ΡΟΤΗΣ ΚΥΛΙΛΗΣ ν. NTΕΡΕΚ ΝΤΑΓΚΛΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1389/25, 11/6/2026
print
Τίτλος:
ΡΟΤΗΣ ΚΥΛΙΛΗΣ ν. NTΕΡΕΚ ΝΤΑΓΚΛΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1389/25, 11/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

 

 

ΡΟΤΗΣ ΚΥΛΙΛΗΣ

 

                                                                Παραπονούμενος

v.

 

NTΕΡΕΚ ΝΤΑΓΚΛΑΣ

 

                                                                  Κατηγορούμενος

 

 

Ημερομηνία: 11.06.2026

 

                                    ΑΠΟΦΑΣΗ
                                    (από έδρας)

Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 39 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης πιστωτή εξ αποφάσεως χρέους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (1) (γ), 3 (2) και 3(4) του Νόμου 60(Ι)/2008


Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο κατηγορούμενος την 1.3.2022, μέχρι και την 1.5.2025 (κατηγορίες 1‑39 αντιστοίχως, για κάθε 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα) στη Λευκωσία, ως εξ αποφάσεως οφειλέτης, δυνάμει δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή υπ' αρ. 887/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με σκοπό την καταδολίευση του πιστωτή ‑ παραπονούμενου, παρέλειψε να καταβάλει προς τον τελευταίο, το ποσό των €50 για κάθε μήνα που αφορούν οι κατηγορίες, το οποίο είχε υπολογιστεί ως δίκαιο και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του και το οποίο διατάχθηκε να καταβάλλει, δυνάμει διατάγματος του πιο πάνω Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.10.2016, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής.
 
Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία προσέφερε ο Παραπονούμενος ο οποίος για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α). Ο κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κατέθεσε επίσης γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β), για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του. Ουδείς άλλος μάρτυρας έχει κληθεί και τα μέρη ευθύς αμέσως μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του Κατηγορούμενου, προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις.

Προχωρώ σε σύντομη σύνοψη της μαρτυρίας που προσφέρθηκε.

 

Με βάση το Έγγραφο Α, στις 22.02.2008, ο κατηγορούμενος καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή με αριθμό 887/08, η οποία είχε οριστεί στις 02.05.2014 για ακρόαση, πλην όμως εκείνη την ημερομηνία, η εν λόγω αγωγή αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα εναντίον του Παραπονούμενου και της συνεναγόμενης του τελευταίου, εταιρείας, οπόταν και το Δικαστήριο επιδίκασε εναντίον του Κατηγορούμενου μέρος των εξόδων, για το ποσό που αναφέρεται στη δήλωση, το οποίο έφερε τόκο, μέχρι την πλήρη εξόφληση του. Η εν λόγω διαταγή τελούσε υπό κάποια περίοδο αναστολής.


Ακολούθησε μετά την εκπνοή της πιο πάνω περιόδου αναστολής, ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Στις δε 24.10.2016 εκδόθηκε στην πιο πάνω αγωγή, διάταγμα μηνιαίων δόσεων ύψους €50, σε σχέση με το εξ αποφάσεως ποσό χρέους, πλέον έξοδα, τόκο κλπ. Το εν λόγω εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, δεν έχει εξοφληθεί και ο κατηγορούμενος παραλείπει να καταβάλει τις δόσεις που αφορούν οι επίδικες κατηγορίες, το ποσό των οποίων ανέρχεται στα €1950, ενώ είχε τη δυνατότητα να το πράξει. Στη συνέχεια ο Παραπονούμενος αναφέρεται στις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου, με τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στο Έγγραφο Α. Ουσιαστικά, αναφέρει πως σε σχέση με το χρέος από το οποίο πηγάζει και η παρούσα, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με 5 προηγούμενες καταδίκες. Καταλήγει ο Παραπονούμενος πως μέχρι και σήμερα, κανένα ποσό πληρώθηκε και ζητεί άμα τη καταδίκη του κατηγορούμενου, διάταγμα είσπραξης του ποσού των €1950, ως χρηματική ποινή. Ο Παραπονούμενος δεν αντεξετάστηκε.

Από την άλλη ο Κατηγορούμενος στη γραπτή του δήλωση αναφέρεται και ο ίδιος στο ιστορικό της υπόθεσης, επισημαίνοντας σε πολλά σημεία της γραπτής του δήλωσης πως εξαπατήθηκε, άλλοτε διευκρινίζοντας από ποιον και άλλοτε όχι, για τους λόγους που αναφέρει. Η εξαπάτηση του αναφέρει μεταξύ άλλων πως έγκειται και στην καταβολή τόκου επί του ποσού. Καταλήγει δε, παραθέτοντας επίσης ιστορικό του τι ακολούθησε, σε διάφορες άλλες διαδικασίες τις οποίες ήγειρε σε Επαρχιακό Δικαστήριο, στο (νυν) Εφετείο και στο Ανώτατο Δικαστήριο, πως το παρών Δικαστήριο θα πρέπει να τον απαλλάξει, από την ισχύ του διατάγματος, ημερομηνίας 24.10.2016, παραμερίζοντάς το, αφού τούτο θεωρεί πως είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Η αντεξέταση του Κατηγορούμενου υπήρξε περιορισμένη, λόγω ακριβώς αντιλαμβάνομαι και της φύσης της μαρτυρίας του ιδίου. Κατά την αντεξέταση του, αποδέχθηκε πως πέραν από δύο μηνιαίες δόσεις, κατά τον πρώτο καιρό που το διάταγμα μηνιαίων δόσεων εκδόθηκε, καμιά άλλη καταβλήθηκε, πως έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει ολόκληρο το ποσό του χρέους παρά το ότι οι δικαστικές διαδικασίες που ήγειρε κατά καιρούς τον επιβάρυναν οικονομικά και πως εάν και η καταγγελία που υπέβαλε στην Αρχή κατά της Διαφθοράς απορριφθεί, θα προχωρήσει με την καταβολή ολόκληρου του ποσού που οφείλει στον Παραπονούμενο, καθώς και τα έξοδα που κατά καιρούς επιδικάστηκαν εναντίον του.

 

Αυτές είναι εν συντομία οι θέσεις των δύο μερών. Κάθε τι άλλο που έχει προωθηθεί από την μια ή την άλλη πλευρά, είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και στις σημειώσεις του Δικαστηρίου και λαμβάνεται υπόψη στην πλήρη του μορφή.

Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή. 

 

Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Επίσης, σημειώνω πως ενόψει του ότι τα πλείστα (ως θα διαφανεί) γεγονότα που αφορούν αυτές καθαυτές τις επίδικες κατηγορίες, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Κατηγορουμένου, τα όσα αποτελούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν την παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της προσφερθείσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης των αδικημάτων (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας (1999) 2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28)

 

Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).  

 

Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι  υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).


Καταρχάς σημειώνω πως ο ΜΚ1 δεν έχει αντεξεταστεί και η μαρτυρία του έχει παραμείνει αναντίλεκτη, εν πάση δε περιπτώσει, μόνο θετικές εντυπώσεις έχω αποκομίσει από τον μάρτυρα, αφού οι θέσεις του περιορίζονται στα γεγονότα, εκείνα τα οποία προκύπτουν και από τα έγγραφα‑ τεκμήρια που κατέθεσε, τα οποία εν πάση περιπτώσει, επιβεβαιώνουν πλήρως τις θέσεις του. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του στο σύνολο της χωρίς κανένα δισταγμό.
 
Στρέφομαι στον Κατηγορούμενο ο οποίος θα πρέπει εξαρχής να αναφέρω πως δεν μου έχει προκαλέσει αρνητική εντύπωση, υπό την εξής έννοια. Για λόγους που ο ίδιος κατανοεί καλύτερα, έχει δημιουργηθεί στο μυαλό του η αντίληψη ότι για διάφορους λόγους έχει εξαπατηθεί. Δέχομαι ότι αυτή είναι η ειλικρινής πεποίθηση του Κατηγορούμενου, χωρίς βεβαίως να αποδέχομαι ότι τούτη η αντίληψη ανάγεται σε γεγονός, αφού δεν υπάρχει εν πάση περιπτώσει κάποια μαρτυρία που να στηρίζει τις θέσεις του αυτές. Σημειώνω δε περαιτέρω, ότι δεν μπορούν τα όσα ο κατηγορούμενος έχει προωθήσει να επιδράσουν με οποιοδήποτε τρόπο στην παρούσα, με δεδομένο το τι εδώ εξετάζεται. Δεν μπορώ όμως και να κρίνω αναξιόπιστο τον κατηγορούμενο, ο οποίος ειλικρινώς ανέφερε ότι κανένα ποσό πλήρωσε, ενώ είχε τη δυνατότητα να το πράξει και εξακολουθεί να την έχει, πλην όμως ο λόγος που δεν έχει προχωρήσει στην καταβολή των επίδικων μηνιαίων δόσεων, είναι ακριβώς η αντίληψη που έχει, περί των ζητημάτων τα οποία αποτελούν το συνονθύλευμα των γεγονότων, που ο κατηγορούμενος έχει συνδέσει στο δικό του το μυαλό θεωρώντας πως εξαπατήθηκε. Τούτα, σαφώς και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, αφού πέραν από το ότι δεν υποστηρίζονται από το οτιδήποτε, εκπίπτουν και παντελώς του πλαισίου της παρούσας. Αποδέχομαι ωστόσο τις παραδοχές του σε σχέση με τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα και δη ότι πλήρωσε δύο μηνιαίες δόσεις στην αρχή που το διάταγμα μηνιαίων δόσεων εκδόθηκε, ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει και το εναπομείναν ποσό, τα δικαστικά διαβήματα στα οποία αναφέρθηκε πως έλαβε και το αποτελέσματα αυτών, που δεν ήταν άλλο από την απόρριψη των αιτήσεων και εφέσεων που καταχώρησε. Τα λοιπά γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε ή και γενικότερα οι θέσεις που προωθήθηκαν περί εξαπάτησης του, δεν  μπορούν να γίνουν αποδεκτές για τους λόγους που έχω προαναφέρει. Επαναλαμβάνω πως η μη αποδοχή των συγκεκριμένων θέσεων, έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται για ζητήματα ξένα προς την παρούσα διαδικασία, μη βοηθητικά για το Δικαστήριο και αστήρικτα και είναι υπό τούτη την έννοια που δεν τα αποδέχομαι και όχι διότι ο κατηγορούμενος, ήταν αναξιόπιστος.

Με δεδομένη συνεπώς την πιο πάνω αποδεχτή μαρτυρία και δη τη μαρτυρία του ΜΚ1 την οποία αναγάγω σε δικά μου ευρήματα, καθώς και το μέρος της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου που έγινε αποδεκτό, προχωρώ στη νομική πτυχή των υπό κρίση κατηγοριών.

Το Άρθρο 3(1)(γ) του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο του 2008, Ν. 60(Ι)/2008 (εφεξής ο Νόμος) προβλέπει τα εξής:

 

«3(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους:

[…]

(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.»

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 3(4) του ίδιου νόμου αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι:

 

«α) έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή

β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή

γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν»            

 

Στην υπόθεση Νικολάου vCITI PRINCIPAL INVESTMETNS LTDΠοιν. Έφ. αρ. 160/2014, ημερομηνίας 20.12.2016, αποφασίστηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 3(1)(γ) (πιο πάνω) στοιχειοθετείται με την προσαγωγή μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος, α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεων οφειλέτης με πιστωτή τον παραπονούμενο, β) δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του, γ) αποδέχθηκε να εξοφλήσει το χρέος του με μηνιαίες δόσεις και δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο (βλ. και Ντάγκλας ν. ΚυλίληΠοιν. Έφεση 76/19 ημ. 22/04/2020).

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Φανώρια Καλλίνου ν. Δημήτρης Αχιλλέως, Ποιν. Εφ. 164/2023, ημερ. 04.06.2026, λέχθηκαν τα ακόλουθα, σε σχέση με την φράση «οικονομική αδυναμία» που  περιλαμβάνεται στο άρθρο 3(1)(γ) του Ν. 60(Ι)/2008:

 

«Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της φράσης «για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία» στο Άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου,  η οποία έχει χαρακτηριστεί στην CITI, (ανωτέρω) ως «εξαίρεση» και της ρητώς αναφερόμενης ως «υπεράσπιση» στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Θεωρούμε ότι ο σκοπός του Νομοθέτη ήταν αφενός να θέσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο Άρθρο 3(1)(γ) και αφετέρου να προβλέψει στο Άρθρο 3(4)(γ) ρητή υπεράσπιση. Δεν μπορεί, επομένως, τα όσα περιοριστικά αναφέρονται σε σχέση με την παρεχόμενη στον Νόμο υπεράσπιση να επηρεάζουν την ευρύτητα του όρου «φυσική ή οικονομική αδυναμία» ως συστατικό του αδικήματος. Η εν λόγω έννοια δεν περιορίζεται με βάση τα όσα προβλέπονται στο  Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Συνεπώς, θεωρούμε ότι δυνάμει του Άρθρου 3(1)(γ) του Νόμου, ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι ο λόγος για τον οποίο δεν προέβη σε καταβολή των δόσεων συνίσταται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία, χωρίς να πρέπει να αποδείξει ότι αυτή οφείλεται σε μεταβολή των οικονομικών του περιστάσεων από τον χρόνο στον οποίο δέχθηκε την έκδοση διατάγματος ή αποφασίστηκε από το Δικαστήριο η καταβολή αυτής. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αποδείξει την εν λόγω αδυναμία, το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν έχει αποδείξει τα ανωτέρω, του παρέχεται η υπεράσπιση που προβλέπεται ρητώς στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου

 

Στην δε υπόθεση Προδρόμου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ΛτδΠοιν. Έφ. Αρ. 25/12, ημερομηνίας 20.2.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο σε υποθέσεις, όπως η επίδικη, δεν είναι το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημερομηνία της ακρόασης, αλλά το κατά πόσο οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον το χρέος προκύπτει από δικαστική απόφαση.

 

Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί προς στοιχειοθέτηση οποιασδήποτε υπεράσπισης, ούτε και  γενικότερα προβλήθηκε από μέρους του Κατηγορούμενου η θέση ότι δεν κατέβαλε το εξ’ αποφάσεως χρέος του λόγω αντικειμενικής αδυναμίας. Τουναντίον, ήταν αποδεκτό και παραδεκτό ότι είχε κάθε οικονομική δυνατότητα να το πράξει, τόσο τότε, όσο και μέχρι σήμερα.

 

Στη βάση  συνεπώς της συνολικής αποδοχής της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και του μέρους της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου που αποδέχθηκα καθώς και των σχετικών ευρημάτων που επ' αυτών έχω προβεί, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 3 (1) (γ) του Νόμου σε όλες τις κατηγορίες. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

                       ……………………………..

                                                                                                                        Ε.Κ.Μιντή, Ε.Δ

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής




 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο