ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 921/24
ELHACO CONSTRUCTIONS LTD
Παραπονούμενη
εναντίον
1. HALKOS DRIVING SCHOOL LIMITED
2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΛΚΟΥ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 17.06.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενο: κ. Α. Πλαστήρας με κ. Γ. Αλεξίου
Για Κατηγορούμενους: κ. Ρ. Σχίζας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν από 2 κατηγορίες ο κάθε ένας, το σύνολο των οποίων αφορά το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής (ως έχει τροποποιηθεί το κατηγορητήριο), κατά παράβαση του άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα.
Η μεν, πρώτη Κατηγορούμενη, κατηγορείται ότι ενώ έλαβε νόμιμο αντάλλαγμα από την Παραπονούμενη και ενώ εξέδωσε προς όφελος της τελευταίας και για τον παραπάνω σκοπό τις επιταγές που αναφέρονται πιο κάτω, αυτές δεν εξοφλήθηκαν, λόγω του ότι ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους («STOP PAYMENT» «PAYMENT COUNTERMANDED BY THE DRAWER») και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών, από την παρουσία τους. Συγκεκριμένα, εξέδωσε κατά ή περί τις 10.03.2023 ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των συναφών κατηγοριών 1 και 3:
1. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €3.909 κατά (κατηγορία 1)
2. την υπ’ αριθμό επιταγή [ ] της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €22.743 (κατηγορία 3)
Ο Κατηγορούμενος 2, κατηγορείται ότι ενώ ήταν διευθυντής και/ή γραμματέας της Κατηγορούμενης 1, ή/και άλλως πως επέτρεψε στην ή και παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε και/ή συμβούλευσε την Κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή υπέγραψε έναντι νόμιμου ανταλλάγματος τις επίδικες επιταγές, οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους και παρέμειναν απλήρωτες για 15 ημέρες, από την παρουσίαση τους. (κατηγορίες 2 και 4) Η ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου 2, προωθείται και επί της βάσης του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο Μ.Χ. (Μ.Κ.1) και ο Κ.Ν. (Μ.Κ.2). Ο Κατηγορούμενος 2, αφότου κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε μια μάρτυρα προς υπεράσπιση του, την Α.Χ. (Μ.Υ.1). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν επίσης 25 τεκμήρια.
Προχωρώ στην σύνοψη του συνόλου της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης, των γεγονότων που πλαισιώνουν την παρούσα.
Ο ΜΚ1 είναι αρχιτέκτονας και διαχειριστής της Παραπονούμενης. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε πως η τελευταία ασχολείται με συμβατικές κατασκευές, ανακαινίσεις και αναπαλαιώσεις και στο πλαίσιο αυτό των εργασιών της ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών αναπαλαίωσης ενός κτηρίου, απέναντι από την σχολή και το γραφείο του Κατηγορούμενου 2, το οποίο ανήκει στην κόρη του (ΜΥ1) και στον Κατηγορούμενο 2 υποθέτει. Ο τελευταίος είναι ο διευθυντής της Κατηγορούμενης (τεκμήριο 1) και το παράπονο του σε ό,τι αφορά την παρούσα είναι ότι ενώ εκτέλεσε και ολοκλήρωσε τις εργασίες αναπαλαίωσης του κτηρίου, οι Κατηγορούμενοι τον ξεγέλασαν. Με διάφορες δικαιολογίες, δεν τον πλήρωναν από την αρχή (2ο διατακτικό) και εν τέλει, του έδωσαν κάποιες επιταγές για να τον ξεγελάσουν, την πληρωμή των οποίων στην συνέχεια ανακάλεσαν.
Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν τον Ιανουάριο του 2023 ως πιστοποιείται από το πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής του κτηρίου ημερομηνίας 04.01.2023 (τεκμήριο 2) και το τελικό διατακτικό και την ανάλυση κοστολόγησης που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας (τεκμήρια 3 και 4), ο οποίος δεν ήταν διορισμένος από τον ίδιο αλλά από την ΜΥ1, με την οποία συνδέονταν φιλικά και οικογενειακά. Το τεκμήριο 3 εκδόθηκε αφότου ολοκληρώθηκαν οι λεπτομέρειες που περιλαμβάνει. Είθισται μετά την προσωρινή παραλαβή να γίνεται μια λίστα με λεπτομέρειες που βλέπει ο αρχιτέκτονας, όπως και έγινε και κατόπιν της ολοκλήρωσης τους, ο τελευταίος εξέδωσε και το τεκμήριο 3, ημερομηνίας 10.01.2023, μαζί με το τεκμήριο 4.
Για το εν λόγω κτήριο, οι Κατηγορούμενοι έλαβαν χορηγία από το Τμήμα Πολεοδομίας εξ όσων ενημερώθηκε από την αρχιτέκτονα του έργου σε μια από τις επισκέψεις τους στο εργοτάξιο τον Φεβρουάριο του 2023, παρουσία του Κατηγορούμενου 2, όταν μάλιστα τους είχε λεχθεί από το παραπάνω πρόσωπο «αφού λάβατε την χορηγία, γιατί δεν πληρώνεται;». Δεν έδωσαν για τούτο καμιά απάντηση και προφασίζονταν εργασίες που απαιτούσαν να γίνουν ή και να ξαναγίνουν και γενικά προέβαλαν διάφορες δικαιολογίες για να μην πληρώσουν. Η λήψη της εν λόγω χορηγίας, απαιτεί την ολοκλήρωση των εργασιών αναπαλαίωσης. Το ποσό του τελευταίου διατακτικού, η κόρη του Κατηγορούμενου 2 το έχει αποδεχθεί και δεν αρνήθηκε την πληρωμή του, με βάση ηλεκτρονικό μήνυμα της ίδιας προς τους αρχιτέκτονες του έργου, ημερομηνίας 30.01.2023 (τεκμήριο 5).
Τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 6 και 7) τις εξέδωσε η Κατηγορούμενη 1 και υπογράφτηκαν στην παρουσία του από τον Κατηγορούμενο 2 και του παραδόθηκαν από τον τελευταίο, στις 13.03.2023 όταν ολοκληρώθηκαν όλες οι λεπτομέρειες. Του ζητήθηκε να μην προχωρήσει στην κατάθεση τους, επειδή ανέμεναν να λάβουν την χορηγία και μετά, οπότε τις κατέθεσε δύο μήνες αργότερα, πλην όμως επιστράφηκαν επειδή ανακλήθηκε η πληρωμή τους εξ όσων ενημερώθηκε από την Τράπεζα, από τον Κατηγορούμενο 2. Αφορούσαν δε μέρος του ποσού των €47.350 που του όφειλαν, από τις €161.318 που κόστισε το έργο. Δεν του γνωστοποίησε οποιοσδήποτε τον λόγο ανάκλησης αλλά ήταν κάτι το οποίο περίμενε αφού εξ αρχής σκοπός των Κατηγορουμένων και δη μετά το 2ο διατακτικό πληρωμής, ήταν να τον ξεγελάσουν, κάτι το οποίο του λέχθηκε και από άλλα πρόσωπα.
Όταν ενημερώθηκε για την ανάκληση, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος δεν ανταποκρίθηκε στις κλήσεις του Εξήγησε περαιτέρω πως για να εκδοθεί ένα τελικό διατακτικό πληρωμής από τον αρχιτέκτονα, όταν ο εργολάβος θεωρήσει πως ολοκλήρωσε τις εργασίες του, γίνεται ραντεβού με τον πρώτο για σκοπούς προσωρινής παραλαβής. Σε όλα ανεξαιρέτως τα έργα, κατά το στάδιο αυτό ετοιμάζεται μια λίστα με ατέλειες και λεπτομέρειες που πρέπει να γίνουν. Το κόστος αυτών των λεπτομερειών, καλύπτεται από το ποσό «κράτησης», μια αποκοπή βασικά στα διατακτικά, που στην προκειμένη ήταν στα €3.600, τα οποία δίδονται ένα χρόνο μετά την παραλαβή, έτσι που να είναι και ο πελάτης ότι θα γίνουν. Το εν λόγω ποσό, δεν περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 3.
Στην παρούσα, έγιναν σχεδόν όλες οι λεπτομέρειες, εκτός από δύο, διότι την ημέρα που πήγαν για να τις κάνουν, σε χρόνο μετά την έκδοση των επιταγών, διαπίστωσαν πως οι κλειδαριές ήταν αλλαγμένες και δεν μπορούσαν να μπουν στο κτήριο. Σε σχέση με ολόκληρο το ποσό που του οφείλουν, έχει καταχωρήσει και αστική αγωγή εναντίον των Κατηγορουμένων και της ΜΥ1 και στην παρούσα ζητά να τιμωρηθούν.
Κατά την αντεξέταση του, αναγνώρισε την γραπτή συμφωνία που υπέγραψε για την περάτωση του έργου (τεκμήριο 7) και συμφώνησε πως τούτη υπεγράφη στις 10.02.2021 και προνοούσε ολοκλήρωση του έργου εντός 8 μηνών, με κόστος €152.000 πλέον Φ.Π.Α., πλην όμως ως ανέφερε, είχαν γίνει και έξτρα εργασίες. Ερωτηθείς εάν παρέδωσε και οποιαδήποτε άλλη προσφορά στους Κατηγορούμενους και την ΜΥ1, αναγνώρισε το τεκμήριο 8, επιβεβαιώνοντας ότι προσέφερε έκπτωση ύψους €4.750 για το έργο πλην όμως επισήμανε πως το έγγραφο αυτό δεν ίσχυε διότι εκτέλεσε επιπλέον του έργου εργασίες, τόσο στο σπίτι του Κατηγορούμενου 2, όσο και στο κατάστημα του, το κόστος των οποίων υπερέβαινε το ποσό έκπτωσης, οπότε συμφωνήθηκε να μην πληρωθούν για τις εργασίες αυτές, (οι οποίες εξήγησε σε τι συνίσταντο) και να μην ισχύσει και η εν λόγω έκπτωση. Ο αρχιτέκτονας δεν γνώριζε για τα παραπάνω διότι ήταν κάτι που συμφωνήθηκε μεταξύ τους και δεν τις συμπεριέλαβε στα διατακτικά διότι δεν τις ζήτησαν, ως επίσης ούτε και δια των προηγούμενων δικηγόρων τους τις ζήτησαν. Ο λόγος δε που αναφέρθηκε σε αυτές ήταν διότι ερωτήθηκε, για το τεκμήριο 8 το οποίο σχετιζόταν με τα πιο πάνω.
Ερωτηθείς πώς τοποθετείται ως προς το ότι θα έπρεπε να είχε ολοκληρώσει, με βάση το τεκμήριο 7, το έργο τον Οκτώβριο του 2021, ενώ ως είναι η θέση του, παρέδωσε το έργο τον Ιανουάριο του 2023 ανέφερε πως καταρχάς οι αρχιτέκτονες δεν γνώριζαν εξ αρχής ότι δεν πληρώνονταν εγκαίρως, εξ ου και όταν ενημερώθηκαν, απέστειλαν επιστολή στην ΜΥ1 (τεκμήριο 9), επισημαίνοντας της ότι, η από μέρους της καθυστέρηση στις πληρωμές, καθιστά αδύνατη την ολοκλήρωση του έργου. Επισημαίνει δε περαιτέρω, πως μέχρι εκείνη την ημερομηνία υπήρχε ήδη καθυστέρηση 8 μηνών η οποία οφειλόταν στην καθυστέρηση πληρωμών από μέρους της με αποτέλεσμα και την οικονομική επιβάρυνση των ιδίων, ιδιαίτερα ως προς την διατήρηση της ισχύος ασφάλειας παντός κινδύνου. Οικονομική επιβάρυνση ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ1, υπέστησαν και οι ίδιοι, αφού θα έπρεπε να ανανεώνονται άδειες, να διατηρούνται χημικές τουαλέτες στον χώρο για το προσωπικό και άλλα έξοδα συντήρησης του έργου. Οι καθυστερήσεις ουσιαστικά ανέφερε, ξεκίνησαν από το 2ο διατακτικό γεγονός που δεικνύει πως τούτες, υφίσταντο από τους πρώτους 2-3 μήνες. Οι δε αποζημιώσεις ύψους €1.800 ημερησίως, με βάση το τεκμήριο 7, αφορούν οποιονδήποτε εκ των δύο μερών, προκαλούν καθυστερήσεις.
Αναγνώρισε το τεκμήριο 10 ως τον κατάλογο ατελειών/εκκρεμοτήτων που ετοίμασαν οι αρχιτέκτονες την 04.01.2023 (τεκμήριο 10) αναφέροντας πως τούτο δεν ήταν κάτι ασύνηθες, αφού έτσι γίνεται σε όλα τα έργα. Αναγνώρισε επίσης, παρόμοιο έγγραφο, το οποίο ετοιμάστηκε από τα ίδια πρόσωπα στις 20.01.2023 (τεκμήριο 11) και ερωτώμενος εάν εν τέλει το έργο περατώθηκε, ανέφερε πως περατώθηκε εκτός από 2-3 σημεία και τούτο διότι δεν τους είχε επιτραπεί είσοδος, αφού άλλαξαν την κλειδαριά της πόρτας. Τα σημεία 4-20 του τεκμηρίου 10, δεν είχαν πάει να κάνουν το οτιδήποτε, από τις 04.01.2023 που το παρέλαβαν διότι τους χρωστούσαν ήδη πάρα πολλά λεφτά και ήθελαν να δουν τι θα κάνουν. Συμφώνησαν μετέπειτα να ολοκληρώσουν αυτές τις εργασίες και να τους δοθούν μεταχρονολογημένες επιταγές, όπως και έγινε μετά τις 20.01.2023 που παρέλαβαν το τεκμήριο 11. Στις 20.01.2023 έκαναν όλες τις εργασίες, πλην του σημείου 7 και τούτο διότι δεν τους προμήθευσαν οι Κατηγορούμενοι και η ΜΥ1 με τα απαραίτητα γυαλιά, απαιτώντας να τα αγοράσουν οι ίδιοι, πράγμα το οποίο αρνήθηκαν να πράξουν, ως επίσης και ακόμη ένα σημείο που δεν περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 11 και αφορούσε τον πελεκάνο και συγκεκριμένα ένα ερμάρι που θα έπρεπε να γίνει μεγαλύτερο για να χωρεί το πλυντήριο. Όταν μετά τις 20.01.2023 πήγαν για να το κάνουν, βρήκαν την πόρτα με αλλαγμένη την κλειδαριά.
Του υπεβλήθη πως είχαν πάει επί τόπου στο κτήριο, παρουσία του δικηγόρου της ΜΥ1 και της τότε δικηγόρου του και ήλεγξαν το κτήριο επί τόπου και διαπίστωσαν πως εξακολουθούσε να υφίσταται το ζήτημα με το έπιπλο του πλυντηρίου, δεν είχαν εγκατασταθεί κλιματιστικά, ο χώρος που φτιάχτηκε για το ψυγείο, δεν το χωρούσε και «σωρεία άλλων εκκρεμοτήτων» με τον ίδιο να αναφέρει πως το ζήτημα με το έπιπλο πλυντηρίου δεν τους άφησαν να το διορθώσουν, τα κλιματιστικά δεν τοποθετήθηκαν γιατί οι Κατηγορούμενοι και η ΜΥ1 δεν είχαν χρήματα για να τα αγοράσουν και πως για τούτο υπάρχει αλληλογραφία με την ΜΥ1, ενώ η θέση του ψυγείου ήταν ως περιλαμβανόταν στα σχέδια και το ότι δεν φορούσε το ψυγείο στον χώρο αυτό, ήταν διότι η ΜΥ1 αγόρασε πλυντήριο μεγαλύτερο, από αυτό που ο χώρος, χωρούσε, γεγονός που τους επισήμανε επανειλημμένα. Το κόστος δε για τις κλιματιστικές μονάδες, αφαιρέθηκαν από την αρχιτέκτονα και δεν περιλαμβάνεται ούτως ή άλλως, στις εργασίες για τις οποίες εξέδωσε τα διατακτικά. Τίποτε από τα πιο πάνω ανέφερε ο ΜΚ1 περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 11 και τούτο διότι όλα έγιναν όπως προνοούνταν.
Σε υποβολή ότι στο κτήριο υπάρχει μεγάλος όγκος εκκρεμοτήτων, για τις οποίες η ΜΥ1 πλήρωσε, απάντησε πως δεν συμφωνεί καθόλου και τούτο διότι η αρμόδια να κρίνει εάν οι εργασίες συμπληρώθηκαν, είναι η αρχιτέκτονας η οποία ενέκρινε όλες τις εργασίες εξ ου και εξέδωσε διατακτικά πληρωμών. Ο λόγος δε που η ΜΥ1 έβαλε στο κτήριο άλλους υπεργολάβους, χωρίς μάλιστα την έγκριση των αρχιτεκτόνων, ήταν για να δημιουργήσει έξοδα για να δικαιολογήσει τις μη πληρωμές της, με αποτέλεσμα να δημιουργήθηκαν πιθανόν ζημιές στο κτήριο από άλλα πρόσωπα, υπερκοστολογώντας εργασίες με απώτερο σκοπό την δημιουργία ελλείματος. Αποδέχθηκε πως παρέλαβε επιστολή από την αρχιτέκτονα στις 13.02.2024 με την οποία του επισήμαινε πως θα έπρεπε να προσέλθει και να ολοκληρώσει εκκρεμούσες εργασίες, τις οποίες ανέφερε πως δεν εκτέλεσε διότι ενώ συνεννοούνταν προφορικά κατά καιρούς, δια μέσω των δικηγόρων τους, με τους Κατηγορούμενους και την ΜΥ1, οι τελευταίοι στην συνέχεια δεν ανταποκρίνονταν και σε κάθε περίπτωση, δεν θα πήγαιναν να τις ολοκληρώσουν αφού τους όφειλαν ποσά, στο ύψος σχεδόν του 1/3 της συμφωνίας. Εν πάση δε περιπτώσει, ως επισήμανε, η εν λόγω επιστολή (τεκμήριο 12) ανέφερε πως σε περίπτωση που δεν προσέλθουν να ολοκληρώσουν τις εργασίες, θα το πράξουν άλλο εργολάβοι και το ποσό θα αφαιρεθεί από το ποσό της αποκοπής.
Του υπεβλήθη πως το κλειδί του κτηρίου το κρατούσε ο ίδιος, με τον ίδιο να συμφωνεί και να λέει πως πράγματι, το κλειδί το κρατούσε αλλά η κλειδαριά αλλάχθηκε με αποτέλεσμα να μην έχει πρόσβαση και πως τούτο έγινε όταν είχαν μείνει 2-3 εκκρεμότητες στο κτήριο. Επί τούτου, του υπεβλήθη περαιτέρω η θέση πως είναι ο ίδιος που άλλαξε τις κλειδαριές και παρέδωσε το κλειδί κατά την προσωρινή παραλαβή οπότε και διαπιστώθηκαν όλες οι ελαττωματικές εργασίες, οι οποίες έχουν φωτογραφηθεί. Ανέφερε περαιτέρω, κατόπιν που ερωτήθηκε, πως οι Κατηγορούμενοι και η ΜΥ1 εξακολουθούν να του οφείλουν €47.350, τα οποία αφορούν τις επίδικες επιταγές και ένα άλλο ποσό της τάξης των €20.698, για τα οποία κατέβαλαν σε κάποια στιγμή, το ποσό των €14.250. Του υπεβλήθη πως το ποσό αυτό δόθηκε έναντι των επίδικων επιταγών και όχι έναντι οποιουδήποτε άλλου ποσού και πως αυτό υπολογίστηκε στην βάση του κόστους των ελαττωματικών του εργασιών, ύψους περίπου €11.000, το οποίο αποκόπηκε από το σύνολο των επίδικων επιταγών και κανένα άλλο ποσό του οφείλεται, με τον ίδιο να αρνείται την υποβολή και να αναφέρει πως δεν είναι ο ίδιος που υπολογίζει το τι του οφείλεται, αλλά ο αρχιτέκτονας, ο οποίος προέβη σε υπολογισμό ύψους €161.318, εκ των οποίων καταβλήθηκαν €113.960, αφού οι επίδικες επιταγές, οι οποίες ανέβαζαν το ποσό στις €140.612, δεν τιμήθηκαν, συνεπώς εξακολουθεί να οφείλεται το ποσό των €47.350.
Τέλος, του υποβλήθηκε η θέση πως στο κτήριο έχουν μπει ενοικιαστές και παραπονιούνται διότι στάζει η οροφή, με τον ίδιο να αναφέρει πως δεν μπορεί να γνωρίζει τι εργασίες έκαναν οι υπεργολάβοι που μπήκαν στο κτήριο στην συνέχεια, ως επίσης, στην υποβολή ότι οι Κατηγορούμενοι και η ΜΥ1 πλήρωσαν για τις εργασίες που παρέμειναν εκκρεμείς, ποσά, πέραν των ποσών που όφειλαν, με αποτέλεσμα αυτά να τους οφείλονται από την Παραπονούμενη, ανέφερε πως τίποτε από αυτά δεν ισχύει και το ποσό ολόκληρο των επιταγών, εξακολουθεί να του οφείλεται.
Ο ΜΚ2, είναι λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών στην Eurobank, πρώην Ελληνική Τράπεζα. Η Κατηγορούμενη 1 είναι πελάτης της πιο πάνω Τράπεζας και την γνωρίζει. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές, οι οποίες ως ανέφερε εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 και κατατέθηκαν εξ όσων φαίνεται από τις σφραγίδες τους, στην Τράπεζα του δικαιούχου τους στις 5.05.2023 και έφτασαν κοντά τους στις 06.05.2023, έφεραν δε όλα τα τυπικά γνωρίσματα επιταγής από άποψη τεχνικής εγκυρότητας και επιστράφηκαν ως απλήρωτες, μετά από οδηγίες του εκδότη. Συγκεκριμένα ανακλήθηκε η πληρωμή τους, εξ όσων φαίνεται επίσης από την σφραγίδα της δικής της Ελληνικής Τράπεζας. Συγκεκριμένα, στην προκειμένη είχε παρουσιαστεί αυτοπροσώπως ο Κατηγορούμενος 2 και ζήτησε να ανακληθεί η πληρωμή τους. Για τούτη του την ενέργεια, κατέθεσε γραπτή εντολή (τεκμήριο 13), την οποία ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε στην παρουσία του ιδίου και με βάση την οποία, δόθηκε ως αιτιολογία το ότι «ο δικαιούχος είναι εργολάβος και καθυστέρησε να παραδώσει τις εργασίες, κατά παράβαση συμφωνίας που έγινε μεταξύ μας». Η εν λόγω ανάκληση, έγινε στις 10.03.2023 και ώρα 09:00. O MK2 δεν αντεξετάστηκε.
Η ΜΥ1, είναι η κόρη του Κατηγορούμενου 2 και ιδιοκτήτρια του επίδικου κτηρίου, για την οποία δικαιούταν να λάβει χορηγία ύψους €70.000, λόγω της ανακαίνισης του κτηρίου το οποίο συνίστατο σε διατηρητέα οικοδομή στην Λευκωσία. Για το σκοπό τούτο, υπέγραψαν συμφωνία με την Παραπονούμενη, με βάση την οποία οι εργασίες θα έπρεπε να αποπερατωθούν εντός 8 μηνών, χρονοδιάγραμμα που δεν τηρήθηκε. Ο εργολάβος ήταν ο ΜΚ1 ο οποίος ωστόσο σπάνια πήγαινε στο κτήριο, αφού εκεί εργάζονταν το πολύ δύο άτομα και κάποιοι υπεργολάβοι. Τις εργασίες τις ανέθεσε η ίδια σε αρχιτέκτονα-μηχανικό ο οποίος κατά διαστήματα επιθεωρούσε το κτήριο και εξέδιδε διατακτικά πληρωμών. Συνολικά εξέδωσε 9 διατακτικά (τεκμήρια 14.1-.14.9), τα οποία έχουν πληρωθεί, συν το ποσό προκαταβολής που δεν περιλαμβάνεται σε αυτά, ύψους €7.500 και για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποδείξεις πληρωμής, χειρόγραφες και μη για το συνολικό ποσό των €155.600 (τεκμήρια 15.1-15.22 και 16.1-16.2). Το σύνολο των διατακτικών, αφορά το ποσό των €160.650 ενώ η αρχική συμφωνία προνοούσε €147.250, πλέον €7.362 Φ.Π.Α. Από αυτά τα χρήματα το ποσό των €3.804, αφορούσε το ποσό που κρατείτο για το τέλος.
Περιπλέον των πιο πάνω, πλήρωσαν στην συνέχεια το ποσό των €14.987 με επιταγή η οποία δόθηκε δια μέσω του δικηγόρου τους (τεκμήριο 17), άρα πλήρωσε στον εργολάβο, ποσό πέραν των €160.650, δηλαδή €9.000 και πλέον από την συμφωνία που υπέγραψαν. Για την συγκεκριμένη οικία, εκδόθηκαν πέραν από τα τεκμήρια 10 και 11, άλλοι δύο κατάλογοι με ατέλειες και εκκρεμότητες από μέρους των Παραπονουμένων, ημερ. 07.06.2023 και 06.02.2024 (τεκμήρια 18 και 19), τις οποίες οι τελευταίοι δεν ολοκλήρωσαν και για τις οποίες, ως επίσης και τις κακοτεχνίες που αργότερα διαπίστωσαν, έλαβε φωτογραφίες. Συγκεκριμένα, για το σημείο 6 του τεκμηρίου 18, κατέθεσε φωτογραφίες (τεκμήριο 20), ως επίσης για τα σημεία 8 και 9 (τεκμήριο 21). Είναι εμφανές ως ανέφερε, από το τεκμήριο 19, πως εργασίες οι οποίες θα έπρεπε να ολοκληρωθούν με βάση τους προηγούμενους καταλόγους, δεν ολοκληρώθηκαν (σημείο 1), για το οποίο κατέθεσε επίσης φωτογραφίες (τεκμήριο 22). Από το τεκμήριο 19, εν συγκρίσει με το τεκμήριο 18, καμμιά εργασία έγινε, παρά τις οδηγίες του αρχιτέκτονα και για τούτο καλούσαν επανειλημμένα τον εργολάβο, τόσο η ίδια όσο και η αρχιτέκτονας η οποία έστειλε και γραπτώς επιστολή στον τελευταίο στις 13.02.2024 (τεκμήριο 12). Τους απάντησε πως για να πήγαινε να κάνει την οποιαδήποτε εργασία θα έπρεπε πρώτα να πληρωθεί. Του δόθηκε προειδοποίηση πως εάν αρνείτο να το πράξει θα πήγαιναν άλλοι εργολήπτες να το πράξουν ώστε το κτήριο να καταστεί λειτουργικό. Η αναφορά του ΜΚ1 ότι το κόστος αυτών των εργασιών ήταν μηδαμινό, πόρρω απέχει από την πραγματικότητα. Αναγκάστηκε να αποταθεί σε άλλους τεχνικούς για να αποκαταστήσουν και διεκπεραιώσουν τις εργασίες του εργολάβου, στους οποίους κατέβαλε το ποσό των €16.155,68.
Η επιταγή που δόθηκε αργότερα στους Παραπονούμενους για το ποσό των €14.987 αφορούσε τις επίδικες επιταγές, που έδωσε στον εργολάβο ο Κατηγορούμενος 2 με αποκοπή ενός ποσού για να μπορεί η ίδια να προχωρήσει στην αποκατάσταση ελαττωματικών από μέρους του εργασιών αφού ο ίδιος δεν ανταποκρινόταν. Για τούτο, ενημέρωσε τους τότε δικηγόρους του τελευταίου με επιστολή του δικού της δικηγόρου (τεκμήριο 23) στις 02.10.2023 και στις 08.11.2023 (τεκμήριο 24). Όχι μόνο δεν οφείλει τίποτα στον εργολάβο, αλλά πλήρωσε παραπάνω από ότι προνοούσε η σύμβαση και ακόμη πληρώνει είτε για τις εκκρεμότητες του τελευταίου, είτε τις κακοτεχνίες του. Επίσης, ο τελευταίος πληρώθηκε για εργασίες που έπρεπε να γίνουν με βάση την συμφωνία και που δεν έγιναν.
Γενικά στο κτήριο, ακόμη αντιμετωπίζει προβλήματα αφού τεχνίτες που πήγαν για να κάνουν εργασίες, αρνήθηκαν να προχωρήσουν, λόγω της ερασιτεχνικής δουλειά που έγινε από προηγουμένους από τους Παραπονούμενους και δύσκολα βρίσκει κάποιον που να μπορεί να αναλάβει την ευθύνη. Μέχρι και πρόσφατα, έλαβε άλλη προσφορά για μπογιατίσματα που έπρεπε να κάνει ο εργολάβος (τεκμήριο 25). Με βάση δε την συμφωνία, ο ίδιος είναι υπόλογος σε αποζημιώσεις ύψους €1.800 ημερησίως για καθυστερήσεις στην αποπεράτωση, παρότι η Παραπονούμενη έχει εγείρει και αγωγή εναντίον και της ιδίας και των Κατηγορουμένων, αξιώνοντας χρηματικές απαιτήσεις.
Κατά την αντεξέταση της, κληθείσα να σχολιάσει πώς και στο τελευταίο διατακτικό αναφέρεται πως το ποσό που είχε μέχρι τότε καταβάλει ήταν €124.740 ανέφερε πως μάλλον δεν λήφθηκαν υπόψη χειρόγραφες αποδείξεις που κατείχε και πως εν πάση περιπτώσει σε αυτό περιλαμβάνονταν εργασίες που η ίδια δεν αποδέχθηκε, πλην ορισμένων, τις οποίες εξήγησε. Το είχε αναφέρει στην αρχιτέκτονα, πλην όμως σε κάθε περίπτωση, το τεκμήριο 3 που αποτελεί το τελευταίο διατακτικό, πληρώθηκε πλήρως εάν προστεθούν όλες οι αποδείξεις πληρωμής που κατέθεσε. Ερωτηθείσα εάν στις αποδείξεις που κατέθεσε περιλαμβάνονται και οι επίδικες επιταγές, απάντησε αρχικά αρνητικά, αναφέροντας πως η μόνη επιταγή που δεν περιλαμβάνεται είναι το τεκμήριο 17. Ερωτηθείσα εάν το πρόβλημα της ήταν οι κακοτεχνίες, ως είναι ο ισχυρισμός της, ανέφερε πως βασικά πλήρωσε και με το παραπάνω και οι επίδικες επιταγές, σταμάτησαν κατ’ εντολή της ιδίας, λόγω του ότι όταν πήραν το κλειδί με παρέμβαση του δικηγόρου της διαπίστωσε μαζί με την αρχιτέκτονα, ελαττωματικές εργασίες οπότε και ετοιμάστηκε από την τελευταία κατάλογος με εκκρεμότητες που έπρεπε να γίνουν. Οι επιταγές σταμάτησαν επειδή οι εργασίες αυτές, δεν ολοκληρώθηκαν. Της υποδείχθηκαν δύο εκ των αποδείξεων πληρωμών που κατέθεσε και ερωτήθηκε κατά πόσο αυτές, περιλαμβάνουν τα στοιχεία των επίδικων επιταγών, με την ίδια να συμφωνεί και να αναφέρει πως εκ παραδρομής, είχαν υπολογιστεί στις πληρωμές, παρότι σταμάτησαν λόγω των κακοτεχνιών. Κατατέθηκαν εκ παραδρομής επειδή βρισκόντουσαν μαζί με τις υπόλοιπες στα αρχεία της, ωστόσο τούτο δεν έγινε σκόπιμα. Αν οι εργασίες γίνονταν σωστά, δεν θα προχωρούσαν στην ανάκληση τους. Της υποδείχθηκαν επίσης χειρόγραφες αποδείξεις που κατέθεσε (τεκμήριο 16), σε συνάρτηση με άλλες επίσημες αποδείξεις (τεκμήριο 15.5) και ερωτήθηκε κατά πόσο αποτελούν μια ενιαία απόδειξη, με την ίδια να το αρνείται. Της υπεβλήθη πως πρόκειται για δύο μεν αποδείξεις, πλην όμως για το ίδιο ποσό πληρωμής και τούτο διότι όταν έδωσαν τα συγκεκριμένα χρήματα ανησυχούσαν και ζήτησαν χειρόγραφη απόδειξη, μέχρι να τους δοθεί επίσημη απόδειξη, οπότε και υπεγράφη χειρόγραφα η βεβαίωση είσπραξης, όπως και για όλες τις χειρόγραφες αποδείξεις, με την ίδια να αρνείται τον ισχυρισμό αυτό. Της υπεβλήθη πως τα ποσά που ανέφερε πως πλήρωσε είναι λανθασμένα, με την ίδια να αποδέχεται πως αυτό αφορά μόνο τις επίδικες επιταγές που λανθασμένα υπολογίστηκαν στις πληρωμές. Της ζητήθηκε να υποδείξει την πληρωμή που αφορά το διατακτικά Ν. 8, το οποίο αφορούσε το ποσό των €8.979,43, με την ίδια να αναφέρει πως είναι δύσκολο να βρει την ακριβή πληρωμή του, αφού δίνονταν διάφορα ποσά.
Αρνήθηκε ότι έγινε προσωρινή παραλαβή στις 03.01.2023 και τούτο διότι υπήρχαν εκκρεμότητες αλλά και επειδή τον Μάιο του 2023, ζητούσαν ακόμη το κλειδί και της υπεβλήθη ότι ο κατάλογος που ετοιμάστηκε κατόπιν της 03.01.2023 δεν αφορούσαν τις εκτελεσθείσες εργασίες ως επίσης και ότι το κλειδί, το κρατούσε η ίδια και γνώριζε τι συνέβαινε. Επί τούτου, ήταν η θέση της ότι το κλειδί το παρέλαβαν μετά από παρέμβαση του δικηγόρου της, οπότε και διαπίστωσαν σωρεία ατελειών και σταμάτησαν τις επιταγές. Το ότι δε κατά την άποψη της, οι εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν, επιμαρτυρείται από το τεκμήριο 12 το οποίο συντάχθηκε στις 13.01.2024 από την αρχιτέκτονα. Της υπεβλήθη πως το εν λόγω τεκμήριο, επαληθεύει την θέση πως οι όποιες εκκρεμότητες δεν γίνονταν θα αποκόπτονταν από το ποσό κράτησης και πως όφειλε, όλα τα ποσά για τα οποία εκδόθηκε από την αρχιτέκτονα διατακτικό πληρωμής, να τα καταβάλει, πως κανένα διατακτικό αμφισβήτησαν και επιπλέον πως η Παραπονούμενη εκτέλεσε τα όσα περιλαμβάνονταν στα τεκμήρια 10 και 11 πλην 2-3 σημείων τα οποία δεν εκτέλεσε διότι δεν τους επέτρεψαν την είσοδο και βρήκαν το κτήριο κλειστό, οπότε η ανάκληση των επιταγών έγινε και αφορούσε την εκτελεσθείσα από μέρους της εργασία. Η ΜΥ1 διερωτήθηκε επί τούτου πως είναι δυνατόν να είχαν βγάλει έξω τον εργολάβο και μετά να τον καλούσαν να μεταβεί για να ολοκληρώσει την εργασία.
Σε σχέση με τα κλιματιστικά, ήταν η θέση της πως ενώ στην αρχική συμφωνία υπήρχε πρόνοια €16.000 που αφορούσε τα κλιματιστικά και τις σωλήνες, αυτά δεν τοποθετήθηκαν, διερωτωμένη γιατί να πρέπει να τα πληρωθεί. Ερωτηθείσα εάν γι’ αυτά, η αρχιτέκτονας αφαίρεσε από την κοστολόγηση το ποσό των €4.239 με βάση το τεκμήριο 4, ανέφερε πως το ποσό αυτό ναι μεν αφαιρέθηκα αλλά ήταν δυσανάλογο με αυτό που κόστισε στην ίδια για την εγκατάσταση 15 κλιματιστικών ως ήταν η μεταξύ τους συμφωνία και πως ακόμη και τις σωλήνες, τις έβαλαν λάθος και ανάποδα. Ερωτηθείσα για ποιον από τους διάφορους λόγους που ανέφερε, σταμάτησαν οι επιταγές ανέφερε πως οι λόγοι δεν ήταν διάφοροι και άπτονταν του ότι όταν μπήκαν στο κτήριο και ετοιμάστηκε ο κατάλογος ατελειών και εκκρεμοτήτων, έδωσε εντολή στον Κατηγορούμενο 2 να σταματήσει τις επιταγές μέχρι η Παραπονούμενη να εκτελέσει τις εργασίες όλες.
Ερωτηθείσα εάν ο κατάλογος είχε ετοιμαστεί από τον Ιανουάριο του 2023, συμφώνησε πως ναι μεν υπήρχε, πλην όμως εμπλουτιζόταν και παρέπεμψε στο τεκμήριο 18 και 19 (Ιούνης 23-2024. Κληθείσα να εξηγήσει πως είναι δυνατόν να ανακάλεσαν τις επιταγές τον Μάρτιο του 2023 και να επικαλείται καταλόγους που έγιναν αργότερα, απάντησε πως «αν πληρώνονταν οι δύο επιταγές εκείνες και δεν γίνονταν… και ευτυχώς που έγιναν stop payment. Θα πληρώνετουν ο πελάτης σας και το κτήριο θα ήταν ατέλειωτο. Σκεφτείτε ότι στον κατάλογο ατελειών εκκρεμοτήτων 3 και 4, περιλαμβάνονταν εργασίες που πήραν από τον κατάλογο 2, που δεν πάτησε να τις κάνει», ως επίσης και ότι οι επιταγές επειδή ήταν συμφωνημένο να κατατεθούν αργότερα, μετά από ένα μήνα και εάν και εφόσον γίνονταν οι εργασίες, μόλις πήραν το κλειδί και μπήκαν μέσα και συνειδητοποίησαν πως δεν έγιναν, σταμάτησαν τις επιταγές. Τα κλειδιά τα πήραν τον Μάιο του 2023, με τον συνήγορο υπεράσπισης να της αναφέρει πως ψεύδεται για τούτο. Εν σχέση με τα διατακτικά της αρχιτέκτονος, ανέφερε πως ναι μεν εκδίδονται, αλλά ο δικαιούχος θα τα πληρωθεί νοουμένου ότι έκανε τις εργασίες που αναφέρονται. Αρνήθηκε επίσης ότι καθυστερούσαν να πληρώσουν τον εργολάβο από την αρχή του έργου και ανέφερε πως ο λόγος που δήλωσε ο πατέρας της στην Τράπεζα για την ανάκληση των επιταγών, συνάδει πλήρως με το ότι υπήρχε παραβίαση συμφωνίας αφού οι ατέλειες και εκκρεμότητες που διαπίστωσε η αρχιτέκτονας και που δεν υλοποίησε η Παραπονούμενη, περιλαμβάνονταν ως εργασίες στην αρχική συμφωνία. Τέλος, σε υποβολή πως οφείλει στην Παραπονούμενη ποσό, πέραν των επιδίκων επιταγών, αποτέλεσε θέση της πως με βάση τις επίδικες επιταγές, ο εργολάβος θα εξοφλείτο και κακώς που δεν του απέκοψε, περισσότερα χρήματα από όσα του απέκοψε διότι πλήρωσε πολλά παραπάνω.
Κατά την επανεξέταση της, διευκρίνισε πως στις πρώτες 2 επιθεωρήσεις και δη στην 1η ήταν και η ίδια παρούσα, όπως και η αρχιτέκτονας και ο ΜΚ1 και οι δικηγόροι των δύο πλευρών.
Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή.
Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Επίσης, σημειώνω πως ενόψει του ότι τα πλείστα (ως θα διαφανεί) γεγονότα που αφορούν αυτές καθαυτές τις επίδικες κατηγορίες, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Κατηγορουμένων πλην του κατά πόσο υπήρχε εύλογη αιτία οι επίδικες επιταγές να ανακληθούν και σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 και το κατά πόσο ο τελευταίος, είχε την απαιτούμενη ένοχη διάνοια για να διαπράξει τα αδικήματα που του καταλογίζονται, τα όσα αποτελούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν την παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της προσφερθείσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης των αδικημάτων (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας (1999) 2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28)
Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).
Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
Είναι προφανές από απλή ανάγνωση της προσφερθείσας μαρτυρίας αλλά και από την αντεξέταση του ΜΚ1 και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΥ1 πως στην παρούσα, ό,τι αμφισβητείται από μέρους της υπεράσπισης, είναι ότι οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν εύλογη αιτία να ανακαλέσουν την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Το ότι δηλαδή οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και το πρόσωπο που στην συνέχεια ανακάλεσε την πληρωμή τους, στις 10.03.2023, δεν είναι αμφισβητούμενα ζητήματα. Τουναντίον, είναι αποδεκτά όπως αποδεκτός είναι και ο λόγος που δηλώθηκε για την παραπάνω ανάκληση πληρωμής.
Επίδικο επομένως ζήτημα, είναι μόνο το κατά πόσο υπήρχε εύλογη αιτία, να ανακληθεί η πληρωμή των επίδικων επιταγών. Εξ ου και η μαρτυρία του ΜΚ2 παράμεινε αναντίλεκτη αφού ο εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων. Σε κάθε δε περίπτωση, σημειώνω πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας, ήταν παντελώς ανεξάρτητος, από απόψεως επιδίκων ζητημάτων και των γεγονότων που τα περιβάλλουν, ούτε και θα μπορούσε να γνωρίζει οτιδήποτε από τα όσα η υπεράσπιση προώθησε. Στην σύντομη μαρτυρία του εν πάση περιπτώσει υπήρξε ακριβής στα όσα ανέφερε και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ό,τι ανέφερε, αποτελούν και δικά μου ευρήματα.
Στρεφόμενη στην μαρτυρία του ΜΚ1 και της ΜΥ1, σημειώνω τα ακόλουθα.
Ο ΜΚ1 μου προκάλεσε θετικές εντυπώσεις ως μάρτυρας, αφού παρέμεινε σταθερός στις θέσεις που προώθησε, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του και τα όσα ανέφερε είτε ως θέσεις στην κυρίως εξέταση του, είτε ως απαντήσεις στις ερωτήσεις και υποβολές που του τέθηκαν στην αντεξέταση του, βρίσκουν έρεισμα τόσο στην λογική, όσο και στην υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνω ωστόσο ότι υπάρχουν 2-3 σημεία στην μαρτυρία του, τα οποία παρουσιάζουν ανακρίβειες ή και δεν συνάδουν χρονικά με τα υπόλοιπα γεγονότα, πλην όμως, οι ανακρίβειες αυτές, δεν είναι ενδείξεις αναξιοπιστίας του μάρτυρα, αφού πρόκειται για επουσιώδη ζητήματα, ως πιο κάτω θα διαφανεί και διόλου μεταβάλλουν της ακρίβεια των λοιπών ζητημάτων στα οποία αναφέρθηκε και σχετίζονται με το επίδικο εδώ ζήτημα που είναι το κατά πόσο οι Κατηγορούμενοι είχαν εύλογη αιτία να ανακαλέσουν τις επίδικες επιταγές.
Καταρχάς σημειώνω πως τα προσόντα, η ιδιότητα του ιδίου, όπως και της Παραπονουμένης, αλλά και η σχέση που είχαν με τους Κατηγορούμενους, δεν αμφισβητούνται, όπως δεν αμφισβητήθηκε και το ότι η τελευταία ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών αναπαλαίωσης ενός κτηρίου το οποίο ανήκει στην κόρη του Κατηγορούμενου 2 και διευθυντή της Κατηγορούμενης 1, ο οποίος εξέδιδε επιταγές προς όφελος της, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες και οι οποίες σχετίζονταν με τις παραπάνω εργασίες. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης το ότι στο συγκεκριμένο κτήριο, υπήρχε διορισμένος από μέρους της ΜΥ1 αρχιτέκτονας, ο οποίος επέβλεπε τις εργασίες και πως για να καταστεί οποιοδήποτε ποσό πληρωτέο, προηγείτο επίβλεψη των εργασιών από μέρους του τελευταίου, ο οποίος ενέκρινε και βεβαίωνε την εκτέλεση τους και κατόπιν τούτων, εξέδιδε διατακτικά πληρωμής. Περαιτέρω, ότι στην παρούσα περίπτωση, εκδόθηκε στις 04.01.2023 πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης εργασιών από την αρχιτέκτονα (τεκμήριο 2) και πως κατόπιν τούτου, εκδόθηκε το τελευταίο διατακτικό πληρωμής (τεκμήριο 3), ως επίσης ότι, ο αρχιτέκτονας προέβη και σε ανάλυση της κοστολόγησης του έργου (τεκμήριο 4). Επιπρόσθετα, μη αμφισβητούμενο είναι και το ότι μεταξύ της Παραπονούμενης και της ΜΥ1 υπεγράφη συμφωνία στις 10.02.2021, η οποία προνοούσε ολοκλήρωση του έργου εντός 8 μηνών, ως επίσης ότι με βάση την συμφωνία, το ποσό των €3.600 κρατείτο και δεν ήταν απαιτητό, ως ποσό «κράτησης», το οποίο δίδεται ένα χρόνο μετά την παραλαβή του έργου, ως εγγύηση ουσιαστικά, ότι οι εργασίες θα γίνουν και πως το εν λόγω ποσό, δεν περιλαμβάνεται στα διατακτικά πληρωμής που εκδίδει ο αρχιτέκτονας.
Αποτέλεσε θέση του ΜΚ1 πως ενώ εκτέλεσε και ολοκλήρωσε τις εργασίες αναπαλαίωσης στο συγκεκριμένο κτήριο, δεν πληρώθηκε, με τους Κατηγορούμενους να τον έχουν ξεγελάσει, αφού με διάφορες δικαιολογίες δεν τον πλήρωναν από την αρχή και ειδικότερα μετά την έκδοση του 2ου σε σειρά διατακτικού. Η θέση αυτή του ΜΚ1 περί καθυστερήσεων στις πληρωμές, παρότι έτυχε αμφισβήτησης τόσο από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων, όσο και από την ΜΥ1 η οποία αρνήθηκε σχετική με τα πιο πάνω θέση που της υποβλήθηκε, βρίσκω να αντικατοπτρίζεται πλήρως στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, το οποίο αποτελεί ηλεκτρονικό μήνυμα της αρχιτέκτονος προς την ΜΥ1 που στάλθηκε στις 23.06.2022, στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Σε συνέχεια των πιο κάτω ηλεκτρονικών μηνυμάτων φαίνεται ότι ακόμη εκκρεμεί να πληρωθούν ποσά τα οποία έχουν εκδοθεί με τα διατακτικά. Επανειλημμένα σας αναφέραμε στο παρελθόν, ότι είναι αδύνατο να ολοκληρωθεί το πιο πάνω Έργο, αν ο εργολάβος δεν πληρώνεται έγκαιρα. Όπως ξέρετε, έχουμε μέχρι σήμερα καθυστερήσεις της τάξης περίπου των οκτώ μηνών στην ολοκλήρωση του Έργου, οι οποίες οφείλονται κυρίως σε καθυστερήσεις στις πληρωμές του Εργοδότη προς τον Εργολάβο (βλ. γραπτή συμφωνία μεταξύ Εργολάβου και Εργοδότη ημερ. 10/2/2021, τα διατακτικά πληρωμής ήδη έχουν εκδοθεί από το γραφείο μας προς τον Εργολάβο και τον αντίστοιχο χρόνο που πληρώθηκαν τα διατακτικά αυτά, και συναφή ηλεκτρονικά μηνύματα (emails) εκ μέρους του Εργολάβου σχετικά με το θέμα αυτό, ημερομηνιών 30.08.21, 7.9.21 και 15.4.22). ¨όπως αντιλαμβάνεστε και σας έχουμε ήδη επισημάνει τόσο γραπτώς, όσο και προφορικά, το γραφείο μας, λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων που παρατηρούνται στην ολοκλήρωση του Έργου λόγω των πιο πάνω καθυστερήσεων στις πληρωμές σας, δέχεται σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις. [..]»
Παρεμβάλλω για να αναφέρω, πως το πιο πάνω πρόσωπο ναι μεν δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει, είτε από την μια, είτε από την άλλη πλευρά, με αποτέλεσμα το περιεχόμενο του τεκμηρίου αυτού να αποτελεί μορφή εξ ακοής μαρτυρίας, πλην όμως σε κανένα σημείο αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ή και από την ΜΥ1, ότι η τελευταία έλαβε το παραπάνω ηλεκτρονικό μήνυμα, με το περιεχόμενο που παρατίθεται πιο πάνω. Δεν έχω συνεπώς λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία αυτή, για να εξαγάγω συμπεράσματα. Και πράγματι, βρίσκω πως τούτη, υποστηρίζει την συγκεκριμένη θέση του ΜΚ1. Άλλωστε, το ότι παρατηρούνταν από την αρχή καθυστερήσεις στις πληρωμές, προκύπτει και από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 14.1-14.3, που αφορούν τα πρώτα τρία διατακτικά πληρωμών που εκδόθηκαν, με αντίστοιχες ημερομηνίες 26.03.2021, 27.04.2021 και 01.06.2021, από το περιεχόμενο των οποίων εύκολα διαπιστώνεται, πως τούτα δεν είχαν μέχρι εκείνη την στιγμή εξοφληθεί.
Σε σχέση με το κατά πόσο οι εργασίες είχαν ολοκληρωθεί ή όχι μέχρι τις 04.01.2023, σημειώνω πως η θέση του ΜΚ1 ήταν ότι ολοκληρώθηκαν και πως για τούτο εκδόθηκε και το πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης τους που φέρει την πιο πάνω ημερομηνία (τεκμήριο 2) και ακολούθως στις 10.01.2023, το τελικό διατακτικό πληρωμής (τεκμήριο 3). Και πράγματι, η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, αλλά και από τον πίνακα κοστολόγησης των εν λόγω εργασιών (τεκμήριο 4), ο οποίος φαίνεται να ετοιμάστηκε επίσης στις 10.01.2023, με βάση την ημερομηνία που φέρει το εν λόγω έγγραφο και το διατακτικό πληρωμής που εκδόθηκε και βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τον συγκεκριμένο πίνακα. Ήταν η θέση του περαιτέρω πως οι επίδικες επιταγές, του παραδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 στις 13.03.2023 ο οποίος τις υπέγραψε στην παρουσία του, με παράκληση όπως τούτες κατατεθούν δύο μήνες αργότερα, μέχρι να λάβει η ΜΥ1 την χορηγία που δικαιούτο και πως η έκδοση τους έγινε, αφού ολοκληρώθηκαν όλες οι εργασίες που εκκρεμούσαν ως ατέλειες με βάση το τεκμήριο 10.
Σημειώνω καταρχάς, πως εκ των πιο πάνω, η απόκλιση η οποία εντοπίζω να υπάρχει στα λεγόμενα του ΜΚ1 είναι ότι οι επίδικες επιταγές, δεν προκύπτει να εκδόθηκαν στις 13.03.2023 ως ήταν η θέση του τελευταίου, αλλά σε ημερομηνία πριν από τις 13.01.2023, αφού εξ όσων φαίνεται, από τις αποδείξεις είσπραξης που κατέθεσε η ΜΥ1, για τις συγκεκριμένες επιταγές, εκδόθηκαν αποδείξεις είσπραξης (τεκμήρια 15.21 και 15.22) οι οποίες φέρουν ως ημερομηνία έκδοσης τους, την 13.01.2023 και όχι την 13.03.2023 που ήταν εξ όσων φαίνεται από την όψη των επίδικων επιταγών, η ημερομηνία πληρωμής τους. Η παραπάνω ασήμαντη ωστόσο κατά τα λοιπά, θέση του ΜΚ1 την οποία δεν αποδέχομαι, όχι μόνο δεν μεταβάλλει το οτιδήποτε άλλο ανέφερε ο ΜΚ1 σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα, αλλά τουναντίον, τον επιβεβαιώνει καταρχάς ως προς το ότι οι επίδικες επιταγές, εκδόθηκαν κατόπιν της συμπλήρωσης των ατελειών και εκκρεμοτήτων που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο που ετοίμασε η αρχιτέκτονας στις 04.01.2023, κατόπιν των οποίων εξέδωσε και το τελικό διατακτικό πληρωμής, ημερ. 10.01.2023, αφού η χρονική συνάφεια μεταξύ των πιο πάνω και της απόδειξης είσπραξης των επιταγών (13.01.2023), μόνο σε αυτή την κατεύθυνση οδηγεί.
Περιπλέον όμως τούτου, σημειώνω πως το ότι οι εργασίες που περιλαμβάνονταν στο τεκμήριο 10 ολοκληρώθηκαν, προκύπτει και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11, το οποίο αποτελεί δεύτερο κατάλογο με ατέλειες και εκκρεμότητες, που ετοιμάστηκε στις 20.01.2023, από το οποίο ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά στις όσες εκκρεμούσες εργασίες προκύπτει να υφίσταντο, στις 04.01.2023. Ό,τι άλλο εκ των πιο πάνω επιβεβαιώνεται, είναι ότι πράγματι, οι επιταγές αυτές, θα πληρώνονταν δύο μήνες αργότερα από την έκδοση τους, για όποια βέβαια σημασία έχει τούτο. Και ναι μεν, είτε έτσι είτε αλλιώς ήταν η μεταξύ τους συνεννόηση, καμιά δραστική συνέπεια θα είχε με γνώμονα το τι εξετάζεται, πλην όμως η διαπίστωση αυτή, ενισχύει την ακρίβεια των όσων γενικώς, ο ΜΚ1 ανέφερε.
Σε σχέση με τις εργασίες που περιλαμβάνονταν πλέον στο κατάλογο της 20.01.2023 (τεκμήριο 11), αποτέλεσε θέση του ΜΚ1, πως επίσης ολοκληρώθηκαν όλες, πλην δύο σημείων του εν λόγω καταλόγου, τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν, εξ υπαιτιότητας των Κατηγορουμένων και της ΜΥ1, η μία επειδή δεν τους προμήθευσαν με το αντικείμενο (γυαλιά) που θα έπρεπε να τοποθετηθούν και η άλλη διότι, όταν μετά τις 20.01.2023 πήγαν για να ολοκληρώσουν τις συγκεκριμένες εκκρεμότητες, βρήκαν την κλειδαριά της πόρτας αλλαγμένη και δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο κτήριο. Καταρχάς, το ότι σε κάθε περίπτωση οι εργασίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο της 20.01.2023 έγιναν, επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο τρίτου καταλόγου που ετοιμάστηκε στις 06.06.2023, στον οποίο όχι μόνο ελλείπει οτιδήποτε υπήρχε στον κατάλογο της 20.01.2023, αλλά από το περιεχόμενο και την φρασεολογία που χρησιμοποιείται στον κατάλογο της 06.06.2023 (τεκμήριο 18) προκύπτει ξεκάθαρα πως προηγήθηκαν οι εργασίες αυτές του τεκμηρίου 11. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τον τέταρτο κατάλογο, ημερομηνίας 06.02.2024.
Τώρα, σε σχέση με το κατά πόσο οι εκκρεμότητες που απέμειναν να γίνουν, οφείλονταν στο ότι η κλειδαριά είχε αλλαχθεί ή στο ότι οι Κατηγορούμενοι και η ΜΥ1 δεν τους προμήθευαν με τα απαραίτητα, σημειώνω πως ως ειλικρινώς ανέφερε ο ΜΚ1, πέραν του ζητήματος της αλλαγής της κλειδαριάς η Παραπονούμενη δεν είχε εν πάση περιπτώσει καμιά πρόθεση, να καταβάλει εξ ιδίων πόρων, άλλα χρήματα στο έργο, με δεδομένο το ότι μέχρι το δεδομένο χρόνο, εξακολουθούσαν να της οφείλονται χρήματα. Και πράγματι, τούτο προκύπτει, από μόνο το ότι ακόμη και οι επίδικες επιταγές, ήταν πληρωτέες σε χρόνο μεταγενέστερο της 20.01.2023 αλλά και από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος της ΜΥ1 προς την αρχιτέκτονα, ημερομηνίας 30.01.2023 (τεκμήριο 5), στο οποίο υπάρχει ρητή αναφορά της τελευταίας, που παραπέμπει σε εκκρεμή υπόλοιπα («Δεν αρνούμαι να πληρώσω»). Ως προς το κατά πόσο οι εργασίες αυτές δεν έγιναν επειδή επίσης αλλάχθηκε η κλειδαριά και δεν υπήρχε από μέρους τους πρόσβαση στο σπίτι, σημειώνω πως η θέση αυτή δεν είναι αποδεκτή καθότι ξενίζει υπό την εξής έννοια. Εάν πράγματι το πρόβλημα έγκειτο στο ότι η κλειδαριά αλλάχθηκε (είτε πράγματι αλλάχθηκε είτε όχι), δεν διαβλέπω το πως η Παραπονούμενη κωλυόταν να προχωρήσει με την ολοκλήρωση των συγκεκριμένων εργασιών αφού θα μπορούσε κάλλιστα, την πρόσβαση να την ζητήσει είτε από την αρχιτέκτονα, είτε από τους Κατηγορούμενους, είτε από την ΜΥ1, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει να έπραξε.
Επομένως, αποφαίνομαι και αποδέχομαι πως ο λόγος που οι συγκεκριμένες εργασίες εκ του τεκμηρίου 11 δεν ολοκληρώθηκαν, οφειλόταν στις οφειλές της ΜΥ1 και στην μη πρόθεση της Παραπονουμένης, να δαπανήσει άλλα χρήματα, για την ολοκλήρωση των εκκρεμουσών εργασιών. Οι λοιπές αναφορές του ΜΚ1 σε σχέση με τα πιο πάνω, δεν είναι αποδεκτές.
Σε σχέση με το σύνολο του ποσού που οφειλόταν τον δεδομένο χρόνο, σημειώνω πως προκύπτει σύγχυση, σε σχέση με το ποσό που ο ΜΚ1 ανέφερε ότι του οφειλόταν τον δεδομένο χρόνο, το ποσό που αναφέρεται στα διατακτικά της αρχιτέκτονος ότι είχαν πληρωθεί μέχρι και τις 10.01.2023 που εκδόθηκε το τελευταίο διατακτικό (τεκμήριο 3), αλλά και τις αποδείξεις που η ΜΥ1 κατέθεσε, κατά τρόπο που να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς το ακριβές ποσό το οποίο ήταν οφειλόμενο. Αποδέχομαι ωστόσο, ότι υπήρχε οφειλόμενο ποσό, το οποίο περιλάμβανε, το ποσό που αφορούν και οι δύο επίδικες επιταγές. Εν πάση περιπτώσει, τούτο (το ακριβές υπόλοιπο του ποσού που ήταν οφειλόμενο προς την Παραπονούμενη) δεν είναι ζήτημα που να επιβάλλεται όπως με απασχολήσει, αφ’ ης στιγμής επί της ουσίας προκύπτει να αποδέχονται οι Κατηγορούμενοι πως τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ήταν, κατά τον χρόνο έκδοσης των τελευταίων, οφειλόμενα και ό,τι απασχολεί είναι το κατά πόσο η πληρωμή των επιταγών αυτών ανακλήθηκε ευλόγως ή όχι.
Εξάλλου, προς τούτη την κατεύθυνση συνηγορεί και το γεγονός ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας, οι Κατηγορούμενοι κατέβαλαν προς την Παραπονούμενη το ποσό των €14.987 (τεκμήρια 17, 23 και 24) έναντι των επίδικων επιταγών, θεωρώντας πως με αυτό το ποσό εξοφλούσαν αφού απέκοψαν από το σύνολο τους, το ποσό των €11.665 το οποίο συνίστατο κατά την θέση τους, με βάση το περιεχόμενο των τεκμηρίων 23 και 24 στην αξία των ελλειπουσών και ελαττωματικών εργασιών που έγιναν. Πέραν όμως τούτου, αξίζει να σημειωθεί πως η θέση που προέβαλε η υπεράσπιση και που υπέβαλε στον ΜΚ1, ήταν ότι ο λόγος που κανένα ποσό του οφείλεται, είναι διότι η ΜΥ1 πλήρωσε σε τρίτα πρόσωπα ποσά, για να διορθώσουν τις δικές του ατέλειες και εκκρεμότητες και πως με δεδομένη την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου, ο ίδιος ήταν υπόλογος σε ημερήσιες αποζημιώσεις, τα οποία αμφότερα ξεπερνούσαν το συνολικό ποσό των επίδικων επιταγών. Ουδέποτε υπεβλήθη στον ΜΚ1, πως τα εν λόγω ποσά δεν ήταν ούτως ή άλλως οφειλόμενα. Επί των παραπάνω θέσεων, ό,τι άλλο οφείλω να σημειώσω καθότι έχει την δική του σημασία, είναι ότι, το ποσό των €14.987 πράγματι φαίνεται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 23 και 24 να δόθηκε από τους Κατηγορούμενους, με πρόθεση όπως τούτο καταβληθεί έναντι των επίδικων επιταγών και όχι έναντι οποιουδήποτε άλλου ποσού ενδεχομένως να οφειλόταν, παρότι ο ΜΚ1 δεν αποδέχθηκε την θέση τούτη.
Η πραγματικότητα ωστόσο είναι, ότι το ποσό αυτό, καταβλήθηκε ξεκάθαρα έναντι των επίδικων επιταγών και για τούτο, προβαίνω σε εύρημα. Συνακόλουθα συνεπώς των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΚ1 είναι αποδεκτή και πλην των σημείων για τα οποία ρητώς προβαίνω σε αναφορά ότι δεν είναι αποδεκτά, το λοιπό μέρος της μαρτυρίας του, αποτελεί και μέρος των δικών μου ευρημάτων.
Στρεφόμενη στην ΜΥ1, σημειώνω πως η μαρτυρία της, δεν παρουσιάζει την ίδια ακρίβεια που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΚ1. Τουναντίον, μεγάλος μέρος της μαρτυρίας της παρουσιάζει ανακρίβειες και αμφιταλαντευόμενες θέσεις κατά που βόλευε, με αποτέλεσμα να μην είναι καν ξεκάθαρος ο λόγος που ως ήταν ο ισχυρισμός της, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 2 να προχωρήσει με ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Πέραν δε τούτου, ήταν από το αρχικό στάδιο της μαρτυρίας της, εμφανής η προσπάθεια της να δημιουργήσει αρνητική εντύπωση για τον ΜΚ1 και την Παραπονούμενη, σε μια προσπάθεια να πείσει σε σχέση με τα όσα στην συνέχεια ισχυρίστηκε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τούτου, ήταν το ότι προτού ερωτηθεί οτιδήποτε σχετικό (με την απάντηση που έδωσε) και ενώ η ερώτηση που της τέθηκε ήταν ως προς το κατά πόσο για την αναπαλαίωση του κτηρίου της υπεγράφη συμφωνία, απάντησε θετικά, επισημαίνοντας ότι ενώ οι εργασίες θα έπρεπε να περατωθούν εντός 8 μηνών από τις 10.02.2021 που υπέγραψαν την εν λόγω συμφωνία, εντούτοις το χρονοδιάγραμμα, δεν τηρήθηκε. Εξ όσων όμως διαφάνηκε μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1, ναι μεν το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα δεν τηρήθηκε, πλην όμως με πρώτιστο και κυριότερο τον λόγο, ότι στην Παραπονούμενη, δεν καταβάλλονταν εγκαίρως οι πληρωμές που θα έπρεπε να γίνονταν, γεγονός για το οποίο η ΜΥ1, τίποτε ανέφερε. Τουναντίον, αρνήθηκε την υποβολή που της τέθηκε, παρότι το τεκμήριο 9, καταρρίπτει πλήρως την θέση της.
Στο ίδιο δε μοτίβο, συνεχίστηκαν και οι λοιπές αναφορές της στην συνέχεια, ότι στο εργοτάξιο εργάζονταν το πολύ δύο άτομα, ένας «Τουρκοκύπριος», κάποιοι εργολάβοι και ο γιος του ιδιοκτήτη, προφανώς σε μια προσπάθεια να συνδέσει την αναφορά της αυτή, με τις όποιες καθυστερήσεις παρατηρήθηκαν. Σημειωτέον δε ότι, (για όποια σημασία έχει) πως οι τελευταίες της αυτές θέσεις, ουδέποτε υποβλήθηκαν στον ΜΚ1.
Ανακρίβειες εντοπίζονται και στα όσα στην συνέχεια ανέφερε, σε σχέση με τις πληρωμές στις οποίες προέβη έναντι των εργασιών που εκτελέστηκαν από την Παραπονούμενη. Σε αυτές, εξ όσων προκύπτει, περιέλαβε και τις αποδείξεις που εκδόθηκαν όταν οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν στον ΜΚ1, για τις οποίες όταν στην αντεξέταση της, της υποδείχθηκε πως υπολόγισε ποσά τα οποία δεν καταβλήθηκαν ποτέ, όπως λ.χ. τα ποσά των επίδικων επιταγών, έκπληκτη ανέφερε πως εκ παραδρομής αυτές κατατέθηκαν, αφού δεν πρόσεξε ότι τούτες αφορούσαν τις επίδικες επιταγές, θέση η οποία ξενίζει με την όλη στάση της στο εδώλιο. Και εξηγώ. Η συγκεκριμένη μάρτυρας, προσήλθε στο Δικαστήριο αρκετά προετοιμασμένη, με έγγραφα, φωτογραφίες, αριθμημένα τα διατακτικά και τις αποδείξεις πληρωμών, στοιχεία τα οποία δεικνύουν πως είχε προηγηθεί από μέρους της, η απαιτούμενη αν μη τι άλλο προεργασία, σε σχέση με τα όσα επιθυμούσε να αναφέρει. Προκαλεί πραγματικά έκπληξη το πώς, κατά την συλλογή των πιο πάνω εγγράφων, μεταξύ των οποίων και οι συγκεκριμένες αποδείξεις (τεκμήρια 15.21 και 15.22) δεν πρόσεξε πως τούτες αφορούσαν τις επίδικες επιταγές και όχι οποιαδήποτε άλλη πληρωμή. Σημειωτέον ότι, ειδικότερα για το ποσό των €22.743 που αφορά την επιταγή που πραγματεύεται η κατηγορία 3 και 4, κανένα άλλο τέτοιο ποσό φαίνεται να πληρώθηκε κατά την διάρκεια όλων αυτών των ετών και καμμιά άλλη όμοια ή συναφής απόδειξη είσπραξης με τον εν λόγω ποσό, εντοπίζεται στην δέσμη που κατέθεσε, έτσι που να μπορούσε υπό άλλες περιστάσεις να θεωρηθεί πως δικαιολογημένα ενδεχομένως, να μην είχε προσέξει πως η συγκεκριμένη απόδειξη, αφορούσε την συγκεκριμένη επιταγή. Περιπλέον όμως τούτου, από όλη την δέσμη των αποδείξεων που κατατέθηκαν από μέρους της (τεκμήρια 15.1-15.22) καμμιά άλλη πληρωμή, πέραν από τις επίδικες επιταγές, διενεργήθηκε το 2023, γεγονός το οποίο πολύ καλά γνώριζε η ΜΥ1, πέραν του ότι, στις συγκεκριμένες αποδείξεις, καταγράφονται με ιδιαίτερη ευκρίνεια, οι αριθμοί των επίδικων επιταγών.
Σύγχυση και αντιφάσεις, προκύπτουν και στα ποσά που ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε, έναντι των ποσών που με βάση την συμφωνία θα έπρεπε να πληρώσει. Αρχικά, είχε αναφέρει επί των πιο πάνω, πως με βάση την μεταξύ τους συμφωνία, θα έπρεπε να καταβάλει το ποσό των €147.250, πλέον €7.362 Φ.Π.Α. και πως αντί αυτών, κατέβαλε στο τέλος €155.600. Καταρχάς επ’ ουδενί, από τις αποδείξεις που κατέθεσε, δεν προκύπτει να κατέβαλε το πιο πάνω ποσό, στο οποίο ως πιο πάνω αναφέρεται, συμπεριλάμβανε στον υπολογισμό της και τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, τα οποία ως είναι παραδεκτό, ουδέποτε καταβλήθηκαν. Κατά δεύτερο, πέραν των πιο πάνω ποσών, λανθασμένα εξ όσων διαφάνηκε κατά την αντεξέταση της, υπολογίζονταν και χειρόγραφες βεβαιώσεις είσπραξης, οι οποίες ως ήταν η θέση που της υπεβλήθη, εκδίδονταν προσωρινά και μέχρι να της δοθεί επίσημη απόδειξη είσπραξης, από την Παραπονούμενη. Η ίδια βέβαια αρνήθηκε ότι τούτες αφορούσαν ένα και μοναδικό ποσό, πλην όμως, οι θέσεις της δεν πείθουν και ούτε δύνανται να γίνουν αποδεκτές, με δεδομένο το ότι, ουδέποτε υπεβλήθησαν στον ΜΚ1, προκειμένου να τις σχολιάσει και τέθηκαν μονόπλευρα από την ίδια, σε μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού από τα επίδικα εδώ, ζητήματα. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις και θέματα. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551 στη σελ. 590 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 599».
Ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, επισημαίνω πως τόσο οι πληρωμές, όσο και οι εκκρεμούσες οφειλές, υπολογίζονταν από την αρχιτέκτονα, την οποία μάλιστα η ίδια η ΜΥ1 διόρισε και σε κανένα διατακτικό της τελευταίας, δεν προκύπτει να περιλαμβάνονται, οι επιπρόσθετες αυτές χειρόγραφες αποδείξεις. Προχωρώντας στα ζητήματα που κυρίως απασχολούν στην παρούσα, μη πειστικές βρίσκω και τις θέσεις που προώθησε, ως προς τους λόγους για τους οποίους ο Κατηγορούμενος 2 κατ’ εντολή της, προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Σημειώνω εξαρχής πως η ίδια κινείτο μεταξύ διαφόρων θέσεων, όπως είναι το ότι πλήρωσε και με το παραπάνω, το ότι ανακάλεσαν την πληρωμή διότι δεν ολοκληρώθηκαν εργασίες που θα έπρεπε να ολοκληρωθούν και ότι ανακλήθηκαν οι επιταγές και επειδή διαπίστωσαν κακοτεχνίες στις εργασίες που εκτέλεσε ο ΜΚ1 και η Παραπονούμενη. Πέραν από το ότι η διιστάμενες και διφορούμενες αυτές εκδοχές, από μόνες τους αποδυναμώνουν την αξιοπιστία των λεχθέντων της, παρατηρώ μελετώντας τις θέσεις τις, τα ακόλουθα.
Σε σχέση με την θέση που προωθήθηκε περί μη εκτελεσθείσων εργασιών, κατέθεσε προς επίρρωση της θέση της αυτής, τα τεκμήρια 20 και 21 για να καταδείξει πως τα σημεία 6,8 και 9 του καταλόγου με τις ατέλειες και εκκρεμότητες που διαπιστώθηκαν στις 06.06.2023, δεν είχαν ποτέ ολοκληρωθεί. Καταρχάς το μεγαλύτερο πρόβλημα της πιο πάνω θέσης, παρουσιάζεται ως προς τον χρόνο, που οι επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν, που είναι η 10.03.2023. Τα όσα πιο πάνω η ΜΥ1 ανέφερε, ακόμη και εάν αυτά ευσταθούσαν, ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών και δεν εντοπίζονται σε κανένα κατάλογο ατελειών και εκκρεμοτήτων, που ετοιμάστηκε πριν τις 10.03.2023. Υπενθυμίζω ότι, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα όσα από τούτη προέκυψαν, οι επίδικες επιταγές, εκδόθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της 13.01.2023, όταν στο μεταξύ είχε εκδοθεί και ετοιμαστεί ο κατάλογος ατελειών και εκκρεμοτήτων ημερ. 04.01.2023 και ανακλήθηκαν στις 10.03.2023, μετά και την έκδοση του 2ου κατά σειρά καταλόγου ίδιας φύσης με τον προαναφερόμενο, στις 20.01.2023 και πως όλες οι εργασίες και των δύο καταλόγων εκτελέστηκαν, με μόνα ανεκτέλεστα τα δύο σημεία που και ο ίδιος ο ΜΚ1 αποδέχθηκε πως δεν υλοποίησε, τα οποία εν πάση περιπτώσει, δεν είναι αυτά που προωθήθηκαν από την ΜΥ1. Ανεξάρτητα όμως τούτου, η μεταγενέστερη ενέργεια των Κατηγορουμένων να εκδώσουν προς την Παραπονούμενη, επιταγή ύψους €14.987, αποδομεί από μόνη της τον ισχυρισμό της ΜΥ1, ότι καμιά εργασία εκτελέστηκε εξ ου και ανακάλεσαν την πληρωμή των επιδίκων επιταγών. Η καταβολή του πιο πάνω ποσού, δεν μπορεί να συνιστά τίποτε άλλο, πέραν από αποδοχή του γεγονότος ότι, τα χρήματα αυτά οφείλονταν, σε σχέση με τις εργασίες που εκτελέστηκαν από την Παραπονούμενη.
Σε κάθε δε περίπτωση, σημειώνω πως ήταν διάχυτες οι αναφορές στην μαρτυρία της περί της ύπαρξης κακοτεχνιών στο κτήριο, τις οποίες μάλιστα διευκρίνισε πως διαπίστωσε μετά τον Μάιο του 2023 που ως ήταν η θέση της, μπήκε στο κτήριο, θέση εξίσου προβληματική, με δεδομένο, επαναλαμβάνω, τον χρόνο ανάκλησης.
Επί τούτου σημειώνω ότι εν τη ρύμη του λόγου της η ΜΥ1 κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της, ουσιαστικά παραδέχθηκε πως οι επίδικες επιταγές, ανακλήθηκαν όχι επειδή υπήρχε συγκεκριμένος λόγος, κατά την ημερομηνία της πιο πάνω πράξης, αλλά προληπτικά και για να είναι βέβαιη πως τα όσα περιλαμβάνονταν στους πρώτους δύο καταλόγους, θα εκτελούνταν. Παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα από τα πρακτικά της διαδικασίας, το περιεχόμενο του οποίου ομιλεί αφ’ εαυτού:
«E. [..] εσύ σταμάτησες τις επιταγές τον Μάρτη του 2023. Τούτα που μας λες είναι Ιούνη του 2023 και του 2024. Πώς;
A. Aν πληρώνονταν οι δύο επιταγές εκείνες του πατέρα μου και δεν γίνονταν; και ευτυχώς που έγιναν stop payment. Θα πληρώνετουν ο πελάτης σας και το κτήριο θα ήταν ατέλειωτο. Σκεφτείτε ότι στον κατάλογο ατελειών εκκρεμοτήτων 3 και 4, περιλαμβάνονταν εργασίες που πήραν από τον κατάλογο 2, που δεν πάτησε να τις κάνει».
Παρεμβάλλω επίσης για να αναφέρω και να επισημάνω πως ο λόγος ο οποίος δηλώθηκε στην Τράπεζα, είναι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών, κατά παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας και όχι οτιδήποτε εξ αυτών που προώθησε η ΜΥ1, παρά το ότι η τελευταία προσπάθησε, όταν ερωτήθηκε επί τούτου, να εντάξει τις θέσεις που προώθησε στην μαρτυρία της, στον λόγο που δηλώθηκε στην Τράπεζα, από τον Κατηγορούμενο 2, καταλήγοντας ότι τα όσα καταλόγισε στην Παραπονούμενη, ενέπιπταν σε ένα γενικότερο πλαίσιο, παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας.
Με δεδομένες συνεπώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις, καταλήγω πως δεν μπορώ να στηριχθώ στην μαρτυρία της ΜΥ1 για να εξαγάγω οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με τα αμφισβητούμενα και επίδικα ζητήματα και καταλήγω στην απόρριψη της δικής της εκδοχής. Επισημαίνω ότι, η απόρριψη της εκδοχής της εν λόγω μάρτυρος, σε καμμιά περίπτωση συνεπάγεται και κατάληξη του Δικαστηρίου, ως προς το κατά πόσο υπήρξαν ή όχι κακοτεχνίες σε σχέση με τις εκτελεσθείσες από μέρους της Παραπονούμενης εργασίες, καθότι τούτο, δεν αποτελεί δική μου αρμοδιότητα, ούτε και μπορεί να αποτελέσει ζήτημα σε σχέση με το οποίο θα ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση στην παρούσα.
Νομική Πτυχή
Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, εδράζονται επί του άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (και σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 και επί του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«305Α(2) [..] πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της».
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016 και αυτά συνίστανται στην (α) έκδοση της επιταγής και (β) στην πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που προνοείται ως υπεράσπιση στο άρθρο 305Α(2) του Κεφ. 154, αναλύθηκε επίσης στην υπόθεση Ttozios Management Ltd (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα[1]:
«[..]Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου (2) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου (2011) 2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.».
Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής:
«Εύλογη αιτία, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α(2) της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson (1872) L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο (2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (2006) 2 Α.Α.Δ. 142).»
Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς Κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που δήλωσε γραπτώς κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ό,τι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο (2) του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί.
Στην προκειμένη, είναι προφανές μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πως έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και δη ότι η Κατηγορούμενη 1 εξέδωσε προς όφελος της Παραπονουμένης τις δύο επίδικες επιταγές και προκάλεσε την μη εξόφληση τους στις 10.03.2023, σε χρόνο δηλαδή πριν αυτές καταστούν πληρωτέες. Την εντολή δε για την μη εξόφληση τους, την έδωσε ο Κατηγορούμενος 2 γραπτώς, παραθέτοντας ως λόγο την καθυστέρηση από μέρους του εργολάβου (Παραπονούμενη) στην παράδοση των εργασιών, κατά παράβαση συμφωνίας που έγινε μεταξύ τους. Η πλευρά των Κατηγορουμένων, η οποία είχε και το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων πως η πρόκληση μη εξόφλησης τους οφείλετο σε εύλογη αιτία, απέτυχε σε αυτή της την προσπάθεια, με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας της ΜΥ1, η οποία προσέφερε μαρτυρία εκ μέρους και των δύο Κατηγορουμένων. Ο δε Κατηγορούμενος 2, επέλεξε δικαιωματικά μεν να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής, με αποτέλεσμα ωστόσο η δική του θέση, ως προς τα πιο πάνω να μην υπάρχει. Καθίσταται επομένως σαφές, πως οι κατηγορίες 1 και 3, που αφορούν την Κατηγορούμενη 1, έχουν στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό.
Σε ό,τι αφορά την ευθύνη του Κατηγορούμενου 2, σημειώνω πως αυτός κατηγορείται πως παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε και/ή συμβούλεψε την Κατηγορούμενη 1, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και γραμματέας της, να διαπράξει τα υπό κρίση αδικήματα. Συνεπώς η όποια τυχόν ευθύνη του εξετάζεται με γνώμονα την ιδιότητα του συνεργού της Κατηγορούμενης 1, όπως του αποδίδεται.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επί του οποίου εδράζονται μεταξύ άλλων οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, εκείνος ο οποίος παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη αδικήματος από άλλον ή παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος ή εκείνος που προάγει άλλον για διάπραξη αδικήματος θεωρείται ότι συμμετείχε στην διάπραξη και θεωρείται ένοχος και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός. Σημειώνεται ότι η ιδιότητα ενός προσώπου ως διευθυντή μιας νομικής οντότητας, δεν είναι στοιχείο που από μόνο του, μπορεί να θεμελιώσει καταδίκη για συνέργεια. Απαιτείται μαρτυρία για τη συγκεκριμένη δράση η οποία συνιστά συμμετοχή του φυσικού προσώπου στη διάπραξη του αδικήματος (Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 600, Παντελή ν. Κωνσταντίνου (2001) 2 Α.Α.Δ. 708). Ως έχει λεχθεί στην απόφαση Vrontis Builders Ltd κ.α. ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ (2016) 2 Α.Α.Δ. 518 από την πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου:
«Η συνέργεια κατά το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α v. Δημοκρατίας (1990), 2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε). Το Άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Militos Trading Ltd ν. Μαλέκκου (2012) 2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261), η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος».
Εκείνο επομένως που θα πρέπει επιπροσθέτως να αποδειχθεί είναι το στοιχείο της ένοχης διάνοιας από μέρους του Κατηγορούμενου 2 ως προς το να συνδράμει στην διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων, κατά τον χρόνο που παρείχε την βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1, ως πιο πάνω περιγράφεται, αφού η διενέργεια της πράξης που αποτέλεσε το εργαλείο για την παροχή βοήθειας, δεν είναι αφ' εαυτής αρκετή για απόδειξη του αδικήματος επί τη βάσει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, δεδομένου ότι ακόμα και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (strict liability), απαιτείται όσον αφορά το συνεργό να υφίσταται η αναγκαία γνώση ή πρόθεση ως προς την διάπραξη του αδικήματος. Απουσία του νοητικού αυτού στοιχείου, εκθεμελιώνει την όποια ποινική ευθύνη.
Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261, η οποία αφορούσε σε αδίκημα της συνέργειας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του εδαφίου (γ) του άρθρου 20 του ΠΚ αναφέρθηκαν τα εξής:
«Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commissi on of an offence, he must at least know the essential matters which con stitute that offence") Ο Devlin J. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances")».
Ως περαιτέρω έχει λεχθεί στην πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση M & K TELEFONE LTD ν. Νικολάου κ.α. Ποινική Έφεση 206/22 ημερ. 30.5.2024:
«Το πρώτιστο λοιπόν, το οποίο εξετάζεται, είναι το κατά πόσον εντοπίζεται από πλευράς γεγονότων συγκεκριμένη συμπεριφορά ή δράση, η οποία να συνιστά τη συμμετοχή κάποιου στο αδίκημα άλλου προσώπου. Αυτή η δράση, αν εντοπιστεί, αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση της συμμετοχής ή της συνέργειας (actus reus). Η οποία και πάλι δεν αρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα βάσει του Π.Κ.20, αφού ακόμα και στα αδικήματα αυστηρής ευθύνης (strict liability), απαιτείται για τον συνεργό να υφίσταται η αναγκαία γνώση ή πρόθεση, δηλαδή η υποκειμενική υπόσταση ή άλλως, η ένοχη διάνοια (mens rea).
.....
Στη βάση των πιο πάνω είχαμε καταλήξει πως το απαύγασμα της νομολογίας αποκρυσταλλώνεται στη θέση ότι αυτό το οποίο απαιτείται για τον συνεργό δεν είναι η βεβαιότητα εκείνου ότι θα διαπραχθεί αδίκημα αλλά η αντίληψη του, υπό την έννοια συνειδητοποίησης, περί ύπαρξης κινδύνου διάπραξης αδικήματος (εν προκειμένω σχετικού με επιταγή) και παρόλα αυτά να προβαίνει εκουσίως στην παροχή συνδρομής. Όντως είναι από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης που δύναται να καταδειχθεί είτε η γνώση του προβαλλόμενου ως συνεργού (εν προκειμένω ενός διευθυντή) είτε η εθελοτυφλία του ενώπιον της πραγματικότητας, (η οποία εθελοτυφλία συνιστά πτυχή της γνώσης) είτε η αδιαφορία ως προς τον κίνδυνο επέλευσης κολάσιμου αποτελέσματος.»
Η γνώση ή η πρόθεση ενός προσώπου να συνδράμει στην διάπραξη ενός αδικήματος, σπανίως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα προκύπτει μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί. Στην προκειμένη, μεταξύ των ευρημάτων του Δικαστηρίου, αποτελούν και τα εξής. Ο Κατηγορούμενος 2, είναι το πρόσωπο που υπέγραψε την εντολή ανάκλησης και των δύο επιταγών καθώς και το πρόσωπο που παρέθεσε γραπτώς τους λόγους στην Τράπεζα, για την πράξη του αυτή. Παρίστατο δε σε διάφορες συναντήσεις που γίνονταν μεταξύ των εκπροσώπων της Παραπονούμενης και της ΜΥ1 και γνώριζε για την εξέλιξη των εργασιών που γίνονταν, αφού στο μεταξύ εργασίες γίνονταν και στις δικές του εγκαταστάσεις και δη στο γραφείο και την οικία του. Άλλωστε, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1, είναι ο ίδιος που στην παρουσία του τελευταίου, υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και του τις παρέδωσε, εφόσον είχαν συνεννοηθεί, να πληρωθεί η Παραπονούμενη, προκειμένου να εκτελεστούν οι εργασίες που τότε εκκρεμούσαν. Αργότερα δε και αφότου οι επιταγές επιστράφηκαν, παρέλειπε να ανταποκριθεί στις τηλεφωνικές κλήσεις του ΜΚ1, χωρίς για τούτο να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Η πληρωμή δε των εν λόγω επιταγών, ανακλήθηκε προληπτικά εξ όσων διαφάνηκε από την μαρτυρία και χωρίς να υφίσταται τον δεδομένο χρόνο, οποιαδήποτε εύλογη αιτία.
Ο συνήγορος υπεράσπισης του, αναφέρει στην τελική του αγόρευση πως ο Κατηγορούμενος 2, «καμιά ένοχη πρόθεση είχε αφού είναι άτομο προχωρημένης ηλικίας και με κλονισμένη υγεία, με συνέπεια να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, λόγω αδυναμίας και έλλειψης γνώσης να παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα καθότι δεν έλαβε μέρος στην διαμάχη με την παραπονούμενη εταιρεία, ούτε είχε πλήρη γνώση των πραγματικών γεγονότων. Απλώς, η μονάκριβη θυγατέρα του, του ζήτησε να τη βοηθήσει οικονομικά, καθότι η κρατική βοήθεια που είχε δοθεί για την διατηρητέα, ανακαινισθείσα οικία, είχε ήδη εξαντληθεί. Ως αρωγός πατέρας, εξέδωσε τις δύο επίδικες επιταγές κατόπιν παρακλήσεως της, ώστε να προχωρήσουν οι εργασίες. Μεταγενέστερα, […], η θυγατέρα του Κατηγορούμενου, του ζήτησε να αναστείλει την πληρωμή των επιταγών για τους λόγους που αναγράφονται στο σχετικό έντυπο της Τράπεζας, το οποίο κατατέθη ως Τεκμήριο, όπως και έπραξε, καθότι δεν είχε άλλη επιλογή.»
Αρχικά, θα πρέπει να αναφερθεί σε σχέση με τις πιο πάνω αναφορές του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2, πως το σύνολο τους, έχει για πρώτη φορά τεθεί στο Δικαστήριο, δια μέσω της γραπτής αγόρευσης του εν λόγω συνηγόρου και ουδέποτε δια μέσω της μαρτυρίας. Είναι καλώς νομολογημένο πως οι γραπτές αγορεύσεις των μερών, δεν αποτελούν ούτε μέσο προσαγωγής μαρτυρίας αλλά ούτε και μέσο διεύρυνσης των επιδίκων ζητημάτων (ΝΑ Theophanous (Matic) Laundries Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 739, Μισιρλής ν Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1995) 3 ΑΑΔ 379, όπως ούτε και μέθοδο αμφισβήτησης άλλων γεγονότων (Ζαχαρία ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2011) 3 (Α) ΑΑΔ 293) ή συστατικό στοιχείο απόδειξης της υπόθεσης ή οποιωνδήποτε συναφών επιχειρημάτων και εκεί όπου δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία θα πρέπει να αγνοούνται (βλ. Ιωσηφίδη ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ.243/12 ημ. 2.5.14, ως επίσης και το σύγγραμμα των κ.κ. Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 128). Ως τέτοιες επομένως, δεν δύναται να ληφθούν υπόψη.
Τώρα, στρεφόμενη στο ζητούμενο, που είναι το κατά πόσο αποδεικνύεται η από μέρους του Κατηγορούμενου 2 ένοχη διάνοια σε σχέση με τα πιο πάνω, είμαι της άποψης ότι τα γεγονότα της παρούσας, ως έχουν εξαχθεί από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα, από το ότι ο Κατηγορούμενος 2 πολύ καλά γνώριζε πως υπογράφοντας το έντυπο ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών, χωρίς να υφίσταται πραγματικός λόγος, υπήρχε ο κίνδυνος διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων και παρόλα αυτά, εκούσια, παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1, θέτοντας την υπογραφή του προκειμένου να σταματήσει η πληρωμή. Συνακόλουθα και οι κατηγορίες 2 και 4, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό.
Σημειώνω τέλος, πως ακόμη και εάν ήθελε επικρατήσει άλλη άποψη και θεωρηθεί πως η μαρτυρία δεν είναι τέτοια που να καταδεικνύει ηθελημένη και εκούσια συμμετοχή του στην διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, ακόμη και η αδιαφορία του ως προς το κατά πόσο τα γεγονότα που επικαλέστηκε ως λόγο ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών, ίσχυαν ή όχι, θα ήταν αρκετή, για να θεμελιώσει την ενοχή του από απόψεως απόδειξης υποκειμενικής υπόστασης (βλ. μεταξύ άλλων, Θεόδωρου Μ. Ιωαννίδη ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποιν. Εφεση 161/2014, ημερ. 30.06.2017, ECLI:CY:AD:2017:B235, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποιν. Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερ. 22.10.2015)
Ενόψει των πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν.
(Υπ.)............................ E.K.Mιντή, Ε.Δ.
[1] Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:B426, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014,
24/10/2016, Δαμιανου ν Καναρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/18, 31/10/2018, N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου, (2001) 2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου (2006) 2 Α.Α.Δ. 142, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α., (2005) 2 Α.Α.Δ. 555.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο