ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ
Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ
Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ
Υπόθεση αρ.: 17413/22
Δημοκρατία
v.
X. Ψ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα, Δικηγόρος της Δημοκρατίας
Για τον Κατηγορούμενο: κα Ε. Λαζαρίδου
Κατηγορούμενος παρών
ΠΟΙΝΗ
(Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών και ως εκ τούτου υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης. Το πρωτότυπο της απόφασης που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στον φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη)
Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, με δική του παραδοχή, σε τρεις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης κατά μέλους της οικογένειας του, της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη και της απειλής. Συγκεκριμένα βρέθηκε ένοχος επί τω ότι:
(α) Στις 19.8.22, στη Λευκωσία, παράνομα επιτέθηκε στη συμβία του, Η.Τ, δηλαδή τη χτύπησε στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2020, Ν.119(Ι)/2000 και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (όγδοη κατηγορία).
(β) Στις 24.10.22, στη Λευκωσία, επιτέθηκε στη συμβία του, Η.Τ., χτυπώντας την με τα χέρια του σε όλο της το σώμα, προκαλώντας σ’ αυτήν πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2021, Ν. 115(Ι)/21 (ένατη κατηγορία).
(γ) Στις 30.9.22, στη Λευκωσία, προκάλεσε τρόμο στη συμβία του, Η.Τ, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «Τωρά εκατάλαβες ποιος εν ο Χ, πρέπει να σε κάμω άχρηστη για να φοάσαι, που τσιμέσα θα φύεις μόνο όταν το αποφασίσω εγώ τζαι με τον τρόπο που το θέλω εγώ», κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 και του άρθρου 5(α) του Νόμου 115(Ι)/21 (δέκατη τρίτη κατηγορία).
Για σκοπούς πληρότητας σημειώνουμε πως μετά την παραδοχή του Κατηγορούμενου στις πιο πάνω κατηγορίες, οι υπόλοιπες δώδεκα κατηγορίες που αντιμετώπιζε ανεστάλησαν από την Κατηγορούσα Αρχή.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, συνοπτικά, έχουν ως εξής:
Η παραπονούμενη, Η.Τ., και ο Κατηγορούμενος διατηρούσαν δεσμό από τον Μάιο του 2022 μέχρι τις 24.10.22 και διέμεναν μαζί σε λυόμενο υποστατικό στο χωριό [ ] της Επαρχίας Λευκωσίας.
Στις 19.8.22, κατόπιν καυγά που έλαβε χώραν στις 18.8.22, η παραπονούμενη ετοίμασε τα πράγματά της με πρόθεση να εγκαταλείψει τη λυόμενη οικία. Αφού ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πρόθεσή της, πλησίασε την παραπονούμενη, άγγιξε το μέτωπό του στο δικό της μέτωπο και της φώναξε «σκατοπουτάνα έννα φύεις και επερίπαιξες με, εγώ αγαπώ σε και εσύ κατέστρεψες με». Η παραπονούμενη τον έσπρωξε με τα χέρια της για να τον απωθήσει και εκείνος πήγε προς το μέρος της και ξεκίνησε να τη χτυπά με τα χέρια του στο πρόσωπό της, με αποτέλεσμα εκείνη να πέσει στο πάτωμα. Όταν ο Κατηγορούμενος σταμάτησε να τη χτυπά, η παραπονούμενη πιάστηκε από τον καναπέ και φώναξε «βοήθεια» και τότε ο Κατηγορούμενος εξήλθε της λυόμενης οικίας.
Στις 30.9.22, αφότου η παραπονούμενη επέστρεψε από την εργασία της, έκανε μπάνιο και είπε στον Κατηγορούμενο ότι θα κοιμηθεί επειδή ήταν κουρασμένη. Μετά από 90 λεπτά περίπου, ο Κατηγορούμενος της φώναξε «τι κάμνεις τσιαμέ» και η παραπονούμενη του απάντησε «τι κάμνω κοιμούμαι». Τότε ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να φωνάζει ότι έμεινε σπίτι και δεν ξέρει τι να κάνει, πήρε τα κλειδιά του οχήματος της παραπονούμενης, κλείδωσε την πόρτα και έφυγε από το σπίτι. Η παραπονούμενη τον πήρε τηλέφωνο και τον παρακάλεσε να της επιστρέψει τα κλειδιά του οχήματός της, και τότε ο Κατηγορούμενος την απείλησε λέγοντας της «τώρα κατάλαβες ποιος εν ο Χ πρέπει να σε κάμω άχρηστη για να φοάσαι» και «που τσιμέσα θα φύεις μόνο όταν το αποφασίσω εγώ τζαι με τον τρόπο που το θέλω εγώ», προκαλώντας της τρόμο ότι θα της κάνει κακό.
Το πρωί της 24.10.22, η παραπονούμενη ντύθηκε και πήρε τα πράγματά της για να φύγει από τη λυόμενη οικία. Ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι θα έφευγε. Αργότερα μίλησαν τηλεφωνικώς και ο Κατηγορούμενος επέμενε να επιστρέψει η παραπονούμενη κοντά του, αλλά η παραπονούμενη του είπε ότι θα πρέπει να σκεφτεί (ο ίδιος) τι της έκανε κατά τη διάρκεια της σχέσης τους. Σε επόμενο τηλεφώνημα και ενόσω η παραπονούμενη βρισκόταν στην εργασία της, ο Κατηγορούμενος τη ρώτησε σε ποιον ανήκει ένα γκρίζο αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από το κομμωτήριο στο οποίο η παραπονούμενη εργαζόταν. Εκείνη του είπε ότι ανήκει σε πελάτη και ο Κατηγορούμενος της απάντησε «μεν μου λαλείς ψέματα ρα σκατοπουτάνα».
Εντός της ίδιας ημέρας, ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να μεταβεί στην οικία του για να πάρει τα πράγματά της. Η παραπονούμενη του είπε να τα πετάξει, αλλά εκείνος της είπε «όι, να έρτεις να τα πιάσεις». Όταν σχόλασε, περί τις 18:00, μετέβη στη λυόμενη οικία για να παραλάβει τα πράγματά της. Ο Κατηγορούμενος της είπε ότι του «έβγαλε το όνομα» με την παραπονούμενη να διερωτάται αν του «έβγαλε το όνομα» επειδή τη χτύπησε. Η συζήτηση έγινε πιο έντονη και ο Κατηγορούμενος της είπε «είσαι σκατοπουτάνα τζαι άξιζε σου τούτο που σου έκαμα». Στη συνέχεια σηκώθηκε από τον καναπέ και ξεκίνησε να χτυπά την παραπονούμενη με τα χέρια του σε όλο της το σώμα. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης της είπε «μωρό μου εντάξει ηρέμισε έτο πάλε εκατάφερες να με κάμεις να σε κάμω άχρηστη» και η παραπονούμενη του φώναξε «φύε που πάνω μου ρε μαλακισμένε». Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να χτυπά την παραπονούμενη με τα χέρια του στο σώμα και στο κεφάλι της. Η παραπονούμενη έβαλε τα χέρια της στο κεφάλι για να προστατευθεί και ο Κατηγορούμενος της φώναζε «είμαι άντρας τώρα εν είμαι πούττος» και «κατάγγειλε με στην αστυνομία τζαι εν να μου τα κνήσουν». Η παραπονούμενη τον παρακαλούσε να σταματήσει να τη χτυπά και ο ίδιος της έλεγε «ρα σκατοπουτάνα σκάσε εν αξίζει μια γυναίκα» και «ξέρεις τι σου αξίζει να σε δείσω πίσω που το αυτοκίνητο τζαι να σε τραβώ μες τα χώματα όσπου να λύσεις ρα βιλλομούτσουνη» και «δεν μπορείς να φανταστείς πόσο κακό μπορώ να σου κάμω». Η παραπονούμενη αποχώρησε από τη λυόμενη οικία περί τις 21:00 και πήρε τηλέφωνο τη μητέρα της. Ακολούθως μετέβη στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γ.Ν. Λευκωσίας και εξετάστηκε από τον Δρ. Χρ. Χαρατσίδη.
Την επόμενη ημέρα, 25.10.22, η παραπονούμενη εξετάστηκε από τον ιατροδικαστή Δρ. Ν. Χαραλάμπους. Κατά την εξέταση, λήφθηκε αριθμός φωτογραφιών που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Α’. Ο Δρ. Χαραλάμπους διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη έφερε τα εξής τραύματα συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε στις 24.10.22:
- Εκδορές προσώπου αριστερά και κάτω από το πιγούνι.
- Εκχύμωση στο εσωτερικό της αριστεράς παρειάς.
- Εκχύμωση με εξοίδηση διαστάσεων 3x2 εκ. στη γενειακή περιοχή (δηλαδή μώλωπα με πρήξιμο στην περιοχή του πηγουνιού).
- Εντυπώματα δακτύλων στην αριστερή παρειακή περιοχή διαστάσεων 12x7 εκ.
- Εκχύμωση διαστάσεων 8x6,5 εκ. στον αριστερό βραχίονα.
- Εκχύμωση στο πτερύγιο του αριστερού αυτιού και εκδορές πίσω από το αριστερό αυτί.
- Εκχύμωση διαστάσεων 5x2,5 εκ. στην αριστερή υπερκλείδια χώρα.
Η παραπονούμενη έφερε επίσης εκχύμωση στο εσωτερικό μέρος του κάτω χείλους, καθώς και εκδορές στο μέτωπο.
Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει εντάλματος σύλληψης την 1.11.22 και την επόμενη ημέρα διατάχθηκε η πενθήμερη προσωποκράτηση του. Στις 4.11.22 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής.
Τα διαπραχθέντα αδικήματα είναι σοβαρά, κάτι το οποίο φαίνεται κατ’ αρχάς από τις ανώτατες ποινές που προνόησε ο νομοθέτης. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της όγδοης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης δύο ετών ή πρόστιμο ύψους €1.708 (Λ.Κ.1.000) ή και οι δύο αυτές ποινές, ενώ για τα αδικήματα της ένατης και της δέκατης τρίτης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης τριών ετών. Αποτελεί δε πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής.[1]
Πέραν των προβλεπόμενων ποινών, η σοβαρότητα του είδους των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, προκύπτει και από την ίδια τη φύση τους. Η σοβαρότητα του αδικήματος της επίθεσης, έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας. Όπως λέχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλος (2001) 2 Α.Α.Δ. 95:
«Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.».
Και στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 327, λέχθηκε ότι:
«Η χρήση τέτοιας έκτασης βίας και μάλιστα σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία και άλλων προσώπων αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Επιεικής μεταχείριση του εφεσείοντος θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή».
Κατά την επιμέτρηση της ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα, λαμβάνεται υπόψη η έκταση της χρήσης βίας καθώς και το κατά πόσον η βία ασκείται σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 581, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ 557, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).
Επισημαίνουμε επίσης πως η όγδοη κατηγορία αφορά αδίκημα που διαπράχθηκε από τον Κατηγορούμενο εναντίον μέλους της οικογένειας του. Η ευαισθησία του νομοθέτη προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια, αντικατοπτρίζεται μέσα από την αύξηση των ποινών που προνοείται στον Νόμο 119(Ι)/2000 όταν αδικήματα του κοινού ποινικού κώδικα διαπράττονται εναντίον μελών της οικογένειας του θύτη. Τέτοια αδικήματα υπονομεύουν και δηλητηριάζουν το θεσμό της οικογένειας και η νομολογία επιτάσσει την τιμωρία τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 219, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2002) 2 Α.Α.Δ. 464, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 272, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφ. 277/18, ημερ. 10.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B179, Ανδρέου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 29/22, ημερ. 23.6.22 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Καλλικά, Ποιν. Έφ. 268/22, ημερ. 30.9.25), ανάγκη που επιτείνεται από το γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά παρουσιάζουν επίμονη έξαρση, όπως πλέον πρόσφατα αναγνωρίστηκε στην Καλλικά, ανωτέρω, στην οποία επανατονίστηκε η αναγκαιότητα «για επιβολή αποτρεπτικών ποινών τόσο σε σχέση με τον αδικοπραγούντα όσο και σε σχέση με τρίτους». Όπως έχει δε λεχθεί στην Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110: «Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων (Selmani κα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κα, ημερ. 5.10.2016).»
Όσον τώρα αφορά στο αδίκημα της απειλής, σημειώνουμε πως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ. 303, επιδοκιμάστηκε η θέση ότι «το ξεκαθάρισμα ή η απειλή για ξεκαθάρισμα οποιωνδήποτε διαφορών, ή η απειλή σαν μέσο για προώθηση οποιωνδήποτε οικονομικών ή άλλων απαιτήσεων, δεν μπορεί να γίνουν ανεκτά υπό όποιες συνθήκες και αν γίνονται». Στην Σπετσιώτης ν. Αστυνομίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 367, η οποία αφορούσε στα αδικήματα της κοινής επίθεσης και της απειλής έγινε αναφορά στην ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοια αδικήματα, τα οποία σχετίζονται και με το δικαίωμα του ανθρώπου σε σωματική ακεραιότητα.
Ως προς το είδος και το ύψος της αρμόζουσας ποινής λαμβάνουμε καθοδήγηση από τη νομολογία.
Στη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 219, επικυρώθηκε η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης 6 μηνών για το αδίκημα της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στη σύζυγο του εφεσείοντα. Το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε επέφερε ως ανώτατη ποινή, την ποινή των 5 ετών.[2] Η επίθεση έγινε αντιληπτή από την ανήλικη κόρη του ζεύγους και εξ αυτής προκλήθηκαν εκδορές στη μύτη και στο ζυγωματικό αριστερά, αιμάτωμα στον αριστερό οφθαλμικό κόγχο και εκχυμώσεις στην αριστερά μασχαλιαία περιοχή της παραπονούμενης. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε ενοχή κατόπιν μερικής ακρόασης, ήταν πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών (τα δύο εκ των οποίων διέμεναν μαζί του), υπέφερε από διάφορα προβλήματα υγείας για τα οποία λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και δεν υπήρξε προσχεδιασμός για τη διάπραξη του αδικήματος, αντίθετα, ενήργησε κάτω από το βάρος συναισθηματικής φόρτισης όταν, ενώ ζητούσε εξηγήσεις από την παραπονούμενη σχετικά με μηνύματα που λάμβανε ότι διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις, εκείνη με έντονο ύφος του ζήτησε διαζύγιο.
Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Καλλικά, Ποιν. Έφ. 268/22, ημερ. 30.9.25, ο εφεσίβλητος αντιμετώπισε τις κατηγορίες της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην πρώην σύζυγο του (με προβλεπόμενη ποινή τα 5 έτη φυλάκισης[3]) και της απειλής. Αρχικώς αρνήθηκε τις κατηγορίες, πλην όμως την ημέρα της ακρόασης άλλαξε την απάντησή του σε παραδοχή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τα γεγονότα της υπόθεσης ως ιδιαιτέρως επιβαρυντικά για τον εφεσίβλητο. Ως εξήγησε, η επίθεση στην οποία ο εφεσίβλητος προέβη ήταν πολύ σοβαρής μορφής και αποτελούσε ευτύχημα ότι η βλάβη στο θύμα περιορίστηκε σε μώλωπες και εκδορές. Κατά την επιβολή ποινής λήφθηκαν υπόψη ακόμα δύο υποθέσεις με επιθέσεις και απειλές ανάλογης σοβαρότητας. Ο εφεσίβλητος ήταν ηλικίας 58 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, πατέρας τριών ενηλίκων παιδιών. Του επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 μηνών στην κατηγορία της επίθεσης και 11 μηνών στην κατηγορία της απειλής, οι οποίες ανεστάλησαν. Ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έφεση που αφορούσε τόσο το ύψος των ποινών όσο και την απόφαση για αναστολή τους. Το Εφετείο, τονίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν άσκηση βίας εντός της οικογένειας, την έξαρση της ενδοοικογενειακής βίας και την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών τόσο σε σχέση με τον αδικοπραγούντα όσο και σε σχέση με τρίτους, αύξησε τις ποινές σε 2 έτη στην κατηγορία της επίθεσης και σε 18 μήνες στην κατηγορία της απειλής. Η απόφαση για την αναστολή των ποινών επικυρώθηκε.
Ως προς το ύψος της αρμόζουσας ποινής για το αδίκημα της απειλής, καθοδήγηση δύναται να αντληθεί από τη νομολογία που σχετίζεται με το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, το οποίο επισύρει την ίδια ανώτατη προβλεπόμενη ποινή με το αδίκημα της απειλής του άρθρου 91Α που εδώ απασχολεί. Στην Αστυνομία ν. Μαυρομμάτη, Ποιν. Έφ. 92/19, ημερ. 22.5.20, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους (καθώς και η απόφαση για αναστολή της) σε λευκού ποινικού μητρώου πρόσωπο ηλικίας 66 ετών, κατόπιν παραδοχής. Στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 282, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 6 μηνών σε πρόσωπο που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, κατόπιν ακρόασης. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ. 303, ποινή φυλάκισης 3 μηνών με αναστολή αυξήθηκε σε άμεση φυλάκιση ενός έτους σε 28χρονο πρόσωπο που βαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Τέλος, στη Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 409, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 4 μηνών σε πρόσωπο που βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες, κατόπιν παραδοχής.
Τονίζουμε πως η παραπομπή στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου γίνεται χωρίς να παραγνωρίζουμε πως η ποινή δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο εν τη εννοία που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου και πρακτική μόνο έχει σημασία ως ενδεικτική του μέτρου της τιμωρίας παρόμοιων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής.[4] Η κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και δεδομένα και έτσι θα κριθεί και η παρούσα.[5]
Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κατατάσσουν αυτήν στις πολύ σοβαρές του είδους της. Από τα γεγονότα αναδεικνύεται αβίαστα η απαξία της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, αφού δείχνουν πρόσωπο που κανένα σεβασμό δεν επέδειξε έναντι της συντρόφου του, εναντίον της οποίας στράφηκε περισσότερες από μία φορές, ασκώντας της λεκτική και σωματική βία, με την τελευταία επίθεση να είναι τόσο σφοδρή και βίαιη που της προκάλεσε πολλαπλές και ουσιαστικές σωματικές βλάβες, στο πρόσωπο και στο σώμα, ως εκτίθενται ανωτέρω, έστω και αν δεν ήταν μόνιμης μορφής. Οι φωτογραφίες που δείχνουν τα τραύματα που της προκάλεσε, ευκόλως αποκαλύπτουν τόσο το εύρος της επίθεσης όσο και της ασκηθείσας βίας, η οποία δεν περιορίστηκε σε μία μεμονωμένη πράξη (λ.χ. ένα σπρώξιμο ή ένα κτύπημα), αλλά σε επανειλημμένα κτυπήματα, κυρίως στο κεφάλι, τα οποία δεν σταμάτησαν παρά τις εκκλήσεις της παραπονούμενης. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι όταν κατά το τελευταίο αυτό περιστατικό η παραπονούμενη του ανέφερε ότι τη χτύπησε (είχε προηγηθεί, υπενθυμίζουμε, η επίθεση της 19.8.22), ο Κατηγορούμενος, ενώ είχε στη διάθεση του άπλετο χρόνο από τις 19.8.22 να αναλογιστεί τις πράξεις του, χωρίς ίχνος μεταμέλειας της είπε ότι είναι «σκατοπουτάνα» (λέξη με την οποία συχνά την αποκαλούσε όπως προκύπτει από τα εκτεθέντα γεγονότα) και ότι της άξιζε αυτό που της έκανε. Για να προχωρήσει στη συνέχεια να επαναλάβει τις αξιόποινες πράξεις του, αυτή τη φορά με περισσότερη ένταση. Καμία δικαιολογία δεν μπορεί να καλύψει τις πράξεις του Κατηγορούμενου∙ η επιλογή της βίας ήταν συνειδητή και άκρως καταδικαστέα. Περαιτέρω, και όσον αφορά την απειλή, οφείλουμε να υποδείξουμε ότι η μεμπτή συμπεριφορά του Κατηγορούμενου επίσης έπετο της προηγηθείσας επίθεσης της όγδοης κατηγορίας (19.8.22) και τονίζουμε τούτο αναδεικνύοντας εν προκειμένω τον εύλογο τρόμο που αισθάνθηκε η παραπονούμενη κατόπιν της απειλής η οποία δεν ήταν κενή περιεχομένου, έχοντας βιώσει προηγουμένως την επίθεση από τον Κατηγορούμενο, ενώ και σε σχέση με αυτή την απειλή πραγμάτωσε μέρος τούτης, κλειδώνοντας την στην οικία και παίρνοντας τα κλειδιά του οχήματός της. Εν τέλει η καθόλα απαράδεκτη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου σε βάρος της ανυπεράσπιστης συμβίας του την οποία απείλησε, εκφόβισε και χτύπησε βάναυσα δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή ούτε από το Δικαστήριο, ούτε και από την κοινωνία γενικότερα.
Παρατηρούμε δε, πως όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών εννέα και δεκατρία, συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις που περιλαμβάνονται στα εδάφια (α) και (β) του άρθρου 11 του Νόμου 115(Ι)/21[6] ο οποίος αναφέρεται στις εκθέσεις αδικημάτων, αφού τα συναφή αδικήματα διαπράχθηκαν κατά συρροή εναντίον της παραπονούμενης, σε διαφορετικές ημερομηνίες, η οποία (παραπονούμενη) κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η σύντροφος του Κατηγορούμενου. Ο εν λόγω Νόμος, ως αναφέρεται στο Προοίμιό του, ψηφίστηκε τόσο προς ευθυγράμμιση της κυπριακής νομοθεσίας με διεθνείς συμβάσεις που η Δημοκρατία κύρωσε, αλλά και επειδή αναγνωρίζεται, πλέον, πως όλες οι μορφές βίας κατά των γυναικών, συνιστούν σοβαρή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μορφή διάκρισης εναντίον των γυναικών με βάση το φύλο τους, η οποία (διάκριση) ανάγεται σε παρωχημένες αντιλήψεις και καμία θέση δεν έχει στη σημερινή κοινωνία.
Ανεξαρτήτως, όμως, όλων των ανωτέρω, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί,[7] αφού στόχος του είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στον δράστη,[8] χωρίς βεβαίως η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[9] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[10]
Λαμβάνουμε συναφώς υπόψιν, ως μετριαστικό παράγοντα προσμετρούμενο υπέρ του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, σε συνδυασμό με την ηλικία του (43 ετών), το οποίο του επιτρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο κάθε δυνατή επιείκεια.[11]
Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψιν το γεγονός ότι έστω και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες. Δεν συμφωνούμε βεβαίως πως η παραδοχή υπό αυτές τις περιστάσεις (και δη τρεισήμισι περίπου έτη μετά την απαγγελία των κατηγοριών και την έναρξη της ακρόασης) μπορεί να θεωρηθεί ως «άμεση» (ως η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του), και να της αποδοθεί η ίδια βαρύτητα που αποδίδεται στην άμεση παραδοχή προσώπου το οποίο ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας παραδέχεται αμέσως τα εγκλήματα του.[12] Εντούτοις, η παραδοχή του λαμβάνεται σίγουρα υπόψιν ως μετριαστικός παράγοντας προσμετρούμενος υπέρ του, αφού αναμφίβολα εξοικονόμησε πολύτιμο δικαστικό χρόνο (με δεδομένο ότι έγινε στα πολύ αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας), εξάλειψε την ανάγκη να δώσει η παραπονούμενη μαρτυρία και να αναγκαστεί να ξαναβιώσει τα όσα έζησε,[13] συνιστά απτό στοιχείο μεταμέλειας και θα αμειφθεί με ανάλογη έκπτωση στην ποινή. Όπως λέχθηκε στη Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, η παραχώρηση έκπτωσης στην ποινή όταν οι αδικοπραγούντες παραδέχονται ενοχή, συνιστά «πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης». Λάβαμε συναφώς υπόψιν και την απολογία του Κατηγορούμενου όπως αυτή μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο μέσω της ευπαίδευτης συνηγόρου του καθώς και το γεγονός ότι αισθάνεται ντροπή και τύψεις για τα όσα έκανε.
Επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε προσχεδιάσει τη διάπραξη των αδικημάτων και ότι τελούσε υπό συναισθηματική φόρτιση κατά τη διάπραξή τους λόγω των καυγάδων που είχαν προηγηθεί μεταξύ του ζεύγους, ως αναφέρθηκε από την Υπεράσπιση και δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, τονίζοντας όμως ότι δεν υποστηρίχθηκε πως οι όποιοι καυγάδες συνιστούσαν πρόκληση. Επί του προκειμένου, αν και συνεκτιμούμε τα ανωτέρω, πρέπει να σημειώσουμε πως είμαστε της γνώμης ότι η εν λόγω συναισθηματική φόρτιση, από όπου και αν πήγαζε, δεν δικαιολογούσε την επίμαχη συμπεριφορά, η οποία υπενθυμίζουμε πως δεν ήταν μεμονωμένη αλλά επαναλαμβανόμενη, με κορύφωση το μένος που επέδειξε στην τελευταία χρονικά επίθεση. Συναποτιμούμε και το γεγονός ότι, ευτυχώς, οι τραυματισμοί της παραπονούμενης δεν προκάλεσαν σε αυτήν κάποια μόνιμη παραμόρφωση, αναπηρία ή ακρωτηριασμό (στην οποία περίπτωση, βεβαίως, μάλλον θα καταλογίζονταν στον Κατηγορούμενο βαρύτερες κατηγορίες), χωρίς να παραβλέπουμε όμως και εδώ, το εύρος των τραυματισμών που προκλήθηκαν, όπως απεικονίζονται στο Τεκμήριο Α’ και αναφέρθηκαν πιο πάνω.
Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, ως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Κατάγεται από τη [ ], από πενταμελή οικογένεια. Μετά την αποφοίτηση του από την Τεχνική Σχολή και την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, εργάστηκε σε διάφορες εταιρείες που ασχολούνται με αλουμίνια και κατασκευές. Από το 2013 διατηρούσε τη δική του εταιρεία με κατασκευές σπιτιών, η οποία ξεκίνησε να υπολειτουργεί μετά την πανδημία και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει οικονομικά. Σήμερα διαμένει σε container στην [ ]. Στόχος του είναι να απευθυνθεί στον προηγούμενο εργοδότη του για να εξεύρει εργασία. Δεν υποφέρει από προβλήματα υγείας, ούτε και προβαίνει σε χρήση ουσιών ή αλκοόλ.
Η εκκρεμότητα της παρούσας επηρέασε τόσο την επαγγελματική όσο και την προσωπική του ζωή και την ψυχολογική του κατάσταση και τον στιγμάτισε στη μικρή κοινωνία στην οποία ζει. Όπως λέχθηκε σχετικώς από τη συνήγορό του, μετά τον χωρισμό του από την παραπονούμενη, συνήψε σχέσεις με δύο κοπέλες οι οποίες πληροφορήθηκαν από τρίτα άτομα για την εκκρεμότητα της παρούσας και τη φύση των κατηγοριών (τα οποία – τρίτα άτομα – αποκάλεσαν τον Κατηγορούμενο «βιαστή») και οι κοπέλες διέκοψαν τη σχέση τους μαζί του, ενώ τόσο στον χώρο εργασίας του όσο και στο χωριό στο οποίο διαμένει έχει ξεσπάσει κύμα κουτσομπολιού και φημών για τον ίδιο και την οικογένεια του και ο Κατηγορούμενος κλείστηκε στον εαυτό του αναμένοντας την εκδίκαση της υπόθεσης. Αν και τα ανωτέρω δεν συνιστούν δημόσιο διασυρμό της έκτασης που συνεκτιμήθηκε στη υπόθεση Αστυνομία ν. Α. Α., Ποιν. Έφ. 4/21 (σχετ. με 5/21), ημερ. 1.7.21 (στην οποία το βίντεο στο οποίο κατεγράφη η διάπραξη των αδικημάτων αναρτήθηκε στο διαδίκτυο), εντούτοις λαμβάνουμε υπόψιν και πιστώνουμε τον Κατηγορούμενο με τον ανάλογο μετριαστικό παράγοντα, ότι, δηλαδή, ένεκα της εκκρεμότητας της παρούσας στην οποία συμπεριλαμβάνονταν σοβαρότατες κατηγορίες οι οποίες εν τέλει ανεστάλησαν, υπέστη ήδη μιας μορφής εξωδικαστηριακή τιμωρία, γεγονός που δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή που θα του επιβληθεί.
Η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης, επικαλείται και την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Σε σχέση με το θέμα τούτο οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπόθεσης, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της καθυστέρησης οφείλεται στον ίδιο τον Κατηγορούμενο,[14] ο οποίος άλλαξε τέσσερεις δικηγόρους (ζητώντας στα ενδιάμεσα χρόνο για να εξεύρει νέο δικηγόρο[15] ή για να εξεταστεί η αίτηση του για νομική αρωγή, χωρίς όμως να επιδεικνύει την αναμενόμενη σπουδή και ανταπόκριση[16]), οι οποίοι υπέβαλαν εκ μέρους του τουλάχιστο πέντε αιτήματα αναβολής της ακροαματικής διαδικασίας,[17] ενώ ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο τρεις φορές[18] με αποτέλεσμα να εκδοθούν ισάριθμα εντάλματα σύλληψης εναντίον του. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως πράγματι έχουν παρέλθει τρεισήμισι περίπου έτη από τη διάπραξη των αδικημάτων και η νομολογία αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό παράγοντα την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος, αφού η χρονική αυτή διάσταση μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και τον αναμορφωτικό της ρόλο, ενώ οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διαρρεύσαν διάστημα μπορεί να αλλάξουν ριζικά.[19] Το αντικειμενικό λοιπόν γεγονός της παρέλευσης αριθμού ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου.[20] Πρέπει βεβαίως να λεχθεί πως σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη καθυστέρησης δεν είναι πάντα αρκετή για να οδηγήσει στην επιβολή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής.[21] Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους της καθυστέρησης, το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μας που να δεικνύει ουσιαστική διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, καθώς και τη σοβαρότητα και τον συνδυασμό των διαπραχθέντων αδικημάτων, κρίνουμε πως η καθυστέρηση αυτή δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής.
Αποτελεί βασικό καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στον δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος.[22]
Η αποστέρηση της ελευθερίας του ατόμου αποτελεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας. Όμως στην προκειμένη περίπτωση, συνεκτιμώντας από τη μια πλευρά τη σοβαρότητα και τον συνδυασμό των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, τις προβλεπόμενες για αυτά ποινές και τη σοβαρότητα των περιστάσεων της παρούσας όπως επισημάνθηκε πιο πάνω, και χωρίς να παραγνωρίζουμε τα ελαφρυντικά στοιχεία που προσμετρούν υπέρ του Κατηγορούμενου ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω, κατάληξη μας είναι πως η μοναδική αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η ποινή της φυλάκισης. Βεβαίως οι μετριαστικοί παράγοντες αν και κρίθηκαν μη ικανοί για να οδηγήσουν στην επιβολή άλλου είδους ποινής, λαμβάνονται εντούτοις υπόψη στον καθορισμό του εύρους της φυλάκισης, το οποίο υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν μεγαλύτερο.
Συνακόλουθα, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(α) Στην όγδοη κατηγορία, ποινή φυλάκισης 5 μηνών.
(β) Στην ένατη κατηγορία, ποινή φυλάκισης 8 μηνών.
(γ) Στην δέκατη τρίτη κατηγορία, ποινή φυλάκισης 8 μηνών.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν μεταξύ τους.
Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε επιπλέον την έκδοση Διατάγματος Αποκλεισμού του Κατηγορούμενου, βάσει των διατάξεων του άρθρου 33(4)[23] του Νόμου 115(Ι)/21, αίτημα στο οποίο η Υπεράσπιση δεν έφερε ένσταση. Χωρίς να παραγνωρίζουμε πως εκκρεμούσης της διαδικασίας ο Κατηγορούμενος δεν επικοινώνησε με την παραπονούμενη (βρισκόταν σε ισχύ, σημειώνουμε, σχετικό προσωρινό διάταγμα), λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα περιστατικά βίας ήταν περισσότερα από ένα και τη μη ύπαρξη ένστασης από πλευράς του Κατηγορούμενου, για σκοπούς προστασίας της παραπονούμενης εκδίδεται Διάταγμα το οποίο θα ισχύει για περίοδο δύο ετών, με το οποίο απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο να πλησιάζει την παραπονούμενη, Η.Τ., σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων ή να επικοινωνεί μαζί της με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο.
Ενόψει της κατάληξης μας σε σχέση με την αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, εγείρεται προς εξέταση το κατά πόσον η ποινή που επιβλήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του Κατηγορούμενου ή κατά πόσον η ποινή θα πρέπει να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ΄ όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, ο οποίος παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλε εάν κρίνει ότι αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (άρθρο 3(2) του Νόμου). Αυτή ήταν, άλλωστε, η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του.
Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία.[24] Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών και η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής.[25] Το Δικαστήριο, αποφασίζοντας ως προς το εάν ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, θεωρεί εκ νέου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές περιστάσεις του δράστη και αποδίδει «διπλή βαρύτητα» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του για την αναστολή ή όχι της ποινής.[26] Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της ποινής φυλάκισης δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής,[27] και «κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής»[28] ή αν η αναστολή της «θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία και τους επίδοξους παραβάτες».[29]
Αποτιμούμε εκ νέου το σύνολο των όσων ανωτέρω αναφέραμε, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που προσμετρούν υπέρ του Κατηγορούμενου, του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων καθώς και τις προσωπικές του περιστάσεις και συνυπολογίζουμε εκ δευτέρου όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες, ως η νομολογία επιτάσσει, χωρίς να τους επαναλαμβάνουμε χάριν οικονομίας. Υπό τις περιστάσεις, η σοβαρότητα των διαπραχθέντων από τον Κατηγορούμενο αδικημάτων, η ωμότητα των ενεργειών του, το επαναλαμβανόμενο της συμπεριφοράς του, τα πολλαπλά τραύματα που προκάλεσε στην παραπονούμενη και η έξαρση στη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με βία εναντίον των γυναικών και ενδοοικογενειακή βία, δεν μπορεί να υποχωρήσει μπροστά στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου και των λοιπών μετριαστικών παραγόντων με τους οποίους πιστώθηκε και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται άλλη αντιμετώπιση πλην της επιβολής άμεσης ποινής φυλακίσεως σε αυτόν. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης θα εξέπεμπε κατά την κρίση μας λανθασμένα μηνύματα σε ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση επίδοξων παραβατών και ταυτόχρονα θα έπληττε την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και θα αποδυνάμωνε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών που θα πρέπει να επιβάλλονται σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης,[30] εξουδετερώνοντας σημαντικά την απαξία τέτοιων συμπεριφορών.[31] Ως εκ τούτου, καταλήγουμε πως η αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο δεν αρμόζει στην παρούσα.
Συνεπώς η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε να είναι άμεση. Το εκδοθέν Διάταγμα Αποκλεισμού διάρκειας δύο ετών, θα τεθεί σε ισχύ την ημερομηνία αποφυλάκισης του.
Τα τεκμήρια 1 έως 8 και 11 έως 14 επί του καταλόγου τεκμηρίων (αρ. μητρώου τεκμηρίων 64/2022) να καταστραφούν. Τα τεκμήρια 9 και 10 επί του ίδιου καταλόγου, να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους.
Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο, τα έξοδα ύψους €30 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
(Υπ.)........................................
Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ
(Υπ.)........................................ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ
(Υπ.)........................................ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ., μεταξύ άλλων, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ates, Ποιν. Έφ. 234/24, ημερ. 25.2.25.
[2] Προφανώς στην υπόθεση εκείνη η κατηγορία βασίστηκε στο άρθρο 3(4) του Νόμου 119(Ι)/2000 και όχι στο άρθρο 243 του Κεφ. 154 στο οποίο βασίζεται η κατηγορία στην παρούσα υπόθεση.
[3] Και σε αυτή την υπόθεση η κατηγορία βασίστηκε προφανώς στο άρθρο 3(4) του Νόμου 119(Ι)/2000.
[4] Αδάμου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 494.
[5] Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημερ. 27.11.19, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 160.
[6] 11. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση των εξουσιών του προς επιμέτρηση και επιβολή ποινής για αδίκημα βίας κατά γυναίκας, λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντικές, εφόσον δεν αποτελούν ήδη μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, τις ακόλουθες περιστάσεις:
(α) το αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου από πρώην ή νυν σύζυγο ή σύντροφο ή μέλος της οικογένειάς του ή από πρόσωπο που συζεί ή συζούσε με το θύμα ή από πρόσωπο το οποίο έχει καταχραστεί ή εκμεταλλευτεί θέση εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής·
(β) το αδίκημα ή τα συναφή αδικήματα διαπράχθηκαν κατά συρροή∙
(γ) το αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου το οποίο είναι σε ευάλωτη θέση συνεπεία διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης ή κατά γυναίκας η οποία εγκυμονούσε κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος ή που τελούσε υπό άλλες ειδικές συνθήκες∙
(δ) το αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον ή στην παρουσία παιδιού, ήτοι εντός του οπτικού ή ακουστικού πεδίου αυτού∙
(ε) το αδίκημα διαπράχθηκε από δύο (2) ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούντα από κοινού∙
(στ) του αδικήματος προηγήθηκε η άσκηση ακραίας βίας, εξαναγκασμού ή απειλής ή αυτό συνοδεύθηκε από τέτοια βία, εξαναγκασμό ή απειλή∙
(ζ) το αδίκημα διαπράχθηκε με τη χρήση ή υπό την απειλή όπλου ή άλλου επικίνδυνου αντικειμένου·
(η) το αδίκημα είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρής βλάβης στο θύμα∙
(θ) ο καταδικασθείς προηγουμένως είχε καταδικαστεί για αδίκημα της ίδιας φύσεως∙
(ι) το αδίκημα διαπράχθηκε από δημόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του:
Νοείται ότι, … … ....»
[7] Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 245.
[8] Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 272.
[9] Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/16, ημερ. 4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.
[10] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.
[11] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 40.
[12] Μιχαήλ v. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 329.
[13] Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 61/20 (σχετ. με 64/20), ημερ. 14.7.22.
[14] Βλ. Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 64/23, ημερ. 22.6.23.
[15] 9.1.24 – 26.9.24, 2.4.25 – 29.4.25, 22.9.25 – 3.11.25.
[16] Βλ. πρακτικά ημερ. 16.4.25 και την επιστολή του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 15.4.25.
[17] 21.3.23, 10.7.23, 10.10.23, 2.4.25, 11.6.25.
[18] 26.3.24, 26.9.24, 20.1.25.
[19] Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης βλ., μεταξύ άλλων, ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 285, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη (1996) 2 Α.Α.Δ. 267, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 701, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, 361 και Αβραάμ ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 365.
[20] Βλ. Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276, Χατζηξενοφώντος κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 316 και Γρηγορίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 281/22, ημερ. 27.3.23, ECLI:CY:AD:2023:B111 και
[21] Σημειώνουμε σχετικά πως επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης στις υποθέσεις Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/20, ημερ. 28.6.21, ECLI:CY:AD:2021:B284 (καθυστέρηση 12 ετών με μεγάλη καθυστέρηση (4 έτη) κατά τη διερεύνηση), Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/21, ημερ. 3.6.21 (καθυστέρηση 14 ετών: το αδίκημα διαπράχθηκε το 2007, διαπιστώθηκε το 2014, η δίωξη καταχωρήθηκε το 2016 και η ποινή επιβλήθηκε το 2021), Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22 (καθυστέρηση 4 ετών – η παραδοχή ήταν άμεση), Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβελλά, Ποιν. Εφ. 288 και 289/19, ημερ. 12.3.19 (καθυστέρηση 7 και πλέον ετών, με ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου), Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/21, ημερ. 19.1.24, όπου τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2016 και επιβλήθηκε άμεση φυλάκιση το 2024 κατόπιν ανατροπής αθωωτικής απόφασης.
[22] Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 513.
[23] «33.-(1) Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει εναντίον προσώπου το οποίο κατηγορείται για αδίκημα βίας κατά γυναίκας, διάταγμα με ισχύ για τέτοια περίοδο και υπό τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατόν να θέσει, με το οποίο να απαγορεύει στον κατηγορούμενο να εισέρχεται ή να πλησιάζει σε συγκεκριμένη απόσταση ή να παραμένει στην κατοικία ή στον χώρο διαμονής του θύματος ή πλησιάζει αυτό στον χώρο εργασίας του ή σε άλλο χώρο το οποίο θα αποφασίσει:
(2) Το Δικαστήριο ακούει τις απόψεις του κατηγορουμένου, του θύματος ή εκπροσώπου αυτού και οποιουδήποτε άλλου προσώπου το οποίο επηρεάζεται από την έκδοση του διατάγματος αποκλεισμού εκτός εάν δεν κρίνεται σκόπιμο να καταθέσουν εναντίον του κατηγορουμένου συγκεκριμένα πρόσωπα, καθώς και τις απόψεις των εμπλεκόμενων υπηρεσιών.
(3) Ο κατηγορούμενος δύναται να ζητήσει αναθεώρηση ή ακύρωση του διατάγματος κατά την εκπνοή της καθοριζόμενης σε αυτό περιόδου.
(4) Διάταγμα αποκλεισμού δύναται να επιβληθεί και αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής ή μαζί με άλλες ποινές τις οποίες το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου Νόμου.
(5) Πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα αποκλεισμού και το οποίο, ενώ το εν λόγω διάταγμα βρίσκεται σε ισχύ, παραβαίνει οποιονδήποτε από τους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτό, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη.»
[24] Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22.
[25] Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930.
[26] Ibid.
[27] Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημερ. 17.10.16, Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 449, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 27/16, ημερ. 19.7.16, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583.
[28] Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, Κυπρίζογλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.17, ECLI:CY:AD:2017:B465.
[29] Ξενοφώντος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/24, ημερ. 19.7.24.
[30] Πωλ Σώζου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 12/16, ημερ. 29.3.16 και Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημερ. 17.10.16.
[31] Στην Ανδρέου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 29/22, ημερ. 23.6.22 η οποία αφορούσε ενδοοικογενειακή βία λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πρόδηλο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κατά πόσο θα ανέστελλε την ποινή, προσέδωσε βαρύτητα στο στοιχείο της γενικής αποτροπής, εκτιμώντας ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης θα εξουδετέρωνε σημαντικά την απαξία τέτοιων συμπεριφορών (Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.121/2017, ημερ.21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311) παράμετρος επιτρεπτή και δικαιολογημένη στα περιστατικά της υπόθεσης (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, 939, Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ.9/2021, ημερ.29.7.2021 και Achraf v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.156 &157/2021, ημερ.15.4.2022). Καταλήγουμε πως ούτε εδώ υπάρχει περιθώριο παρέμβασης μας.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο