ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.
Ν. Οικονόμου, A.Ε.Δ.
Α. Λουκά, Ε.Δ.
Υπόθεση Αρ.: 11021/2024
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
v
Ε.I.K.
Κατηγορούμενης
Ημερομηνία: 15 Μαΐου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Ματθαίου για τον Γενικό Εισαγγελέα.
Για την Κατηγορούμενη: κ. Σ. Αργυρού.
Κατηγορούμενη παρούσα.
-----------------------------------------------------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αναφορικά με την αμφισβήτηση της εγκυρότητας των Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας)
1. Ενώπιον του Δικαστηρίου καταθέτει η Αστ. […] (ΜΚ 18). Η μαρτυρία της αφορά, μεταξύ άλλων, στη λήψη μαρτυρικού από τις Γερμανικές Αρχές κατά την εκτέλεση Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας (στο εξής «ΕΕΕ») στη Γερμανία (Έγγραφο ΙΕ, η κατάθεση της).
2. Έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια, τέσσερις ΕΕΕ, που εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 18/7/2024 (Αίτηση18/24 – Τεκμήριο 48), 26/7/2024 (Αίτηση 19/24 – Τεκμήριο 49), 2/9/2024 (Αίτηση 29/24 – Τεκμήριο 50) και 13/9/2024 (Αίτηση 33/24 – Τεκμήριο 51).
3. Η Υπεράσπιση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι θα έχει ένσταση στην κατάθεση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που συνέλεξαν οι Γερμανικές Αρχές και προτίθεται να καταθέσει η Κατηγορούσα Αρχή.
4. Το Δικαστήριο στη συνέχεια ζήτησε διευκρινίσεις ως προς τους λόγους ένστασης και τον όγκο και τη φύση του υλικού που θα κατατεθεί ώστε να εξεταστεί ο τρόπος διαχείρισης της ένστασης.
5. Δηλώθηκε ως παραδεκτή η αντιστοιχία των ΕΕΕ με τα τεκμήρια που προτίθεται να καταθέσει η Κατηγορούσα Αρχή ως αυτά εμφαίνονται και στον κατάλογο τεκμηρίων, Τεκμήριο 2, αλλά και στον κατάλογο που επισυνάπτει η ΜΚ 18 στην κατάθεση της. Σημειώνουμε ότι η ΜΚ 18 προτίθεται να καταθέσει το αποδεικτικό υλικό που αφορά τις ΕΕΕ, Τεκμήρια 48, 49 και 51. Το αποδεικτικό υλικό της ΕΕΕ, Τεκμήριο 50, θα κατατεθεί από άλλο μάρτυρα.
6. Το Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις και των δύο πλευρών στις 4/5/2026 και στις 8/5/2026.
7. Η Υπεράσπιση στηρίζει την ένσταση της σε πολλές βάσεις. Αμφισβητεί την εγκυρότητα της έκδοσης των ΕΕΕ, τον τρόπο εκτέλεσης αλλά και τη νομιμότητα λήψης του επιχειρούμενου προς κατάθεση αποδεικτικού υλικού.
8. Το Δικαστήριο έκρινε ορθότερο, δεχόμενο τις εισηγήσεις και των δύο μερών, να αποφασίσει πρώτα επί της εγκυρότητας των ΕΕΕ (Τεκμήρια 48 – 51). Ζητήματα που αφορούν στο μαρτυρικό υλικό που συλλέχθηκε από τις Γερμανικές αρχές, στη μεθοδολογία και στον τρόπο εκτέλεσης των εντολών, θα πρέπει να εξεταστούν στη συνέχεια με το απαραίτητο υπόβαθρο μαρτυρίας.
9. Παραθέτουμε στη συνέχεια την επιχειρηματολογία των συνηγόρων που αφορά αποκλειστικά την αμφισβήτηση της εγκυρότητας των ΕΕΕ.
10. Ο κος Αργυρού, στηριζόμενος στον Περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας Νόμο, Ν.181(Ι)/2017, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «Ν.181(Ι)/2017») και την Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις (στο εξής η «Οδηγία») υποστήριξε:
(1) ότι οι ΕΕΕ εκδόθηκαν από αναρμόδιο Δικαστήριο, δηλ. το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενώ αρμόδιο θα έπρεπε να είναι το Κακουργιοδικείο που έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης [παρέπεμψε στο άρθρο 2 του Ν.181(Ι)/2017]∙
(2) ότι οι ΕΕΕ, Τεκμήρια 49 και 51 εκδόθηκαν χωρίς να τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας και κατά εταιρείας που δεν είναι κατηγορούμενη και χωρίς να ενημερώνεται το δικαστήριο κατά την έκδοση∙
(3) ότι οι ΕΕΕ δόθηκαν στην Υπεράσπιση μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 10 ημερών για άσκηση έφεσης, στερώντας της το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη [παρέπεμψε σχετικά στο άρθρο 15 (2) (β) του Ν.181(Ι)/2017]. Το αρμόδιο Δικαστήριο (δηλαδή το Κακουργιοδικείο), ήταν η θέση του, θα ήλεγχε την επίδοση∙
(4) ταυτοχρόνως, εισηγείται ο συνήγορος, οι ΕΕΕ εκδόθηκαν κατά παράβαση του Άρθρου 11 § 6 του Συντάγματος, αφού η υπόθεση είχε ήδη καταχωριστεί και εξασφαλιστεί πλέον η κράτηση της κατηγορούμενης για σκοπούς δίκης∙ και τέλος
(5) ότι οι ΕΕΕ δεν μεταφράστηκαν στα γερμανικά ώστε να επιδοθούν στην κατηγορούμενη, παραβιάζοντας τα δικαιώματά της και τη σχετική νομοθεσία [παρέπεμψε στο άρθρο 3, Ν.181(Ι)/2017 – Δικαστική Απόφαση και επομένως «ουσιώδες έγγραφο» δυνάμει του περί του Δικαιώματος σε Διερμηνεία και Μετάφραση κατά την Ποινική Διαδικασία Νόμος, Ν.18(I)/2014 (στο εξής «Ν.18(Ι)/2014»)].
11. Η κα Ματθαίου προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις:
(1) η Οδηγία δεν απαιτεί η αρχή έκδοσης να είναι το ίδιο το εκδικάζον δικαστήριο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι η καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδια αρχή έκδοσης βάσει του άρθρου 2 του Ν.181(Ι)/2017 αφού τα αδικήματα αφορούν πράξεις που τελέστηκαν στο εξωτερικό (Γερμανία) αλλά εμπίπτουν στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ 154 (στο εξής «ΠΚ») δυνάμει των άρθρων 5(1)(ε)(vi) και 6 που ορίζει ως (κατά τόπο) αρμόδιο το Δικαστήριο της Επαρχίας Λευκωσίας∙
(2) οι ΕΕΕ μπορούν να εκδοθούν σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και πριν την εκδίκαση∙
(3) η αναλογικότητα έκδοσης ελέγχεται από την αρχή έκδοσης κατά το στάδιο της έκδοσης της ΕΕΕ∙
(4) η έρευνα σε υποστατικά επιτρέπεται ανεξάρτητα από το αν αυτά ανήκουν σε κατηγορούμενο, αρκεί να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θα ίσχυαν σε μια εγχώρια υπόθεση [παρέπεμψε σχετικά στο άρθρο 7(1)(β) του Ν.181(Ι)/2017]∙
(5) ο Ν.181(Ι)/2017 προβλέπει το ένδικο μέσο της έφεσης για ουσιαστικούς λόγους εντός 10 ημερών από την έκδοση, δικαίωμα το οποίο η Υπεράσπιση ουδέποτε άσκησε, ούτε ζήτησε παράταση∙ και
(6) δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση δικαιωμάτων, καθώς οι ΕΕΕ δόθηκαν στην Υπεράσπιση στα ελληνικά από τον Μάρτιο του 2025, ενώ η κατηγορούμενη είχε στη διάθεσή της διερμηνέα.
12. Η κα Ματθαίου παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στις Προδικαστικές Παραπομπές, C–584/19, 8/12/2020, C–548/21, 4/10/2024 και C–670/22, 30/4/2024 του ΔΕΕ, στις AL and EJ v France (dec.), Application nos 44715/20 and 47930/21, 24/9/2024 του ΕΔΔΑ και στο σύγγραμμα της Δ. Μπλίτσα, Διακρατική Συλλογή και Δικαστική Αξιοποίηση Ποινικών Αποδείξεων στην ΕΕ (Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας και οι Αποδείξεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας), (Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2025). Αναφορά θα γίνει στη συνέχεια.
13. Η Οδηγία θεσπίστηκε με σκοπό την απλοποίηση ενός κατακερματισμένου καθεστώτος συλλογής αποδεικτικών στοιχείων σε υποθέσεις με διασυνοριακή διάσταση [βλ. αιτιολογικές σκέψεις (5) – (8) της Οδηγίας και Προδικαστική Παραπομπή, C–670/22, 30/4/2024 (Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως του ΔΕΕ), σκέψη 86]. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη (7) της Οδηγίας:
«(7) Η νέα αυτή προσέγγιση θα πρέπει να βασίζεται σε ένα και μοναδικό μέσο, το οποίο ονομάζεται Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ). Η έκδοση μιας ΕΕΕ αποσκοπεί στην εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων στο κράτος εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος («κράτος εκτέλεσης») με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της αρχής εκτέλεσης.»
14. Ο Ν.181(Ι)/2017 θεσπίστηκε με σκοπό την ενσωμάτωση των προνοιών της Οδηγίας. Ο Ν.181(Ι)/2017 προνοεί για την έκδοση ΕΕΕ από τις αρχές της Δημοκρατίας για σκοπούς λήψης μαρτυρικού υλικού σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ΕΕ») αλλά και τον τρόπο εκτέλεσης ΕΕΕ που λαμβάνονται από άλλες χώρες της ΕΕ για εκτέλεση στη Δημοκρατία.
15. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν.181(Ι)/2017 «κυπριακή αρχή έκδοσης»:
«… σημαίνει Επαρχιακό Δικαστή στην επαρχία του οποίου υπάγεται η κατά τόπο αρμοδιότητα εκδίκασης της αξιόποινης πράξης αναφορικά με την οποία εκδίδεται η ΕΕΕ∙»
16. Ο κ. Αργυρού στο επιχείρημα του περί αναρμοδιότητας, στηρίχθηκε στην ερμηνεία του όρου «αρχή έκδοσης» στο ίδιο άρθρο η οποία:
«… σημαίνει τις πιο κάτω αρχές κράτους έκδοσης άλλου από την Δημοκρατία:
(α) δικαστή, δικαστήριο, ανακριτή ή εισαγγελέα με αρμοδιότητα στη συγκεκριμένη υπόθεση,..»
17. Λόγω της φύσης των αδικημάτων (που δεν εκδικάζονται συνοπτικά) αλλά και ορθής ανάγνωσης του αντίστοιχου ερμηνευτικού άρθρου 2 της Οδηγίας[1] μόνο το Κακουργιοδικείο έχει και είχε, κατά τη θέση του, δικαιοδοσία έκδοσης ΕΕΕ.
18. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Υπεράσπιση δεν έχει καταχωρίσει έφεση κατά των αποφάσεων έκδοσης των ΕΕΕ ή αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ούτε έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα στο κράτος εκτέλεσης. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι αντίγραφα των τεσσάρων επίδικων ΕΕΕ στα ελληνικά παραδόθηκαν στην Υπεράσπιση στις 3/3/2025 μαζί με τα αποδεικτικά στοιχεία που εξασφαλίστηκαν από τις Γερμανικές Αρχές. Η σχετική απόδειξη παραλαβής των εγγράφων/τεκμηρίων με ημερομηνία 3/3/2025 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 52. Δεν είναι ξεκάθαρο αν δόθηκαν μεταφράσεις των ΕΕΕ στα γερμανικά, αλλά όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια αυτό δεν έχει σημασία για τα ζητήματα που καλούμαστε να αποφασίσουμε.
19. Ο κ. Αργυρού, στηριζόμενος το άρθρο 15 (2) του Ν.181(Ι)/2017, υπέβαλε ότι αποστερήθηκε του δικαιώματος καταχώρισης έφεσης και ως εκ τούτου, εισηγήθηκε, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας ελέγχου της εγκυρότητας των ΕΕΕ περιλαμβανομένων και των «ουσιαστικών λόγων» έκδοσης τους.
20. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.181(Ι)/2017 η ΕΕΕ:
«… είναι δικαστική απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους έκδοσης με σκοπό- (α) Την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος ως κράτος εκτέλεσης για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, ή/και
(β) τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων ευρισκομένων ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης.» (Έμφασις δική μας)
21. Κατά την έκδοση της το Δικαστήριο δεν ενεργεί μηχανιστικά. Ασκεί δικαστική κρίση στη βάση των όσων προβλέπονται στο άρθρο 7 (1) και (2) του Ν.181(Ι)/2017 (βλ. επίσης άρθρο 6 §§ 1 και 2 της Οδηγίας), ήτοι:
«7.-(1) Η κυπριακή αρχή έκδοσης δύναται να εκδίδει ΕΕΕ μόνον όταν κρίνει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Η έκδοση της ΕΕΕ είναι απαραίτητη και αναλογική για τους σκοπούς της προβλεπόμενης στο άρθρο 5 διαδικασίας, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων του υπόπτου ή του κατηγορουμένου·
(β) το ή τα ερευνητικά μέτρα που προβλέπονται στην ΕΕΕ θα μπορούσαν να είχαν διαταχθεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
(2) Οι αναφερόμενες στο εδάφιο (1) προϋποθέσεις αξιολογούνται σε κάθε υπόθεση από την κυπριακή αρχή έκδοσης.»
22. Σχετικές ως προς τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει αίτημα για έκδοση ΕΕΕ είναι οι αιτιολογικές σκέψεις (10) – (12) της Οδηγίας:
«(10) Η ΕΕΕ θα πρέπει να επικεντρώνεται στο προς εκτέλεση ερευνητικό μέτρο. Η αρχή έκδοσης είναι η πλέον αρμόδια να αποφασίζει, βάσει των στοιχείων που διαθέτει όσον αφορά τις λεπτομέρειες της σχετικής έρευνας, ποιο ερευνητικό μέτρο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί. ...
(11) Η ΕΕΕ θα πρέπει να επιλέγεται όταν η εκτέλεση ενός ερευνητικού μέτρου δείχνει αναλογική, ενδεδειγμένη και εφαρμόσιμη σε μια υπόθεση. Η αρχή έκδοσης θα πρέπει συνεπώς να επαληθεύσει εάν τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία είναι αναγκαία και αναλογικά για τους σκοπούς της διαδικασίας, εάν το επιλεχθέν ερευνητικό μέτρο είναι αναγκαίο και αναλογικό για τη συλλογή των στοιχείων και κατά πόσον, μέσω της έκδοσης ΕΕΕ, κάποιο άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να μετάσχει στη συλλογή των στοιχείων. Η ίδια εκτίμηση θα πρέπει να γίνει στη διαδικασία επικύρωσης, όταν δυνάμει της παρούσας οδηγίας απαιτείται η επικύρωση μιας ΕΕΕ. ….
(12) Όταν εκδίδει ΕΕΕ, η αρχή έκδοσης δίνει ιδιαίτερη σημασία στην εξασφάλιση του πλήρους σεβασμού των δικαιωμάτων κατά το άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»). Το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα της υπεράσπισης σε ποινική διαδικασία αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο Χάρτη όσον αφορά τον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης. Οποιοσδήποτε περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών από ερευνητικό μέτρο που διατάσσεται βάσει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να συμμορφώνεται πλήρως με τις απαιτήσεις του άρθρου 52 του Χάρτη σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα, την αναλογικότητα και τους στόχους γενικού συμφέροντος που θα πρέπει να επιδιώκει, ιδίως την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων.»
23. Τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 7 του Ν.181(Ι)/2017 συνιστούν επομένως τους «ουσιαστικούς λόγους» έκδοσης ΕΕΕ.
24. Σύμφωνα με το άρθρο 15 (1) και (2) του Ν.181(Ι)/2017:
«15.-(1) Για την εκτέλεση των ερευνητικών μέτρων που προβλέπονται στην ΕΕΕ, εφαρμόζονται ένδικα μέσα ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
(2)(α) Οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση της ΕΕΕ δύνανται να προσβληθούν μόνο με ένδικο μέσο στο έδαφος του κράτους έκδοσης, χωρίς επηρεασμό των διασφαλίσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος εκτέλεσης.
(β) Σε περίπτωση που η ΕΕΕ εκδόθηκε από την κυπριακή αρχή έκδοσης, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο[2] από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, κατά των ουσιαστικών λόγων για τους οποίους εκδόθηκε η ΕΕΕ, εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της.
(γ) Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διαδικαστικό κανονισμό για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου (β).» (Έμφασις δική μας)
25. Κατά τον ίδιο τρόπο με το άρθρο 15 (2) (β) του Ν.181(Ι)/2017, το άρθρο 14 § 2[3] της Οδηγίας προβλέπει ότι οι ουσιαστικοί λόγοι έκδοσης μιας ΕΕΕ (π.χ. επάρκεια ενδείξεων τέλεσης αδικήματος, αναγκαιότητα διενέργειας έρευνας) μπορούν να προβληθούν μόνο ενώπιον των αρχών του κράτους έκδοσης (βλ. Διακρατική Συλλογή και Δικαστική Αξιοποίηση Ποινικών Αποδείξεων στην ΕΕ, ανωτέρω, σελ. 168).
26. Στην Οδηγία δεν συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με αυτή του άρθρου 15 (2) (β) του Ν.181(Ι)/2017 όσον αφορά την χρονική προθεσμία άσκησης έφεσης. Προβλέπεται μόνο δια του άρθρου 14 § 1 ότι:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι για τα ερευνητικά μέτρα που προβλέπονται στην ΕΕΕ είναι διαθέσιμα ένδικα μέσα ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.»
27. Στο σύγγραμμα, Διακρατική Συλλογή και Δικαστική Αξιοποίηση Ποινικών Αποδείξεων στην ΕΕ, ανωτέρω, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 157 – 158:
«… σε ό,τι αφορά την ενημέρωση του υπόπτου/ κατηγορουμένου για την έκδοση ή εκτέλεση μιας ΕΕΕ στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας σε βάρος του, η Οδηγία σιωπά. Οι εθνικές ρυθμίσεις των κρατών – μελών συνήθως δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα των διαδίκων να πληροφορηθούν την υποβολή αιτήματος δικαστικής συνδρομής και την απόφαση επί αυτού για λόγους διαφύλαξης της μυστικότητας και αποτελεσματικότητας της ποινικής διαδικασίας ή προστασίας συμφερόντων έτερων προσώπων. Η φύση εξάλλου, κάποιων ερευνητικών μέτρων επιβάλλει να εκτελούνται εν αγνοία του προσώπου κατά του οποίου στρέφονται.» (Έμφασις δική μας)
28. Όπως σημειώνεται στη συνέχεια στο εν λόγω σύγγραμμα, η αναγκαιότητα διαφύλαξης της μυστικότητας και της αποτελεσματικότητας του ερευνητικού μέτρου έγινε δεκτή από τον Γενικό Εισαγγελέα του ΔΕΕ στις Προτάσεις του ημερ. 29/4/2021 (Opinion) στην Προδικαστική Παραπομπή, C–852/19, 11/11/2021 (Πρώτο Τμήμα). Αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά, τα οποία αν και δεν είναι δεσμευτικά, είναι πειστικής αξίας (σκέψη 49 της γνωμάτευσης του):
«49. Συναφώς, η κατάσταση στην οποία τελεί ένα πρόσωπο το οποίο υπόκειται σε ερευνητικό μέτρο είναι αρκετά διαφορετική από εκείνη του αποδέκτη μιας οριστικής δικαστικής αποφάσεως. Καίτοι στο τελευταίο αυτό πλαίσιο πρέπει να εφαρμόζονται πλήρως οι εγγυήσεις των δικονομικών δικαιωμάτων και πρέπει να τηρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, η εφαρμογή των ίδιων διαδικαστικών προϋποθέσεων στα επιμέρους ερευνητικά μέτρα ενδέχεται να θίξει την πρακτική αξία των εν λόγω μέτρων ή, εν πάση περιπτώσει, αρκετών εξ αυτών. Πράγματι, η υποχρέωση αρχικής κοινοποιήσεως στον ενδιαφερόμενο της έρευνας, της κατασχέσεως ή της διαρκούς παρακολούθησης των τραπεζικών (ή άλλων) ενεργειών του, με την ταυτόχρονη παροχή σε αυτόν της δυνατότητας δικαστικής προσβολής τους, υπονομεύει, στην πράξη, οποιονδήποτε πρακτικό σκοπό του συγκεκριμένου ερευνητικού μέτρου.» (Έμφασις δική μας)
29. Για να πει τα ακόλουθα στη συνέχεια (σκέψεις 56 – 58):
«56. Ωστόσο, όσον αφορά τα ένδικα μέσα που παρέχουν τη δυνατότητα προσβολής της ίδιας της ΕΕΕ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συχνά θα είναι ασυμβίβαστη με τη φύση του ερευνητικού μέτρου η δυνατότητα μεμονωμένης και εκ των προτέρων προσβολής του η οποία έχει ως αποτέλεσμα την ενδεχόμενη αναβολή ή την μη εκτέλεσή του μέτρου στο σύνολό του.
57. Με άλλα λόγια, η άποψη ότι πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει ένα ex ante ένδικο μέσο, υπό τη μορφή δικαστικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου ή δικαιοδοτικού οργάνου με την οποία δύναται να προσβληθεί η νομιμότητα του εν λόγω μέτρου, ουδόλως επιτυγχάνει τη δέουσα εξισορρόπηση μεταξύ της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των προσώπων που αφορά η έρευνα και της αναγκαίας αποτελεσματικότητας των ερευνητικών μέτρων.
58. Ως εκ τούτου, η ποικιλομορφία των προαναφερθέντων μέτρων και ο γενικός χαρακτήρας τους εξηγούν, κατά την άποψή μου, για ποιον λόγο ο νομοθέτης της Ένωσης περιόρισε την υποχρέωση του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/41, στην απαίτηση ισοδυναμίας. Τούτο σημαίνει ότι στην περίπτωση που δεν προβλέπονται ένδικα μέσα, το άρθρο 14, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να τα θεσπίσουν.» (Έμφασις δική μας)
30. Από το λεκτικό του άρθρου 15 (3) του Ν.181(Ι)/2017 (σχετικό και άρθρο 14 § 3 της Οδηγίας) προκύπτει η δυνατότητα αναβολής του χρόνου ενημέρωσης. Αναφέρεται σχετικά:
«(3) Εφόσον δεν υπονομεύεται η ανάγκη διασφάλισης της εμπιστευτικότητας έρευνας, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 20, η κυπριακή αρχή έκδοσης και η κυπριακή αρχή εκτέλεσης, κατά περίπτωση, λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες άσκησης των ένδικων μέσων βάσει, κατά περίπτωση, του δικαίου του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης όταν προσήκει η εφαρμογή τους και σε χρόνο κατάλληλο ώστε να είναι εφικτή η αποτελεσματική άσκησή τους.» (Έμφασις δική μας)
31. Αυτό που επιβάλλει η Οδηγία στα Κράτη Μέλη δια του άρθρου 14 § 4 είναι να:
«… εξασφαλίζουν ότι τα χρονικά όρια για την άσκηση ένδικου μέσου είναι ίδια με αυτά που προβλέπονται σε παρόμοιες εγχώριες υποθέσεις και εφαρμόζονται με τρόπο που εγγυάται τη δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης των εν λόγω ένδικων μέσων από τα ενδιαφερόμενα μέρη.»
32. Στην Προδικαστική Παραπομπή, C–852/19, ανωτέρω, επισημάνθηκε η αναγκαιότητα ύπαρξης πρόσφορων μέσων ένδικης προστασίας σε επηρεαζόμενα πρόσωπα (σκέψη 33):
«… συνεπαγόμενα τη δυνατότητα, αφενός, να αμφισβητήσουν το σύννομο και την αναγκαιότητα των εν λόγω μέτρων καθώς και, αφετέρου, να ζητήσουν κατάλληλη επανόρθωση αν τα μέτρα αυτά διατάχθηκαν ή εκτελέστηκαν παρανόμως. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέπουν στην εσωτερική έννομη τάξη τους τα αναγκαία προς τούτο μέσα ένδικης προστασίας.»
33. Στην εν λόγω υπόθεση το δίκαιο της χώρας έκδοσης (της Βουλγαρίας), δεν προέβλεπε κανένα μέσο ένδικης προστασίας κατά της εκδόσεως ΕΕΕ. Το ΔΕΕ προχώρησε αναφέροντας τα επίσης σχετικά (σκέψεις 40 – 41):
«40 Επιπλέον, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/41, οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας μπορούν να προσβληθούν μόνο με ένδικο μέσο ασκούμενο εντός του κράτους μέλους εκδόσεως.
41 Επομένως, για να μπορούν να ασκούν λυσιτελώς το διασφαλιζόμενο στο άρθρο 47 του Χάρτη δικαίωμά τους τα πρόσωπα τα οποία αφορά η εκτέλεση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας που εκδόθηκε ή επικυρώθηκε από δικαστική αρχή του κράτους μέλους αυτού και που έχει ως αντικείμενο τη διενέργεια έρευνας και κατασχέσεως, εναπόκειται στο εν λόγω κράτος μέλος να μεριμνά ώστε τα ως άνω πρόσωπα να έχουν δυνατότητα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου του ίδιου κράτους μέλους η οποία να τους παρέχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την αναγκαιότητα και το σύννομο της αποφάσεως αυτής, τουλάχιστον ως προς τους ουσιαστικούς λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η έκδοση της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας.» (Έμφασις δική μας)
34. Στην Προδικαστική Παραπομπή, C–670/22, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (σκέψη 88):
«88 Συνεπώς, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/41 επιβάλλει τη διενέργεια ελέγχου της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της έκδοσης της ΕΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών των διαδικασιών που αναφέρονται στο άρθρο 4 της οδηγίας. Το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο καθορίζει τα είδη των διαδικασιών για τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ΕΕΕ, προβλέπει, στο στοιχείο αʹ, ότι μία τέτοια εντολή μπορεί να εκδοθεί για «ποινική διαδικασία που κινείται από δικαστική αρχή ή μπορεί να κινηθεί ενώπιόν της για ποινικό αδίκημα βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης». Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή παραπέμπει στο δίκαιο του κράτους έκδοσης, η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα της έκδοσης τέτοιας εντολής πρέπει να αξιολογείται μόνον υπό το πρίσμα του δικαίου αυτού.
35. Από την ανάγνωση των άρθρων 15 (2) (α), (3) και 20 του Ν. 181(Ι)/2017, θεωρούμε ότι δεν προκύπτει υποχρέωση του αιτούντος την ΕΕΕ κοινοποίησης της σε ύποπτο ή κατηγορούμενο ευθύς αμέσως μετά την έκδοση της. Ούτε καθίσταται άκυρη αν δεν κοινοποιηθεί πριν να εκτελεστεί στο κράτος εκτέλεσης.
36. Η έννοια «κυπριακή αρχή έκδοσης» στο άρθρο 2 του Ν.181(Ι)/2017 είναι σαφής, δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας και δεν συγκρούεται με την Οδηγία. Αρμόδιο Δικαστήριο στη Δημοκρατία έκδοσης ΕΕΕ είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο, εν προκειμένω, όπως ορθά υπέδειξε η κα Ματθαίου δυνάμει των άρθρων 5 (1) (ε) (vi) και 6 ΠΚ, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
37. Το γεγονός ότι η υπόθεση καταχωρίστηκε στις 19/7/2024 για σκοπούς παραπομπής στο Κακουργιοδικείο δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Η φύση των αδικημάτων (αδίκημα που δεν μπορεί να εκδικαστεί συνοπτικά) επίσης δεν προσδίδει δικαιοδοσία στο Κακουργιοδικείο αντί στο Επαρχιακό Δικαστήριο όπως και δεν θα τα μετέβαλλε αν οι διωκτικές αρχές απευθύνονταν για έκδοση συνήθους εντάλματος έρευνας. Η δικαιοδοσία του Κακουργιοδικείου περιορίζεται αυστηρά στο πλαίσιο που καθορίζει ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155 (στο εξής «ΠΔ»), όπως τροποποιήθηκε και ο περί Δικαστηρίων Νόμος, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε.
38. Όπως έχουμε επανειλημμένως αναφέρει, η καταχώριση υπόθεσης δεν συνιστά κώλυμα στη συνέχιση διερεύνησης της υπόθεσης [βλ. ενδεικτικά απόφαση μας ημερ. 14/1/2026 με αναφορά στις Χριστούδια v Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, 698 και Αθανάση v Δημοκρατίας (2016) 2Β ΑΑΔ 867, 886]. Το Άρθρο 11 § 6 του Συντάγματος δεν απαγορεύει τη συνέχιση της διερεύνησης.
39. Ούτε η παροχή μετάφρασης στα γερμανικά, δυνάμει των προνοιών του Ν.18(Ι)/2014, ως ουσιώδους εγγράφου, συνιστά προϋπόθεση εγκυρότητας. Σημειώνουμε βέβαια, με κάποιο προβληματισμό και απορία, ότι η Υπεράσπιση ουδέποτε έθεσε θέμα για τη μη λήψη των μεταφράσεων ούτε ακόμη και με το γραπτό αίτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο στις 8/4/2026 σε σχέση με τα υπόλοιπα έγγραφα τα οποία θεωρούσε ουσιώδη (βλ. απόφαση μας ημερ. 22/4/2026).
40. Η μη άσκηση έφεσης ή καταχωρίσεως αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari δεν προσδίδει δικαιοδοσία στο Κακουργιοδικείο ελέγχου απόφασης άλλου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η νομολογία έχει ξεκαθαρίσει το ζήτημα. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις, Ellinas v The Republic (1989) 1 CLR 17, 25, 30 και 41 (απόφαση για παραπομπή στο Κακουργιοδικείο), Al–Hamad κ.α. v Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 117, 130 – 132 (απόφαση σε σχέση με ένταλμα σύλληψης) και Γιατρού κ.α., Αίτηση 153/2019, 9/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:D355 (απόφαση σε σχέση με διατάγματα αποκάλυψης τραπεζικών δεδομένων) ως προς τα προσφερόμενα ένδικα μέσα.
41. Είναι γεγονός ότι οι ΕΕΕ έρευνας κοινοποιήθηκαν στην Υπεράσπιση αφού εκτελέστηκαν (στις 3/3/2025) και σε χρόνο πολύ μεγαλύτερο των 10 ημερών από της εκδόσεως τους. Η νομοθεσία και η Οδηγία, ως έχουμε εξηγήσει ανωτέρω, δεν επιβάλλουν χρονική προθεσμία για κοινοποίηση του μέτρου στον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο μη συμμόρφωση με την οποία να καθιστά τη διαδικασία άκυρη ή τις ΕΕΕ άκυρες ή μη εκτελεστές. Αντιθέτως, επιτρέπουν την κοινοποίηση τους σε χρόνο που να έπεται της εκτέλεσης ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του ερευνητικού μέτρου.
42. Εναπόκειτο επομένως στην Υπεράσπιση κατά τον χρόνο που έλαβε γνώση των ΕΕΕ να ασκήσει τα ένδικα μέσα που προβλέπει η νομοθεσία. Αν και δεχόμαστε ότι το άρθρο 15 (2) (β) του Ν.181(Ι)/2017 θέτει σαφή χρονικό περιορισμό άσκησης του δικαιώματος δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια θα ήταν η προσέγγιση του Εφετείου σε έφεση ή σε αίτημα παράτασης χρόνου καταχώρισης έφεσης δυνάμει του άρθρου 134 ΠΔ. Ούτε θα εικάσουμε ότι η Υπεράσπιση κωλυόταν εξ υπαρχής να λάβει ένδικα μέτρα αμφισβήτησης τους. Η εφαρμογή και άσκηση κρίσης επί των προνοιών του άρθρου 15 (1) και (2) του Ν.181(Ι)/2017 αφορά το κατά νόμο αρμόδιο Δικαστήριο στο πλαίσιο άσκησης δικαιοδοσίας του και όχι το παρόν Δικαστήριο.
43. Ως εκ τούτου στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας κρίνουμε:
(1) η μη κοινοποίηση στη Υπεράσπιση των ΕΕΕ, Τεκμήρια 48 – 51, πριν την εκτέλεση τους στη Γερμανία δεν τις κατέστησε άκυρες∙ και
(2) οι εν λόγω ΕΕΕ εκδόθηκαν από αρμόδιο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.181(Ι)/2017, ήτοι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και συνεπώς το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας αναθεώρησης ή ακύρωσης τους (βλ. κατ’ αναλογία την Al–Hamad, ανωτέρω, σελ. 131 – 132).
(Υπ.) Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) Ν. Οικονόμου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) Α. Λουκά, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] «γ) ‘αρχή έκδοσης’:
i) δικαστής, δικαστήριο, ανακριτής ή εισαγγελέας με αρμοδιότητα στη συγκεκριμένη υπόθεση…»
[2] Το Εφετείο δυνάμει των άρθρων 3Α (2) και 9 (4) του περί Απovoμής της Δικαιoσύvης (Πoικίλες Διατάξεις) Νόμoυ, όπως τροποποιήθηκε, Ν.33/64.
[3] «2. Οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση της ΕΕΕ μπορούν να προσβληθούν μόνο με ένδικο μέσο ενώπιον του κράτους έκδοσης, με την επιφύλαξη των διασφαλίσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος εκτέλεσης.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο