Δημοκρατία ν. Α. X., Αρ. Υπόθεσης: 16929/22, 27/1/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Α. X., Αρ. Υπόθεσης: 16929/22, 27/1/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:  Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ

             Μ. Θεοκλήτου,  Α.Ε.Δ

                      Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ

 

 

                                                            Δημοκρατία

 

v.

 

                                                       Α. X.

  Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 27η Ιανουαρίου 2026

Κατηγορούμενος παρών

 

(Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου και υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης. Το πρωτότυπο της απόφασης που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στον φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη).

 

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ


Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει οκτώ κατηγορίες. Το σύνολο τούτων φέρει την ίδια έκθεση αδικήματος, δηλαδή· σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(4)(α), 14 και 34, του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 όπως τροποποιήθηκε. Οι ιδιαίτερες λεπτομέρειες της κάθε κατηγορίας αναφέρουν τα ακόλουθα:


Πρώτη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, την 13η Μαΐου 2021 στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν.  από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή την αγκάλιασε, τη φίλησε στον λαιμό και αποπειράθηκε να τη φιλήσει στο στόμα.


Δεύτερη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στα Λατσιά  της Επαρχίας Λευκωσίας, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή έβαλε τα χέρια του μέσα στην μπλούζα της και της έπιασε το στήθος.


Τρίτη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με τα χέρια του τη χαΐδεψε στο πόδι και στο στήθος πάνω από τα ρούχα.


Τέταρτη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτήν που αναφέρεται στις κατηγορίες 2 και 3, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με την πρόφαση ότι θα της έκανε μασάζ έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελόνι της, της έπιασε τα οπίσθια και την άγγιξε στα γεννητικά της όργανα.


Πέμπτη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στα Λατσιά  της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στις κατηγορίες 2, 3 και 4, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με την πρόφαση ότι θα της έκανε μασάζ της έπιασε τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα της.

 

Έκτη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στον Λυθροδόντα της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στις κατηγορίες 2, 3, 4, και 5, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με την πρόφαση ότι θα της έκανε μασάζ της έπιασε τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα της.


Έβδομη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στον Λυθροδόντα της Επαρχίας Λευκωσίας, σε άλλη περίπτωση από αυτή που αναφέρεται στις κατηγορίες 2, 3, 4, 5 και 6, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή με την πρόφαση ότι θα της έκανε μασάζ της έπιασε τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα της.

 

Όγδοη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στην Παλλουριώτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή ενώ προσπαθούσε να της διορθώσει τη στάση της, πήγε από πίσω της ακουμπώντας τα γεννητικά του όργανα στο σώμα της.

 

Προς απόδειξη των κατηγοριών η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο εννέα μάρτυρες. Τούτοι είναι οι ακόλουθοι: αστ. 1714 (Μ.Κ.1), Ι.Ν. (Μ.Κ.2), Ζ.Α. (Μ.Κ.3), Τ.Χ. (Μ.Κ.4), αστ. 3400 (Μ.Κ.5), Χ.Ν. (Μ.Κ.6), Τ.Α. (Μ.Κ.7), Β.Χ. (Μ.Κ.8) και Λ.Μ. (Μ.Κ.9). Από την άλλη, όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Ακολούθως, κάλεσε και τρεις μάρτυρες υπεράσπισης, συγκεκριμένα τη Θ.Τ. (Μ.Υ.1), τον Η.Κ. (Μ.Υ.2) και τον Θ.Μ. (Μ.Υ.3). Προστίθεται περαιτέρω πως οι δύο πλευρές προέβησαν και σε παραδεκτά γεγονότα, τα οποία έθεσαν εγγράφως στο Δικαστήριο και είναι τούτα το έγγραφο Α.

 

Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνουμε ότι από την αντιμετώπιση που έτυχε η προσκομισθείσα μαρτυρία, τόσο από την κατηγορούσα αρχή όσο και από την υπεράσπιση, παρέχεται ασφάλεια να προβούμε, έστω σε αδρές γραμμές, σε σκιαγράφηση των γεγονότων που δεν έτυχαν αμφισβήτησης, προλογίζοντας τρόπον τινά τα όσα ακολουθούν. Εν προκειμένω παραπονούμενη είναι η I.N (στη συνέχεια η παραπονούμενη) η οποία γεννήθηκε την 06/05/2005 και είναι θυγατέρα των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.8. Επιπλέον, γεγονός συνιστά ότι από την ηλικία των έξι, περίπου, ετών, μέχρι και την 13/05/2021, η παραπονούμενη ήταν μαθήτρια του κατηγορούμενου στη σχολή καράτε που διατηρεί ο τελευταίος. Μάλιστα, για την ίδια, περίπου, περίοδο, ήταν μαθήτρια και της θυγατέρας του κατηγορούμενου, δηλαδή της Μ.Υ.1, η οποία είναι δασκάλα χορού. Τα μαθήματα χορού που η παραπονούμενη παρακολουθούσε με τη θυγατέρα του κατηγορούμενου, λάμβαναν χώρα στο ίδιο κτήριο που στεγάζεται και η  σχολή του πατέρα της και συγκεκριμένα στον επάνω όροφο, δηλαδή στην Παλλουριώτισσα. Το εν λόγω κτήριο απαρτίζεται από ισόγειο και ανώγειο κατά πώς απεικονίζεται στις φωτογραφίες που λήφθηκαν εξωτερικά του χώρου και αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 7 ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα μαθήματα καράτε διεξάγονταν στο ισόγειο, ενώ τα μαθήματα χορού στο ανώγειο. Επίσης, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στο ισόγειο, σε ειδικά διαρρυθμισμένο χώρο, βρισκόταν και φυσιοθεραπευτήριο, το οποίο λειτουργεί ο υιός του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι φυσιοθεραπευτής, δηλαδή ο Μ.Υ.2. Πέραν της ιδιότητας του φυσιοθεραπευτή ο υιός του κατηγορούμενου είναι και αυτός δάσκαλος καράτε, εντούτοις αναμφισβήτητο είναι πως πλην μίας περιόδου που δεν εμπίπτει στον επίδικο χρόνο (έτος 2018), ο Μ.Υ.2 δεν παρέδιδε μαθήματα καράτε στην παραπονούμενη. Περαιτέρω, γεγονός είναι πως για κάποιο χρόνο που εμπίπτει στην επίδικη περίοδο, δηλαδή τα έτη 2019 με 2021 που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των υπό κρίση κατηγοριών, μαζί με την παραπονούμενη στην ίδια τάξη καράτε στη σχολή στην Παλλουριώτισσα, μαθήματα τύγχανε κάποτε να παρακολουθεί και η νεαρότερη αδελφή της. Εντέλει, άλλο ένα αναμφισβήτητο γεγονός είναι πως για μέρος του χρόνου που εμπίπτει στον επίδικο, ο κατηγορούμενος διατηρούσε άλλες δύο σχολές, εν προκειμένω ενοικίαζε χώρο από υφιστάμενες σχολές εκτός Λευκωσίας και συγκεκριμένα στα Λατσιά και στον Λυθροδόντα.

 

Πέραν των ανωτέρω η μαρτυρία θέλει την παραπονούμενη να προβαίνει σε αποκάλυψη μέρους των αιτιάσεών της την 14/05/2021, στον ψυχολόγο που την παρακολουθούσε, εν προκειμένω τον Μ.Κ.9. Ακολούθησε ενημέρωση των γονέων της παραπονούμενης (Μ.Κ.4 και Μ.Κ.8) από τον ψυχολόγο (Μ.Κ.9) και στη συνέχεια καταγγελία των γονέων σε αστυνομικό σταθμό. Πέραν από την καταγγελία των γονέων και ο ψυχολόγος (Μ.Κ.9) προέβη σε σχετική καταγγελία. Αρχικά μετέβη στο ΤΑΕ Λευκωσίας και υπέβαλε προφορικώς την καταγγελία του, ότε και ενημερώθηκε το κλιμάκιο διερεύνησης αυτού του είδους υποθέσεων και ακολούθως, συνέταξε έκθεση την οποία απέστειλε  και είναι τούτη η επιστολή ημερομηνίας 15/05/2021, δηλαδή το τεκμήριο 43. Αυτές οι δύο καταγγελίες αποτέλεσαν το έναυσμα για διερεύνηση των ισχυρισμών της παραπονούμενης από την αστυνομία. Πλείστες δε από τις ενέργειες στις οποίες προέβη η αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, εμφαίνονται στο περιεχόμενο του εγγράφου Α, δηλαδή τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου παρατίθενται αυτούσια.

 

                    «1. Η Αστ. 3400 (μάρτυρας 15 επί του κατηγορητηρίου) υπηρετούσε στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και συγκεκριμένα στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια, Κακοποίησης Ανήλικων και Ελλειπόντων Προσώπων. Είναι μέλος της ανακριτικής ομάδας για τη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικων και είναι ειδικά εκπαιδευμένη στην τεχνική συνέντευξης του National Children's Advocacy Center για τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, ως επίσης και στη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικων.


2. Στις 17/05/2021 και μεταξύ των ωρών 16.12‑16.56 η Αστ. 3400 (μάρτυρας 15 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την
I.N., (εφεξής «η παραπονούμενη»), στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων που βρίσκεται στο «Σπίτι του Παιδιού» στη Λευκωσία. Η κατάθεση λήφθηκε κατόπιν γραπτής συγκατάθεση που δόθηκε από τον πατέρα της, B.X. (μάρτυρα επί του κατηγορητηρίου 4) και την οποία συνυπέγραψε και η Κοινωνική Λειτουργός από το Σπίτι του Παιδιού» Λ.Ο. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 6). Η δήλωση ανακριτή προς συνοδό πριν την οπτικογράφηση ημερομηνίας 17/05/2021 και η γραπτή συγκατάθεση συνοδού/κηδεμόνα θύματος/μάρτυρα ημερομηνίας 17/05/2022, κατατίθενται ως Τεκμήρια 1 και 2.


3. Ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) υπηρετούσε στην Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προσώπων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και πιο συγκεκριμένα στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανήλικων και είναι ειδικά εκπαιδευμένος στην τεχνική συνέντευξης το
National Children's Advocacy Center και τη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, ως επίσης και στη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικων. Κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης την 17/05/2021, χειρίστηκε στη συσκευή οπτικογράφησης, που βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο από όπου λήφθηκε η κατάθεση.


4. Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης, ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) αφού έθεσε σε αυτούς τα διακριτικά Π.Κ‑1, με αρίθμηση 1‑3 στους τρεις πρωτότυπους ψηφιακούς δίσκους (
DVD) τους τοποθέτησε σε πλαστική θήκη και τους σφράγισε με ειδική ταινία. Η κάθε ταινία σφράγισης φέρει την υπογραφή του, την υπογραφή της Αστ. 3400 (μάρτυρας 15 επί του κατηγορητηρίου), την υπογραφή της Κοινωνικής Λειτουργού από το «Σπίτι του Παιδιού» Λ.Ο. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 6), καθώς επίσης και του πατέρα της ανήλικης παραπονούμενης, Β.Χ. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 4). 


5. Στις 21/05/2021 ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) ξεσφράγισε τον ψηφιακό δίσκο Π.Κ.1 με αριθμό 3 της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης και άρχισε την απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης, διαδικασία που ολοκληρώθηκε την 23/05/2021. Μετά το πέρας της απομαγνητοφώνησης, τοποθέτησε τον εν λόγω ψηφιακό δίσκο σε φάκελο μαζί με τους άλλους δύο και σφράγισε τον φάκελο με ταινία τεκμηρίων επί της οποίας υπέγραψε. Ο φάκελος με τους τρεις δίσκους παραδόθηκε στην Αστ. 3400 (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου). Η απομαγνητοφώνηση αποδίδει την κατάθεση και δεν έχει αφαιρεθεί ή προστεθεί οτιδήποτε σε ότι λέχθηκε κατά την οπτικογράφηση και δεν έγινε οποιαδήποτε αλλοίωση της οπτικογράφησης.


6. Αντίγραφο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης της παραπονούμενης παραδόθηκε στον Β.Χ. (μάρτυρα επί του κατηγορητηρίου 4) από την Αστ. 3400 (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου) την 23/05/2021. Σχετική απόδειξη παράδοσης της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης κατατίθεται ως Τεκμήριο 3.


7. Κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, τηρήθηκαν οι κανόνες λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης όπως προβλέπονται στο Αρ. 10 του Περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου. Οι 3 ψηφιακοί δίσκοι έχουν το ίδιο περιεχόμενο και αποτελούν την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, δημιουργήθηκαν ορθά, αποδίδουν σε αυτούς πιστώς την κατάθεση, δεν έγινε οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση και βρίσκονταν υπό την ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας μέχρι και την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο.


8. Οι 3 ψηφιακοί δίσκοι με διακριτικά Π.Κ.1, με αρίθμηση 1‑3, και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο κατατίθενται ως μέρος της κυρίως εξέτασης της παραπονούμενης.


9. Στις 29/05/2021 και μεταξύ των ωρών 08:45‑09:19, στην οδό [  ]  στον Λυθροδόντα και στην οδό [  ] στα Λατσιά, ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε αριθμό φωτογραφιών σχετικά με την υπόθεση στην παρουσία και καθ' υπόδειξη της Αστ. 3400 (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου). Την 05/08/2021, χωρίς να αφαιρέσει ή να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε στο περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες), ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) αντέγραψε τις φωτογραφίες που έλαβε σε ένα ψηφιακό δίσκο. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν και κατατίθενται ως Τεκμήριο 6.


10. Στις 20/06/2021 και μεταξύ των ωρών 09: 43‑ 09: 53, στην οδό [ ] στην Παλλουριώτισσα ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε αριθμό φωτογραφιών σχετικά με την υπόθεση στην παρουσία και καθ' υπόδειξη της Αστ. 3400  (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου). Την 05/08/2021, χωρίς να αφαιρέσει ή να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε στο περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες), ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) αντέγραψε τις φωτογραφίες που έλαβε σε ένα ψηφιακό δίσκο. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν και κατατίθενται ως Τεκμήριο 7.


11. Στις 02/07/2021 και μεταξύ των ωρών 14:36‑15:02, στην οδό [   ] στα Λατσιά, ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε αριθμό φωτογραφιών σχετικά με την υπόθεση στην παρουσία και καθ' υπόδειξη της Αστ. 3400 (μάρτυρα 15 επί του κατηγορητηρίου). Την 05/08/2021, χωρίς να αφαιρέσει ή να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε στο περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες), ο Αστ. 1714 (μάρτυρας 17 επί του κατηγορητηρίου) αντέγραψε τις φωτογραφίες που έλαβε σε ένα ψηφιακό δίσκο. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν και κατατίθενται ως Τεκμήριο 8.


12. Η Λ.Ο. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 6) είναι κοινωνική λειτουργός στο «Σπίτι του Παιδιού». Την 17/05/2021, πριν από την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, υπέγραψε στο έντυπο της γραπτής συγκατάθεσης που της έδωσε ο πατέρας της παραπονούμενης, Β.Χ, για να ληφθεί κατάθεση από την παραπονούμενη. Κατά την λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης, η Λ.Ο. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 6) βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο και μετά το τέλος της, υπέγραψε στους ψηφιακούς δίσκους που περιέχουν την κατάθεση της παραπονούμενης.


13. Ο Δρ Κ.Τ. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 12) είναι ιατροδικαστής και εξέτασε την παραπονούμενη στις 21/05/2021 μεταξύ των ωρών 15:30‑15:55 και προέβη στα ακόλουθα ιατροδικαστικά ευρήματα: πολλαπλές και παράλληλες εκδορές (περίπου 22) διαστάσεων 7Χ5 εκ. στην περιοχή του αριστερού καρπού.


14. Η Αστ. 4875 (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 14) υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και συγκεκριμένα στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια, Κακοποίησης Ανήλικων και Ελλειπόντων Προσώπων. Στις 21/05/2021 και μεταξύ των ωρών 15:41‑15:48 στο Αρχηγείο Αστυνομίας, καθ' υπόδειξη του Δρ. Κ.Τ. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 12), έλαβε αριθμό φωτογραφιών από σημάδια αυτοτραυματισμού στα χέρια της παραπονούμενης. Στις 22/05/2021 στο Αρχηγείο Αστυνομίας, χωρίς να αφαιρέσει ή να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε στο περιεχόμενο της κάρτας μνήμης (φωτογραφίες), αντέγραψε τις φωτογραφίες που έλαβε κατά την διάρκεια της ιατροδικαστικής εξέτασης της παραπονούμενης, σε ένα ψηφιακό δίσκο. Οι εν λόγω φωτογραφίες εκτυπώθηκαν και κατατίθενται ως Τεκμήριο 9.


15. Ο Θ.Ν. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 5) ήταν διευθυντής του Παγκύπριου Γυμνασίου όπου φοιτούσε η παραπονούμενη. Αναφέρει ότι η παραπονούμενη ήταν στην 1η τάξη του Λυκείου, αργούσε να προσέλθει στο σχολείο, φαινόταν κουρασμένη και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες των μαθημάτων. Παρέδωσε στην Αστυνομία το απολυτήριο Γυμνασίου της παραπονούμενης και το δελτίο προόδου του πρώτου τετραμήνου της Α' τάξης Λυκείου τα οποία κατατίθενται ως Τεκμήρια 10 και 11.»

 

Πέραν των ανωτέρω τεκμηρίων που κατατέθηκαν βάσει των παραδεκτών γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίστηκε και το τεκμήριο 4, δηλαδή τρεις ψηφιακοί δίσκοι με διακριτικά Π.Κ.1 και αρίθμηση 1 έως 3 που περιέχουν την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, καθώς και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο τούτης, το οποίο προέκυψε κατά τον τρόπο που εξηγείται στα παραδεκτά γεγονότα. Το απομαγνητοφωνημένο κείμενο είναι το τεκμήριο 5.

 

Όλα τα ανωτέρω προκύπτοντα είτε από παραδεκτά γεγονότα είτε από αναμφισβήτητη μαρτυρία, υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα που δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας.

 

Πέραν των πιο πάνω και για χάριν ολοκλήρωσης των όσων προκύπτουν από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο Δικαστήριο, παρεμβάλλουμε ότι κατόπιν αιτήματος της κατηγορούσας αρχής και παρά την ένσταση της υπεράσπισης, η παραπονούμενη κρίθηκε ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας και περαιτέρω, η μαρτυρία της να δοθεί στην απουσία του κατηγορούμενου, για τον οποίο δόθηκαν οδηγίες μεταφοράς του σε άλλη αίθουσα και παρακολούθηση της δικαστικής διαδικασίας μέσω κλειστού κυκλώματος. Σχετική εν προκειμένω είναι η ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε την 28/03/2025. Πέραν των ανωτέρω, αφότου ο Μ.Κ.1 (σημειώνουμε ότι βάσει των παραδεκτών γεγονότων τούτος είναι το πρόσωπο που χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης) αποσφράγισε το τεκμήριο 4 και πρόβαλε στο Δικαστήριο την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, η κατηγορούσα αρχή αιτήθηκε όπως η εν λόγω μαρτυρία αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης τούτης. Το εν λόγω αίτημα βρήκε σύμφωνη και την υπεράσπιση και εδραζώμενοι σε όλα τα ανωτέρω, καταλήξαμε ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 του σχετικού νόμου και ως εκ τούτου το αίτημα εγκρίθηκε. Κατ’ επέκταση, τα όσα ακολουθούν σε σχέση με τη μαρτυρία της παραπονούμενης παραπέμπουν στο τεκμήριο 5, δηλαδή το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της μαρτυρίας της, εκτός άλλης ειδικής αναφοράς στην οπτικογραφημένη κατάθεση (τεκμήριο 4).

 

Ως πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή κλήθηκε ο αστ. 1714 και επαναλαμβάνουμε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα τούτος είναι το πρόσωπο που χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Πέραν της αποσφράγισης του φακέλου που περιέχει τους τρεις ψηφιακούς δίσκους που ετοίμασε και της προβολής του περιεχομένου του ψηφιακού δίσκου (αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 4), η κατηγορούσα αρχή δεν έθεσε κάποια άλλη ερώτηση στον μάρτυρα. Η υπεράσπιση ήταν που έθεσε στον μάρτυρα το τεκμήριο 12, δηλαδή ημερολόγιο ενεργείας, από το οποίο αναγνώρισε δηλώσεις στις οποίες προέβη η παραπονούμενη στην παρουσία του κατά τον χρόνο υποδείξεων σκηνών. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η παραπονούμενη «έδειχνεν μας τον τόπο και έβγαλα φωτογραφίες» και πρόσθεσε πως τα εκεί αναφερόμενα είναι τα λόγια της παραπονούμενης, τα οποία κατέγραψε η συνάδελφός του.

 

Η Μ.Κ.5, αστ. 3400, ανέφερε ότι ήταν η εξεταστής της υπόθεσης. Πέραν των όσων ήδη προκύπτουν από τα ανωτέρω παραδεκτά γεγονότα, η μάρτυρας ερωτήθηκε σε σχέση με τη δεύτερη ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 19) και ανέφερε ότι λήφθηκε κατόπιν απαίτησης του ιδίου χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποιο γεγονός. Της ζητήθηκε και παρουσίασε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας, εν προκειμένω το τεκμήριο 24 και εξήγησε τις περιστάσεις ετοιμασίας τούτου. Όπως ανέφερε, η μητέρα της παραπονούμενης έκανε αναφορά σε μία φίλη της θυγατέρας της, ονόματι Σ., με την οποία επικοινώνησε (η Μ.Κ.5) και συνομίλησε με τον πατέρα της καθότι ήταν ανήλικη, ο οποίος της ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να δώσει γραπτή συγκατάθεση για να ληφθεί γραπτή κατάθεση από τη θυγατέρα του, εντούτοις δεν είχε πρόβλημα να μιλήσει η αστυφύλακας (Μ.Κ.5) με τη θυγατέρα του προφορικά και να της αναφέρει αν γνωρίζει οτιδήποτε. Είναι αυτή την ενέργεια που η Μ.Κ.5 κατέγραψε στο σχετικό ημερολόγιο (τεκμήριο 24), καθώς και το περιεχόμενο της συνομιλίας που προφορικώς είχε με την αναφερόμενη ανήλικη. Εν προκειμένω, η εν λόγω ανήλικη της ανέφερε ότι πριν τρεις μήνες περίπου η παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι ο προπονητής της στο καράτε την έπαιρνε μαζί του με το αυτοκίνητο και «ότι την παρενοχλούσε στο σώμα της». Πρόσθεσε ακόμη πως η παραπονούμενη της ζήτησε να μην το πει αυτό σε κανέναν και περαιτέρω, της ανέφερε ότι ούτε και η ίδια είχε πρόθεση να το αποκαλύψει «γιατί θα είχε προβλήματα». Τέλος, η ανήλικη ανέφερε στη Μ.Κ.5 ότι μία φορά που η παραπονούμενη έμεινε στο σπίτι της, δεν θυμάται πότε ακριβώς, ήρθε ο προπονητής της και την πήρε. Δεν τον είδε αλλά άκουσε την παραπονούμενη που μίλησε προηγουμένως μαζί του τηλεφωνικώς και συνεννοήθηκαν, καθώς ότι την αποκάλεσε «αγάπη μου». Πέραν των ανωτέρω η Μ.Κ.5 παρουσίασε άλλο ένα ημερολόγιο ενεργείας, εν προκειμένω το τεκμήριο 25, το περιεχόμενο του οποίου αφορά τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον ψυχολόγο που παρακολουθούσε την παραπονούμενη, δηλαδή τον Μ.Κ.9. Αυτό που η Μ.Κ.5 ανέφερε σε σχέση με τούτη την ενέργεια, είναι ότι ήθελε να προβεί σε κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις προς τον Μ.Κ.9. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 25, όταν επικοινώνησε με τον Μ.Κ.9, ο τελευταίος της ανέφερε ότι ασθενεί και είναι περιορισμένος στο σπίτι και αν είναι δυνατό να της αναφέρει τηλεφωνικώς τι γνωρίζει. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που συνέταξε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 25, καταγράφοντας τα όσα ο ψυχολόγος (Μ.Κ.9) της ανέφερε. Το περιεχόμενο του εν λόγω ημερολογίου παρατίθεται πιο κάτω στη σύνοψη της μαρτυρίας του Μ.Κ.9, δοθέντος ότι ο εν λόγω μάρτυρας υποστήριξε πως ο ίδιος είναι που ανέφερε στη Μ.Κ.5 τα όσα εκεί αναφέρονται. Στην αντεξέταση και η Μ.Κ.5 ερωτήθηκε σε σχέση με τις αναφορές της παραπονούμενης στο πλαίσιο υποδείξεων σκηνών και όπως ανέφερε, η παραπονούμενη υπέδειξε τα υποστατικά εξωτερικά. Ο λόγος γι’ αυτό ήταν επειδή κατά τον χρόνο της επίσκεψης οι σκηνές ήταν κλειστές και δεν υπήρχε κανένας εντός του χώρου, παρότι έγινε προσπάθεια να εντοπιστεί κάποιο πρόσωπο να ανοίξει τον χώρο, εντούτοις χωρίς αποτέλεσμα. Η παραπονούμενη δεν ερωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσον επιθυμούσε να υποδείξει συγκεκριμένα σημεία εντός των υποστατικών. Πέραν των πιο πάνω κατά την αντεξέταση υποδείχθηκε στη Μ.Κ.5 και αριθμός καταθέσεων που έλαβε, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια, συνοδευόμενο από τη δήλωση ότι συνιστούν ενέργειες στις οποίες προέβη η Μ.Κ.5. Μεταξύ αυτών είναι και οι καταθέσεις τεκμήρια 26, 29 και 32. 

 

Τώρα, η ουσία της μαρτυρίας της παραπονούμενης έγκειται στο ότι τα δύο τελευταία έτη (η οπτικογραφημένη κατάθεση δόθηκε την 17/05/2021) άρχισε να βλέπει μία διαφορετική συμπεριφορά του προπονητή της (νοείται του κατηγορούμενου) απέναντί της. Στην αρχή ήταν με την εντύπωση ότι είναι η ίδια που το εκλαμβάνει προσωπικά και γι’ αυτό δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε. Σε κάποιο στάδιο άρχισε να της μιλά για σεξουαλική επαφή και επίσης να την αγγίζει. Η ίδια το σταματούσε και προσπαθούσε να απομακρυνθεί ή να πηγαίνει σε χώρο που είχε άλλα άτομα. Όταν και ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι ένιωθε άβολα, είτε σταματούσε είτε άλλαζε θέμα και απλώς της έλεγε πως ό,τι λένε και ό,τι κάνουν είναι μεταξύ τους. Όταν σε κάποιον χρόνο είχαν πάει στην Ουγγαρία μαζί σε ταξίδι που πήγε η σχολή καράτε και η ίδια πήγε χωρίς τους γονείς της, η στάση του ήταν πολύ διαφορετική και την κάλεσε να πάει στο δωμάτιό του για να της κάνει μασάζ, εντούτοις δεν πήγε. Κάθε Σάββατο που πήγαινε για προπονήσεις σε πιο μικρά μωρά, καθότι η ίδια είχε φτάσει σε ένα επίπεδο που μπορούσε να τον βοηθήσει να διδάξει, άλλαζε ρούχα μπροστά της ή ήθελε να της κάνει μασάζ και η ίδια του έλεγε ότι δεν χρειάζεται και εκείνος επέμενε και την άγγιζε σε σημεία που ένιωθε πάρα πολύ άβολα. Προσθέτει ακόμη πως όποτε η ίδια χρειαζόταν μέσο για να πάει οπουδήποτε, ήταν αρκετό να του στείλει ένα μήνυμα και να μεταβεί στον τόπο που του ζητούσε και να την παραλάβει. Επειδή με τον πρώην φίλο της βρισκόταν μαζί του χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της, εκείνος (ο κατηγορούμενος) την πήγαινε και την έφερνε και στη διαδρομή την άγγιζε και της έλεγε πράγματα που δεν αρμόζει. Πολλές φορές της είπε ότι σκεφτόταν πως έκαναν σεξ μαζί, ότι είναι «πάρα πολλά ωραία γυναίκα», ότι δεν την βλέπει σαν 15 χρονών αλλά 25 και όταν έβαζε ποστ στο Instagram είτε της έγραφε σε μηνύματα είτε της έλεγε από κοντά ότι είναι «μουνάρα», ότι τον «καυλώνει» και ότι «έππεσε πολύ μούτσιο κατά τη διάρκεια που έβλεπε την φωτογραφία». Πρόσθεσε ακόμη πως όταν προέβαινε σε δημοσιεύσεις στο Instagram ο κατηγορούμενος της έκανε σχόλια όπως «πολλά ουάου, καρδούλες τζιαι φωθκιές τζιαι ότι είμαι θεά τζιαι έτσι πράματα». Ακόμη ανέφερε πως σε προσωπικό μήνυμα της έστειλε ότι «καυλώνω τον τζιαι να του στείλω τζιαι τζίνου μια φωτογραφία να την έσιει για τζίνον ας πούμε». Δεν της ζήτησε κάτι σεξουαλικού περιεχομένου, πάντα όμως της έλεγε να διαγράφει τα μηνύματα και τα διέγραφε και ο ίδιος. Ποτέ δεν έκανε ή είπε κάτι όταν ήταν άλλοι μπροστά. Μία φορά όταν του ζήτησε να τη μεταφέρει σε μία καφετέρια της είπε ότι την ώρα που του έστειλε μήνυμα έβλεπε ένα πολύ ωραίο όνειρο και συγκεκριμένα ότι έκαναν σεξ μαζί και ακολούθως πρόσθεσε «εν να ήθελα πάρα πολλά να το κάμω μαζί σου». Πρόσθεσε η παραπονούμενη ότι όταν ήθελε να πάει περίπατο και κάποιες φορές είχε θέμα με τους δικούς της, δεν τους έλεγε ότι βγαίνει έξω αλλά ότι πηγαίνει για προπόνηση και της παρείχε κάλυψη και την έπαιρνε εκεί που ήθελε να μεταβεί. Επίσης, όταν έκαναν ασκήσεις και τη διόρθωνε, την άγγιζε σε σημεία που δεν έπρεπε, δηλαδή στο στήθος, στον πισινό και στα γεννητικά όργανα. Η ίδια ένιωθε πολύ αμήχανα και στην αρχή νόμιζε ότι απλώς διορθώνει την άσκηση, αλλά στη συνέχεια δεν ήταν απλώς άγγιγμα ήταν κάτι παραπάνω και ένιωθε άβολα. Τα περιστατικά αυτά γίνονταν ενόσω βρίσκονταν στο αυτοκίνητο ή όταν ήταν στη σχολή στα Λατσιά ή στη σχολή στον Λυθροδόντα είτε ακόμη στην Παλλουριώτισσα, αλλά πάντα όταν ήταν μόνοι τους. Στην αρχή μιλούσαν για πολλά θέματα που είχε με τους γονείς της και για τη σχέση της που είχε τότε και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έπαιρνε τη συζήτηση πιο πολύ στο σεξουαλικό κομμάτι, δηλαδή αν άρχισε τη σεξουαλική της ζωή και της έλεγε για στάσεις που του άρεσαν εκείνου και για προκαταρκτικά. Επειδή είχε σκουλαρίκι στη γλώσσα της είχε πει να το δοκιμάσει «τάχα να με φιλήσει» και η ίδια του απάντησε ότι δεν χρειάζεται. Όταν έκανε διάστημα να πάει στη σχολή, την έβλεπε «που πάνω ως κάτω σαν να’ μαι κάτι εξωγήινο ας πούμε» και την έπαιρνε επάνω του και τη φιλούσε και κάποιες φορές μπορεί να «έρτει πιο κοντά στο στόμα μου». Συνήθως όταν οδηγούσε έβαζε το χέρι του πάνω στο πόδι της, στη γάμπα και μετά προχωρούσε προς τα πάνω, προς τα γεννητικά όργανα. Τα αγγίγματα ξεκίνησαν πέντε με έξι μήνες πριν το ταξίδι στην Ουγγαρία, όταν ήταν τρίτη γυμνασίου. Έτυχε μία φορά που ήταν μόνοι στη σχολή να πάει από πίσω της και να της κάνει μασάζ και τότε έβαλε τα χέρια του μέσα από την μπλούζα που φορούσε και της έπιασε το στήθος.

 

Μία άλλη φορά όπως καθόταν, ξάπλωνε στον καναπέ, πήγε να της κάνει μασάζ και την άγγιζε πάρα πολύ έντονα στα οπίσθια και ξεκίνησε από την πλάτη και κατέβαινε κάτω κάτω και σε «μία φάση απλά ετράβησε μου το παντελόνι τζιαι είδε το εσώρουχο που φορώ» και «…απλά έβαλε κυριολεκτικά ούλλο του το σιέρι μες τον πισινό μου». Και μετά την άγγιζε και λίγο στα γεννητικά όργανα και ακολούθως σταμάτησε και της είπε «ντα εν να σταματήσω γιατί εν να έχω θέματα τζιαι ναι». Επίσης, τη φίλησε στον πισινό.

 

Τα περιστατικά με το μασάζ ήταν συστηματικά, δηλαδή κάθε Σάββατο που πήγαινε στον Λυθροδόντα μαζί του και γίνονταν εντός της σχολής, εκεί που έκαναν μάθημα.

 

Επίσης, σε μια private προπόνηση που είχε μαζί του επιχείρησε να διορθώσει τη στάση της και πήγε από πίσω της και άγγιζε τα γεννητικά του όργανα πάνω της. 

 

Η τελευταία φορά που έγινε κάτι ήταν την Πέμπτη, 13/05/2021 και έκτοτε δεν ξαναπήγε στη σχολή. Συγκεκριμένα, την Πέμπτη πήγε να πληρώσει για τα μαθήματα που έκανε η αδελφή της και για να πάει χορό και ο κατηγορούμενος την έβλεπε πολύ παράξενα και την έπιασε αγκαλιά και άρχισε να τη φιλά στον λαιμό και πήγαινε προς το στόμα. Η ίδια τον νιώθει σαν πατέρα επειδή τον ξέρει από τότε που ήταν πέντε χρονών και ένιωθε ότι μπορούσε να μιλήσει μαζί του τα πάντα, πιο ανοικτά και από τον πατέρα της, γιατί γνώριζε ότι δεν θα της θυμώσει. Πάντα τον αγκάλιαζε από μικρή αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν τον πήρε αγκαλιά, προσπαθούσε να τη φιλήσει.  Ένιωσε πολύ αμήχανα και ντροπή γι’ αυτό και δεν το είπε σε κανέναν.

 

Κάποιες φορές ένιωθε «υπεύθυνη» επειδή νόμιζε ότι του έδωσε το δικαίωμα. Την επομένη του τελευταίου συμβάντος μίλησε με τον ψυχολόγο της επειδή, ως ανέφερε, «είσιεν κάτι υποψίες τζιαι γω απάντησα του με ειλικρίνεια τι έγινε τζιαι επήε έκαμε καταγγελία τζιαι είμαι δαμέ». Στο τελευταίο περιστατικό της είχε αναφέρει ότι την επόμενη εβδομάδα θα πήγαινε ταξίδι και την ήθελε μερικές ώρες να διδάξει στους μικρούς μαθητές. Δεν ήθελε να αναφέρει κάτι σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά γιατί φοβάται να μη χαλάσει η σχέση της με τη δασκάλα του χορού γιατί ήθελε να πάει ψυχολογία ή να ακολουθήσει χορό. Μετά που μίλησε νιώθει ότι έφυγε ένα βάρος από μέσα της, αλλά πάλι νιώθει ενοχές γιατί από τη μία δεν την ανάγκασε να κάνει κάτι, ασχέτως αν την άγγιζε κάπου που δεν ήθελε και επειδή της έμεινε ένα νταν (είναι τούτη ζώνη στο καράτε) για να τελειώσει και να φύγει από τη σχολή. Θυμώνει με τον εαυτό της γιατί θα πρέπει να αλλάξει σχολή και μπορεί να μην τη δεχτεί πίσω η δασκάλα του χορού και δεν θέλει σε καμία περίπτωση να γίνει τούτο το πράγμα.

 

Η Μ.Κ.4 είναι η μητέρα της παραπονούμενης και ανέφερε ότι την 14/05/2021 και περί η ώρα 21:00 με 21:30, την πήρε τηλέφωνο ο ψυχολόγος της κόρης της, δηλαδή ο Μ.Κ.9, και της ζήτησε να μεταβεί αμέσως στο γραφείο του. Όταν πλέον μετέβηκε στον ψυχολόγο με τον σύζυγό της, εκείνος τους είπε ότι πρέπει να γίνει καταγγελία στην αστυνομία γιατί η παραπονούμενη του εκμυστηρεύτηκε ότι εδώ και λίγο καιρό δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από τον προπονητή της.


Ήταν περαιτέρω
 θέση της Μ.Κ.4 ότι η θυγατέρα της πήγαινε μαθήματα καράτε σταθερές μέρες, δηλαδή κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Κάποιες φορές πήγαινε και Δευτέρα και Σάββατο, κυρίως όπως όταν είχε να δώσει εξετάσεις για ζώνη ή νταν. Λόγω της ζώνης που πλέον κατέχει, τον τελευταίο χρόνο δεν χρειαζόταν να κάνει μαθήματα παρά μόνο προπόνηση, η οποία ήταν δωρεάν. Από τον Σεπτέμβριο του 2020 έβρισκε δικαιολογίες και δεν πήγαινε προπόνηση στη σχολή στην Παλλουριώτισσα και ο πατέρας της της φώναζε να πηγαίνει. Ο προπονητής της ζήτησε να τον βοηθάει στα μαθήματα με τους πιο μικρούς και έτσι κάθε Παρασκευή πήγαινε στην Παλλουριώτισσα και κάθε Σάββατο πήγαινε μαζί του στα Λατσιά και κάποτε σε άλλη σχολή που είναι σε κάποιο χωριό.


Μετά την 22/02/2020, δηλαδή λίγο καιρό μετά από αγώνες καράτε που η παραπονούμενη πήγε με τον κατηγορούμενο στην Ουγγαρία, άρχισε να παρατηρεί τεράστιες αλλαγές στη συμπεριφορά της και στην επίδοση στα μαθήματά της στο σχολείο. Την πιο πάνω ημερομηνία πήγε σε πάρτι και ήταν η πρώτη φορά που επέστρεψε στο σπίτι μεθυσμένη. Κατόπιν τούτου ξεκίνησε να έχει επιθετική συμπεριφορά, κλάματα χωρίς λόγο, κάποιες φορές δεν ήθελε να πηγαίνει στο σχολείο και δεν κοιμόταν καλά. Το καλοκαίρι του 2020 έκανε μία σχέση με κάποιο αγόρι, την οποία ο σύζυγος της και η ίδια δεν ενέκριναν. Τότε άρχισε να φεύγει από το σπίτι κρυφά το βράδυ για να συναντήσει αυτό το αγόρι και να κόβει με λεπίδα τους καρπούς της. Επειδή δεν ήξεραν τι να κάνουν, ο σύζυγός της επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο, του είπε τα προβλήματα και του ζήτησε να της μιλήσει και να τους βοηθήσει. Από τότε, κάθε φορά που συνέβαινε κάτι με την παραπονούμενη, ο σύζυγός της επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο και του έλεγε τα προβλήματα. Ο ίδιος τους έλεγε ότι είναι πολύ αυστηροί μαζί της και δεν την αφήνουν να κάνει τίποτε και ότι στον ίδιο μιλά και του έχει εμπιστοσύνη. Τα προβλήματα συνεχίστηκαν, η παραπονούμενη συνέχισε να κόβει τα χέρια της πολύ συχνά και μία φορά ανέβηκε στην οροφή του σπιτιού για να αυτοκτονήσει. Μετά από αυτό αποφάσισαν και την πήραν σε ψυχίατρο, η οποία τους ανέφερε ότι είχε κατάθλιψη και γι’ αυτό της έδωσε φαρμακευτική αγωγή. Επίσης ξεκίνησε να πηγαίνει στον ψυχολόγο της.


Πριν πέντε με έξι μήνες περίπου η θυγατέρα της πήγε να μείνει σε μια φίλη της και αργότερα η φίλη της, ονόματι Σ., της τηλεφώνησε και της είπε ότι έφυγε από το σπίτι της για να πάει στον φίλο της. Η ίδια τη ρώτησε πως έφυγε και της απάντησε ότι την πήρε ο προπονητής της. Μάλιστα τη ρώτησε τι σχέση έχουν με τον προπονητή, γιατί πάντα την παίρνει σε διάφορους τόπους που θέλει να πάει και η μάρτυρας απάντησε ότι έχουν καλή σχέση και του έχουν εμπιστοσύνη, αλλά εκπλάγηκε γιατί δεν ήξερε ότι την παίρνει και την φέρνει όπου θέλει να πάει. Μετά από αυτό πήρε το τηλέφωνο της θυγατέρας της και το έψαξε και βρήκε συνομιλίες στα μηνύματα μεταξύ αυτής και του προπονητή. Οι συνομιλίες αυτές ήταν μίας εβδομάδας και αφορούσαν το πού θα πήγαινε, πότε θα πήγαινε να την παραλάβει, από πού θα την παραλάμβανε και πότε να πάνε για καφέ. Μίλησε με την κόρη της γι’ αυτό το πράγμα, ωστόσο δεν υποψιάστηκε κάτι κακό, γιατί γνώριζε ότι ο προπονητής είναι σαν τον πατέρα της. Της είπε τότε ότι η ίδια θα την παίρνει και θα τη φέρνει όπου θέλει και η κόρη της δέχτηκε. Αυτό συνεχίστηκε για δύο με τρεις μήνες και μια μέρα η κόρη της βρέθηκε στη Σταυρού χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Το συζήτησε με τον σύζυγό της, ο οποίος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και τον ρώτησε αν την πήρε κάπου. Ο τελευταίος του απάντησε ότι είναι πολύ αυστηροί μαζί της και πως δεν έχει πρόβλημα ο ίδιος να τη μεταφέρει οπουδήποτε. Ο σύζυγος της Μ.Κ.4 του ανέφερε ότι θέλει να γνωρίζει πού πηγαίνει η κόρη του και να μην την ξαναπάρει κάπου χωρίς να τους το πει. Μετά από αυτό η μάρτυρας είπε στον σύζυγό της την υποψία της, δηλαδή ότι κάτι άλλο συμβαίνει με την κόρη τους και τον κατηγορούμενο, δηλαδή ότι την βλέπει ερωτικά. Ο σύζυγός της της απάντησε ότι έχει αρρωστημένο μυαλό. Η ίδια ρώτησε τη θυγατέρα της αν συμβαίνει κάτι άλλο με τον κατηγορούμενο και εκείνη θύμωσε και της είπε να μην σκέφτεται αρνητικά.

Προ ενός μηνός περίπου η θυγατέρα της έπρεπε να κάνει μάθημα χορού με τη θυγατέρα του προπονητή, εντούτοις της τηλεφώνησε και της είπε ότι λόγω διαβάσματος δεν μπορεί να πάει και ότι θα πηγαίνει μόνο μία φορά την εβδομάδα για
private. Εκείνη την ημέρα η θυγατέρα της πήγε περίπατο με τις φίλες της σε ένα πάρκο και ανέβασε story στο Instagram το οποίο είδε η θυγατέρα του προπονητή και της τηλεφώνησε για να της κάνει παρατήρηση και τσακωθήκανε στο τηλέφωνο άσχημα. Η δασκάλα χορού τηλεφώνησε στον σύζυγό της κλαίγοντας και του ανέφερε πως η θυγατέρα τους της μίλησε πολύ άσχημα. Σχετικά με το συμβάν ενημέρωσε και τον κατηγορούμενο και εκείνος της είπε να μιλήσουν και να τα βρουν. Εξ όσων γνωρίζει η μάρτυρας, ο κατηγορούμενος πήρε τη θυγατέρα τους στη δασκάλα χορού για να μιλήσουν. Και η ίδια μίλησε με τη δασκάλα χορού και της ζήτησε να δείξει κατανόηση γιατί εδώ και τόσο καιρό αντιμετωπίζουν πρόβλημα χωρίς να ξέρουν τι συμβαίνει μαζί της.


Μετά από αυτό η μάρτυρας ξαναπήρε το τηλέφωνο της θυγατέρας της για να το ελέγξει χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Είδε στα μηνύματα τις συνομιλίες με τον κατηγορούμενο που την ρωτούσε πότε θα πάει, γιατί δεν πάει, γιατί δεν του απαντά και ότι θέλει βοήθεια στα μαθήματα που κάνει σε γκρουπ. Η θυγατέρα της δεν απαντούσε. Άρχισε και πάλι να διερωτάται γιατί δεν απαντούσε στον προπονητή που του έχει τόση αδυναμία και τον βλέπει σαν πατέρα της και γιατί έβγαλε τόση εχθρότητα στη θυγατέρα του που επίσης υπεραγαπά. Την περασμένη Δευτέρα, 10/05/2021 μίλησε για αυτές τις υποψίες που είχε για τον κατηγορούμενο στον ψυχολόγο της θυγατέρας της. Ο ψυχολόγος την ρώτησε αν κάνει ναρκωτικά και του απάντησε ότι έχει τεστ που ανιχνεύει ναρκωτικές ουσίες και θα της έκανε. Όντως έκανε το τεστ και η παραπονούμενη βγήκε θετική στην κάνναβη. Μετά από αυτό η ίδια και ο σύζυγός της έτυχαν ενημέρωσης από τον ψυχολόγο και κατάλαβε ότι οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν.

 

Ο Μ.Κ.8 είναι ο πατέρας της παραπονούμενης. Όπως ανέφερε την 14/05/2021 και ώρα 20:00 πήρε την παραπονούμενη στον ψυχολόγο, δηλαδή τον Μ.Κ.9, και περίμενε κάτω ώστε τελειώνοντας να την πάρει σπίτι. Προτού επιστρέψει η θυγατέρα του ο ψυχολόγος του τηλεφώνησε και του είπε ότι θέλει επειγόντως να αναφέρει κάτι στον ίδιο και τη σύζυγό του και έτσι του ζήτησε να πάρει την παραπονούμενη στο σπίτι και να επιστρέψει για να έχουν συνάντηση με τη σύζυγο. Έπραξε όπως του ζητήθηκε και όταν πλέον επέστρεψε στο γραφείο του ψυχολόγου έφτασε και η σύζυγός του. Ακολούθως ο ψυχολόγος τους ανέφερε πως η θυγατέρα τους χρειάζεται αποτοξίνωση από ναρκωτικές ουσίες και πως συμφωνεί και η ίδια. Επίσης τους ανέφερε ότι υπάρχει και κάτι άλλο σοβαρό για το οποίο πρέπει να βρουν τρόπο να τους μιλήσει η θυγατέρα τους, επειδή κάποιος μπορεί να την παρενοχλεί και πρέπει να βρουν τρόπο να τους ανοιχτεί.


Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω πως και ο ίδιος είχε υποψίες για τα όσα έλεγε ο ψυχολόγος και τον ρωτούσε να του πει για ποιο άτομο πρόκειται. Όταν έφυγαν και πήγαν σπίτι φώναξαν τη θυγατέρα τους στο δωμάτιο για να μιλήσουν οι τρεις τους. Της ζήτησε να φανεί δυνατή και να τους μιλήσει για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Η ίδια άρχισε να κλαίει και ήταν τρομερά σοκαρισμένη. Της ζήτησε να τους αναφέρει τι συμβαίνει χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες. Τότε τους είπε ότι λίγους μήνες πριν πάει στην Ουγγαρία ο προπονητής της ξεκίνησε να την παρενοχλεί και άρχισε να τους λέει λεπτομέρειες για διάφορα περιστατικά τα οποία ο Μ.Κ.8 αναπαράγει στην κατάθεσή του. Του είπε ότι δεν είχε το θάρρος να τους μιλήσει γιατί πίστευε ότι θα της έριχναν όλη την ευθύνη. Επίσης του είπε ότι φοβόταν για την αντίδρασή του μήπως κάνει κάτι κακό και πάλευε να το ξεπεράσει μόνη της. Αναφορά έκανε και στις μεταφορές που της παρείχε ο κατηγορούμενος, λέγοντας ότι η τελευταία φορά ήταν όταν του είχε ζητήσει να την πάρει στο
mall στα Λατσιά. Προσθέτει ο μάρτυρας πως τη συγκεκριμένη μέρα είχε ενημερωθεί για το συμβάν από τη σύζυγό του και θύμωσε και πήρε τον κατηγορούμενο τηλέφωνο. Στο τηλέφωνο ζήτησε από τον κατηγορούμενο τον λόγο που παίρνει την κόρη του στο mall χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει και χωρίς να τον ρωτήσει και ο τελευταίος του απάντησε ότι δεν είχε πρόβλημα και ότι του το ζήτησε η παραπονούμενη. Του ανέφερε ακόμη ότι πολλά που συμβαίνουν είναι επειδή στερούν της παραπονούμενης εξόδους και προσπάθησε να τη δικαιολογήσει.


Πέραν των ανωτέρω ο μάρτυρας πρόσθεσε πως η θυγατέρα του έχει δεύτερη μαύρη ζώνη στο καράτε και πως ο προπονητής της της είχε αναφέρει ότι δεν θα χρειαζόταν να πληρώνει χρήματα για μαθήματα, αντιθέτως θα της έδινε εκείνος χρήματα ώστε να τον βοηθά στα μαθήματα με τα μικρά παιδιά. Ανάλογα με τις ανάγκες που είχε την έπαιρνε για βοήθεια. Συγκεκριμένα, τους τελευταίους έξι μήνες συστηματικά τα Σάββατα την έπαιρνε στις σχολές στα Λατσιά ή στον Λυθροδόντα. Εντούτοις εδώ και τέσσερις με έξι μήνες η θυγατέρα του δεν πήγαινε στα μαθήματα και ο ίδιος ήταν αντίθετος και επέμενε να συνεχίσει. Όσον αφορά τον χορό και εκεί περνούσε τις εξετάσεις της και παίρνει διακρίσεις. Και με τους δύο δασκάλους, καράτε και χορού, απέκτησαν άλλη σχέση και φιλία. Τους είχε τυφλή εμπιστοσύνη και έβλεπε τη θυγατέρα του πόσο χαρούμενη ήταν με τον αθλητισμό και τον χορό.


Πρόσθεσε ακόμη ότι στην τρίτη γυμνασίου άρχισε να βλέπει κάποιες αλλαγές στη συμπεριφορά της κόρης του. Έγινε αντιδραστική και επιθετική με συμπεριφορά που δεν είχε προηγουμένως. Θεώρησαν ότι ήταν λόγω ηλικίας και του φιλικού της περιβάλλοντος. Επίσης σύναψε σχέση με ένα αγόρι που είχε κακή φήμη, την οποία δεν ενέκριναν ο ίδιος και η σύζυγός του. Από το σχολείο άρχισαν να τους ειδοποιούν ότι δεν πάει καθόλου καλά και θεωρούσαν ότι έφταιγε το αγόρι και προσπάθησαν να την απομακρύνουν από αυτό, χωρίς όμως επιτυχία. Για όλα αυτά τα προβλήματα που συνέβαιναν ζητούσε τη βοήθεια του προπονητή της κόρης του, δηλαδή να της μιλήσει και να τη φέρει στον σωστό δρόμο. Εκείνος τον διαβεβαίωνε ότι θα της μιλήσει και να μην ανησυχεί και ότι όλοι οι έφηβοι αυτά κάνουν. Σε κάποιες περιπτώσεις ο ίδιος (Μ.Κ.8) επέμενε να σταματήσει το καράτε και τον χορό σαν τιμωρία, για να μπορέσει να βελτιωθεί στα μαθήματά της. Σε κάποιο στάδιο άρχισε να κόβει τα χέρια της και να λέει ότι θέλει να αυτοκτονήσει. Ένεκα τούτου την πήραν σε ψυχίατρο και ψυχολόγο εφόσον οι ίδιοι δεν μπορούσαν να κάνουν απολύτως τίποτα.


Πριν τρεις με τέσσερις μήνες η σύζυγός του είχε υποψίες ότι κάτι πάει λάθος με τον προπονητή και τη θυγατέρα τους. Όταν του το ανέφερε της είπε να μην το ξαναπεί γιατί είναι αρρωστημένο και πως ο προπονητής είναι σαν δεύτερος πατέρας της. Επέμενε να έχει τις υποψίες της αλλά ο ίδιος θεωρούσε ότι είναι υπερβολική και παραλογίζεται. Όταν η κόρη του του εξιστόρησε όλα αυτά τα πράγματα, ήθελε να τον σκοτώσει. Από την άλλη ευχαριστούσε τον Θεό που η κόρη του δεν αυτοκτόνησε.

 

Δεύτερη κατάθεση που έδωσε ο πατέρας περιορίζεται απλώς σε δήλωση ότι δεν επιθυμεί η νεαρότερη θυγατέρα του να προβεί σε κατάθεση, προσθέτοντας ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικά με την υπόθεση. Τέλος, αναφορικά με τις ατομικές προπονήσεις της θυγατέρας του, δηλώνει εκεί ότι εξ όσων γνωρίζει αυτές λάμβαναν χώρα σε περιόδους που είχε εξετάσεις για τη μαύρη ζώνη. Δηλώνει ακόμη ποιο είναι το ποσό που κατέβαλλε για τα μαθήματα για κάθε μία από τις θυγατέρες του.

 

 

Η Μ.Κ.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν καθηγήτρια συμβουλευτικής αγωγής στο σχολείο της παραπονούμενης και η επαφή μαζί της άρχισε τα τέλη Οκτωβρίου του 2020, όταν ήταν μαθήτρια της πρώτης λυκείου. Στη συνάντηση που είχαν της εξέφρασε αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό της, κρίσεις πανικού και ότι είχε δοκιμάσει κάνναβη, πράγμα, όπως της ανέφερε, που γνώριζαν και οι γονείς της. Της ανέφερε ακόμα δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην προηγούμενη σχέση της. Από τα λεγόμενά της η μάρτυρας αποκόμισε την εντύπωση ότι οι συναισθηματικές δυσκολίες που βίωνε σχετίζονταν με το θέμα του χωρισμού της. Η παραπονούμενη της ανέφερε ότι στην παρούσα φάση ήθελε να κάνει την επανάστασή της. Προφορικά η μάρτυρας εξήγησε ότι είναι σε αυτό το πλαίσιο που η παραπονούμενη της ανέφερε ότι ξεκίνησε να κάνει χρήση ουσιών και πρόσθεσε πως εξ όσων η ίδια γνώριζε, το προφίλ των ατόμων που έκανε παρέα (νοείται η παραπονούμενη), συμπεριλαμβανομένης της σχέσης της, ήταν διαφορετικό από το δικό της και προσπαθούσε να αφομοιωθεί σε τούτο το περιβάλλον. Της ανέφερε ακόμη ότι έκανε προπονήσεις καράτε και παρακολουθούσε μαθήματα χορού και όπως εξήγησε στη δια ζώσης μαρτυρία της, μιλούσε θετικά για το καράτε και ήταν κάτι για το οποίο ένιωθε περήφανη και το έκανε καλά. Πρόσθεσε ακόμη πως κατ’ εκείνο τον χρόνο δεν αντιλήφθηκε κάτι αρνητικό σε σχέση με τούτο το ζήτημα (νοείται το καράτε). Η ίδια αμέσως την παρέπεμψε σε ψυχολόγο και παρότι αρχικά η παραπονούμενη ήταν αρνητική, η μάρτυρας πείσθηκε ότι η παραπονούμενη αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα της παραπομπής. Ακολούθως ενημερώθηκε ότι είχε ξεκινήσει συνεργασία της παραπονούμενης με ψυχολόγο και συγκεκριμένα τον Μ.Κ.9, με τον οποίο και η μάρτυρας είχε συνεργασία στη συνέχεια για τη διαχείριση της περίπτωσης της παραπονούμενης. Μάλιστα έτυχε ενημέρωσης από τον ψυχολόγο ότι θα παρέπεμπε την παραπονούμενη σε ψυχίατρο. Στη συνέχεια αναπτύχθηκε περαιτέρω σχέση μεταξύ της παραπονούμενης και της ίδιας (Μ.Κ3), με την τελευταία να επιχειρεί να οριοθετήσει τις συναντήσεις τους για να μην παρεμβαίνει στη θεραπεία. Σε μία από τις επικοινωνίες που είχε με την παραπονούμενη η τελευταία της ανέφερε ότι ήθελε να δει τον πρώην φίλο και ότι ζήτησε από τον προπονητή της να τη μεταφέρει στο σπίτι του καθότι οι γονείς ήταν αρνητικοί στην επικοινωνία μαζί του. Παραξενεύτηκε για αυτό που της ανέφερε και τη ρώτησε κατά πόσο δεν ενοχλούσε τους γονείς της που θα την έπαιρνε ο προπονητής και η παραπονούμενη της απάντησε ότι είναι κάτι που συμβαίνει συχνά και πως οι γονείς της γνωρίζουν τον προπονητή της. Ένεκα τούτου είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους γονείς της παραπονούμενης και διαπίστωσε ότι γνώριζαν πως είχε συναντηθεί με τον προπονητή τη μέρα που η παραπονούμενη της ανέφερε, εντούτοις δεν γνώριζαν ότι τη μετέφερε στον πρώην φίλο της. Έκτοτε οι συναντήσεις τους έγιναν πιο αραιές καθότι δεν επιθυμούσε να παρεμβαίνει στη θεραπεία της παραπονούμενης, ενημερωνόταν όμως από τους καθηγητές της ότι άρχισε να παρουσιάζει βελτιωμένη εικόνα όσον αφορά τη μαθησιακή εικόνα και τη συμπεριφορά της. Εντέλει, τη 16/05/2021 της τηλεφώνησε η παραπονούμενη για να της αναφέρει ότι ήθελε να την ενημερώσει για κάτι πολύ σοβαρό και συγκεκριμένα ότι αποκάλυψε στον ψυχολόγο της πως εδώ και πολύ καιρό ο προπονητής της προσπάθησε να την αγγίξει απρεπώς, της πρότεινε να της κάνει μασάζ και ότι της έστελνε μηνύματα που δεν έπρεπε. Αυτά οδήγησαν τον ψυχολόγο σε καταγγελία του περιστατικού, πράγμα που επιβεβαίωσε και η μάρτυρας σε επικοινωνία που είχε στη συνέχεια με τον ψυχολόγο, καθότι, ως ανέφερε, ένιωσε ότι έφερε ευθύνη σαν επαγγελματίας που ενημερώθηκε για ενδεχόμενη σεξουαλική παρενόχληση. Στο ίδιο τηλεφώνημα της ανέφερε ότι ένιωθε ενοχή απέναντι στον προπονητή της και ανησυχία ότι δεν θα μπορούσε πλέον να παρακολουθεί μαθήματα με την κόρη του. Η ίδια τη ρώτησε για ποιον λόγο το ανέφερε αυτή τη χρονική στιγμή και η παραπονούμενη της απάντησε ότι δεν ήταν έτοιμη προηγουμένως.

 

Η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι είναι παιδοψυχίατρος και παρακολουθεί την παραπονούμενη από τον Φεβρουάριο του 2021 μετά από παραπομπή του ψυχολόγου. Όπως είχε διαπιστώσει η παραπονούμενη είχε καταθλιπτικό συναίσθημα, δυσκολίες με τον ύπνο και ευερέθιστη συμπεριφορά και ιδέες να κάνει κακό στον εαυτό της. Το τελευταίο (ιδέες να κάνει κακό στον εαυτό της) μειώθηκε στην παρούσα φάση. Διέγνωσε κατάθλιψη και χορήγησε φαρμακευτική αγωγή. Όπως της είχε αναφέρει η μητέρα της παραπονούμενης η τελευταία έκανε περιστασιακή χρήση κάνναβης που είχε επιβεβαιωθεί με τεστ ούρων και η παραπονούμενη δεν αρνήθηκε και συμφώνησε να διακόψει. Στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι τον Ιούλιο του 2021 είχε ενημερωθεί από τη μητέρα της παραπονούμενης για τις αναφορές που έγιναν στον ψυχολόγο και εφόσον τη διαβεβαίωσαν ότι έγιναν οι απαραίτητες διαδικασίες προς την αστυνομία, δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με το ζήτημα. Η τελευταία φορά που είδε την παραπονούμενη ήταν το τέλος Δεκεμβρίου 2021.

 

Ο Μ.Κ.7, κλινικός ψυχολόγος, είχε τέσσερεις ψυχοδιαγνωστικές κλινικές συνεντεύξεις με την ανήλικη στο Σπίτι του Παιδιού μετά την καταγγελία που υποβλήθηκε στην αστυνομία και ετοίμασε σχετική έκθεση, εν προκειμένω το τεκμήριο 38. Έλαβε το ιστορικό της ανήλικης από τους γονείς, στο οποίο καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι από τα αναφερόμενα παρατηρήθηκε πως «στην οικογένεια δεν υπήρχε καλή επικοινωνία, όρια και κανόνες». Στην ίδια έκθεση παρατίθενται τα κλινικά ευρήματα του μάρτυρα ως προκύπτουν από τις συναντήσεις που είχε με την παραπονούμενη, καθώς και αναφορές της παραπονούμενης προς τον Μ.Κ.7 σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Συμπέρασμα του Μ.Κ.7, ως τούτο καταγράφεται στη σχετική έκθεση, είναι πως «η παρούσα ψυχική κατάσταση της ανήλικης παρουσιάστηκε με ενεργή συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες και καταθλιπτικά συμπτώματα σχετιζόμενα με τα καταγγελθέντα περιστατικά», καθώς ότι παρουσιάστηκε με «έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις, παράλληλα με έντονα ενοχικά συναισθήματα που αφορούσαν το καταγγελθέν περιστατικό».

 

Ο Μ.Κ.9 ανέφερε ότι είναι ο κλινικός ψυχολόγος που παρακολουθούσε την παραπονούμενη, αρχικά μέσω προγράμματος του σχολείου της και στη συνέχεια, όταν πλέον ο ίδιος εντάχθηκε στο γενικό σύστημα υγείας, δια των γονέων της. Προσδιόρισε την έναρξη της παρακολούθησης το τέλος του 2020, ενώ το δεύτερο διάστημα παρακολούθησης το έθεσε χρονικά από τον Φεβρουάριο του 2021 και από τότε διαλειμματικά μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2024. Αναφέρθηκε στα ζητήματα που αντιμετώπιζε η παραπονούμενη και στις ενέργειες του ιδίου, όπως και στις διαπιστώσεις του. Όπως ανέφερε, αρχικά η παραπονούμενη διεγνώσθη από τον ίδιο με μείζων καταθλιπτική διαταραχή και κατά την περίοδο της θεραπευτικής της πορείας με συμπτωματολογία που αφορούσε στην εναντιωματική προκλητική διαταραχή. Αναγνώρισε εν προκειμένω το τεκμήριο 43 ως την αναφορά που έκανε στην αστυνομία σε σχέση με την παραπονούμενη. Περιπλέον, αναγνώρισε πως το περιεχόμενο του τεκμηρίου 25 είναι τα όσα ανέφερε στην αστυφύλακα, κατά τον τρόπο που εκεί εξηγείται.

 

Βάσει των αναφερομένων στο τεκμήριο 25, του οποίο το περιεχόμενο αναγνώρισε ο Μ.Κ.9 ως δικό του, προκύπτει πως την 04/05/2021 είχε συνεδρία με την παραπονούμενη η οποία ήταν έξαλλη αναφορικά με κάτι το οποίο παρακολούθησε στο δελτίο ειδήσεων, συγκεκριμένα άσεμνη επίθεση ανδρός σε βάρος γυναίκας και του ανέφερε πως αυτό δεν επιτρέπεται. Στις 10/05/2021 είχε συνάντηση με τη μητέρα της ανήλικης αναφορικά με αποτίμηση της πορείας τούτης και σε εκείνο το πλαίσιο η μητέρα του ανέφερε ότι είχε υποπέσει στην αντίληψή της πως «κάτι μπορεί να συμβαίνει με τον προπονητή της κόρης της, καθότι έμαθε ότι αυτός την πηγαινοφέρνει χωρίς η ίδια να το γνωρίζει». Στη συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη τη 14/05/2021, την κάλεσε να τοποθετηθεί σε σχέση με την αντίδρασή της στο συγκεκριμένο περιστατικό της προηγούμενης συνάντησης και σε ερώτησή του αν ταυτίστηκε με το εν λόγω περιστατικό, του απάντησε θετικά. Τη ρώτησε αν συνέβηκε κάτι που να την έφερε σε δύσκολη θέση και δεν έτυχε να το συζητήσουν και πάλιν απάντησε θετικά. Της ζήτησε να του μιλήσει γι’ αυτό και τότε ήταν που του απεκάλυψε τι συνέβη.

 

Θέση του Μ.Κ.9 είναι πως στο τεκμήριο 43 κατέγραψε αφιλτράριστα, εν προκειμένω χωρίς αξιολόγηση από τον ίδιο τι είναι σημαντικό και τι όχι, τα όσα του ανέφερε η παραπονούμενη. Εξ όσων ήταν σε θέση να θυμηθεί, η παραπονούμενη ήταν πολύ σοκαρισμένη, φοβισμένη και μπερδεμένη. Εξήγησε προς τούτο ότι η παραπονούμενη είχε συγκρουσιακά συναισθήματα, δηλαδή αντίθετα μεταξύ τους και συγκεκριμένα για τον προπονητή της είχε συναισθήματα σεβασμού και φόβου, φροντίδας και απειλής και τέλος, προδοσίας και εμπιστοσύνης. Πρόσθεσε ακόμη ότι μέχρι εκείνο το σημείο η παραπονούμενη περιέγραφε τη σχέση της με τον προπονητή της ως πάρα πολύ καλή, στοργική και αναφερόταν στον ίδιο (νοείται τον προπονητή) με ποιότητες πατρικές και με τα θετικότερα λόγια. Ήταν εν προκειμένω η θέση του πως ο χρόνος αποκάλυψης δεν έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις και είναι τυπικό σε έναν έφηβο που αναφέρεται σε καταστάσεις σεξουαλικής κακοποίησης, να πράττει τούτο αρκετά μετά την έναρξη των υπηρεσιών (νοείται ψυχολόγου), δεδομένου ότι αναπτύσσεται και ωριμάζει η θεραπευτική σχέση.

 

Αναφερόμενος στις σχέσεις της παραπονούμενης με τους γονείς της, υποστήριξε ότι αρκετό διάστημα πριν τον χρόνο αποκάλυψης ήταν συγκρουσιακή. Χαρακτήρισε τους γονείς ως τυπικούς οι οποίοι έθεταν κανόνες και την έφηβη να προσπαθεί να τους καταρρίψει και να αντιδρά. Αργότερα και σταδιακά επέστρεψε η προγενέστερη σχέση τους, που ήταν στοργική και κοντινή. Κατά την περίοδο της αποκάλυψης η σχέση τους είχε αποκατασταθεί.

 

Τέλος, ήταν η θέση του πως η παραπονούμενη ήταν πολύ φοβισμένη λόγω του ότι η θυγατέρα του προπονητή της, με την οποία επίσης είχε μία πάρα πολύ καλή και στενή σχέση, ήταν η δασκάλα χορού της. Ακόμη, οι γονείς της πολλές φορές της έλεγαν «να ακούς τον προπονητή σου», όπως και τη θυγατέρα του. Φοβόταν η παραπονούμενη ότι κατόπιν της αποκάλυψης οι σχέσεις τους θα χαλάσουν, όπως και έγινε.

 

Όπως ήδη αναφέραμε, ο κατηγορούμενος επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Σε τούτο το πλαίσιο υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία (τεκμήρια 17 και 19). Επιπροσθέτως, απάντησε και ερωτήσεις που του έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορός του. Αρχίζουμε από το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεών του, παραλείποντας βεβαίως τα όσα έχουν ήδη διαπιστωθεί, εν προκειμένω η σχέση του με την παραπονούμενη ως προπονητής της στο καράτε από τότε που ήταν έξι ετών, καθώς επίσης οι σχολές καράτε που διατηρούσε σε διάφορες πόλεις. Θέση του κατηγορούμενου στο τεκμήριο 17 είναι πως η εμπλοκή του με την παραπονούμενη, όπως ανέφερε «για το διάστημα που άρχισε υποτίθεται η καταγγελία», ξεκίνησε όταν ένα βράδυ βγήκε (η παραπονούμενη) έξω, ήπιε δύο μπουκάλες βότκα και την πήραν σπίτι μισολιπόθυμη. Ο πατέρας της έγινε έξω φρενών και όπως αργότερα του ανέφερε η παραπονούμενη «την έκανε και μαύρη από το ξύλο». Αργότερα τον πήρε ο πατέρας της τηλέφωνο για να του την καταγγείλει και ένεκα τούτου, όταν στη συνέχεια η παραπονούμενη πήγε στη σχολή για μάθημα, μπήκαν στο γραφείο και άρχισαν να συζητούν και να τη συμβουλεύει. Η παραπονούμενη αποκαλούσε τον πατέρα της άχρηστο και ότι αν δεν ήταν η μητέρα της θα αυτοκτονούσε. Ο ίδιος φοβήθηκε και πήρε τα λόγια της τοις μετρητοίς και της είπε όποτε χρειαστεί βοήθεια θα είναι δίπλα της και «να μην λέει βλακείες ότι θα αυτοκτονήσει». Προσπάθησε να της δώσει κίνητρα και την έπαιρνε μαζί του τα Σάββατα στη σχολή καράτε για να τον βοηθά και της έδινε €20 την προπόνηση. Πολλές φορές του τηλεφωνούσε να την πάρει στην Αγλαντζιά σε φίλους της, τους οποίους γνώρισε όλους, τόσο τους φίλους όσο και τις φίλες της. Χαρακτηριστικά έναν μήνα πριν την κατάθεση τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να την πάρει στη Σταυρού και ο ίδιος της είπε ότι δεν είχε πρόβλημα και τη ρώτησε αν το γνωρίζει η μητέρα της. Η ίδια του απάντησε καταφατικά, εντούτοις καθ’ οδόν της τηλεφώνησε η μητέρα της και τη ρώτησε πού βρίσκεται, με την ίδια να απαντά ότι είναι στη φίλη της. Τότε ο ίδιος τη ρώτησε «τι λέει» και της είπε να πει στη μητέρα της ότι είναι μαζί του, όπως και έπραξε. Άκουσε τότε τη μητέρα της να τη ρωτά γιατί λέει ψέματα. Πρόσθετη θέση του κατηγορούμενου είναι πως είχε το ελεύθερο από τους γονείς της να την παίρνει όπου ήθελε, φτάνει να ήξεραν πού πηγαίνει. Πολλές φορές η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι κρυφά τα ξημερώματα, ενώ μία φορά δεν επέστρεψε και ο πατέρας της του τηλεφώνησε για να δει αν έτυχε να την πήρε κάπου, ώστε να πάει να τη βρει. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η παραπονούμενη άλλο δείχνει και άλλο είναι. Πήγε η μητέρα της παραπονούμενης στο γραφείο του και του είπε ότι κάνει χρήση ναρκωτικών (νοείται η παραπονούμενη). Ο ίδιος το γνώριζε γιατί του το είχε εκμυστηρευτεί η παραπονούμενη και προσπαθούσε να τη συμβουλεύσει να σταματήσει. Συγκεκριμένα ο φίλος της με τον οποίο είχε σεξουαλικές επαφές ήταν χρήστης ναρκωτικών και η μητέρα της του έδειξε φωτογραφία που βρήκε στο κινητό της και ήταν στο κρεβάτι μαζί. Τον παρακάλεσε αν την παίρνει κάπου να παρακολουθεί με μυστικότητα και να την ενημερώνει πού πηγαίνει και με ποιους είναι. Ένεκα του ότι είναι διαπιστευμένος να δίνει μαύρες ζώνες στο καράτε και επειδή ήταν της γνώμης ότι η παραπονούμενη ήταν καλή, τον Ιανουάριο του 2021 της έδωσε δεύτερο νταν και της χάρισε €200 δικαιώματα. Το πλάνο του ήταν να της δώσει κίνητρα να ξεφύγει από τα ναρκωτικά και τις παρέες που είχε φτιάξει και επίσης να πάρει και τρίτο νταν. Η τελευταία φορά που είδε την παραπονούμενη ήταν τρεις εβδομάδες πριν την ανακριτική κατάθεση, όταν πήγε να τον πληρώσει τα δίδακτρα της αδελφής της. Χάρηκε που την είδε γιατί την έχει σαν την κόρη του και επίσης της ανέφερε ότι επειδή θα απουσίαζε σε ταξίδι στην Κροατία την ήθελε να τον αναπληρώνει στα μαθήματά του και να την πληρώσει. Η ίδια του είπε πως δεν έχει κανένα πρόβλημα και της εξήγησε τις ώρες και του απάντησε ότι μπορούσε, καθώς όσον αφορά τα χρήματα του είπε να μην ανησυχεί και δεν θέλει λεφτά. Του ανέφερε ότι θα το έλεγε του πατέρα της και όταν θα είναι σίγουρο να της τηλεφωνούσε. Δεν της τηλεφώνησε γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν της είχε εμπιστοσύνη ότι θα χειριζόταν τα μωρά καλά και γι’ αυτό έβαλε κάποιον άλλον μαθητή του να τον αναπληρώσει. Η τελευταία επαφή που είχε με την παραπονούμενη ήταν όταν τηλεφώνησε της μητέρας της και δεν του απάντησε και τότε έστειλε μήνυμα στην παραπονούμενη και τη ρώτησε πώς πήγαινε με το σχολείο, γιατί ανησυχούσε αφού ήξερε ότι κινδύνευε να μείνει στην ίδια τάξη. Πρόσθεσε πως η παραπονούμενη «ήταν ένα παχουλό μωρό και είχε πολλή κόμπλεξ με το σώμα της, είχε πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση», εντούτοις δύο καλοκαίρια που έκανε επιπλέον προπονήσεις στη σχολή κατάφερε να χάσει τα κιλά της και δεν ξέρει τι έγινε, έχασε και τον έλεγχο. Έμπλεξε με άσχημες παρέες και ενώ στην τρίτη γυμνασίου έβγαλε γενικό 19.5, στην πρώτη λυκείου έβγαλε 13 γενικό και έμεινε ανεξεταστέα σε πέντε μαθήματα. Έβαλε σκουλαρίκι στη γλώσσα και την τελευταία φορά που πήγε να πληρώσει, πήγε πάνω στην κόρη του (εννοεί στη σχολή χορού), φορούσε κοντή μπλούζα την οποία σήκωσε και έδειξε το στήθος της στην κόρη του (εννοεί τη δασκάλα χορού) που είχε βάλει σκουλαρίκια στις ρώγες της.

 

Σε ερώτηση που του έγινε ο κατηγορούμενος απάντησε ότι επικοινωνούσε με την παραπονούμενη μέσω τηλεφώνου ή Instagram παλαιότερα, αλλά συνήθως με το κινητό. Σε άλλη ερώτηση για τις συζητήσεις που είχε με την παραπονούμενη, απάντησε· σχεδόν τα πάντα και πρόσθεσε, για το σχολείο, τις σπουδές, τους φίλους της, τα ναρκωτικά, για το σεξ που φοβόταν ότι μία φίλη της έμεινε έγκυος και έψαχνε τεστ εγκυμοσύνης και τέλος, ότι είχε πολύ φιλική σχέση μαζί της, προσθέτοντας ότι είναι 16 ετών άλλα είναι ώριμο κορίτσι. Επίσης, ανέφερε ότι η παραπονούμενη παρακολουθείται από ψυχίατρο. Αρνήθηκε ότι της μιλούσε για σεξουαλική επαφή και τις στάσεις που του αρέσουν και για προκαταρκτικά στο σεξ ή ότι στην Ουγγαρία της ζήτησε να μεταβεί στο δωμάτιό του για να της κάνει μασάζ. Ερωτηθείς ανέφερε ότι στην Ουγγαρία πιθανόν να έμεινε μόνος του αλλά δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα, προσθέτοντας ότι πιθανόν να ήταν με τον γιο του. Ερωτηθείς κατά πόσον ζήτησε από την παραπονούμενη να τη φιλήσει για να δοκιμάσει το σκουλαρίκι που έβαλε στη γλώσσα, απάντησε ότι εκείνη είναι που έδωσε ως πρώτο λόγο που έβαλε το σκουλαρίκι ότι είναι πιο ερεθιστικό και παρότι λέχθηκε αυτό για το σκουλαρίκι, είπε πως είναι ψέμα ότι της ζήτησε να τη φιλήσει για να το δοκιμάσει. Αρνήθηκε επίσης ότι έλεγε στην παραπονούμενη πως είναι μουνάρα ή τον καυλώνει ή ότι αυνανιζόταν κατά τη διάρκεια που έβλεπε τη φωτογραφία της ή ότι έβλεπε όνειρο ότι οι δύο τους έκαναν σεξ. Υποστήριξε ακόμη ότι όταν την έπαιρνε κάπου ήταν με την έγκριση του πατέρα και της μητέρας της και η ίδια του έλεγε ότι το γνωρίζουν. Η δε μητέρα της του είπε ότι γνωρίζει πού πάει και πού έρχεται η παραπονούμενη και ότι την παίρνει ο ίδιος, αρνήθηκε όμως ότι σε αυτό το πλαίσιο και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της διαδρομής, έλεγε στην παραπονούμενη ότι σκεφτόταν τους δύο τους να κάνουν σεξ, ότι είναι πολύ ωραία γυναίκα και ότι δεν την βλέπει σαν 15 αλλά σαν 25. Αρνήθηκε εν προκειμένω το σύνολο των ερωτήσεων που του τέθηκαν (ερωτήσεις 22 μέχρι και 30 και 32, 33 και 34) λέγοντας ότι είναι ψέματα. Δέχθηκε ότι μπορεί να την αγκάλιασε και να τη φίλησε στην παρειά, προσθέτοντας «όπως την κόρη μου». Δέχθηκε ότι επικοινώνησε ο πατέρας της παραπονούμενης μαζί του και του ζήτησε να σταματήσει να τη μεταφέρει σε χώρους που η ίδια ήθελε χωρίς να το γνωρίζει ο πατέρας, πρόσθεσε όμως ότι τούτο έγινε την τελευταία φορά όταν την πήρε στη Σταυρού και την κάλεσε στο τηλέφωνο η μητέρα της. Πρόσθεσε ακόμη ότι εκείνο που του ανέφερε ο πατέρας της είναι πως η παραπονούμενη λέει όλο ψέματα και ότι τον ξεγελά (τον κατηγορούμενο). Ερωτηθείς για τους αυτοτραυματισμούς της παραπονούμενης και αν τους γνωρίζει, ανέφερε ότι δεν είναι σίγουρος, υπέθεσε όμως πως αυτός είναι ο λόγος που παρακολουθείται από ψυχίατρο και παίρνει χάπια, καθώς ότι μία φορά του εκμυστηρεύτηκε ότι όσο ποτό και να πιει δεν την πιάνει. Οι γονείς της πολλές φορές κάλεσαν τη θυγατέρα του (εννοεί τη δασκάλα χορού) για να της κάνουν παράπονα για τη συμπεριφορά της. Εντέλει, ανέφερε ότι ουδέποτε του παραπονέθηκε οιοσδήποτε για τα όσα του αναφέρθηκαν (νοείται από τον αστυφύλακα στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσης). Πρώτη φορά τα άκουσε και δεν ξέρει γιατί η παραπονούμενη λέει αυτά τα ψέματα. Ο ίδιος ήταν πάντα σωστός απέναντι της ίδιας και της οικογένειάς της.

 

Στη δεύτερη ανακριτική κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος (τεκμήριο 19) ανέφερε πως η παραπονούμενη πήγαινε συγκεκριμένες και προγραμματισμένες ώρες προπόνησης, δηλαδή έκανε μάθημα κάθε Τρίτη και Παρασκευή μεταξύ των ωρών 18:00 και 19:00. Ποτέ δεν ήταν μόνοι στα μαθήματα τα οποία ήταν ομαδικά σε γκρουπ προπόνησης. Δεν κάνει private μαθήματα και αυτό φαίνεται από τα δίδακτρα που πλήρωνε η παραπονούμενη, δηλαδή €55 τον μήνα για την ίδια και την αδελφή της, ενώ αν έκανε private η τιμή θα ήταν €200. Κάλεσε διάφορους συμμαθητές της παραπονούμενης που ήταν παρόντες στα γκρουπ στην Παλλουριώτισσα και στα Λατσιά, επειδή ποτέ δεν ήταν μόνοι τους. Το «επιπρόσθετο», όπως ανέφερε, ενδιαφέρον για την παραπονούμενη, άρχισε όταν ο πατέρας της του ζήτησε να της μιλήσει και του ανέφερε ότι σκεφτόταν η ίδια να αυτοκτονήσει. Σκοπός του ήταν να τη βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημα με συμβουλές, κάτι το οποίο συνηθίζεται, δηλαδή να βοηθάει τους γονείς με τα προβλήματα των παιδιών όταν οι γονείς του το ζητήσουν. Όταν ο πατέρας του εξομολογήθηκε ότι η παραπονούμενη έμπλεξε με ναρκωτικά, ο ίδιος του πρότεινε να εμπλέξουν τη δίωξη ναρκωτικών με κάποιον φίλο που έχει, αλλά ο πατέρας ήταν αρνητικός. Όσον αφορά το κατά πόσον οι γονείς δεν γνώριζαν πάντα ότι τη μετέφερε, θυμήθηκε πως αυτό έγινε μόνο δύο φορές και ο λόγος που το έκανε ήταν επειδή πίστευε ότι του έχουν εμπιστοσύνη. Ανέφερε συγκεκριμένα τις δύο τούτες φορές, η μία ήταν από την Αγλαντζιά προς το mall και η άλλη ήταν στη Λευκωσία στο παλιό δημαρχείο και έδωσε λεπτομέρειες των περιστάσεων κάτω από τις οποίες η παραπονούμενη του ζήτησε να τη μεταφέρει. Πρόσθεσε ακόμη ότι από τον καιρό που ξεκίνησε ο κορονοϊός οι πόρτες της σχολής και τα παράθυρα είναι πάντα ανοικτά, ενώ σε ό,τι αφορά τη θέση της παραπονούμενης ότι στην Ουγγαρία της ζήτησε να μεταβεί στο δωμάτιό του να της κάνει μασάζ, αυτό το πράγμα δεν έγινε γιατί στο δωμάτιο έμενε με τον γιο του και η παραπονούμενη ήταν συνεχώς με άλλους. Ανέφερε ακόμη ότι μετά την Ουγγαρία η σχολή ήταν κλειστή σε δύο περιόδους λόγω κορονοϊού. Μετά το τελευταίο άνοιγμα της σχολής είδε μόνο μια φορά την παραπονούμενη, όταν πήγε να τον πληρώσει για τα μαθήματα της αδελφής της. Ερωτηθείς για τα ρούχα που η παραπονούμενη φορούσε κατά τη διάρκεια των προπονήσεων απάντησε κάποτε φόρμες ή κάποτε στολή του καράτε, συνήθως στολή, αλλά δεν ήταν και η πιο τυπική με τη στολή. Τέλος, ανέφερε και το όνομα του φίλου της παραπονούμενης για τον οποίο είχε κάνει λόγο στην προηγούμενη κατάθεση.

 

Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι είναι 61 ετών και εξήγησε τα προσόντα του και γενικότερα πότε άνοιξε τη σχολή και τη λειτουργία της σχολής, για να προσθέσει ότι από το 1988 που άνοιξε τη σχολή πέρασαν από κοντά του περισσότεροι από 5.000 μαθητές. Αναφέρθηκε ακόμη στα ωράρια, τη γενικότερη λειτουργία καθώς και στους μαθητές των άλλων δύο σχολών, δηλαδή στα Λατσιά και στον Λυθροδόντα και συσχέτισε τούτα τα στοιχεία με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης για τις εκεί προπονήσεις και τα όσα ισχυρίζεται ότι διαδραματίστηκαν στις εν λόγω σχολές. Σε αδρές γραμμές ήταν η θέση του κατηγορούμενου πως ούτε ο χρόνος επέτρεπε τη διάπραξη των όσων η παραπονούμενη διατείνεται, αλλά ούτε και οι περιστάσεις, εφόσον υπήρχαν πάντα και άλλα πρόσωπα παρόντα, δηλαδή οι άλλοι ενήλικες μαθητές που προπονούνταν στα Λατσιά και οι γονείς και τα μικρά παιδιά που παρακολουθούσαν μάθημα στον Λυθροδόντα.

 

Η Μ.Υ.1 είναι θυγατέρα του κατηγορουμένου και ως προκύπτει από τα ανωτέρω παραδεχτά γεγονότα, ήταν δασκάλα χορού της παραπονούμενης και στεγάζετο στο ίδιο κτήριο με τη σχολή καράτε. Η μάρτυρας έδωσε δύο καταθέσεις, οι οποίες είναι τα τεκμήρια 27 και 28. Όπως ανέφερε στην πρώτη εξ’ αυτών, λίγες ημέρες προηγουμένως ενημερώθηκε από τον πατέρα της ότι η παραπονούμενη έκανε καταγγελία εναντίον του για σεξουαλική παρενόχληση. Η σχέση με τους γονείς της παραπονούμενης είχε εξελιχθεί σε πολύ φιλική, τόσο με την ίδια όσο και με τον πατέρα της. Υποστήριξε η μάρτυρας ότι αρχικά η παραπονούμενη ήταν πολύ ντροπαλή και ο λόγος, σύμφωνα με την ίδια, οφείλεται στο ότι είχε κάποια κιλά παραπάνω και η μητέρα της την πίεζε να χάσει κιλά. Συχνά ζητούσε από την ίδια να παρακινήσει την παραπονούμενη να προσέξει τη διατροφή της και να κάνει δίαιτα. Η αλλαγή στη συμπεριφορά της παραπονούμενης ξεκίνησε όταν έχασε απότομα βάρος. Τότε έγινε απότομη στον τρόπο που μιλούσε και χρησιμοποιούσε λεξιλόγιο καινούργιο. Την ίδια περίοδο η μάρτυρας άρχισε να βλέπει «πιπιλιές» στον λαιμό της. Το καλοκαίρι του 2019 της τηλεφώνησε ο πατέρας της παραπονούμενης ο οποίος ήταν σε έξαλλη κατάσταση και εκνευρισμένος και της ανέφερε ότι το προηγούμενο βράδυ πήραν την κόρη του σπίτι πολύ μεθυσμένη και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Εκφράστηκε πολύ άσχημα για την κόρη του, την οποία χαρακτήρισε πουτάνα και είπε στη μάρτυρα ότι τον έκανε ρεζίλι στη γειτονιά. Της ζήτησε να τη συμβουλεύσει και γι’ αυτόν τον λόγο είχε μεταβεί στην οικία τους και της μίλησε. Αυτό που έγινε το ανέφερε και στον πατέρα της και εκείνος της είπε να δείξουν κατανόηση γιατί είναι έφηβη. Κατόπιν τούτου ο πατέρας της παραπονούμενης άρχισε να της τηλεφωνά όταν αντιμετώπιζαν κάποια δυσκολία με τη συμπεριφορά της. Σε μια περίπτωση την είχε ενημερώσει ότι καπνίζει ηλεκτρονικό τσιγάρο και της είχε αναφέρει επίσης ότι πιστεύει πως κάνει ναρκωτικά, θέση την οποία η ίδια θεώρησε υπερβολική. Αργότερα πληροφορήθηκε από τον πατέρα της ότι ξεκίνησε να φεύγει τα βράδια από το σπίτι και πήγαινε να βρει φίλους της που ήταν μπλεγμένοι με ναρκωτικά. Και η ίδια συζήτησε αυτό το ζήτημα με την παραπονούμενη και έδειξε να μην αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Επίσης, της έδειξε το χέρι της και της ανέφερε ότι επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Τόσο η ίδια όσο και οι γονείς της παραπονούμενης ζητούσαν από τον πατέρα της να τη συμβουλεύσει και συζητούσαν τρόπους χειρισμού της, ώστε να την βοηθήσουν. Εν τω μεταξύ η συμπεριφορά της παραπονούμενης συνέχιζε να είναι άσχημη απέναντί της και τα άλλα παιδιά ξεκίνησαν να της λένε διάφορα πράγματα και της έδειχναν stories από το Instagram. Σε συζήτηση που είχε μαζί της η τελευταία της απεκάλυψε πως είχε δοκιμάσει κοκαΐνη και τότε αντιλήφθηκε πως τα όσα της έλεγε ο πατέρας της παραπονούμενης ήταν αλήθεια και όχι υπερβολές. Προσπάθεια του πατέρα της (κατηγορούμενου) ήταν να τη συμβουλεύει και να είναι δίπλα της σαν πατέρας. Όπως είχε ενημερωθεί από τον κατηγορούμενο, όταν η παραπονούμενη ήταν μικρή έκανε πράγματα που δεν ήταν της ηλικίας της, εν προκειμένω δουλειές στο σπίτι και φροντίδα της μικρότερης αδερφής της και συνεπώς στην εφηβεία της ξέσπασε με αυτόν τον τρόπο. Όταν και ίδια μιλούσε μαζί της για την αλλαγή της συμπεριφοράς της, η παραπονούμενη της έλεγε ότι μισά τον παλιό εαυτό της. Αρχές του 2021 ξεκίνησε να κάνει απουσίες από τα μαθήματα χορού και σε μία περίπτωση, συγκεκριμένα την 14/04/2021, την πληροφόρησε ότι δεν θα συμμετείχε πλέον στο γκρουπ αλλά θα έκανε μόνο private και ο λόγος που της έδωσε ήταν τα ιδιαίτερα μαθήματα που είχε για τις εξετάσεις της. Εντούτοις, την ίδια ημέρα είδε story που έβαλε στο Instagram με μία φίλη της και θύμωσε γιατί κατάλαβε ότι της είπε ψέματα. Επικοινώνησε μαζί της μέσω μηνύματος και η παραπονούμενη της απάντησε σαν να μιλούσε σε μια φίλη της και την έκανε να θυμώσει. Πήρε τον πατέρα της παραπονούμενης τηλέφωνο και κλαίγοντας έκανε παράπονο για τη συμπεριφορά της. Εκείνος της ανέφερε ότι περνά χειρότερα μαζί της. Στη συνέχεια η μάρτυρας ενημέρωσε και τον κατηγορούμενο. Συνομίλησε και με τη μητέρα της, η οποία της ζήτησε να προσέχει πως θα της μιλήσει, μετά από συμβουλή που έλαβε από τον ψυχολόγο της. Επίσης της ανέφερε ότι η παραπονούμενη παίρνει ψυχοφάρμακα και παρακολουθείται από ψυχίατρο. Της ανέφερε ακόμη ότι σύμφωνα με τον ψυχίατρο, χρησιμοποιεί τις απειλές αυτοκτονίας ως μέσο εκμετάλλευσής τους για να της κάνουν τα θελήματα. Εντέλει, της ανέφερε πως τους λέει συνεχώς ψέματα και ότι εντόπισε ακατάλληλα βίντεο για την ηλικία της με την ίδια σε αυτά και πως αν τα έβλεπε ο πατέρας της δεν θα το άντεχε. Δύο μέρες μετά η παραπονούμενη και η ίδια είχαν συνάντηση στο γραφείο του πατέρα της. Της είχε αναφέρει ότι απογοητεύτηκε από τη συμπεριφορά της, αντιλήφθηκε όμως πως δεν έδινε σημασία. Κατόπιν τούτου η παραπονούμενη συνέχισε κανονικά τα private μαθήματά της, μέχρι την 13/05/2021. Σε αυτό το τελευταίο μάθημα η παραπονούμενη σήκωσε την μπλούζα της και της έδειξε ότι έβαλε σκουλαρίκια πάνω στις ρώγες της και της είπε ότι είναι η μητέρα της που την πήρε για να βγάλει τρύπες. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος ήταν απαθής και χωρίς δύναμη, πράγμα που την έκανε να αντιληφθεί ότι είχε κάνει χρήση ναρκωτικών. Μετά από αυτό, στις 18/05/2021 της τηλεφώνησε ο πατέρας της παραπονούμενης και της ανακοίνωσε ότι και οι δύο θυγατέρες του θα σταματήσουν τα μαθήματα χορού χωρίς να της πει για ποιον λόγο. Όταν το ανακοίνωσε στο γκρουπ πως η παραπονούμενη δεν θα κάνει πλέον μαθήματα χορού μαζί τους, τότε τα λοιπά κορίτσια άρχισαν να την ενημερώνουν ότι η ίδια (παραπονούμενη) τους έλεγε ότι κάνει πρωκτικό σεξ και στοματικό έρωτα σε διάφορα αγόρια. Αρκετές φορές την είδαν σε πάρκα μόνη της με αγόρια και συχνά έμπλεκε σε καυγάδες που προκαλούσε η ίδια. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο πατέρας της είναι πολύ ανοιχτός άνθρωπος και όταν μπορεί να βοηθήσει θα το κάνει. Η παραπονούμενη έφτασε σε σημείο να εκμεταλλεύεται την καλοσύνη του για να την παίρνει από δω κι από εκεί, πράγμα το οποίο γνώριζαν οι γονείς της. Επειδή την είχε σαν την κόρη του και γνώριζε με τι άτομα έμπλεξε, πολλές φορές της είπε αν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε δυσκολία να του τηλεφωνήσει για να τη βοηθήσει. Αν κάποιες φορές έτυχε να τη μεταφέρει κάπου χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της, οφείλεται σε αυτή τη στενή σχέση που είχαν και επειδή είχε την έγνοια της. Εξ όσων γνωρίζει μετά ενημέρωνε τους γονείς της. Εντέλει, η μάρτυρας εξέφρασε και την προσωπική της άποψη για την καταγγελία, λέγοντας ότι η σχέση της παραπονούμενης με τους γονείς της έφτασε σε ακραίο σημείο και ήθελε να τους αποπροσανατολίσει ρίχνοντας ευθύνες στον κατηγορούμενο. Ήθελε να τους κάνει να τη λυπηθούν για να γίνουν πιο χαλαροί μαζί της, να μην την χτυπούν και να της δώσουν περισσότερη σημασία. Ο άλλος λόγος, σύμφωνα με τη μάρτυρα, είναι επειδή τσακώθηκαν οι δυο τους και ήθελε να της πάει κόντρα.

 

Ο Μ.Υ.2 είναι υιός του κατηγορουμένου και όπως ανωτέρω αναφέραμε είναι φυσιοθεραπευτής στο επάγγελμα και στεγάζεται στον ίδιο χώρο της σχολής καράτε στην Παλλουριώτισσα. Ήταν η θέση του μάρτυρα πως καμία πιθανότητα υπήρχε να πειράξει ο πατέρας του την παραπονούμενη, στην οποία συμπεριφερόταν ωσάν να ήταν κόρη του. Ήταν περαιτέρω η θέση του πως μετά το καλοκαίρι του 2018 που η παραπονούμενη κατάφερε να χάσει κάποια κιλά, ξεκίνησε να έχει πολύ διαφορετική συμπεριφορά, δηλαδή δεν ήταν πλέον ντροπαλή και μιλούσε φιλελεύθερα για πολλά θέματα. Προτού πάνε ταξίδι στην Ουγγαρία γνωρίζει ότι μια φορά η παραπονούμενη είχε πάει στο σπίτι της πολύ μεθυσμένη και οι γονείς της, της είχαν αναφέρει ότι δεν θα της επέτρεπαν να ταξιδέψει και αυτό παρότι είχαν πληρώσει το εισιτήριο. Τελικά αυτή η απόφασή τους άλλαξε την τελευταία στιγμή και της επέτρεψαν να μεταβεί στην Ουγγαρία. Στο ταξίδι ο ίδιος έμεινε μαζί με τον πατέρα του. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα πως η παραπονούμενη ξεκίνησε να κάνει ναρκωτικά, να πίνει ποτό, έμπλεξε με κακές παρέες και τέλος, έφευγε από το σπίτι της χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της, οι οποίοι συχνά απευθύνονταν στον πατέρα του και στην αδερφή του για βοήθεια, εφόσον δεν μπορούσαν να ελέγξουν το παιδί τους. Ο πατέρας του για να τη βοηθήσει να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση την έπαιρνε μαζί του τα Σάββατα στα Λατσιά για να τον βοηθά και να προπονείται. Τα μαθήματα στα Λατσιά ήταν μεταξύ των ωρών 09:00 με 11:00. Κάποτε τον βοηθούσε και στον Λυθροδόντα με τα μικρά και αρχάρια παιδιά. Λόγω των καταστάσεων που είχε μπλέξει, τις οποίες ανέφερε στον πατέρα του, ο τελευταίος ήθελε να της δίνει ασχολίες για να την κρατά μακριά από καταχρήσεις. Τον παραξένεψε το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν είχε ποτέ αντίδραση. Αν παρενοχλείτο, ανέφερε ο μάρτυρας, θα άλλαζε η συμπεριφορά της, θα αντιδρούσε και δεν θα του ζητούσε συνεχώς χάρες. Αναφορά έκανε επίσης στην πρακτική που ακολουθούν στη σχολή να αφήνουν ενηλίκους και έμπειρους μαθητές να τους αναπληρούν όταν οι ίδιοι απουσιάζουν σε ταξίδι. Την 13/05/2021 η παραπονούμενη πήγε στη σχολή και μάλιστα από την ώρα που πήγε μέχρι και την ώρα που έφυγε ο ίδιος ήταν παρών και εκείνη την ημέρα ο πατέρας του της ζήτησε να τον βοηθήσει όταν θα απουσίαζε και εκείνη συμφώνησε. Η όλη συνάντηση διήρκεσε περίπου 2 λεπτά. Όταν στη συνέχεια επρόκειτο να αναχωρήσει, της ζήτησε να του τυλίξει ένα τσιγάρο και αστειεύτηκε λέγοντάς της «ελπίζω να μη μου έβαλες κάτι άλλο μέσα στο τσιγάρο». Εκείνη γέλασε και αφότου τύλιξε το τσιγάρο τους αποχαιρέτησε όπως πάντα. Ο ίδιος ήταν αντίθετος στο να αναπληρώσει η παραπονούμενη τον πατέρα του, γιατί δεν ήταν άτομο που μπορούσε να στηριχτεί κανείς. Τα όσα αιτιάται η παραπονούμενη είναι ψέματα.

 

Ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι είναι μαθητής του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, στη σχολή στην Παλλουριώτισσα πήγαινε κάθε Πέμπτη και Παρασκευή μεταξύ των ωρών 18:00 με 20:00. Τα Σάββατα πήγαινε στα Λατσιά μεταξύ των ωρών 09:00 με 10:00 ή 10:00 με 11:00 και ήταν η θέση του πως όσες φορές έτυχε να πάει για μάθημα στα Λατσιά, τις πιο πολλές φορές ερχόταν και η παραπονούμενη. Δεν γνωρίζει ποιος την έφερνε για προπόνηση. Στα Λατσιά πήγαιναν γύρω στα 10 άτομα, αλλά ο αριθμός δεν ήταν σταθερός. Κάποιες φορές έτυχε να αντικαταστήσει τον κατηγορούμενο στη σχολή στον Λυθροδόντα. Εκεί τα μαθήματα γίνονταν μεταξύ των ωρών 11:00 με 13:00 και κάποιες φορές πήγε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Σε αυτό το πλαίσιο έτυχε να δει και την παραπονούμενη. Εξ όσων γνωρίζει στον Λυθροδόντα εκείνος που έπαιρνε την παραπονούμενη ήταν ο κατηγορούμενος. Περιέγραψε τους χώρους των δύο σχολών και τι έκαναν από τη στιγμή που μετέβαιναν στη σχολή. Όπως ανέφερε στην κατάθεσή του, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε, όταν άκουσε για την υπόθεση έπεσε από τα σύννεφα γιατί ο κατηγορούμενος ήταν πάντα σωστός δάσκαλος του καράτε. Πρόσθεσε τέλος ότι τα αγγίγματα που έτυχε να δει ήταν πάντα στα πλαίσια της προπόνησης και του καράτε, διότι το καράτε είναι άθλημα επαφής. Εξ όσων θυμάται στα Λατσιά ήταν πάντα εκεί από την αρχή μέχρι το τέλος της προπόνησης και το ίδιο στη σχολή στον Λυθροδόντα. Επίσης, πολλές φορές ήταν και ο ιδιοκτήτης του χώρου της σχολής.

 

Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές προχώρησαν και σε αγορεύσεις, εν προκειμένω τα έγγραφα Β και Γ ενώπιον του Δικαστηρίου (κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης αντίστοιχα). Μελετήσαμε βεβαίως τα όσα εκεί αναφέρονται και τα είχαμε κατά νου κατά τη συγγραφή της απόφασης. Στη συνέχεια αναφορά θα ακολουθήσει εκεί και όπου κρίνουμε ότι χρειάζεται, κατά πώς εξηγήθηκε στην υπόθεση Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2Α.Α.Δ. 490, 495.

 

Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε επισταμένα το σύνολο των μαρτύρων καθ’ ον χρόνο κατέθεταν ενώπιόν μας, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ανήλικης παραπονούμενης, η οποία σε δεύτερο χρόνο εξετάστηκε και αντεξετάστηκε κατά πώς ανωτέρω εξηγήθηκε. Συνακόλουθα, είχαμε το ευεργέτημα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της διαδικασίας να παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις και την ευρύτερη συμπεριφορά ενός εκάστου, τόσο γενικά όσο και ειδικά, εν προκειμένω σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και απαντήσεις. Και είναι αναγνωρισμένο νομολογιακά πως η εγγενής και ιδιάζουσα αυτή διεργασία συνιστά μέρος της ανθρώπινης υπόστασης και παρέχει την ευχέρεια σχηματισμού γνώμης για την αλήθεια των θέσεων του προσώπου που εξιστορεί τούτες (βλ. Σ. Π. ν. Αστυνομίας (2014) 2Α.Α.Δ. 468, 491). Βεβαίως δεν περιοριστήκαμε απλώς στην εξωτερική εικόνα της μαρτυρίας, αλλά προχωρήσαμε και θέσαμε τούτη στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δια αντιπαραβολής και συσχετισμού κάθε πτυχής αυτής με κάθε άλλη μαρτυρία, στην αντικειμενική της πάντα υπόσταση (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Άλλωστε όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 661, η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία· το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας, με τα εκεί αναφερόμενα να υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως να συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση και το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια (βλ. Νίκου Ανδρέου Γιάννη Κασιή ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφ. 384/11, ημερομηνίας 07/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:A62). Εργαλεία τα οποία η νομολογία αναγνωρίζει ότι εξυπηρετούν τούτον τον στόχο, είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, ήτοι πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16 η έκδοση, σελίδα 333). Επίσης, δεδομένη είναι η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 391, 395 και Ευσταθίου ν. Μιχαήλ, Πολ. Εφ. 269/12, ημερ. 23/07/2019, ECLI:CY:AD:2019:A341).

 

Στα ανωτέρω προσθέτουμε και τον βασικό κανόνα αξιολόγησης που έχει να κάνει με την αντιμετώπιση που κάθε μάρτυρας τυγχάνει από την πλευρά που τον αντεξετάζει. Εν προκειμένω εδραιωμένο είναι ότι παράλειψη υποβολής συγκεκριμένης θέσης σε μάρτυρα, ως επίσης υποβολή αντιφατικής θέσης σε σχέση με μαρτυρία που ακολούθως προσκομίζεται, δεν αφήνει αναλλοίωτη τη διεργασία αξιολόγησης. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Δώρος Πολυκάρπου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 149/15, ημερ. 25/04/2017, ECLI:CY:AD:2017:D145

 

«Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει.

Όπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. ν Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v The Jonitexo Ltd (1987) 1 CLR 383 και Τάκη ν Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 599 και Σιακαλλής ν Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, θεωρούμε αβάσιμη την έφεση και την απορρίπτουμε».

 

 

Οι υποχρεώσεις των μερών καθ΄ ον χρόνο έκαστος αντεξετάζει τους μάρτυρες της άλλης πλευράς και οι επιπτώσεις από μη τήρηση των σχετικών νομολογιακών κανόνων, διαπιστώνονται από τον μεστό λόγο της υπόθεσης Frederickou Schools Co Ltd v Acuac Inc. (2002) 1 Γ ΑΑΔ 1527, 1541, όπου λέχθηκε ότι:

«Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται.  Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται.  Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε.  Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο.  Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.»

 

Και είναι περιττό να επαναλάβουμε αυτό που αναφέρθηκε στην Pal, ανωτέρω, δηλαδή ότι ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων και ότι εν τη απουσία ικανοποιητικής δικαιολογίας σε σχέση με τον λόγο παράλειψης, το Δικαστήριο δικαιούται να αγνοήσει τη μονομερώς τεθείσα εκδοχή. Κατά συνέπεια, θέματα που δεν τίθενται στην αντεξέταση και αιφνιδίως εμφανίζονται για πρώτη φορά με τους μάρτυρες υπεράσπισης, είναι έκθετα σε απόρριψη εφόσον δεν δόθηκε η ευκαιρία στους μάρτυρες της άλλης πλευράς να εξηγήσουν και να σχολιάσουν τα ζητήματα που εκεί τίθενται. Και είναι αυτό απολύτως ευθυγραμμισμένο με τα αναφερόμενα στον Cross on Evidence 4η εκδ. σελ. 227 αναφορικά με τον σκοπό της αντεξέτασης, όπου υποδείχθηκε ότι:

 

«Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief»

 

Επίσης, στην υπόθεση Μ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 14/13, ημερ.20/03/2014, υπεδείχθη και το εξής σχετικό:

«Κατανοούμε το θεμιτό της προσπάθειας του συνηγόρου να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα δια της ανάδειξης αυτού του τελευταίου στοιχείου, αλλά θα αναμέναμε όχι μόνο ανάλογη αλλά και πολύ πιο έντονη προσπάθεια να αναδειχθούν αναλήθειες σε σχέση με τα περιστατικά που συνθέτουν τις σοβαρότατες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αντ’ αυτού είχαμε απλώς μερικές υποβολές που παρέμειναν ανυποστήριχτες και απλαισίωτες καθώς επίσης και μερικές “χαλαρές” ερωτήσεις που εν πάση περιπτώσει απαντήθηκαν με απόλυτη επάρκεια από τον μάρτυρα. Στην πρόσφατη υπόθεση Λ.Κ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 152/10, ημερ. 28.12.2011, η οποία επίσης αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου λέχθηκαν σχετικά στη σελ.5 τα εξής:

«Όπως είπαμε και προηγουμένως, ασφαλώς και έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι ο εφεσείων κατά την πρωτόδικη διαδικασία παρέλειψε να αντεξετάσει την παραπονούμενη ως προς τα συμβάντα στα οποία βασίζεται η καταγγελία της. Ο ισχυρισμός ότι η αντεξέταση δεν έγινε γιατί τέτοια γεγονότα δεν έλαβαν ποτέ χώρα, δεν αντέχει ούτε στην πιο απλοϊκή λογική. Ασφαλώς και, ιδιαίτερα μάλιστα, θα λέγαμε, στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου στην καταγγελία, αν επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.»

 

Τέλος, σχετικό είναι και το εξής· οι Μ.Κ.6, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 κλήθηκαν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, δηλαδή ως πρόσωπα που κατέχουν εξειδικευμένη γνώση συγκεκριμένου αντικειμένου. Με αυτό ως δεδομένο επαναλαμβάνουμε τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (αρ. 1) (2013) 1Α Α.Α.Δ. 438, δηλαδή ότι η έκφραση γνώμης ενός πραγματογνώμονα, αναγνωρισμένη εξαίρεση στο δίκαιο της απόδειξης που θέλει την έκφραση γνώμης να είναι ανεπίτρεπτη, δικαιολογείται μόνο επί τη αποδείξει τέτοιας πραγματογνωμοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση οι ανωτέρω μάρτυρες (Μ.Κ.6, Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 ) δεν έτυχαν αμφισβήτησης αναφορικά με την πραγματογνωμοσύνη που έκαστος κατέχει και δη τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα. Πέραν τούτου τα αναφερόμενα στα τεκμήρια 33, 35 και 42 αντίστοιχα, δηλαδή το βιογραφικό ενός εκάστου, των οποίων το περιεχόμενο παρέμεινε αναμφισβήτητο, ομιλούν αφ’ εαυτών και διατυμπανίζουν τόσο την κατάρτιση τούτων, όσο και την εμπειρία τους. Βάσει των ανωτέρω, καθώς ότι ουδεμία πλευρά αμφισβήτησε την πραγματογνωμοσύνη των εν λόγω μαρτύρων, δεχόμαστε ότι είναι όλοι τους πραγματογνώμονες και συγκεκριμένα· η Μ.Κ.6 παιδοψυχίατρος και οι Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9 κλινικοί ψυχολόγοι. Συνακόλουθα, η μαρτυρία τούτων καλύπτεται από την εξαίρεση του κανόνα η οποία επιτρέπει σε τέτοιο μάρτυρα να εκφέρει τη γνώμη του (Νικολάου v. Σταύρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 746, 750).

 

Ένεκα της ανωτέρω διαπίστωσης επαναλαμβάνουμε το νομολογιακώς αναγνωρισμένο ότι οι κανόνες που διέπουν την αξιολογική κρίση ενός πραγματογνώμονα δεν διαφέρουν (Genzyme Corporation v. Kayat Trading Limited, Πολ. Έφ. 199/14, ημερ. 25/05/2018, ECLI:CY:AD:2018:A250). Απλώς ατονεί η σημασία της συμπεριφοράς τέτοιου μάρτυρα στο εδώλιο, εφόσον υπό κρίση είναι η εγκυρότητα της γνώμης του και όχι η εν γένει συμπεριφορά του, όπως στην περίπτωση μάρτυρα πραγματικών γεγονότων (Star Fiberglass Ltd v. Elnedo Trading Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 875, 880). Περιττό να υποδείξουμε ότι η δυνατότητα έκφρασης γνώμης συνεπάγεται και υποχρέωση, εν προκειμένω να εφοδιαστεί το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία πραγματικά και επιστημονικά δεδομένα που θα καταστήσουν ευχερή τον έλεγχο της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα και δη την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Είναι υποχρέωση τέτοιου μάρτυρα να παραθέσει τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε, αλλά και να τεκμηριώσει την ορθότητα των επιστημονικών αρχών που εφάρμοσε. Άλλωστε, στην υπόθεση Koufou v. The Republic (1981) 2 C.L.R 165, 186 υπεδείχθη ότι αυτά τα στοιχεία είναι που θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να μορφώσει ανεξάρτητη άποψη. Και στο τέλος της ημέρας αυτό είναι το ζητούμενο, δηλαδή η μόρφωση ανεξάρτητης άποψης από το Δικαστήριο και όχι αυτή αφ’ εαυτή η άποψη του πραγματογνώμονα. Όπως εύγλωττα υπεδείχθη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1441, 1448:

 

«Παρόλο που η έκφραση γνώμης από εμπειρογνώμονα υπό ορισμένες συνθήκες είναι αποδεκτή σαν μαρτυρία εντούτοις:“…..it by no means follows that the court must follow it …… What really matters in most cases is the reasons given for the opinion. As a practical matter a well-constructed expert’s report containing opinion evidence sets out the opinion and the reasons for it.  If the reasons stand up the opinion does, if not, not.  A rule of evidence which excludes this opinion evidence serves no practical purpose».

 

Είναι με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές που προσεγγίσαμε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού.

 

Για τους δύο αστυφύλακες, Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5, δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Αυτό γιατί η μαρτυρία ενός εκάστου, προκύπτουσα εκ της ιδιότητας τούτων κατά τον χρόνο διερεύνησης της υπόθεσης, εν προκειμένω ως ανακριτές και ειδικοί στον τρόπο λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης ως αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα και περιπλέον, εκφρασμένη στο Δικαστήριο με συνοχή, ροή λόγου και απαλλαγμένη αντιφάσεων, είναι εν πολλοίς ενσωματωμένη στα παραδεκτά γεγονότα. Περαιτέρω, η μαρτυρία τούτων δεν άπτεται της ουσίας των κατηγοριών, παρά μόνο των ενεργειών που έκαναν ως ανακριτές. Και τέλος, τούτες οι ενέργειες δεν έτυχαν αμφισβήτησης και συμπλέουν με το λοιπό μαρτυρικό υλικό. Ως εκ των ανωτέρω ουδεμία αμφιβολία διατηρούμε για την ειλικρίνεια των όσων οι δύο αυτοί μάρτυρες ανέφεραν στο Δικαστήριο και η μαρτυρία τούτων υιοθετείται ως αξιόπιστη.

 

Προτού παραθέσουμε τα όσα προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5, σκόπιμο κρίνουμε να σχολιάσουμε δύο συγκεκριμένες πτυχές της μαρτυρίας της Μ.Κ.5. Αρχίζουμε επαναλαμβάνοντας ότι στο πλαίσιο αντεξέτασης της Μ.Κ.5 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου, τέθηκαν υπόψιν της μάρτυρος διάφορες καταθέσεις, ώστε να τις αναγνωρίσει ως ενέργειες στις οποίες προέβη. Αφότου αναγνώρισε τούτες η υπεράσπιση ζήτησε την κατάθεσή τους ως τεκμηρίων, δηλώνοντας ότι κατατίθενται ως καταθέσεις που έλαβε η Μ.Κ.5. Εν προκειμένω δεν απασχολεί το σύνολο των καταθέσεων που κατατέθηκαν κατά αυτόν τον τρόπο, εφόσον κάποιοι μάρτυρες, όπως είναι οι Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, τελικώς παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και έκαστος αναγνώρισε το τεκμήριο ως την κατάθεση που έδωσε και ακολούθως υιοθέτησε το περιεχόμενό του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ό,τι απασχολεί είναι τα τεκμήρια 26, 29 και 32, εφόσον οι συντάκτες των εν λόγω καταθέσεων δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και όπως προκύπτει από τη δήλωση που ανωτέρω αναφέραμε, περιορισμένος ήταν και παρέμεινε ο σκοπός κατάθεσης των τεκμηρίων αυτών. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων αντιμετωπίστηκε κατ’ αναλογία εγγράφου που κατατίθεται προς τον σκοπό αναγνώρισης και εντέλει δεν μετεξελίσσεται σε τεκμήριο και συνακόλουθα ευθαρσώς δηλώνουμε ότι το περιεχόμενο τούτων δεν λήφθηκε υπόψιν και ούτε του αποδόθηκε οιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον ο περιορισμένος σκοπός για τον οποίο κατατέθηκαν ήταν η ενέργεια της Μ.Κ.5 να λάβει τούτες τις καταθέσεις και τίποτα περαιτέρω. Για χάριν ολοκλήρωσης της εικόνας σημειώνουμε πως ούτε και η υπεράσπιση ασχολήθηκε στη γραπτή αγόρευσή της με το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων, γεγονός που επιβεβαιώνει το περιορισμένο του λόγου για τον οποίο κατατέθηκαν οι εν λόγω καταθέσεις.

 

Το δεύτερο ζήτημα που κρίνουμε σκόπιμο να σχολιάσουμε, έχει να κάνει με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 24, δηλαδή τη μεταφορά στο Δικαστήριο των όσων φέρεται να δήλωσε προφορικώς στη Μ.Κ.5 η εκεί αναφερόμενη Σ., δηλαδή η φίλη της παραπονούμενης. Δεν χωρεί βεβαίως αμφιβολία πως η μεταφορά στο Δικαστήριο της φερόμενης δήλωσης δια στόματος της Μ.Κ.5, συνιστά εξ ακοής μαρτυρία και ως τέτοια ελέγχεται από τα άρθρα 24 έως και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά της υπεράσπισης αν και έφερε ένσταση κατά τον χρόνο παρουσίασης του εν λόγω τεκμηρίου, εντέλει δεν ζήτησε την κλήτευση του προσώπου που φέρεται να έχει την πατρότητα της δήλωσης, βάσει των διαλαμβανομένων στο άρθρο 26 του Κεφ. 9. Ούτε όμως και η κατηγορούσα αρχή κλήτευσε την εν λόγω μάρτυρα να επιβεβαιώσει τα όσα της αποδίδονται. Προεξάρχον εδώ στοιχείο είναι η εκ προοιμίου δεδηλωμένη θέση της ανήλικης διά του πατρός της, στο ίδιο τούτο έγγραφο, δηλαδή ότι δεν επιθυμεί να καταθέσει ενώπιον Δικαστηρίου. Η ουσία αυτής της θέσης επιδρά στο περιεχόμενο της συνομιλίας που ακολούθησε και  η οποία είχε προφορικό χαρακτήρα, εφόσον έλαβε χώρα υπό τη σκιά της εκπεφρασμένης θέσης της ανήλικης, ότι δεν επρόκειτο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Εν ολίγοις κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε γνώση της πως τα λεγόμενά της δεν θα τίθεντο στη βάσανο της αντεξέτασης, εφόσον δεν θα παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος και με δεδομένες τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Assad v. Αστυνομίας (2017) 2Β Α.Α.Δ. 1222, δεν αποδώσαμε οιαδήποτε βαρύτητα στα εκεί αναφερόμενα και αυτό λόγω, κυρίως, της εξαρχής άρνησης της ανήλικης μάρτυρος να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, γεγονός το οποίο την έθεσε κάτω από πέπλο προστασίας και συνεπώς ό,τι και αν εκεί δήλωνε, η ίδια δεν θα παρουσιάζετο στο Δικαστήριο και τα λεγόμενά της δεν θα υπόκειντο στη βάσανο της αντεξέτασης. Συνεπώς, ούτε αυτή η πτυχή του μαρτυρικού υλικού αξιοποιήθηκε από το Δικαστήριο προς τον σκοπό εξαγωγής ευρημάτων.

 

Εκ της αξιόπιστης μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5 διαπιστώνουμε ότι πέραν των όσων ήδη αναφέρονται στα παραδεκτά γεγονότα, την 29/05/2021 η παραπονούμενη οδήγησε τους ανακριτές στις δύο σχολές που ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε εκτός Λευκωσίας, δηλαδή στα Λατσιά και στον Λυθροδόντα. Η παραπονούμενη δεν εισήλθε εντός των εν λόγω σχολών, εφόσον ήταν κλειδωμένες και παρότι αναζητήθηκε πρόσωπο να ανοίξει κάθε μία εξ αυτών, δεν εντοπίστηκε τέτοιο. Στη συνέχεια δεν ερωτήθηκε η παραπονούμενη να υποδείξει συγκεκριμένα σημεία εντός των υποστατικών. Κατά την υπόδειξη των υποστατικών αυτών την 29/05/2021, η παραπονούμενη προέβη στις δηλώσεις που φαίνονται στο τεκμήριο 12, δηλαδή «εδώ έρχομαι κάθε Σάββατο» και πρόσθεσε· για μεν τη σχολή στα Λατσιά «πριν να πάμε στον Λυθροδόντα κατά η ώρα 09:00 ή 10:00 το πρωί», για δε τη σχολή στον Λυθροδόντα «κατά η ώρα 12:00 νομίζω». Περαιτέρω, την 25/05/2021 η Μ.Κ.5 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Μ.Κ.9, από τον οποίο ζήτησε να του ληφθεί γραπτή κατάθεση συμπληρωματικά προς την έκθεση που έστειλε στην αστυνομία, εντούτοις επειδή ασθενούσε και περιορίστηκε στο σπίτι, έλαβε τηλεφωνικώς τις θέσεις του, τις οποίες κατέγραψε στο ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο 25. Την 31/05/2021 ο κατηγορούμενος μετέβη στο γραφείο βίας στην οικογένεια του Αρχηγείου Αστυνομίας, ώστε του ληφθεί κατάθεση. Πληροφορήθηκε για την υπό διερεύνηση υπόθεση και του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και ο ίδιος απάντησε «δεν το πιστεύω αυτό το πράγμα. Την Ι.Ν. την έχω σαν κόρη μου. Η Ι.Ν. αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα και το μόνο που έκανα ήταν να τη βοηθώ». Αφότου του επιδόθηκαν τα δικαιώματα επικοινωνίας ζήτησε όπως η κατάθεσή του ληφθεί σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι αν και προσπάθησε, δεν κατάφερε να εντοπίσει κάποιον δικηγόρο για να τον συμβουλευθεί. Εντέλει, ο κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου στην αστυνομία την 08/06/2021 ότε και του λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση τεκμήριο 17. Η δεύτερη ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, τεκμήριο 19, δόθηκε κατόπιν απαίτησης του ιδίου και χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου γεγονότος.

 

Θετική ήταν η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο και η Μ.Κ.6. Και σε σχέση με αυτή τη μάρτυρα η αντεξέταση ήταν ιδιαιτέρως περιορισμένη. Πέραν τούτης της προσέγγισης, η οποία οδηγεί στο νομολογιακώς αναγνωρισμένο ότι μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητείται θεωρείται αποδεκτή (βλ. Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551), δεν παραλείπουμε να υποδείξουμε πως η μαρτυρία της Μ.Κ.6 ήτο απαλλαγμένη αντιφάσεων, λογική και ουσιωδώς εναρμονισμένη με το λοιπό μαρτυρικό υλικό. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της υιοθετείται στην ολότητά της.

 

Εκ της αναμφισβήτητης μαρτυρίας της Μ.Κ.6, η οποία είναι παιδοψυχίατρος, διαπιστώνουμε ότι άρχισε να παρακολουθεί την παραπονούμενη τέλος Φεβρουαρίου του 2021 μετά από παραπομπή του ψυχολόγου και συνέχισε να την παρακολουθεί μέχρι τον Δεκέμβριο του 2021. Είχαν περί τις δέκα συναντήσεις των 35 με 45 λεπτών έκαστη. Η παραπονούμενη είχε καταθλιπτικό συναίσθημα, δυσκολίες με τον ύπνο της, ευερέθιστη συμπεριφορά και ιδέες να κάνει κακό στον εαυτό της. Διέγνωσε επίσης ότι είχε κατάθλιψη και της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή με αντικαταθλιπτικά, ταυτόχρονα με ψυχολογική παρακολούθηση. Κατά τον χρόνο που η Μ.Κ.6 έδωσε την κατάθεσή της (31/05/2021) οι ιδέες να κάνει κακό στον εαυτό της είχαν μειωθεί. Δεν διαπιστώθηκε η αιτία που η παραπονούμενη παρουσίασε τα συμπτώματα. Η Μ.Κ.6 έτυχε ενημέρωσης από τη μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.4) ότι προέβαινε σε περιστασιακή χρήση κάνναβης, πράγμα που διαπίστωσε η μητέρα με τεστ ούρων και η παραπονούμενη δεν το αρνήθηκε και συμφώνησε να διακόψει. Όπως της είχε αναφερθεί από τη μητέρα, η χρήση κάνναβης ξεκίνησε κατά τον Μάρτιο του 2021. Ενημερώθηκε και η Μ.Κ.6 για την αναφορά της παραπονούμενης προς τον ψυχολόγο, δεν ασχολήθηκε όμως περαιτέρω με το ζήτημα αφότου έλαβε διαβεβαίωση ότι υποβλήθηκε η καταγγελία.

 

Πέραν των όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί, προσφέρεται σε τούτο το στάδιο να παραθέσουμε και αριθμό άλλων επιμέρους διαπιστώσεων οι οποίες προκύπτουν από αναμφισβήτητη μαρτυρία. Εν προκειμένω αποτελεί κοινό τόπο ότι η αλλαγή στη συμπεριφορά της παραπονουμένης εντοπίζεται χρονικά το έτος 2019, καθ’ ον χρόνο ήταν τρίτη γυμνασίου (2019-2020). Άρχισε κατ’ εκείνο τον χρόνο η πτωτική πορεία στην απόδοσή της και συνεχίστηκε και τη σχολική χρονιά 2020 με 2021, δηλαδή στην πρώτη λυκείου. Προς τούτο σχετικά είναι και τα τεκμήρια 10 και 11, τα οποία δεικνύουν την απόδοση της παραπονουμένης τα δύο αυτά σχολικά έτη. Επίσης, κοινό τόπο αποτελεί και το γεγονός ότι καθ’ ον χρόνο η παραπονούμενη πήγαινε στην τρίτη γυμνασίου, κάποιο βράδυ επέστρεψε στην οικία της μεθυσμένη. Τότε ήταν που οι γονείς της παραπονουμένης τέθηκαν σε εγρήγορση και επικοινώνησαν, μεταξύ άλλων, και με τον κατηγορούμενο, ώστε να του ζητήσουν να συμβουλεύσει την παραπονούμενη, ως προπονητής της και πρόσωπο το οποίο η παραπονούμενη γνώριζε από την ηλικία των έξι ετών και εκτιμούσε. Δεδομένο είναι πως η εμπλοκή του κατηγορούμενου στα προβλήματα που βασάνιζαν τους γονείς άρχισε μετά από αυτό το συμβάν, δηλαδή όταν η παραπονούμενη επέστρεψε στην οικία της κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε. Περιπλέον, δεδομένο είναι ότι εντός αυτής της χρονικής περιόδου, δηλαδή περί το 2020, η παραπονούμενη είχε γνωρίσει κάποιο αγόρι, ονόματι Ρ. και συσχετίστηκε μαζί του ερωτικά, σχέση για την οποία οι γονείς εναντιώνονταν και θεωρούσαν προβληματική, κυρίως λόγω των όσων είχαν πληροφορηθεί για το αγόρι αυτό όσο και για την οικογένειά του, πληροφορίες που είχαν να κάνουν με παραβατική συμπεριφορά. Εντέλει η παραπονούμενη χώρισε με το εν λόγω πρόσωπο, εξού και πιο κάτω αναφέρεται ως πρώην φίλος της. Εντός της ίδιας τούτης περιόδου οι γονείς υποψιάζονταν και εντέλει οι υποψίες τους επιβεβαιώθηκαν, ότι η παραπονούμενη έκανε χρήση ναρκωτικών. Παρεμβάλλουμε εντούτοις πως αναμφισβήτητο παρέμεινε ότι η παραπονούμενη σε κάποιο χρόνο  (η ακριβής ημερομηνία δεν προσδιορίστηκε, είναι όμως πλησίον και πριν την 14/05/2021 που η παραπονούμενη είχε τη συνάντηση με τον Μ.Κ.9) εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο και ολοκλήρωσε με επιτυχία. Πέραν της ανωτέρω προβληματικής συμπεριφοράς, κατά την ίδια περίοδο η παραπονούμενη άρχισε να φεύγει τα βράδια κρυφά από το σπίτι της, ζήτημα το οποίο επίσης απασχόλησε τους γονείς της. Μάλιστα σε μια περίπτωση που έφυγε, ο πατέρας της (Μ.Κ.8) τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο νωρίς το πρωί ώστε να πληροφορηθεί κατά πόσο γνώριζε πού ήταν. Εις επίμετρον, κατά την ίδια αυτή περίοδο η παραπονούμενη άρχισε να αυτοτραυματίζεται. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης όλων των ανωτέρω, για κάποιο διάστημα η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι της και πήγε να μείνει στη θεία της, συγκεκριμένα την αδελφή του πατέρα της. Εντέλει, δεδομένο είναι πως τη 13/05/2021, δηλαδή μία ημέρα πριν τη συνάντηση που είχε με τον ψυχολόγο της (Μ.Κ.9) όπου του ανέφερε μέρος των όσων εδώ απασχολούν και εξετάζονται στη συνέχεια, πήγε στη σχολή του κατηγορούμενου με σκοπό να καταβάλει οφειλόμενα δίδακτρα για την αδελφή της και να παρακολουθήσει μάθημα χορού με τη Μ.Υ.1. Η προσκομισθείσα μαρτυρία θέλει όλα τα ανωτέρω να συνιστούν κοινό τόπο και ως τέτοια υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται διαπιστώσεις τούτου που δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας.

 

Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι επί της ουσίας πρωταγωνιστική είναι η μαρτυρία της παραπονουμένης. Και αναφέρουμε τούτο για να προσθέσουμε περαιτέρω ότι προσεγγίσαμε τη μαρτυρία της παραπονούμενης με τη μέγιστη προσοχή, εφόσον η κοινή λογική και η ανθρώπινη εμπειρία αποκαλύπτουν ότι ζητήματα που άπτονται γενετήσιων ορμών συνθέτουν πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις και διεργασίες και επιβάλλουν μέγιστη προσοχή, εφόσον σε αυτά τα ζητήματα δεδομένη είναι η ανθρώπινη αδυναμία και ροπή στο ψεύδος «για λόγους που χάνονται στο ανθρώπινο ασυνείδητο», όπως με γλαφυρότητα αναφέρθηκε στην υπόθεση Σ. Π. ν. Αστυνομίας (2014) 2Α.Α.Δ. 468, 492. Προσθέτουμε ακόμη το νομολογιακώς αναγνωρισμένο και εκ της λογικής δεδομένο, ότι ένα παιδί δεν μιλά τη γλώσσα των μεγάλων αλλά τη γλώσσα τη δική του, η οποία βασίζεται και ανατρέχει σε εμπειρίες παιδικές (βλ. Θεοδοσίου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 279/2018, ημερ. 28/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B271). Και αναφέρουμε τούτο εφόσον κατά τον χρόνο που η παραπονούμενη προέβαινε στην οπτικογραφημένη κατάθεση (τεκμήριο 4, το απομαγνητοφωνημένο κείμενο είναι το τεκμήριο 5), ήταν 16 ετών και συνεπώς παιδί συμφώνως των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας (Ν.91(Ι)/2014), αλλά και εκ της λογικής. Περαιτέρω, σχετικά είναι και τα όσα προσφάτως αναφέρθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Α. Ν. Κ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 136/22, ημερ. 01/08/2025 και συγκεκριμένα ότι τα παιδιά βιώνουν τον κόσμο διαφορετικά από τους ενήλικες και ιδιαίτερα, ότι λεπτομέρειες σημαντικές για τους ενήλικες, όπως ο χρόνος και ο τόπος, ενδέχεται να απουσιάζουν από τη μνήμη τους και ένεκα τούτου «είναι λανθασμένο να αξιολογείται η μαρτυρία παιδιών με το ίδιο κριτήριο όπως η μαρτυρία ενηλίκων». Αυτό βεβαίως, όπως εμφαντικά τονίστηκε από το Εφετείο, δεν σημαίνει ότι η μαρτυρία ενός παιδιού δεν διέπεται από τον ίδιο βαθμό απόδειξης ως αυτή των ενηλίκων σε ποινική διαδικασίαthese changes in the way the courts look at the evidence of children do not mean that the evidence of children should not be subject to the same standard of proof as evidence of adult witnesses in criminal cases»).

 

Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία της παραπονούμενης ορθό κρίνουμε να αρχίσουμε από τη θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη είναι αποδεδειγμένα πρόσωπο με ροπή στο ψεύδος. Προς τούτο ο ευπαίδευτος συνήγορος απαρίθμησε συγκεκριμένες περιπτώσεις που η παραπονούμενη είπε ψέματα (βλ. γραπτή αγόρευση σελ. 22 μέχρι και 28) και εισηγήθηκε ότι συνεπεία τούτου η μαρτυρία της πρέπει να απορριφθεί. Παρεμβάλλουμε εν προκειμένω ότι δεδομένο είναι πως κατά την επίδικη περίοδο η παραπονούμενη έλεγε ψέματα, συμπέρασμα που εξάγεται και από τη θέση της στο πλαίσιο της οπτικογραφημένης μαρτυρίας, δηλαδή ότι βρισκόταν με τον πρώην φίλο της χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της (τεκμήριο 5, σελ. 3, γρ. 46 και 47), αλλά και από τα αναφερόμενα της Μ.Κ.3, δηλαδή ότι σε κάποια τηλεφωνική τους επικοινωνία  η παραπονούμενη της είπε ότι ο προπονητής της την πήγε στον πρώην φίλο της και όπως εκ των υστέρων διαπίστωσε η μάρτυρας (Μ.Κ.3), οι γονείς της γνώριζαν για τη συνάντηση με τον προπονητή όχι όμως και τη μεταφορά στον πρώην φίλο. Προσθέτουμε περαιτέρω ότι εκ της προσκομισθείσας μαρτυρίας διαπιστώνεται, και μάλιστα συνιστά κοινό τόπο, πως η παραπονούμενη σε διάφορες περιπτώσεις είπε ψέματα στους γονείς της, όπως ότι πήγαινε προπόνηση ενώ στην πραγματικότητα πήγαινε αλλού, δηλαδή είτε στον πρώην φίλο της, είτε στο πάρκο, είτε σε φίλη της. Αυτό μάλιστα το τελευταίο περιστατικό, δηλαδή σε σχέση με τη φίλη της, αναφέρθηκε στο Δικαστήριο και από τους γονείς της παραπονούμενης, οι οποίοι στάθηκαν ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η παραπονούμενη είπε ψέματα στη Μ.Υ.1, δηλαδή ότι είχε μαθήματα και γι’ αυτό δεν θα πήγαινε στο μάθημα χορού, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αλλού και μάλιστα ανέβασε σχετικό story στο Instagram, το οποίο είδε στη συνέχεια η Μ.Υ.1. Τα ανωτέρω αποτελούν κοινό πραγματικό υπόβαθρο και ως τέτοια τα αντιμετωπίζουμε. Εντούτοις απαρτίζουν, μεταξύ άλλων, τα όσα επικαλείται η υπεράσπιση ισχυριζόμενη ροπή της παραπονούμενης στο ψεύδος. Δεν παραθέτουμε τις λοιπές αναφορές της υπεράσπισης όχι γιατί τις παραγνωρίζουμε, αλλά επειδή είμαστε της γνώμης ότι η ουσία του πράγματος εντοπίζεται αλλού. Οφείλουμε να υποδείξουμε με πάσα καθαρότητα πως δεν υφίσταται νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία ενός προσώπου κρίνεται εκ προοιμίου αναξιόπιστη για λόγους που αφορούν το παρελθόν του, λόγου χάριν ένεκα είτε ανειλικρίνειας είτε ακόμη κακού χαρακτήρος γενικότερα. Σχετικά εν προκειμένω είναι τα αναφερθέντα στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 161, 216, όπου εκεί το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστο τον μάρτυρα, παρότι κατάδικος και όπως το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε σε εισήγηση ανάλογη ως η υπό κρίση, «η μαρτυρία ενός καταδίκου δεν σημαίνει εκ προοιμίου ότι αυτή είναι προϊόν ψεύδους και ανειλικρίνειας». Κατ’ επέκταση και η εδώ εισήγηση δεν βρίσκει έρεισμα στο δίκαιο, εφόσον η αξιολόγηση δεν μπορεί παρά να είναι το προϊόν ουσιαστικής αξιολογικής διεργασίας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι τυχόν ψεύδη εκτός Δικαστηρίου, δεν είναι, ανά περίπτωση, στοιχείο που δεν αποτιμάται. Ενδέχεται και αυτά να διαδραματίσουν ρόλο στην αξιολόγηση ενός μάρτυρα. Εντούτοις το γεγονός και μόνο ότι ένας μάρτυρας ψεύσθηκε εκτός Δικαστηρίου, δεν σημαίνει, δίχως άλλο, ότι η μαρτυρία του κρίνεται εκ προοιμίου αναξιόπιστη. Έτι δε περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση όπου τα ψεύδη που υποδείχθηκαν δεν έχουν να κάνουν με την ουσία του πράγματος, αλλά με εφηβικές αντιδράσεις. Ως εκ των ανωτέρω η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται.

 

Επί της ουσίας σημειώνουμε ότι πέραν της οπτικογραφημένης κατάθεσης (τεκμήριο 4) είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την παραπονούμενη κατά τη ζώσα μαρτυρία της στην ατμόσφαιρα της ακροαματικής διαδικασίας. Κατά την εν λόγω διαδικασία, η οποία έλαβε χώρα τέσσερα σχεδόν έτη μετά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη, ήταν εμφανές το πέρασμα του χρόνου με όλα τα συνεπακόλουθα. Εν προκειμένω απεκαλύφθη η νοητική εξέλιξη τούτης, εν συγκρίσει με την έφηβη που ήταν κατά τον χρόνο που έδιδε την οπτικογραφημένη κατάθεση (τεκμήριο 4), στοιχείο διαπιστωθέν από τον ειρμό της σκέψης της και τη ροή του λόγου της. Εμφανής όμως ήταν και η λήθη που επήλθε συνεπεία της χρονικής απομάκρυνσης από τα επίδικα περιστατικά, με την παραπονούμενη να δηλώνει πως δεν θυμόταν κάποια πράγματα. Παρεμβάλλουμε μάλιστα ότι το γεγονός πως η παραπονούμενη σε αριθμό ερωτήσεων που της τέθηκαν απάντησε με τη φράση «δεν θυμάμαι», αποτέλεσε βάθρο νέας εισήγησης από την υπεράσπιση, δηλαδή ότι συνιστά πρόσθετο και ανεξάρτητο λόγο απόρριψης της μαρτυρίας της ως αναξιόπιστης. Σύμφωνα με την εισήγηση, η παραπονούμενη σε 100 διαφορετικές ερωτήσεις (υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση, βλ. αγόρευση σελ. 29 έως 34) απέφυγε κατ’ αυτόν τον τρόπο να απαντήσει. Επικαλούμενη δε τα λεχθέντα στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 10, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο σχολίασε τον μεγάλο αριθμό «δεν θυμάμαι», λέγοντας ότι «η αδυναμία της μνήμης του Μ.Κ.2 δεν πρέπει να επενεργεί σε βάρος του εφεσείοντα», η υπεράσπιση υποστήριξε πως γι’ αυτόν τον λόγο το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει τη μαρτυρία της παραπονούμενης.

 

Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση, κρίνουμε εντούτοις πως ερείδεται επί σαθρού δικανικού και πραγματικού υποβάθρου. Η αξιολόγηση ενός μάρτυρα δεν είναι το αποτέλεσμα ποσοτικών χαρακτηριστικών ή τουλάχιστον, τέτοια χαρακτηριστικά δεν αποτελούν αποκλειστικό δείκτη αποτίμησης της μαρτυρίας. Ο δε λόγος της υπόθεσης Γεωργίου, ανωτέρω, δεν εισηγείται ότι υπέρβαση ενός κάποιου ποσοτικού κριτηρίου, αυτομάτως οδηγεί τη μαρτυρία σε απόρριψη. Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στην υπόθεση Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 136/22, ημερ. 01/08/2025.

 

Πλέον όμως σημαντικό είναι και το εξής σχετικό· είχαμε την ευκαιρία να διέλθουμε το σύνολο των περιπτώσεων που απαρίθμησε η υπεράσπιση στην επιμελημένη ομολογουμένως αγόρευσή της. Ούτε και επί της ουσίας συμφωνούμε με την εισήγηση. Αν είναι κάτι που αυτή αποκαλύπτει, είναι την παραπλάνηση που δυνατό να προκαλέσει μια ποσοτική εξέταση χωρίς ποιοτική διερεύνηση. Δεν είναι πρόθεση να πάρουμε μια προς μια τις περιπτώσεις που απαριθμούνται, αλλά να παραθέσουμε ικανοποιητικό αριθμό περιπτώσεων ώστε να αντιληφθεί ο αναγνώστης αυτό που ανωτέρω αναφέραμε. Καταρχάς υποδεικνύουμε ότι η αντεξέταση της παραπονούμενης από την υπεράσπιση καταλαμβάνει 90 και πλέον δακτυλογραφημένες σελίδες, με πολλαπλάσιο αριθμό ερωτήσεων. Ειδικά όμως σε σχέση με τις υποδείξεις της υπεράσπισης παρατηρούμε ότι πολλές εξ αυτών δεν αφορούν διαφορετικά ζητήματα, αλλά κοινά για τα οποία υποβλήθηκαν πολλαπλά ερωτήματα και συνεπώς ο αριθμός 100 που αναφέρθηκε, δεν αφορά 100 διαφορετικά ζητήματα. Για παράδειγμα, οι αναφορές 17 έως 21 στην αγόρευση (σελ. 30 στην αγόρευση), άπτονται του ιδίου ζητήματος. Το ίδιο και οι αναφορές 22 μέχρι τέλος και 1 μέχρι και 8 από το δεύτερο πρακτικό της αντεξέτασης (σελίδες 30 και 31 στην αγόρευση). Κοινό ζήτημα αφορούν και οι υποδείξεις 16 μέχρι και 24 (σελίδες 31 και 32), ενώ ουδόλως ασήμαντο είναι και το γεγονός ότι τα εκεί αναφερόμενα άπτονται ζητήματος που ο κατηγορούμενος αποδέχεται και η παραπονούμενη εξαρχής επικαλέστηκε στην κατάθεσή της, παρότι γεγονός είναι ότι δεν ενθυμάτο κατά την ακρόαση, δηλαδή ότι το τελευταίο περιστατικό έλαβε χώρα όταν πήγε να πληρώσει τα μαθήματα της αδελφής της και να κάνει χορό. Μόλις όμως της υποδείχθηκαν τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή της (τεκμήριο 5, συγκεκριμένα σελίδα 7 και γραμμή 41), τα οποία επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 17), αποδέχθηκε την εισήγηση και πρόσθεσε «όπως αναφέρω», δηλαδή στην κατάθεση. Αριθμός άλλων υποδείξεων της υπεράσπισης δεν άπτονται ουσιωδών ζητημάτων αλλά περιφερειακών. Λόγου χάριν, η πρώτη και η τέταρτη υπόδειξη (σελ. 29 στην αγόρευση) που αφορούν το Σπίτι του Παιδιού και το ωράριο εργασίας της μητέρας αντίστοιχα, δεν είναι θέματα ουσιώδη και ούτε καθοριστικά για τα επίδικα. Το ίδιο ισχύει και για το επίθετο της συμβούλου (Μ.Κ.3), υπόδειξη 5 (σελ. 29 στην αγόρευση). Συνεπώς η συμπερίληψη τούτων στην εισήγηση, αναδεικνύει και την παραπλάνηση που δυνατό να προκαλέσει ένα διογκωμένο ποσοτικό κριτήριο, εντούτοις με ποιοτικώς ασήμαντα ζητήματα. Περαιτέρω σε κάποιες περιπτώσεις, τουλάχιστον αυτές που αφορούν οι υποδείξεις 2 και 12 (σελίδες 29 και 30 αντίστοιχα στην αγόρευση), η φράση «εν θυμούμαι», σε συσχετισμό με την αφήγηση, συνιστά σχήμα λόγου δίκην εγκυμονούσας άρνησης η οποία επιβεβαιώνει ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που ετέθη. Εξού και σε σχέση με το κατά πόσον την έδιωξε ο πατέρας από το σπίτι (υπόδειξη υπ’ αρ. 2, σελ. 29 στην αγόρευση), αμέσως μετά λέγει «όχι» με κατηγορηματικό τρόπο. Τέλος, σε αριθμό περιπτώσεων που υποδεικνύει η υπεράσπιση αν και χρησιμοποιήθηκε η φράση «δεν θυμάμαι», εντούτοις δόθηκε ουσιαστική απάντηση. Για παράδειγμα τα όσα αναφέρονται στα υπ’ αριθμό 10 και 11 στη σελίδα 30 της αγόρευσης, αφορούν τον χρόνο και αριθμό συναντήσεων με τον Μ.Κ.9. Καίτοι η παραπονούμενη απαντά ως υποδεικνύεται από την υπεράσπιση, στην προηγηθείσα ερώτηση («Στον ψυχολόγο, τον κύριο Λ.Μ. που είπες, πότε ξεκίνησες; Θυμάσαι;»), απάντησε πολύ συγκεκριμένα και αυτοβούλως συσχέτισε την απάντησή της με την καταγγελία λέγοντας· «Καιρό πριν την καταγγελία η αλήθεια». Και αυτή είναι η ουσία των όσων εδώ διερευνήθηκαν από την υπεράσπιση, δηλαδή ότι η αποκάλυψη έγινε αρκετό καιρό μετά που άρχισε να παρακολουθείται από τον ψυχολόγο. Επίσης, στη συνέχεια η παραπονούμενη δέχθηκε ότι μέχρι την καταγγελία με τον Μ.Κ.9 είχε πέραν των 10 συναντήσεων, όχι όμως 50. Συνεπώς, η σχετική θέση απαντήθηκε όχι απλώς επαρκώς, αλλά και αυτοβούλως, ως ανωτέρω εξηγήθηκε. Ακόμη, η υπόδειξη υπ’ αριθμό 9 στη σελίδα 31 της αγόρευσης, δεν αποδίδεται ορθώς, εφόσον η ουσία του πράγματος δεν ήταν αυτή που υποδεικνύει η υπεράσπιση («δεν θυμούμαι να μου είπε ο κύριος Α.Χ., να με απειλήσει για κάτι»), αλλά αυτή που είχε προηγηθεί (στην ίδια σελίδα των πρακτικών), όπου απεριφράστως η παραπονούμενη απάντησε ότι δεν ένιωθε απειλή από τον κατηγορούμενο και μάλιστα στην υπόδειξη πως αυτό λέγει ο ψυχολόγος, με ατόφια και αποστομωτική ειλικρίνεια απάντησε «Ενηξέρω τι λαλεί ο ψυχολόγος, εγώ εν ένιωθα απειλή». Αυτό ήταν το ζητούμενο από τούτη τη σειρά ερωτήσεων και συνεπώς τα όσα υποδεικνύονται από την υπεράσπιση με την εν λόγω εισήγηση, μάλλον θολώνουν την εικόνα παρά να την εξυπηρετούν και είναι γι’ αυτό που λέμε πως η αξιολογική διεργασία εδράζεται σε ποιοτικά αντί ποσοτικά κριτήρια. Και επαναλαμβάνουμε ότι είναι το σύνολο, σχεδόν, των όσων υποδεικνύονται από την υπεράσπιση, που εξηγείται κατά πώς ανωτέρω αναλύεται.

 

Τα ανωτέρω αποδίδουν μερικώς και την εικόνα που αποκομίσαμε από τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Επί της ουσίας προσθέτουμε πως είναι χωρίς δισταγμό και αμφιβολία που δηλώνουμε ότι η μαρτυρία τούτης ήταν άκρως εντυπωσιακή. Η ροή του λόγου της, το ανεπιτήδευτο ξετύλιγμα της σκέψης της, η συνειρμική αφήγηση των γεγονότων σε συνδυασμό με την απαλλαγμένη αντιφάσεων μαρτυρία της και τέλος, η διαπίστωση ότι στα λεγόμενά της δεσπόζει η λογική, καθιστούν τη μαρτυρία της πέρα για πέρα ειλικρινή.

 

Χώρια των όσων υποδείξαμε, σημειώνουμε ακόμη πως η μαρτυρία του κατηγορούμενου επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε επιμέρους ζητήματα. Λόγου χάριν, την επιβεβαιώνει στη θέση ότι τη μετέφερε όπου ήθελε να πάει (τεκμήριο 17, σελ. 31, γρ. 1 και 3). Επίσης την επιβεβαιώνει σε σχέση με την επικοινωνία μέσω Instagram (τεκμήριο 17, σελ. 5, γρ. 2), καθώς ότι της έστελνε μηνύματα, παρότι διαφωνεί για το περιεχόμενο τούτων (τεκμήριο 17, σελ. 4, γρ. 1 έως 4). Τέλος, επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με την τελευταία συνάντησή τους, δηλαδή ότι αυτή οφείλεται στο γεγονός πως η παραπονούμενη πήγε να πληρώσει τα δίδακτρα της αδελφής της και τότε ακολούθησε η συζήτηση κατά πόσον μπορεί να τον αντικαταστήσει ενόσω θα απουσίαζε στο ταξίδι (τεκμήριο 17, σελ. 3, γρ. 24 έως 32), καθώς ότι ήταν μέρος της αντίδρασης του κατηγορούμενου να αγκαλιάσει και να φιλήσει την παραπονούμενη (τεκμήριο 17, σελ. 8, γρ. 3 έως 4), με τη διαφορά ότι ο ίδιος θέλει το φιλί να είναι πατρικό στην παρειά και όχι άλλως πώς.  

 

Με τα πιο πάνω δεν σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε μικροαντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας της παραπονούμενης και άλλων μαρτύρων, όπως είναι είτε η Μ.Κ.3, είτε ο Μ.Κ.9.  Προς τούτο παραπέμπουμε στα λεχθέντα στην υπόθεση Γιαννίδης ν. Αστυνομία (2002) 2 Α.Α.Δ. 143, 155, όπου υποδείχθηκε ότι για να οδηγηθεί μια μαρτυρία σε απόρριψη συνεπεία αντιφάσεων, αυτές πρέπει να είναι «τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στον βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο». Αντίθετα αντιφάσεις σε λεπτομέρειες καταδεικνύουν «ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν».

 

Για την ώρα περιοριζόμαστε στη μαρτυρία της Μ.Κ.3, η οποία επίσης άφησε θετικές εντυπώσεις και η μαρτυρία της δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης, εφόσον οι ερωτήσεις που της τέθηκαν ήταν μάλλον διευκρινιστικές παρά αντιπαραθετικές και σε κάθε περίπτωση οι απαντήσεις που έδωσε δεν αμφισβητήθηκαν.

 

Εντούτοις όπως ήδη αναφέραμε η μαρτυρία της Μ.Κ.3 παρουσιάζει μικροδιαφορές με τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Λόγου χάριν, η Μ.Κ.3 ανέφερε πως στη συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη, και εκ της μαρτυρίας της προκύπτει ότι αναφερόταν στην αρχική συνάντηση τον Οκτώβριο του 2020, η παραπονούμενη της ανέφερε πως σε εκείνη τη φάση ήθελε να κάνει την επανάστασή της, αναφορά που η παραπονούμενη δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει καθότι δεν θυμόταν. Επίσης, η Μ.Κ.3 υποστήριξε πως την 16/05/2021 η παραπονούμενη της τηλεφώνησε και την πληροφόρησε ότι έγινε κάτι πολύ σοβαρό και συγκεκριμένα ότι αποκάλυψε στον ψυχολόγο της, δηλαδή τον Μ.Κ.9, ότι «εδώ και πολύ καιρό ο προπονητής της προσπάθησε να την αγγίξει απρεπώς». Ούτε και αυτό το ζήτημα ήταν σε θέση να το επιβεβαιώσει η παραπονούμενη, λέγοντας συγκεκριμένα «εγώ δεν θυμούμαι για να σας απαντήσω με ειλικρίνεια», παρότι όμως δέχθηκε ότι με τη Μ.Κ.3 είχε αναπτύξει μια σχέση και μιλούσαν και εκτός ωρών σχολείου. Κρίνουμε εν προκειμένω πως τα ανωτέρω δεν αποτελούν ουσιώδεις αντιφάσεις που να πλήττουν είτε τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 είτε αυτή της παραπονούμενης (η διαφορά σε σχέση με το περιεχόμενο της καταγγελίας εξετάζεται στη συνέχεια). Αντιθέτως, είμαστε της γνώμης πως οι εν λόγω διαφορές στη μαρτυρία των δύο, επί ζητήματος δευτερευούσης σημασίας ως κρίνουμε ότι είναι τα ανωτέρω ζητήματα, αν αποκαλύπτουν κάτι είναι το απροσχεδίαστο της μαρτυρίας τούτων (βλ. Μ.Δ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.87/2019, ημερ. 10/03/2021). Σκόπιμο κρίνουμε εντούτοις να διευκρινίσουμε πως τα όσα η Μ.Κ.3 ανέφερε στην κατάθεσή της (τεκμήριο 14), η οποία δόθηκε την 21/05/2021, δηλαδή με χρονική εγγύτητα προς τα γεγονότα που αφορούσε και περιπλέον, αιτιολογώντας τα εκεί αναφερόμενα, φέρ’ ειπείν ότι μετά την ενημέρωση που έλαβε από την παραπονούμενη την 16/05/2021 επικοινώνησε με τον ψυχολόγο της ώστε να επιβεβαιώσει ότι υποβλήθηκε καταγγελία, τα καθιστούν πλέον ισχυρά συγκριτικά προς την εξασθενημένη για αυτά τα ζητήματα μνήμη της παραπονούμενης, η οποία κλήθηκε τέσσερα έτη μετά να τοποθετηθεί σχετικά. Ως εκ τούτου επί των δύο αυτών ζητημάτων αποδεχόμαστε τη θέση της Μ.Κ.3.

 

Εκ της αξιόπιστης μαρτυρίας της Μ.Κ.3, διαπιστώνουμε πως η σχέση της με την παραπονούμενη ξεκίνησε τα τέλη Οκτωβρίου του 2020 όταν η παραπονούμενη ήταν μαθήτρια της πρώτης λυκείου και η Μ.Κ.3 καθηγήτρια συμβουλευτικής αγωγής στο σχολείο της. Στη συνάντηση που είχαν οι δύο τους η παραπονούμενη της ανέφερε αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό της, κρίσεις πανικού και ότι είχε δοκιμάσει κάνναβη, πράγμα που όπως ανέφερε στη Μ.Κ.3, το γνώριζαν και οι γονείς της. Η εντύπωση που απεκόμισε η Μ.Κ.3 ήταν ότι πολλές από τις συναισθηματικές δυσκολίες που βίωνε η παραπονούμενη σχετίζονταν με το θέμα του χωρισμού της. Η παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι ήθελε να κάνει την επανάστασή της και όντως η απόδοσή της στο σχολείο άρχισε να μειώνεται και παρουσίασε αντιδραστική συμπεριφορά. Η Μ.Κ.3 παρέπεμψε την παραπονούμενη σε ψυχολόγο, δηλαδή στον Μ.Κ.9 που είχε τότε συνεργασία με το σχολείο. Στη συνέχεια η Μ.Κ.3 ανέπτυξε πολύ στενή σχέση με την παραπονούμενη. Στις συζητήσεις τους η παραπονούμενη μιλούσε θετικά για το καράτε και ότι ήταν κάτι που ένιωθε περήφανη και έκανε καλά. Σε μία από τις επικοινωνίες που είχε με την παραπονούμενη η τελευταία της ανέφερε ότι ήθελε να δει τον πρώην σύντροφό της και ότι ζήτησε από τον προπονητή της να την πάρει στο σπίτι του, εφόσον οι γονείς της ήταν αρνητικοί στην επικοινωνία που είχε μαζί του (νοείται του πρώην συντρόφου). Η Μ.Κ.3 τη ρώτησε αν δεν ενοχλούσε τους γονείς που θα την έπαιρνε ο προπονητής και η παραπονούμενη της απάντησε ότι είναι κάτι που συμβαίνει συχνά και οι γονείς της γνωρίζουν τον προπονητή της. Ακολούθως η Μ.Κ.3 επικοινώνησε με τους γονείς της παραπονούμενης και διαπίστωσε ότι γνώριζαν για τη συνάντηση που είχε με τον προπονητή της την ημέρα εκείνη, αλλά δεν γνώριζαν ότι την πήρε στον πρώην σύντροφό της. Στην πορεία η Μ.Κ.3 ενημερώνετο από τους καθηγητές της παραπονούμενης ότι παρουσίαζε βελτιωμένη εικόνα όσον αφορά τη μαθησιακή της απόδοση και τη συμπεριφορά της. Εντέλει, την 16/05/2021 η παραπονούμενη την ενημέρωσε για την αποκάλυψη που έκανε στον Μ.Κ.9 και συγκεκριμένα της ανέφερε ότι «εδώ και πολύ καιρό ο προπονητής της προσπάθησε να την αγγίξει απρεπώς, της πρότεινε να της κάνει μασάζ και ότι της έστελνε μηνύματα τα οποία δεν έπρεπε». Περιπλέον, της ανέφερε ότι ένιωθε ενοχή απέναντι στον προπονητή της για την καταγγελία και ανησυχία για το ότι δεν θα μπορούσε πλέον να παρακολουθεί μαθήματα χορού με τη θυγατέρα του. Σε ερώτηση της Μ.Κ.3 για ποιον λόγο το ανέφερε αυτή τη χρονική στιγμή, η παραπονούμενη της απάντησε ότι δεν ήταν έτοιμη προηγουμένως. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που ακολούθως είχε η Μ.Κ.3 με τον Μ.Κ.9, επιβεβαίωσε την υποβολή της καταγγελίας.

 

Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του κατηγορούμενου επιβάλλεται να υποδειχθεί ότι μεγάλος αριθμός θέσεων που τελικώς προώθησε ενόρκως, δεν τέθηκαν στους ενδιαφερόμενους μάρτυρες κατά τον αυτό τρόπο. Για παράδειγμα, η παραπονούμενη δεν αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσον εξέφρασε στον κατηγορούμενο την πρόθεσή της να αυτοκτονήσει και μάλιστα ότι αυτό έγινε αμέσως μετά το περιστατικό που επέστρεψε σπίτι της μεθυσμένη και περαιτέρω, ότι το εν λόγω συμβάν (δηλαδή που μέθυσε) έλαβε χώρα πριν το ταξίδι στην Ουγγαρία και πως ένεκα τούτου οι γονείς της δεν επιθυμούσαν να την αφήσουν να ταξιδέψει, παρότι είχαν καταβάλει τα σχετικά έξοδα. Ούτε όμως και στους γονείς τέθηκε αυτή η θέση. Ακόμη περισσότερο στη Μ.Κ.4 δεν τέθηκε η θέση του κατηγορούμενου πως τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του υπέδειξε φωτογραφίες της παραπονούμενης με τον πρώην φίλο της ημίγυμνους στο κρεβάτι και ότι του ζήτησε να πηγαινοφέρνει την παραπονούμενη όπου ήθελε και να ενημερώνει την ίδια. Ούτε όμως τέθηκε στη Μ.Κ.4 ότι ο κατηγορούμενος της τηλεφωνούσε σε κάθε περίπτωση που μετέφερε την παραπονούμενη. Περιπλέον, ούτε στη Μ.Κ.4 αλλά ούτε και στην παραπονούμενη υποβλήθηκε πως την ημέρα που την πήρε στη Σταυρού, την κάλεσε η μητέρα της και σε εκείνο το πλαίσιο ο κατηγορούμενος μίλησε με τη μητέρα και την ενημέρωσε ότι η παραπονούμενη είναι μαζί του. Μάλιστα ουδεμία εξήγηση δόθηκε γιατί οι ανωτέρω θέσεις δεν τέθηκαν στους μάρτυρες που αφορούν και είναι αυτό ικανοποιητικός λόγος ώστε οι σχετικές θέσεις να οδηγηθούν σε απόρριψη, εφόσον δεν τέθηκαν στη βάσανο της αντιπαράθεσης, παρά μόνο ηγέρθηκαν εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς, εντούτοις κατ’ αντίθεση των αρχών ακριβοδικίας που θέτει η νομολογία (βλ. Δώρος Πολυκάρπου, ανωτέρω).

 

Παρόλα ταύτα, δεν παραλείψαμε να εξετάσουμε ακόμη και αυτές τις θέσεις του κατηγορούμενου, δηλαδή αυτές που ουδέποτε τέθηκαν στους μάρτυρες που αφορούν.

 

Η μαρτυρία του κατηγορουμένου άφησε κάκιστες εντυπώσεις. Αδρομερώς χαρακτηριζόμενη η μαρτυρία του δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα συνονθύλευμα επαμφοτεριζουσών θέσεων που επιμόνως αρνούνται να κατασταλάξουν, αντιτίθεται η μία την άλλη, καθώς και αυτή τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης και γενικότερα είναι ανίκανες να σταθούν στη λογική. Επίμονη προσπάθεια τούτου ήταν η ανάδειξη της συμπαράστασης που πρόσφερε στην παραπονούμενη και στην οικογένειά της, εντούτοις κατά τρόπο αντιφατικό και οξύμωρο, ως εξηγούμε στη συνέχεια.

 

Για την ώρα υποδεικνύουμε πως αρνητικό πρόσημο προσλαμβάνει και η μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης, Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, η οποία παρουσιάζει αντιφάσεις και εναργώς αποκαλύπτει ότι δεν επιδιώκει την εξυπηρέτηση της αλήθειας, αλλά την απαλλαγή του κατηγορούμενου πάση θυσία. Οι αντιφάσεις εντοπίζονται τόσο μεταξύ τους όσο και αυτοτελώς εξεταζόμενη η μαρτυρία καθενός, ενώ κυρίαρχο χαρακτηριστικό της μαρτυρίας τούτων είναι ο δογματισμός και η απολυτότητα, ως πιο κάτω εξηγείται.

 

Οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ. 2 είναι η θυγατέρα και ο υιός του κατηγορούμενου αντίστοιχα. Λογικό όσο και αν είναι οι συγγενείς τινός, και ειδικά πρώτου βαθμού όπως είναι εδώ η περίπτωση, να τον αγαπούν, να τον εκτιμούν και να τον εμπιστεύονται, δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση αντικειμενικότητας απέναντι στο Δικαστήριο. Και εδώ οι δύο αυτοί μάρτυρες παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο άκρως προκατειλημμένοι σε βάρος της παραπονούμενης και σαφώς προδιατεθειμένοι υπέρ του κατηγορούμενου. Και αυτό όχι επειδή γνωρίζουν τα γεγονότα πρωτογενώς, άλλωστε αγνοούν πλείστα εξ αυτών όπως συνάγεται από τη μαρτυρία τους, αλλά επειδή ο κατηγορούμενος είναι ο πατέρας τους ο οποίος τους μεγάλωσε και τον γνωρίζουν. Αυτή όμως η αναφορά και των δύο, ουσιαστικά μόνιμη επωδός δίκην αιτιολόγησης της μαρτυρίας τους, αναδεικνύει και το προβληματικό των ισχυρισμών τους. Και αυτό εις επίμετρον των αντιφάσεων που εντοπίζονται. Λόγου χάριν· κανείς εκ των δύο έχει προσωπική γνώση ότι ο κατηγορούμενος ενημέρωνε τους γονείς της παραπονούμενης σε σχέση με τις μεταφορές τούτης, είναι όμως και οι δύο πεπεισμένοι ότι το έπραττε απλώς και μόνο επειδή τον γνωρίζουν. Εντούτοις στο τέλος της ημέρας ο ίδιος ο κατηγορούμενος τους διαψεύδει, εφόσον παραδέχθηκε πως σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις δεν ενημέρωσε τους γονείς για να μην προδώσει την παραπονούμενη.

 

Πέραν τούτου, τόσο η Μ.Υ.1 όσο και ο κατηγορούμενος υποστήριξαν στο Δικαστήριο πως μετά την καταγγελία ο κατηγορούμενος πληροφόρησε τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 για το αντικείμενο αυτής. Μάλιστα όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κατηγορούμενος, τους είπε ότι μετά που θα πάει στην αστυνομία και θα του εξηγήσουν θα τους ενημέρωνε περαιτέρω και πρόσθεσε· «φυσικά θα μιλούσα με τη Θ.Τ. και τον Η.Κ.». Ανάλογη ήταν η θέση και της Μ.Υ.1, η οποία μάλιστα δέχθηκε πως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στην κατάθεσή της αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά, όπως η ενημέρωση των γονέων (η Μ.Υ.1 ανέφερε «Γιατί είχα ενημερωθεί ότι βασίστηκαν σε μια φορά που ο πατέρας μου δεν ενημέρωσε τους γονείς της και βασίστηκαν σε εκείνη τη φορά για να του επιρρίψουν ευθύνες ότι "ξέρεις, έπιασες την, επήρες την, δεν μας ενημέρωσες" για να πουν "αα, έκαμεν το". Γι' αυτό το τόνισα τζιείνο. Πράμα το οποίο ξέρουμε ότι ενημέρωσε μετά, εξ όσων είπε ο ίδιος»), καθώς και τα private μαθήματα (η Μ.Υ.1 ανέφερε «Ήταν γιατί ενημερώθηκα ότι ισχυρίζετουν ότι της τα έκαμνε όταν έκαμνε private»). Εν ολίγοις, ένεκα αυτής της ενημέρωσης που έτυχε από τον πατέρα της, όπως και ο ίδιος δέχεται σε σχέση και με τα δύο παιδιά του (Μ.Υ1 και Μ.Υ.2), πήγε στην αστυνομία να δώσει κατάθεση. Άκρως αντίθετη όμως ήταν η θέση του Μ.Υ.2, ο οποίος υποστήριξε πως δεν πληροφορήθηκε τις λεπτομέρειες και μάλιστα ότι ούτε και καθ’ ον χρόνο μαρτυρούσε δεν τις γνώριζε. Βεβαίως η λογική θέλει τούτη την ιδιαίτερη σχέση συγγένειας, αλλά και την επαγγελματική σχέση μεταξύ των τριών (κατηγορούμενου, Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2), να κεντρίζει την περιέργεια και να ζητούνται λεπτομέρειες, όπως ευλόγως ο κατηγορούμενος και η Μ.Υ.1 ανέφεραν ότι έγινε εδώ. Πέραν όμως της λογικής, ο κατηγορούμενος και η Μ.Υ.1 διαψεύδουν τον Μ.Υ.2 επί του προκειμένου, ενώ και το περιεχόμενο της κατάθεσής του (τεκμήριο 30), είναι εμφανώς δομημένο βάσει των ερωτήσεων που τέθηκαν στον κατηγορούμενο. Όπως για παράδειγμα η αναφορά στο ταξίδι στην Ουγγαρία, η γνώση των γονέων της παραπονούμενης, καθώς και η συνάντηση ημερομηνίας 13/05/2021. Ως εκ των ανωτέρω, ο αντίθετος ισχυρισμός του Μ.Υ.2 από εκείνον του κατηγορούμενου και της Μ.Υ.1, ούτως ή άλλως εκ της λογικής έκπτωτος, είναι προφανές ότι δεν αποδίδει τα πραγματικά γεγονότα και απλώς καταδεικνύει την ετοιμότητα τούτου να ψευσθεί για να προαγάγει τη δική του θέση.

 

Παρεμβάλλουμε περαιτέρω και το εξής, αυτή τη φορά σε σχέση με την απάντηση της Μ.Υ.1 που αφορούσε την ενημέρωση που τύγχαναν οι γονείς της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο, ως ανωτέρω παρατέθηκε. Αν αποκαλύπτει κάτι, είναι την πεπλανημένη εντύπωση που είχε η Μ.Υ.1 για τον κατηγορούμενο, εφόσον τελικώς ο ίδιος παραδέχθηκε πως σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις δεν ενημέρωσε τους γονείς. Και όμως η Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε πεπεισμένη, βάσει της εικόνας που έχει χτίσει στο μυαλό της για τον πατέρα της και της πληροφόρησης που υποστήριξε ότι τύγχανε, πως ο τελευταίος πάντα προέβαινε σε ενημέρωση. Αυτό όμως δεν ισχύει, γεγονός που δέχεται και ο κατηγορούμενος και ως εκ τούτου, η θέση της Μ.Υ.1 και δη η εγκυρότητα της «πεποίθησής της», καταβαραθρώνεται. Εκείνο όμως που αποκαλύπτει ότι η Μ.Υ.1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να φωτίσει στην αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων, είναι η παραδοχή της στην ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την κατηγορούσα αρχή, ότι· «…για τις κατηγορίες εσύ δεν ήξερες κάτι για να διαφωτίσεις την αστυνομία. Ήξερες μόνο για το ποια είναι η Ι.Ν.», όπου απάντησε· «Ναι και ποιος είναι ο πατέρας μου». Πράγματι αυτός είναι ο λόγος που η Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Όχι γιατί γνωρίζει οτιδήποτε, αλλά απλώς και μόνο για να αναδείξει τον καλό χαρακτήρα του πατέρα της, αν και τελικώς επί πραγματικού ζητήματος ο κατηγορούμενος τη διαψεύδει για την ορθότητα της πεποίθησής της ως ανωτέρω εξηγήσαμε, και κυρίως, για να μειώσει την παραπονούμενη.

 

Προς τούτου σημειώνουμε ότι όσο και αν ο χαρακτήρας τινός και εν προκειμένω της παραπονούμενης, έχει ρόλο να διαδραματίσει σε μια υπόθεση, ομολογούμε ότι εκπλήσσει εδώ η προσέγγιση της Μ.Υ.1. Δεν αντιλαμβανόμαστε ποια σχέση έχουν τα όσα υποστηρίζει ότι της είπαν άλλες μαθήτριες τη 18/05/2021, όταν τους ανακοίνωσε πως η παραπονούμενη σταμάτησε τον χορό. Το κατά πόσον η παραπονούμενη αρέσκεται είτε σε πρωκτικό είτε σε στοματικό έρωτα, ως η Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι της ανέφεραν οι άλλες μαθήτριες, δεν αναγάγεται σε στοιχείο του χαρακτήρος κάποιου το οποίο να τον εμποδίζει να είναι «κατασταλαγμένος», ως η Μ.Υ.1 υποστήριξε, και ούτε τον καθιστά «ικανό για τα πάντα», ως επίσης υποστήριξε. Η σεξουαλική συμπεριφορά τινός και νοουμένου βεβαίως ότι κυμαίνεται σε νόμιμα πλαίσια, όσο ακραία ή ακόμη ανήθικη και αν θεωρείται, δεν καθιστά το πρόσωπο «ικανό για τα πάντα» και δη να ψευσθεί, ως η Μ.Υ.1 άφησε να νοηθεί. Εν ολίγοις, οι σεξουαλικές προτιμήσεις γενικότερα, αλλά και εδώ συγκεκριμένα, δεν έχουν να κάνουν με την ειλικρίνεια της παραπονούμενης. Και είναι αυτό που αποκαλύπτει ότι μοναδικός λόγος για τον οποίο αναφέρθηκαν, δεν ήταν άλλος από το να μειωθεί η προσωπικότητα της παραπονούμενης.

 

Αν τα ανωτέρω αποκαλύπτουν κάτι, είναι απλώς την εμπάθεια με την οποία η Μ.Υ.1 αντιμετώπισε την παραπονούμενη με τη μαρτυρία της και μάλιστα όχι επί πραγματικής βάσεως, αλλά επικαλούμενη ατεκμηρίωτη φημολογία, εν προκειμένω κουτσομπολιό. Και όλα αυτά χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μας και το εξής· δεν κατανοούμε γιατί οι εν λόγω κατηγορίες ειπώθηκαν την 18/05/2021, όπως υποστήριξε η Μ.Υ.1. Η ημερομηνία αποχώρησης της παραπονούμενης από το γκρουπ, όπως η ίδια η Μ.Υ.1 εξήγησε, δεν ήταν η 18/05/2021, αλλά η 14/04/2021, όταν η παραπονούμενη της ανακοίνωσε ότι θα περιοριστεί σε «private μαθήματα» και συνεπώς θα εγκατέλειπε το γκρουπ. Προς τι τότε η ανακοίνωση της εγκατάλειψης του γκρουπ τη 18/05/2021, μετά την καταγγελία, αντί την 14/04/2021, δεν γίνεται αντιληπτό.

 

Σε κάθε περίπτωση, τα ανωτέρω δεν καθορίζουν την έκβαση της υπόθεσης, ιδιαίτερα εφόσον η Μ.Υ.1 δεν έχει γνώση των πραγματικών γεγονότων. Δεικνύουν όμως ότι η Μ.Υ.1 δεν ήρθε στο Δικαστήριο με γνώμονα να καταθέσει την αλήθεια, αλλά να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του πατέρα της πάση θυσία.

 

Πρόσθετη διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 από τη μία και του κατηγορούμενου και της Μ.Υ.1 από την άλλη, είναι και η συχνότητα των παρακολουθήσεων των μαθημάτων από την παραπονούμενη. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Μ.Υ.2 σε ερώτηση που του τέθηκε για αυτό ακριβώς το ζήτημα· «Επειδή έρκετουν κανονικά στα μαθήματα ούλλες τες μέρες που είσιε χωρίς παράλειψη, πλην κάποιων φορών. Ήταν ok τζιαι στην αρφή μου επήαιννεν σε ούλλα τα μαθήματα τζιαι όλη η ιστορία είναι ότι η συμπεριφορά δεν άλλαξε καθόλου. Εκατάλαβες; Δηλαδή ως τζιαι την τελευταία μέρα που την είδα τζιαι αστειεύκαμεν, εν είσιε αλλάξει κάτι στη συμπεριφορά της. Εκατάλαβες;» Εντούτοις, η εν λόγω θέση του Μ.Υ.2 και πάλι καταρρίπτεται από αυτή τούτη τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και της Μ.Υ.1. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος από την κατάθεσή του (τεκμήριο 19, σελ. 3, γρ. 21 μέχρι 28) αποκαλύπτει πως το τελευταίο εκείνο διάστημα δεν ήταν συχνή η επαφή του με την παραπονούμενη. Και στην ένορκη μαρτυρία του όμως αναφέρθηκε σε αποχή, με τη διαφορά ότι εκεί περιόρισε τούτη σε 10 ημέρες. Πέραν του κατηγορούμενου σχετική είναι και η κατάθεση της Μ.Υ.1 (τεκμήριο 28, σελ. 1, γρ. 13 μέχρι και 19), όπου ανέφερε ότι από τις αρχές του 2021 η παραπονούμενη άρχισε να κάνει απουσίες, με κορύφωση τη 14/04/2021 που της δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει μαθήματα σε γκρουπ, αλλά να κάνει private. Μάλιστα και η μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.4) επίσης τοποθέτησε τις απουσίες της από τη σχολή αρχές του 2021. Ο δε πατέρας (Μ.Κ.8) αιτιολόγησε και την αντίδρασή του έναντι της παραπονούμενης, λέγοντας ότι τον χρόνο που τα μαθήματα ήταν δωρεάν σταμάτησε να επιδεικνύει ενδιαφέρον, ενώ τα προηγούμενα χρόνια που πλήρωναν πήγαινε. Και είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο που το έθεσε και στην παραπονούμενη εν είδει πίεσης για να πηγαίνει στη σχολή. Τα ανωτέρω αποκαλύπτουν την αποχή της παραπονούμενης και επιβεβαιώνουν επί του προκειμένου τα λεγόμενα τούτης, τη στιγμή που καταρρίπτουν και επ’ αυτού τα ισχυριζόμενα από τον Μ.Υ.2.

 

Πλέον όμως σημαντική πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, είναι τα όσα αφορούν το περιστατικό της 13/05/2021. Η θέση του Μ.Υ.2 αντιδιαστέλλεται προς τούτο με αυτήν του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης. Καταρχάς, σημειώνεται ότι αν και ο κατηγορούμενος καταπιάνεται με αυτή τη συνάντηση στην κατάθεσή του (τεκμήριο 17, σελ. 3, γρ. 24 έως 32) και μάλιστα του υποβάλλεται συγκεκριμένα το περιστατικό (τεκμήριο 17, σελ. 8, ερ. 32) και απαντά μονολεκτικά «ψέματα», σε κανένα σημείο δεν αναφέρει ότι ο υιός του ήταν παρών στη συνάντηση της 13/05/2021, όπως για παράδειγμα έπραξε για να αντικρούσει την άλλη θέση της παραπονούμενης, δηλαδή ότι την κάλεσε στο δωμάτιό του στην Ουγγαρία και μάλιστα αναφορικά με εκείνη την περίπτωση πιθανολογώντας, εφόσον εκεί υποστήριξε ότι μπορεί να έμενε με τον γιο του (τεκμήριο 17, σελ. 5, ερ. 16 και 17). Εντούτοις για το περιστατικό της 13/05/2021 ουδόλως αναφέρθηκε στον υιό του και εκείνος (Μ.Υ.2) ήταν που εκ των υστέρων ανέφερε ότι ήταν παρών. Η δε παραδοξότητα του σχετικού ισχυρισμού επιτείνεται εφόσον στην κατάθεση τεκμήριο 17, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο της παραπονούμενης ήταν ο λόγος που τον οδήγησε στην απόφαση να μην της τηλεφωνήσει. Εντούτοις ο Μ.Υ.2, δηλαδή ο υιός του κατηγορούμενου, διατείνεται ότι εκείνος ήταν που ήγειρε αυτό το ζήτημα. Αν λοιπόν ο κατηγορούμενος ενθυμήθηκε να αναφερθεί στην κατάθεσή του σε αυτή την έλλειψη εμπιστοσύνης, πως και δεν ενθυμήθηκε και τον παρακινητή αυτής, ως ο Μ.Υ.2 υποστήριξε ότι ήταν επί του προκειμένου ο ρόλος του.

 

Τα ανωτέρω δεν ολοκληρώνουν όμως τη διάσταση. Ο Μ.Υ.2 υποστήριξε ότι είναι από προηγουμένως, δηλαδή πριν τον ερχομό της παραπονούμενης στη σχολή, που γνώριζε την πρόθεση του πατέρα του και μάλιστα του είχε εκφράσει και τις ανησυχίες του. Όταν δε του ζητήθηκε να πει τι ανέφερε στον πατέρα του, δήλωσε·

 

             «Ήμουν λλίον αντιφατικός η αλήθεια. Ήμουν αντιφατικός "όι ρε, μα της Ι.Ν.; Αφού η κατάσταση είναι έτσι τζιαι άλλως πώς".  Τζιαμαί είπα τελικά ok τζιαι μετά που έφυεν η Ι.Ν., που ξανασυζητήσαμε, "ρε κουμπάρε μου, νομίζω ένεν καλή ιδέα να έρτει η Ι.Ν. να μας αλλάξει" επειδή εξέφυγεν η κατάσταση τζιαι επειδή όντως είσιε ξεφύγει».

 

Όταν στη συνέχεια η συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή επέμεινε στο θέμα και συγκεκριμένα γιατί η συζήτηση των δύο (κατηγορούμενου και Μ.Υ.2) δεν ολοκληρώθηκε εξαρχής, ακολούθησε η εξής στιχομυθία.

 

«A.Μετά η Ι.Ν., εν τούτο που σας εξήγησα τζιαι πριν τζιαι μετά ξανασυζήτησα το. Μετά που έφυεν, που της πρότεινε, ξανασυζήτησα με τον πατέρα μου τούτο το πράμα. Αλλά εν το συζητούμε πολλή ώρα τούτο το πράμα; Ήντα σχέση έσιει στο τέλος της ημέρας;

E.Έχει σημασία διότι πρώτη φορά μας είπες σήμερα στο Δικαστήριο ότι τούτην τη συζήτηση για να αντικαταστήσει η Ι.Ν. τον παπά σου, εκάμετε την πριν να έρτει η Ι.Ν. να της το ζητήσει ο παπάς σου. 

A.Ναι, τζιαι ήνταμπου σημαίνει; Ότι ο παπάς μου ό, τι του πω, ακούει;

E.Όχι κύριε μάρτυρα. Σου υποβάλλω ότι τούτα που είπες, ότι δηλαδή όλη την ώρα ήσουν μαζί με τον παπά σου και δεν έγινε τίποτε με την Ι.Ν. και τον παπά σου, ήρτες να τα πεις απλά για να υποστηρίξεις τον παπά σου και δεν είναι αλήθεια. 

A.(Ο μάρτυρας γελά) Εντάξει, ok. Αν φαίνεται ότι δεν είναι αλήθκεια, ό, τι καταλάβετε, καταλάβετε. Εγώ λέω την αλήθκεια. Εν τζιαι μπορώ να σου πω τίποτε άλλο. Αφού εν η αλήθκεια. Ήνταμπου θέλετε να πω; Εντάξει.

E.Σου υποβάλλω ότι δεν ήσουν μπροστά όταν ο πατέρας σου εκείνη τη μέρα στη σχολή στη σχολή στην Παλλουριώτισσα, φίλησε την Ι.Ν. 

A.Αφού δεν έγινε. Ήμουν μπροστά. Τζιαι ήμουν εγώ τζιείνην την ώρα που λέω  ότι ήμουν τζιαμαί».

 

Εντούτοις ξεχνά ο Μ.Υ.2 ότι εκείνος είναι που ενωρίτερα ισχυρίστηκε πως ο λόγος για τον οποίο πήγε στο γραφείο τη δεδομένη στιγμή, είναι επειδή «…ήμουν πολλά involved, περνά ο λόος μου στη σχολή, ήμουν εγώ τζιαι σε τζιείνη τη συνάντηση μέσα». Αν όμως αυτός ήταν ο λόγος που ήταν παρών στη συνάντηση, για ποιον τότε λόγο ο πατέρας του, διαφοροποιήθηκε τελικώς και γιατί δεν κλήθηκε η παραπονούμενη να αντικαταστήσει τον κατηγορούμενο.

 

Από την άλλη η παραπονούμενη σταθερή παρέμεινε στην κατάθεσή της για τα όσα διαδραματίστηκαν την 13/05/2021. Είναι γεγονός ότι στο Δικαστήριο δεν ενθυμάτο, αρχικά, τον λόγο που πήγε στη σχολή, όπως ήδη υποδείξαμε, ευθύς όμως μόλις της υποδείχθηκε το τεκμήριο 5 αποδέχθηκε τα εκεί αναφερόμενα. Δεν έκρυψε και ούτε επιχείρησε να υποβαθμίσει το γεγονός ότι αγκάλιασε τον κατηγορούμενο, πράγμα που εξαρχής ανέφερε στην κατάθεσή της (τεκμήριο 5), όπως ούτε απέρριψε τον αστεϊσμό του Μ.Υ.2 (αυτό που αναφέρθηκε σε σχέση με το τσιγάρο και τη διασύνδεση με ναρκωτικές ουσίες), αλλά δεν επιβεβαίωσε πως αυτό έλαβε χώρα την τελευταία ημέρα και πρόσθεσε ότι σε κάθε περίπτωση ήταν κατ’ αυτόν τον τρόπο που την αστείευε ο Μ.Υ.2. Και είναι όλα τα ανωτέρω όσα η παραπονούμενη ανέφερε με σταθερότητα και αυθορμητισμό, χωρίς ποσώς να γνοιαστεί για την προστασία της δικής της εικόνας, παρά μόνο παρέμεινε προσηλωμένη στα πραγματικά γεγονότα.

 

Επί του προκειμένου αποτελεί διαπίστωσή μας πως ο Μ.Υ.2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν ήταν παρών στη συνάντηση της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο στη σχολή την 13/05/2021, όπου οι δύο τους (κατηγορούμενος και παραπονούμενη) ήταν μόνοι και εκεί ο κατηγορούμενος της ζήτησε να τον αντικαταστήσει καθ’ ον χρόνο θα απουσίαζε στην Κροατία.

 

Ούτε και ο Μ.Υ.3 άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Έκδηλη εν προκειμένω ήταν η προσπάθειά του να εξυπηρετήσει τον κατηγορούμενο και όχι να παραθέσει τα αληθή γεγονότα. Εκείνο που εκπλήσσει είναι η απολυτότητα της θέσης του μάρτυρα ότι κάθε Σάββατο ήταν στα Λατσιά και ότι κάθε φορά που ήταν στα Λατσιά ήταν πρώτος, δηλαδή προτού μεταβούν στο μέρος είτε ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη, είτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Γιατί ποτέ δεν έχασε μάθημα και γιατί πάντα ήταν πρώτος  στον χώρο και γιατί σε όλα αυτά δεν χωρεί πιθανότητα για κάτι άλλο, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό. Του υποδείχθηκε όμως ότι στην κατάθεσή του (τεκμήριο 31) αναφερόμενος σε αυτό το ζήτημα είπε «όσες φορές έτυχε να πάω εγώ μάθημα καράτε στα Λατσιά….» και απάντησε «πήγαινα κάθε Σάββατο» και απέδωσε τα αναφερόμενα στην κατάθεση σε ζήτημα διατύπωσης. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής διερεύνησε περαιτέρω και το κατά πόσον ενθυμάτο ο μάρτυρας οτιδήποτε σχετικό και για τα άλλα πρόσωπα που μετείχαν σε εκείνο το γκρουπ και απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι «είναι αδύνατο, είναι πολλά χρόνια πριν». Ερωτήθηκε γιατί εντούτοις θυμάται την παραπονούμενη και ανέφερε·

 

«Την Ι.Ν. θυμάμαι διότι την Ι.Ν. ήξερα την και που τη σχολή που ήταν στην Παλλουριώτισσα τζιαι έβλεπα την τζιαι που έκαμνε τζιαι τον χορό τζιαι που έρχετουν και στις τελικές γιορτές.  Τον Ζ. και τον Γ. θυμούμαι τους που έρχονταν ας πούμε.  Τωρά πόσες φορές έρχονταν, δεν θυμάμαι.  Ο Ζ. και Γ. συνεχίζουν».

 

Παρόλα ταύτα, γιατί ο Μ.Υ.3 ενθυμάται ειδικά την παραπονούμενη και όχι άλλο και γιατί παρουσιάζεται να γνωρίζει καθετί σχετικό με την παραπονούμενη και όχι με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που συμμετείχε στα μαθήματα στα Λατσιά, δεν εξηγείται κατά τρόπο λογικό και αναδεικνύει τη δογματικότητα του μάρτυρα για την οποία κάναμε λόγο.

 

Πρόσθετο στοιχείο που αποκαλύπτει πως ο Μ.Υ.3 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο είναι και η θέση του σε ό,τι αφορά τα μαθήματα που ακολουθούσαν στον Λυθροδόντα. Αν και στην κατάθεσή του ανέφερε συναφώς «Κάποιες από τις φορές που πήγα για να βοηθήσω…», στο Δικαστήριο υποστήριξε ότι πάντα πήγαινε  και πρόσθεσε ότι αν ερωτάτο από τον αστυνομικό κατά πόσο πήγαινε πάντα, αυτή θα ήταν η απάντησή του. Δεν χρειάζεται βεβαίως να εξηγηθεί η σαφής διαφοροποίηση μεταξύ του τεκμηρίου 30 και της ενόρκου καταθέσεως, εντούτοις εκείνο που αποκαλύπτει ότι ο Μ.Υ.3 δεν είπε την αλήθεια επί του προκειμένου, είναι η ίδια η κατάθεση του κατηγορούμενου, ο οποίος ανέφερε ότι ο λόγος που έπαιρνε την παραπονούμενη μαζί του ήταν για να τον βοηθήσει, καθώς και για να της δώσει κίνητρα και πρόσθεσε μάλιστα ότι την πλήρωνε και €20 (τεκμήριο 17, ερ. 12). Ο κατηγορούμενος επανέλαβε τούτη τη θέση ενόρκως και ρητώς τη συσχέτισε με τον Λυθροδόντα, δηλαδή ότι στον Λυθροδόντα ήταν που η παραπονούμενη τον βοηθούσε με τα μικρά παιδιά, όχι πάντα αλλά κάποιες φορές και μάλιστα γι’ αυτό την πλήρωνε. Αν λοιπόν ο κατηγορούμενος κάποιες φορές εξυπηρετείτο στον Λυθροδόντα από την παραπονούμενη, ποιος λόγος υπήρχε να τον συνοδεύει και ο Μ.Υ.3, κάτι που ούτως ή άλλως ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίστηκε και έτι περισσότερο γιατί επιβαλλόταν πάντα η παρουσία του Μ.Υ.3 στον Λυθροδόντα. Η αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και του Μ.Υ.3 είναι εμφανής και σε συνδυασμό με την απόκλιση της ενόρκου μαρτυρίας του τελευταίου από τα αναφερόμενα στην κατάθεση (τεκμήριο 31), αναδεικνύεται η σκοπιμότητα της μαρτυρίας του που στόχο είχε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του κατηγορούμενου και όχι την αποκάλυψη της αλήθειας.

 

Περαιτέρω, ο Μ.Υ.3 δεν είπε την αλήθεια και για άλλο ένα ζήτημα. Εν προκειμένω στην κατάθεσή του (τεκμήριο 31) υποστήριξε πως «όσα αγγίγματα έτυχε να δω ήταν πάντα στα πλαίσια της προπόνησης και του καράτε διότι το καράτε είναι ένα άθλημα επαφής». Εντούτοις, ερωτηθείς στο Δικαστήριο από τον συνήγορο του κατηγορούμενου, υποστήριξε πως οι διορθωτικές κινήσεις στο καράτε γίνονται είτε φωνητικά είτε με επίδειξη. Όταν στην αντεξέταση του υπεδείχθη η διάσταση μεταξύ των δύο, μαρτυρίας και γραπτής κατάθεσης, πρόσθεσε απλώς και την περίπτωση «….να τραβήξει χέρι εκ του μακρόθεν» και πως η αναφορά του σε αγγίγματα και άθλημα επαφής, είχε να κάνει με μπουνιά και κλωτσιά καθότι δεν αρκεί η κίνηση, πρέπει να τον αγγίξεις. Η επί του προκειμένου θέση του Μ.Υ.3 και η ερμηνεία που επιχείρησε να δώσει στην αρχική του θέση περί αγγιγμάτων στα πλαίσια της προπόνησης, καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος επίσης είναι καταρτισμένος στην τέχνη του καράτε και μάλιστα προπονητής της εθνικής ομάδας, καθώς και από τη μαρτυρία της Μ.Υ.1, που ως η ίδια δήλωσε έκανε καράτε για πάρα πολλά χρόνια. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες αναφέρθηκαν σε πιθανότητα αγγίγματος του μαθητή από τον δάσκαλο, προσθέτοντας εντούτοις πως δεν υπάρχει περίπτωση ο δάσκαλος να αγγίξει οπουδήποτε δεν επιτρέπεται και πως η όποια σωματική επαφή δεν είναι προκλητική. Αυτό όμως είναι που εναργώς ανέφερε και η παραπονούμενη όταν της υποβλήθηκε ότι δεν υπάρχει άσκηση που η διόρθωσή της επιβάλλει να αγγίξει κανείς είτε στο στήθος, είτε στα οπίσθια, είτε στα γεννητικά όργανα. Δεν ήταν τούτη η θέση της παραπονούμενης, δηλαδή πως η άσκηση ήταν τέτοιας φύσης. Ακριβώς το αντίθετο. Στο πλαίσιο διόρθωσης μίας φυσιολογικής κατά τα άλλα άσκησης, ο κατηγορούμενος την άγγιξε κατά τον τρόπο που εξήγησε. Και το γεγονός ότι η σωματική επαφή είναι ένας εκ των τρόπων διόρθωσης μίας άσκησης στο καράτε, καθίσταται δεδομένο από τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 και η αντίθετη προς τούτο μαρτυρία του Μ.Υ.3 δεν είναι παρά στρέβλωση της πρακτικής αυτής προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κατηγορούμενου.

 

Επί του προκειμένου αποτελεί διαπίστωσή μας ότι η σωματική επαφή είναι ένας εκ των τρόπων διόρθωσης ασκήσεων στο καράτε.

 

Στρεφόμενοι πλέον στα ιδιαίτερα γνωρίσματα της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, παρατηρούμε και τα εξής. Στην κατάθεσή του, τεκμήριο 17, έκδηλη είναι η προσπάθεια μείωσης της παραπονούμενης και συγκεκριμένα η ανάδειξη τούτης ως προσώπου μειωμένης ηθικής. Προς αυτήν την κατεύθυνση κρίνουμε ότι σκοπούσε η θέση του κατηγορούμενου πως η παραπονούμενη έβαλε σκουλαρίκι στη γλώσσα και ότι την τελευταία μέρα που πήγε στη σχολή, πήγε στη θυγατέρα του (Μ.Υ.1) με κοντή μπλούζα, τη ψήλωσε και αποκάλυψε το στήθος της που έφερε σκουλαρίκια στις θηλές (τεκμήριο 17, σελ. 3, γρ. 18). Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και οι θέσεις του κατηγορούμενου πως η παραπονούμενη είχε σεξουαλικές επαφές με τον πρώην φίλο της, καθώς ότι η μητέρα της του έδειξε φωτογραφίες της παραπονούμενης που ήταν στο κρεβάτι μαζί με τον πρώην φίλο της (τεκμήριο 17, σελ. 3, γρ. 18 και 19 αντίστοιχα). Και όλα αυτά ο κατηγορούμενος τα ανέφερε άνευ αποχρώντος λόγου και αφορούν το μωρό, όπως σε πολλές περιπτώσεις αποκάλεσε την παραπονούμενη, που πρόθεσή του ήταν να βοηθήσει και να δώσει κίνητρα για να ξεφύγει από τα ναρκωτικά. Αυτός ο μειωτικός λόγος, για τον οποίο ερωτήθηκε και δεν κατόρθωσε να εξηγήσει γιατί τον ξεστόμισε, δεικνύει την κρύφια αντίληψη που είχε δημιουργήσει για την παραπονούμενη και σαφώς διαφέρει από την εικόνα που επιχείρησε να αναδείξει. Αν είναι όμως κάτι που εκπλήσσει, δεν είναι οι ηθικές αντιστάσεις της παραπονούμενης, αλλά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε μαζί της για σεξουαλικά ζητήματα, όπως ακριβώς προκύπτει από τις απαντήσεις 14 και 18 στο τεκμήριο 17. Δύσκολο είναι να συλλάβει κανείς συζήτηση μεταξύ του κατηγορούμενου, ώριμου ανδρός, και της παραπονούμενης, κατά την οποία η τελευταία θέλει το σκουλαρίκι στη γλώσσα να είναι «πιο ερεθιστικό», όπως ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήταν το αντικείμενο της συζήτησης. Αλλά και οι συζητήσεις για το σεξ, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο κατηγορούμενος στην απάντηση 14 του τεκμηρίου 17. Εκεί όμως προσθέτει, δίκην αιτιολόγησης του περιεχομένου των συζητήσεων, πως η παραπονούμενη είναι «ώριμο κορίτσι». Εντούτοις τα ανωτέρω αποκαλύπτουν τον ανερμάτιστο χαρακτήρα της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, ακόμη και για πτυχές τούτης που έχουν δευτερεύουσα σημασία, όπως είναι τα πιο πάνω.

 

Παλινδρόμηση στις θέσεις του κατηγορούμενου εντοπίζεται και σε πιο βασικά ζητήματα, όπως είναι ο ισχυρισμός του πως η παραπονούμενη του είπε ότι αν δεν ήταν η μητέρα της θα αυτοκτονούσε. Υποδείξαμε ήδη ότι τίποτα σχετικό τέθηκε στην παραπονούμενη. Παρόλα ταύτα, ο κατηγορούμενος θέλει αυτήν την αναφορά της παραπονούμενης να είναι η αιτία που τον έθεσε σε εγρήγορση. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο Δικαστήριο:

 

«Όταν κάλμαρε η κατάσταση τζιαι ήρθε προπόνηση, λαλώ της "Ι.Ν. μου, τι εγίνηκε;" Λαλεί μου "κύριε Α.Χ., να σου πω.  Εάν δεν ήταν η μάμα μου" λαλεί "εγώ ήταν να αυτοκτονήσω λόγω του παπά μου".  Ε μονομιάς εγώ τωρά, ένα μωρό που το είχα που 6 χρονών τζιαι είπα σου έχω τους ούλλους σαν τα μωρά μου, κάπου σοκαρίστηκα, έσυρε μου το τυρούι, άκκασα το εγώ μονομιάς, σοκαρίστηκα.  Τζιαι λαλώ της "Ι.Ν., άηστες τούτες τες πελλάρες, άηστες αυτοκτονίες", γιατί ήδη ήξερα ότι εξανάκαμε δοκιμές για να αυτοκτονήσει, έκοφκε τα χέρια της, τούτα ούλλα.  Κάπου εγώ σοκαρίστηκα τζιαι που τζιαμέ τζιαι τζιει ήρθε η σχέση τζιαι εμιλούσα με τους γονιούς της, να δούμε πώς μπορούμε να βοηθήσουμε την Ι.Ν.».

 

Εντούτοις η διασύνδεση που ο κατηγορούμενος έκανε με τους αυτοτραυματισμούς της παραπονούμενης και επικαλέστηκε δική του προηγούμενη γνώση, δεν ευσταθεί, γεγονός που αποκαλύπτεται από την κατάθεσή του, τεκμήριο 17, όπου στην ερώτηση 39 ερωτήθηκε αν γνωρίζει για τους αυτοτραυματισμούς και απάντησε ότι δεν ήταν σίγουρος.

 

Έτι περισσότερο αναδεικνύεται η παλινδρόμηση στη μαρτυρία του κατηγορούμενου και από την ακόλουθη τοποθέτησή του στο Δικαστήριο. Ανέφερε εν προκειμένω ότι·

 

«Κοίταξε, μετά που εγίνηκε το συμβάν με το... με το συμβάν που εμέθυσε και και και, επειδή ήδη πλήρωσε για το ταξίδι στην Ουγγαρία τζιαι μίλησα με τον πατέρα της τζιαι τελικά τον έπεισα να καλμάρει, να την αφήσει να πάει τζιαι να μιλήσουμε, ξέρω εγώ, πήγαμε στο ταξίδι, επιστρέψαμε τζιαι μετά έπιασε μας ο κορωνοϊός.  Ο κορωνοϊός κλείσαμε για... δεν ξέρω, για αρκετό καιρό.  Ύστερα ήρθε το καλοκαίρι τζιαι μετά ξεκίνησαν τον Σεπτέμβρη.  Εγίνηκε το συμβάν, ήρθε η μητέρα της τζιαι κουβεντιάσαμε, ήρθε στο γραφείο μου για να κουβεντιάσουμε τα προβλήματα που είχε με την Ι.Ν. τζιαι μου έδειξε στο κινητό φωτογραφίες με κάποιον φίλο της, τον Ρ, ξέρω εγώ, που είχε ημίγυμνους μέσα στο κρεβάτι, έδειξε μου φωτογραφίες που ήταν ημίγυμνοι μες το κρεβάτι τζιαι μου είπε "σε παρακαλώ, τούτος ο μιτσίς" ας πούμε "εν θέλω να βρίσκεται μαζί του τζιαι αν μπορούμε να συνεργαστούμε, αν θέλει να την παίρνεις καμιά φορά στην Αγλαντζιά τζιαι να την φέρνεις να με ενημερώνεις" τζιαι να υπάρχει μια συνεργασία μαζί της.  Τζιαι λέω της "πολύ ευχαρίστως".  Επειδή μαζί μου ήταν πιο άνετη να μιλήσει, γιατί με τον πατέρα της δεν μπορούσε να μιλήσει τζιαι η ίδια η μητέρα είπε ότι έσιει πράματα που ξέρει, που αν τα μάθει ο παπάς της εν να την κάμει άχρηστη που το ξύλο, όπως τζιαι την έκαμνε πολλές φορές, τη χτυπούσε.  Εντάξει εν... ήθελα κάτι να πω τζιαι εν να επιστρέψω πίσω». 

 

Ούτε και αυτό όμως τέθηκε στη μητέρα (Μ.Κ.4) και μάλιστα η εν λόγω δεν αμφισβητήθηκε για τη θέση της ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που δεν συνεργαζόταν μαζί της, δηλαδή δεν της έδινε πληροφορίες. Εν πάση περιπτώσει, ερωτηθείς στη συνέχεια ο κατηγορούμενος να εξηγήσει το συμβάν που η Μ.Κ.4 ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, δηλαδή ότι σε δύο περιπτώσεις πήγε στη σχολή και δεν βρήκε την παραπονούμενη , δήλωσε ότι δεν θυμόταν τούτο και πρόσθεσε:

 

«Εκατέβαζε την τζιαι έφευκε τζιαι τζιείνη έφευκε που πίσω της.  Εγώ είμαι μέσα στην αίθουσα, όπως σας είπα είμαι μέσα στην αίθουσα τζιαι κάμνω μάθημα.  Εν τζιαι ξέρω στον δρόμο ποιος γονιός κατεβάζει το μωρό του τζιαι ήντα ώρα.  Δεν είχε προγραμματισμένο μάθημα η Ι.Ν. Η Ι.Ν. μπορεί να ελάλε της μάμας της "έχω προπόνηση", η μάμα της το έχαφκε, έφερνε την, έφευκε τζιαι έφευκε που πίσω της.  Τζιαι όπως παραδέχθηκε η μάμα της, είδε την που βίντεο σε πάρκο την ώρα που υποτίθεται είπε τους εν τζιαμέ».

 

Όσο λογική και αν ακούγεται η απάντηση του κατηγορούμενου, παρότι τέθηκε εν είδει εικασίας εφόσον δεν θυμόταν, δεν παύει από το να είναι αντιφατική των λοιπών θέσεών του. Και εξηγούμε· εδώ ο ίδιος είναι που υποστηρίζει ότι είχε συνεργασία με τη μητέρα (Μ.Κ.4) και πως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πηγαινόφερνε την παραπονούμενη, ώστε να την παρακολουθεί και να ενημερώνει τη μητέρα. Στον σχολιασμό εντούτοις των ανωτέρω, επαναλαμβάνουμε εν είδει εικασίας, παρουσιάζεται να μην δίνει καμία σημασία, όπως δηλαδή θα αντιδρούσε με κάθε άλλο τυχαίο παιδί. Και είναι σε αυτό ακριβώς που η μαρτυρία του παλινδρομεί. Είτε πρόσεχε την παραπονούμενη επειδή είχε συνεργασία με τους γονείς της, είτε την αντιμετώπιζε όπως κάθε άλλο παιδί, όπως δηλαδή προκύπτει από την ανωτέρω απάντηση. Και οι δύο όμως τοποθετήσεις δεν μπορούν να συνυπάρξουν και αυτό είναι που καταδεικνύει αντίφαση.

 

Και όλα τα πιο πάνω χωρίς να παραγνωρίζεται πως η παραπονούμενη όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε για τη θέση της ότι ο κατηγορούμενος τη μετέφερε σε διάφορους τόπους και της παρείχε κάλυψη (τεκμήριο 5, σελ. 7, γρ. 28 έως 32), ήταν και υποβολή της υπεράσπισης ότι του ζητούσε να την καλύψει, στην οποία απάντησε ότι ο ίδιος συμφωνούσε.

 

Διαπιστώνεται περαιτέρω πως ακόμα και αυτή η ισχυριζόμενη συνεργασία με τους γονείς και ειδικά με τη μητέρα (Μ.Κ.4), αποκαλύπτεται διάτρητη από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου, ο οποίος παραδέχθηκε ότι στις δύο περιπτώσεις που μετέφερε την παραπονούμενη χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της, δεν την πρόδωσε, επειδή «άμα την εδίουν ήταν να φαίνομαι κακός στα μάτια της ότι επρόδωσα την». Διερωτάται ως εκ τούτου κανείς· αν ο κατηγορούμενος δεν πρόδιδε την παραπονούμενη και αν δεν την παρακολουθούσε καθ’ ον χρόνο εισέρχετο στη σχολή για μάθημα και με δεδομένη την αναμφισβήτητη κάλυψη που της παρείχε, ως η παραπονούμενη υποστήριξε και δεν αμφισβητήθηκε, τι είδους συνεργασία είχε με τους γονείς και περαιτέρω, ποια σκοπιμότητα εξυπηρετείτο, εν τη απουσία βάσιμης συνεργασίας, να μεταφέρει την παραπονούμενη εν αγνοία των γονέων της και μάλιστα ενίοτε σε μεταμεσονύκτιες ώρες, όπως η παραπονούμενη ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε (τεκμήριο 5, σελ. 11, γρ. 45-49).

 

Παράλογη όμως αποκαλύπτεται και η άλλη θέση του κατηγορούμενου, δηλαδή ότι μίλησε με τη μητέρα της παραπονούμενης καθ’ ον χρόνο τη μετέφερε στη Σταυρού. Ο παραλογισμός έγκειται στο ότι αυτή είναι η μεταφορά που και ο κατηγορούμενος επικαλείται στην κατάθεσή του (τεκμήριο 17, ερ. 37) και την οποία συσχέτισε με την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον πατέρα. Ό,τι εκεί ανέφερε είναι πως·

 

«Μόνο την τελευταία φορά έγινε τούτο όταν σου είπα ότι την έπιασα από το Sports Direct για να την πάρω στη Σταυρού και έπιασε η μητέρα της τηλέφωνο. Την επόμενη ή την ίδια μέρα, δεν θυμούμαι με έπιασε ο πατέρας της και μου είπε ότι λέει όλο ψέματα. Ότι δεν την παίρνουν αυτοί εκεί που θέλει να πάει και ότι μου γελά εμένα και με πιάνει να την πάρω κάπου. Με παρακάλεσε άλλη φορά να μην την ξαναπάρω και αν θέλει να πάει κάπου θα κανονίζει εκείνος ταξί να την παίρνει. Εγώ του είπα ότι δεν έχω πρόβλημα».

 

Εντούτοις στο Δικαστήριο υποστήριξε ότι μίλησε στο τηλέφωνο με τη Μ.Κ.4 όταν η τελευταία τηλεφώνησε στη θυγατέρα της. Αρχικά σημειώνουμε ότι άλλη είναι η αναμφισβήτητη θέση της Μ.Κ.4, η οποία αναφερόμενη στο επεισόδιο της Σταυρού πρόσθεσε· «Γιατί δεν με πήρε να μου πει; Γιατί δεν πήρε τον άνδρας μου να του πει». Το πλέον σημαντικό όμως είναι και το εξής· αν ο κατηγορούμενος είχε μιλήσει με τη Μ.Κ.4, αυτό θα ήταν το πρώτο που θα έλεγε στον πατέρα της παραπονούμενης όταν του τηλεφώνησε, ώστε να εξηγήσει ότι δεν έκανε κάτι εν αγνοία τους και βεβαίως αυτή τη στιχομυθία θα τη μετέφερε και στην ερώτηση 37 του τεκμηρίου 17, εφόσον θα συνιστούσε ενημέρωση της μητέρας (Μ.Κ.4) και συνεπώς ουδέν μεμπτό για τον κατηγορούμενο. Η μη συμπερίληψη τούτης της θέσης στην απάντηση 37 του τεκμηρίου 17, αποκαλύπτει ότι αυτή η θέση του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο δεν απηχεί τα αληθή γεγονότα, αλλά συνιστά μεταγενέστερη επινόηση.

 

Επιχειρώντας να αιτιολογήσουμε επί της ουσίας τα όσα ανωτέρω παραθέσαμε, αναγκαίο κρίνουμε πως είναι να μεταφέρουμε αυτολεξεί και την ουσιαστική θέση της υπεράσπισης, εν προκειμένω τη μαγιά της υπερασπιστικής γραμμής, ώστε να καταστεί ευχερής η περαιτέρω παρακολούθηση της συλλογιστικής μας κατά την αξιολογική διεργασία, τόσο σε σχέση με την παραπονούμενη όσο και των λοιπών μαρτύρων και κυρίως αυτών που η μαρτυρία τους συνυφαίνεται με τα επίδικα περιστατικά. Εν προκειμένω, η θέση της υπεράσπισης, ως τούτη υποβλήθηκε στην παραπονούμενη, έχει ως ακολούθως:

 

«Εν να σου υποβάλω τη θέση μου, για να την έχεις και υπόψη σου και να μου απαντήσεις.  Εγώ σου υποβάλλω ότι η ίδια η μητέρα σου είχε τούτη την άποψη, ότι κάτι παίζει παραπάνω μεταξύ σου εσένα και του κυρίου Α.Χ. τζιαι ήταν η ίδια που το εισηγήθηκε στον ψυχολόγο σου, ο ψυχολόγος σου με τη σειρά του, να μου επιτραπεί να πω, σου το εσέρβιρε και εσύ εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή ήβρες την ευκαιρία να συμφωνήσεις με την άποψη του ψυχολόγου σου, επειδή γνώριζες ότι θα λάμβανες ευνοϊκή μεταχείριση ως θύμα κακοποίησης και θα διόρθωνες τις σχέσεις σου με τους γονιούς σου». 

 

Πέραν βεβαίως της ανωτέρω θέσης δεν διέλαθαν την προσοχή μας και τα λοιπά ζητήματα που εκτενώς διερευνήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της υπεράσπισης, μεταξύ άλλων το κατά πόσον απέφευγε τον  κατηγορούμενο και βεβαίως οι ώρες των μαθημάτων καράτε, η παρουσία άλλων μαθητών στα γκρουπς που συμμετείχε, η ενδυμασία της στα μαθήματα καράτε και κυρίως αυτοί τούτοι οι ιδιαίτεροι ισχυρισμοί που εμφαίνονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών.

 

Επανερχόμενοι στη μαρτυρία της παραπονούμενης σημειώνουμε ότι δεν είναι απλώς τα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυρίας της εκείνα τα οποία αναδεικνύουν τη γνησιότητα και την ειλικρίνειά της για την οποία ανωτέρω κάναμε λόγο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιωμένο από τη λοιπή μαρτυρία, ακόμη και αυτή του κατηγορούμενου ως ανωτέρω υποδείξαμε, έτι περισσότερο αναδεικνύει την ειλικρίνεια των ισχυρισμών της.

 

Από όποια σκοπιά και αν εξετάσει κανείς τη θέση της υπεράσπισης αναφορικά με την αποκάλυψη της παραπονούμενης την 14/05/2021 στον ψυχολόγο της (Μ.Κ.9), θέση την οποία υποβάλαμε στη βάσανο της λογικής, κρίνουμε πως είναι αβάσιμη και λειψή λογικής. Και εξηγούμε· απότοκο τούτης της αποκάλυψης ήταν να δώσει εντός ολίγων ημερών οπτικογραφημένη κατάθεση (τεκμήριο 4), από την οποία προέκυψε το απομαγνητοφωνημένο κείμενο (τεκμήριο 5) της μαρτυρίας της παραπονούμενης που καταλαμβάνει 14 πυκνογραμμένες σελίδες. Η δε εξιστόρηση των περιστατικών, διάρκειας 45 λεπτών (τεκμήριο 4), δεν είναι απλώς γενική, όπως ούτε αόριστη. Πέραν των αναγκαίων γενικότερων λεπτομερειών, ιδιαίτερα εκεί όπου το συμβάν καταλαμβάνει μεγάλο χρονικό διάστημα όπως θεωρούμε πως είναι εδώ το διάστημα των δύο ετών, το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της κατάθεσης της παραπονούμενης χαρακτηρίζεται από πλούσιες λεπτομέρειες που αφορούν κάθε περιστατικό ξεχωριστά. Και μάλιστα δεν αναφέρει ένα και μόνο περιστατικό και ούτε αποκαλύπτει συγκεχυμένη εικόνα σε σχέση με τα όσα εκεί παρατίθενται. Αντιθέτως η παραπονούμενη περιέγραψε με σαφήνεια συγκεκριμένα περιστατικά, λόγια που τότε ειπώθηκαν και επιμέρους περιβάλλουσες περιστάσεις, απαντώντας στην ανακρίτρια που έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση με σταθερότητα, αλλά κυρίως με αναφορά σε πραγματικά στοιχεία, έστω και αν σε κάποιο βαθμό αγνοεί, ξεχνά ή ακόμη δυνατό να πλανάται σε σχέση με τον χρόνο. Και όπως ήδη αναφέραμε, η μαρτυρία ενός παιδιού δεν χαρακτηρίζεται από τις ίδιες λεπτομέρειες με τη μαρτυρία ενός ενήλικα, κυρίως σε σχέση με τον χώρο και τον χρόνο (βλ. Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Τα ανωτέρω στοιχεία όμως που χαρακτηρίζουν τη μαρτυρία της παραπονούμενης, σε συνδυασμό με τον απλοϊκό, γνήσιο και ανεπιτήδευτο εφηβικό τρόπο έκφρασης καθ’ ον χρόνο προέβαινε στην οπτικογραφημένη κατάθεση (τεκμήριο 4), εντοπίζονται εκεί και όπου η εξιστόρηση αποδίδει μία εικόνα βιωματική και σίγουρα όχι υποβολιμαία. Η λογική και η εμπειρία θέλει τέτοια εικόνα, δηλαδή ως αυτή που αναδύεται από την κατάθεση της παραπονούμενης (τεκμήρια 4 και 5), να απαντάται σε περιπτώσεις αυθεντικές και γνήσιες εν αντιθέσει με ευκαιριακές και νοθευμένες, ως ήταν η υποβολή της υπεράσπισης.

 

Τα ανωτέρω αποκαλύπτουν τη συνολική ποιότητα της κατάθεσης της παραπονούμενης και καταρρίπτουν την υποβολή. Προσθέτουμε εντούτοις ότι πλέον αποφασιστικής σημασίας είναι η ίδια η απάντηση της παραπονούμενης στην ανωτέρω υποβολή. Όπως ανέφερε:

 

 «A.Για ποια ευνοϊκή θέση μιλούμε; Εγώ στερήθηκα τον χορό που τόσο αγαπώ.  Όπως είχα πει τζιαι πριν, είχα περάσει μια δύσκολη φάση μετά το σχολείο που είσιε ακουστεί ότι υπάρχει τούτη η καταγγελία.  Δεν είχα τίποτε να ευνοηθώ που τούτο το πράγμα, να πω κάτι που εν ισχύει για να μπω εγώ σε τούτη τη δύσκολη θέση τζιαι να ταλαιπωρηθώ τόσο πολλά, ειδικά όσον αφορά το κομμάτι του χορού, δεν έχω τίποτε να κερδίσω τζιαι όσον αφορά τη σχέση μου με τους γονείς μου, εν θα ήταν να αλλάξει κάτι, οι γονείς μου ήδη ήξεραν τζιαι για τη χρήση, όπως είπα τζιαι προηγουμένως, δεν θα ήταν να αλλάξει όπως ήταν να με δουν εμένα ή τις προηγούμενες μου πράξεις, ας πούμε, να πέσουν ας πούμε, πώς να το πω, να μεν τες λάβουν υπόψη τους».

 

Παρεμβάλλουμε εδώ και το εξής σχετικό· σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της η παραπονούμενη δεν έκρυψε την αγάπη της για τον χορό και το καράτε, καθώς και την εκτίμηση που είχε, είτε στον κατηγορούμενο, τον οποίο έβλεπε σαν πατρική φιγούρα, είτε στη θυγατέρα του (Μ.Υ.1), που ήταν η δασκάλα του χορού. Χαρακτηριστικά στην αντεξέταση είναι χωρίς ίχνος δισταγμού που απάντησε καταφατικά στο ότι ο κατηγορούμενος και η θυγατέρα του ανέλαβαν τον ρόλο δεύτερης οικογένειας και αυτοβούλως πρόσθεσε «Επειδή ήμουν σε πολλά μικρή ηλικία, εγώ η ίδια ένιωθα τους σαν γονείς μου». Επιπλέον, για τους γονείς της (Μ.Κ.4 και Μ.Κ.8) αυτοβούλως ανέφερε ότι· «Ναι, βασικά είχαν τους τυφλή εμπιστοσύνη». Όσο δε για τον χορό, η αγάπη της ήταν δεδομένη από την πρώτη στιγμή της μαρτυρίας της, εφόσον ακόμη και στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της ανέφερε·

 

«Ναι για να είμαι ειλικρινής ούτε ήθελα να το πω τζιόλας επειδή το παραπάνω που φοούμαι είναι να μεν χαλάσει η σχέση μου με την δασκάλα του χορού μου γιατί ήθελα να πάω ψυχολογία ή να ακολουθήσω χορό. Τζαι εν ήθελα να σταματήσω να πηέννω μάθημα μαζί της τζαι σκέφτουμαι ότι εν ναν δύσκολο γιατί εν η κόρη του τζαι η σχολή της εν ακριβώς πάνω που τη σχολή του, τζαι ναι». (τεκμήριο 5, σελ. 10, γρ. 17 έως 22)

 

Και πιο κάτω·

 

«Ντα νιώθω ότι έφυεν ένα βάρος που μέσα μου αλλά πάλε νιώθω ενοχές γιατί που την μιαν προσωπικά εν μ’ ανάγκασεν να κάμω κάτι, άσχετον αν μου έτζιηζε κάπου που εν ήθελα. Εν μ’ ανάγκασεν εμένα να κάμω κάτι προσωπικά, so εσκέφτουμουν ένας, έναν νταν μου έμεινε για να τελειώσω τζαι ήταν να φύω που την σχολή, τζαι κάπως, εν ηξέρω θυμώνω με τον εαυτό μου ή κάτι γιατί εν να πρέπει να αλλάξω σχολή τζαι μπορεί να μεν με δεχτεί τζαι πίσω σχολή η δασκάλα μου του χορού μου τζαι εν θέλω σε καμιά περίπτωση να γίνει τούτο το πράμα, ναι ντάξει. Αλλά ντα νιώθω ότι έφυεν ένα βάρος που μέσα μου ή κάτι». ». (τεκμήριο 5, σελ. 12, γρ. 17 έως 25)

 

Τα ανωτέρω δεν είναι απλές απαντήσεις της παραπονούμενης. Πρόκειται για αναμφισβήτητες θέσεις, κάποιες εκ των οποίων ακόμη και σε υποβολές της υπεράσπισης, οι οποίες οδήγησαν σε κοινό πλαίσιο γεγονότων. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύουμε ότι η αγάπη της για τον χορό ήταν και θέση της υπεράσπισης, η οποία υπέβαλε ότι·

 

   «E. Σωστά και αποσύρω τα όσα έχω αναφέρει και θα προχωρήσω σε υποβολές απευθείας.  Εγώ σου υποβάλλω ότι πραγματικά η μοναδική σου έγνοια μετά από την καταγγελία, ήταν να συνεχίσεις τον χορό και τίποτε άλλο. 

 

Και επ’ αυτού η παραπονούμενη απάντησε·

 

   A. Ήταν ένας που τους λόγους που δεν ήθελα να το πω, ναι, όπως έχω αναφέρει ήδη ότι δεν ήθελα να σταματήσω τον χορό».

 

Προσθέτουμε και το εξής σημαντικό, αυτή τη φορά ως προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, που όπως έχουμε ήδη αναφέρει παρέμεινε ουσιωδώς αναμφισβήτητη. Η Μ.Κ.3 δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με τη δήλωση που η παραπονούμενη της έκανε την 16/05/2021. Πέραν όμως της γνωστοποίησης ότι υπεβλήθη καταγγελία, της ανέφερε και ότι ανησυχούσε για το γεγονός πως μετά την αποκάλυψη δεν θα μπορούσε να παρακολουθεί μαθήματα χορού με τη θυγατέρα του κατηγορούμενου. Εξ αυτής και μόνο της δήλωσης αποκαλύπτεται ότι η παραπονούμενη γνώριζε και αντιλαμβανόταν πλήρως τις συνέπειες που θα είχε η καταγγελία στα μαθήματα χορού που τόσο αγαπούσε και αυτήν ακριβώς την ανησυχία είναι που εξέφρασε στη Μ.Κ.3, ακόμη και μετά την αποκάλυψη στον Μ.Κ.9 μέρους των πράξεων του κατηγορούμενου.

 

Η σημασία όλων των ανωτέρω, δηλαδή ότι η παραπονούμενη αγαπούσε τον χορό και δεν ήθελε να τον στερηθεί, όπως επίσης και το καράτε, καθώς ότι εκτιμούσε τον κατηγορούμενο και τη θυγατέρα του (Μ.Υ.1), έγκειται στο ότι συνιστούν κοινό πραγματικό υπόβαθρο και ως τέτοια υιοθετούνται και από το Δικαστήριο. Εντούτοις, τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν πλήρως την απάντηση της παραπονούμενης. Στα μάτια της είχε να χάσει παρά να κερδίσει από την αποκάλυψη. Και λέμε στα μάτια της, εφόσον αντικειμενικώς η απαλλαγή από μια σεξουαλικώς κακοποιητική σχέση είναι σαφώς κερδοφόρα. Εντούτοις εδώ ζητούμενο είναι η διερεύνηση της θέσης που υποβλήθηκε και η ειλικρίνεια της απάντησης της παραπονούμενης και συνεπώς το ζήτημα εξετάζεται από τη σκοπιά της τελευταίας, ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσον ευλόγως λέγει ότι δεν άδραξε την ευκαιρία να «διορθώσει» τις σχέσεις της με τους γονείς της, εφόσον περισσότερα είχε να χάσει παρά να κερδίσει. Και τα ανωτέρω αυτό ακριβώς είναι που διατυμπανίζουν.

 

Πρόσθετη επιβεβαίωση των ανωτέρω συνιστούν και τα συναισθήματα της παραπονούμενης κατά τον χρόνο της αποκάλυψης, ως αυτά μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο από τον Μ.Κ.9 και δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ο Μ.Κ.9 ανέφερε συγκεκριμένα ότι ήταν «τρομερά φοβισμένη από τις συνέπειες που μπορεί να ακολουθήσουν» και ενόρκως εξήγησε πως αυτή η φοβία της αφορούσε τη σχέση της με τη δασκάλα χορού, ότι δηλαδή θα χαλούσε «όπερ και έγινε», πρόσθεσε ο Μ.Κ.9. Συνεπώς, τόσο κατά τη διάρκεια τη αποκάλυψης, είτε στον Μ.Κ.9 είτε στην ανακρίτρια, όσο και στο ενδιάμεσο προς τη Μ.Κ.3, έγνοια της παραπονούμενης ήταν οι επιπτώσεις από την αποκάλυψη, τόσο σε σχέση με τον χορό όσο και το καράτε, εφόσον θα αναγκαζόταν να σταματήσει.

 

Επί του προκειμένου αποτελεί διαπίστωσή μας ότι δικαίως η παραπονούμενη λέγει πως ήταν βαρύ το τίμημα της αποκάλυψης, ιδιαιτέρως όσον αφορά τον χορό, εφόσον αγαπούσε τούτον και δεν ήθελε να τον χάσει και συνεπώς επιβεβαιώνεται η απάντησή της, δηλαδή ότι κάθε άλλο παρά άδραξε την ευκαιρία. Η αποκάλυψη είχε μεγάλο τίμημα και αυτό το γνώριζε η παραπονούμενη, γεγονός που αποκαλύπτεται από τα όσα ανέφερε στη Μ.Κ.3 λίγες μόλις ημέρες μετά την αποκάλυψη, δηλαδή ότι ανησυχούσε επειδή δεν θα μπορούσε πλέον να παρακολουθεί μαθήματα με τη θυγατέρα (Μ.Υ.1) του κατηγορούμενου, αλλά και τον φόβο που εξέφρασε στον Μ.Κ.9 κατά τον χρόνο της αποκάλυψης. Τα πιο πάνω όμως επιβεβαιώνουν και επί τούτου την παραπονούμενη και συνιστούν πρόσθετο λόγο κατάρριψης της σχετικής υποβολής.

 

Πέραν όμως των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, τη δική του σημασία έχει και άλλο ένα ιδιαίτερο πραγματικό ζήτημα, το οποίο κατ’ επανάληψη τέθηκε από την παραπονούμενη και περαιτέρω, εμμέσως υποστηρίχθηκε και από άλλους μάρτυρες. Αυτό έχει να κάνει με την πορεία της σχέσης της με τους γονείς της μέσα από το πέρασμα του χρόνου και για ό,τι εδώ απασχολεί, την καλυτέρευση τούτων.

 

Η σχέση της παραπονούμενης διερευνήθηκε εκτενώς από την υπεράσπιση και μάλιστα πολύ προτού τεθεί ολοκληρωμένη η ανωτέρω υποβολή, ρητά ερωτήθηκε πότε θεωρεί ότι έγιναν καλές οι σχέσεις της με τους γονείς της και απάντησε·

 

«Εν θεωρώ ότι ποτέ ήταν στα πρόθυρα...δεν ήταν ποτέ χάλια οι σχέσεις μας. Είχαμε κάποιες αντιπαραθέσεις, είχαμε τους τσακωμούς όπως έχουν όλες οι οικογένειες, αλλά θεωρώ ότι...όταν είχαν μάθει ότι έκαμνα χρήση, ήταν πολύ πιο υποστηρικτικοί, προσπαθούσαν όσο πιο πολλά να με βοηθήσουν».

 

Η όποια αμφισβήτηση της υπεράσπισης δεν είχε να κάνει με την καλυτέρευση των σχέσεων. Αντιθέτως, είναι επί τούτου που οικοδόμησε περαιτέρω ερωτήματα, όπως το κατά πόσο μετά την καταγγελία έλαβε πρόσθετη υποστήριξη και ακολούθησε η εξής στιχομυθία·

 

«A.Είχα υποστήριξη και πιο πριν. Ναι, φυσικά μετά που είχα μιλήσει, είχα ακόμα πιο   πολλή υποστήριξη.

E. Ακόμα πιο πολλή υποστήριξη;

                          A.Ναι».

 

Καταρχάς σημειώνουμε την ευκολία με την οποία η παραπονούμενη απάντησε καταφατικά σε μια ερώτηση που φαινομενικά εξυπηρετεί τη θέση της υπεράσπισης («Ακόμα πιο πολλή υποστήριξη»;). Και δεν είναι η μοναδική περίπτωση που η παραπονούμενη απάντησε με παρρησία και δέχτηκε θέσεις της υπεράσπισης. Και είναι σε αυτές τις περιπτώσεις που η μαρτυρία της διακρίνεται για την ατόφια ειλικρίνειά της.

 

Επί της ουσίας σημειώνουμε πως οι ανωτέρω θέσεις της παραπονούμενης αφενός δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και αφετέρου συμπλέουν και με το λοιπό μαρτυρικό υλικό, όπως είναι η αναμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Κ.3, καθώς και η μαρτυρία της μητέρας, δηλαδή της Μ.Κ.4.

 

Και εξηγούμε· η βελτίωση στην απόδοση της παραπονούμενης είχε διαπιστωθεί από τη Μ.Κ.3 πριν την καταγγελία. Μάλιστα ενόρκως απέδωσε τούτη στη συνεργασία όλων. Όπως ανέφερε στο Δικαστήριο «…είχαμε έτσι στενή συνεργασία με τους γονείς οι οποίοι προσπαθούσαν πάρα πολλά να την υποστηρίξουν. Εεμ...οι καθηγητές της, επειδή είχα συστηματική επικοινωνία με τους καθηγητές της, όλοι ήταν ενήμεροι για να την υποστηρίξουμε». Και είναι σε αυτό το πλαίσιο συνεργασίας που είχε προηγηθεί από την ίδια η παραπομπή της παραπονούμενης σε ψυχολογική υποστήριξη. Οι εν λόγω θέσεις της Μ.Κ.3 παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. Αποκαλύπτουν εντούτοις ότι οι γονείς της παραπονούμενης ούτε στιγμή δεν την εγκατέλειψαν σε τούτη την πορεία, παρά την πρωτόγνωρη συμπεριφορά που επεδείκνυε. Στάθηκαν δίπλα της ακολουθώντας και εφαρμόζοντας τις οδηγίες των ειδικών στους οποίους αποτάθηκαν (ο Μ.Κ.9 είπε για τον πατέρα (Μ.Κ.8) ότι ήταν από τους λίγους που πήγαιναν στις συναντήσεις και κυριολεκτικά «ρουφούσε» τις εισηγήσεις). Και αυτό επιβεβαιώνει την παραπονούμενη ότι και πριν είχε υποστήριξη. Πέραν τούτου όμως τα αναφερόμενα της Μ.Κ.3 αποκαλύπτουν επίσης ότι πολύ πριν την καταγγελία υπήρξε συνεργασία όλων των εμπλεκομένων, γονέων, σχολείου, ψυχολόγων  και της παραπονούμενης, η οποία μάλιστα οδήγησε σε βελτίωση της απόδοσης τούτης. Αυτή είναι και η διαπίστωσή μας, δηλαδή ότι ανέκαθεν οι γονείς ήταν υποστηρικτικοί αλλά σε κάθε περίπτωση πολύ πριν την αποκάλυψη είχαν ήδη βελτιωθεί οι σχέσεις της παραπονούμενης με τους γονείς της και είναι ένεκα τούτου που άρχισε να παρουσιάζει βελτίωση τόσο στην απόδοσή της όσο και στη συμπεριφορά της.

 

Σε τούτο το στάδιο, λίγα λόγια αρμόζει να ειπωθούν για τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της μαρτυρίας τόσο της μητέρας (Μ.Κ.4), όσο και του πατέρα (Μ.Κ.8). Θετικότατες εν προκειμένω είναι οι εντυπώσεις που άφησαν και οι δύο. Η μαρτυρία τούτων είναι με μνημειώδη παραστατικότητα που μετέφερε στο Δικαστήριο το δράμα που βίωσαν με την πορεία της θυγατέρας τους (παραπονούμενης), την αμφιταλάντευσή τους μεταξύ τιμωρίας ή συμπαράστασης και τελικώς τις επιλογές που ακολούθησαν σε διάφορα στάδια, καταλήγοντας ενώπιον του Δικαστηρίου να τοποθετούνται επί όλως ιδιαιτέρως προσωπικών ζητημάτων και εντούτοις με παρρησία να δηλώνουν και να δέχονται σκληρές αλήθειες, ενίοτε αναγνωρίζοντας σοβαρά λάθη στα οποία υπέπεσαν κατά την εκτέλεση του γονεϊκού τους ρόλου.

 

Πιο συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.8 παραδέχθηκε και δεν αμφισβητήθηκε ότι μια φορά χτύπησε την παραπονούμενη λέγοντας «έδωσα της ένα πάτσο». Αυτή τη σωματική βία απεριφράστως τη δέχθηκε και η παραπονούμενη ως της υποβλήθηκε από την υπεράσπιση. Ο πατέρας παραδέχθηκε ακόμη ότι τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στη θυγατέρα του, τη δασκάλα χορού,  ενίοτε αποκαλούσε την παραπονούμενη «παλιόπαιδο». Και είναι με βαθιά χαραγμένη τη θλίψη στο πρόσωπό του που πρόσθεσε ότι, τόσο πόνο ένιωθε για το παιδί του που είχε φθάσει σε σημείο να την χαρακτηρίζει παλιόπαιδο. Τα ανωτέρω συνάδουν εμμέσως με τα αναφερόμενα από την παραπονούμενη στην οποία τέθηκε υποβολή για λεκτική βία από τον πατέρα και την οποία επίσης αποδέχθηκε χωρίς ιδιαίτερη σκέψη ή αμφιταλάντευση. Αρνήθηκε όμως ότι την αποκάλεσε «πουτάνα» και τέτοια θέση ουδέποτε τέθηκε στον Μ.Κ.8. Από την άλλη ο κατηγορούμενος κατ’ επανάληψη ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Κ.8 «έδερνε» την παραπονούμενη, καθώς ότι την αποκαλούσε διάφορα επίθετα. Εντούτοις οι σχετικές θέσεις του κατηγορούμενου δεν τέθηκαν στους δύο ενδιαφερόμενους (παραπονούμενη και Μ.Κ.8) με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο και ως εκ τούτου οι εν λόγω ισχυρισμοί παρέμειναν μετέωροι και αόριστοι και ένεκα τούτου, καθώς και της κάκιστης εικόνας που άφησε η μαρτυρία του κατηγορούμενου, απορρίπτονται. Επί του προκειμένου αποτελεί διαπίστωσή μας ότι ο Μ.Κ.8 αποκαλούσε την κόρη του με το επίθετο «παλιόπαιδο» και ότι σε μία περίπτωση τη χτύπησε, δίνοντάς της έναν «πάτσο».

 

Τελικώς ήταν η κατάληξη του πατέρα ότι ο ίδιος και μόνο είναι που ευθύνεται, επειδή εμπιστεύτηκε το παιδί του (εννοώντας ότι το εμπιστεύτηκε σε τρίτον). Πέραν όμως των ανωτέρω, ούτε και για τις υποψίες της συζύγου του (Μ.Κ.4), κρύφτηκε ο Μ.Κ.8 και ούτε για μία στιγμή δεν επιχείρησε να αμβλύνει τον λόγο του. Εξιστόρησε με σταθερότητα και συνέπεια κάθε συζήτηση που είχαν οι δύο τους (Μ.Κ.8 και Μ.Κ.4), επαναλαμβάνοντας ότι στη σύζυγό του ανέφερε ότι «εν αρρωστημένο να υποψιάζεσαι τον Α.Χ», θέση την οποία εξαρχής ανέφερε και στην κατάθεσή του (τεκμήριο 40). Η απλοϊκότητα και δωρικότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.8, της οποίας το περιεχόμενο συνταιριάζει και με το λοιπό μαρτυρικό υλικό, αναδεικνύουν την ειλικρίνεια τούτης και την καθιστούν αξιόπιστη.

 

Από την άλλη, η μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.4) διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην όλη υπόθεση. Περισσότερα για τη μαρτυρία της σχολιάζονται και στη συνέχεια. Για την ώρα σημειώνεται πως η μαρτυρία της άφησε θετικότατες εντυπώσεις. Δεν ήταν απλώς σταθερή και συνεπής στα όσα κατέθεσε, ήταν και πλήρως επεξηγηματική. Είναι με περισσή λεπτομέρεια και σαφήνεια που εξήγησε βήμα προς βήμα τις σκέψεις της και ακολούθως τις ενέργειές της, για κάθε στάδιο ξεχωριστά. Ούτε και αυτή έκρυψε τις ενδόμυχες σκέψεις της, μεταξύ άλλων και τις υποψίες που εξέφρασε για τον κατηγορούμενο, όπως ούτε το γεγονός ότι δεν έγινε πιστευτή. Αιτιολόγησε λεπτομερώς τα όσα την οδήγησαν σε αυτές τις σκέψεις και σε αυτό το πλαίσιο αναφέρθηκε στις παρακολουθήσεις που έκανε της παραπονούμενης, είτε ψάχνοντας το κινητό της, είτε κρυφακούγοντας, είτε ακόμη διενεργώντας τεστ ναρκωτικών ουσιών εν αγνοία της. Η λεπτομέρεια και η ποιότητα της μαρτυρίας της, αποδοθείσα με πηγαίο αυθορμητισμό και γνήσιο μητρικό συναισθηματισμό, ουδεμία αμφιβολία μας αφήνει για την αλήθεια των όσων κατέθεσε.

 

Επιστρέφουμε όμως στην πορεία της σχέσης της παραπονούμενης με τους οικείους της, αυτή τη φορά υπό το πλέγμα της μαρτυρίας της μητέρας της, δηλαδή της Μ.Κ.4. Η προσοχή επικεντρώνεται στη σελίδα 3 της κατάθεσης της Μ.Κ.4 (τεκμήριο 15). Εξιστορείται εκεί με χρονική αναδρομή η εξελικτική πορεία των συμβάντων. Η μάρτυρας (Μ.Κ.4) αρχίζει λέγοντας για τη συνομιλία που είχε με τη φίλη της παραπονούμενης ονόματι Σ., την οποία τοποθετεί πέντε με έξι μήνες πριν την κατάθεση. Επειδή τότε ήταν που πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος παίρνει τη θυγατέρα της χωρίς την έγκρισή της και δη σε χώρους που η ίδια (η μάνα) δεν γνωρίζει, είπε στην παραπονούμενη ότι έβαλε ντετέκτιβ και ακολούθως, όπως αναφέρει (τεκμήριο 15-σελ. 3, γρ.22) «Είπα στην Ι.Ν. ότι εγώ θα την  παίρνω και θα την φέρνω όπου θέλει και το δέχτηκε». Αυτή μάλιστα η συμφωνία των δύο συνεχίστηκε για δύο με τρεις μήνες, μέχρι που πληροφορήθηκε το συμβάν με τη μεταφορά  της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο στη Σταυρού.

 

Τα πιο πάνω δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και περιπλέον, ένεκα της ποιότητας της μαρτυρίας της Μ.Κ.4, οφειλόμενη στη λεπτομερή ανάλυση, δεχόμαστε ότι έτσι είχε η εξέλιξη των πραγμάτων, όπως ακριβώς ανωτέρω παρατίθεται, μέχρι που ο κατηγορούμενος μετέφερε την παραπονούμενη στη Σταυρού.

 

Η σημασία εντούτοις των πιο πάνω είναι ότι εκ της συμφωνίας της Μ.Κ.4 με την παραπονούμενη να τη μεταφέρει όπου θέλει, αποκαλύπτεται η υποστήριξη που η παραπονούμενη έλαβε από τους οικείους της, δηλαδή να τη μεταφέρουν «όπου θέλει». Αυτή όμως η διευθέτηση, δεικνύουσα μια κάποια εξομάλυνση των σχέσεων των γονέων με την παραπονούμενη, συναρτάται με χρονικό διάστημα διάρκειας τριών μηνών και τοποθετείται πριν την καταγγελία, δεικνύοντας αυτό ακριβώς που η παραπονούμενη ανέφερε, δηλαδή ότι η σχέση της με τους οικείους της είχε ήδη βελτιωθεί πριν την καταγγελία.


Τέλος, αναμφισβήτητη παρέμεινε περί τούτου και η θέση του ψυχολόγου που την παρακολουθούσε, δηλαδή του Μ.Κ.9, ως εκ τούτου παρατίθεται. Στην κυρίως εξέταση που του έγινε περιέγραψε την πορεία της σχέσης της παραπονούμενης με τους γονείς της, λέγοντας ότι:

 

          «Μάλιστα. Αρκετό διάστημα πριν τον χρόνο της αποκάλυψης, με τα συμπτώματα να είναι σε πλήρη έξαρση, η σχέση τους ήταν συγκρουσιακή. Ο μπαμπάς και η μαμά τυπικοί, να βάζουν κανόνες, η έφηβη τότε να προσπαθεί να τους καταρρίψει. Οι γονείς να ζητούν συγκεκριμένες ρουτίνες, πότε θα κάνει μπάνιο, πότε θα κοιμηθεί, πότε θα διαβάσει. Η έφηβη να αντιδρά. Και αυτό αργότερα και σταδιακά έφερε πίσω την προγενέστερη σχέση τους, που ήταν στοργική και κοντινή. Κατά την περίοδο της αποκάλυψης η σχέση τους τους είχε αποκατασταθεί. Ήταν δηλαδή μια ομαλή και στοργική σχέση. Βέβαια στα πλαίσια που μπορούμε να σκεφτούμε έναν έφηβο».


Κατά την αντεξέταση του υπεβλήθη ότι ο λόγος που η παραπονούμενη άδραξε την ευκαιρία όταν ο ίδιος της εισηγήθηκε τα περί σεξουαλικής παρενόχλησης, ήταν για να διορθώσει τη σχέση της με τους γονείς της. Σε ό,τι αφορά ειδικά τη διόρθωση της σχέσης ο Μ.Κ. 9, ανέφερε:

 

«Η σχέση με τους γονείς της, όπως σας ανέφερα και το ανέφερα πολλάκις κατά την ακροαματική διαδικασία, είχε αποκατασταθεί πριν από την άρση απορρήτου, πριν το παιδί αναφέρει όλα όσα γράφω ότι μου έχει αναφέρει. Για κάποιον λόγο επιμένετε ότι αυτό έχει γίνει αργότερα. Ταυτόχρονα, εσείς αναφέρετε και παρερμηνεύετε ότι υπάρχει εδώ μια αρνητική σημασία, την οποία εγώ δεν ενθυμούμαι να έχω αναφέρει, διότι εγώ ανέφερα ότι ήταν στο επίκεντρο της προσοχής των γονέων της. Εσείς πού ακριβώς στοιχειοθετείτε αυτό το οποίο μου λέτε; Δηλαδή αντιλαμβάνομαι ότι είμαστε σε ένα Δικαστήριο, αλλά τι είναι αυτό το οποίο σας επιτρέπει να τοποθετηθείτε αρχικά μια σοβαρή αλλοίωση της προσωπικότητάς μου, κατά δεύτερο, κατά δεύτερο, μια σοβαρή αλλοίωση της πραγματικότητας και κατά τρίτο, μια πλάνη απέναντι στη δικαιοσύνη με σκοπό να μην εμφανιστεί η αλήθεια; Εξηγήστε το αυτό».


Ούτε και ο Μ.Κ.9 αμφισβητήθηκε σε σχέση με τα ανωτέρω, τα οποία μάλιστα συμπλέουν με τη θέση της παραπονούμενης, της μητέρας της (Μ.Κ.4) και της Μ.Κ.3. Επί του προκειμένου αποτελεί διαπίστωσή μας ότι κατά τον χρόνο της αποκάλυψης, δηλαδή την 14/05/2021, οι σχέσεις της παραπονούμενης με τους γονείς της είχαν ήδη βελτιωθεί, συγκριτικά πάντα με το προηγούμενο χρονικό διάστημα, όταν δηλαδή έφευγε από το σπίτι τα βράδια και επικρατούσε συγκρουσιακό περιβάλλον.


Εκ των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι η τεθείσα υποβολή είναι μετέωρη πραγματικού υποβάθρου, εφόσον απάδει των πραγματικών γεγονότων ως έχουν διαπιστωθεί και είναι αυτός πρόσθετος λόγος απόρριψής της. Ως εκ των πιο πάνω, αποτελεί διαπίστωσή μας πως στα μάτια της ανήλικης παραπονούμενης, ευλόγως η αποκάλυψη φαινόταν Γολγοθάς, εφόσον θα έχανε τον χορό που αγαπούσε, αλλά ακόμα και το καράτε που την έκανε να νιώθει περήφανη. Εντέλει, διαπιστώνουμε ότι κατ’ εκείνο τον χρόνο (14/05/2021) δεν είχε λόγο να διορθώσει τις σχέσεις της με τους γονείς της, εφόσον αυτές είχαν ήδη αρχίσει να βελτιώνονται από προηγουμένως.

 

Προτού όμως εγκαταλείψουμε τούτη τη πτυχή της διερεύνησης σημειώνουμε και το εξής· η υπεράσπιση εξέτασε και το κατά πόσον η συμπεριφορά της παραπονούμενης οφείλετο στην επιζήτηση προσοχής. Εντούτοις αντίθετα είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η Μ.Κ.3 ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «…δεν νιώθω ότι είναι την προσοχή των γονιών της που επιδίωκε. Αντίθετα, δεν ήθελε την προσοχή των γονιών της». Ανάλογη ερώτηση υπεβλήθη και στη Μ.Κ.4, εν προκειμένω κατά πόσον κάποιος ειδικός τους ανέφερε ότι οι αυτοκτονίες ήταν προσπάθεια της παραπονούμενης να αναζητήσει την προσοχή τους και απάντησε αρνητικά. Δεν της υπεβλήθη εντούτοις ότι αυτό είναι που ανέφερε στη Μ.Υ.1, όπως η τελευταία υποστήριξε και συνεπώς η θέση που δεν υπεβλήθη δεν επιτρέπεται να καρποφορήσει. Πέραν όμως αυτού, η Μ.Κ.4 με πηγαίο ύφος πρόσθεσε ότι· «Εάν ήταν, δεν είμαι ψυχολόγος και εάν ήταν και ήθελε προσοχή από εμένα, σημαίνει κατά τη γνώμη μου δεν ήταν προσοχή, ήταν S.O.S. "βοήθα με".  Αυτό δεν ήταν προσοχή για εμένα.  Εγώ μιλάω σαν μάνα.  Οπότε σημαίνει μου έλεγε "βοήθεια, αλλά δεν ξέρεις πώς".  Αλλά δεν θυμάμαι να μου έλεγε, εγώ δεν μπορώ να πω ότι είναι προσοχή, για εμένα ήταν "βοήθεια, πνίγομαι και εσύ δεν το ξέρεις και δεν το βλέπεις", δηλαδή "άφησες τον εχθρό να μπει στο σπίτι μου και εσύ κοιμάσαι πάνω σου", κάπως έτσι».

 

Οι ανωτέρω τοποθετήσεις των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 δεν παρέμειναν απλώς αναμφισβήτητες. Συνάδουν εμμέσως με την εναντιωματική συμπεριφορά της παραπονούμενης για την οποία έκανε λόγο ο Μ.Κ.9. Όπως εξήγησε, η  συμπεριφορά της παραπονούμενης συνίστατο σε εναντίωση «απέναντι στις φιγούρες εξουσίας», μεταξύ αυτών και οι γονείς της και πρόσθεσε ότι ακριβώς αντίθετη ήταν η στάση της παραπονούμενης. Εν προκειμένω είχε τόσο πολύ το ενδιαφέρον των γονέων της «που προσπαθούσε να κάνει πράγματα ώστε να στρέψει το ενδιαφέρον των γονέων της μακριά». Εκ της ανωτέρω αναμφισβήτητης μαρτυρίας προκύπτει πως η συμπεριφορά της παραπονούμενης δεν αφορμάτο από επιζήτηση προσοχής από οιονδήποτε και δη από τους γονείς. Αυτή είναι και η διαπίστωσή μας.


Πέραν των ανωτέρω, η υπεράσπιση θέλει σε αυτήν ακριβώς την πτυχή της υπόθεσης σημαίνοντα ρόλο να διαδραματίζει και η αποκάλυψη ως τέτοια, δηλαδή από την παραπονούμενη προς τον Μ.Κ.9 την 14/05/2021. Όπως η μητέρα (Μ.Κ.4) έτσι και ο Μ.Κ.9 αμφισβητήθηκαν εντόνως σε σχέση με την αποκάλυψη, εφόσον η υπεράσπιση θέλει τον Μ.Κ.9 να είναι το πρόσωπο που «σέρβιρε» τη σεξουαλική κακοποίηση στην παραπονούμενη κατόπιν της επιμονής της Μ.Κ.4 ότι κάτι συμβαίνει με την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο.


Καταρχάς, να υποδείξουμε πως τα μέχρι στιγμής διαπιστωθέντα, είτε αναφορικά με την ποιότητα της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης (τεκμήρια 4 και 5), είτε σε σχέση με την υποβολή της υπεράσπισης περί ευκαιρίας να διορθώσει τη σχέση της με τους γονείς της, θέση η οποία απερρίφθη, καθιστούν πλέον επουσιώδη αυτή την πτυχή της διερεύνησης και τα συναφή νομικά συνεπακόλουθα που διατείνεται η υπεράσπιση, εφόσον η διαπίστωση πως η ποιότητα της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης πόρρω απέχει από υποβολιμαία και ευκαιριακή θέση, δεν επηρεάζεται και ούτε αλλοιώνεται από τα διαμειφθέντα μεταξύ παραπονούμενης και Μ.Κ.9 στη συνάντηση της 14/05/2021. Σε κάθε όμως περίπτωση κρίνουμε σκόπιμο να τοποθετηθούμε και γι' αυτό το ζήτημα που η υπεράσπιση διερεύνησε εκτενώς.

 
Ο Μ.Κ.9 δεν αμφισβητήθηκε για την πραγματογνωμοσύνη του, ούτε επί αμιγώς επιστημονικών ζητημάτων. Η αμφισβήτηση τούτου από την υπεράσπιση εστιάστηκε στην υποβολή που ανωτέρω παραθέσαμε και συσχετίστηκε με τα όσα έθεσε εγγράφως στην αναφορά του προς την αστυνομία, δηλαδή το τεκμήριο 43.


Επιβάλλεται να αναφέρουμε πως η μαρτυρία του Μ.Κ.9 ήταν καθηλωτική. Απλή και μόνο ανάγνωση τούτης επιμαρτυρεί ότι πρόκειται για πραγματογνώμονα που έχει κατακτήσει υψηλότατες κορυφές της επιστήμης του. Η μαρτυρία του διέπεται από συνέπεια, είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και πλούσια σε λεπτομέρειες.


Αποτέλεσε σημείο τριβής η τοποθέτηση του μάρτυρα ότι στο τεκμήριο 43 μεταφέρεται αφιλτράριστο το περιεχόμενο των όσων η παραπονούμενη του ανέφερε. Εντούτοις ο μάρτυρας εξήγησε πως με αυτό εννοεί χωρίς ο ίδιος να αποτιμά τι είναι σημαντικό και τι όχι, και πρόσθεσε ότι σε περίπτωση αφήγησης από ένα παιδί ή έφηβο συμβάντος σεξουαλικής κακοποίησης, δεν τίθενται κλειστού τύπου ερωτήσεις, παρά μόνο παρακινείται να προχωρήσει με φράσεις «χμ, μίλησε μου γι' αυτό», «εξήγησε μου το καλύτερα» και «πώς το εννοείς». Λόγω του ότι στην κυρίως εξέταση ο Μ.Κ.9 ανέφερε πως η παραπονούμενη του δήλωσε ότι «δεν υπήρξε διείσδυση» και ήταν η θέση του πως αυτό εννοούσε με την αναφορά στο τεκμήριο 43 ότι «αρνήθηκε σεξουαλικής κακοποίησης», αντεξετάστηκε εκτενώς σε σχέση με τις καταγραφές του τεκμηρίου 43.


Έχουμε εξετάσει επισταμένα το σύνολο των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 43. Το πρώτο που σημειώνουμε είναι την παρανόηση της θέσης του Μ.Κ.9 περί αφιλτράριστης καταγραφής. Όπως εξήγησε και αποδεχόμαστε, η συγγραφή γίνεται από τον ίδιο, όχι όμως αυτολεξεί αλλά περιφραστικά, δηλαδή ορισμένες λέξεις ανήκουν στον ίδιο «ως συγγραφέα». Τα ανωτέρω εφαρμόζονται χωρίς επηρεασμό του αφηγήματος, δηλαδή χωρίς επιλογή από τον ίδιο βάσει υποκειμενικής εκτίμησης τι εστί σοβαρό από την αφήγηση και χωρίς καθοδήγηση. Εντέλει, όπως περαιτέρω εξήγησε ο Μ.Κ.9, αρχικά μετέβη σε αστυνομικό σταθμό για καταγγελία και ακολούθως ετοίμασε το τεκμήριο 43, θέση η οποία επιβεβαιώνει, τουλάχιστον εμμέσως, τον ισχυρισμό του, ότι στο τεκμήριο 43 δεν μετέφερε αυτολεξεί τα όσα η παραπονούμενη του ανέφερε.


Σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 43 σε συνδυασμό με την προφορική μαρτυρία του Μ.Κ.9, δεν δικαιολογεί την εισήγηση της υπεράσπισης. Ο Μ.Κ.9 δήλωσε στο Δικαστήριο πως η παραπονούμενη του έλεγε ότι η σχέση της με τον προπονητή της ήταν πάρα πολύ καλή και στοργική, ότι την κατανοούσε και εξ όσων είχε αντιληφθεί αυτή η σχέση είχε ποιότητες πατρικές. Μάλιστα τον θαύμαζε και αναφερόταν σε αυτόν με τα θετικότερα λόγια. Επίσης, στο τεκμήριο 43 κατέγραψε ότι η παραπονούμενη αρνήθηκε σεξουαλικής κακοποίησης, αισθάνετο ενοχή και δεν γνώριζε αν είναι σωστό ή όχι αυτό που ισχυρίστηκε ότι της έκανε ο προπονητής της. Εντέλει στο περιεχόμενο τούτου παρατηρούνται διαφορές από τη μαρτυρία της παραπονούμενης, έστω επουσιώδεις, όπως η αναφορά σε τάε κβον ντο, καθώς και στον χρόνο διάπραξης συμβάντων, ενώ και οι λεπτομέρειες που άπτονται της σεξουαλικής κακοποίησης είναι περιορισμένες και αδρομερώς καταγεγραμμένες.


Εκ της λογικής μπορεί να ειπωθεί ότι τα στοιχεία που εντοπίζονται στο τεκμήριο 43 και ανωτέρω περιγράφηκαν, δεν αποτελούν συστατικά μιας συνωμοσίας, όπως ουσιαστικά είναι η υποβολή της υπεράσπισης που θέλει την αποκάλυψη της παραπονούμενης να οφείλεται στο «σερβίρισμα» της σεξουαλικής κακοποίησης από τον Μ.Κ.9. Σε τέτοια περίπτωση ο Μ.Κ.9 δεν θα κατέγραφε στην αναφορά του (τεκμήριο 43) και ούτε στη συνέχεια θα μετέφερε στο Δικαστήριο, τα θετικά λόγια της παραπονούμενης για τον κατηγορούμενο. Και ούτε περαιτέρω θα περιέγραφε τα συμβάντα αδρομερώς, αλλά ειδικώς και στοχευμένως κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσε την κατάθεση της παραπονούμενης και τελικώς δεν θα παρατηρούνταν διαφορές μεταξύ της μαρτυρίας των δύο (παραπονούμενης και Μ.Κ.9), όπως είναι η αναφορά στον χρόνο κακοποίησης και το είδος της πολεμικής τέχνης. Τα ανωτέρω στοιχεία από τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 δεν συνάδουν με συνωμοσία, αλλά αντιθέτως δεικνύουν γνήσιο τρόπο μεταφοράς των όσων η παραπονούμενη του δήλωσε, είτε θετικά είτε αρνητικά και ενδυναμώνουν παρά να αποδυναμώνουν τη γνησιότητα της μαρτυρίας του, αποκλείοντας ως εκ τούτου τον ισχυρισμό περί υποβολιμαίας εισήγησης του ιδίου προς την παραπονούμενη.


Πέραν όμως αυτών των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της μαρτυρίας του Μ.Κ.9, τα οποία απορρίπτουν την εισήγηση περί σερβιρίσματος, η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η αντίληψη της μητέρας της παραπονούμενης (Μ.Κ.4) πως κάτι συμβαίνει μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου, περάστηκε κατά τον αυτό τρόπο, δηλαδή ως ζήτημα σεξουαλικό, στον Μ.Κ.9 και πολύ περισσότερο ότι τελικώς έγινε αντιληπτή από τον τελευταίο ως τέτοια.


Προτού όμως υπεισέλθουμε σε αυτή την πτυχή, δέον είναι να παρεμβάλουμε και τα όσα η Μ.Κ.4 ανέφερε, είτε ως σκέψεις είτε ως ενέργειες που έκανε πριν τη συνάντηση με τον Μ.Κ.9, η οποία σκοπό είχε να πληροφορηθεί την πορεία της θυγατέρας της, ώστε να διαφανεί η νοητική της κατάσταση τη δεδομένη στιγμή. Επ’ αυτού η Μ.Κ.4 ξεδίπλωσε λεπτομερώς το σύνολο των σκέψεων αλλά και των ενεργειών της, μεταφέροντας κάθε μύχιο προβληματισμό της και τελικώς το μητρικό ένστικτό της. Είμαστε της γνώμης ότι δεν δικαιολογείται η εισήγηση της υπεράσπισης πως η Μ.Κ.4 παραγνώρισε άλλα προβλήματα που κατά τον ίδιο χρόνο ταλαιπωρούσαν την παραπονούμενη, όπως ήταν τα ναρκωτικά και η προβληματική σχέση που είχε με τον τότε φίλο της και ότι έστρεψε την προσοχή της αποκλειστικά στον κατηγορούμενο και εντέλει επιχείρησε να επιβεβαιώσει την ορθότητα της υποψίας που εξέφρασε στον σύζυγό της. Όπως εξήγησε και δεν αμφισβητήθηκε, σε πρώτη φάση ο σύζυγός της (Μ.Κ.8) μετέβη στο σχολείο και μίλησε με τον διευθυντή. Ακολούθως, τον Οκτώβριο του 2020 μετέβηκε και η ίδια στο σχολείο και είπε στον διευθυντή ότι επιθυμούσε να του πει τις υποψίες της «γιατί είναι αλλαγμένο το παιδί μου». Αναφέρθηκε σε τάσεις φυγής που τότε παρουσίαζε η παραπονούμενη, η οποία δεν ήθελε να πηγαίνει στο σχολείο, ένα σχολείο το οποίο η ίδια επέλεξε και ζήτησε να πάει εκεί και επίσης, δεν μιλούσε με τον πατέρα της, με τον οποίο προηγουμένως είχε άριστη σχέση και επικοινωνία ακόμα και στις περιπτώσεις που διαφωνούσε με την ίδια (δηλαδή τη μητέρα-Μ.Κ.4). Και αυτό έχοντας ως δεδομένη την πτωτική πορεία στην απόδοση της παραπονούμενης, η οποία στο γυμνάσιο ήταν αριστούχος. Ένεκα αυτής της συνάντησης που είχε στο σχολείο, ο διευθυντής διευθέτησε την ανάθεση ψυχολόγου και είναι συνεπεία τούτου που κατέληξαν στον Μ.Κ.9. Με γλαφυρότητα πρόσθεσε ότι πλησίαζε οποιονδήποτε ξέρει κάτι. Και είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο που πλησίασε τη φίλη της παραπονούμενης ονόματι Σ. και όπως μάλιστα ανέφερε, της έδινε χρήματα για να της λέει τον κωδικό του τηλεφώνου της παραπονούμενης. Επίσης σε αυτό πλαίσιο προσέγγισε και τον κατηγορούμενο. Εντούτοις σταθερή θέση της Μ.Κ.4 ήταν πως ο κατηγορούμενος δεν την ενημέρωνε και μάλιστα αυτή η αναφορά της, επαναλαμβανόμενη και συσχετιζόμενη με περισσότερα του ενός περιστατικά (άλλοτε όταν διαπίστωσε ότι σε δύο περιπτώσεις απουσίαζε από τη σχολή και άλλοτε όταν πληροφορήθηκε από τη Σ. ότι την παρέλαβε από το σπίτι της και την οδήγησε σε τόπο που οι ίδιοι δεν γνώριζαν και χωρίς την άδειά τους), δεν έτυχε αμφισβήτησης και ούτε της υπεβλήθη η θέση που εκ των υστέρων εξέφρασε ο κατηγορούμενος, δηλαδή ότι είναι σε συνεννόηση με την ίδια που έπαιρνε την παραπονούμενη όπου ήθελε ή ακόμη ότι είχε επικοινωνία μαζί της. Αντίθετη εν προκειμένω είναι και επ’ αυτού η διαπίστωσή μας, προκύπτουσα από την αναμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Κ.4 που θέλει τον κατηγορούμενο να μην συνεργάζεται μαζί της και να μην της τηλεφωνεί. Πέραν των ανωτέρω ενεργειών της Μ.Κ.4, σχετική είναι και η μετάβασή της στη σχολή του κατηγορούμενου σε δύο περιπτώσεις προς αναζήτηση της θυγατέρας της, όπως επίσης η παρακολούθηση του τηλεφώνου της, και εξήγησε εν προκειμένω πως ο λόγος για τον οποίο ήλεγχε το τηλέφωνο της θυγατέρας της ήταν για να αναχαιτίσει την όποια επικοινωνία με τον προμηθευτή ναρκωτικών, εφόσον οι ενέργειες του διευθυντή του σχολείου είχαν ήδη αποκλείσει την πιθανότητα προμήθειας ναρκωτικών από εκείνο το περιβάλλον και παρόλα ταύτα η παραπονούμενη προμηθεύτηκε ναρκωτικά. Άρα, συνέχισε η Μ.Κ.4, η επικοινωνία επιτεύχθηκε τηλεφωνικώς και αυτός ήταν ο λόγος παρακολούθησης του τηλεφώνου. Δεν παραλείπουμε ακόμη ότι ως γονείς επέβαλαν στην παραπονούμενη να διακόψει τη σχέση της με τον πρώην φίλο της και προσθέτουμε επίσης το γεγονός πως η Μ.Κ.4 τα βράδια κοιμόταν μαζί με την παραπονούμενη, ώστε να αποκλείσει την πιθανότητα φυγής της κατά τη διάρκεια της νύκτας. Περιπλέον, ενδεικτικός είναι και ο περίτεχνος τρόπος με τον οποίο η Μ.Κ.4 προέβη σε τεστ ναρκωτικών ουσιών, δράττοντας δηλαδή την ευκαιρία σε μία περίπτωση που η παραπονούμενη δεν χρησιμοποίησε το καζανάκι. Όλα τα ανωτέρω αποκαλύπτουν το σύνολο των ανησυχιών της Μ.Κ.4, καθώς και των ενεργειών που επακολούθησαν και αν κάποιο συμπέρασμα εξάγεται από αυτά, είναι πως η προσοχή τούτης ήταν στραμμένη προς πάσα κατεύθυνση που είχε να κάνει με τη θυγατέρα της. Και οι ανωτέρω ενέργειες και σκέψεις, εν πολλοίς αναμφισβήτητες, υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται διαπιστώσεις τούτου.

 

Όσο δε για τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία έκαναν τη Μ.Κ.4 να υποψιαστεί τον κατηγορούμενο, γλαφυρώς και πάλι επεξηγήθηκαν από αυτή, εν προκειμένω η μεταφορά στη Σταυρού χωρίς να το γνωρίζουν, καθώς και η στιχομυθία που είχε η παραπονούμενη με τον πρώην φίλο της την οποία κρυφάκουσε η Μ.Κ.4. Εκεί ο φίλος επέδειξε κατανόηση στο ότι η παραπονούμενη δεν μπορούσε να συναντηθεί μαζί του και ακολούθως αποκάλεσε τον κατηγορούμενο «πορνόγερο». Αυτή ήταν η πρώτη στιγμή που της γεννήθηκε η υποψία, ενώ το επόμενο συμβάν το οποίο αναζωπύρωσε τούτη την υποψία, ήταν τα μηνύματα και το τηλεφώνημα που εντόπισε στο κινητό της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο και παράλληλα, το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν ανταποκρίθηκε στα καλέσματα. Εν ολίγοις αυτό είναι το πραγματικό πλαίσιο που είχε κατά νου η Μ.Κ.4, όταν τη 10/05/2021 είχε συνάντηση με τον ψυχολόγο της κόρης της.

 

Σε ό,τι τώρα αφορά τη συζήτηση μεταξύ Μ.Κ.4 και Μ.Κ.9, υποδεικνύουμε ότι η Μ.Κ.4 δήλωσε ότι δεν είπε στον Μ.Κ.9 ακριβώς ερωτικά, αλλά «θέλω να δεις τι γίνεται αυτό». Συγκεκριμένα ανέφερε:

 

                     «Ξανατονίζω, εσείς αλλιώς ρωτάτε, αλλιώς αντιλαμβάνομαι εγώ.  Ξανά ίσως να εκφράζω.  Του είπα "το puzzle, όλοι που με βοήθησαν, τα πάντα, είμαι μάνα και έχω ένα ένστικτο και ίσως πρέπει να δεις τι γίνεται με συγκεκριμένο άτομο.  Γιατί ο συγκεκριμένος την παίρνει, τη φέρνει, της στέλνει μηνύματα, το και το και το".  Δεν του είπα είμαι άρρωστη, αλλιώς ακούγεται.  Του είπα "κοίταξε το, γιατί μετά από σειρά γεγονότων τι έγινε και μήνυμα που δεν έπρεπε να το κάνει, να την πάρει, να τη φέρει, δεν έπρεπε να το κάνει", του είπα "κοίταξε το"». 

 

 

Δεν έχουμε αμφιβολία, λόγω των ενεργειών της Μ.Κ.4 ως ανωτέρω παρατέθηκαν αλλά και της υποψίας που είχε ήδη εκφράσει στον Μ.Κ.8, ότι αυτό που προφανώς είχε στο μυαλό της την 10/05/2021 όταν είχε συνάντηση με τον Μ.Κ.9 για να πληροφορηθεί την πορεία της παραπονούμενης, ήταν η τυχόν σχέση του κατηγορούμενου με τη θυγατέρα της. Αυτή εν προκειμένω ήταν η υποψία της Μ.Κ.4, δηλαδή ότι κάτι ερωτικό συνέβαινε. Εντούτοις τα ανωτέρω δεν οδηγούν και στο συμπέρασμα ότι αυτήν την υποψία τη μετέφερε στον Μ.Κ.9 κατά τον αυτό τρόπο και περαιτέρω, ότι έγινε αντιληπτή τοιουτοτρόπως. Η θέση της Μ.Κ.4 ότι «Δεν του είπα ότι είμαι άρρωστη», συμπυκνώνει ομολογουμένως τη διστακτικότητά της να εκφραστεί ελεύθερα προς τον Μ.Κ.9. Και αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι ακόμη και ο σύζυγός της την αποπήρε όταν του εξέφρασε τη σκέψη της και της ανέφερε ότι είναι αρρωστημένο, θεωρώντας τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζαν από τότε που η παραπονούμενη ήταν 6 ετών, ως δεύτερό της πατέρα. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.9 ανέφερε, και επ’ αυτού δεν αμφισβητήθηκε πως όταν η Μ.Κ4 του ανέφερε τα όσα φαίνονται στο τεκμήριο 25, την κάλεσε να προσδιορίσει τι εννοεί και η μητέρα του απάντησε πως· «φοβούνταν ότι η Ι.Ν. έκανε κάτι απέναντι στον προπονητή της, το οποίο θα ήταν απρεπές».  Είναι συνεπεία όλων των ανωτέρω που η Μ.Κ.4, δεν εκφράστηκε με καθαρότητα στον ψυχολόγο, φοβούμενη μη τυχόν παρεξηγηθεί («είμαι άρρωστη») και γι’ αυτόν τον λόγο συγκάλυψε τη θέση της, ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο να εκτεθεί εκ νέου, αυτή τη φορά όχι έναντι του συζύγου της, αλλά του Μ.Κ.9.


Τα ανωτέρω, προερχόμενα από τη Μ.Κ.4, συνάδουν, εμμέσως και με τα αναφερόμενα από τον Μ.Κ.9, ο οποίος υποστήριξε συναφώς ότι:


«Αυτό είναι παρερμηνεία των όσων λέω. Επαναδιατυπώνω. Αν είχα την οποιαδήποτε υπόνοια ότι στα λεγόμενά της υπήρχε κάτι που να με παραπέμπει σε σεξουαλικό, σε σεξουαλικής φύσης ζήτημα, θα προέβαινα σε άρση απορρήτου και θα πήγαινα στην αστυνομία. Αυτό δεν έχει να κάνει με τις λέξεις που ή η μητέρα της ασθενούς ή η κάθε μαμά θα χρησιμοποιούσε. Είτε μου έλεγε "συμβαίνει" και "παίζει", δεν θα με έκανε αυτό από μόνο του να σκεφτώ, ιδιαίτερα όταν ο συνομιλητής μου, μου αποσαφηνίζει τον λόγο του τι συμβαίνει. Να σας υπενθυμίσω γενικά ότι η κυρία Τ.Χ. είναι ξενικής καταγωγής, θυμάμαι από τη Μολδαβία, η πρώτη της γλώσσα είναι η ρωσική και παρότι ότι μιλάει πολύ καλά τα ελληνικά, παρόλα αυτά, κάποιες λεξούλες, αμμ...μπορεί να τις χρησιμοποιεί διαφορετικά. Αλλά όποιες λέξεις και να είχε χρησιμοποιήσει, δεν με παρέπεμψαν ότι υπήρχε υπόνοια για ζητήματα σεξουαλικής φύσεως και ταυτόχρονα, επαναδιατυπώνω, μου εξήγησε ότι φοβούνταν, επειδή γνωρίζει την παρελθούσα συμπεριφορά της κόρης της, ότι μπορεί να έκανε κάτι στον προπονητή της. Δηλαδή να του αντιμίλησε, να τον αποτίμησε».


Ούτε και για τα ανωτέρω διατηρούμε αμφιβολία για την ορθότητά τους. Είναι γεγονός ότι η παραπονούμενη είχε παρουσιάσει στο παρελθόν εναντιωματική συμπεριφορά, όπως ήταν το επεισόδιο με τη δασκάλα χορού έναν μήνα προηγουμένως (14/04/2021) και ως εκ τούτου ευλόγως ο Μ.Κ.9 έστρεψε το μυαλό του σε αυτό, εφόσον μάλιστα τα αναφερόμενα από τη Μ.Κ.4, όπως και η ίδια εξήγησε, του τέθηκαν με εύσχημο τρόπο και χωρίς τη χρήση των λέξεων «παίζει» ή «συμβαίνει», που θα τον παρέπεμπαν σε ζήτημα σεξουαλικής φύσης. Αντιθέτως, οι απαντήσεις της Μ.Κ.4 ρητώς αποκαλύπτουν ότι δεν είναι αυτό που του ανέφερε. Και όπως αναφέραμε, αυτή η θέση της εξηγείται από τις περιβάλλουσες περιστάσεις, δηλαδή το γεγονός ότι ο σύζυγός της (Μ.Κ.8) την αποπήρε και της είπε ότι έχει αρρωστημένο μυαλό και τις πειστικές εξηγήσεις που η ίδια έδωσε, δηλαδή ότι δεν του είπε ακριβώς αυτό, αλλά «κοίταξε το».

 

Εκ των ανωτέρω διαπιστώνουμε ότι προφανώς και εκείνο που η Μ.Κ.4 είχε στο μυαλό της την 10/05/2021 όταν μίλησε με τον Μ.Κ.9, ήταν τυχόν σεξουαλική κακοποίηση της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο, εντούτοις δεν είναι αυτό που του έθεσε αλλά στρογγύλεψε τα λόγια της και τον κάλεσε να ερευνήσει τη σχέση μεταξύ τους και δικαίως ο ψυχολόγος αντιλήφθηκε τυχόν απρεπή συμπεριφορά της παραπονούμενης, εφόσον ένας εκ των λόγων της παρακολουθήσεως τούτης, ήταν και η εναντιωματική συμπεριφορά της.

 

Όπως υποδείξαμε ουσιαστική θέση της υπεράσπισης ήταν πως ο Μ.Κ.9 είναι εκείνος που εισηγήθηκε τη σεξουαλική κακοποίηση στην παραπονούμενη. Για τη σχετική θέση έναυσμα αποτέλεσε η δήλωση της παραπονούμενης στην κατάθεσή της όταν ερωτήθηκε τι έγινε στον ψυχολόγο (τεκμήριο 5, σελ. 8, γρ. 3 έως 7), όπου απάντησε ότι ο ψυχολόγος τη ρώτησε «επειδή είσιεν κάτι υποψίες». Στο Δικαστήριο η παραπονούμενη ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε επ’ αυτού, πως η ανωτέρω δήλωσή της οφείλεται σε πληροφόρηση που έλαβε από τη μητέρα της εκ των υστέρων της συνεδρίας που είχε με τον Μ.Κ.9 την 14/05/2021. Εν προκειμένω της αναφέρθηκε ότι η Μ.Κ.4 είχε μιλήσει με τον Μ.Κ.9, εντούτοις δεν της είχε λεχθεί ποιο ήταν το περιεχόμενο τούτης της συζήτησης, όπως ούτε εάν έγινε κατ’ ιδίαν ή μέσω τηλεφώνου. Με δεδομένο ότι η σχετική θέση δεν αμφισβητήθηκε, αλλά αντιθέτως χρησιμοποιήθηκε από την υπεράσπιση, την αποδεχόμαστε και καθίσταται διαπίστωση του Δικαστηρίου.

 

Η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με ποιον ακριβώς τρόπο ξεκίνησε η συζήτηση με τον Μ.Κ.9. Για εκείνο που ήταν όμως σίγουρη, είναι πως δεν πήγε από μόνη της να αναφέρει στον Μ.Κ.9 το συμβάν. Ούτε και θυμάται αν είχαν συζητήσει προηγουμένως κάτι ανάλογο, προσθέτοντας μάλιστα «…ή αν είσιε κάποιο περιστατικό που άκουσα τζιαι απλά εσυζητήσαμεν το. Εν θυμούμαι, επειδή εν ήταν κάτι έντονο για να το θυμούμαι». Ήταν όμως κάθετη ότι δεν της το εισηγήθηκε ο Μ.Κ.9, επειδή δεν τη ρώτησε αν γίνεται τούτο. Και αυτό το επανέλαβε και στη συνέχεια.

 

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, το σύνολο της μαρτυρίας της παραπονούμενης, συνδυασμένο βεβαίως και με την εικόνα που είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε εντός Δικαστηρίου, δεν μας αφήνει αμφιβολία για την ειλικρίνειά της. Και επί του προκειμένου ίδια είναι η εντύπωση που αποκομίσαμε. Ασχέτως ότι η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει την όλη συζήτηση, παρέμεινε σταθερή στη θέση της πως δεν είναι η ίδια που άνοιξε τούτη και επίσης, τυχόν άλλο ζήτημα που είχε παρακολουθήσει στην τηλεόραση δεν ήταν κάτι έντονο. Τα ανωτέρω αποκαλύπτουν ότι ουδόλως επιχείρησε να προσαρμόσει τις θέσεις της κατά τρόπο που να διευκολύνουν την εκδοχή της. Και επ’ αυτού διατήρησε την ίδια καθαρότητα και ειλικρίνεια στον λόγο της, ασχέτως ότι αυτή η γραμμή υπεράσπισης ήταν εμφανώς σε βάρος της, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε προς τον σκοπό ανάδειξης της υποβολιμαίας θέσης, ως αρχικώς της είχε τεθεί. Εντούτοις, τα όσα ανωτέρω παραθέσαμε συνάδουν και με την άλλη θέση της ότι δεν ήθελε να προβεί στην αποκάλυψη, λόγω ακριβώς των όσων ανωτέρω διαπιστώσαμε. Απλώς όταν ερωτήθηκε από τον Μ.Κ.9 κάτι σχετικό (χωρίς να είναι σε θέση να θυμηθεί τι επακριβώς), διερχόμενη μέσα από την πληθώρα των συναισθημάτων που την κυρίευσαν και είχαν ως ανωτέρω διαπιστώσαμε, απάντησε στον ψυχολόγο. Αυτή η θέση κρίνουμε ότι αποδίδει την πραγματική εικόνα.

 

Πέραν όμως των απαντήσεων της παραπονούμενης τη δική της σημασία έχει και η σχετική τοποθέτηση του Μ.Κ.9 στην υποβολή που του τέθηκε. Ανέφερε ότι:

 

«Αυτό που μόλις ακούσαμε, τη θέση του κυρίου, είναι για εμένα είναι μεγάλο ψέμα. Δεν είναι πραγματικότητα και δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα. Η αλήθεια είναι ότι, όπως σας έχω αναφέρει από την αρχή της κατάθεσής μου, σε προγραμματισμένο ραντεβού η μαμά της Ι.Ν. μου ανέφερε ότι κάτι συμβαίνει με τον προπονητή. Το "συμβαίνει" εκ του συμβάντος, κάτι δηλαδή της πήγε στο μυαλό ότι κάτι έκανε η Ι.Ν. στον προπονητή και θυμίζω το πόσο σημαντική ήταν η σχέση για τους γονείς της Ι.Ν, η σχέση της ίδιας με τον προπονητή, διότι ήταν, όπως σας είπα, πατέρας, καθοδηγητής, έκαναν μαζί αγώνες. Ουδέποτε μου ανέφερε κάτι τέτοιο η μητέρα της Ι.Ν. Εάν οποιοσδήποτε γονέας μου ανέφερε κάτι τέτοιο, δεν θα το έκανα. Δεν θα έβαζα λόγια ποτέ στο...στο στόμα ενός παιδιού. Για πολλούς ηθικούς και δεοντολογικούς λόγους. Δουλεύω με παιδιά εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ταυτόχρονα, δεν είχα προσωπικό κίνητρο. Ταυτόχρονα, αυτό το οποίο εμένα με ενδιέφερε δεν ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας. Εγώ ακούω την υποκειμενική εμπειρία του ατόμου και δουλειά μου είναι, όπως ανέφερα στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας σήμερα, να βρίσκομαι εκεί θεραπευτικά για τον άλλο, όχι να είμαι ένας ντετέκτιβ, ο οποίος ψάχνει να βρει ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα. Ούτε η Ι.Ν. όπως από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας έχω αναφέρει, είχε υποβολιμότητα. Κλινικός όρος που αναφέρεται στο ότι μπορείς να την κινήσεις προς τα όπου θες εσύ. Οπότε, διαφωνώ κάθετα με τη θέση σας. Τη θεωρώ αβάσιμη, ανεδαφική, αντιεπιστημονική και ανήθικη».

 

Και είναι τα ανωτέρω πράγματι ορθά. Ο Μ.Κ.9 δεν είχε κάποιο συμφέρον να εξυπηρετήσει. Η παραπονούμενη ήταν ήδη ασθενής του για κάποιο διάστημα και μάλιστα η πορεία της βελτιωνόταν, υπό την έννοια ότι οι σχέσεις τούτης με τους γονείς της είχαν ήδη βελτιωθεί και η ίδια είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης και τέλος, παρακολουθείτο ήδη από ψυχίατρο, στον οποίο μάλιστα την παρέπεμψε ο Μ.Κ.9, για χρονικό διάστημα πέραν των τριών μηνών. Από την άλλη, τα θετικά λόγια της παραπονούμενης για τον κατηγορούμενο, τα οποία ο Μ.Κ.9 μετέφερε στο Δικαστήριο, δεν δικαιολογούν τη στάση που του καταλογίστηκε. Αν αυτός ήταν που υπέβαλε τη σχετική θέση στην παραπονούμενη, δεν θα την ακύρωνε δια της αναφοράς των θετικών στοιχείων του κατηγορούμενου, αποδίδοντας τούτα μάλιστα στην παραπονούμενη. Αντιθέτως θα τα αποσιωπούσε. Εντέλει, η όλη παρουσία του στο Δικαστήριο, συνδυαστικά με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, ουδεμία αμφιβολία μας αφήνει για την ειλικρίνεια των όσων ανωτέρω ανέφερε.

 

Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 παρεμβάλλουμε και το εξής, ως ανέκυψε κατά την αντεξέταση τούτου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε από τον Μ.Κ.9 τις σημειώσεις, που όπως ο μάρτυρας ανέφερε κρατούσε στη συνεδρία που είχε με την παραπονούμενη τη 14/05/2021. Σε αυτή την απαίτηση του συνηγόρου ο Μ.Κ.9 ανέφερε ότι δεν έχει τούτες τις σημειώσεις καθότι σύμφωνα με πολιτική που ακολουθεί, ανά διετία διαγράφει όλες τις σημειώσεις των ασθενών του και εξήγησε πως η σχετική νομοθεσία καθορίζει τον μέγιστο επιτρεπτό χρόνο διατήρησης τούτων των σημειώσεων και όχι τον ελάχιστο. Συνεπεία τούτης της απάντησης ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστήριξε στη αγόρευσή του πως η μη παραλαβή των εν λόγω σημειώσεων από την αστυνομία κατά τη διερεύνηση, οδήγησε σε καταστροφή μαρτυρικού υλικού και πως αυτό το ζήτημα αντίκειται πλέον των κατευθυντήριων γραμμών και κανόνων πρακτικής της Αγγλίας ABE Guidelines Cleveland Report με τίτλο Contact with Victims and Witnesses και τελικώς, παραβιάζει το δικαίωμα για δίκαια δίκη.

 

Σημειώνουμε ότι είναι με ιδιαίτερη προσοχή που εγκύψαμε στο ζήτημα και ανατρέξαμε στις κατευθυντήριες γραμμές που ο ευπαίδευτος συνήγορος επικαλέστηκε. Παρά την ιδιαίτερη σημασία των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών δεν παραλείπουμε να επαναλάβουμε το αυτονόητο, δηλαδή ότι πρόκειται για κανόνες πρακτικής και όχι νομοθετικό πλαίσιο. Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία και αξίζει να υποδειχθεί είναι πως τα όσα εκεί αναφέρονται δεν αφορούν, κυρίως, το κάθε πρόσωπο προς το οποίο ανήλικο θύμα προβαίνει σε αποκάλυψη. Η επικέντρωση των διαλαμβανομένων στις κατευθυντήριες γραμμές στοχεύει τους επαγγελματίες του κλάδου, δηλαδή την αστυνομία, την όποια παρεπόμενη υπηρεσία ψυχολογικής υποστήριξης τυγχάνει το θύμα σε χρόνο μετά την αποκάλυψη, ή ακόμη σχολεία και η σημασία τούτων, έχει να κάνει με την καθοδήγηση που παρέχουν για τη συνέντευξη θύματος. Και λέμε τούτο εφόσον οι αναφορές στις κατευθυντήριες γραμμές περί γραπτής απόδοσης της αποκάλυψης του θύματος, δεν αναμένεται από κάθε τρίτο τυχαίο πρόσωπο, είτε αυτό είναι οικογένεια είτε άλλος ειδικός που εκφεύγει του πλαισίου των κατευθυντήριων γραμμών. Πέραν τούτου όμως, πλέον αποκαλυπτικό είναι και το γεγονός πως οι κατευθυντήριες γραμμές δεν επιτάσσουν σε κάθε περίπτωση, εξαιρείται η οπτικογράφηση μαρτυρίας ανήλικου προσώπου, όπως η καταγραφή των λεχθέντων του θύματος διενεργείται ταυτοχρόνως της αποκάλυψης ή αυτολεξεί. Προς τούτο σχετική είναι η υπόθεση Re P (Sexual Abuse-finding of Fact Hearing) (2019) EWFC27, όπου επισημάνθηκε «the need for those working with children to record, as contemporaneously as possible, what the child has said has been recognised and endorsed by the courts as vital…». Και στην υπό κρίση περίπτωση αυτό είναι που έκανε ο Μ.Κ.9, εφόσον το τεκμήριο 43 φέρει ημερομηνία της επαύριον της αποκάλυψης και όπως εξήγησε, αφότου προέβη σε άρση του απορρήτου και ενημέρωσε τους γονείς, πήγε σε αστυνομικό σταθμό και κατήγγειλε το περιστατικό και ακολούθως επέστρεψε και ετοίμασε το τεκμήριο 43.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν παραγνωρίζεται ακόμη πως δεν είναι η κάθε παρατυπία σε σχέση με τις κατευθυντήριες οδηγίες, ικανή να προκαλέσει ρήγμα στο μαρτυρικό υλικό (Re JB (a child) (sexual abuse allegations) KB v. A local authority and others (2021) EWCA Civ. 46). Εντούτοις, στην προκειμένη περίπτωση ο Μ.Κ.9 παρουσιάστηκε και αντεξετάστηκε εκτενώς, με τη θέση της υπεράσπισης να είναι μάλιστα ότι εκείνος υπέβαλε τη σεξουαλική κακοποίηση στην παραπονούμενη. Περιπλέον, προσκόμισε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 43 το οποίο ετοίμασε με χρονική εγγύτητα στην εξιστόρηση των γεγονότων από την παραπονούμενη και το οποίο απέστειλε στην αστυνομία αμέσως (15/05/2021), δηλαδή έφυγε από την κατοχή του Μ.Κ.9, και είναι αυτό που δόθηκε στην πλευρά της υπεράσπισης ως μέρος του μαρτυρικού υλικού. Καθοδήγηση αντλούμε από τα λεχθέντα στην υπόθεση Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.136/2022, ημερ. 01/09/2025, όπου απασχόλησε ανάλογο ζήτημα, καθώς και την υπόθεση Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Π.Ε.5/20, ημερ. 30/07/2021. Σε αυτή δε την τελευταία υπόθεση λέχθηκε ότι:

 

«Το ερώτημα κατά πόσο ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, μετά την απώλεια ή καταστροφή σχετικού μαρτυρικού υλικού, λόγω του διαρρεύσαντα χρόνου, όπως και στην περίπτωση της μη δυνατότητας κλήσης μαρτύρων, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και επικεντρώνεται στη φύση και την έκταση του δυσμενούς επηρεασμού που προκαλείται σε αυτόν.

 

Εν προκειμένω, το βάρος, ήταν στους ώμους του εφεσείοντα να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι λόγω της απουσίας του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού και μη δυνατότητας κλήσης συγκεκριμένων μαρτύρων, υπέστη δυσμενή επηρεασμό σε βαθμό που η δίκη δεν ήταν δίκαιη».

 

Υπαγωγή των πραγματικών δεδομένων της υπό κρίση υπόθεσης στις ανωτέρω αρχές, εναργώς αποκαλύπτει ότι οι σχετικές αιτιάσεις της υπεράσπισης είναι αστήριχτες και αδικαιολόγητες. Είμαστε της γνώμης πως στην προκειμένη περίπτωση δεν επιβαλλόταν η περισυλλογή άλλου μαρτυρικού υλικού και σε κάθε περίπτωση, συνολική θεώρηση των ανωτέρω αποκαλύπτει ότι δεν επηρεάστηκε δυσμενώς το δικαίωμα της υπεράσπισης για δίκαια δίκη, η οποία (υπεράσπιση) ούτως ή άλλως προώθησε τη θέση πως ο Μ.Κ.9 είναι εκείνος που υπέβαλε τη σεξουαλική παρενόχληση στην παραπονούμενη, ζήτημα για το οποίο αντεξετάστηκαν όλοι οι σχετιζόμενοι μάρτυρες και κυρίως ο Μ.Κ.9. Ο δε τελευταίος αντεξετάστηκε και για αυτή την καταστροφή των σημειώσεών του και οι απαντήσεις που έδωσε αποτιμήθηκαν δεόντως και υπό το φως όλων των ανωτέρω δεν αναδεικνύουν προβληματισμό. Ως εκ των πιο πάνω, δεν συμφωνούμε με την υπεράσπιση ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου και κυρίως, ότι τα ανωτέρω κατέστησαν τη δίκη μη δίκαιη.

 

Πρόσθετη θέση της υπεράσπισης ήταν πως η μαρτυρία της παραπονούμενης πάσχει και αυτό επειδή οι ισχυρισμοί της στο τεκμήριο 5 διαφέρουν από εκείνα που ανέφερε στον Μ.Κ.9 τη 14/05/2021, αλλά ακόμη και από τα αναφερόμενα στη Μ.Κ.3.

 

Είναι γεγονός ότι κάποιες διαφορές παρατηρούνται μεταξύ των ανωτέρω θέσεων της παραπονούμενης, δηλαδή των όσων φέρεται να ανέφερε στον Μ.Κ.9 και τις κατέγραψε στο τεκμήριο 43, όχι όμως αυτολεξεί ως εξήγησε, και των όσων δήλωσε στη Μ.Κ.3, εις αντιδιαστολή του απομαγνητοφωνημένου κειμένου της κατάθεσής της (τεκμήριο 5). Βασική διαφορά, η οποία εντοπίστηκε από την υπεράσπιση και τέθηκε στην παραπονούμενη, είναι η χρονική έκταση των συμβάντων που φέρεται να ανέφερε στον  Μ.Κ.9, εφόσον στο τεκμήριο 43 αναφέρεται πέντε-έξι μήνες, ενώ στο τεκμήριο 5 μια περίοδος δύο ετών. Επί του προκειμένου η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τι είπε στον Μ.Κ.9 γενικότερα, αλλά και ειδικότερα για τη χρονική διάρκεια των συμβάντων. Από την άλλη στη Μ.Κ.3 ανέφερε «εδώ και πολύ καιρό» και πάλιν όμως η αναφορά της διαφέρει, εφόσον συναρτήθηκε με «προσπάθεια να την αγγίξει απρεπώς» και όχι ότι την άγγιζε, καθώς ότι της πρότεινε να της κάνει μασάζ και ότι της έστελνε μηνύματα τα οποία δεν έπρεπε. Αυτή η τελευταία συνομιλία (παραπονούμενης και Μ.Κ.3) δεν διερευνήθηκε ουσιωδώς από την υπεράσπιση, δηλαδή δεν της τέθηκε συγκεκριμένα ότι τα όσα εκεί ανέφερε διαφέρουν από το περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης που έδωσε (τεκμήριο 4). Ό,τι της τέθηκε είναι πως κατήγγειλε τον κατηγορούμενο στη Μ.Κ.3 και η παραπονούμενη απάντησε «εγώ δεν θυμούμαι για να σας απαντήσω με ειλικρίνεια».

 

Είμαστε της γνώμης πως οι σχετικές υποδείξεις της υπεράσπισης, οι οποίες εκτιμήθηκαν δεόντως, είναι ανίκανες να πλήξουν τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Η λογική του πράγματος δικαιολογεί τη σύγχυση και την αναστάτωση της δεκαεξάχρονης τότε παραπονούμενης, σε σχέση με τα πρωτόγνωρα γεγονότα που βίωνε. Όπως ειδικά ανέφερε για την αποκάλυψη προς τον Μ.Κ.9 «Ήμουν πάρα πολύ αγχωμένη τζιείνην την ώρα. Εν ήξερα τι…εν θυμούμαι ακριβώς τι του είπα. Οπόταν εν θυμούμαι αν του είπα 5 μήνες, πόσους μήνες. Εν θυμούμαι αν του είπα συγκεκριμένο περιστατικό».  Μάλιστα τα λεγόμενά της επιβεβαιώνονται εμμέσως από τις καταγραφές του Μ.Κ.9 στο τεκμήριο 43 και συγκεκριμένα από τις θέσεις ότι «αναφέρθηκε δειλά και σύντομα στις αναφορές της», αισθανόταν ενοχή, δήλωνε τρομερά φοβισμένη από τις συνέπειες και βίωνε συγκρουσιακά συναισθήματα για τον προπονητή της. Επίσης και στη δια ζώσης μαρτυρία του ο Μ.Κ.9 ανέφερε πως η παραπονούμενη ήταν σοκαρισμένη, φοβισμένη και μπερδεμένη, τοποθετήσεις οι οποίες αναδεικνύουν το συναισθηματικό πλαίσιο και δη το φορτίο που βάρυνε την παραπονούμενη κατά τον χρόνο που έγινε η αποκάλυψη, στοιχεία τα οποία επίσης δεν έτυχαν της αμφισβήτησης της υπεράσπισης. Και αυτό είναι που γλαφυρώς απέδωσε στο Δικαστήριο η παραπονούμενη, προσθέτοντας μάλιστα στη συνέχεια «…εν τζιαι είπα κάποιο ψέμα ή άλλαξα τα γεγονότα, απλά λόγω πίεσης, όπως σας είχα πει τζιαι πριν, εν του είχα αναλύσει ό,τι εγίνηκε με λεπτομέρειες, εν του είχα, εν είχε όμως αλλάξει κάτι ή να πω κάποια ψέμα». Αναδεικνύεται τοιουτοτρόπως ο καταιγισμός συναισθημάτων της παραπονούμενης τη δεδομένη στιγμή και ουσιαστικά η παλινδρόμηση μεταξύ της εκτίμησης που ένιωθε για τον προπονητή της, αλλά συν τω χρόνω και της ανάρμοστης στάσης του, η οποία μάλιστα δεν την έβρισκε σύμφωνη. Και αυτή η πάλη συναισθημάτων δικαιολογεί τη σύγχυση, ιδιαίτερα για μια περίσταση, όπως είναι αυτή της αποκάλυψης, που εξ αντικειμένου είναι κατ’ ελάχιστον άβολη.

 

Παρά τα όσα ανωτέρω αναφέραμε και έχοντας ήδη υποδείξει πως κατά τον χρόνο της ακροαματικής διαδικασίας η παραπονούμενη δεν ενθυμάτο το περιεχόμενο της συζήτησης που είχε με τον Μ.Κ.9, δεν διέλαθε την προσοχή μας αυτό που η παραπονούμενη ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της (τεκμήριο 5, σελ. 10, γρ. 6 έως 8), δηλαδή σε χρόνο που τα διαμειφθέντα με τον Μ.Κ.9 ήταν ακόμη φρέσκα στο μυαλό της, όπου ανέφερε στην ανακρίτρια πως στον ψυχολόγο δεν τα είπε όλα παρά μόνο ότι είχε μερικά αγγίγματα και μερικές φράσεις. Και είναι αυτό στοιχείο που συμπλέει με όλα τα ανωτέρω, εξηγώντας τρόπον τινά τη δυσχερή θέση στην οποία βρέθηκε αποκαλύπτοντας το περιστατικό και τη δυσκολία που είχε να μιλήσει γι’ αυτό.

 

Πλέον όμως καθοριστική είναι η θέση του Μ.Κ.9, εν προκειμένω αναμφισβήτητη, για το πώς αντιμετωπίζεται μια αποκάλυψη από τον ειδικό. Στην ερώτηση κατά πόσο ζήτησε από την παραπονούμενη να εξιστορήσει περισσότερες λεπτομέρειες για τα περιστατικά, απάντησε·

 

«Όχι. Τη στιγμή που ένα παιδί ή ένας έφηβος μας αναφέρει ζητήματα, θέματα τα οποία άπτονται στη σεξουαλική κακοποίηση, τότε ο κλινικός οφείλει να...να κινητοποιήσει το παιδί να μπορέσει να εκφραστεί. Και ως εκ τούτου, δεν κάνουμε ευθεία ερωτήματα, ούτε κλειστά ερωτήματα, τα οποία κατευθύνουν. Όμως παρακινούμε το παιδί, τον έφηβο, μέσω φράσεων καταφατικών, όπως "χμ, μίλησέ μου γι' αυτό". "Εξήγησέ μου το καλύτερα". "Πώς το εννοείς"; Και ως εκ τούτου, κατόπιν των δικών μου παροτρύνσεων, το αφήγημα της δεσποινίδος Ι.Ν.  προχωρούσε».

 

Τα ανωτέρω αποδίδουν ολόκληρη την εικόνα κατά τον χρόνο της αποκάλυψης. Το συναισθηματικό βάρος της εξ αντικειμένου ιδιαίτερης στιγμής της αποκάλυψης και μάλιστα για μια νεαρή έφηβη με συγκρουσιακά συναισθήματα για τον θύτη, δεν επιτρέπει καθαρότητα λόγου και σκέψης και ενίοτε θολώνει τον λόγο του θύματος κατά την αποκάλυψη. Ανάλογα ισχύουν και για τα αναφερόμενα στη Μ.Κ.3, εφόσον η σχέση τούτης με την παραπονούμενη ήταν πλέον σε προσωπικό επίπεδο. Ως προκύπτει από τα λεγόμενα της Μ.Κ.3, είναι σε αυτό το πλαίσιο που η παραπονούμενη επικοινώνησε μαζί της μετά την αποκάλυψη στον Μ.Κ.9 και κυρίως για να εκφράσει τις ανησυχίες της για το τι μέλλει γενέσθαι με τα μαθήματα χορού. Από την άλλη τα αναφερόμενα από τον Μ.Κ.9 εναργώς αποκαλύπτουν αυτό που κατ’ επανάληψη ανέφερε, δηλαδή ότι μέλημά του κατά την αποκάλυψη δεν ήταν να μάθει αν όλα αυτά είναι αλήθεια ή όχι, αλλά να βοηθήσει το πρόσωπο, εδώ την παραπονούμενη, να εκφραστεί μέσα από συναισθηματική ασφάλεια ότι είναι εκεί για να ακούσει και όχι να κρίνει.

 

Και είναι βεβαίως εκ της λογικής αντιληπτό ότι οι δύο ανωτέρω αποκαλύψεις, προς Μ.Κ.9 και Μ.Κ.3, διακρίνονται ως προς τα περιβάλλοντα χαρακτηριστικά μιας ανακριτικής διαδικασίας, όπου η εκπαιδευμένη προς τούτο ανακρίτρια, εδώ η Μ.Κ.5, θέτει άλλου είδους ερωτήσεις που στόχο έχουν την εξακρίβωση της αλήθειας και την αποκάλυψη των περιβαλλόντων περιστατικών, καθώς και την αποσαφήνιση λεπτομερειών. Διαφέρει εν προκειμένω το πλαίσιο, καθώς και το αντικείμενο, είτε από αυτό της συνεδρίας με τον ψυχολόγο (Μ.Κ.9), είτε από αυτό της συζήτησης με φιλικό πρόσωπο, ως ήταν η Μ.Κ.3.

 

Σημειώνουμε ακόμη πως η νομολογία του Δικαστηρίου αναγνωρίζει ότι σταδιακή αφήγηση και αποκάλυψη γεγονότων, είναι εύλογη και αναμενόμενη σε αυτού του είδους τις υποθέσεις (βλ. Γκίργκις ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 180/23, ημερ. 15/12/2023 και τις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνουμε πως οι πραγματικές περιστάσεις υπό τις οποίες η παραπονούμενη προέβη σε κάθε αποκάλυψη (Μ.Κ.9, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5), έκαστη με διαφορετικό αντικείμενο, αλλά και διαφορετικής στόχευσης από τον εκάστοτε συνομιλητή που η παραπονούμενη είχε απέναντί της, δικαιολογεί τις διαφορές που εντοπίζονται, οι οποίες κρίνονται επουσιώδεις και δεν αλλοιώνουν το γενικότερο πλαίσιο της αποκάλυψης. Ζητούμενο δεν είναι η έκταση του χρόνου, αλλά το κατά πόσον τα εκεί αναφερόμενα έλαβαν χώρα ή όχι. Άλλωστε όπως έχουμε ήδη υποδείξει, αναγνωρισμένο είναι ότι τα παιδιά δεν καταθέτουν με τις ίδιες λεπτομέρειες των ενηλίκων και κυρίως αγνοούν τον ακριβή χρόνο (βλ. Α. Ν. Κ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 136/22, ημερ. 01/08/2025).

 

Τα ανωτέρω συναισθήματα αποκαλύπτουν σε κάποιο βαθμό και τον τρόπο που η παραπονούμενη αντίκριζε τον κατηγορούμενο, ακόμη και εκείνη τη δύσκολη στιγμή της αποκάλυψης. Επαναλαμβάνουμε την απερίφραστη θέση της παραπονούμενης, παρά την αντίθετη αναφορά του ψυχολόγου, πως δεν ένιωθε απειλή από τον κατηγορούμενο. Και συναρτάται αυτή η θέση της με τις απαντήσεις που έδωσε στην ερώτηση «επιμένεις ότι προσπαθούσες να αποφύγεις τούτο τον άνθρωπο;», όπου ανέφερε:


«Α.Αφού αναφέρω τζιαι πιο πάνω ότι έπιανα τον συχνά αγκαλιά, επειδή τον έβλεπα σαν πατρική φιγούρα.

             E.Ναι, αλλά ύστερα προέκυψαν 2 χρόνια σεξουαλικής κακοποίησης κατά τη δική σου θέση. 

A.Εγώ εν τζιαι είχα το διαφορετικά στον νου μου.  Όπως το αναφέρω, έβλεπα τον σαν παπά μου τζιαι τίποτε παραπάνω, ποτέ δεν εξέφρασα μίσος απέναντι του, ακόμα τζιαι δαμέ δεν θεωρώ ότι είπα ποτέ ότι μισώ ας πούμε τούτον τον άνθρωπο, δεν έσιει να κάνει ότι επήα τζιαι έδωσα του μια αγκαλιά».


Η λογική του πράγματος δικαιολογεί και η εμπειρία επιβεβαιώνει, ότι δεν υφίσταται λογική συμπεριφορά μεταξύ θύτη και θύματος. Ενίοτε η σεξουαλική κακοποίηση προκύπτει μέσα σε ένα οικείο περιβάλλον, όπως είναι η οικογένεια, το σχολείο ή χώροι δραστηριοτήτων των παιδιών, όπως είναι εδώ η σχολή καράτε και συνεπώς η υφιστάμενη σχέση περιβάλλεται είτε από αγάπη είτε από εμπιστοσύνη, και αιφνιδίως ο θύτης εμφανίζει το πρόσωπο που τελικώς απασχολεί, με αποτέλεσμα εντούτοις τη σύγχυση του θύματος του οποίου τα συναισθήματα παλινδρομούν. Σε τέτοια περίπτωση είναι που δεν χωρεί λογική αντίδραση, εφόσον η εξέλιξη των πραγμάτων συνιστά στρέβλωση εξ αντικειμένου. Κατ’ επέκταση, η εκλογικευμένη απαίτηση που θέλει το θύμα να επιδεικνύει πυγμή και να αποδράσει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, παραβλέπει την προηγηθείσα σχέση εμπιστοσύνης και γενικότερα τη σχέση που χτίστηκε μέχρι τη στιγμή της πρώτης κακοποίησης. Και περαιτέρω, αν και τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται και δυστυχώς η σεξουαλική κακοποίηση δεν εξαιρείται, γεγονός είναι ότι δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766 αναφορικά με τον επηρεασμό της συμπεριφοράς θυμάτων).

 

Αν τα ανωτέρω δεν ικανοποιούνται εκ της λογικής, θέση την οποία δεν ασπαζόμαστε και κρίνουμε πως καθετί σχετικό που ανωτέρω αναφέρθηκε είναι με βάση τη λογική, παραπέμπουμε εντούτοις στα λεχθέντα από τον Μ.Κ.7, επίσης αξιόπιστο, ο οποίος ανέφερε· «Απλώς να πούμε ότι ένα κακοποιημένο παιδί δεν σημαίνει ότι απομονώνεται, δεν σημαίνει ότι δεν έχει κοινωνικές επαφές. Μπορεί να συνεχίσει τη λειτουργικότητά του και αυτό φαίνεται και όταν η κακοποίηση συμβαίνει από τους κύριους φροντιστές, αν είναι ένας πατέρας ή μια μητέρα, τότε το παιδί συνεχίζει να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί με τους φερόμενους θύτες». Τη θέση αυτή την υιοθετούμε και ως εκ τούτου καθίσταται διαπίστωση του Δικαστηρίου.


Προσθέτουμε εντούτοις ότι στην προκειμένη περίπτωση η παραπονούμενη προέβη σε κάποια αντίδραση και αυτή ήταν δια της αποχής, όπως ήδη εξηγήσαμε. Από την άλλη, η συναισθηματική σχέση της με τον κατηγορούμενο, ως φιγούρα δεύτερου πατέρα, η ικανοποίηση άλλων επιθυμιών της όπως ο Μ.Κ.9 εξήγησε, αλλά και η ίδια αναφέρθηκε στην κατάθεσή της και τέλος, η επιμονή των γονέων να συνεχίσει το καράτε, δικαιολογούν το περιορισμένο της αποφυγής και περαιτέρω, ερμηνεύουν την όποια δική της αγκαλιά, ασχέτως ότι ο κατηγορούμενος ήταν πλέον θύτης και όχι η πατρική φιγούρα που η παραπονούμενη είχε στο μυαλό της.

 

Τέλος, παρά τις αιτιάσεις της υπεράσπισης, θετική ήταν η εντύπωση που άφησε και η μαρτυρία του Μ.Κ.7, εν προκειμένω του ψυχολόγου που εξέτασε την παραπονούμενη στο Σπίτι του Παιδιού. Τα πυρά της υπεράσπισης επικεντρώθηκαν στο γεγονός ότι τα συμπεράσματα της έκθεσης που ετοίμασε, τεκμήριο 38, εδράζονται στα λεγόμενα της παραπονούμενης και των οικείων της. Και είναι αυτό γεγονός το οποίο ο Μ.Κ.7 ούτε έκρυψε αλλά ούτε και υποβάθμισε. Παρόλα ταύτα, ο Μ.Κ.7 ήταν επίσης σαφής ότι η δική του συμβολή δεν σκοπεί στη διερεύνηση της καταγγελίας, αλλά την εκτίμηση της τρέχουσας ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης του ατόμου. Η δε κρίση του επί τούτου, παρότι έχει ως πηγή την παραπονούμενη, δεν είναι αστάθμητη, όπως εξήγησε ο μάρτυρας. Η κλινική παρατήρηση και συγκεκριμένα η λεκτική επικοινωνία, η συμπεριφορά, η στάση του σώματος, ο τόνος της φωνής, η όλη εικόνα του συνεντευξιαζόμενου, καθώς και τα συναισθήματά του, είναι εργαλεία που χρησιμοποιούνται στην ψυχολογική αξιολόγηση. Περιπλέον, ο Μ.Κ.7 προσκόμισε στο Δικαστήριο το διαγνωστικό εργαλείο DSM-5, εφόσον σε αυτό είναι που βάσισε τη διαγνωστική του εκτίμηση. Μάλιστα η έκθεσή του δεν καταγράφει απλώς την εκτίμηση, δηλαδή διαταραχή μετατραυματικού στρες, αλλά παραθέτει και συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια, ως αυτά εντοπίζονται στο διαγνωστικό εγχειρίδιο (τεκμήριο 39), τα οποία συσχέτισε με τα λεγόμενα της παραπονούμενης και την όλη συνέντευξη, και ανέλυσε στο Δικαστήριο, αιτιολογώντας τοιουτοτρόπως την κατάληξή του.

 

Πρόσθετη θέση της υπεράσπισης αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ.Κ.7 ήταν επίσης πως τα συμπεράσματα τούτου είναι διάτρητα και συνεπώς αμφίβολα, δοθέντος ότι δεν συζήτησε με την παραπονούμενη και δεν του αναφέρθηκε στο ιστορικό αυτής η προβληματική σχέση που είχε με τον πρώην φίλο της. Και είναι τούτο ένα γεγονός το οποίο ο Μ.Κ.7 ρητώς παραδέχθηκε ευθύς μόλις του αναφέρθηκε. Εκείνο όμως που παραγνωρίζει η ανωτέρω εισήγηση της υπεράσπισης, είναι η πρόσθετη θέση του Μ.Κ.7, την οποία επανέλαβε και σε σχέση με αυτό το ζήτημα, δηλαδή ότι «η έκθεση αναφέρει την τρέχουσα συναισθηματικά κατάσταση της ανήλικης τη δεδομένη στιγμή, βάσει του τι λέχθηκε». Και κατ’ επανάληψη πρόσθεσε ότι εκ των λεγομένων της παραπονούμενης «το τραυματικό γεγονός ήταν τα καταγγελθέντα περιστατικά». Προσθέτουμε εδώ ότι δεδομένο είναι πως κατά τον χρόνο τούτης της αξιολόγησης η παραπονούμενη είχε ήδη τερματίσει την προβληματική σχέση που επικαλείται η υπεράσπιση. Εκ των ανωτέρω προκύπτει συνεπώς ότι η μη αναφορά της παραπονούμενης στην προβληματική αυτή σχέση και η επικέντρωσή της στα όσα ο Μ.Κ.7 ανέφερε, είναι εκείνα τα οποία την απασχολούσαν τη δεδομένη στιγμή και όχι οτιδήποτε άλλο.

 

Πέραν των ανωτέρω, στοιχεία τα οποία απαντούν τις αιτιάσεις της υπεράσπισης, προσθέτουμε και το εξής σημαντικό· η μαρτυρία του Μ.Κ.7 αναφορικά με τις όποιες επιπτώσεις είχαν τα επίδικα περιστατικά στην παραπονούμενη, συμπλέει και με αναμφισβήτητη πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.9. Ο τελευταίος ερωτήθηκε για τυχόν προεκτάσεις που σχετίζονται με τα περιστατικά και επιπτώσεις που είχαν στην παραπονούμενη. Μεταξύ άλλων απάντησε:

 

«Η ίδια η Ι.Ν. είχε συναισθήματα αυτομείωσης, το οποίο είναι πάρα πολύ τυπικό για παιδιά τα οποία στην πρώιμη, αλλά και στη μεταγενέστερη παιδική ηλικία, να έχουν συναισθήματα σεξουαλικής κακοποίησης. Και το σημαντικότερο από όλα, η μεγάλη προδοσία που ακόμα κουβαλά ότι άνθρωποι που έπρεπε να την προστατεύσουν ως παιδί, ξέρετε δεν ήταν κακό παιδί, ήταν ένα χαμένο παιδί, ένα απορημένο παιδί, ένα παιδί που έψαχνε να βρει το ποια είναι, το συνειδητοποιεί τώρα όμως και η συνειδητοποίηση αυτή είναι κάτι...είναι ψυχοπιεστική στην παρούσα φάση για την ίδια. Διευκρινίζω το παρούσα, μέχρι και πέρσι τον Φεβρουάριο που την είδα».

 

Και είναι αυτό που υποστηρίζει τη διαπίστωση του Μ.Κ.7 πως η παραπονούμενη παρουσίασε διαταραχή μετατραυματικού στρες. Τις ανωτέρω θέσεις των Μ.Κ.9 και Μ.Κ.7 αναφορικά με τις επιπτώσεις που είχαν οι ενέργειες του κατηγορούμενου στην παραπονούμενη, τις αποδεχόμαστε ως ορθές και υιοθετούνται ως διαπιστώσεις του Δικαστηρίου.


Εντέλει ούτε και η περιγραφή των διαφόρων πράξεων που ανέφερε η παραπονούμενη προβληματίζει. Αντιθέτως, οι περιγραφές της αποκαλύπτονται λογικές και καθ’ όλα βιωματικές. Η υπεράσπιση διερεύνησε συναφώς γιατί σε μια ανοικτή ερώτηση (βλ. τεκμήριο 5, σελ. 3, γρ. 34) ενώ κλήθηκε να πει ό,τι γνωρίζει, εντέλει είχε περισσότερα να πει στις ερωτήσεις που ακολούθησαν.


Έχουμε κάνει ήδη αναφορά στο νομολογιακώς αναγνωρισμένο της σταδιακής αποκάλυψης (βλ. Γκίργκις, ανωτέρω) και η παρούσα περίπτωση δεν εξαιρείται. Πέραν τούτου όμως, η θέση της παραπονούμενης αποκαλύπτει με γλαφυρότητα την όλη εικόνα. Ανέφερε ότι «Ήταν μια σύνοψη τζιαι σιγά σιγά έρκουνταν τζιαι άλλα μέσα στον νου μου», για να προσθέσει ακόμη την ηλικία που τότε είχε, δηλαδή ήταν νεαρή και το καθόλα εύλογο σημειώνουμε πως· «δεν είναι κάτι που συζητούμε τόσο εύκολα ή που συζητάς το άνετα με κάποιον». Κατά τον ίδιο τρόπο εξήγησε και τη φράση της «πώς να πω» στη σελίδα 7 του τεκμηρίου 5, γρ. 7, ότι κυριολεκτούσε, δηλαδή πώς να το πει και να το εξηγήσει με ωραίο τρόπο. Και είναι εδώ που λέμε πως αυτή είναι η γνήσια αντίδραση μιας έφηβης που βρίσκεται σε τούτη τη δυσάρεστη θέση, ως είναι η θέση του κάθε προσώπου που προβαίνει σε αποκάλυψη σεξουαλικής κακοποίησης.


Ερωτήθηκε εκτενώς για τα αναφερόμενα στη σελίδα 6, γρ. 35 και ακόλουθες του τεκμηρίου 5. Απασχόλησε εν προκειμένω η λέξη «εκάθουμουν», την οποία όμως εξήγησε και μάλιστα υπέδειξε τον τρόπο καθίσματος. Δεν ήταν με την πλάτη στο κάθισμα, αλλά σε πλάγια θέση. Απάντησε και για τα ρούχα που φορούσε και επανέλαβε λεπτομερώς τις θέσεις της. Το εν λόγω συμβάν έλαβε χώρα στα Λατσιά, στον καναπέ μόλις έμπαινες στην είσοδο και κράτησε για τρία ή πέντε λεπτά. Απεριφράστως μάλιστα δέχθηκε ότι αν στέκεται κανείς στην πόρτα της εισόδου, βλέπει τον καναπέ και περαιτέρω, ότι μετά το συμβάν έμεινε στην προπόνηση. Επανέλαβε ακόμη αυτό που ανέφερε και στην κατάθεσή της (τεκμήριο 5, σελ. 6 και 7), δηλαδή ότι του ζήτησε να σταματήσει και ο κατηγορούμενος σταμάτησε λέγοντάς της «εν να σταματήσω γιατί εν να έχω θέμα».


Περιπλέον, με λεπτομέρεια, σταθερότητα και σαφήνεια απάντησε ποιες εκ των αναφορών της είναι μεμονωμένα περιστατικά και ποια επαναλαμβανόμενα, όπως το άγγιγμα της γάμπας με το χέρι να προχωρά προς τα γεννητικά όργανα, το οποίο επαναλαμβανόταν καθ’ ον χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε και την πηγαινόφερνε, όπως ανωτέρω αναφέραμε. Τέτοια αγγίγματα διενεργούντο στο 90% των περιστάσεων.


Εξήγησε περαιτέρω και την άσκηση που τη διόρθωνε όταν άγγιξε τα γεννητικά του όργανα στο σώμα της, προσθέτοντας όμως πως τέτοιο περιστατικό, δηλαδή διόρθωση στάσης, δεν έγινε μια μόνο φορά, απλώς στις άλλες περιπτώσεις ήταν διαφορετικά τα αγγίγματα. Στην περίπτωση που εδώ εξηγούσε, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος άγγιζε τα γεννητικά του όργανα στα οπίσθιά της, ενώ στην πορεία της αντεξέτασης εξήγησε ειδικά την περίπτωση και υπέδειξε και τη στάση στην οποία βρισκόταν. Η ίδια είχε πιο μπροστά και ελαφρώς λυγισμένο το ένα πόδι, το άλλο τεντωμένο προς τα πίσω και τα χέρια ψηλά. Ο κατηγορούμενος πήγε πίσω της, λύγισε τα γόνατα και έφθασε στο ύψος των οπισθίων της και κινούσε ρυθμικά, μπροστά-πίσω, τη λεκάνη του και την ίδια ώρα της έπιανε το στήθος. Χωρίς δισταγμό ανέφερε ότι το άγγιγμα των γεννητικών του οργάνων ήταν μια στιγμή και όχι πολλή ώρα και επίσης, πρόσθεσε ότι ήταν μόνοι τους, όχι
private μάθημα, αλλά λίγη ώρα πριν το κανονικό μάθημα, 15 λεπτά ή μισή ώρα και αυτό ήταν σε περίοδο που προηγείτο εξέτασης. Απεριφράστως επίσης δέχθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να την αγγίξει στο πλαίσιο της άσκησης, εφόσον μπορούσε να της δείξει τι να κάνει, πρόσθεσε όμως «…αλλά δεν το έκανε».


Ερωτήθηκε και για το περιστατικό στη σχολή στην Παλλουριώτισσα και αναφέρθηκε στο παγκάκι όπου αυτό έγινε, περιγράφοντας και πάλι τον χώρο, λέγοντας ότι βρίσκεται μόλις μπεις στη σχολή στα δεξιά. Και σε αυτή την περίπτωση αντεξετάστηκε εν εκτάσει και απάντησε με σταθερότητα για το συμβάν. Καίτοι αμφισβητήθηκε για την ενδυμασία της, δηλαδή ότι δεν φορούσε στολή, υποδεικνύεται ότι και επί του προκειμένου επιβεβαιώνεται από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ανέφερε πως η παραπονούμενη «δεν ήταν και η πιο τυπική με τη στολή» (τεκμήριο 19, ερ. 6). Ακόμη και για τον ισχυρισμό ότι της έπιασε το στήθος, η παραπονούμενη ήταν σαφής ότι αυτή η πράξη διήρκησε κάποια δευτερόλεπτα μόνο, παρότι το μασάζ που της έκανε είχε διάρκεια 3 με 6 λεπτά.

 

Όσο δε αφορά τις θέσεις της παραπονούμενης αναφορικά με το μασάζ, επίσης ήταν ξεκάθαρη ότι σε αυτές τις περιπτώσεις τα αγγίγματα ήταν σε σημεία όπως το στήθος ή τα οπίσθια. Δεν ήταν της ίδιας φύσης όπως το άλλο που ξάπλωνε στον καναπέ και πολλάκις το χαρακτήρισε μεμονωμένο και κατέληξε «εχούφτωσε με, να το πω έτσι, να γίνω πιο κατανοητή». Τα δε περιστατικά αυτά διενεργούντο στα μαθήματα του Σαββάτου, όχι κάθε Σάββατο, εντούτοις συστηματικά. Και αυτού του είδους τα αγγίγματα, σε χρόνο που της έκανε μασάζ, έλαβαν χώρα σε όλες τις σχολές.

 

Επίσης, επεξηγηματική ήταν η παραπονούμενη και σε σχέση με τον χρόνο που έφθαναν στις διάφορες σχολές. Όπως ανέφερε κάποιες φορές ο κατηγορούμενος πήγαινε σπίτι της και την παραλάμβανε πιο ενωρίς ή άλλοτε το μάθημα καθυστερούσε λίγο να ξεκινήσει. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «εάν ήθελε κάποιος να έβρει χρόνο, ήταν να έβρει χρόνο». Εντέλει, ερωτηθείσα εξήγησε ότι πολλές φορές ζήτησε από τον κατηγορούμενο να σταματήσει ή του έφυγε τα χέρια, απλώς αυτή η απαίτησή της (να σταματήσει), δεν έγινε σε ξεχωριστή περίπτωση, δηλαδή άλλη από εκείνη που προέβαινε στις εν λόγω ενέργειες. Πρόσθεσε ακόμη ότι δεν ήταν η ίδια που μιλούσε για σεξουαλικά θέματα, αλλά ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που της μιλούσε για αυτά.

 
Όλα τα ανωτέρω ολοκληρώνουν την εικόνα της παραπονούμενης για το σύνολο των ισχυρισμών της. Η μαρτυρία τούτης ήταν καθόλα επεξηγηματική και
επαναλαμβάνουμε την καθαρότητα και την επάρκεια της μαρτυρίας της και περιπλέον, ότι απάντησε κάθε πτυχή που απασχόλησε. Επαναλαμβάνουμε τέλος τον βιωματικό χαρακτήρα που αναδύεται από τη μαρτυρία της, ως πρόσθετο λόγο που επιβεβαιώνει τα λεγόμενά της, τα οποία περιβλήθηκαν κατά την ακρόαση με πέπλο φυσικότητας και τελικώς ειλικρίνειας.

 

Στο στάδιο αυτό σκόπιμο κρίνουμε να εγκύψουμε σε κάποιες περαιτέρω θέσεις που η υπεράσπιση ανέπτυξε στην αγόρευσή της και έχουν να κάνουν με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Συγκεκριμένα στις σελίδες 34 μέχρι και 42 της αγόρευσης της υπεράσπισης, παρατίθεται αριθμός λόγων που θέλουν τη διαδικασία να απολήγει σε παραβίαση της δίκαιας δίκης. Σε τούτο το πλαίσιο δεν απασχολούν όλα όσα εκεί αναφέρονται, εφόσον τα αριθμούμενα με ένδειξη 4 και 5 αντίστοιχα, έτυχαν ήδη της διερεύνησης του Δικαστηρίου. Απομένουν όμως τα υπόλοιπα.

 

Με τον πρώτο λόγο η υπεράσπιση διατείνεται πως η παραβίαση της δίκαιας δίκης οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ζητήθηκε από την παραπονούμενη να αναγνωρίσει το όχημα του κατηγορούμενου και ένεκα τούτου, προστίθεται στην αγόρευση, στερήθηκε «ένα στοιχείο που θα μπορούσε ο ίδιος να χρησιμοποιήσει ως αθωωτικό για την υπεράσπισή του».

 

Με κάθε σεβασμό, αδυνατούμε να εντοπίσουμε πραγματικό έρεισμα στην ανωτέρω εισήγηση. Από την κατάθεση τόσο του κατηγορούμενου όσο και της Μ.Υ.1, αλλά κυρίως από την αντεξέταση της παραπονούμενης, της Μ.Κ.4 και του Μ.Κ.8, κατέστη αντιληπτό ότι κοινό τόπο συνιστά πως η παραπονούμενη εισήλθε εντός του οχήματος του κατηγορούμενου αρκετές φορές, ώστε να τη μεταφέρει σε διάφορους χώρους. Αυτό ήταν και ξεκάθαρη θέση του κατηγορούμενου. Υπό αυτή τη θεώρηση της μαρτυρίας που θέλει αυτό το ζήτημα να είναι αναμφισβήτητο, δεν βλέπουμε πώς επηρεάστηκε το δικαίωμα του κατηγορούμενου. Καταλήγουμε εν προκειμένω πως η σχετική εισήγηση είναι ανεδαφική και απορρίπτεται.

 

Οι άλλες δύο αιτιάσεις της υπεράσπισης αρμόζει να εξεταστούν ενιαία λόγω της κοινής θεματικής που αυτές αναπτύσσουν. Εν προκειμένω η υπεράσπιση διατείνεται πως το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε από την παραπονούμενη να προβεί σε «υποδείξεις σκηνών εντός των χώρων που κατ' ισχυρισμό έγιναν οι σεξουαλικές κακοποιήσεις» και περαιτέρω, δεν ερωτήθηκε η παραπονούμενη οτιδήποτε αναφορικά με τις υποδείξεις, επίσης απολήγει σε παραβίαση της δίκαιας δίκης.


Πριν οτιδήποτε άλλο, επιβάλλεται, θεωρούμε, να παραπέμψουμε στα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Α. Ν. Κ., ανωτέρω. Αναφέρθηκε εκεί ότι·


«Στην εκτίμηση του κατά πόσο υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης είναι επάναγκες η εξέλιξη της ποινικής διαδικασία να ιδωθεί ως ενιαίο σύνολο και τα ελάχιστα δικαιώματα του κατηγορούμενου τα οποία διαλαμβάνει το Άρθρο 6.3 της ΕΣΔΑ, ως επιμέρους πτυχές του δικαιώματος δικαίας δίκης (βλ. αποφάσεις μείζονος συνθέσεων στις υποθέσεις Ibrahim (ανωτέρω) παρ. 251, Simeonovi vBulgariaApplication No. 21980/04, ημερ. 12.5.2017, παρ. 113, Beuze vBelgiumApplication No. 71409/10, ημερ. 9.11.2018, παρ. 119 - 122).

 

 Η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι πλήρως  ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του ΕΔΑΔ. Οι ισχυρισμοί για επηρεασμό του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν εξετάζονται μεμονωμένα ή αποσπασματικά αλλά επί του συνόλου της ποινικής διαδικασίας, όχι κατά τρόπο αφηρημένο (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα (in concreto), και υπό το φως των δεδομένων της κάθε υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων, Yacoub ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 165, Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 318/15, ημερ. 7.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:B285, ECLI:CY:AD:2017:B285Δημοκρατία ν. Σταυρινού, Ποιν. Έφ. 266/18 ημερ. 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B139, ECLI:CY:AD:2020:B139, Μακρίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 181/2019, ημερ. 7.9.2020). Για να στοιχειοθετηθεί η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης θα πρέπει να αποδειχθεί από τον κατηγορούμενο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς [βλ. και Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 204, Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)]».


Όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει γεγονός είναι πως η αστυνομία δεν ζήτησε από την παραπονούμενη να υποδείξει εντός των διαφόρων σχολών τους ακριβείς χώρους που διατείνεται ότι έλαβαν χώρα οι πράξεις που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο. Αρκέστηκε απλώς στην υπόδειξη της παραπονούμενης του εξωτερικού χώρου των σχολών στα Λατσιά και στον Λυθροδόντα, ως προκύπτει από το τεκμήριο 12.


Προσθέτουμε ακόμα ότι το πρακτικό της διαδικασίας επιβεβαιώνει τον συνήγορο υπεράσπισης πως η πλευρά της κατηγορούσας αρχής δεν υπέβαλε ερωτήσεις στην παραπονούμενη αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Αυτή όμως η προσέγγιση της κατηγορούσας αρχής δεν δικαιολογεί την εισήγηση της υπεράσπισης περί παραβίασης δίκαιας δίκης. Αν είναι κάτι που χρειάζεται να υποδειχθεί, είναι πως η οπτικογραφημένη μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν τέτοια που δεν άφηνε περιθώριο να ερωτηθεί οτιδήποτε περαιτέρω, κατά πώς ορίζεται στο άρθρο 11(α) του Ν.95(Ι)/2001. Στην οπτικογραφημένη μαρτυρία της παραπονούμενης είναι πολλαπλές οι αναφορές τούτης σε επεισόδια που έγιναν στο παγκάκι στην Παλλουριώτισσα και στον καναπέ στα Λατσιά. Επίσης, στη σελίδα 10 και 11 του τεκμηρίου 5, η παραπονούμενη προέβη σε εκτενή περιγραφή όλων των σχολών. Υπό αυτή τη θεώρηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, δεν αντιλαμβανόμαστε τι περαιτέρω ερωτήσεις όφειλε να υποβάλει η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και πολύ περισσότερο, τίνι τρόπω επηρεάστηκαν τα συμφέροντα της υπεράσπισης από τη μη υποβολή τέτοιων ερωτήσεων.


Τα όσα ανωτέρω αναφέραμε ισχύουν και για την άλλη πτυχή του αιτήματος της υπεράσπισης. Προσθέτουμε περαιτέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε φωτογραφικό υλικό από τον εσωτερικό χώρο κάθε σχολής (τεκμήρια 6 μέχρι και 9). Μάλιστα ο κατηγορούμενος είχε πλήρη γνώση αυτών, διαπίστωση η οποία συνάγεται από απάντηση που έδωσε, όπου ανέφερε «…η πόρτα είναι ανοικτή, είναι
open plan, όπως είδατε τζιαι στις φωτογραφίες...». Επίσης και ο ίδιος αναφέρθηκε στον καναπέ, λέγοντας ότι εκεί καθόταν η παραπονούμενη, καθώς και σε παγκάκια, μόνο που σε αυτή την τελευταία αναφορά τοποθέτησε τους γονείς. Πλέον όμως σημαντικό είναι και το γεγονός πως η υπεράσπιση αντεξέτασε τόσο για τη διαρρύθμιση του εσωτερικού των σχολών, όσο και ειδικά για το παγκάκι στην Παλλουριώτισσα και τον καναπέ στα Λατσιά, με την παραπονούμενη μάλιστα να δέχεται πως ο καναπές στα Λατσιά ήταν ορατός από την είσοδο. Ήταν επιλογή της υπεράσπισης να μην επιδείξει τις φωτογραφίες (τεκμήρια 6 έως 9) και να υποβάλει περαιτέρω τις θέσεις της.


Παρόλα ταύτα, καθετί που ανωτέρω αναφέραμε, κομμάτι του συνόλου της υπόθεσης, αποκαλύπτει πως η υπεράσπιση ουδόλως αποστερήθηκε του δικαιώματος για δίκαια δίκη. Είχε κάθε αναγκαία μαρτυρία στην κατοχή της και μπορούσε να αντεξετάσει την παραπονούμενη, όπως και έπραξε και να πάρει απαντήσεις αντιπαραβάλλοντας τούτες με τις θέσεις που η παραπονούμενη εξέφρασε στην οπτικογραφημένη μαρτυρία της (τεκμήρια 4 και 5), τόσο για το εσωτερικό των σχολών, όσο και για τα ιδιαίτερα σημεία των περιστατικών. Υπό τις περιστάσεις που ανωτέρω παραθέσαμε, δεν διαπιστώνεται παραβίαση του δικαιώματος για δίκαια δίκη.

 

Παρεμβάλλουμε συναφώς ότι βάσει του Ν.91(Ι)/2014 στον οποίο εδράζονται οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής εκ του γεγονότος και μόνο ότι η μάρτυρας είναι παραπονούμενη σε σεξουαλικό αδίκημα (βλ. άρθρο 21 σχετικού νόμου). Όπως υποδεικνύεται εντούτοις στις υποθέσεις Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 99/21, ημερ. 11/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:B183 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 231/18, ημερ. 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, το Δικαστήριο εξακολουθεί να κέκτηται διακριτική ευχέρεια να αναζητήσει τέτοια ενισχυτική μαρτυρία, όχι βεβαίως παραβλέποντας τις διατάξεις της νομοθεσίας, αλλά σε περίπτωση που είναι της γνώμης ότι συγκεκριμένοι λόγοι, φέρ’ ειπείν η καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου ή έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που υποδηλώνει ότι δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη, δικαιολογούν τέτοια ενέργεια. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Γ. Ι. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 44/2019, ημερ. 18/09/2020, «Κριτήριο για την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας είναι πλέον οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης και όχι η κατηγορία του μάρτυρα ή η φύση των αδικημάτων των κατηγοριών». Περαιτέρω, παραπέμπουμε και στα νομολογηθέντα στην υπόθεση Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 271/22, ημερ. 20/12/2023, όπου λέχθηκε ότι:

 

«Όπως έχει ήδη λεχθεί στην υπόθεση Γ.Π.Β. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), «η καθυστέρηση σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων δεν είναι ασυνήθης, ενώ είναι και πλήρως κατανοητή».  Στην υπόθεση Ε.Α. ν. ΔημοκρατίαΠοιν. Εφ. 231/18, ημερ. 19.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, ECLI:CY:AD:2019:B473, γίνεται ευρεία ανασκόπηση της νομολογίας, επισημαίνοντας ότι σε σεξουαλικής φύσης υποθέσεις, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα, δεν είναι πλέον αναμενόμενο ότι το θύμα θα προβεί σε παράπονο με την πρώτη ευκαιρία, το οποίο χαρακτηρίζεται ως απαρχαιωμένη αντίληψη, ένεκα του τραύματος το οποίο προκαλείται στον ψυχισμό τους. Όταν εγείρεται θέμα κατασκευασμένου παραπόνου το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα ως προς τους ενδεχόμενους λόγους καθυστέρησης, στηριζόμενο στην κοινή λογική και ανθρώπινη εμπειρία χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων. Προκύπτει από τη μαρτυρία της παραπονούμενης ότι ο λόγος της καθυστέρησης στην υποβολή παραπόνου, οφείλεται στη σχέση συναισθηματικής εξάρτησης η οποία είχε δημιουργηθεί με τον Εφεσείοντα στην οποία ένοιωθε παγιδευμένη και φυλακισμένη. 

……..

Τοιουτοτρόπως δεν χρειάζεται προειδοποίηση σε κάθε υπόθεση καθυστερημένου παραπόνου. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από το σύγγραμμα Rook and Ward on Sexual Offences έκδοση (2021), στην παρ. 19.114, σελ. 1091:

"In cases which depend upon the credibility of the complainant, there will frequently be evidence of (i) contemporary lies; (ii) late disclosure; (iii) significant inconsistencies between accounts; and (iv) particularly in cases where sexual abuse is alleged over a substantial period, allegations raised for the first time when the complainant gives evidence at trial. Where any of these issues are of significance to the complainant's reliability and credibility, the trial judge should properly expose them in his summing up. It does not, however follow, that in such cases a Makanjuola warning is necessary. The critical issue is that the jury can properly evaluate the evidence"(Υπογράμμιση δική μας).

Ως παράδειγμα εφαρμογής της Makanjuola στο εν λόγω σύγγραμμα (παρ. 19.115), αναφέρεται η απόφαση του Εφετείου της Βόρειας Ιρλανδίας στην Udaykamaur vJoshi [2012] NICA 56

Κατά πόσο θα δοθεί προειδοποίηση είναι θέμα το οποίο επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, και παράλειψη να το πράξει δεν συνιστά απαραίτητα καλή βάση για επιτυχημένη έφεση (Blackstone's Criminal Practice 2023, F.5), ακόμη και αν όλα τα μέλη του Εφετείου θα έδιναν τέτοια προειδοποίηση (βλ. BJ [2020] NICA 5).

 

Αυτή κρίνουμε πως είναι η περίπτωση ενώπιόν μας. Η μαρτυρία της παραπονούμενης ουδεμία αμφιβολία μας αφήνει για την ποιότητά της. Αντιθέτως, κρίνουμε πως παρέχει απόλυτη ασφάλεια για εξαγωγή ευρημάτων χωρίς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Συνακόλουθα, η μαρτυρία της παραπονούμενης κρίνεται αξιόπιστη και υιοθετείται στο σύνολό της.

 

Εκ της αξιόπιστης μαρτυρίας της παραπονούμενης και εις επίμετρον των όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί, διαπιστώνουμε και τα ακόλουθα· εντός της περιόδου 2019 με 2021 ο κατηγορούμενος άρχισε να επιδεικνύει διαφορετική συμπεριφορά απέναντι στην παραπονούμενη. Άρχισε να έχει μαζί της πιο ανοικτές συζητήσεις, δηλαδή να της μιλά για σεξουαλική επαφή, να την ερωτά αν άρχισε η ίδια τη σεξουαλική της ζωή και να της λέει κάποιες στάσεις που αρέσουν στον ίδιο. Πολλές φορές της είπε πως σκεφτόταν ότι ήταν οι δύο μαζί και έκαναν σεξ, ότι είναι πολύ ωραία γυναίκα και δεν την βλέπει σαν 15 χρονών αλλά σαν 25, ενώ σε περιπτώσεις που η ίδια έβαζε φωτογραφίες στο Instagram, της έστελνε μηνύματα ή όταν βρίσκονταν κατ’ ιδίαν της έλεγε ότι είναι «μουνάρα», ότι τον «καυλώνει» και «έππεσε πολύ μούτσιο κατά τη διάρκεια που έβλεπε τη φωτογραφία». Τα μηνύματα που της έστειλε τα διέγραφε και έλεγε και στην ίδια να τα διαγράφει. Επίσης, της έλεγε πως ό,τι λένε είναι μεταξύ τους. Τις φράσεις ότι τον «καυλώνει» και ότι είναι «μουνάρα» τις έλεγε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη και σε άλλες περιπτώσεις που έτυχε να βρεθούν. Μία φορά, καθ’ ον χρόνο είχαν εξετάσεις πιο μικροί μαθητές και η παραπονούμενη πήγε για να μάθει τον τρόπο που εξετάζει τα μωρά, σε κάποιο στάδιο της εξέτασης παρέμεινε να βλέπει την παραπονούμενη, την κάλεσε να καθίσει δίπλα του και σαν έκανε την εξέταση της είπε ότι τον καυλώνει και δεν μπορεί να σταματήσει να την βλέπει. Σε άλλη περίπτωση της μιλούσε για στάσεις και προκαταρκτικά και επειδή η παραπονούμενη είχε βάλει σκουλαρίκι στη γλώσσα της είπε να τη φιλήσει για να το δοκιμάσει. Η ίδια του απάντησε «δεν χρειάζεται». Όποτε περνούσαν λίγες μέρες να πάει στη σχολή, όταν πήγαινε την αγκάλιαζε και τη φιλούσε και κάποιες φορές πήγαινε πιο κοντά στο στόμα. Άλλοτε πάλι της έλεγε ότι είναι μουνάρα και είναι κρίμα που εκείνος είναι μεγαλύτερος, γιατί αν ήταν πιο μικρός σίγουρα θα είχε σχέση μαζί της, παρόλο που πολλές φορές της είπε ότι η ηλικία δεν παίζει ρόλο και της έλεγε φαντασιώσεις του μαζί της. Όταν δε η παραπονούμενη συνόδευσε μικρούς μαθητές του κατηγορούμενου στην Ουγγαρία και η ίδια πήγε χωρίς τη συνοδεία των γονιών της, ο κατηγορούμενος την κάλεσε να μεταβεί στο δωμάτιό του για να της κάνει μασάζ. Η ίδια δεν πήγε.

 

Κατά την ίδια περίοδο, 2019-2021, στην Παλλουριώτισσα, σε μία περίπτωση που είχε private προπόνηση μαζί με τον κατηγορούμενο, δεν ήταν ολόκληρο μάθημα παρά μόνο μικρό χρονικό διάστημα που προηγείτο του κανονικού μαθήματος που θα ακολουθούσε, επιχειρώντας ο κατηγορούμενος να διορθώσει τη στάση της παραπονούμενης πήγε από πίσω της και ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στο σώμα της.

 

Σε άλλη περίπτωση, πάλι μεταξύ των ετών 2019-2021 και πάλι στην Παλλουριώτισσα σε χρόνο που ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη ήταν μόνοι στη σχολή, πήγε από πίσω της και άρχισε να της κάνει μασάζ και όπως της έκανε μασάζ έβαλε τα χέρια του μέσα από την μπλούζα της και έπιασε το στήθος της. Το εν λόγω επεισόδιο διήρκησε κάποια δευτερόλεπτα.

 

Στη Λευκωσία και μεταξύ των ετών 2019-2021 και καθ’ ον χρόνο ο κατηγορούμενος μετέφερε την παραπονούμενη με το όχημά του, έβαλε το χέρι του στη γάμπα της και τη χάιδεψε και προχωρούσε προς τα γεννητικά όργανα. Επίσης, τη χάιδεψε στο στήθος.  Αυτή η ενέργεια ήταν πάνω από τα ρούχα.

 

Κατά την ίδια ανωτέρω περίοδο, 2019-2021, στη σχολή στα Λατσιά και ενόσω η παραπονούμενη καθόταν στον καναπέ, την προσέγγισε και άρχισε να της κάνει μασάζ στην πλάτη και κατέβαινε προς τα κάτω και φθάνοντας στα οπίσθια άρχισε να την τρίβει έντονα, τράβηξε το παντελόνι της και είδε το εσώρουχο που φορούσε και σε κάποιο στάδιο έβαλε ολόκληρο το χέρι του στον πισινό της και άγγιξε και τα γεννητικά της όργανα. Όλα αυτά πάνω από τα ρούχα, πλην της περίπτωσης που κατέβασε λίγο το παντελόνι που φορούσε και είδε το εσώρουχό της. Επίσης, τη φίλησε στα οπίσθια.

 

Ακόμη, κατά την ίδια περίοδο, 2019-2021, τόσο στα Λατσιά όσο και στον Λυθροδόντα, για περισσότερες από μία περίπτωση σε κάθε μία από τις σχολές στις ανωτέρω πόλεις, προφασιζόμενος ο κατηγορούμενος ότι θα έκανε μασάζ στην παραπονούμενη, της έπιασε τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα.

 

Τέλος, την 13/05/2021 στη σχολή στην Παλλουριώτισσα, όταν ο κατηγορούμενος είδε την παραπονούμενη που μετέβη στη σχολή για τους λόγους που ανωτέρω διαπιστώσαμε, την αγκάλιασε, τη φίλησε στον λαιμό και αποπειράθηκε να τη φιλήσει στο στόμα. Εκείνη αποτραβήχτηκε.

 

Βασιζόμενοι πλέον στις ανωτέρω διαπιστώσεις μας στρέφουμε την προσοχή μας στη νομική πτυχή των κατηγοριών. Όπως έχουμε υποδείξει, το σύνολο τούτων εδράζεται στο άρθρο 6(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014. Με γνώμονα τα όσα αναφέρονται στις υποθέσεις Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 178/17, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 και Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, σημειώνουμε ότι αναμφίβολα οι ανωτέρω διαπιστώσεις μας για τις πράξεις που ο κατηγορούμενος διενήργησε ανά περίπτωση, δηλαδή το άγγιγμα των γεννητικών οργάνων, των οπισθίων, του στήθους, αλλά ακόμη και το χάιδεμα στη γάμπα, καθώς και η αγκαλιά σε συνδυασμό με την προσπάθεια εκμαίευσης φιλιού στο στόμα, είτε συνδυαστικά είτε αυτοτελώς ως εντοπίζονται στις κατηγορίες και βεβαίως καθένα ξεχωριστά, υπό την περίσταση που διενεργήθηκε, και σε συσχετισμό με τις εκάστοτε φραστικές θέσεις του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη, οι οποίες είχαν προηγηθεί σε χρόνο των επίδικων συμβάντων, συνιστούν σεξουαλική πράξη εν τη εννοία του άρθρου 2 του Ν.91(Ι)/2014. Η σχέση που ο κατηγορούμενος είχε με την ανήλικη παραπονούμενη κατά τον επίδικο χρόνο, διερευνάται υπό το φως των όσων διαυγώς τέθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας ανωτέρω. Επαναλαμβάνουμε τα όσα εκεί αναφέρθηκαν, δηλαδή ότι:

 

«Στον ορισμό της σεξουαλικής εκμετάλλευσης στο άρθρο 2 του Ν.87(Ι)/2007, δεν περιλαμβάνεται η κατάχρηση θέσης «εμπιστοσύνης». Το στοιχείο αυτό προστέθηκε με τον μεταγενέστερο Ν.91(Ι)/2014. Όμως, εξ αντιπαραβολής της ερμηνείας των όρων «κατάχρηση εξουσίας» στο άρθρο 2 του Ν.87(Ι)/2007 αφενός, και «θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής» στο άρθρο 2 του Ν.91(Ι)/2014 αφετέρου, προκύπτει ότι το λεκτικό είναι κατ΄ουσίαν πανομοιότυπο. Στον δε ορισμό της «κατάχρησης εξουσίας» στον περιλαμβάνεται ρητώς η κατάχρηση θέσης επιρροής. Με βάση τα γεγονότα της ενώπιον μας υπόθεσης, για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης άμεσα σχετική είναι η έννοια της αναγνωρισμένης θέσης επιρροής. 

Ως προς τη σημασία της λέξης «επιρροή» στο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη (1998) η λέξη «επιρροή» ερμηνεύεται ως: «η επίδραση σε πρόσωπο ή στη διαμόρφωση αποτελέσματος». Επομένως, ο όρος «αναγνωρισμένη θέση επιρροής», σημαίνει θέση εκ της οποίας ο ενήλικας «Α» αντικειμενικά μπορεί να ασκήσει επιρροή στον ανήλικο «Β». To οποίο εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της θέσης και σχέσης την οποία ο ενήλικας αναπτύσσει με τον ανήλικο. Η κατάχρηση «αναγνωρισμένης θέσης επιρροής» δύναται να καλύψει μεγάλο αριθμό περιπτώσεων οι οποίες δεν μπορούν να προσδιοριστούν εξαντλητικά.

Για παράδειγμα στην επεξηγηματική έκθεση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Παιδιών ενάντια στη Σεξουαλική Εκμετάλλευση και Σεξουαλική Κακοποίηση (υπογραφείσα στο Lanzarote στις  25.10.2007), στις παραγράφους 123 και 124 δίνεται πολύ ευρεία ερμηνεία στην έννοια της «αναγνωρισμένης θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής» στο άρθρο 18(1)(β) της Σύμβασης, με πάμπολλα παραδείγματα σχέσεων οι οποίες εμπίπτουν σε αυτό το πλαίσιο, τονίζοντας μάλιστα στο τέλος της παραγράφου 124: ".This list is not exhaustivebut aims at giving a description of the wide range of the recognised positions of trustauthority or influence". Με κάθε σεβασμό δεν θεωρούμε ότι τα  αποφασισθέντα στην Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 178/2017, ECLI:CY:AD:2018:B457, ημερ. 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, μας δεσμεύουν σε σχέση με την έννοια της «αναγνωρισμένης θέσης εμπιστοσύνης» κάτω από την Οδηγία 2011/93/ΕΕ, καθότι αντικείμενο της απόφασης δεν ήταν η έννοια της «αναγνωρισμένης θέσης εξουσίας ή επιρροής» κάτω από τον Ν.87(Ι)/2007.

 Η σεξουαλική εκμετάλλευση λόγω κατάχρησης αναγνωρισμένης θέσης επιρροής προϋποθέτει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της άσκησης επιρροής αφενός, και της διαμόρφωσης της βούλησης του θύματος αφετέρου, προς τον σκοπό τέλεσης της παράνομης πράξης».

 

Καταλήγουμε εν προκειμένω ότι υπό τις περιστάσεις, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο προπονητής της παραπονούμενης στο καράτε και ένεκα τούτου είχαν αναπτύξει φιλική σχέση και συμπάθεια μεταξύ τους και μάλιστα η παραπονούμενη τον έβλεπε σαν δεύτερο πατέρα, εμπίπτει στα όσα ανωτέρω αναφέρονται και εκ των διαπιστωθεισών ενεργειών του κατηγορουμένου, ως ανωτέρω αναφέρονται, προκύπτει κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης ή επιρροής. 

 

Περαιτέρω, η ηλικία της ανήλικης παραπονούμενης κατά τον χρόνο διενέργειας των όσων έχουν διαπιστωθεί, δηλαδή τα έτη 2019 με 2021, ήταν τότε μεταξύ 14 και 16 ετών, οδηγεί στο αναπόδραστο ότι ήταν κάτω των 18 ετών και συνεπώς παιδί εν τη εννοία των διατάξεων του Ν.91(Ι)/2014.


Όλα τα ανωτέρω ικανοποιούν έξω από κάθε λογική αμφιβολία το σύνολο των συστατικών στοιχείων των κατηγοριών 3 και 5 έως 8, ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις εν λόγω κατηγορίες.

 

Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, οι ανωτέρω διαπιστώσεις μας ικανοποιούν τόσο τον χρόνο όσο και τον χώρο, καθώς και το είδος των αγγιγμάτων που εκεί αναφέρονται, πλην όμως όχι ως πράξεις που διενεργήθηκαν μέσα από το παντελόνι, εφόσον ρητή και απερίφραστη ήταν η θέση της παραπονούμενης πως τούτο έγινε έξω από το παντελόνι. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος και έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 85(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, είμαστε της γνώμης ότι μας επιτρέπεται, και υπό τις περιστάσεις είναι εύλογο και δίκαιο, να διαπιστωθεί καταδίκη του κατηγορούμενου για το μέρος των εκεί αναφερόμενων λεπτομερειών, με την επισήμανση δηλαδή πως οι εκεί αναφερόμενες πράξεις ήταν έξω από το παντελόνι και όχι εντός αυτού (βλ. Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 175). Ως εκ τούτου, με αυτή την επισήμανση, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο μέρος της τέταρτης κατηγορίας, κατά πώς εξηγήθηκε, έξω από κάθε λογική αμφιβολία.

 

Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 1 και 2, καίτοι οι ανωτέρω διαπιστώσεις μας συνιστούν πλήρωση των συστατικών στοιχείων των εν λόγω κατηγοριών, προκύπτει εντούτοις πως ο αναφερόμενος στις λεπτομέρειες της κατηγορίας χώρος διάπραξης του αδικήματος είναι εσφαλμένος. Εν προκειμένω απασχόλησε το Δικαστήριο η ευχέρεια τροποποίησης του κατηγορητηρίου κατά πώς διαλαμβάνεται στις διατάξεις του άρθρου 85(4) του Κεφ. 155, δια προσθήκης νέας πανομοιότυπης κατηγορίας, με μόνη διάφορα τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος και αυτό χωρίς να διαλανθάνουν την προσοχή μας τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Αθηνάκη ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 218/2017, ημερ. 28/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B269 και συγκεκριμένα ότι η ημερομηνία διάπραξης δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ανάλογα ισχύουν βεβαίως και για τον χώρο διάπραξης. Περιπλέον, υπόψιν μας είχαμε και τα όσα επίσης σχετικά αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 99/21, ημερ. 11/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:B183 και συγκεκριμένα ότι:

 

«Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης και ότι η υπεράσπιση του Εφεσείοντα ήταν ότι ουδέποτε παρενόχλησε με οποιοδήποτε τρόπο σεξουαλικά την παραπονούμενη και ότι η παρενόχληση σε εσωτερικό μέρος των γεννητικών οργάνων είναι επιβαρυντικό στοιχείο σε σχέση με παρενόχληση σε εξωτερικό μέρος τους, καταλήγουμε ότι δεν τεκμηριώνεται δυσμενής επηρεασμός του Εφεσείοντα και είναι ορθό και δίκαιο να προβούμε στην τροποποίηση ώστε να προσδοθεί στην υπόθεση η πραγματική της διάσταση».


Είμαστε πεπεισμένοι ότι ανάλογα ισχύουν και στην υπό κρίση περίπτωση. Η προσθήκη δύο νέων κατηγοριών, ως αναφέρθηκε, δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του κατηγορούμενου, ο οποίος ούτως ή άλλως αρνήθηκε το σύνολο των περιστατικών και αντεξέτασε εκτενώς την παραπονούμενη σε σχέση με όλα τα επίδικα περιστατικά, τόσο για τον χώρο που αναφέρεται στις υφιστάμενες λεπτομέρειες, όσο και για εκείνον που το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι διαπράχθηκε το αδίκημα. Ως εκ των ανωτέρω, προστίθενται οι κατηγορίες 9 και 10 με τις ίδιες λεπτομέρειες ως οι αντίστοιχες κατηγορίες 1 και 2, πλην του χώρου διάπραξης του αδικήματος.

 

ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ


«Σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(4)(α), 14 και 34 του Περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 όπως τροποποιήθηκε».

 

Ένατη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, την 13η Μαΐου 2021 στην Παλλουριώτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσία, (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή την αγκάλιασε, τη φίλησε στον λαιμό και αποπειράθηκε να τη φιλήσει στο στόμα.

 


ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ


«Σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(4)(α), 14 και 34 του Περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 όπως τροποποιήθηκε».

 

 

Δέκατη κατηγορία

Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2021 στην Παλλουριώτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης επάνω σε παιδί, όντας εκπαιδευτής του σε πολεμικές τέχνες, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ι.Ν. από τη Λευκωσίας (ημ. γενν. 6/5/2005), δηλαδή έβαλε τα χέρια του μέσα στην μπλούζα της και της έπιασε το στήθος.

 

Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις κατηγορίες 9 και 10, ενώ στις κατηγορίες 1 και 2 αθωώνεται για τους λόγους που ανωτέρω εξηγήσαμε.

 

 

 

Υπ.)........................................
                                                                                       Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ
                                                                                                           (Υπ.)........................................                                                                                                                  Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ
                                                                                                           (Υπ.)........................................                                                                                                                      Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ

 

 

Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο