Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Χριστιάνα Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2744/23, 3/6/2026
print
Τίτλος:
Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Χριστιάνα Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2744/23, 3/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 2744/23

     

Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας

Παραπονούμενος  

  

εναντίον

  

  

1.     Χριστιάνα Ιωάννου

2.    Ευρούλλα Γιάγκου

                                                                                               Κατηγορούμενες

 

Ημερομηνία: 03.06.2026

Εμφανίσεις:

Για Παραπονούμενο: κ. Στέλιος Ιακωβίδης 

Για Κατηγορούμενη: κ. Θ. Παπαβασιλείου

Κατηγορούμενη 1 απούσα  

  

ΑΠΟΦΑΣΗ

  

Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει από κοινού με την Κατηγορούμενη 2, εννέα συνολικά κατηγορίες, το σύνολο των οποίων αφορά αφορούν αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96.

 

Η Κατηγορούμενη 1 αρνήθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες, με αποτέλεσμα να διεξαχθεί ακρόαση, εν αντιθέσει με την Κατηγορούμενη 2, η οποία προέβη σε παραδοχή των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και παραμένει σε εκκρεμότητα, μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας, η έκθεση γεγονότων σε ό,τι αφορά την ίδια καθώς και η επιβολή ποινής.

 

Η παρούσα, πραγματεύεται συνεπώς, μόνο το κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 έχει διαπράξει ή όχι τα αδικήματα, τα οποία κατηγορείται πως διέπραξε με την Κατηγορούμενη 2.

 

Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι σε άγνωστο για την κατηγορούσα αρχή χρόνο, προέβη σε ανέγερση και/ή προσθήκη σε υφιστάμενη οικοδομη[1] η οποία βρίσκεται στην κοινότητα Αστρομερίτη, στην επαρχία Λευκωσίας, στο τεμάχιο με αρ. 1226, Φ/Σχ. 29/02, αρ. εγγραφής 0/10860[2] και χωρίς να λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Έπαρχο Λευκωσίας:

 

1.    Βοηθητικών οικοδομών στο βορειοανατολικό σύνορο του εν λόγω τεμαχίου (κατηγορία 1)

2.    Κατασκευή περίφραξης από τσιμεντομπλοκς και επένδυση πέτρας στην δυτική πλευρά της οικίας (κατηγορία 3)

3.    Κατασκευή μπαλκονιού στην δυτική πλευρά της οικοδομής στον όροφο (κατηγορία 5).

 

Κατά διαζευκτικό ουσιαστικά τρόπο, κατηγορείται επίσης ότι ανέχθηκε[3] την ανέγερση και/ή την προσθήκη των όσων αναφέρονται στις κατηγορίες 1, 3 και 5 (κατηγορίες 2, 4 και 6 αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1, 3 και 5), ως επίσης ότι παράβηκε όρους εκδοθείσας άδειας οικοδομής[4] και συγκεκριμένα ότι προχώρησαν στην «χρήση ανάπτυξης» χωρίς να εκτελεστούν όλοι οι όροι της άδειας οικοδομής με αρ. 016284, ημερ. 10.12.2009, ανάπτυξη η οποία δεν έγινε με βάση τα εγκεκριμένα σχέδια που τέθηκαν προς εξασφάλιση της άδειας οικοδομής, αφού αφέθηκε είσοδος/έξοδος για τα οχήματα διαφορετική από αυτήν που προβλεπόταν και συγκεκριμένα στο νότιο αντί στην δυτικό σύνορο και η πρόσβαση της στο τεμάχιο γίνεται από παράνομη είσοδο που βρίσκεται στο σύνορο με την υπεραστική οδό και όχι από την πάροδο και οι αυθαίρετες οικοδομές, δεν έχουν κατεδαφιστεί. Πιο συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι παράβηκε τους όρους 1,5,8,17 και 18 της πιο πάνω άδειας οικοδομής (κατηγορία 7). Τέλος, κατηγορείται επίσης ότι κατέχει[5] την υφιστάμενη ανεγειρόμενη (sic) οικοδομή με τις επιπλέον προσθήκες και/ή μετατροπές, χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή (κατηγορία 8) καθώς επίσης και τις χρησιμοποιεί[6] (κατηγορία 9).  

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Α.Α. (Μ.Κ.1). Η Κατηγορούμενη, αφότου κλήθηκε σε απολογία, κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε επιπρόσθετα, δύο μάρτυρες προς υπεράσπιση της, τον Χ.Χ. (Μ.Υ.1) και τον Γ.Σ. (Μ.Υ.2).

 

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν 11 συνολικά τεκμήρια.

 

Δηλώθηκαν επίσης (και εγκρίθηκαν ως τέτοια) παραδεκτά γεγονότα που αφορούν την κατάρτιση του ΜΥ2 και συγκεκριμένα τα προσόντα και η ειδικότητα του ως αρχιτέκτονας.

 

Προχωρώ στην σύνοψη του συνόλου της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης, των γεγονότων που πλαισιώνουν την παρούσα.

 

Ο Μ.Κ.1, κατέθεσε για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Σε αυτήν, αναφέρει πως είναι ο προϊστάμενος του τομέα επιβολής, ιεραρχικών προσφυγών και παραπόνων στην Διεύθυνση Αδειοδότησης της Ανάπτυξης στον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης Λευκωσίας (στο εξής «ο ΕΟΑ»), οι λειτουργίες του οποίου διέπονται από τον Περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμο 37(Ι)/2022, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 28.06.2024, δια της δημοσιεύσεως της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου να τεθεί σε ισχύ, ημερ. 26.06.2024, ως προβλέπεται στο άρθρο 103(1) του πιο πάνω Νόμου. Ως εκ τούτου, είναι η θέση του πως οι αρμοδιότητες έκαστου Έπαρχου σε σχέση με πολεοδομικά ζητήματα, μεταφέρθηκαν στους κατά τόπο αρμόδιους ΕΟΑ, μετά την έναρξη ισχύος του πιο πάνω Νόμου. Κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας, αρμόδια αρχή για πολεοδομικά και αδειοδοτικά ζητήματα και ελέγχου προσθηκών, μετατροπών και επισκευών, ήταν ο Έπαρχος Λευκωσίας. Τροποποίηση, επήλθε και στο άρθρο 2 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, δια του νόμου 89(Ι)/2024, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.06.2024, δυνάμει του οποίου η φράση «αρμόδια αρχή» που περιλαμβανόταν προηγουμένως στον Νόμο, αντικαταστάθηκε και πλέον ορίζεται πως αρμόδια αρχή σημαίνει «τον Διευθυντή Αδειοδότησης της Ανάπτυξης έκαστου Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης», όπως ορίζεται στον Ν. 37(Ι)/2022. Είναι επομένως η άποψη του πως η παρούσα, δεν επηρεάζεται, κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε ο Ν. 89(Ι)/2024 στο Κεφ. 96. Την παραπάνω πεποίθηση του, την στηρίζει και στο άρθρο 30 του Κεφ. 96 υπό τον τίτλο «Μεταβατικές Διατάξεις», στο οποίο γίνεται αναφορά ότι οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία αφορώσα ζήτημα το οποίο ηγέρθη πριν την έναρξη ισχύος του Ν.89(Ι)/2024, συνεχίζεται από την οικεία κατά νόμο διάδοχη αρχή, ως ορίζεται στο άρθρο 3.

 

Είναι η θέση του πως τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενες, οι οποίες είναι  συνιδιοκτήτριες του επιδίκου τεμαχίου (τεκμήριο 1), είναι συνεχή και εξακολουθούν να διαπράττονται μέχρι και σήμερα. Από μελέτη του φακέλου που διατηρείται πλέον στο αρχείο του ΕΟΑ Λευκωσίας, αφότου μεταφέρθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, προκύπτει πως για την οικία η οποία ανεγέρθηκε στον όροφο της οικοδομής που είναι ανεγειρόμενη εντός του επιδίκου τεμαχίου, έχουν χορηγηθεί οι πολεοδομικές άδειες ΛΕΥ/1524/2008 και ΛΕΥ/978/2009, ενώ εκδόθηκε και η άδεια οικοδομής με αρ. 16284 (τεκμήριο 2). Για την έκδοση της τελευταίας, υπεβλήθησαν και εγκρίθηκαν αρχιτεκτονικά σχέδια, στην βάση των οποίων εκδόθηκε και η άδεια (τεκμήριο 3). Τόσο η πολεοδομική όσο και η οικοδομική αίτηση για την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών της οικίας στον όροφο, κατατέθηκαν μετά την έναρξη των εργασιών υλοποίησης της ανάπτυξης στον όροφο.

 

Περαιτέρω, ως προκύπτει από τον εν λόγω φάκελο, στις 31.05.2016 απεστάλη επιστολή (τεκμήριο 4) από την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας προς την Κατηγορούμενη 1 με την οποία ενημερωνόταν πως κατόπιν της επιτόπιας επίσκεψης «του Γραφείου του Επάρχου» διαπιστώθηκε ότι:

 

(α)       οι αυθαίρετες οικοδομές στο βορειοανατολικό σύνορο δεν είχαν κατεδαφιστεί κατά παράβαση του όρου 18 της άδειας οικοδομής

(β)       εντός της κατοικίας και σε απόσταση 2 μέτρων από την δυτική πλευρά της κατοικίας έχει αναγερθεί περίφραξη από τσιμεντιομπλοκς με επένδυση πέτρας η οποία δεν περιλαμβάνεται στην άδεια οικοδομής

(γ)        στην δυτική της κατοικίας επί του ορόφου της οικοδομής έχει ανεγερθεί μπαλκόνι που δεν περιλαμβάνεται στα εγκεκριμένα σχέδια.

 

Κατόπιν, κλήθηκε με την ίδια επιστολή όπως εντός διαστήματος δύο μηνών, κατεδαφίσει όλα τα παράνομα υποστατικά, προειδοποιώντας την πως σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνονταν εναντίον της δικαστικά μέτρα.

 

Τον Δεκέμβριο του 2022, ακολούθησε νέα επιτόπια επιθεώρηση από τον Βοηθό Επαρχιακού Επόπτη κ. Γ.Κ., ο οποίος διαπίστωσε πως η κατάσταση παρέμεινε αμετάβλητη εξ ου και εισηγήθηκε γραπτώς, όπως ληφθούν εναντίον των Κατηγορουμένων, δικαστικά μέτρα (τεκμήριο 5). Κατά την πιο πάνω επίσκεψη του, ο Γ.Κ. έλαβε και φωτογραφίες σε σχέση με τις επίδικες οικοδομικές παρανομίες (τεκμήρια 6.1-6.7).

 

Μετά την μεταφορά των αρμοδιοτήτων του Επάρχου στον ΕΟΑ, ακολούθησε καθηκόντως τον Απρίλιο του 2025, νέος έλεγχος από λειτουργούς του τελευταίου, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε πως οι Κατηγορούμενες δεν είχαν συμμορφωθεί, ο οποίος επαναλήφθηκε και στις 03.03.2026, χωρίς να έχει μεταβληθεί το οτιδήποτε αφού η κατάσταση παραμένει η ίδια ως φαίνεται από το φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε (τεκμήρια 7.1-7.16).

 

Σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2 διαπιστώθηκε πως το κλιμακοστάσιο της οικίας είχε κατασκευαστεί σε μειωμένη απόσταση, με βάση τα επιτρεπόμενα όρια της νομοθεσίας, από το γειτονικό σύνορο. Κατά την χορήγηση της πολεοδομικής άδειας, το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Λευκωσίας είχε ασκήσει διακριτική ευχέρεια εγκρίνοντας την μειωμένη απόσταση, θέτοντας δύο όρους, (α) την κατεδάφιση των βοηθητικών οικοδομών στο βορειοανατολικό σύνορο και (β) την τοποθέτηση της οχηματικής εισόδου/εξόδου στην δυτική πάνω πλευρά του τεμαχίου (εντός της παρόδου). Ως εκ τούτου, οι βοηθητικές οικοδομές, θα έπρεπε να κατεδαφιστούν.

 

Σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4, η περίφραξη που ανεγέρθηκε δεν είναι σύμφωνη με τα αδειοδοτημένα σχέδια και θα έπρεπε είτε να κατεδαφιστεί και να ανεγερθεί σύμφωνα με τις άδειες είτε να εξασφαλιστεί τροποποιητική άδεια για την νομιμοποίηση της, εάν μπορούσε να αδειοδοτηθεί.

 

Σε σχέση με τις κατηγορίες 5 και 6, στα εγκεκριμένα σχέδια δεν υπάρχει μπαλκόνι και θα έπρεπε είτε να κατεδαφιστεί, είτε να εξασφαλιστεί τροποποιητική άδεια για την νομιμοποίηση της εάν μπορούσε να αδειοδοτηθεί.

 

Σε σχέση με τις κατηγορίες 7 και 8, στα εγκεκριμένα σχέδια η οχηματική είσοδος και έξοδος είναι διαφορετική σε σχέση με την επιτόπου κατάσταση. Το Τμήμα Δημόσιων Έργων, με επιστολή του ημερ. 08.12.2009, είχε ζητήσει κατάργηση της εισόδου/εξόδου στον υπεραστικό δρόμο Λευκωσίας-Τροόδους, στα πλαίσια απόψεων που δόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές και ως εκ τούτου, καθορίστηκε συγκεκριμένο σημείο, το οποίο κατά την υλοποίηση της ανάπτυξης, δεν είχε εφαρμοστεί και επομένως οι Κατηγορούμενες οφείλουν να συμμορφωθούν.

 

Σε σχέση με την κατηγορία 9, για να είναι σε θέση οι Κατηγορούμενες να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, θα πρέπει πρώτα, να συμμορφωθούν με όσα πραγματεύονται οι λοιπές κατηγορίες.

 

Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε και αμφισβητήθηκε ως προς το κατά πόσο είναι εξουσιοδοτημένος από τον ΕΟΑ, με βάση τον Ν. 37(Ι)/2022 να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, εάν έχει επισκεφθεί το επίδικο ακίνητο και εάν ο ίδιος έλαβε οποιεσδήποτε φωτογραφίες επί τόπου, κατά πόσο η επίδικη οικοδομή έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως και εάν σε σχέση με το «στέγαστρο» της οικίας έχουν υποβληθεί τροποποιητικά σχέδια. Ερωτήθηκε κατά πόσο η διεύθυνση του επιδίκου ακινήτου είναι η Τροόδους 12, στην οποία απεστάλη το τεκμήριο 4, ή κατά πόσο  η διεύθυνση αυτή έχει αλλάξει ή είναι διαφορετική, εάν γνωρίζει εάν η Κατηγορούμενη 1 έχει παραλάβει το τεκμήριο 4, για πιο λόγο στην δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 1 αναγράφεται η διεύθυνση Γρηγόρη Αυξεντίου 4Β με παραπομπή στο επίδικο ακίνητο, γιατί θεωρούν πως ο όρος της οικοδομικής άδειας που είχε εκδοθεί, σε σχέση  με την περίφραξη του ακινήτου δεν εφαρμόζεται και εάν γνωρίζει κατά πόσο το άδειο ακίνητο που βρίσκεται αριστερά του επίδικου τεμαχίου, ανήκει σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο σε σχέση  με την εγκεκριμένη είσοδο και έξοδο από το επίδικο ακίνητο, αυτή θα έπρεπε να ήταν από τον παράπλευρο χώρο στον δευτερεύοντα δρόμο που υπάρχει κάθοδος από την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου, εάν στο επίδικο ακίνητο υπάρχει παράνομη επέμβαση από τρίτο πρόσωπο και γιατί δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον εκείνου του τρίτου προσώπου, με ποιο τρόπο διαπιστώθηκε η παράνομη ανέγερση της περίφραξης, εάν υπάρχει επιστολή στον φάκελο του ΕΟΑ, από τον συγκεκριμένο συνήγορο, η οποία απεστάλη περί το 2024, εάν για την νομιμοποίηση οποιονδήποτε παρανόμως ανεγερθέντων προσθηκών ή μετατροπών στο ακίνητο, απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση και των δύο συνιδιοκτητών και κατά πόσο, σε σχέση με το ζήτημα της εισόδου και  εξόδου οι εισηγήσεις του Τμήματος Δημοσίων Έργων, ήταν δεσμευτικές και τέλος, κατά πόσο μπορεί να επιβεβαιώσει ή γνωρίζει εάν οι φωτογραφίες που κατέθεσε (τεκμήρια 6 και 7) απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο ως επίσης και σε ποια διαβήματα προχώρησε, για να διαπιστώσει εάν όντως, πρόκειται για το συγκεκριμένο ακίνητο.

 

Του υπεβλήθησαν οι θέσεις ότι, η Κατηγορούμενη 1 ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης (τεκμήριο 4) και ότι ο ΕΟΑ όφειλε να προβεί σε διαπιστώσεις ως προς το κατά πόσο η πρώτη, έτυχε ενημέρωσης,  ότι η διεύθυνση του επιδίκου ακινήτου είναι η Γρηγόρη Αυξεντίου 4Β και όχι η Τροόδους 12 που απεστάλη το τεκμήριο 4, ότι ο λόγος που η περίφραξη δεν ολοκληρώθηκε με βάση την άδεια οικοδομής ήταν γιατί η Κατηγορούμενη 2 συνιδιοκτήτρια αρνείται να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο και πως η Κατηγορούμενη 1 προέβη σε διαβήματα για να αιτηθεί από μόνη διαχωρισμό του επιδίκου ακινήτου αλλά λόγω του ότι υπάρχει παράνομη επέμβαση στο ακίνητο, ο ΕΟΑ αρνείται να παραλάβει την αίτηση της, ότι η εφαρμογή των όρων μιας άδειας οικοδομής είναι ευθύνη του υπεύθυνου εκτέλεσης έργου ως επίσης ότι ο λόγος που η Κατηγορούμενη 1 δεν προέβη σε κανένα διάβημα από το 2009 που εκδόθηκε η άδεια οικοδομής, μέχρι και την ημέρα καταχώρησης του κατηγορητηρίου ήταν γιατί δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή, ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 δεν έχει προσωπική γνώση για τα όσα κατέθεσε και οι φωτογραφίες που κατέθεσε δεν απεικονίζουν το επίδικο υποστατικό αλλά άλλο, σε άλλη μάλιστα διεύθυνση και τα όσα περιέχονται στον φάκελο του ΕΟΑ και τα κατέθεσε ως τεκμήρια, αφορούν δεδομένα άλλου προσώπου και όχι της Κατηγορούμενης 1. 

 

Η Κατηγορούμενη, κατέθεσε για σκοπούς της κυρίως εξέταση της, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Σε αυτήν, αναφέρει πως είναι η εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια, κατά ½, του επίδικου τεμαχίου. Κατέχει το δεξιό τμήμα, ενώ το αριστερό τμήμα κατέχεται από και είναι υπό την ευθύνης της Κατηγορούμενης 2. Κατά το 2009, «έκδωσε» άδεια οικοδομής για να χτίσει το σπίτι της πάνω από την οικία των γονέων της. Από το 2010 και μετέπειτα η διεύθυνση της οικίας της έχει μετονομαστεί σε οδό Γρηγόρη Αυξεντίου 4Β (τεκμήριο 3). Εδώ και αρκετά χρόνια, η Κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει προβλήματα με την γειτόνισσα τους Σ.Χ., η οποία έχτισε το σπίτι της στην ίδια οδό και το οποίο γειτνιάζει με το δικό τους τεμάχιο, πλην όμως έχει χτίσει «τα δικά της πόδια» εισόδου και εξόδου στο δικό τους τεμάχιο, έτσι που είναι αδύνατη η χρήση της δικής τους εισόδου και εξόδου. Κατέθεσε προς τούτο, την εξωτερική οριοθέτηση του ακινήτου (τεκμήριο 9). Από το 2010 και έπειτα, αντιμετωπίζει προβλήματα με την Κατηγορούμενη 2, η οποία δεν υπογράφει κανένα έγγραφο ή δήλωση για διαμοιρασμό του επιδίκου τεμαχίου και επιθυμεί να της πουλήσει το δικό της μερίδιο, επειδή δεν μπορεί να χτίσει, λόγω της επέμβαση της Σ.Χ., στο δικό της μερίδιο.

 

Αρχιτέκτονας, πολιτικός μηχανικός και εργολάβος του έργου, ήταν ο κοινοτάρχης Αστρομερίτη Α.Κ., ο οποίος και έχτισε το σπίτι, υπέβαλε όλα τα σχέδια και όλα όσα χρειάζονταν για τις μετατροπές που έγιναν και ο οποίος την διαβεβαίωνε πως όλα ήταν νόμιμα και «με όλες τις άδειες». Η ίδια, ενημέρωνε τον Α.Κ. ως προς το τί ήθελε για το σπίτι της και ο Α.Κ. εκτελούσε τις οδηγίες αφού πρώτα ήλεγχε ότι μπορούσαν να γίνουν. Κανένας δεν της είπε για παράνομες οικοδομές ή οτιδήποτε έπρεπε να κατεδαφιστεί και εάν το γνώριζε, θα έδιδε οδηγίες είτε να μην χτιστούν, είτε να υποβληθούν τροποποιημένα σχέδια, για έγκριση τυχόν παρανομιών. Από το 2009 μέχρι και την ημέρα που καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο, τελούσε υπό παντελή άγνοια, αφού δεν ενημερώθηκε από κανένα πρόσωπο για τις όποιες πιθανές παρανομίες και ούτε της δόθηκε ποτέ η ευκαιρία για συμμόρφωση. Μετά που έλαβε το παρών κατηγορητήριο, ζήτησε από την Κατηγορούμενη 2 να της επιτρέψει γραπτώς όπως προχωρήσει  με τον αρχιτέκτονα της σε διαδικασία υποβολής νέων αρχιτεκτονικών σχεδίων για λήψη έγκρισης σε πιθανές παρανομίες. Τέτοια σχέδια ετοιμάστηκαν από τον αρχιτέκτονα της Α.Κ. (τεκμήριο 10), τα οποία ουδέποτε υποβλήθηκαν ωστόσο, ενόψει του ότι η Κατηγορούμενη 2 αρνείται να υπογράψει.

 

Σε σχέση με τα τεκμήρια 6 και 7 που κατατέθηκαν από τον ΜΚ1, αρχικά ανέφερε πως δεν είναι σε θέση  να επιβεβαιώσει ότι πρόκειται για φωτογραφίες που απεικονίζουν το σπίτι της ή το τεμάχιο που είναι συνιδιοκτήτρια διότι είναι κακής ποιότητας και είναι εκτυπωμένες σε χαρτί και όχι σε φωτογραφικό χαρτί και τα χρώματα είναι ξεθωριασμένα. Επιπλέον, έχει ενημερωθεί από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας πως υπάρχει σε ισχύ η άδεια οικοδομής με αρ. φακ. ΕΣ1252/2010 ενώ το τεκμήριο 2 στην δικαστική διαδικασία φέρει άλλα στοιχεία έκδοσης, δηλ. 10.12.2009. Επίσης, εκκρεμεί διαδικασία διαφοράς συνόρων με την γειτόνισσα τους Σ.Χ. για το συγκεκριμένο πέρασμα, που υπάρχει παράνομο κτίσμα από την ίδια και η αίτηση εκκρεμεί ακόμη στον κλάδο επιτόπιων ερευνών εδώ και δεκατρία χρόνια, με στοιχεία φακέλου ΑΧ2218/2013. Ως έχει ενημερωθεί από αρμόδιο λειτουργό του ΕΟΑ Λευκωσίας, για να μπορέσει να προχωρήσει σε διαδικασία νομιμοποίησης πιθανών παρανομιών, θα πρέπει να έχει την συγκατάθεση της Κατηγορούμενης 2, πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης και επίλυσης των συνοριακών διαφορών με την Σ.Χ.

 

Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως το τεκμήριο 4, δεν το έλαβε ποτέ και κανένα πρόσωπο επικοινώνησε μαζί της όλα αυτά τα χρόνια για να της αναφέρει ως προς την οποιαδήποτε παρανομία. Σε σχέση με την εγκεκριμένη στην άδεια οικοδομής είσοδο και έξοδο, ανέφερε πως τούτη δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, διότι στον συγκεκριμένο χώρο επεμβαίνουν τα όσα έκτισε η Σ.Χ. από το 2015. Ερωτηθείσα εάν για τα όσα κατηγορείται ενημέρωσε τον τότε αρχιτέκτονα του σπιτιού της, απάντησε καταφατικά, αναφέροντας πως η απάντηση του ιδίου ήταν να απορήσει ως προς το τί είναι παράνομο και της είπε να μην ανησυχεί διότι θα υποβάλλονταν νέα σχέδια και θα ήταν «εντάξει». Του έδωσε οδηγίες να προχωρήσει και προχώρησε ετοιμάζοντας νέο αρχιτεκτονικό σχέδιο για την αποθήκη, αλλά μετά την ενημέρωσε πως θα χρειαστεί και η υπογραφή της συνιδιοκτήτριας της, στην οποία αποτάθηκε πλην όμως η ίδια αρνείται να υπογράψει το οτιδήποτε λόγω των συνοριακών διαφορών με την γειτόνισσα τους. Το μόνο που αποδεχόταν, ήταν να της πουλήσει το δικό της μερίδιο, αφού κατά την ίδια, δεν μπορούσε να χτίσει. Μίλησε με τον Έπαρχο, με λειτουργούς του ΕΟΑ και όλοι της ανέφεραν πως χωρίς την υπογραφή της Κατηγορούμενης 2, δεν μπορεί να πράξει οτιδήποτε. Αποφάσισε στην συνέχεια να προβεί σε αγορά του μεριδίου της τελευταίας, όμως εν τέλει δεν προχώρησαν διότι δεν εγκρίθηκε η αίτηση δανείου που υπέβαλε.

 

Αντεξετάστηκε ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο της μεταβιβάστηκε το μερίδιο της και εάν αυτός ήταν η 16.05.2007, εάν το σπίτι το δικό της χτίστηκε με βάση την άδεια οικοδομής που είχε εκδοθεί και τα σχέδια τα αρχιτεκτονικά που ετοιμάστηκαν για τον παραπάνω σκοπό και κατά πόσο, βλέποντας τα εν λόγω σχέδια (τεκμήριο 3), μπορεί να αντιληφθεί τι χτίστηκε σύμφωνα με αυτά και τι όχι. Ερωτήθηκε επί τούτου, με παραπομπή στο τεκμήριο 3, κατά πόσο το περιτοίχισμα που χτίστηκε, είναι αυτό που προβλεπόταν και στην θέση που προβλεπόταν, εάν η ανάπτυξη της οικίας της έγινε με βάση τα εγκεκριμένα σχέδια, εάν μπορεί βλέποντας τα σχέδια να εντοπίσει τις διαφορές που προκύπτουν σε σχέση με το τι χτίστηκε και εάν με βάση τα σχέδια που της υποδείχθηκαν, το περιτοίχισμα είναι σήμερα χτισμένο ως θα έπρεπε με βάση την όψη των εν λόγω σχεδίων και εάν σε αυτά περιλαμβάνεται οποιαδήποτε βοηθητική οικοδομή και οποιοδήποτε μπαλκόνι ή και εάν η είσοδος και έξοδος εντός και εκτός του επιδίκου τεμαχίου είναι η ενδεδειγμένη με βάση την άδεια οικοδομής που εξασφάλισε το 2009. Ερωτήθηκε επίσης, κατά πόσο έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για την οικία της και εάν αναγνωρίζει την οικία της επί των φωτογραφιών που αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 6 ή του τεκμηρίου 7, προς όφελος ποιου εκδόθηκε η άδεια οικοδομής με αρ. φακέλου ΕΣ1252/10 που αναφέρει στην γραπτή της δήλωση και εάν πρόκειται για διαφορετική άδεια από το τεκμήριο 2 και εάν αυτή η άδεια βρίσκεται στην κατοχή της.

 

Ο Μ.Υ.1, είναι ο πατέρας της Κατηγορούμενης 1 και διαμένει ως ανέφερε στον Αστρομερίτη, στην οδό 25ης Μαρτίου 4. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας ως και τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 και σε σχέση με αυτές ανέφερε πως σε σχέση με την περίφραξη, αυτή είναι κτισμένη από το 1980, ως επίσης και το «πέρασμα» (είσοδος/έξοδος) το οποίο δεν γνώριζε ότι είναι παράνομο. Τελευταία, είχε μιλήσει με τον κοινοτάρχη του χωριού ο οποίος τον διαβεβαίωσε πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρανομία. Σε σχέση με την βοηθητική οικοδομή ανέφερε πως όταν ο αρχιτέκτονας Α. θα ετοίμαζε τα σχέδια της οικίας, τον είχε ρωτήσει εάν θα περιλαμβανόταν και αυτό στα σχέδια διότι ήταν παράνομο και η απάντηση που έλαβε ήταν πως θα περιλαμβανόταν. Από εκεί και πέρα, δεν γνωρίζει τίποτε άλλο. Έξω από το σημείο εισόδου και εξόδου, το Τμήμα Δημόσιων Έργων είχε διαρρυθμίσει το πεζοδρόμιο κατά τρόπο που να μπορεί να εισέρχεται και εξέρχεται στην οικία του, όπως και στις υπόλοιπες οικοδομές κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί προς το Τρόοδος. Όταν το 2023 η Κατηγορούμενη 1 παρέλαβε το κατηγορητήριο της παρούσας, συναντήθηκαν με τον αρχιτέκτονα για να τον ρωτήσουν τι θα κάνουν σε σχέση με την βοηθητική οικοδομή και ο τελευταίος τους συνέστησε να χαλάσει τους τοίχους μπροστά και να ετοιμαστούν αρχιτεκτονικά σχέδια, όπως και έγινε. Για το σημείο εισόδου και εξόδου, του ανέφερε πως δεν είναι παράνομο το συγκεκριμένο σημείο και η τελευταία φορά που μίλησαν, ήταν πριν 3-4 μήνες.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο μπορεί να αναγνωρίζει το σπίτι του, ως επίσης και το σπίτι της Κατηγορούμενης 1 στα τεκμήρια 6 και 7 και του υποβλήθηκε πως με βάση το τεκμήριο 3, η βοηθητική οικοδομή, θα έπρεπε να είχε κατεδαφιστεί και κατά πόσο πρόθεση τους είναι η κατεδάφιση, ή η νομιμοποίηση της βοηθητικής οικοδομής και εάν στο σημείο που τελειώνει το σπίτι του, υπάρχει περιτοίχισμα χτισμένα.

 

Κατά την επανεξέταση του, ανέφερε πως ο τοίχος (περίφραξη) ο οποίος οδηγεί στον δρόμο χτίστηκε πριν 49 χρόνια και πάντως πριν το 2009 που η Κατηγορούμενη 1 έχτισε το σπίτι της και υπέδειξε επί του τεκμηρίου 7, ποιο είναι το σημείο εισόδου και εξόδου του ακινήτου.

 

Ο Μ.Υ.2, είναι αρχιτέκτονας, εγγεγραμμένος στο Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου από το τις 20.04.2009 και κάτοχος άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος (τεκμήριο 11). Διορίστηκε ως ανέφερε από την Κατηγορούμενη 1 για να μελετήσει τα έγγραφα που του παρέδωσε, μεταξύ των οποίων και η άδεια οικοδομής που εκδόθηκε το 2009, το κατηγορητήριο, μια απόφαση του Κτηματολογίου που αφορά συνοριακή διαφορά σχετική με το επίδικο ακίνητο, ο τίτλος ιδιοκτησίας της Κατηγορουμένης 1 καθώς, γραπτή δήλωση του ΜΚ1, αντίγραφο βεβαίωσης διαμονής της τελευταίας, από τον κοινοτάρχη Αστρομερίτη και αντίγραφο αρχιτεκτονικού σχεδίου σε σχέση με την βοηθητική οικοδομή, που ετοιμάστηκε από τον Α.Κ. το 2024. Ερωτηθείς τι έχει να αναφέρει σε σχέση με την «βεράντα» για την οποία κατηγορείται η Κατηγορούμενη 1, ανέφερε πως καταρχάς διαφωνεί με τον χαρακτηρισμό του οικοδομήματος ως «βεράντα» γιατί μια βεράντα φέρει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως πόρτα, παράθυρο και άμεση πρόσβαση, τα οποία το συγκεκριμένο χτίσμα δεν έχει. Αυτό που υπήρχε αρχικά ήταν ένα στέγαστρο εισόδου, στο οποίο προστέθηκε ένας μικρός τοίχος/στηθαίο και τούτο διότι εκεί υπάρχουν εξωτερικά, μονάδες κλιματιστικών. Δεν αποτελεί βεράντα αφού πλέον των πιο πάνω, η βεράντα χρησιμοποιείται για λόγους αναψυχής ή χρηστικούς λόγους. Στην προκειμένη, δεν υπάρχει απευθείας επικοινωνία του με το σπίτι και απλά υπάρχει εκεί ένα παράθυρο. Το όλο ακίνητο το έχει επισκεφθεί για να εξετάσει εάν χτίστηκε με βάση την άδεια οικοδομής που του δόθηκε. Εξήγησε τις υποχρεώσεις που έχει ένας μελετητής και αρχιτέκτονας του έργου μεταξύ των οποίων είναι και η τήρηση των όρων μιας άδειας οικοδομής που εκδίδεται κατά την κατασκευή του έργου. Πολλές φορές ανέφερε περαιτέρω, κατά την κατασκευή ενός έργου, αυτό δεν μπορεί να κατασκευαστεί ακριβώς με τους όρους που επιβάλλονται με την άδεια οικοδομής οπότε γίνεται αίτηση και κατατίθενται τροποποιημένα σχέδια. Όταν ένας επιβλέπων αρχιτέκτονας εντοπίσει παρανομίες ή παρεκκλίσεις από την άδεια οικοδομής να τις αναφέρει ή να μην προχωρήσει στην ολοκλήρωση τους.

 

Στην προκειμένη, αυτό που ο ίδιος εντόπισε με βάση το τεκμήριο 2, είναι ότι η βοηθητική οικοδομή που υπάρχει στο επίδικο ακίνητο θα έπρεπε να κατεδαφιστεί, ως επίσης η είσοδος και έξοδος που έχει υποδειχθεί, είναι άλλη από αυτήν που χρησιμοποιείται και ενώ θα έπρεπε να υπάρχει περίφραξη σε όλο το ακίνητο, η υφιστάμενη περίφραξη είναι μόνο στο τμήμα του τεμαχίου που ανήκει στην Κατηγορούμενη 1. Επίσης, δεν υπάρχει στις κατόψεις το στέγαστρο της εισόδου, το οποίο με βάση το κατηγορητήριο αναφέρεται ως βεράντα. Παρόλα αυτά, το στέγαστρο ως στέγαστρο δεν μετρά ούτε στην δόμηση, ούτε στην κάλυψη και δεν αφορά κάποια σοβαρή ή ουσιώδη παρατυπία παρότι δεν αντιλαμβάνεται γιατί δεν περιλήφθηκε στα σχέδια. Πολύ εύκολα ωστόσο μπορεί να υποδειχθεί με νέα αίτηση. Για να υποβληθεί μια αίτηση, θα πρέπει να υπογράψουν όλοι οι συνιδιοκτήτες, για οποιαδήποτε ανάπτυξη στο ακίνητο και όταν δεν υπάρχει συγκατάθεση, δεν μπορεί να κατατεθεί πολεοδομική αίτηση και αίτηση για άδεια οικοδομής ως επίσης και άλλες αιτήσεις. Ουσιαστικά πρόκειται για ανωτέρα βία. Σε σχέση με την συνοριακή διαφορά που υπάρχει και που έχει επιλυθεί αμετακλήτως με βάση το τεκμήριο 9, ο ΜΥ2 ανέφερε πως η όλη επέμβαση που γίνεται από το διπλανό ακίνητο, στο ακίνητο της Κατηγορουμένης, επηρεάζει την τελευταία διότι ό,τι έχει χτιστεί εντός του σημείου που το γειτονικό ακίνητο επεμβαίνει στο ακίνητο της Κατηγορουμένης, έχει χτιστεί πάνω στο σημείο της διόδου που θα έπρεπε να υπάρχει με βάση τα σχέδια και για να μπορεί η Κατηγορούμενη να συμμορφωθεί, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει χώρο, ο οποίος ανήκει στην συνιδιοκτήτρια της, παρότι η συνιδιοκτησία, είναι εξ αδιαιρέτου, πλην όμως το κομμάτι εκείνο ανήκει στην συνιδιοκτήτρια της. Ουσιαστικά, εάν η Κατηγορούμενη 1 συμμορφωθεί, θα επιβαρύνει σημαντικά τις δυνατότητες ανάπτυξης της συνιδιοκτήτριας της και είναι κάτι που την υπερβαίνει και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ίδια. Όταν δε η άδεια οικοδομής είχε εκδοθεί, δεν είχε ληφθεί υπόψη από την αρμόδια αρχή, η συνοριακή αυτή διαφορά που υπάρχει με το παρακείμενο ακίνητο. Στο υφιστάμενο σημείο εισόδου και εξόδου, έχει μεν το πεζοδρόμιο διαμορφωθεί με τρόπο ώστε να επιτρέπεται είσοδος και έξοδος, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δίδει αυτόματα και το δικαίωμα χρήσης, αφού είναι αντίθετο με το τι η άδεια οικοδομής προβλέπει, σημαίνει ωστόσο πως η εξέλιξη του δρόμου θα είναι να υπάρχει είσοδος και έξοδος.

 

Σε σχέση με την υφιστάμενη αποθήκη, επειδή ο πατέρας της Κατηγορούμενης 1 εξέφρασε την επιθυμία να την διατηρήσει, αυτή διαμορφώθηκε με τρόπο ώστε να μπορεί να νομιμοποιηθεί, αφού το κυριότερο πρόβλημα της θα ήταν το ότι δεν είχε την ζητούμενη απόσταση του 1,5 μέτρου που απαιτείται. Εξ όσων γνωρίζει, παρότι ετοιμάστηκαν σχετικά σχέδια (τεκμήριο 10) εντούτοις δεν υποβλήθηκαν λόγω του ότι η συνιδιοκτήτρια αρνείται να συνυπογράψει την σχετική αίτηση. Επίσης, δεν υπεβλήθη αίτηση για πολεοδομική αμνηστία με βάση την προκήρυξη του σχεδίου πολεοδομικής αμνηστίας, διότι αυτό αφορούσε νομιμοποιήσεις κατασκευών που υπερέβαιναν τον συντελεστή δόμησης και την κάλυψη και αφορούσαν σοβαρές παραβάσεις, και οι προκείμενες, δεν είναι τέτοιες. Η Κατηγορούμενη 1 στην παρούσα, παρότι προέβη σε διαβήματα νομιμοποίησης, είναι εγκλωβισμένη σε μια κατάσταση πραγμάτων, που δεν εξαρτάται από αυτήν το εάν θα προχωρήσει.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο έχει διακριβώσει εάν η οικοδομή έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και εάν θα μπορούσε να εξασφαλίσει τέτοιο πιστοποιητικό, με βάση και τις παρεκκλίσεις που υπάρχουν, από την άδεια οικοδομής, εάν ο ίδιος μελέτησε και τους όρους της πολεοδομικής άδειας, πέραν από αυτούς της άδειας οικοδομής. Επίσης, ως προς το κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 πέραν από τα διαβήματα νομιμοποίησης της βοηθητικής οικοδομής, προέβη σε διαβήματα νομιμοποίησης και των λοιπών κατασκευασμάτων.

 

Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή. 

 

Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.

 

Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).  

 

Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι  υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

Ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ήταν ο ΜΚ1. Από την μαρτυρία του, δεν έχει εν πρώτοις αμφισβητηθεί το ότι είναι ο προϊστάμενος του τομέα επιβολής, ιεραρχικών προσφυγών και παραπόνων στην Διεύθυνση Αδειοδότησης της Ανάπτυξης στον ΕΟΑ Λευκωσίας, ως επίσης και ότι είναι πολιτικός μηχανικός, κατέχων διδακτορικό τίτλο, ότι οι λειτουργίες του ΕΟΑ διέπονται από τον Ν.37(Ι)/2022 από τις 28.06.2024 που ο εν λόγω νόμος τέθηκε σε ισχύ, ότι οι αρμοδιότητες έκαστου Έπαρχου σε σχέση με πολεοδομικά ζητήματα, μεταφέρθηκαν στους κατά τόπο αρμόδιους ΕΟΑ, ως επίσης και ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας, αρμόδια αρχή για πολεοδομικά και αδειοδοτικά ζητήματα και ελέγχου προσθηκών, μετατροπών και επισκευών, ήταν ο Έπαρχος Λευκωσίας. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ως προς το ότι τροποποίηση επήλθε και στο Κεφ. 96 με τον Ν. 89(Ι)/2024 και πως μεταξύ των τροποποιήσεων ήταν και η ερμηνεία της φράσης «αρμόδια αρχή», όπου πλέον σημαίνει «τον Διευθυντή Αδειοδότησης της Ανάπτυξης έκαστου Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης», όπως ορίζεται στον Ν. 37(Ι)/2022. Πέραν από το ότι τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί, σημειώνω πως τα νομοθετικά ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε ο ΜΚ1, αποτελούν δικαστική γνώση και ως τέτοια, βρίσκω να είναι απόλυτα σύμφωνα  με τους Νόμους στους οποίους ο ΜΚ1 αναφέρθηκε γενικώς. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ως προς το ότι αμφότερες οι Κατηγορούμενες στην παρούσα είναι συνιδιοκτήτριες του τεμαχίου με αρ. 1226, Φ/Σχ.29/02, αρ. εγγραφής 0/10860, το οποίο βρίσκεται στην κοινότητα Αστρομερίτη (στο εξής «το επίδικο τεμάχιο») και πως εντός αυτού, βρίσκεται οικία η οποία ανεγέρθηκε στον όροφο υφιστάμενης οικοδομής και πως για τούτη, έχουν χορηγηθεί οι πολεοδομικές άδειες ΛΕΥ/1524/2008 και ΛΕΥ/978/2009 και εκδόθηκε και η άδεια οικοδομής με αρ. 16284 και πως για την έκδοση της τελευταίας, υπεβλήθησαν και εγκρίθηκαν αρχιτεκτονικά σχέδια, στην βάση των οποίων εκδόθηκε και η άδεια αλλά και του ότι τόσο η πολεοδομική όσο και η οικοδομική αίτηση για την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών της οικίας στον όροφο, κατατέθηκαν μετά την έναρξη των εργασιών υλοποίησης της ανάπτυξης στον όροφο. Τα πιο πάνω εξάλλου, συνάδουν πλήρως με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1, 2, και 3.

 

Το σημείο εκείνο που αμφισβητήθηκε ο ΜΚ1 είναι το κατά πόσο ο ίδιος είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, ως ορίζεται στο άρθρο 92 του Ν. 37(Ι)/2022 για να δώσει μαρτυρία, μιας και δεν προσκόμισε τέτοια εξουσιοδότηση που να είναι έγγραφη. Ο ΜΚ1 επί τούτου, ήταν σαφής πως ως εκ της θέσης του, σαφώς και είναι εξουσιοδοτημένος. Ζητήθηκε μάλιστα χρόνος διαλείμματος, ώστε να προσκομιστεί στον συνήγορο υπεράσπισης τέτοια εξουσιοδότηση, χρόνος ο οποίος δόθηκε, χωρίς ωστόσο πράγματι, η εν λόγω εξουσιοδότηση να κατατεθεί στο Δικαστήριο. Παρόλα αυτά, δεν έχω πραγματικά λόγο να μην αποδεχθώ την θέση του ΜΚ1 πως πράγματι, είχε τέτοια εξουσιοδότηση αφού κανένα λόγο βρίσκω ως προς το γιατί ο τελευταίος να παρέστη στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, εάν δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να το πράξει. Πρόκειται για διευθυντικό στέλεχος, συγκεκριμένου τομέα στον ΕΟΑ, γνώστη εξ όσων φάνηκε από την λοιπή μαρτυρία του για την υπόθεση, ο οποίος κανένα άλλο λόγο, πέραν από την προώθηση της παρούσας είχε, ώστε να μεταβεί στο Δικαστήριο και να δώσει μαρτυρία, έχοντας μάλιστα μαζί του, ως διαφάνηκε στην αντεξέταση του, ολόκληρο τον φάκελο που σχετίζεται με την υπόθεση. Εν πάση δε περιπτώσει, σημειώνω πως το ζήτημα της γραπτής εξουσιοδότησης προσώπου να δώσει μαρτυρία, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 92 του Ν. 37(Ι)/2022, δεν έχει καν την σημασία που της έχει προσδώσει η πλευρά της υπεράσπισης, η οποία μάλιστα, αναγάγει το ζήτημα της μη προσκόμισης από μέρους του ΜΚ1, γραπτής εξουσιοδότησης (δια μέσω των τελικών της θέσεων) σε κατάχρηση διαδικασίας. Ό,τι το άρθρο 92 προβλέπει είναι ότι κάθε ΕΟΑ μπορεί να εκπροσωπείται («δύναται») στο Δικαστήριο, από οποιοδήποτε πρόσωπο είναι εξουσιοδοτημένο γραπτώς από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου και τέτοιο πρόσωπο μπορεί επίσης να εγείρει οποιαδήποτε ποινική ή αστική διαδικασία εξ ονόματος του Συμβουλίου.

 

Σε σχέση με τα λοιπά ζητήματα τα οποία ο ΜΚ1 ανέφερε, σημειώνω πως η εντύπωση που αποκόμισα είναι η εντύπωση περί ειλικρινούς προσώπου, ο οποίος κατέθεσε ό,τι γνώριζε και στον βαθμό που μπορούσε να γνωρίζει τα γεγονότα, χωρίς να διαστρεβλώσει, παραποιήσει, ή μεγαλοποιήσει γεγονότα προς όφελος της κατηγορούσας αρχής. Η ειλικρίνεια του εν λόγω μάρτυρα έχει διαφανεί και από το ότι για ζητήματα για τα οποία δεν θα μπορούσε να έχει προσωπική γνώση, αφού ανάγονταν σε χρόνο προγενέστερο που ο ίδιος έλαβε γνώση για την υπόθεση και η υπόθεση μεταφέρθηκε στον ΕΟΑ για χειρισμό, η απάντηση που έδωσε ήταν ότι δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει μιας και δεν γνώριζε οτιδήποτε για αυτά που ερωτείτο.

 

Τέτοια ήταν και η θέση του σε σχέση με το κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 έλαβε γνώση της επιστολής που ο ΜΚ1 εντόπισε στον φάκελο και που φέρεται να είχε αποσταλεί στην τελευταία από την Επαρχιακή Διοίκηση στις 31.05.2016 (τεκμήριο 4). Η θέση της υπεράσπισης επί της πιο πάνω επιστολής, ήταν ότι ουδέποτε λήφθηκε διότι απεστάλη σε λανθασμένη διεύθυνση αφού η διεύθυνση της οδού της Κατηγορουμένης 1 είναι η Γρηγόρη Αυξεντίου 4Β και όχι η Τροόδους 12, η οποία αναγράφεται και στην πιο πάνω επιστολή. Ο δε ΜΚ1 υπήρξε σαφής πως ο ίδιος, ως επίσης και γενικότερα ο ΕΟΑ, δεν δρουν με βάση την διεύθυνση ενός ακινήτου, αλλά τα χαρακτηριστικά εγγραφής του (αρ. τεμαχίου κτλ), θέση απόλυτα εύλογη, αφού τα χαρακτηριστικά στοιχεία εγγραφής ενός ακινήτου, είναι άρρηκτα συνυφασμένα με το ακριβές της τοποθεσίας του, εν αντιθέσει με την οδό επί της οποίας ένα ακίνητο ευρίσκεται, η οποία δεν προσδίδει με ακρίβεια, το εύρος, τα χαρακτηριστικά και την έκταση ενός ακινήτου, στοιχεία απαραίτητα για την διαπίστωση του κατά πόσο μια αυθαίρετη για παράδειγμα κατασκευή, είναι εντός του ακινήτου ή όχι.

 

Ανεξάρτητα τούτου όμως, κατέστη σαφές από την ίδια την μαρτυρία της Κατηγορούμενης πως η συγκεκριμένη οδός, επί της οποίας βρίσκεται το ακίνητο, ήταν μέχρι και πριν το 2010 ονομασθείσα σε «Τροοδους 12» (διεύθυνση η οποία αναγράφεται και στην άδεια οικοδομής/τεκμήριο 2 που εκδόθηκε περί το 2009) και πως από τότε και εντεύθεν είχε μετονομαστεί σε «Γρηγόρη Αυξεντίου 4Β». Τούτο, επιμαρτυρείται εξάλλου και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 που κατατέθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και που αφορά την βεβαίωση του κοινοτάρχη Αστρομερίτη. Το ότι ωστόσο, ακόμη και μετά το 2010 η Κατηγορούμενη 1 παρέλαβε έγγραφα με αναγραφόμενη διεύθυνση την Τροόδους 12 και όχι με την νέα ονομασθείσα διεύθυνση, προκύπτει επίσης από το τεκμήριο 9 που κατατέθηκε επίσης από την Κατηγορούμενη 1 και αφορά την απόφαση του Τμήματος Κτηματολογίου επί της αίτησης επίλυσης συνοριακής διαφοράς η οποία προκύπτει χρονικά να απεστάλη μετά την 3.11.2017, όπου σύμφωνα με το περιεχόμενο της, είχε διεξαχθεί επιτόπια έρευνα. Επομένως η θέση της υπεράσπισης ότι το τεκμήριο 4 δεν παραλήφθηκε επειδή απεστάλη σε λανθασμένη διεύθυνση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παρομοίως ωστόσο, δεν μπορώ να αποδεχτώ και την θέση του ΜΚ1 ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλαβε την εν λόγω επιστολή για δύο λόγους. Καταρχάς, ως εντίμως και ο ίδιος ο ΜΚ1 ανέφερε, το κατά πόσο αυτή παραλήφθηκε ή όχι, δεν είναι κάτι που μπορεί να επιβεβαιώσει. Κατά δεύτερο, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το πώς η εν λόγω επιστολή απεστάλη, ώστε να μπορώ με την σειρά μου να εξαγάγω οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς το ένα η Κατηγορούμενη 1 έλαβε γνώση του περιεχομένου της. Το πρόσωπο το οποίο συνέταξε και ενδεχομένως απέστειλε την συγκεκριμένη επιστολή, δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο για να καταθέσει και οι όποιες αναφορές του ΜΚ1 επί των πιο πάνω, απέρρεαν από το τι εντόπισε ο ίδιος στον φάκελο που μεταφέρθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, στον ΕΟΑ.

 

Αποδέχομαι παρόλα πως είχε προηγηθεί έλεγχος από μέρους της Επαρχιακής Διοίκησης περί το 2016 και πως διαπιστώθηκαν τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 4 με τις διαφοροποιήσεις που πιο κάτω προβαίνω, αφού οι εν λόγω διαπιστώσεις, βρίσκουν έρεισμα σε όλη την μαρτυρία που κατατέθηκε. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι υπάρχει στο επίδικο τεμάχιο βοηθητική οικοδομή η οποία με βάση την άδεια οικοδομής θα έπρεπε να κατεδαφιστεί ως επίσης και το ότι έχει ανεγερθεί περίφραξη στην δυτική πλευρά, φτιαγμένη από τσιμεντομπλοκς και πέτρα, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην άδεια οικοδομής, είναι ουσιαστικά αποδεκτά από μέρους της Κατηγορούμενης. Σε τούτα, συνηγορεί  και η μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος προέβη και σε δικές του διαπιστώσεις. Παραδεκτό και προκύπτων επίσης και από την μαρτυρία του ΜΥ2, είναι και το ότι επί του ορόφου της οικοδομής, έχει ανεγερθεί προέκταση η οποία δεν περιλαμβάνεται στα εγκεκριμένα σχέδια επί των οποίων εκδόθηκε η άδεια οικοδομής. Επί αυτού του τελευταίου, ο ΜΚ1 υιοθέτησε την περιγραφή που υπάρχει στο τεκμήριο 4, όπως και στο κατηγορητήριο, τα οποία αναφέρονται σε «μπαλκόνι». Επί αυτού του συγκεκριμένου χτίσματος, ο ΜΥ2 εξέφρασε την πλήρη διαφωνία του με τον όρο «βεράντα». Σημειώνω καταρχάς ότι ο όρος «βεράντα», σε κανένα σημείο της μαρτυρίας έχει χρησιμοποιηθεί, πλην όμως εκλαμβάνω ότι σε αυτό που ο ΜΥ2 ήθελε να αναφερθεί ήταν ο γενικότερος χαρακτηρισμός μπαλκονιού/βεράντας. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Γ.Δ. Μπαμπινιώτη «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», ως μπαλκόνι, περιγράφεται «η εξωτερική προέκταση του δαπέδου διαμερίσματος ή γενικότερα κατοικίας η οποία δεν κτίζεται γύρω-γύρω, αλλά στην άκρη της τοποθετούνται κάγκελα ή χαμηλό κτιστό περιτοίχισμα», χαρακτηριστικά τα οποία δεν συνάδουν πλήρως, με το τι εμφαίνετε στις σχετικές φωτογραφίες του συγκεκριμένου οικοδομήματος (βλ. τεκμήρια 6 και 7) κατά τρόπο που να μην είναι αποδεκτό το ότι το συγκεκριμένο οικοδόμημα είναι μπαλκόνι. Αυτό που εμφαίνετε, είναι χτιστή προέκταση/στέγαστρο ως ο χαρακτηρισμός που και ο ΜΥ2 χρησιμοποίησε, κάτω από το παράθυρο και πάνω από την βεράντα του σπιτιού, το οποίο ωστόσο σίγουρα, δεν είναι μπαλκόνι. Παρόλα αυτά, αποδέχομαι ότι η συγκεκριμένη προέκταση/στέγαστρο, δεν είναι προέκταση η οποία περιλαμβανόταν στα εγκεκριμένα σχέδια και κατ’ επέκταση, δεν καλύπτεται από την άδεια οικοδομής.

 

 Αποδεκτή είναι επίσης η θέση του ΜΚ1, καίτοι επίσης εξ ακοής, πως τον Δεκέμβριο του 2022, ακολούθησε νέα επιτόπια επιθεώρηση από τον Βοηθό Επαρχιακού Επόπτη κ. Γ.Κ., ο οποίος διαπίστωσε πως η κατάσταση παρέμεινε αμετάβλητη εξ ου και εισηγήθηκε γραπτώς, όπως ληφθούν εναντίον των Κατηγορουμένων, δικαστικά μέτρα (τεκμήριο 5) και τούτο διότι οι εν λόγω αναφορές υποστηρίζονται πλήρως όχι μόνο από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 αλλά και από το σύνολο της μαρτυρίας. Σε κανένα σημείο η Κατηγορούμενη 1 αμφισβήτησε την ουσία των πιο πάνω διαπιστώσεων αφού η ουσιαστική θέση της είναι ότι τα όσα διαπιστώθηκαν υφίστανται, πλην όμως η ίδια δεν δύναται να συμμορφωθεί για τους λόγους που ανέφερε και που αξιολογούνται στην συνέχεια. Επί των πιο πάνω, ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε ως προς το ότι ο Γ.Κ., έλαβε τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 6.1-6.7 ως επίσης και ότι οι εν λόγω φωτογραφίες, ως επίσης και αυτές που στην συνέχεια κατατέθηκαν ως τεκμήριο 7.1-7.16, απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο. Το ότι ωστόσο είναι φωτογραφίες που λήφθηκαν και απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο, επιβεβαιώθηκε από την μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1, όσο και από την μαρτυρία του πατέρα της, ΜΥ1, έτσι που οι σχετικές υποβολές που τέθηκαν στον ΜΚ1 περί του αντιθέτου, να έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου και άνευ οποιασδήποτε σημασίας. Ούτε και με βρίσκει σύμφωνη η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης της Κατηγορούμενης πως οι συγκεκριμένες φωτογραφίες (τεκμήρια 6 και 7) αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Πρόκειται καταφανώς για πραγματική μαρτυρία, από την οποία το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Το ποιο πρόσωπο τις έλαβε, ως και το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει, δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε επίδραση ως προς την αποδεκτότητα του περιεχομένου τους, ιδιαιτέρως με τον τρόπο που εισηγείται την μη αποδοχή τους η υπεράσπιση. Εξάλλου, ο ΜΚ1 ήταν σαφής πως και ο ίδιος αναγνωρίζει πως το ακίνητο που απεικονίζεται στα πιο πάνω τεκμήρια είναι το επίδικο ακίνητο, αφού το γνωρίζει προσωπικά και έχει και ο ίδιος περάσει έξω από αυτό, προβαίνοντας και σε δικές του διαπιστώσεις.  

 

Αποδεκτή συναφώς, είναι και η θέση του ΜΚ1 ότι ακολούθησε εκ νέου έλεγχος από λειτουργούς του ΕΟΑ, τον Απρίλιο του 2025, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε πως οι Κατηγορούμενες δεν είχαν συμμορφωθεί, ο οποίος επαναλήφθηκε και στις 03.03.2026, χωρίς να έχει μεταβληθεί το οτιδήποτε και χωρίς να έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως της οικοδομής, μέχρι και σήμερα, ως επίσης ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν έχει προχωρήσει μέχρι και την ημέρα που έδιδε την μαρτυρία του με οποιαδήποτε αίτηση προς νομιμοποίηση του οτιδήποτε εκ των πιο πάνω.

 

Σε σχέση με το κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 μπορούσε ή όχι να συμμορφωθεί, σημειώνω πως ο μάρτυρας ήταν σαφής πως καταρχάς, δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η τελευταία αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα με την συνιδιοκτήτρια της ή και με την γειτόνισσα της, το ακίνητο της οποίας επεμβαίνει στο δικό της αφού δεν είχε υπόψη του ΕΟΑ, τεθεί το οτιδήποτε. Εξήγησε ωστόσο πως ακόμη και εάν η συνιδιοκτήτρια της Κατηγορούμενης 1 αρνείτο να υπογράψει στην τελευταία οποιαδήποτε αίτηση, της παρέχεται η ευχέρεια στον Νόμο, να προχωρήσει, είτε με αίτηση στην βάση του άρθρου 90 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, του 1972, είτε να προχωρήσει με αίτηση για αναγκαστικό διαχωρισμό των μεριδίων τους, έτσι ώστε να μην υποχρεούται να λάβει συγκατάθεση από συνιδιοκτήτη, θέση που πράγματι, βρίσκει έρεισμα στον νόμο που ο μάρτυρας παρέπεμψε.  

 

Καταληκτικά και κατ’ ακολουθία των πιο πάνω, είναι προφανές πως η μαρτυρία του ΜΚ1, είναι αποδεκτή πλην των σημείων για τα οποία ρητώς αναφέρω πως δεν αποδέχομαι και κάθε τι που ανέφερε, αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων.

 

Στρεφόμενη στην μαρτυρία της Κατηγορούμενης, σημειώνω εν πρώτοις πως το μεγαλύτερο μέρος των όσων επί της ουσίας ανέφερε, δεν έχει αμφισβητηθεί. Και τούτο, δεν είναι ασύνδετο θεωρώ με το γεγονός ότι, ως προς το αντικείμενο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, η ίδια δεν αρνείται ότι τα όσα της καταλογίζονται ότι υφίστανται χωρίς άδεια, ή κατά παρέκκλιση της άδειας που της χορηγήθηκε, πλην όμως προβάλλει την θέση πως δεν ήταν ενήμερη για τις πιο πάνω παρεκκλίσεις και πως κατόπιν που ενημερώθηκε, όταν είχε παραλάβει το κατηγορητήριο, προέβη σε διαβήματα συμμόρφωσης, τα οποία δεν τελεσφόρησαν λόγω της άρνησης της Κατηγορούμενης 2 να υπογράψει οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι η εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια, κατά ½, του επίδικου τεμαχίου, πως περί το 2009 εκδόθηκε η άδεια οικοδομής (τεκμήριο 2) προκειμένου να χτίσει το σπίτι της πάνω από την οικία των γονέων της και πως από το 2010 και μετέπειτα η διεύθυνση της οικίας της έχει μετονομαστεί σε οδό Γρηγόρη Αυξεντίου 4Β (τεκμήριο 3), πως δίπλα από το επίδικο ακίνητο είναι χτισμένο το σπίτι της Σ.Χ., το οποίο επεμβαίνει στο επίδικο ακίνητο εξ ου και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο αίτηση επίλυσης συνοριακής διαφοράς, η οποία εξετάστηκε και διαπιστώθηκε πως πράγματι, το ακίνητο της Σ.Χ. επεμβαίνει στο επίδικο.

 

Παρομοίως, δεν αμφισβητήθηκε πως αρχιτέκτονας, πολιτικός μηχανικός και εργολάβος του έργου, ήταν ο κοινοτάρχης Αστρομερίτη Α.Κ., ο οποίος και έχτισε το σπίτι της, υπέβαλε όλα τα σχέδια και όλα όσα χρειάζονταν για τις μετατροπές που έγιναν επί της υφιστάμενης οικίας των γονέων της και πως το ίδιο πρόσωπο, ετοίμασε νέα σχέδια προκειμένου η Κατηγορούμενη 1 να προχωρούσε με αίτηση νομιμοποίησης της επίδικης περίφραξης και της βοηθητικής οικοδομής, η οποία ωστόσο δεν κατατέθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε τέλος, ότι η επίδικη βοηθητική οικοδομή, είχε χτιστεί από τον πατέρα της, όπως και η περίφραξη πολλά χρόνια πριν η ίδια καταστεί συνιδιοκτήτρια του επιδίκου τεμαχίου, ως επίσης ότι το ακίνητο που γειτνιάζει με το ακίνητο των Κατηγορουμένων, επεμβαίνει στα σύνορα του τελευταίου και πως γι’ αυτό, είχε κατατεθεί αίτηση επίλυσης συνοριακών διαφορών, η οποία εξετάστηκε και λήφθηκε απόφαση από το Τμήμα Κτηματολογίου ως το τεκμήριο 9. Επίσης, ότι περί το 2024 κατέβαλε προσπάθειες να συμμορφωθεί, ετοιμάζοντας νέα τροποποιημένα σχέδια ως το τεκμήριο 10) σε ό,τι αφορά την επίδικη αποθήκη και την επίδικη περίφραξη, τα οποία δεν κατατέθηκαν στην αρμόδια αρχή, για λόγους που δεν αφορούν αποκλειστικά την ιδία.

 

Τα πιο πάνω συνεπώς, αποτελούν και δικά μου ευρήματα. Στρεφόμενοι στα λοιπά ζητήματα για τα οποία η Κατηγορούμενη κατέθεσε, σημειώνω πως αυτά αφορούν ενέργειες ή παραλείψεις τρίτων προσώπων, ουδείς εκ των οποίων έχει κληθεί στο Δικαστήριο να καταθέσει από μέρους της υπεράσπισης και ούτε έχει ζητηθεί η κλήτευση του προς αντεξέταση, από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής.  Ανεξάρτητα τούτου, σημειώνω πως παρότι δεν έχω αποκομίσει αρνητική εντύπωση από την Κατηγορούμενη, αρκετές εκ των θέσεων της επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων, είναι συγκεχυμένες και αφορούν γενικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία.

 

Οι θέσεις ουσιαστικά της Κατηγορούμενης 1, εδράζονται επί δύο πυλώνων. Ο πρώτος πυλώνας αφορά το κατά πόσο ήταν ενήμερη πριν από την παραλαβή του κατηγορητηρίου, ως προς την νομιμότητα των επιδίκων οικοδομημάτων και ο δεύτερος πυλώνας, κατά πόσο ήταν δυνατή από μέρους της η οποιαδήποτε συμμόρφωση.

 

Ως προς τον πρώτο πυλώνα και ιδιαιτέρως ως προς το κατά πόσο ήταν ή όχι στην σφαίρα της γνώσης της ιδίας το νόμιμο ή μη, των όσων οι κατηγορίες πραγματεύονται, σημειώνω πως αποτέλεσε θέση της Κατηγορούμενης 1 πως ενόσω έχτιζε το σπίτι της, έδιδε οδηγίες στον αρχιτέκτονα του έργου που ήταν ο Α.Κ., ως προς το τι επιθυμούσε και ο τελευταίος προχωρούσε διαβεβαιώνοντας την πως όλα ήταν νομότυπα, χωρίς ποτέ να της αναφέρει πως υπήρχε οποιαδήποτε παρέκκλιση ή παρανομία. Η θέση της αυτή ωστόσο, με έχει προβληματίσει και δεν την αποδέχομαι για τον εξής λόγο. Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της το ανάλωσε επιρρίπτοντας την ευθύνη στον Α.Κ. ο οποίος ήταν και ο αρχιτέκτονας της κατοικίας της, μεταφέροντας δηλώσεις του ιδίου προς την ίδια οι οποίες συνίσταντο σε διαβεβαιώσεις πως ό,τι είχε χτιστεί ήταν νόμιμο, ουδέποτε κάλεσε το πιο πάνω πρόσωπο να δώσει μαρτυρία και να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει τα λεγόμενα της, χωρίς μάλιστα να δοθεί καμιά εξήγηση ως προς αυτή της την παράλειψη, όταν ως προκύπτει από το τεκμήριο 8, με το συγκεκριμένο πρόσωπο βρισκόταν σε επαφή μέχρι και τις 23.03.2026, λίγες δηλαδή ημέρες πριν η ίδια προχωρήσει με την μαρτυρία της, ως προκύπτει από την ημερομηνία ετοιμασίας του τεκμηρίου 8.  

 

Καμιά δε άλλη μαρτυρία υπάρχει που να υποστηρίζει την θέση της αυτή, έτσι που να μου επέτρεπε να αποδεχθώ τα όσα σχετικά ανέφερε, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για εξ ακοής αναφορές. Περιπλέον τούτου, σημειώνω πως με βάση την μαρτυρία του ΜΥ1, ήταν γνωστό στον ίδιο πως σε σχέση με την επίδικη αποθήκη, δεν υπήρχε οποιαδήποτε άδεια για την ανέγερση της εξ ου και σε μετέπειτα στάδιο και όταν η Κατηγορούμενη 1 θα έχτιζε το σπίτι της, ο ίδιος είχε ζητήσει από τον Α.Κ. να την συμπεριλάβει στην αίτηση για άδεια οικοδομής, ώστε να καταστεί νόμιμη. Εύλογα συνεπώς γεννάται το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να μην περιέπεσαν ποτέ στην αντίληψη της Κατηγορούμενης 1, ότι η εν λόγω αποθήκη τουλάχιστον δεν διέθετε οποιαδήποτε άδεια, όταν στην ίδια την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε προς όφελος της ιδίας, υπήρχαν ρητοί όροι, σε σχέση με το σύνολο των όσων πραγματεύονται οι επίδικες κατηγορίες μεταξύ των οποίων και η υποχρέωση κατεδάφισης της επίδικης αποθήκης. Βεβαίως, δεν διαλανθάνει την προσοχή μου το γεγονός πως ούτε και από μέρους της κατηγορούσας αρχής προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, πέραν από την αναφορά του ΜΚ1 που δεν έχει γίνει αποδεχτή και που να υποδηλοί πως πράγματι, η Κατηγορούμενη 1 ήταν ενήμερη ή προκύπτει να ήταν ενήμερη, καθ’ οιονδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο.  

 

Ως προς τον δεύτερο πυλώνα που αφορά τις προσπάθειες συμμόρφωσης που κατέβαλε, σημειώνω τα εξής. Kαταρχάς αποτέλεσε θέση της Κατηγορούμενης 1 πως μεταξύ της ιδίας και της Κατηγορούμενης 2 υπάρχει διαφωνία και κατ’ επέκταση δυσκολία από μέρους της πρώτης να προχωρήσει με την υποβολή αιτήσεων προς νομιμοποίησης των επιδίκων οικοδομημάτων. Αυτό, υποστηρίχθηκε τρόπον τινά και από τον ΜΥ2 και δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Έχω προβληματιστεί ωστόσο, ως προς το κατά πόσο θα μπορούσα να αποδεχθώ τις παραπάνω θέσεις, με δεδομένο το ότι μαρτυρία από μέρους της Κατηγορούμενης 2 δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία από την μια ή την άλλη πλευρά και έχοντας κατά νου ότι η ίδια προέβη σε παραδοχή των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και αναμένεται να της επιβληθεί ποινή, κατόπιν της ολοκλήρωσης της παρούσας διαδικασίας, με δεδομένο το ότι οι συνήγοροι είχαν δηλώσει όταν η Κατηγορούμενη 2 προέβη σε παραδοχή πως τυχόν έκθεση γεγονότων σε ό,τι την αφορούν, ενδεχομένως να  επηρέαζε την υπεράσπιση της Κατηγορούμενης 1, οπότε αποφασίστηκε όπως η ποινή της πρώτης, επιβληθεί, όταν θα εκδοθεί και η απόφαση σε σχέση με την τελευταία. Περιπλέον τούτου, σημειώνω πως σε κάθε περίπτωση, ο παράγων συμμόρφωση, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στα της παρούσας, όπως ούτε και το κατά πόσο υπήρχε από μέρους της Κατηγορούμενης 1 πρόθεση να διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα, με δεδομένη την φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, για τις οποίες το νοητικό στοιχείο (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο των υπό κρίση αδικημάτων. Με δεδομένα συνεπώς τα πιο πάνω, δεν δύναμαι και δεν αποδέχομαι ό,τι σχετικό με τα παραπάνω η Κατηγορούμενη 1 ανέφερε.

 

Ομοίως, δεν αποδέχομαι ότι το μέρος του παρακείμενου ακίνητου, το οποίο επεμβαίνει στο δικό τους ακίνητο με βάση το τεκμήριο 9 καθιστά την χρήση του εγκεκριμένου σημείου εισόδου και εξόδου αδύνατη και πως ένεκα τούτου είναι που χρησιμοποιούν άλλο σημείο εισόδου και εξόδου. Καταρχάς, δεν έχει καταφανεί με ποιο ακριβώς τρόπο, επηρεάζεται η χρήση του συγκεκριμένου σημείου εισόδου και εξόδου και τούτο, λαμβανομένου υπόψη του ότι, στην άδεια οικοδομής, καθορίζονται δύο διαφορετικά σημεία εισόδου και εξόδου από την δυτική πλευρά του επιδίκου τεμαχίου, στην πάροδο του δρόμου, το ένα εκ των οποίων μάλιστα, σε απόσταση με το τεμάχιο 1225, που με βάση το τεκμήριο 9, ανήκει στην Σ.Χ. Περιπλέον τούτου, με βάση την μαρτυρία του ΜΥ2 και τα όσα σχετικά ανέφερε επί των πιο πάνω, το πρόβλημα δεν έγκειται τόσο στο ότι υπάρχει η πιο πάνω επέμβαση αλλά στο ότι εάν η Κατηγορούμενη 1 χρησιμοποιήσει το σημείο εκείνο, αναγκαστικά θα πρέπει να διαπερνά, το μερίδιο του ακινήτου που ανήκει στην Κατηγορούμενη 2, αφού θα πρέπει να μετακινηθεί, λόγω της επέμβασης του παρακείμενου ακινήτου, άλλα 3 μέτρα, μέσα στον χώρο που ανήκει στην Κατηγορούμενη 2, γεγονός που θα επηρεάσει τις δυνατότητες ανάπτυξης της τελευταίας, παρότι ουδέποτε οι Κατηγορούμενες προχώρησαν σε διαμοιρασμό του ακινήτου και εξακολουθούν να το κατέχουν εξ αδιαιρέτου.

 

Ό,τι άλλο δεν αποδέχομαι, είναι ότι για το επίδικο ακίνητο υπάρχει δεύτερη άδεια οικοδομής η οποία μάλιστα φέρει τα διακριτικά ΕΣ1252/2010 αφού εν πρώτοις, η θέση αυτή παρέμεινε αστήρικτη και κατά δεύτερο ουδέποτε τέθηκε στον ΜΚ1 η παραπάνω θέση, ώστε να υπάρχει τοποθέτηση, εκ μέρους της κατά νόμο (πλέον) αρμόδιας αρχής. Περαιτέρω ωστόσο των πιο πάνω, οφείλω να σημειώσω πως τα λεγόμενα της Κατηγορούμενης 1, σε σχέση με το ζήτημα αυτό προκαλούν σύγχυση αφού αρχικά είχε αναφέρει πως αυτό που εννοούσε είναι ότι η άδεια οικοδομής που κατατέθηκε, φέρει διαφορετικό αριθμό από τον αριθμό των διακριτικών που της αναφέρθηκαν και κατόπιν, ανέφερε πως πρόκειται για δεύτερη άδεια οικοδομής, ανεξάρτητη από το τεκμήριο 2. Επίσης, δεν αποδέχομαι πως εξακολουθεί να εκκρεμεί διαδικασία επίλυσης συνοριακών διαφορών με την Σ.Χ. ενόψει του ότι είναι ξεκάθαρο από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, πως το ζήτημα της οριοθέτησης έχει τελεσίδικα επιλυθεί, αφού κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε το Τμήμα Κτηματολογίου, προέβη σε διαπιστώσεις σε σχέση με τα σύνορα των δύο ακινήτων και αποφάνθηκε πως υπάρχει επέμβαση εντός του ακινήτου των Κατηγορουμένων. Δεν είναι επομένως πλήρως κατανοητό, το τι απέμεινε να εκκρεμεί. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου το ότι επί του συγκεκριμένου ζητήματος, η Κατηγορούμενη 1 προέβη σε αναφορά αριθμού φακέλου άλλου από αυτόν που προκύπτει να είχε λάβει το αίτημα που υπεβλήθη και που οδήγησε στην απόφαση που περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 9, πλην όμως, το ζήτημα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω, μιας και καμμιά σημασία έχει, σε σχέση με το τι στην παρούσα εξετάζεται.

 

Πλην των όσων επομένως καταγράφω πιο πάνω ως αποδεκτά από την μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1 και αφορούν τα γεγονότα εκείνα που δεν αμφισβητούνται, το λοιπό μέρος της μαρτυρίας της, δεν γίνεται αποδεκτό και απορρίπτεται για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω.

 

Στρεφόμενη στους ΜΥ1 και ΜΥ2, σημειώνω πως αμφότεροι οι μάρτυρες, προκάλεσαν θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Εξάλλου, επί της ουσίας αμφότεροι οι μάρτυρες, δεν αντεξετάστηκαν και ό,τι ερωτήθηκαν ήταν κυρίως διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τον ΜΥ1, σημειώνω πως παρότι η μαρτυρία του έχει αντικριστεί με επιφυλακτικότητα ενόψει της στενής συγγενικής σχέσης του με την Κατηγορούμενη 1, δεν έχω εντοπίσει κανένα στοιχείο που να συνηγορεί προς το ότι ανέφερε οτιδήποτε που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Υπήρξε θεωρώ ειλικρινής σε σχέση με τα όσα ανέφερε παρόλο που δεν δύναμαι να αποδεχτώ τα όσα αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και σχετίζονται με το τι ο Α.Κ. του ανέφερε, για τους ίδιους λόγους, που δεν έγιναν αποδεχτοί και οι σχετικοί ισχυρισμοί της Κατηγορούμενης 1. Κατά τα λοιπά, αποδέχομαι κάθε τι άλλο ανέφερε και το ανάγω και σε ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Τα ίδια ισχύουν εν πολλοίς και σε σχέση με τον ΜΥ2, του οποίου την μαρτυρία επίσης αποδέχομαι, πλην ενός σημείου το οποίο καταγράφω στην συνέχεια. Ο εν λόγω μάρτυρας, παρέθεσε με ακρίβεια τις διαπιστώσεις του οι οποίες καθόλου δεν διαφέρουν από τα όσα και ο ΜΚ1 ανέφερε στην δική του μαρτυρία. Υπήρξε ειλικρινής, διαφωτίζοντας το Δικαστήριο ως προς την κατάσταση του ακινήτου, επισημαίνοντας ότι η επίδικη αποθήκη δεν καλύπτεται από οποιαδήποτε άδεια οικοδομής, η δε προέκταση/στέγαστρο πάνω από την βεράντα της οικίας δεν περιλαμβάνεται στα εγκεκριμένα σχέδια και η περίφραξη στο δυτικό σύνορο δεν έχει ανεγερθεί, ως είχε σχεδιαστεί και αδειοδοτηθεί. Σε σχέση δε με το σημείο εισόδου και εξόδου του ακινήτου, διευκρίνισε πως και πάλι, δεν είναι το σημείο που έχει υποδειχθεί με βάση την άδεια οικοδομής, εξηγώντας γιατί κατά την άποψη του η Κατηγορούμενη 1 κωλύεται να συμμορφωθεί και πως ναι μεν, στο σημείο εισόδου και εξόδου που χρησιμοποιείται επί του παρόντος, υπάρχει πεζοδρόμιο διαμορφωμένο για να επιτρέπει την είσοδο και έξοδο, πλην όμως, τούτο δεν το καθιστά νόμιμο, αφού προέχει η τήρηση των όρων της άδειας οικοδομής.  Εκείνο που από την μαρτυρία του ΜΥ2 δεν δύναμαι να αποδεχτώ, είναι ότι η Κατηγορούμενη 1 κωλύεται από του να προχωρήσει με οποιαδήποτε αίτηση, εάν δεν εξασφαλίσει συγκατάθεση, από την συνιδιοκτήτρια της και τούτο διότι, ως έχει άλλωστε γίνει αποδεκτό μέσα και από την μαρτυρία του ΜΚ1, τέτοια δυνατότητα παρέχεται στο άρθρο 90 του περί Πολεοδομίας Νόμου του 1972, ανεξαρτήτως του εάν εν τέλει, τέτοια αίτηση γίνει αποδεκτή. Εξαιρουμένου συνεπώς του πιο πάνω σημείου, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό και αποτελεί και μέρος των ευρημάτων μου.  

 

 

 

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:

 

Ανέγερση οικοδομής χωρίς εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή-(Κατηγορίες 1, 3 και 5)

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, η Κατηγορούμενη 1, προχώρησε εντός του επιδίκου τεμαχίου και χωρίς να λάβει σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή, στην ανέγερση:

 

(α) βοηθητικής οικοδομής στο βορειοανατολικό σύνορο του επίδικου τεμαχίου,

(β) περίφραξης από τσιμεντομπλοκς και επένδυση πέτρας στην δυτική πλευρά της οικίας και

(γ) στην κατασκευή μπαλκονιού στην δυτική πλευρά της οικοδομής στον όροφο.

 

Οι πιο πάνω κατηγορίες, εδράζονται ουσιαστικά επί των άρθρων 3(1)(β) και 20 του Κεφ. 96, παρότι στην νομική βάση των εν λόγω κατηγοριών, παρουσιάζονται και άρθρα τα οποία δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με το εν λόγω αδίκημα.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(1)(β):

 

«3.-(1) Κανένα πρόσωπο δεν δύναται-

(β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή.»

 

Το άρθρο 3, διαβάζεται συνδυαστικά με το άρθρο 20 του Κεφ. 96, το οποίο καθιστά ως αδίκημα (μεταξύ άλλων), την ανέγερση οποιασδήποτε οικοδομής χωρίς την εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή, προνοώντας και την ποινή που δύναται να επιβληθεί άμα τη διαπιστώσει τέτοιου αδικήματος.

 

Τα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος είναι η ανέγερση οικοδομής εν τη εννοία του Νόμου, χωρίς την εξασφάλιση άδειας από την εκάστοτε αρμόδια αρχή. Ως οικοδομή, ορίζεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 96 «οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο.»

 

Καταρχάς το ότι τα υπό το (α)-(β) πιο πάνω αποτελούν οικοδομές εν την εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 96, δεν υπάρχει αμφιβολία, αφού πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της περιγραφής που δίδεται στον Νόμο. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ανεγέρθηκαν στους χώρους που στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αναφέρεται. Αναμφίβολο επίσης είναι και το ότι ανεγέρθηκαν χωρίς άδεια. Ούτως ή άλλως, δεν έχει προωθηθεί η περί του αντιθέτου θέση. Το ζήτημα είναι κατά πόσο, είναι η Κατηγορούμενη που προέβη στην ανέγερση τους. Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική, αφού κατέστη σαφές μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πως τόσο η περίφραξη, όσο και η βοηθητική οικοδομή, έχουν ανεγερθεί πολλά χρόνια πριν η Κατηγορούμενη 1 προβεί στην ανέγερση της οικίας της και υφίσταντο εκεί, όταν εκδόθηκε η άδεια οικοδομής για το εν λόγω σπίτι. Έπεται συνεπώς ότι, οι κατηγορίες 1 και 3, δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν και η Κατηγορούμενη 1 θα πρέπει να απαλλαγεί από αυτές αφού δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να τις υποστηρίζει.

 

Στρεφόμενη στην κατηγορία 5, σημειώνω βεβαίως ότι, από την μαρτυρία του ΜΚ1 δεν έχει γίνει αποδεκτό το ότι το οικοδόμημα που περιγράφεται στην κατηγορία 3 είναι μπαλκόνι και αντ’ αυτού το Δικαστήριο προέβη σε εύρημα πως πρόκειται για προέκταση/στέγαστρο το οποία ανεγέρθηκε από την Κατηγορούμενη και το οποίο δεν καλύπτεται από την άδεια οικοδομής, αφού δεν περιλαμβάνεται στα εγκεκριμένα σχέδια. Είναι επομένως σαφές πως ως είναι διατυπωμένη η κατηγορία, δεν μπορεί να επιτευχθεί καταδίκη και η Κατηγορούμενη 1 θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί και από αυτήν.

 

Το ζήτημα ωστόσο είναι κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1 θα μπορούσε να καταδικαστεί δια τροποποιήσεως του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα δια προσθήκης κατηγορίας που να αφορά την συγκεκριμένη προέκταση ως προέκταση/στέγαστρο και όχι ως μπαλκόνι.

 

Επιβάλλεται συνεπώς η εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 85(4)[7] του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, έτσι ώστε να προστεθεί στο κατηγορητήριο αντίστοιχη κατηγορία, με τη συμπερίληψη της συγκεκριμένης περιγραφής του οικοδομήματος, το οποίο ανεγέρθηκε από την Κατηγορούμενη χωρίς να καλύπτεται ή να εξασφαλιστεί γι’ αυτό, άδεια οικοδομής.   Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό και τις προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι ως έχω ήδη αναφέρει, δεν είναι δυνατή η καταδίκη της Κατηγορούμενης χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ενώ αποτελεί επίσης περαιτέρω διαπίστωση μου πως με την προσθήκη τέτοιας κατηγορίας, η Κατηγορούμενη δεν θα υπόκειται σε αυστηρότερη ποινή αφού και πάλιν η ποινή στην οποία θα υπόκειται είναι αυτή που ούτως ή άλλως προβλέπει και η κατηγορία 5, στην βάση του άρθρου 20 του Κεφ. 96. Περαιτέρω δεν εντοπίζω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπιση της, αφού ουσιαστικά το αδίκημα παραμένει επί της ουσίας το ίδιο, η δε υπεράσπιση είχε την ευχέρεια να θέσει και έθεσε τις θέσεις της πλήρως σε σχέση με αυτό.  Εν ολίγοις δηλαδή και με δεδομένο ότι η Κατηγορούμενη εξ αρχής αρνείτο τη διάπραξη όλων των αδικημάτων, χωρίς ποτέ να προωθήσει την θέση πως για οτιδήποτε εξ αυτών είχε εξασφαλίσει άδεια οικοδομής δεν διαβλέπω πως θα διαφοροποιείτο η υπεράσπιση της αν αντιμετώπιζε εξ αρχής το προς προσθήκη αδίκημα. Εξάλλου καμμιά σχετική με το ζήτημα εισήγηση προβλήθηκε από τον συνήγορο της. 

 

Επομένως κρίνω πως στη βάση των προνοιών του άρθρου 85(4) του Κεφ. 155, δικαιολογείται η προσθήκη της πιο κάτω κατηγορίας, ως κατηγορία 10, την οποία και διατάσσω:

 

ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

Αρ. Κατηγορίας 10

 

Ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση του άρθρου 3(1)(β) και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Η Κατηγορούμενη, σε άγνωστη ημερομηνία, περί το έτος 2009, στην κοινότητα Αστρομερίτη της Επαρχίας Λευκωσίας, στο τεμάχιο με αρ. 1226, Φ/Σχ.29/02, με αρ. εγγραφής 0/10860, προέβη σε ανέγερση προσθήκης επί αδειούχας οικοδομής, χωρίς να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Έπαρχο Λευκωσίας. Συγκεκριμένα, προέβη σε προέκταση/στέγαστρο στην δυτική πλευρά της οικοδομής, στον όροφο πάνω από την βεράντα και κάτω από το παράθυρο του πρώτου ορόφου.  

 

Ανοχή ανέγερσης οικοδομής, χωρίς την εξασφάλιση άδειας - (Κατηγορίες 2, 4 και 6).

 

Η νομική βάση των πιο πάνω κατηγοριών, είναι η ίδια με αυτήν των κατηγοριών που πραγματεύονται το αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής χωρίς εξασφάλιση άδειας οικοδομής, μιας και το άρθρο 3 του Κεφ. 96, περιλαμβάνει πέραν από την ανέγερση οικοδομής και την ανοχή ως προς αυτό, αλλά και την επίτρεψη του. Ομοίως, το άρθρο 20(1)(α), πριν την τροποποίηση του με τον Νόμο 19(Ι)/2016, προνοούσε πως αδίκημα διαπράττετο, σε σχέση με οποιαδήποτε παραβίαση του άρθρου 3 ενώ πλέον και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο πιο πάνω νόμος, ως αδίκημα δυνάμει του άρθρου 3, παρέμεινε η ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή και όχι οτιδήποτε άλλο περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 του Κεφ. 96, οι πρόνοιες του οποίου παρέμειναν αμετάβλητες. Συνεπώς, εξετάζω την ομάδα αυτή των κατηγοριών, έχοντας κατά νου το τι σήμερα ισχύει, αλλά και τι ίσχυε πριν από την τροποποίηση του Νόμου, αφού στις λεπτομέρειες όλων των κατηγοριών, δεν προσδιορίζεται ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων που αποδίδονται στην Κατηγορούμενη 1. Ο χρόνος, έχει τη δική του σημασία αφού αυτός θα καθορίζεται και το νομικό πλαίσιο υπό το οποίο θα εξεταστούν οι συγκεκριμένες κατηγορίες.

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η άδεια οικοδομής που εκδόθηκε για την ανέγερση της οικίας της Κατηγορούμενης 1, εκδόθηκε στις 10.12.2009 και σε αυτήν, υπήρχε όρος όπως η βοηθητική οικοδομή, η οποία σύμφωνα επίσης με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προϋπήρχε στο βορειοανατολικό σύνορο του επίδικου τεμαχίου, θα έπρεπε να κατεδαφιστεί, ενώ η περίφραξη του τεμαχίου γίνει σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια. Τα δε εγκεκριμένα σχέδια στην βάση των οποίων εκδόθηκε η άδεια οικοδομής, προέβλεπαν όπως η περίφραξη γίνει περιμετρικά, εν αντιθέσει με το πώς είχε ανεγερθεί. Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου, μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ1 αλλά και του μέρους της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης 1, πως η συγκεκριμένη, επίδικη περίφραξη από τσιμεντομπλοκς και πέτρα που ανεγέρθηκε εντός του επιδίκου τεμαχίου, προϋπήρχε της έκδοσης της άδειας οικοδομής αλλά και του χρόνου που η Κατηγορούμενη 1 κατέστη ιδιοκτήτρια του επιδίκου τεμαχίου. Εξ’ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 1, το επίδικο ακίνητο ενεγράφη επ’ ονόματι (και) της Κατηγορούμενης 1, στις 16.05.2007. Το ερώτημα συνεπώς, είναι εάν προκύπτει το να ανέχθηκε η Κατηγορούμενη 1 την ανέγερση τους χωρίς αυτές να καλύπτονται από άδεια οικοδομής. Έπεται συνεπώς πως ο επίδικος χρόνος, τοποθετείται πριν τις 18.03.2016 που τροποποιήθηκε το άρθρο 20 του Κεφ. 96 και συνεπώς υπό το φως αυτού, θα εξεταστεί το νομικό πλαίσιο των υπό κρίση κατηγοριών. Νομικό πλαίσιο, που κάλυπτε τότε και το αδίκημα της ανοχής ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, εν αντιθέσει με το τι από τις 18.03.2016 που ο νόμος 19(Ι)/2016 τέθηκε σε ισχύ και ουσιαστικά κατήργησε (και) το εν λόγω αδίκημα.

 

Προτού προχωρήσω στην ουσία, σημειώνω ότι ενόψει της καταδίκης της κατηγορούμενης στην προστεθείσα κατηγορία 10, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προκύψει καταδίκη της στην κατηγορία 6, που αφορά την ανοχή του τί η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη πως ανήγειρε. Και τούτο, διότι πρόκειται για διαζευκτικές/υπαλλακτικές κατηγορίες και δεν είναι δυνατή η ταυτόχρονη καταδίκη ενός προσώπου και για τα δύο (βλ. Πάμπος Ηροδότου ν. Δήμος Λευκωσίας, (2003) 2 ΑΑΔ 244). Σε σχέση επομένως με την κατηγορία 6, δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο να εξεταστεί και η Κατηγορούμενη 1 θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί.

 

Στρεφόμενη στις κατηγορίες 2 και 4 σημειώνω πως εφόσον πρόκειται για αδικήματα ανοχής  προϋποτίθεται για να μπορεί να στοιχειοθετηθεί καταδίκη, το κατηγορούμενο πρόσωπο να γνώριζε την ύπαρξη των συγκεκριμένων παρανομιών και να ανέχθηκε παρόλα αυτά την ανέγερση τους (βλ. Δημητρίου ν. Δήμου Στροβόλου (1991) 2 ΑΑΔ. 375). Στην υπόθεση Μάριος Ανδρέα Σοφρωνίου Λτδ ν. Δήμος Στροβόλου (1991) 2 ΑΑΔ 369, αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι «Αποτελεί προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι κάποιος ανέχεται κάτι να γνωρίζει την ύπαρξή του ή να εθελοτυφλεί ή να κλείνει τα μάτια του μπροστά στην πραγματικότητα. (Βλ. Somerset v. Wade [1894] 1 Q.B. 574, Words and Phrases Legally defined, 2η έκδοση, Τόμος 5ος σελ. 143 και Strouds Judicial Dictionary, 4η έκδοση, τόμος 5, σελ. 26 - 66)Εξυπακούεται ότι, για να θεωρηθεί πως κάποιος έχει ανεχθεί ή ακόμη και επιτρέψει μια πράξη ή σειρά πράξεων, να γνωρίζει καταρχάς την ύπαρξη τους ή την πρόθεση έστω να υλοποιηθούν και με τη συμπεριφορά του ή τα λόγια του, να συναινεί στην  υλοποίηση τους. Τέτοια μαρτυρία στην παρούσα, δεν υπάρχει. Παρότι η μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1 ως προς το σημείο του ότι ως ήταν η θέση της ο αρχιτέκτονας του έργου την διαβεβαίωνε πως όλα ήταν νόμιμα και πως δεν είχε ενημερωθεί για οποιαδήποτε παρανομία έχει απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, που να συνηγορεί ως προς το ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν εν πάση περιπτώσει ενήμερη για τα πιο πάνω. Το ότι η άδεια οικοδομής (τεκμήριο 2), εκδόθηκε επ’ ονόματι της και προνοούσε κατά τρόπο σαφή καταρχάς ότι η επίδικη οικοδομή θα έπρεπε να κατεδαφιστεί και η περίφραξη να γίνει ως τα εγκεκριμένα σχέδια, εν αντιθέσει με το πώς εν τέλει ανεγέρθηκε, δεν μπορεί αφ’ εαυτού να με οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης της Κατηγορούμενης 1 και άρα επίδειξης ανοχής από μέρους της, ως προς την υπόσταση των επίδικων οικοδομημάτων. Καμμιά δε μαρτυρία έχει προσφερθεί που να καταδεικνύει πως κατά τον χρόνο που τα πιο πάνω ανεγέρθηκαν, η Κατηγορούμενη 1 είχε οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της επίδικης οικοδομής, γνώριζε γι’ αυτά και εντούτοις, ανέχθηκε την ανέγερση τους.

 

Συνεπώς, οι κατηγορίες 2  και 4, επίσης δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν.

Παραβίαση όρων εκδοθείσας άδειας οικοδομής- Κατηγορία 7

 

Η πιο πάνω κατηγορία, εδράζεται επί των άρθρων 9(1)(β), 20(1)(ε) και 20(3) του Κεφ. 96.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 9(1)(β), η αρμόδια αρχή δύναται κατά την χορήγηση οποιασδήποτε άδιεας οικοδομής, δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου, να επιβάλει όρους, οι οποίοι εκτίθενται στην άδεια.

 

Παραβίαση δε, οποιουδήποτε όρου επιβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 9 από αρμόδια αρχή, συνιστά αδίκημα, με βάση το άρθρο 20(1)(ε) του Κεφ. 96, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

 

«20.-(1) Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο -

[…]

(ε) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 ή 9

 

διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και  σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.»

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 7, η Κατηγορούμενη 1, προέβη σε ανέγερση προσθηκών και/ή μετατροπών και/ή επισκευών επί αδειούχας οικοδομής, κατά παράβαση όρων 1, 5, 8, 17 και 18 της άδειας οικοδομής. Συγκεκριμένα:

(α) προέβη σε χρήση της ανάπτυξης χωρίς να έχουν εκτελεστεί όλοι οι όροι της άδειας οικοδομής με αρ. 016284, ημερ. 10.12.2009

(β) η ανάπτυξη δεν έγινε σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια που εγκρίθηκαν προς εξασφάλιση της άδειας οικοδομής

(γ) αφέθηκε είσοδος/έξοδος για τα οχήματα διαφορετική από την προβλεπόμενη θέση, ήτοι στο νότιο αντί στο δυτικό σύνορο και η πρόσβαση γίνεται από παράνομη είσοδο που βρίσκεται στο σύνορο με την υπεραστική οδό και όχι από την πάροδο

(δ) οι αυθαίρετες οικοδομές, δεν έχουν κατεδαφιστεί.

Σημειώνω πως τόσο σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, όσο και σε σχέση με τα λοιπά αδικήματα που περιλαμβάνονται στο Κεφ. 96, δεν απαιτείται η απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης τους αφού η ένοχη διάνοια ενός προσώπου, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο τους. Πρόκειται για αυστηρής ευθύνης αδικήματα και η πρόθεση ή μη ενός προσώπου να διαπράξει οποιοδήποτε εξ αυτών, δεν έχει οποιαδήποτε επίδραση ως προς το εάν διαπράχθηκαν ή όχι. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όλα τα πιο πάνω, περιλαμβάνονταν ως όροι, στην άδεια οικοδομής που εκδόθηκε σε σχέση με την επίδικη κατοικία και οι εν λόγω όροι, δεν εκτελέστηκαν. Προκύπτει συνεπώς αναπόδραστα πως η συγκεκριμένη κατηγορία, έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ανεξαρτήτως του εάν η Κατηγορούμενη 1 γνώριζε ή όχι, τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την εκδοθείσα άδεια οικοδομής.

Κατοχή και χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης- Κατηγορίες 8 και 9

Οι πιο πάνω κατηγορίες, εδράζονται επί του άρθρου 10(1) και 20(1)(γ) του Κεφ. 96 τα οποία προνοούν τα ακόλουθα:

«10.-(1) Ουδέν πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήματος αυτής, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα της, με βάση το άρθρο 3 του παρόντος Νόμου.»

«20.-(1) Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο -

[..]

(γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 10∙

 

διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και  σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.»

 

Στην παρούσα, έχουν καταστεί ως ευρήματα του Δικαστηρίου πως καταρχάς, για την εν λόγω οικοδομή δεν έχει εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και πως η εν λόγω οικοδομή, χρησιμοποιείται από την Κατηγορούμενη 1, αφού πρόκειται για την οικία της. Και πάλιν, πρόκειται για αδικήματα αυστηρής ευθύνης, για την απόδειξη των οποίων, δεν απαιτείται να αποδειχθεί οποιαδήποτε πρόθεση να διαπραχθούν τα αδικήματα. Αποτελεί συνεπώς κατάληξη μου, πως αμφότερες οι κατηγορίες, έχουν επίσης στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό.

 

Συνοψίζοντας επομένως και καταληκτικά των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη  αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1-6 και κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 7-10 συμπεριλαμβανομένων.

 

Υπ. ......................

Ε.Κ. Μιντή, Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 



[1] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(β), 3(2)(β), 9 και 20 του Κεφ. 96 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

[2] στο εξής «το επίδικο τεμάχιο»

[3] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(β), 3(2)(β), 9 και 20 του Κεφ. 96 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

[4] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(2)(β), 9(1)(β) και 20(1)(ε) και 20(3) του Κεφ. 96 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

[5] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(2)(β), 10(1) και 20(1)(γ) του Κεφ. 96 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

[6] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(2)(β), 10(1) και 20(1)(γ) του Κεφ. 96 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

[7] 85(4) Αν στο τέλος της δίκης το ∆ικαστήριο είναι της γνώµης ότι έχει αποδειχτεί µε µαρτυρία ότι ο κατηγορούµενος διέπραξε ποινικό αδίκηµα ή ποινικά αδικήµατα που δεν περιλαµβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόµενος δεν θα υπόκειτο σε ποινή µεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούµενος δεν θα επηρεαζόταν µε αυτό δυσµενώς στην υπεράσπισή του, το ∆ικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούµενου για τέτοιο ποινικό αδίκηµα ή ποινικά αδικήµατα, και το ∆ικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν µέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο