape, and cannot be divided in this way into more and less serious offences. It can be just as traumatic to be raped by someone you know and trust who has chosen you as his victim, as by a stranger who sexually assaults the first man or woman who passes by. It is up to the courts to take all particular circumstances of a case into account before determining the appropriate penalty."

13. We agree entirely that this should be the approach of the courts….»

 

Ό,τι λοιπόν προκύπτει από τα ανωτέρω είναι ότι ο βιασμός είναι βιασμός υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις και ότι δεν μπορεί να προβάλλεται ο συζυγικός ή ερωτικός δεσμός, αυτός καθ’ αυτός, ως ελαφρυντικό στοιχείο.  Κατ’ ακρίβεια, σύμφωνα με τον Νόμο 115(Ι)/21 στον οποίο θα γίνει αναφορά και πιο κάτω, το γεγονός ότι το θύμα ήταν η σύντροφος του Κατηγορούμενου επιδρά επιβαρυντικά. 

 

Δεν είναι δε μόνο το αδίκημα του βιασμού για το οποίο ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος.  Διέπραξε και άλλα αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της χρήσης βίας ή της επαπειλούμενης χρήσης βίας και είναι επί του προκειμένου χαρακτηριστικός ο λόγος της Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλος (2001) 2 Α.Α.Δ. 95:

 

«Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας·  πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του.  Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων.  Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.». 

 

Πόσω μάλλον όταν η βία ασκείται κατά μέλους της οικογένειας του θύτη (18η και 19η κατηγορία), στην οποία περίπτωση η ευαισθησία του νομοθέτη προς τους ενόχους τέτοιων αδικημάτων, αντικατοπτρίζεται μέσα από την αύξηση των ποινών που προνοείται στον Νόμο 119(Ι)/2000 όταν αδικήματα του κοινού ποινικού κώδικα διαπράττονται εναντίον μελών της οικογένειας του θύτη.  Τέτοια αδικήματα υπονομεύουν και δηλητηριάζουν τον θεσμό της οικογένειας και η νομολογία επιτάσσει την τιμωρία τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 219, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2002) 2 Α.Α.Δ. 464, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 272, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφ. 277/18, ημερ. 10.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B179, Ανδρέου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 29/22, ημερ. 23.6.22 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Καλλικά, Ποιν. Έφ. 268/22, ημερ. 30.9.25), ανάγκη που επιτείνεται από το γεγονός ότι και αυτά τα αδικήματα παρουσιάζουν επίμονη έξαρση, όπως πλέον πρόσφατα αναγνωρίστηκε στην Καλλικά, ανωτέρω, στην οποία επανατονίστηκε η αναγκαιότητα «για επιβολή αποτρεπτικών ποινών τόσο σε σχέση με τον αδικοπραγούντα όσο και σε σχέση με τρίτους». 

 

Σοβαρό είναι βεβαίως και το αδίκημα της απαγωγής το οποίο προσβάλλει ένα από τα σημαντικότερα αγαθά που απολαύει ο άνθρωπος, αυτό της προσωπικής ελευθερίας.  Ιδιαίτερα υπό τις περιστάσεις της παρούσας, όπου αμέσως μετά τον παράνομο περιορισμό της παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε σε αυτήν.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης κατατάσσουν αυτήν στις αρκετά σοβαρές του είδους της. 

 

Ξεκινώντας από τα διαδραματισθέντα το Σαββατοκύριακο 27 – 28.11.21, αναδύεται έντονα η άκρως εγωκεντρική και ετσιθελική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου.  Αφότου εξανάγκασε την παραπονούμενη να τηλεφωνήσει σε συνάδελφο της και να του πει ότι είναι «πουτάνα», ξεκίνησε να της ρίχνει διάφορα αντικείμενα, με τελευταίο τη γυάλινη μπουκάλα που την έκοψε βαθιά στο χέρι.  Το τραύμα που προκάλεσε στην παραπονούμενη ήταν τόσο βαθύ, που χρειάστηκε μεγάλο αριθμό ραφών, εσωτερικά και εξωτερικά, για δύο και πλέον εβδομάδες περιόρισε τη χρήση του χεριού της, με το σημάδι που της άφησε να είναι εμφανές τουλάχιστο μέχρι και τον χρόνο που μαρτυρούσε (3 και πλέον έτη μετά το αδίκημα).[5]  Η παραπονούμενη τον παρακάλεσε να την πάρει στον γιατρό, αλλά αυτός αρνήθηκε, αφήνοντας την αβοήθητη στο σπίτι να προσπαθεί να ελέγξει την αιμορραγία της τυλίγοντας το χέρι της με μία πετσέτα της κουζίνας.  Και όταν η παραπονούμενη κατάφερε να κοιμηθεί, ο Κατηγορούμενος την ξύπνησε ζητώντας της να προβεί σε πεολειχία.  Η παραπονούμενη αρνήθηκε, πλην όμως τούτο δεν έβαλε φρένο στον Κατηγορούμενο, ο οποίος αδιαφορώντας παντελώς για τη δική της επιθυμία ή κακή κατάσταση στην οποία βρισκόταν, προκειμένου να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις, τής είπε πως δεν είχε επιλογή και ότι θα έκανε αυτό που ζήτησε, καθιστώντας την αντικείμενο πόθου και λαγνείας το οποίο χειριζόταν όπως εκείνος ήθελε.  Υπό αυτό το κράτος είναι που η παραπονούμενη ενέδωσε και προέβη στην πεολειχία, την οποία ο Κατηγορούμενος βιντεοσκοπούσε.  Η αποτύπωση της στιγμής σε βίντεο αφαιρεί από αυτήν το φευγαλέο στοιχείο και την τοποθετεί στον χρόνο.  Είναι αυτό που απολήγει να κράτησε ο Κατηγορούμενος δίκην τροπαίου, κατά τρόπο εξευτελιστικό για την αξιοπρέπεια της παραπονούμενης.  Κατά την πεολειχία της έδιδε εντολές ως προς το τι θα έπρεπε να πράξει προκειμένου να τον ικανοποιήσει, αγνοώντας παντελώς τον πόνο που γνώριζε πως αισθανόταν λόγω του ανοιχτού τραύματος στο χέρι που προολίγου της προκάλεσε.  Δεν παραβλέπουμε πως δεν ασκήθηκε βία κατά τη διάρκεια του βιασμού.  Προηγήθηκε όμως αυτού η άσκηση βίας η οποία οδήγησε στον σοβαρό τραυματισμό της παραπονούμενης και ήταν αποτέλεσμα τούτης και του συναφούς φόβου ότι θα την ξαναχτυπούσε που η παραπονούμενη δεν αντιστάθηκε.  Ευλόγως μετά το περιστατικό, η παραπονούμενη αισθανόταν ότι είναι ένα πιόνι που το χειρίζεται ο Κατηγορούμενος όπως εκείνος θέλει.

 

Το πιο πάνω περιστατικό, δυστυχώς, δεν ήταν ούτε το πρώτο, ούτε το τελευταίο περιστατικό βίας κατά της παραπονούμενης, αφού η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν επαναλαμβανόμενη, χωρίς να διαφαίνεται ίχνος δεύτερων σκέψεων ή τύψεων και χωρίς να εντοπίζονται σημάδια μεταμέλειας.  Συγκεκριμένα, δύο εβδομάδες προηγουμένως, όταν η παραπονούμενη επιχείρησε να αποχωρήσει από την οικία του, την τράβηξε από τα μαλλιά, την περιόρισε εντός της οικίας και την ξυλοκόπησε κλωτσώντας την και χτυπώντας την σε όλο της το σώμα.  Ενώ, δύο εβδομάδες μετά τον τραυματισμό του χεριού της παραπονούμενης και τον βιασμό της, ακολούθησε νέος γύρος βίας, κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε σε διάφορες περιπτώσεις (το Σαββατοκύριακο 11 – 12 Δεκεμβρίου) στην παραπονούμενη, άλλοτε προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη (διάσπαση του τραύματος της στο χέρι, εκδορές και μώλωπες σε όλο της το σώμα) και άλλοτε χωρίς να της προκαλέσει μεν σωματικές βλάβες, συμπεριφερόμενος όμως κατά τρόπο (της άδειασε, υπενθυμίζουμε, στο πρόσωπο ένα μπουκάλι νερού με αποτσίγαρα, την περιέλουσε με νερό και καθαριστικό πατώματος και της ούρησε στο κεφάλι), που αφίσταται από τη συμπεριφορά που αρμόζει στο ανθρώπινο γένος, εξευτελίζοντας και κατ’ αυτό τον τρόπο την παραπονούμενη η οποία βίωσε τη κτηνωδία του και ευλόγως δήλωσε πως αισθανόταν ότι της συμπεριφερόταν λες και είναι ζώο φθάνοντας σε σημείο να φοβάται ακόμα και για τη ζωή της.  Μεταξύ δε των επίμαχων στην παρούσα περιστατικών, έλαβε χώραν και η απειλή που εκστόμισε προς τη μητέρα της παραπονούμενης, αντικείμενο της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη.

 

Είναι προφανές από τα ανωτέρω πως ο αριθμός αλλά και ο συνδυασμός των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, εντείνει σε μεγάλο βαθμό τη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης, ενώ το στοιχείο των επαναλαμβανόμενων περιστατικών βίας με θύμα την παραπονούμενη, με αποκορύφωμα βεβαίως τον βιασμό της, συνιστά, τόσο με βάση τη νομολογία, όσο και με βάση τον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2021, Ν. 115(Ι)/21, στοιχείο επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο.  Ως προς το τελευταίο, σημειώνουμε πως όλα τα αδικήματα που διαπράχθηκαν στα πλαίσια της παρούσας εμπίπτουν στον ορισμό «αδικήματα βίας κατά γυναίκας».[6]  Το άρθρο 11 του Νόμου 115(Ι)/21, προβλέπει ότι:

 

«11. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση των εξουσιών του προς επιμέτρηση και επιβολή ποινής για αδίκημα βίας κατά γυναίκας, λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντικές, εφόσον δεν αποτελούν ήδη μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, τις ακόλουθες περιστάσεις:

(α) το αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου από πρώην ή νυν σύζυγο ή σύντροφο ή μέλος της οικογένειάς του ή από πρόσωπο που συζεί ή συζούσε με το θύμα ή από πρόσωπο το οποίο έχει καταχραστεί ή εκμεταλλευτεί θέση εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής·

(β) το αδίκημα ή τα συναφή αδικήματα διαπράχθηκαν κατά συρροή∙

(γ) το αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου το οποίο είναι σε ευάλωτη θέση συνεπεία διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης ή κατά γυναίκας η οποία εγκυμονούσε κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος ή που τελούσε υπό άλλες ειδικές συνθήκες∙

(δ) το αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον ή στην παρουσία παιδιού, ήτοι εντός του οπτικού ή ακουστικού πεδίου αυτού∙

(ε) το αδίκημα διαπράχθηκε από δύο (2) ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούντα από κοινού∙

(στ) του αδικήματος προηγήθηκε η άσκηση ακραίας βίας, εξαναγκασμού ή απειλής ή αυτό συνοδεύθηκε από τέτοια βία, εξαναγκασμό ή απειλή∙

(ζ) το αδίκημα διαπράχθηκε με τη χρήση ή υπό την απειλή όπλου ή άλλου επικίνδυνου αντικειμένου·

(η) το αδίκημα είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρής βλάβης στο θύμα∙

(θ) ο καταδικασθείς προηγουμένως είχε καταδικαστεί για αδίκημα της ίδιας φύσεως∙

(ι) το αδίκημα διαπράχθηκε από δημόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του:

Νοείται ότι, … … ....»

 

Πέραν λοιπόν του επαναλαμβανόμενου της βίαιης συμπεριφοράς (βλ. εδάφιο (β), ανωτέρω), πλην των αδικημάτων των κατηγοριών 18 και 19 (τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας), συντρέχει και ο επιβαρυντικός παράγοντας υπό (α) ανωτέρω, αφού τα αδικήματα διαπράχθηκαν εναντίον της συντρόφου του Κατηγορούμενου.  Περαιτέρω δε, σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στις 27.11.21 και στις 12.12.21 (κατηγορίες 13, 16, 18 και 19), συντρέχει και άλλος επιβαρυντικός παράγοντας:  τόσο στο περιστατικό της 27ης Νοεμβρίου (13η κατηγορία), όσο και στα περιστατικά της 12ης Δεκεμβρίου (στις 10:30π.μ., 16η, 18η και 19η κατηγορία), παρόντα ήταν τα ανήλικα τέκνα του Κατηγορούμενου.  Τα ανήλικα αυτά παιδιά, χωρίς αμφιβολία θα έπρεπε να προστατεύονται και να μένουν μακριά από τέτοιου είδους εικόνες.  Κι όμως, ο ίδιος τους ο πατέρας τα κατέστησε μάρτυρες περιστατικών στα οποία ο ίδιος κτυπούσε και μείωνε μια γυναίκα, με τα παιδιά να κλαίνε, να είναι τρομοκρατημένα και να του ζητούν να ηρεμήσει.  

 

Για τους πιο πάνω λόγους θεωρούμε τα περιστατικά της παρούσας σοβαρά και ιδιαίτερα επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο.  Προκειμένου δε να αντεπεξέλθει μετά τη λήξη της επίμαχης κακοποιητικής σχέσης της με τον Κατηγορούμενο, η παραπονούμενη απευθύνθηκε σε ψυχοθεραπεύτρια και αν και δεν καταλήξαμε πως αποδείχθηκαν οι κατηγορίες που αφορούσαν την πρόκληση ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας του Κατηγορούμενου για τους λόγους που φαίνονται στην απόφαση μας, εντούτοις σημειώνουμε πως ένεκα της ίδιας της φύσης των αδικημάτων συνιστά σαφώς απόρροια της κοινής λογικής και πείρας ότι οποιαδήποτε σεξουαλικής φύσης επίθεση αποτελεί τραυματική εμπειρία για το θύμα (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.19), ECLI:CY:AD:2019:B473.

 

Ανεξαρτήτως όμως όλων των ανωτέρω, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί[7] ακόμη και στα σοβαρά και ειδεχθή εγκλήματα,[8] αφού στόχος του είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στον δράστη,[9] χωρίς βεβαίως η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[10] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[11] 

 

Λαμβάνουμε συναφώς υπόψιν, ως μετριαστικό παράγοντα προσμετρούμενο υπέρ του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, σε συνδυασμό με την ηλικία του (38 ετών) το οποίο δείχνει και την καλή πρότερη διαγωγή του και το οποίο του επιτρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο κάθε δυνατή επιείκεια.[12]  Συναφώς θετικά προσμετράται υπέρ του και το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του μετά την καταδίκη του για την παρούσα (ήτοι από 12.3.26) επιδεικνύει στον χώρο όπου κρατείται υποδειγματική συμπεριφορά (βλ. Έγγραφο Β’ στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του).[13] 

 

Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου, ως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναπτύχθηκαν περαιτέρω από τους συνηγόρους του.  Όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 38 ετών.  Είναι το μοναδικό εν ζωή παιδί των γονέων του, αφού η αδελφή του απεβίωσε ξαφνικά στην ηλικία των 3 ετών, γεγονός που τον στιγμάτισε.  Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο και την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας έλαβε πτυχίο στον τομέα της Διοίκησης Επιχειρήσεων.  Έκτοτε και μέχρι το έτος 2024 εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείτο στον τομέα της μεταπώλησης καφέ, ενεργειακών ποτών, σοκολάτων κτλ και εφοδίαζε ανά το παγκύπριο στρατιωτικές μονάδες.  Η οικονομική κρίση του 2013, η πανδημία του κορωνοϊού και η κυβερνητική απόφαση για μείωση της στρατιωτικής θητείας από τους 24 στους 14 μήνες έπληξαν την οικογενειακή επιχείρηση η οποία οδηγήθηκε σε οικονομική δυσπραγία.  Ο Κατηγορούμενος έλαβε δάνειο με σημερινό υπόλοιπο περί των €150.000 για να σώσει την εταιρεία, η οποία όμως τερμάτισε τη λειτουργία της το 2024.  Έκτοτε ο Κατηγορούμενος παραμένει άνεργος και συντηρείται από τους γονείς του ηλικίας 80 ετών με τους οποίους διέμενε προ του εγκλεισμού του.  Εργαζόταν περιστασιακά όπου έβρισκε (με μισθό €50 ημερησίως) και κατέβαλλε προσπάθειες εξεύρεσης σταθερής εργασίας.  Παράλληλα φρόντιζε και αναλάμβανε την κάλυψη της φαρμακευτικής αγωγής που οι ηλικιωμένοι γονείς του χρειάζονται ένεκα διαφόρων προβλημάτων υγείας που αμφότεροι αντιμετωπίζουν στα οποία έγινε λεπτομερής αναφορά από τους συνηγόρους του Κατηγορούμενου. 

 

Με πρόβλημα υγείας βρέθηκε αντιμέτωπος και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος.  Συγκεκριμένα, τον Νοέμβριο του 2025 υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και υποβλήθηκε σε πρωτογενή αγγειοπλαστική και τοποθέτηση stent.  Έκτοτε λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται τακτικά από ιατρό (βλ. Έγγραφο Α στην αγόρευση των συνηγόρων Υπεράσπισης).  Τα προβλήματα υγείας από τα οποία ο Κατηγορούμενος υποφέρει συνεκτιμώνται στην αποτίμηση της ποινολογικής του μεταχείρισης.  Σημειώνουμε όμως παράλληλα, αφενός, πως δεν έχει υποστηριχθεί (ούτε και υπάρχει μαρτυρία ιατρού) πως η τυχόν φυλάκιση του Κατηγορούμενου αυτή καθ’ αυτή θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του[14] ή ότι ένεκα της κατάστασης της υγείας του η φυλάκιση θα προκαλέσει σε αυτόν ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού[15] και αφετέρου, πως δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση ότι μπορεί να παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο κάθε ιατρική φροντίδα που ήθελε κριθεί απαραίτητη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή.[16]

 

Το 2007, ο Κατηγορούμενος τέλεσε γάμο με την πρώην σύζυγό του με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, αγόρια, ηλικίας 16 και 13 ετών σήμερα.  Χώρισαν το 2015 όμως συνέχισε να διατηρεί πολύ καλές σχέσεις τόσο με την πρώην σύζυγό του όσο και με τα παιδιά του, για τα οποία, μέχρι και το οριστικό κλείσιμο της οικογενειακής επιχείρησης, κατέβαλλε ως διατροφή το ποσό των €500 περίπου, μηνιαίως, ενώ και μετά έστελνε κάποια χρήματα για την κάλυψη των αναγκών των παιδιών του.  Μέχρι πρότινος ο Κατηγορούμενος διατηρούσε δεσμό με άλλη κοπέλα, η οποία όταν έμαθε για την καταδίκη του τον εγκατέλειψε.

 

Περιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη τις επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης στην οικογένεια του Κατηγορούμενου.  Από τη μία είναι οι ηλικιωμένοι γονείς του οι οποίοι βασίζονται στη φροντίδα που λαμβάνουν από τον Κατηγορούμενο και από την άλλη τα ανήλικα τέκνα του τα οποία στήριζε οικονομικά, στον βαθμό που μπορούσε, καθώς και με άλλους τρόπους αφού παρά τον χωρισμό του από την πρώην σύζυγο του, διατηρούσε άριστες σχέσεις με αυτά.  Όπως λέχθηκε από τους συνηγόρους Υπεράσπισης, από την ημέρα εγκλεισμού του Κατηγορούμενου, ο μικρός του υιός ξεκίνησε να βλέπει εφιάλτες τα βράδια, αρνείται να πηγαίνει στο σχολείο του και έγινε ευερέθιστος ένεκα της απομάκρυνσης του πατέρα του.  Και τα δύο παιδιά λαμβάνουν ψυχολογική στήριξη προς εξομάλυνση των συνεπειών απομάκρυνσης του πατέρα τους.  Οι σχετικές επιπτώσεις, τόσο προς τους υπερήλικες γονείς οι οποίοι θα στερηθούν τον γιο τους, όσο και προς τα ανήλικά τέκνα του Κατηγορούμενου τα οποία θα στερηθούν τον πατέρα τους, δεν αφήνουν αδιάφορο το Δικαστήριο και προσμετρούνται μετριαστικά υπέρ του, χωρίς όμως να είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής.[17] 

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι Υπεράσπισης, επικαλούνται και την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων.  Σε σχέση με το θέμα τούτο οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπόθεσης, μέρος της καθυστέρησης οφείλεται στον ίδιο τον Κατηγορούμενο,[18] ο οποίος άλλαξε τρεις δικηγόρους κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της παρούσας,[19] οι οποίοι υπέβαλαν εκ μέρους του τουλάχιστον έξι αιτήματα αναβολής της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας (πολλές φορές από κοινού με την Κατηγορούσα Αρχή).  Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως πράγματι έχουν παρέλθει πέντε και πλέον έτη από τη διάπραξη των αδικημάτων και η νομολογία αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό παράγοντα την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος, αφού η χρονική αυτή διάσταση μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και τον αναμορφωτικό της ρόλο, ενώ οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διαρρεύσαν διάστημα μπορεί να αλλάξουν ριζικά.[20]  Το αντικειμενικό λοιπόν γεγονός της παρέλευσης αριθμού ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου, ιδιαίτερα υπό το φως των αλλαγών που επήλθαν στις προσωπικές του περιστάσεις στο μεταξύ, και κυρίως το πρόβλημα υγείας που κλήθηκε ο ίδιος να αντιμετωπίσει, τα προβλήματα υγείας των ηλικιωμένων γονέων του (ιδίως από το 2022 και εντεύθεν) τα οποία οδήγησαν σε ανάγκη όπως ο τελευταίος αναλάβει τη φροντίδα τους, αλλά και την οικονομική κατάρρευση της εταιρείας του και τα συνεπακόλουθα οικονομικά προβλήματα που αυτή επέφερε.[21]  Πρέπει βεβαίως να λεχθεί πως σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη καθυστέρησης δεν είναι πάντα από μόνη της αρκετή για να οδηγήσει στην επιβολή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής.[22]  Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, αλλά και τους λόγους της καθυστέρησης, κρίνουμε πως η καθυστέρηση αυτή δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής.  Λαμβάνεται εντούτοις υπόψη μετριαστικά προς όφελος του Κατηγορούμενου, όπως προαναφέρθηκε.

 

Αποτελεί βασικό καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα.  Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν.  Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στον δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος.[23] 

 

Ως προς το είδος και το ύψος της αρμόζουσας ποινής λαμβάνουμε καθοδήγηση από τη νομολογία. 

 

Στη Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα (2006) 2 Α.Α.Δ. 259, ο κατηγορούμενος ηλικίας 24 ετών κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, για το αδίκημα του βιασμού 48χρονης.  Η συνουσία διήρκησε ελάχιστα δευτερόλεπτα.  Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε ότι δεν υπήρχαν υπό τις περιστάσεις τα επιβαρυντικά στοιχεία της άσκησης υπέρμετρης βίας και απειλής κατά της ζωής, υπήρχε όμως προσχεδιασμός αφού ο εφεσείων παρακολουθούσε την παραπονούμενη και εισήλθε στο διαμέρισμα της όταν εκείνη ήταν μόνη.  Επικύρωσε την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 9 ετών.

 

Στη Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 229, ο λευκού ποινικού μητρώου εφεσείων συνάντησε την αλλοδαπή παραπονούμενη στον δρόμο και προσφέρθηκε να τη μεταφέρει στον προορισμό της.  Κατά τη διαδρομή άλλαξε πορεία, την οδήγησε σε απόμερο μέρος και τη βίασε.  Όταν συνελήφθη παραδέχθηκε ενοχή.  Άλλαξε τη στάση του στο Κακουργιοδικείο, δηλώνοντας μη παραδοχή, πλην όμως κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας παραδέχθηκε ενοχή, αφού η παραπονούμενη δήλωσε πως τον συγχώρεσε.  Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. 

 

Στη Fowokan ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 36, ο εφεσείων ηλικίας 34 ετών προφασιζόμενος ότι είχε ξεχάσει κάτι στο διαμέρισμα του, οδήγησε εκεί την παραπονούμενη και της ζήτησε να τον συνοδεύσει για να το πάρει.  Η παραπονούμενη ανυποψίαστη τον ακολούθησε. Εισερχόμενοι στο διαμέρισμα ο εφεσείων άρχισε να εκδηλώνει τις προθέσεις του, βάζοντας μουσική και ζητώντας από την παραπονούμενη να καθίσει στο κρεβάτι του.  Όταν προσπάθησε να τη φιλήσει, η παραπονούμενη αρνήθηκε και του ζήτησε να την πάρει στο σπίτι της. Ο εφεσείων έγινε βίαιος και την έσπρωξε στο κρεβάτι.  Η παραπονούμενη άρχισε να ουρλιάζει και να αντιστέκεται, αλλά ο εφεσείων της έκλεινε το στόμα και εξασκούσε περισσότερη βία.  Όταν η παραπονούμενη ένιωσε να την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της σταμάτησε να αντιστέκεται, λέγοντάς του ότι θα τον άφηνε να κάμει ό,τι ήθελε αφότου έβαζε προφυλακτικό.  Ο εφεσείων συγκατατέθηκε και ακολούθως τη βίασε, χωρίς πλέον η ίδια να προβάλει αντίσταση.  Επιβλήθηκε στον λευκού ποινικού μητρώου εφεσείοντα, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινή φυλάκισης 8 ετών.  Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή, αποδεχόμενο πως ενώ η εξεταζόμενη υπόθεση δεν είναι από τις χειρότερες υποθέσεις του είδους της, υπήρχαν στοιχεία προσχεδιασμού και άσκηση βίας. 

 

Στη Selmani κ.α. v. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, η ποινή φυλάκισης 10 ετών η οποία επιβλήθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας επικυρώθηκε.  Οι εφεσείοντες γνώριζαν την παραπονούμενη και όταν αυτή επιχείρησε να φύγει από το κέντρο όπου βρίσκονταν την έσπρωξαν χωρίς τη θέλησή της σε εγκαταλελειμμένη αποθήκη λέγοντας της ότι «ήθελαν να κάνουν σεξ» μαζί της και όταν αυτή αρνήθηκε ο δεύτερος εφεσείων της επιτέθηκε και της τράβηξε κάτω το παντελόνι και το εσώρουχό της, ακολούθως ο πρώτος εφεσείοντας τη βίασε από τον κόλπο με τη βοήθεια του δεύτερου εφεσείοντα, ο οποίος της κρατούσε τα πόδια στο έδαφος βάζοντας ο δεύτερος αρκετές φορές τα δάκτυλα του στον πρωκτό και κόλπο της παραπονούμενης.  Η παραπονούμενη έκλαιγε και φώναζε, αλλά, παρά ταύτα, οι εφεσείοντες συνέχιζαν.

 

Στην Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 137/17, ημερ. 26.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B197, η επιβληθείσα ποινή των 8 ετών, κατόπιν παραδοχής, σε δύο κατηγορίες βιασμού πρωκτικού και κολπικού που έλαβαν χώρα σε δημόσιες τουαλέτες με τη χρήση βίας και των οποίων ακολούθησε ο εξευτελισμός της βιασθείσας την οποία ο εφεσείων ανάγκασε να εξέλθει και να κυκλοφορεί γυμνή στην παρουσία τρίτων παρισταμένων, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.  Η δράση του εφεσείοντα είχε χαρακτηριστεί ως μη προσχεδιασμένη.  Τόσο ο δράστης όσο και το θύμα είχαν καταναλώσει αλκοόλ προ του βιασμού.  Ο εφεσείων είχε λευκό ποινικό μητρώο και έπασχε από διαταραχή προσωπικότητας.

 

Στην Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22, ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:D136, ο λευκού ποινικού μητρώου εφεσείων, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 11 (από τις 12) κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε σε σχέση με την εν διαστάσει σύζυγο του, υπό περιστάσεις όπου την εξανάγκαζε να έλθει σε συνουσία μαζί του, με τη συναίνεσή της, η οποία, όμως, εξασφαλιζόταν υπό το κράτος, άλλοτε βίας και άλλοτε απειλών και φόβου, που οδηγούσαν κάθε φορά σε κάμψη της αντίδρασής της.  Περαιτέρω κρίθηκε ένοχος και σε άλλες 5 συνολικά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της πρόκλησης ψυχικής βλάβης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κεφ. 154 και του Ν. 119(Ι)/2000, δύο εκ των οποίων παραδέχθηκε μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας.  Προσέβαλε ως υπερβολικές τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες βιασμού, με το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίπτει την έφεση, επισημαίνοντας ότι όχι μόνο δεν μπορούσε να θεωρηθεί έκδηλα υπερβολική η ποινή στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε καν αυστηρή δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί.

 

Στη Farhat ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/23, ημερ. 25.2.26, ο Εφεσείων ήρθε σε παράνομη συνουσία με την πρώην συμβία του διά στοματικής διείσδυσης του πέους του, χωρίς τη συναίνεσή της, η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας και φόβου.  Κατά ανάλογο τρόπο, σεξουαλικά κακοποίησε αυτήν, διεισδύοντας το δάκτυλό του στον κόλπο της, ενώ προηγουμένως την είχε απαγάγει με σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέλησή της.  Κατά το ίδιο συμβάν επιτέθηκε άσεμνα στην πρώην συμβία του, φιλώντας την στον λαιμό και στα χείλη και βάζοντας το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο, ενώ της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, δαγκώνοντας την στο πρόσωπο, στο στόμα, στον λαιμό και στην πλάτη.  Επίσης σε τέσσερεις ξεχωριστές περιπτώσεις, άλλες από τα ως άνω, επιτέθηκε εναντίον της ίδιας παραπονούμενης, ενώ σε άλλη ημερομηνία της προκάλεσε τρόμο απειλώντας την με βία.  Κατόπιν ακρόασης, του επιβλήθηκε για το αδίκημα του βιασμού ποινή φυλάκισης 10 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο.  Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και θα είχε τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του επιπτώσεις, ιδιαίτερα οικονομικές, από μια πολυετή ποινή φυλάκισης.

 

Στην υπόθεση Glen Mbuh ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 134/23, ημερ. 11.3.26, ο εφεσείων ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη ενόσω αυτή ήταν τόσο μεθυσμένη που δεν είχε πλήρη συνείδηση του τι γινόταν.  Δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί στην κατάσταση που βρισκόταν, ούτε βεβαίως και να συναινέσει.  Ο εφεσείων αντιλήφθηκε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι αυτή δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε.  Του επιβλήθηκε, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινή φυλάκισης 9 ετών για το αδίκημα του βιασμού, η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.  Ο εφεσείων ήταν ηλικίας 27 ετών και λευκού ποινικού μητρώου.

 

Όσον αφορά στο αδίκημα της επίθεσης όταν αυτή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Γ. Πική, Sentencing in Cyprus (2η έκδοση), σελ. 116-117, η πλέον συνηθισμένη ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα είναι η ποινή της φυλάκισης, η οποία μπορεί να ανέρχεται σε ημέρες, μήνες ή και χρόνια.  Σημασία για το ύψος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ 463, Αεροπόρος ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 275).

 

Στην Ioja Constantin v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 624, ο εφεσείων παραδέχτηκε ενοχή σε κατηγορία πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών.  Ο παραπονούμενος με άλλα πρόσωπα εισήλθε παράνομα στο διαμέρισμα του εφεσείοντος.  Ο εφεσείων κτύπησε με μαχαίρι τον παραπονούμενο στην κοιλιακή χώρα.  Ο παραπονούμενος τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά η υγεία του στο τέλος αποκαταστάθηκε, μετά από χειρουργική επέμβαση.  Η ποινή κρίθηκε υπερβολική, ενόψει της ισχυρότατης πρόκλησης που δέχτηκε ο εφεσείων και των συνθηκών έξαψης, πίεσης, φόρτισης και κατάστασης απειλής υπό τις οποίες διέπραξε το αδίκημα.  Η ποινή φυλάκισης μειώθηκε στους 12 μήνες. 

 

Στη Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.21, μετά από ακροαματική διαδικασία, ο εφεσείων καταδικάστηκε ότι παράνομα επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης η οποία ήταν η σύντροφος του και της προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη.  Στο νοσοκομείο διαπιστώθηκε πως η παραπονούμενη είχε αιμορραγικό ασκιτή σε όλα τα τεταρτημόρια της κοιλιάς και για να αποφευχθεί ο κίνδυνος θανάτου της, υποβλήθηκε επειγόντως σε χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία διαπιστώθηκε και ρήξη ουροδόχου κύστης.  Επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 2 χρόνια και 3 μήνες.  Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αναστείλει την ποινή που επέβαλε (αυτό ήταν το αντικείμενο της έφεσης εναντίον της ποινής), επικυρώθηκε.

 

Τέλος, στη Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 83, το βαρύτερο αδίκημα ήταν η απαγωγή βάσει του άρθρου 251 του Κεφ. 154 (το οποίο επέσυρε, τότε, ποινή φυλάκισης 10 ετών, σε αντίθεση με το αδίκημα του άρθρου 250 του Κεφ. 154 που εδώ απασχολεί το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης 7 ετών) και το ελαφρύτερο η βαριά σωματική βλάβη.  Αφορούσε περίπτωση απαγωγής γυναίκας από μπυραρία και την κακομεταχείρισή της για 15 περίπου ώρες.  Υπέστη πολλαπλούς τραυματισμούς στο πρόσωπο και στο σώμα (εξοίδηση, εκχυμώσεις κτλ) και ευτυχώς αποθεραπεύτηκε.  Ο εφεσείων είχε τέσσερεις προηγούμενες καταδίκες αλλά όχι για ομοειδή αδικήματα.  Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ποινές 4 ετών φυλάκισης για την απαγωγή και 3 ετών φυλάκισης για τη βαριά σωματική βλάβη.

 

Τονίζουμε πως η παραπομπή στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου γίνεται χωρίς να παραγνωρίζουμε πως η ποινή δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο εν τη εννοία που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου και πρακτική μόνο έχει σημασία ως ενδεικτική του μέτρου της τιμωρίας παρόμοιων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής,[24] και χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μας πως «ουδέποτε  κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις, λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης»[25]Η κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και δεδομένα και έτσι θα κριθεί και η παρούσα.[26]

 

Η αποστέρηση της ελευθερίας του ατόμου αποτελεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας.  Όμως στην προκειμένη περίπτωση, συνεκτιμώντας από τη μια πλευρά τη σοβαρότητα και τον συνδυασμό των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, τις προβλεπόμενες για αυτά ποινές και τη σοβαρότητα των περιστάσεων της παρούσας, και χωρίς να παραγνωρίζουμε τα ελαφρυντικά στοιχεία που προσμετρούν υπέρ του Κατηγορούμενου, κατάληξη μας είναι πως η μοναδική αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η ποινή της φυλάκισης.  Βεβαίως οι μετριαστικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του εύρους της φυλάκισης, το οποίο υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν μεγαλύτερο. 

 

Συνακόλουθα, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

 

(α)     Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 8 ετών.

(β)     Στη 13η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2,5 ετών.

(γ)     Σε μίαν εκάστη των κατηγοριών 14, 15 και 16, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

(δ)     Στη 17η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

(ε)     Σε μίαν εκάστη των κατηγοριών 18 και 19, ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

(στ)   Στην 20η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν μεταξύ τους.

 

Οι ποινές που επιβλήθηκαν σήμερα να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, συμφώνως του άρθρου 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ήτοι από 12.3.26.

 

Εάν η προθεσμία άσκησης έφεσης παρέλθει άπρακτη, τα Τεκμήρια 6 και 7 να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους, τα Τεκμήρια 8, 9 και 55, να καταστραφούν και τα Τεκμήρια 10, 20, 21, 51 και 52, να επιστραφούν στην Αστυνομία και να παραμείνουν στην κατοχή της. 

 

Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο, τα έξοδα ύψους €225 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

 

(Υπ.)........................................
                                                                                       Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ

                                                                                                           (Υπ.)........................................                                                                                                                  Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ

                                                                                                           (Υπ.)........................................                                                                                                                      Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ

 

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. άρθρο 81 του Κεφ. 155.  Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα (2005) 2 Α.Α.Δ. 598, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 382).

[2] Βλ., μεταξύ άλλων, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ates, Ποιν. Έφ. 234/24, ημερ. 25.2.25.

[3] Βλ. και Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/17 ημερ. 26.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B197, Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 71/20, ημερ. 28.1.21, ECLI:CY:AD:2021:B23 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/17, ημερ. 5.12.17, στις οποίες έγινε αναφορά.

[4] Βλ. Χριστοφή ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 323, Δημοκρατία v. Hunganu, Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:B348, Γενικός Εισαγγελέας v. Μητάρα, Ποιν. Εφ. 59/22, ημερ. 7.12.22, ECLI:CY:AD:2022:D312.

[5] Βλ. πρακτικά κυρίως εξέτασης ημερ. 23.5.25.

[6] Βλ. το άρθρο 5 του Νόμου, σε συνδυασμό με τον Πίνακα και τον ορισμό του όρου «ενδοοικογενειακή βία».

[7] Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 245.

[8] Αλεξάνδρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/17, ημερ. 20.6.22, ECLI:CY:AD:2022:D246.

[9] Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 272.

[10] Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/16, ημερ. 4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.

[11] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

[12] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 40.

[13] Κιλινκαρίδης ν. Δημοκρατίας (2015) 2Α Α.Α.Δ. 277, 280.

[14] Βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ.144.

[15] Βλ. Khalife v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 315.

[16] Βλ. Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77.

[17] Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 328, Jayia v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 232/22, ημερ. 29.9.25, Μ.Θ. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 174, Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας (2005) 2 Α.Α.Δ. 492, 513 και Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 14/20, ημερ. 22.12.21, ECLI:CY:DOD:2021:24.

[18] Βλ. Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 64/23, ημερ. 22.6.23, Συμιλλίδης ν. Νικολάου (2013) 2 Α.Α.Δ. 444.

[19] κ. Α. Αλεξάνδρου, κ. Α. Χρίστου, κ. Α. Γιαλελής.

[20] Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης βλ., μεταξύ άλλων, ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 285, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη (1996) 2 Α.Α.Δ. 267, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 701, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, 361 και Αβραάμ ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 365.

[21] Βλ. Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276, Χατζηξενοφώντος κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 316 και Γρηγορίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 281/22, ημερ. 27.3.23, ECLI:CY:AD:2023:B111 και

[22] Σημειώνουμε σχετικά πως επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης στις υποθέσεις Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/20, ημερ. 28.6.21, ECLI:CY:AD:2021:B284 (καθυστέρηση 12 ετών με μεγάλη καθυστέρηση (4 έτη) κατά τη διερεύνηση), Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/21, ημερ. 3.6.21 (καθυστέρηση 14 ετών: το αδίκημα διαπράχθηκε το 2007, διαπιστώθηκε το 2014, η δίωξη καταχωρήθηκε το 2016 και η ποινή επιβλήθηκε το 2021), Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22 (καθυστέρηση 4 ετών – η παραδοχή ήταν άμεση), Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβελλά, Ποιν. Εφ. 288 και 289/19, ημερ. 12.3.19 (καθυστέρηση 7 και πλέον ετών, με ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου), Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/21, ημερ. 19.1.24, όπου τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2016 και επιβλήθηκε άμεση φυλάκιση το 2024 κατόπιν ανατροπής αθωωτικής απόφασης.

[23] Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 513.

[24] Αδάμου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 494, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1.

[25] Βλ. Walid Al Moustafa v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 98/2021, ημερ. 3.2.23, ECLI:CY:AD:2023:B44.

[26] Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημερ. 27.11.19, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 160.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο