ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2871/23
ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ
Παραπονούμενος
εναντίον
1. ΒΑΔΜΑ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 25/05/2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Έλενα Σατράκη
\Για την Κατηγορούμενη 1: καμία Εμφάνιση
Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μιχάλης Κιτρομηλίδης
Κατηγορούμενος 2 παρών
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(ex tempore)
Σημειώνω πως στην παρούσα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν αντιστοίχως 6 ουσιαστικά κατηγορίες. Aυτές συνίστανται σε δύο ομάδες κατηγοριών, η μεν πρώτη ομάδα αφορά προσθήκες επί υφισταμένης οικοδομής και η δεύτερη ομάδα κατηγοριών αφορά το αδίκημα της αλλαγής εγκεκριμένης χρήσης.
Αναφέρομαι σε κατηγορίες αδικημάτων, καθότι τόσο σε σχέση με το αδίκημα της προσθήκης επί υφισταμένης οικοδομής, όσο και σε σχέση με το αδίκημα της αλλαγής εγκεκριμένης χρήσης, υπάρχουν διαζευκτικές κατηγορίες στο κατηγορητήριο και αναφέρομαι βεβαίως στη διάζευξη των κατηγοριών που αφορούν προσθήκη, ανοχή προσθήκης ή επιτρέπειν την προσθήκη επί υφισταμένης οικοδομής.
Τα ίδια ισχύουν για να μην επαναλαμβάνομαι και σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία των αδικημάτων που αφορά το αδίκημα της αλλαγής εγκεκριμένης χρήσης, ως προς την ύπαρξη διαζευκτικών κατηγοριών.
Η διαδικασία διεξάγεται ερήμην της κατηγορούμενης 1, η οποία ουδέποτε εμφανίστηκε στη διαδικασία, με αποτέλεσμα η υπόθεση από καιρού εις καιρόν να ορίζεται για σκοπούς απόδειξης.
Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 σημειώνω για σκοπούς πληρότητας και κατανόησης του ιστορικού ότι ο κατηγορούμενος 2 μέχρι και τις 17.01.2025, όπως προκύπτει από τον δικαστηριακό φάκελο, δήλωνε μη παραδοχή στα αδικήματα, ημερομηνία κατά την οποία ζήτησε και έλαβε άδεια να προχωρήσει σε αλλαγή απάντησης, προβαίνοντας σε παραδοχή, ζητώντας χρόνο για σκοπούς συμμόρφωσης.
Η υπόθεση κοντολογίς, είχε από τότε οριστεί σε διάφορες ημερομηνίες για γεγονότα και επιβολή ποινής και στις 08.12.2025 που η παρούσα σύνθεση του Δικαστηρίου επιλήφθηκε για πρώτη φορά της υπόθεσης, ήγερθηκε ζήτημα από το παρών Δικαστήριο, ως προς το δικαιοδοτικό υπόβαθρο του κατηγορητηρίου και ειδικότερα κατά πόσο το Δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει στην επιβολή ποινής, με γνώμονα την φερόμενη ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων με έχοντας το Δικαστήριο υπόψιν, τα όσα αποφασίστηκαν από το Εφετείο στις 25.06.2025, στην υπόθεση Ειρήνη Σωφρονίου v. Δήμου Λεμεσού Ποιν. Εφ 123/2022, σχετική με την 233/2022. Σημειώνω ότι, ο φερόμενος χρόνος διάπραξης των αδικημάτων, με βάση τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, είναι «ημερομηνία άγνωστη, πριν την 20.09.2022».
Αμφότεροι οι συνήγοροι ζήτησαν χρόνο, για να μελετήσουν το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, χρόνος ο οποίος δόθηκε στις δύο πλευρές, οπόταν και η υπόθεση είχε κατόπιν οριστεί στις 09.03.2025. Στις 09.03.2025 ενόψει της μη ετοιμότητας που εξέφρασαν και οι δύο πλευρές, δόθηκε περαιτέρω χρόνος για τον ίδιο σκοπό, λαμβάνοντας υπόψη την αναφορά της ευπαιδεύτου συνηγόρου των παραπονουμένων ότι επιθυμούσε να θέσει το ζήτημα υπόψη των πελατών της και να ληφθούν οδηγίες ή/και αποφάσεις, σε σχέση με την προώθηση της παρούσας. Η υπόθεση ορίστηκε στη συνέχεια στις 21.05.2025, ημερομηνία που και πάλι δεν υπήρχε ετοιμότητα από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί σήμερα.
Για να είναι πλήρως κατανοητά τα όσα ακολουθούν, το ζήτημα που έθεσε το Δικαστήριο, αφορά στο κατά πόσον το περιεχόμενο του παρόντος κατηγορητηρίου αποκαλύπτει ποινικό αδίκημα, προβλεπόμενο σε Νόμο, ούτως ώστε με δεδομένη την παραδοχή του κατηγορούμενου 2 να υπάρχει δικαιοδοσία επιβολής ποινής, επί αδικήματος γνωστού στον Νόμο. Και τούτο, ένεκα των τροποποιήσεων που επήλθαν στον Κεφ. 96 με τον τροποποιητικό Ν.19(I)/2016, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 16.03.2016. Θέση της κατηγορούσας αρχής επί των πιο πάνω είναι ότι με βάση τις λεπτομέρειες των κατηγοριών αποκαλύπτεται ποινικό αδίκημα και συγκεκριμένα σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2 και 3, που αφορούν την κατηγορία του αδικήματος μετατροπής επί υφιστάμενης οικοδομής, χωρίς άδεια από την Αρμόδια Αρχή, ότι η μετατροπή συνιστά ανέγερση και επομένως στη βάση του πλέον τροποποιημένου άρθρου 20, του Κεφ. 96, ενυπάρχει και υφίσταται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εξετάσει την υπόθεση.
Σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 5 και 6 που αφορούν τη 2η ομάδα κατηγοριών, είναι η θέση της κυρίας Σατράκη ότι η εγκεκριμένη χρήση ενός υποστατικού επιβάλλεται ως όρος σε Άδεια Οικοδομής και το άρθρο 20 του Κεφαλαίου 96 καλύπτει και δημιουργεί αδίκημα, για παραβίαση όρων, που επιβλήθηκαν σε Άδεια Οικοδομής, ως είναι η προκειμένη περίπτωση και πως μεταξύ των όρων που επιβάλλονται, είναι και ο σκοπός χρήσης μιας οικοδομής. Είναι περαιτέρω θέση της, πως στη νομική βάση των υπό κρίση συγκεκριμένων κατηγοριών, υπάρχει το άρθρο 9 του Κεφ. 96, παραβίαση του οποίου αποτελεί αδίκημα και το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας.
Αντίθετη είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 2. Εξέφρασε την πλήρη διαφωνία του, με τα όσα η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η απόφαση του Εφετείου, στην Ποινική Έφεση 123/22, σχετική με την Ποινική Έφεση 233/22, είναι ξεκάθαρη και πως μετά την τροποποίηση του Κεφαλαίου 96, με τον Νόμο 19(I)/2016, αδίκημα αποτελεί μόνο η ανέγερση οικοδομής, χωρίς άδεια και όχι οποιαδήποτε παραβίαση του άρθρου 3 του Κεφ. 96, όπως ίσχυε προηγουμένως. Είναι η θέση του κύριου Κιτρομηλίδη πως η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να προσάψει κατηγορία προσθήκης επί υφισταμένης οικοδομής και όχι αδίκημα ανέγερσης οικοδομής, χωρίς άδεια, αδίκημα το οποίο έχει καταργηθεί. Σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 5 και 6 ισχύουν τα ίδια, ως ανέφερε, αφού η απαγόρευση αλλαγής εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής, περιλαμβάνεται στο άρθρο 3(ε) του Κεφ. 96, το οποίο πλέον δεν καλύπτεται από το τροποποιημένο άρθρο 20 του εν λόγω Κεφαλαίου. Το δε άρθρο 3, σε ό,τι αφορά όλες τις κατηγορίες, αφορά γενικότερες απαγορεύσεις στον Νόμο, για τις οποίες δύναται να επιβληθεί διοικητική κύρωση, εξ' ου και η φράση «απαγορεύεται» και δεν δημιουργείται αφ' εαυτών, οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα.
Έχω διεξέλθει με προσοχή τα όσα έχουν οι δύο πλευρές εισηγηθεί και οφείλω εκ προοιμίου να αναφέρω πως συμμερίζομαι πλήρως τις θέσεις της υπεράσπισης, για τους λόγους που πιο κάτω εξηγώ.
Στην παρούσα είναι ξεκάθαρο σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 1, 2 και 3, πως πράγματι η κατηγορούσα αρχή, επέλεξε να αποδώσει στους κατηγορουμένους πράξεις προσθήκης επί υφισταμένης οικοδομής, (ή ανοχής ή επίτρεψης αυτών) πράξη ή πράξεις, οι οποίες πράγματι, πριν από την τροποποίηση του Νόμου, αποτελούσαν ποινικό αδίκημα, αφού προ της τροποποιήσεως, οποιαδήποτε παραβίαση του άρθρου 3 του Κεφ.96, συνιστούσε αδίκημα, με βάση το άρθρο 20 του ίδιου νόμου.
Τούτο προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό των λεπτομερειών των κατηγοριών 1, 2 και 3, το οποίο σε καμία περίπτωση, παραπέμπει σε πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής να προσάψει στους κατηγορουμένους αδίκημα ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια, εξ' ου και ο τίτλος, η νομική βάση, αλλά και οι λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών. Δεν μπορώ επίσης να συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ότι η προσθήκη επί μιας υφισταμένης οικοδομής, εξομοιώνεται με ανέγερση οικοδομής, χωρίς άδεια, αφού πρόκειται για δύο διακριτά ζητήματα, εξ' ου και η διαφοροποίηση στον Νόμο, τόσο προ της τροποποίησης, όσο και μετά, αφού εάν ο Νομοθέτης ήθελε θεωρήσει πως πρόκειται για μία ενιαία πράξη, δεν θα προέβαινε στην αναφορά του διαζευκτικού «ή», κατά την άποψη μου.
Οι διατάξεις του άρθρου 3 στο μέρος που αφορά τις απαγορεύσεις στο κεφάλαιο 96, σημειώνω πως παρά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του εν λόγω κεφαλαίου, έχουν παραμείνει αμετάβλητες στον χρόνο και αναφέρομαι σαφώς στα εδάφια (α) μέχρι και (στ). Ενίοτε υπήρχε ρητή πρόνοια ξεχωριστή για την ανέγερση, αλλά και για την προσθήκη υφισταμένης οικοδομής, έτσι που να μην μπορεί ούτως ή άλλως να εξαχθεί συμπέρασμα ότι αφορούν μία ενιαία παράβαση. Σημειώνω πως πριν από την τροποποίηση, οποιαδήποτε παραβίαση του άρθρου 3(β) στο οποίο περιέχονται οι φράσεις «προσθήκη, ανέγερση, επιτρέπειν, ανέχεται» κλπ συνιστούσαν (επαναλαμβάνω) ποινικό αδίκημα. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 20 του εν λόγω Νόμου, ο Νομοθέτης κατά ρητό και σαφή τρόπο, επέλεξε τη διαγραφή της φράσης «οποιανδήποτε παραβίαση του άρθρου 3» και την αντικατάσταση της με τη φράση «οποιονδήποτε πρόσωπο ανεγείρει οικοδομή χωρίς άδεια».
Σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 5 και 6, σημειώνω πως η απαγόρευση αλλαγής εγκεκριμένης χρήσης προβλέπεται στο άρθρο 3(ε) του Κεφαλαίου 96 και αποτελούσε αδίκημα, με βάση το άρθρο 20, πριν από την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου, με τον Νόμο 19(I)/16 ενώ μετά την τροποποίηση όχι.
Παραπέμπω για τούτα σε απόσπασμα από την απόφαση Ειρήνη Σωφρονίου v. Δήμου Λεμεσού (ανωτέρω) στην οποία έχουν λεχθεί τα ακόλουθα σχετικά.
«Από της θεσπίσεως του Κεφ.96, το 1946, το Άρθρο 3(1) περιείχε τις πράξεις τις οποίες απαγόρευε να γίνουν χωρίς την εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια Αρχή. Το Άρθρο 20, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ποινικά αδικήματα και ποινές», προέβλεπε στο εδ.(1) τις ποινές για διάφορες απαγορευμένες πράξεις. Μεταξύ αυτών και για τις απαγορευμένες πράξεις του Άρθρου 3, αναφέροντας τα εξής:
«20. ‑ (1) Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο παραβαίνει ‑
(α) οποιαδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 3 ή 10 ή
...........................
είναι ένοχο ποινικού αδικήματος..».
Όντως ήταν με τον τροποποιητικό Ν.24/78 που ποινικοποιήθηκε για πρώτη φορά η παράνομη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης κάποιας οικοδομής (βλ. και Ηροδότου v. Δήμου Λευκωσίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 244). Αυτό επετεύχθη με την προσθήκη του υποεδ.(ε) στο Άρθρο 3(1), το οποίο υποεδάφιο αργότερα αντικατέστησε ο τροποποιητικός Ν.108/88 και έκτοτε το περιεχόμενό του παραμένει το ίδιο. Κρίνεται όμως χρήσιμη η παράθεση όλων των απαγορευμένων πράξεων, ως περιλαμβάνονται έκτοτε στο Άρθρο 3(1), οι οποίες έχουν ως εξής:
«3. ‑ (1) Κανένα πρόσωπο δεν δύναται ‑
(α) να διανοίγει ή κατασκευάζει οδό·
(β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή·
(γ) να διανοίγει ή να διαιρεί οποιαδήποτε γη (ανεξάρτητα από το αν οποιεσδήποτε άλλες οικοδομές ή οικοδομές που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για γεωργία ή δασοκομία, υπάρχουν επ' αυτής ή όχι) σε χωρισμένα οικόπεδα·
(δ) να διαιρεί οποιεσδήποτε οικοδομή (ανεξάρτητα από το αν οποιαδήποτε τέτοια διαίρεση καθιστά αναγκαία οποιαδήποτε κατασκευή ή όχι) σε χωρισμένα διαμερίσματα·
(ε) να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής·
(στ) να αρχίζει προβαίνοντας σε οποιαδήποτε από τις εργασίες ή από τα ζητήματα που εκτίθενται πιο πάνω,
χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή...».
(Έμφαση δοθείσα)
Το Άρθρο 20(1) υπέστη δύο τροποποιήσεις, ήτοι από τους Ν.81(I)/99 και Ν.47(1)/11, χωρίς να αλλάξει κάτι σε σχέση με την ποινικοποίηση παραβάσεων του Άρθρου 3. Όπως όμως έχει ήδη αναφερθεί, το προαναφερθέν νομικό καθεστώς ποινικοποίησης της μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης ίσχυσε μέχρι την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.19(I)/16 στις 18.3.16. Ο οποίος αντικατέστησε το εδ.(1) του Άρθρου 20 και έκτοτε, για ό,τι ενδιαφέρει προνοεί:
«20.‑(1) Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο ‑
(α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3·».
(Έμφαση δοθείσα)
Αυτό ήταν το νομικό καθεστώς το οποίο ίσχυε στις 9.10.18 και στη βάση αυτού θα έπρεπε να εξεταστεί πρωτοδίκως η παρούσα υπόθεση.
Όσον αφορά τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας υπενθυμίζουμε τη βασική αρχή ότι: «...προκειμένου περί ποινικών νομοθετημάτων, η ερμηνεία πρέπει να είναι αυστηρή προς όφελος του κατηγορουμένου» (Popov v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 338). Οι ποινικοί νόμοι «πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και όπου υπάρχει αμφιβολία να δίδεται η ερμηνεία εκείνη που είναι υπέρ του πολίτη» (Δήμος Γαλατάκης Λτδ v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78).
Όπου το νόημα των λέξεων είναι καθαρό και σαφές δεν υπάρχει περιθώριο άλλης ερμηνείας για να διακριβωθεί η πρόθεση του νομοθέτη (Κιτρομηλίδης v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 162). Η χρήση της τελολογικής μεθόδου επιτρέπει, οποτεδήποτε το ερμηνευόμενο κείμενο παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας η οποία αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των, κατά τα άλλα, έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Πλην όμως, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπως περαιτέρω τονίζεται στην υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Παπαδοπούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 86 «[Ό]που οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη». Άμεση σχέση με την κρινόμενη εδώ υπόθεση έχουν από την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) (2009) 3 Α.Α.Δ. 648 τα εξής λεχθέντα:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι δεν μπορεί να διευρυνθεί ερμηνευτικά ο νόμος για να προβλέψει για περίπτωση για την οποία σαφώς και αναμφισβήτητα δεν έχει γίνει πρόνοια, και δεν υπάρχει αυθεντία που να εξουσιοδοτεί οποιοδήποτε δικαστήριο να αλλάζει λέξεις σε νομοθέτημα, ούτως ώστε να καλύπτει περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει πρόνοια (Casus omissus). Αυτό θα ισοδυναμούσε όχι με ερμηνεία, αλλά με τροποποίηση (Δέστε Craies on Statute Law, 7η Έκδοση, στη σελ. 69)».
Κατά τη γνώμη μας, η ερμηνεία των προαναφερθεισών επίμαχων νομοθετικών διατάξεων, δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία. Το πρώτο λοιπόν το οποίο πρέπει να σημειωθεί εν σχέσει με την παρούσα περίπτωση είναι πως το νόημα του ισχύοντος κατά τον επίδικο χρόνο Άρθρου 20(1)(α) είναι σαφέστατο. Διαπράττει αδίκημα όποιος «ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3». Είναι πρόδηλο ότι παραπέμπει στο Άρθρο 3(1)(β), το οποίο ορίζει ότι κανένας δεν δύναται «να ανεγείρει» οικοδομή χωρίς άδεια κατά τον τρόπο που εξηγείται στο ίδιο άρθρο. Σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ή εκληφθεί ότι η φράση «ανεγείρει οικοδομή» του Άρθρου 20(1)(α) σημαίνει ή εξισούται με τη φράση «να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής» του Άρθρου 3(1)(ε). Μια τέτοια ερμηνεία θα ισοδυναμούσε ακριβώς με αυτό το οποίο είναι ανεπίτρεπτο, ήτοι την τροποποίηση ή την αλλαγή λέξεων ούτως ώστε να καλύπτουν περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει πρόνοια [βλ. Πρόεδρος v. Βουλής, (ανωτέρω)]. Ουσιαστικά μια τέτοια ερμηνεία θα εσήμαινε την προσθήκη, μετά το ρήμα «ανεγείρει» [στο Άρθρο 20(1)], των λέξεων «ή μετατρέπει την εγκεκριμένη χρήση».
Άλλωστε αντλείται και επιχείρημα e contrario από την προϊσχύσασα σχετική νομοθετική πρόνοια. Υπό την έννοια ότι επρόκειτο για πρόνοια η οποία ρητώς ποινικοποιούσε κάθε παράβαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις του Άρθρου 3, ενώ αργότερα ο νομοθέτης, εν τη σοφία του, επέλεξε να την αντικαταστήσει περιοριζόμενος στην ποινικοποίηση της ανέγερσης χωρίς άδεια. Αυτό μάλιστα, έγινε χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αναφορά σε μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης. Οποιαδήποτε ερμηνεία περί του ότι η μεταγενέστερη διάταξη του 2016 καλύπτει και τη μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης, θα εσήμαινε συμπερίληψη περίπτωσης την οποίαν ο νομοθέτης επέλεξε να μην συμπεριλάβει».
Το Εφετείο ακυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατέληξε πως δεν υπήρχε προβλεπόμενο ποινικό αδίκημα στον Νόμο. Αποτελεί κατάληξη μου πως και στην προκειμένη περίπτωση, ισχύουν τα ίδια. Αναφέρω περαιτέρω τω πιο πάνω, επίσης τα ακόλουθα.
Το άρθρο 9 που επικαλείται η κυρία Σατράκη και που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, δεν μπορεί να αποτελέσει εν πάση περιπτώσει δικαιοδοτική βάση για την παρούσα σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 4, 5 και 6. Το άρθρο 9 του Κεφ. 96 δεν πραγματεύεται οποιαδήποτε απαγόρευση και ο σκοπός του είναι η παροχή στις αρμόδιες τοπικές αρχές η εξουσία να επιβάλουν όρους, σε άδειες οικοδομής. Το ότι στο άρθρο 20(ε) του Κεφ. 96 καθίσταται ως αδίκημα, η παραβίαση οποιουδήποτε όρου ήθελε επιβληθεί δυνάμει του άρθρου 9, δεν μπορεί να αποτελέσει επίσης δικαιοδοτική βάση, αφού είναι εμφανές ότι η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να προωθήσει τις εν λόγω κατηγορίες, στη βάση του Άρθρου 3(ε) του Κεφαλαίου 96, ως ίσχυε προ της τροποποιήσεως εξ ού και στην έκθεση κατηγορίας η φράση «αλλαγή εγκεκριμένης χρήσης» και όχι για παράδειγμα «παραβίαση όρων άδειας οικοδομής» στη βάση του Άρθρου 20(ε), ως πλέον ισχύει και που αφορά άλλο αδίκημα από αυτό που ίσχυε προηγουμένως και αφορούσε το αδίκημα της αλλαγής εγκεκριμένης χρήσης, στη βάση του άρθρου 20 του Κεφαλαίου 96.
Δεν διέλαθε τέλος την προσοχή μου, πως στις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο φερόμενος χρόνος τέλεσης των αδικημάτων προσδιορίζεται σε χρόνο πριν από την 20.09.2022. Η φράση ωστόσο «πριν» δεν μπορεί κατά την άποψη μου, σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί πως αφορά σε χρόνο πριν την τροποποίηση του Κεφαλαίου 96, με τον εν λόγω Νόμο. Αν τούτου ήταν η περίπτωση, η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε όχι μόνο να το θέσει, αλλά και να το προσδιορίσει στο κατηγορητήριο, ως επίσης εάν θεωρούσε ότι θα έπρεπε να προβεί σε τροποποιήσεις να το πράξει, μέχρι και σήμερα, διάβημα το οποίο δεν επιδίωξε.
Με δεδομένα συνεπώς τα πιο πάνω, καταλήγω πως τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες όλων των κατηγοριών, υπό το φως των όσων έχουν λεχθεί, προωθηθεί ή καταστεί σαφή, δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα προβλεπόμενο στον Νόμο και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες. Με δεδομένη τις διαπιστώσεις μου, τα ίδια ισχύουν και για την κατηγορούμενη 1 εναντίον της οποίας δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να προωθηθεί η παρούσα, με βάση τα όσα πιο πάνω έχουν αποφασιστεί.
Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου 2 και εναντίον της κατηγορούσας αρχής ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα ωστόσο κατά το 1/2, καθότι το ζήτημα τέθηκε από το Δικαστήριο, μετά που ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε παραδοχή των αδικημάτων που αντιμετωπίζει.
Σε σχέση με την 1η κατηγορούμενη, δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα υπέρ της, αφού η διαδικασία διεξάγεται εν πάση περιπτώσει, ερήμην της.
(υπ.)......................................
Ε.Κ.Μιντή,E.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο