ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ ν. ΒΑΔΜΑ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2871/23, 25/5/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ ν. ΒΑΔΜΑ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2871/23, 25/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

                                                                                                              Παραπονούμενος

εναντίον

 

                    1. ΒΑΔΜΑ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΙΜΙΤΕΔ

                    2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ

                                                                                                                     Κατηγορούμενοι

            

Ημερομηνία: 25/05/2026

 

 

«Από της θεσπίσεως του Κεφ.96, το 1946, το Άρθρο 3(1) περιείχε τις πράξεις τις οποίες απαγόρευε να γίνουν χωρίς την εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια Αρχή. Το Άρθρο 20, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ποινικά αδικήματα και ποινές», προέβλεπε στο εδ.(1) τις ποινές για διάφορες απαγορευμένες πράξεις. Μεταξύ αυτών και για τις απαγορευμένες πράξεις του Άρθρου 3, αναφέροντας τα εξής:

 

        «20. ‑ (1) Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο παραβαίνει ‑

        (α) οποιαδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 3 ή 10 ή

        ...........................

        είναι ένοχο ποινικού αδικήματος..».

 

 Όντως ήταν με τον τροποποιητικό Ν.24/78 που ποινικοποιήθηκε για πρώτη φορά η παράνομη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης κάποιας οικοδομής (βλ. και Ηροδότου v. Δήμου Λευκωσίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 244). Αυτό επετεύχθη με την προσθήκη του υποεδ.(ε) στο Άρθρο 3(1), το οποίο υποεδάφιο αργότερα αντικατέστησε ο τροποποιητικός Ν.108/88 και έκτοτε το περιεχόμενό του παραμένει το ίδιο. Κρίνεται όμως χρήσιμη η παράθεση όλων των απαγορευμένων πράξεων, ως περιλαμβάνονται έκτοτε στο Άρθρο 3(1), οι οποίες έχουν ως εξής:

 

        «3. ‑ (1) Κανένα πρόσωπο δεν δύναται ‑

        (α) να διανοίγει ή κατασκευάζει οδό·

        (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή·

        (γ) να διανοίγει ή να διαιρεί οποιαδήποτε γη (ανεξάρτητα από το αν οποιεσδήποτε άλλες οικοδομές ή οικοδομές που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για γεωργία ή δασοκομία, υπάρχουν επ' αυτής ή όχι) σε χωρισμένα οικόπεδα·

        (δ) να διαιρεί οποιεσδήποτε οικοδομή (ανεξάρτητα από το αν οποιαδήποτε τέτοια διαίρεση καθιστά αναγκαία οποιαδήποτε κατασκευή ή όχι) σε χωρισμένα διαμερίσματα·

        (ε) να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής·

        (στ) να αρχίζει προβαίνοντας σε οποιαδήποτε από τις εργασίες ή από τα ζητήματα που εκτίθενται πιο πάνω,

        χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή...».

(Έμφαση δοθείσα)

 

 Το Άρθρο 20(1) υπέστη δύο τροποποιήσεις, ήτοι από τους Ν.81(I)/99 και Ν.47(1)/11, χωρίς να αλλάξει κάτι σε σχέση με την ποινικοποίηση παραβάσεων του Άρθρου 3. Όπως όμως έχει ήδη αναφερθεί, το προαναφερθέν νομικό καθεστώς ποινικοποίησης της μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης ίσχυσε μέχρι την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.19(I)/16 στις 18.3.16. Ο οποίος αντικατέστησε το εδ.(1) του Άρθρου 20 και έκτοτε, για ό,τι ενδιαφέρει προνοεί:

 

        «20.‑(1) Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο ‑

        (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3·».

(Έμφαση δοθείσα)

 

        Αυτό ήταν το νομικό καθεστώς το οποίο ίσχυε στις 9.10.18 και στη βάση αυτού θα έπρεπε να εξεταστεί πρωτοδίκως η παρούσα υπόθεση.

 

 Όσον αφορά τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας υπενθυμίζουμε τη βασική αρχή ότι: «...προκειμένου περί ποινικών νομοθετημάτων, η ερμηνεία πρέπει να είναι αυστηρή προς όφελος του κατηγορουμένου» (Popov v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 338). Οι ποινικοί νόμοι «πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και όπου υπάρχει αμφιβολία να δίδεται η ερμηνεία εκείνη που είναι υπέρ του πολίτη» (Δήμος Γαλατάκης Λτδ v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78).

 

 Όπου το νόημα των λέξεων είναι καθαρό και σαφές δεν υπάρχει περιθώριο άλλης ερμηνείας για να διακριβωθεί η πρόθεση του νομοθέτη (Κιτρομηλίδης v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 162). Η χρήση της τελολογικής μεθόδου επιτρέπει, οποτεδήποτε το ερμηνευόμενο κείμενο παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας η οποία αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των, κατά τα άλλα, έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Πλην όμως, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπως περαιτέρω τονίζεται στην υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Παπαδοπούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 86 «[Ό]που οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη». Άμεση σχέση με την κρινόμενη εδώ υπόθεση έχουν από την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) (2009) 3 Α.Α.Δ. 648 τα εξής λεχθέντα:

 

        «Είναι πάγια νομολογημένο ότι δεν μπορεί να διευρυνθεί ερμηνευτικά ο νόμος για να προβλέψει για περίπτωση για την οποία σαφώς και αναμφισβήτητα δεν έχει γίνει πρόνοια, και δεν υπάρχει αυθεντία που να εξουσιοδοτεί οποιοδήποτε δικαστήριο να αλλάζει λέξεις σε νομοθέτημα, ούτως ώστε να καλύπτει περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει πρόνοια (Casus omissus). Αυτό θα ισοδυναμούσε όχι με ερμηνεία, αλλά με τροποποίηση (Δέστε Craies on Statute Law, 7η Έκδοση, στη σελ. 69)».

 

        Κατά τη γνώμη μας, η ερμηνεία των προαναφερθεισών επίμαχων νομοθετικών διατάξεων, δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία. Το πρώτο λοιπόν το οποίο πρέπει να σημειωθεί εν σχέσει με την παρούσα περίπτωση είναι πως το νόημα του ισχύοντος κατά τον επίδικο χρόνο Άρθρου 20(1)(α) είναι σαφέστατο. Διαπράττει αδίκημα όποιος «ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3». Είναι πρόδηλο ότι παραπέμπει στο Άρθρο 3(1)(β), το οποίο ορίζει ότι κανένας δεν δύναται «να ανεγείρει» οικοδομή χωρίς άδεια κατά τον τρόπο που εξηγείται στο ίδιο άρθρο. Σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ή εκληφθεί ότι η φράση «ανεγείρει οικοδομή» του Άρθρου 20(1)(α) σημαίνει ή εξισούται με τη φράση «να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής» του Άρθρου 3(1)(ε). Μια τέτοια ερμηνεία θα ισοδυναμούσε ακριβώς με αυτό το οποίο είναι ανεπίτρεπτο, ήτοι την τροποποίηση ή την αλλαγή λέξεων ούτως ώστε να καλύπτουν περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει πρόνοια [βλ. Πρόεδρος v. Βουλής, (ανωτέρω)]. Ουσιαστικά μια τέτοια ερμηνεία θα εσήμαινε την προσθήκη, μετά το ρήμα «ανεγείρει» [στο Άρθρο 20(1)], των λέξεων «ή μετατρέπει την εγκεκριμένη χρήση».

 

        Άλλωστε αντλείται και επιχείρημα e contrario από την προϊσχύσασα σχετική νομοθετική πρόνοια. Υπό την έννοια ότι επρόκειτο για πρόνοια η οποία ρητώς ποινικοποιούσε κάθε παράβαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις του Άρθρου 3, ενώ αργότερα ο νομοθέτης, εν τη σοφία του, επέλεξε να την αντικαταστήσει περιοριζόμενος στην ποινικοποίηση της ανέγερσης χωρίς άδεια. Αυτό μάλιστα, έγινε χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αναφορά σε μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης. Οποιαδήποτε ερμηνεία περί του ότι η μεταγενέστερη διάταξη του 2016 καλύπτει και τη μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης, θα εσήμαινε συμπερίληψη περίπτωσης την οποίαν ο νομοθέτης επέλεξε να μην συμπεριλάβει». 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο