ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. IONUT SERGIU PREDA, Αρ. Υπόθεσης: 23572/25, 29/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. IONUT SERGIU PREDA, Αρ. Υπόθεσης: 23572/25, 29/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

                                                                                               Αρ. Υπόθεσης: 23572/25

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

 

ν.

 

IONUT SERGIU PREDA

                                                                                                            Κατηγορουμένου

 

Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2026

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Δημητρίου - Θεοδότου

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Βραχίμης

Κατηγορούμενος, παρών.

 

 ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της υπέρβασης ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(2)(3), 19 και 20Α του περί  Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και των άρθρων 2-8 και 9Β του Περί Τροχαίων Αδικημάτων (Χρήση Συσκευών Φωτοεπισήμανσης και Άλλα συναφή Θέματα) Ν. 55(Ι)/2001. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 30.08.2024, στο Δάλι της Επαρχίας Λευκωσίας, καταγράφηκε από συσκευή φωτοεπισήμανσης να οδηγεί το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 119ΧΑΩ αντί 50ΧΑΩ. 

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, την Ε/Αστ. 5341 Μ.Γ. (ΜΚ1), τον Γ.Χ. (ΜΚ2) και τον Β.Κ. (ΜΚ3). Ο Κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία, επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε προς υπεράσπιση του, άλλους τρεις μάρτυρες, τον Λ.Κ. (ΜΥ1),  τον C.S. (ΜΥ2) και τον L.M.M. (MY3).   

 

Προχωρώ σε σύνοψη της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί, για πλαισίωσης των γεγονότων που αποτελούν επίδικα ζητήματα.

 

Η ΜΚ1, είναι αστυφύλακας και εργάζεται στην Τροχαία και από το 2022 είναι τοποθετημένη στον κλάδο φωτοεπισήμανσης και Διαχείρισης Εξώδικων καταγγελιών. Υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεση που ετοίμασε σε σχέση με την παρούσα (Έγγραφο Α) στην οποία αναφέρεται στα καθήκοντα της τα οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν και καθήκοντα επόπτη του συστήματος, αφού έτυχε ανάλογης εκπαίδευσης. Σημειώνει επίσης πως αφού ήλεγξε την παράβαση που καταγράφηκε από το σύστημα φωτοεπισήμανσης, «σε σχέση με το μηχανοκίνητο όχημα που εμφανίζεται στο σύστημα» και αφού διαπίστωσε την ορθότητα του, την έκανε αποδεκτή και στην συνέχεια εκδόθηκε εξώδικο, το οποίο επισυνάπτεται εντός του φακέλου και στο οποίο καταγράφονται οι τροχαίες παραβάσεις του οδηγού. Ανέφερε προφορικά πως οι φωτογραφίες οι οποίες λαμβάνονται από οχήματα, φτάνουν κοντά τους από την εταιρεία και γίνεται έλεγχος και εάν οι αριθμοί εγγραφής ενός οχήματος φαίνονται καθαρά, τότε προχωρούν σε αποδοχή της και προχωρούν. Στην προκειμένη, το όχημα δεν φαινόταν μεν ξεκάθαρα αφού η φωτογραφία η οποία λήφθηκε από κινητή κάμερα δεν ήταν καθαρή πιθανόν λόγω της υψηλής ταχύτητας με την οποία έτρεχε το συγκεκριμένο όχημα, πλην όμως εφόσον οι αριθμοί εγγραφής του φαίνονταν αλλά όχι ο οδηγός, προχώρησε σε αποδοχή της συγκεκριμένης φωτογραφίας. Διενήργησε έλεγχο και φάνηκε πως η παράβαση έγινε στις 30.08.2024 και την συγκεκριμένη ημέρα, ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος, ως επίσης και ο οδηγός του. Από τις διαπιστώσεις της φάνηκε ότι ήταν και στο παρελθόν ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου οχήματος.

 

Μεταξύ των ελέγχων που διενήργησε περαιτέρω, ήταν το  να είναι σωστή η ημερομηνία, η περιοχή και το να φαίνονται οι πινακίδες εγγραφής του οχήματος καθαρά. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 το έντυπο δια του οποίου αποδέχθηκε την καταγγελία καθώς επίσης και την επιστολή (τεκμήριο 2) που αργότερα στάλθηκε στον Κατηγορούμενο εξηγώντας πως η εν λόγω επιστολή αποτελείται από τρεις σελίδες, όπου η μια αφορά την ενημέρωση του παραλήπτη ως προς το αδίκημα που διαπιστώθηκε στο οποίο υπάρχει αναφορά σε ιστοσελίδα την οποία ο παραλήπτης μπορεί να επισκεφθεί και να δει την φωτογραφία που λήφθηκε, η δεύτερη εξηγεί γιατί λήφθηκε η επιστολή και η τρίτη αποτελεί έντυπο το οποίο ο παραλήπτης μπορεί να συμπληρώσει και να αναφέρει το πρόσωπο που ήταν οδηγός του οχήματος, εάν δεν ήταν ο ίδιος. Οι επιλογές που του δίδονται είναι είτε να αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα στην Τροχαία Αρχηγείου για διευκρινίσεις, ή να αποστείλει στην εταιρεία φωτοεπισήμανσης το έντυπο που περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 2. Στην προκειμένη, ο Κατηγορούμενος απέστειλε το εν λόγω έντυπο (τεκμήριο 3), αναφέροντας πως ο ίδιος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος τον δεδομένο χρόνο και ότι μεταβιβάστηκε επ’ ονόματι του στις 27.11.24. Από μέρους της Αστυνομίας και δη του Τμήματος Τροχαίας, διενεργήθηκε εκ νέου έλεγχος στο σύστημα και φάνηκε πως τον επίδικο χρόνο ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος (τεκμήριο 4) και συγκεκριμένα από τις 27.05.2024-21.11.2024 όπου το όχημα μεταβιβάστηκε σε μια εταιρεία και  μετέπειτα φαίνεται ξανά ιδιοκτήτης από τις 27.11.2024 και εντεύθεν.

 

Ερωτηθείσα ποια είναι η εταιρεία στην οποία αναφέρθηκε, απάντησε πως πρόκειται για ανάδοχη εταιρεία, εγχειρίδιο της λειτουργίας της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο 5, επισημαίνοντας πως στο εν λόγω εγχειρίδιο, διαφαίνεται η κάθε κινητή κάμερα που χρησιμοποιείται για έλεγχο της ταχύτητας και παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη στα φώτα τροχαίας. Κάθε κάμερα, φέρει τον δικό της μοναδικό αριθμό, όπως και η προκείμενη που χρησιμοποιήθηκε για την διαπίστωση της επίδικης παράβασης, τον οποίο παρέθεσε στο Δικαστήριο. Αναγνώρισε στην συνέχεια έγγραφα (τεκμήριο 6), τα οποία ως ανέφερε αποτελούν την απόδειξη που φαίνεται ότι το τεκμήριο 3 στάλθηκε στην Τροχαία, από τον Κατηγορούμενο, ως επίσης και πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του επίδικου οχήματος, τα οποία αποστάλθηκαν μαζί με το τεκμήριο 3. Στην συνέχεια, κατέθεσε ως τεκμήριο 7, έγγραφο το οποίο ως ήταν η θέση της, συμπληρώθηκε από τον χειριστή της συγκεκριμένης κάμερας την επίδικη ημερομηνία, στο οποίο καταγράφεται η ημέρα, ώρα και κάμερα που χρησιμοποίησε.

 

Η ΜΚ1 αντεξετάστηκε ως προς το πού κατά την ίδια εμφαίνετε από το τεκμήριο 4 πως την επίδικη ημερομηνία η ιδιοκτησία του οχήματος ήταν στον Κατηγορούμενο, εάν απεστάλη εξώδικο στον τελευταίο, με την υπεράσπιση να της υποδεικνύει συγκεκριμένο έγγραφο ερωτώντας της εάν το εξώδικο είναι αυτό (τεκμήριο 8) και την ίδια  να αναφέρει πως το έγγραφο που της υποδείχθηκε αφορά τον έλεγχο μετά την απάντηση που παραλήφθηκε από μέρους του Κατηγορούμενου και όχι το εξώδικο. Συμφώνησε πως φωτογραφία που της υποδείχθηκε (τεκμήριο 9) αποτελεί μεγεθυμένη φωτογραφία της φωτογραφίας που λήφθηκε από την κινητή κάμερα και ερωτήθηκε κατά πόσο το όχημα που εμφαίνετε στο τεκμήριο 9, είναι το ίδιο με το όχημα που φαίνεται σε φωτογραφίες άλλες που της υποδείχθηκαν (τεκμήριο προς αναγνώριση Α) οι οποίες λήφθηκαν το πρωί και το βράδυ αντιστοίχως και της υποβλήθηκε πως δεν πρόκειται για το ίδιο όχημα καθότι, μεταξύ των δύο οχημάτων, παρουσιάζονται αποκλίσεις στις πινακίδες εγγραφής τους, τις αποστάσεις που έχουν τα γράμματα των πινακίδων μεταξύ τους, καθώς και τα φώτα τους, με την μάρτυρα να αρνείται την παραπάνω υποβολή, επισημαίνοντας ότι η δέσμη φωτογραφιών που της υποδείχθηκε, δεν θα μπορούσε να έχει την ίδια όψη με την φωτογραφία που λήφθηκε από την κινητή κάμερα (τεκμήριο 1) αφού οι πρώτες λήφθηκαν ενόσω το όχημα ήταν σταματημένο, εν αντιθέσει με τις τελευταίες, που λήφθηκαν ενόσω το όχημα ήταν εν κινήσει σε 119ΧΑΩ. Επισήμανε επίσης ότι δεν υπήρχε καμιά καταχώρηση για κλεμμένες πινακίδες, ούτε και άλλο περιστατικό  με όμοιο όχημα, όπως το επίδικο και τα δύο οχήματα είναι τα ίδια. Επίσης, σε σχέση με το επίδικο όχημα, υπήρχαν και άλλες καταγγελίες. Επί τούτου, ερωτήθηκε κατά πόσο καταγγέλθηκε ξανά ο Κατηγορούμενος, με την ίδια να αναφέρει πως δεν μπορεί να γνωρίζει την δεδομένη στιγμή. Υπεβλήθη στην μάρτυρα, με παραπομπή σε φωτογραφίες που της υποδείχθηκαν (τεκμήριο προς αναγνώριση Β), πως τον επίδικο χρόνο και συγκεκριμένα στις 21:10:35 της 30.08.2024, ο Κατηγορούμενος, βρισκόταν στην Πάφο και φωτογράφιζε, αφού η δουλειά του είναι φωτογράφος, και την ίδια να απαντά πως δεν φαίνονται πινακίδες εγγραφής οχήματος, στις φωτογραφίες που της υποδείχθηκαν.

 

Ο ΜΚ2, είναι λειτουργός στην εταιρεία BRINKS και κατέχει την ιδιότητα του χειριστή καμερών καταγραφής ταχύτητας. Αναγνώρισε το τεκμήριο 7, ως το πρόγραμμα του συγκεκριμένου δίωρου εργασίας, εξηγώντας πως σε αυτό καταγράφεται το όνομα του χειριστή, ο κωδικός της κάμερας καθώς, τα νούμερα του οχήματος που χρησιμοποιείται το συγκεκριμένο βράδυ, η ώρα εργασίας, η απόσταση των μέτρων που είναι οι σταθερές πινακίδες, ενδείξεις ότι υπάρχει έλεγχος ταχύτητας  με κάμερα. Σημείωσε ότι υπήρχαν κάμερες σταθερές, όριο ταχύτητας 50-65, αν ήταν βροχερός ο καιρός ή στεγνός, πόσα άτομα κατήγγειλε και για πόση ώρα βρισκόταν εκεί καθώς και η περιοχή που ήταν τα Λατσιά, στην Λεωφόρο Λευκωσίας. Ανέφερε περαιτέρω πως μεταξύ των προσώπων που κατήγγειλε, ήταν και η παράβαση που αφορά η παρούσα. Εξήγησε πως όταν ενεργοποιεί το πρόγραμμα των καμερών, καταγράφει ως οφείλει στον φορητό υπολογιστή του, σε ποια περιοχή θα ξεκινήσει να καταγράφει και ποια Λεωφόρο. Καθημερινά ο ίδιος αναλαμβάνει 4 σημεία, τα οποία φέρουν κωδικούς. Ο κωδικός OC12123 αφορά το συγκεκριμένο σημείο που διαπιστώθηκε η παράβαση της παρούσας. Πριν ξεκινήσει, ήλεγξε πως υπάρχουν σταθερές πινακίδες, έβαλε τα συστήματα του στην βάση τους και έλαβε δοκιμαστικές φωτογραφίες ως είθισται για να δει εάν το κουτί που καταγγέλλει τις πινακίδες των οχημάτων «πατά πάνω στην άσφαλτο». Ξεκίνησε την καταγραφή στις 20:23 αφού βεβαιώθηκε πως το σύστημα κατέγραφε ορθά.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το πώς γνωρίζει με ποια ταχύτητα κινείται ένα όχημα εξηγώντας πως τούτο το πράττει το ίδιο το σύστημα το οποίο «διαβάζει» τα οχήματα που παίρνουν και προβαίνει στις καταγγελίες όταν διαπιστωθεί παραβίαση του ορίου ταχύτητας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφ’ ης στιγμής το σύστημα κλειδώθηκε στο όριο 50-65, σημαίνει ότι το αποτέλεσμα ήταν σωστό. Ερωτηθείς εάν είδε τις  φωτογραφίες που εξάχθηκαν από το σύστημα, ανέφερε πως οι φυτογραφίες εμφανίζονται στον φορητό υπολογιστή του και δεν μπορεί ο ίδιος να επέμβει σε αυτές. Το μόνο που κοιτάζει στην φωτογραφία του πρώτου καταγγελθέντα είναι εάν αυτή είναι έγκυρη ή όχι ώστε να προσαρμόσει ανάλογα την κάμερα για να μην βγουν όλες οι επόμενες φωτογραφίες άκυρες. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 9, ερωτώντας τον εάν αυτή την φωτογραφία την θεωρεί έγκυρη ή όχι, με τον ίδιο να αναφέρει πως καταρχάς δεν είναι αρμόδιος για να τοποθετηθεί επί τούτου και κατά δεύτερο πως η φωτογραφία που λήφθηκε δεν ήταν όπως αυτήν που του υποδείχθηκε και πως εάν διαπίστωνε πως είχε αυτή την ποιότητα, θα ήλεγχε και θα προσάρμοζε την φωτεινότητα της κάμερας του. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και εάν ο ίδιος έκανε λάθος με την φωτεινότητα της κάμερας την δεδομένη στιγμή, είναι άλλα πρόσωπα που τις επιθεωρούν και αποφασίζουν εάν είναι έγκυρες ή όχι. Η φωτεινότητα της κάμερας ενόψει του ότι ήταν βράδυ, ήταν στο 100, συν το «flash» και δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε άλλο από εκεί και πέρα. 

 

Ο ΜΚ3 είναι συνταξιούχος και προηγουμένως ήταν πωλητής αυτοκινήτων. Αναγνώρισε το τεκμήριο 10 ως τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου οχήματος, το οποίο πωλήθηκε από τον ίδιο στον Κατηγορούμενο. Όπως ανέφερε, το όχημα αυτό αγοράστηκε από τον Κατηγορούμενο στις 25.05.2024 και πληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις €1000 κατευθείαν στον ίδιο. Όταν σε κάποιο σημείο ο Κατηγορούμενος του ανέφερε πως δεν μπορούσε να καταβάλλει το πιο πάνω ποσό και πως θα αγόραζε (πλέον) το όχημα με δάνειο από την Τράπεζα, ο ίδιος είχε υποχρέωση να μεταβιβάσει εκ νέου το όχημα στην εταιρεία του, ώστε στην συνέχεια να μπορεί να το μεταβιβάσει στην Τράπεζα και στον Κατηγορούμενο, όπως και έγινε. Παρότι έγιναν οι πιο πάνω μεταβιβάσεις και επαναμεταβιβάσεις, ο Κατηγορούμενος είχε αδιάλειπτα την κατοχή του οχήματος.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο η κυριότητα του οχήματος από την αγορά του, ήταν αποκλειστικά στον Κατηγορούμενο ή εξ ημισείας με την εταιρεία του ιδίου, με τον ίδιο να απαντά καταφατικά.   

 

Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε πως στις 30.08.2024 και ώρα 21:10 βρισκόταν στην Κάτω Πάφο, σε μια εκδήλωση όπου πήγε για να βγάλει φωτογραφίες και ταυτόχρονα να παραδώσει σε ένα ζευγάρι το οποίο είχε παντρευτεί και είχαν βγάλει στις 27 του μήνα, τις φωτογραφίες μετά τον γάμο, όπως και έπραξε. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 12, δύο φωτογραφίες που έβγαλε ο ίδιος με το κινητό του τηλέφωνο εκείνο το βράδυ, εξηγώντας πως ως φαίνεται στο κάτω σημείο τους, φαίνεται η ημερομηνία που λήφθηκαν. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 11, φωτογραφία που λήφθηκε ως ο ισχυρισμός του την ίδια ημερομηνία και ώρα που κατηγορείται, επίσης από το κινητό του τηλέφωνο, στην οποία φαίνεται ο ίδιος από την πίσω όψη του. Περαιτέρω, κατέθεσε ως τεκμήρια 13.1-13.4, άλλες τέσσερις φωτογραφίες που έλαβε ο ίδιος και απεικονίζουν το δικό του όχημα, το οποίο είναι όμοιο και ίδιας μάρκας με αυτό που φαίνεται στο τεκμήριο 1, εξηγώντας και υποδεικνύοντας επί των πιο πάνω τεκμηρίων, πως οι αριθμοί εγγραφής, ο δείκτης, καθώς και τα φανάρια που φαίνονται στα τεκμήρια 13.1-13.4, είναι διαφορετικά από αυτά του τεκμηρίου 1 και πως δεν πρόκειται για το δικό του όχημα.

 

Ήταν η θέση του πως το τεκμήριο 3, πράγματι αποστάλθηκε και συμπληρώθηκε από τον ίδιο, αναφέροντας πως τούτο έγινε, αφότου έλαβε την ειδοποίηση για το εξώδικο οπότε και μετέβη στον Αστυνομικό σταθμό Πάφου για να τους αναφέρει πως δεν οδηγούσε ο ίδιος την επίδικη ημερομηνία αφού βρισκόταν στην Πάφο. Εκεί, ο αστυνομικός έψαξε στον υπολογιστή και του είπε πως το όχημα δεν φαινόταν να ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι του, παρότι ο ίδιος του είπε πως το όχημα το κατείχε από τον Μάιο, έχοντας μαζί του τα έγγραφα που υπέγραψε με τον πωλητή. Παρόλα αυτά, ο αστυνομικός του συνέστησε να δηλώσει και να γράψει πως το όχημα δεν του ανήκε αφού έτσι φαινόταν στο σύστημα και να αποστείλει το έντυπο στην εταιρεία που έχει τις κάμερες, ώστε «να τελειώνει η κουβέντα» και πως με αυτό τον τρόπο θα απαλλαχθεί και δεν θα λάβει άλλο εξώδικο. Συμφώνησε με τα όσα είπε ο ΜΚ3 πλην όμως επισήμανε πως δεν γνώριζε ότι το όχημα είχε στο μεταξύ μεταβιβαστεί πίσω στην εταιρεία και μετά ξανά πίσω στον ίδιο. Σε σχέση με τα τεκμήρια 11 και 12, επισήμανε πως παρότι η ώρα που πάρθηκαν οι συγκεκριμένες φωτογραφίες είναι μεταξύ των ωρών 22:16-22:22, ενώ η παράβαση στις 21:10, ο ίδιος ήταν στο λιμάνι της Κάτω Πάφου και εν πάση περιπτώσει στην Πάφο όλη την ημέρα. Σε σχέση με τα τεκμήρια 9 και 13, υπέδειξε σημεία επί των εν λόγω φωτογραφιών που κατά την θέση του δεικνύουν πως το όχημα που φωτογραφήθηκε και που διέπραξε την παράβαση, δεν ήταν το δικό του, αλλά κάποιο άλλο το οποίο είναι το ίδιο και που χρησιμοποίησε τους αριθμούς εγγραφής του δικού του οχήματος, μεταξύ των οποίων και οι αποστάσεις μεταξύ των γραμμάτων στους αριθμούς πινακίδων των δύο οχημάτων, ο δείκτης του οχήματος ο οποίος κατά την θέση του είναι διαφορετικός, το φανάρι καθώς και η ένδειξη «CY», η οποία λείπει από τις πινακίδες εγγραφής του εικονιζόμενου στο τεκμήριο 1 οχήματος. Έλαβε ως ανέφερε τις εν λόγω φωτογραφίες το βράδυ, ώστε οι μεταξύ των δύο οχημάτων διαφορές να είναι πιο ευκρινείς και πιστεύει πως κάποιος που ήξερε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του, τους αντέγραψε σε άλλη πινακίδα εγγραφής και τις τοποθέτησε σε όχημα ίδιου τύπου με το δικό του. Τούτο φαίνεται πρόσθεσε και από το ότι, οι πινακίδες εγγραφής είναι κατασκευασμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε όταν βγει φωτογραφία με «flash» να φαίνονται καθαρά οι αριθμοί εγγραφής, όπως φαίνονται στις δικές του φωτογραφίες, εν αντιθέσει με τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 1.

 

Ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως, πήγε στην Αστυνομία και δεν συμπλήρωσε το έντυπο που παρέλαβε γιατί ήθελε να τους αναφέρει πως δεν είναι ο ίδιος που οδηγούσε και να τους εξηγήσει. Αντελήφθη ότι δεν ήταν ο ίδιος ο οδηγός, όταν μπήκε στην ιστοσελίδα στην οποία παρέπεμπε το τεκμήριο 2 και συνειδητοποίησε πως εκείνη την ημέρα βρισκόταν στην Πάφο, οπότε όταν το ανέφερε στον εργοδότη του, ο τελευταίος τον συμβούλεψε να μεταβούν στην Αστυνομία για να το αναφέρουν επειδή και αυτός γνώριζε πως δεν ήταν ο οδηγός του οχήματος ο ίδιος. Προέβη δε στην συγκεκριμένη δήλωση του τεκμηρίου 3, επειδή έτσι του είπαν να πράξει, παρότι το όχημα το κατείχε και το χρησιμοποιούσε μόνο ο ίδιος, από όταν το αγόρασε. Σε υποβολή που του τέθηκε ότι εν γνώσει του είπε ψέματα, ενώ θα μπορούσε να δηλώσει και το ό,τι δήλωσε στο Δικαστήριο, ανέφερε πως το έπραξε διότι έτσι του υποδείχθηκε από αστυνομικό πως έπρεπε να πράξει και φοβήθηκε πως θα κατηγορείτο άδικα και θα του αποστερείτο η άδεια οδήγησης του λόγω της μεγάλης υπέρβασης του ορίου ταχύτητας. Του υπεβλήθη επίσης, πως ψέματα είπε και ως προς το ότι δεν γνώριζε για τις  μεταβιβάσεις της κυριότητας του οχήματος που προηγήθηκαν με τον ίδιο να απαντά πως δεν ψεύδεται, αφού το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας που του δόθηκε, ήταν αυτό της 27.11.2024, όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία δανείου του στην Τράπεζα. Ερωτηθείς με τι ασχολείται, απάντησε πως εργάζεται ως οδηγός και παράλληλα ως φωτογράφος και τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην εταιρεία «Kolios Winery» ως διανομέας κρασιών και κρεάτων και ο εργοδότης του ήταν ο Λ.Κ. (ΜΥ1), με τον οποίο πήγε στην Αστυνομία. Τέλος, του υπεβλήθη πως ο ίδιος ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος και πως σκοπίμως είπε ψέματα τόσο στην Αστυνομία, όσο και στο Δικαστήριο.

 

Ο ΜΥ1, είναι κρεοπώλης και ιδιοκτήτης οινοποιείου και κατά την επίδικη περίοδο εργοδότης του Κατηγορούμενου, όταν ο τελευταίος εργαζόταν στην εταιρεία του ως διανομέας. Σε σχέση με την παρούσα, ανέφερε πως ένα πρωί, τον προσέγγισε ο Κατηγορούμενος ενόσω βρίσκονταν στην εργασία τους και του ανέφερε πως έλαβε επιστολή στην οποία αναφερόταν πως διέπραξε το επίδικο αδίκημα ενώ εκείνη την ημέρα βρισκόταν αλλού παρότι το όχημα είναι δικό του. Επίσης, ότι το όχημα το δικό του έχει διαφορετικό δείκτη και φώτα και επρόκειτο για άλλο όχημα. Τον ρώτησε πως θα μπορούσε να το αποδείξει και του έδειξε φωτογραφίες στις οποίες και ο ίδιος διαπίστωσε πως τα δύο οχήματα είχαν διαφορές μεταξύ τους. Επειδή δεν μπορούσε να του τα εξηγήσει καλά, κάλεσε ένα άλλο Ρουμάνο εργοδοτούμενο του που μιλούσε και ελληνικά και του εξήγησε ακριβώς τι ήθελε ο Κατηγορούμενος να του πει, ζητώντας του να συνοδεύσει τον τελευταίο στην Αστυνομία, ώστε να εξηγήσει ο ίδιος στα ελληνικά, τι είχε συμβεί, όπως και έπραξε. Όταν πήγαν στην Αστυνομία, υπήρχαν τρεις αστυνομικοί στον χώρο, τους εξήγησαν τι συνέβη, επισημαίνοντας τους ότι το συγκεκριμένο όχημα, δεν ήταν το όχημα του Κατηγορούμενου. Τότε ο ένας εκ των τριών αστυνομικών που ήταν εκεί, ήλεγξε στον υπολογιστή τα στοιχεία του οχήματος και είδε ότι το συγκεκριμένο όχημα, δεν ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του Κατηγορούμενου, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε στον τελευταίο παρότι ο Κατηγορούμενος του ανέφερε πως την κατοχή του οχήματος την είχε ο ίδιος, πλην όμως δεν είχε μεταβιβαστεί στο όνομα του. Οι αστυνομικοί είδαν επίσης τις φωτογραφίες που τους έδειξαν και αφού συμφώνησαν πως υπήρχε μεταξύ αυτών και του τεκμηρίου 1 διαφορά, είπαν στον Κατηγορούμενο να γράψει στην επιστολή πως το όχημα δεν του ανήκε ιδιοκτησιακά, αφού έτσι φαινόταν στο σύστημα για να τελειώνει το ζήτημα, όπως και έπραξε ο Κατηγορούμενος στην συνέχεια, αποστέλλοντας την εν λόγω επιστολή. Θεώρησαν έκτοτε, πως το ζήτημα είχε τελειώσει. Τα παραπάνω έγιναν το 2024, την ημέρα που ο Κατηγορούμενος έλαβε την συγκεκριμένη επιστολή. Παρότι ο Κατηγορούμενος έχει αποχωρήσει από την εργασία του, ο ίδιος ένιωθε την ανάγκη να προσέλθει στο Δικαστήριο για να βεβαιώσει τα πιο πάνω, όπως του ζητήθηκε από τον τελευταίο.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το πώς συνεννοούνταν με τον Κατηγορούμενο όταν εργαζόταν κοντά του και ερωτήθηκε πως θυμόταν τόσες λεπτομέρειες για ένα γεγονός που έγινε το 2024. Επί τούτου, ήταν η θέση του πως θυμόταν πολύ καλά τι έγινε, διότι δεν συνηθίζει να πηγαίνει ούτε στην Αστυνομία, όπως ούτε και στο Δικαστήριο, πως το τεκμήριο 2 ο ίδιος δεν το διάβασε, παρά μόνο παραδόθηκε στην Αστυνομία, αποδεχόμενος ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν τα όσα του είπε ο Κατηγορούμενος ήταν αληθή ή όχι. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 9 και ερωτήθηκε εάν είναι αυτή την φωτογραφία που είδε, βεβαιώνοντας το παραπάνω γεγονός και αναφέροντας επιπρόσθετα πως ο Κατηγορούμενος του είχε δείξει και άλλη φωτογραφία, στην οποία φαινόταν πιο καθαρά ότι το φως του δείκτη του οχήματος του, ήταν διαφορετικό από αυτόν του οχήματος που φέρεται να έκανε την επίδικη παράβαση. Κατόπιν υποδείξεων των φωτογραφιών που κατέθεσε ο Κατηγορούμενος, ανέφερε πως έχει την εντύπωση πως η φωτογραφία στην οποία αναφερόταν, είναι το τεκμήριο 13.3, χωρίς να είναι απολύτως βέβαιος για τούτο. Του υπεβλήθη η θέση πως ο ίδιος πήγε με τον Κατηγορούμενο στην Αστυνομία για να πείσει ο τελευταίος πως δεν ήταν ο οδηγός του οχήματος και πως δεν μπορεί να γνωρίζει το αληθές ή μη των όσων ο Κατηγορούμενος του ανέφερε, με τον ίδιο να συμφωνεί, ως προς το δεύτερο σκέλος της εν λόγω υποβολής. Ανέφερε δε περαιτέρω πως βλέποντας τις φωτογραφίες που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος, πείστηκε για το αληθές των ισχυρισμών του και γι’ αυτό αποδέχθηκε να πάει στην Αστυνομία μαζί του.

 

Ο ΜΥ2, είναι ιδιωτικός υπάλληλος και γνωρίζει τον Κατηγορούμενο καθότι είχαν μεταξύ τους συνάψει συμβόλαιο ώστε ο τελευταίος να του παράσχει υπηρεσίες φωτογράφησης στον γάμο του που έγινε στις 27.07.2024  το οποίο υπέγραψαν στις 23.01.2024 (τεκμήριο 14). Μετά τον γάμο του, συναντήθηκαν ξανά στις 27.08.2024 για να τους λάβει κάποιες επιπλέον φωτογραφίες στην παραλία και στις 30.08.2024, γύρω στις 09:00-09:30 βρέθηκαν για να του παραδώσει τις φωτογραφίες και βίντεο που λήφθηκαν στον γάμο. Θυμόταν την  ημερομηνία αυτή, διότι εκείνη την ημέρα είχε καλεσμένους από την Ρουμανία και ανέμεναν να δουν τις συγκεκριμένες φωτογραφίες οι οποίες του παραδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο σε «usb». Θυμόταν επίσης την συγκεκριμένη ώρα διότι τελειώνει την δουλειά του πολύ αργά, μεταξύ 20:00-21:50 και οι καλεσμένοι του τον ανέμεναν να πάει σπίτι, μεταξύ των ωρών 21:30-22:00. Είχε τελειώσει την δουλειά του και συνάντησε τον Κατηγορούμενο στην Κάτω Πάφο και μετά μετέβη στο σπίτι του.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο δούλευε αμέσως μετά τον γάμο του εν μέσω του μηνός Αυγούστου και γιατί δεν πήγε για διακοπές. Του υπεβλήθη η θέση πως εκείνη την ημέρα ο ίδιος είχε σχολάσει από την εργασία του μεταξύ των ωρών 21:30-22:00, με τον ίδιο να αναφέρει πως είχε σχολάσει μεταξύ των ωρών 20:30-21:00 διότι τότε ολοκληρώνει την εργασία του. Ερωτηθείς που βρίσκεται η εργασία του, ανέφερε πως βρίσκεται στην Πάνω Πάφο και χρειάζεται περίπου 10-15 λεπτά μέχρι να φτάσει στην Κάτω Πάφο, όπου και συνάντησε τον Κατηγορούμενο. Του υπεβλήθη η θέση πως δεν είναι εκείνη την ημερομηνία που βρέθηκε με τον Κατηγορούμενο με τον ίδιο να αποκλείει το ενδεχόμενο αυτό αφού θυμόταν πως ήταν οι τελευταίες ημέρες των καλεσμένων του και τέλος της εβδομάδας και συγκεκριμένα Σαββατοκύριακο.

 

Ο ΜΥ3, είναι ιδιωτικός υπάλληλος, γνωρίζει τον Κατηγορούμενο από προηγουμένως όταν ανέλαβε την φωτογράφηση της βάφτισης της κόρης του και είναι φίλοι. Τον Αύγουστο του 2024, θυμόταν ότι υπήρχε εκδήλωση στον παραλιακό της Κάτω Πάφου, στην οποία μετέβη με το παιδί του και συνάντησε και τον Κατηγορούμενο. Η εκδήλωση αυτή ήταν στα τέλη του Αυγούστου του 2024, στις 30.08.2024. Την ημερομηνία την ήλεγξε από το διαδίκτυο, για να βεβαιωθεί πότε το εν λόγω φεστιβάλ ήταν ακριβώς. Θυμόταν πως συνάντησε τον Κατηγορούμενο μεταξύ των ωρών 21:30-22:00, ο οποίος βρισκόταν εκεί με την οικογένεια του και όλοι μαζί είχαν κάνει βόλτα με τα παιδιά τους. Έμειναν μαζί περί την μια ώρα και αργότερα ο καθένας μετέβη στο σπίτι του.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο η συγκεκριμένη εκδήλωση γινόταν μόνο για μια ή περισσότερες ημέρες και ερωτηθείς αφότου ανέφερε πως η εκδήλωση ήταν τριήμερη πώς θυμόταν ότι συναντήθηκαν στις 30.08.2024 ανέφερε πως το θυμόταν αφότου κάθισε και σκέφτηκε. Του υπεβλήθη πως ο λόγος που προσήλθε στο Δικαστήριο, είναι για να στηρίξει τον Κατηγορούμενο ο οποίος είναι φίλος του και ήθελε να τον βοηθήσει, με τον ΜΥ3 να συμφωνεί προσθέτοντας ότι για να πει ό,τι είπε, σημαίνει ότι αυτά ήταν η αλήθεια.

 

Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή. 

 

Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).  

 

Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι  υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

Πρώτη μάρτυρας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ήταν η Αστ. 5341 (ΜΚ1), της οποίας η μαρτυρία δεν έχει επί της ουσίας αμφισβητηθεί από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου, πλην των αναφορών της ότι το επίδικο όχημα, οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο καθώς και ότι το όχημα το οποίο φωτογραφήθηκε από την συσκευή φωτοεπισήμανσης είναι το ίδιο όχημα με αυτό του Κατηγορούμενου. Η εντύπωση που αποκόμισα από την συγκεκριμένη μάρτυρα ήταν θετική παρότι ομολογουμένως, θα μπορούσε να ήταν πιο επεξηγηματική στις απαντήσεις που έδιδε. Η παράλειψη της αυτή ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελέσει ένδειξη αναξιοπιστίας της, αφού ο ρόλος της, ήταν περιορισμένος ως προς την αποδοχή της καταγγελίας που διενεργήθηκε από την συσκευή φωτοεπισήμανσης και να ακολουθήσει την διαδικασία την οποία ανέφερε (χωρίς να αμφισβητηθεί) πως ακολούθησε.

 

Σε σχέση  με την προκείμενη περίπτωση, είναι γεγονός πως στην φωτογραφία που λήφθηκε από την εν λόγω συσκευή, δεν φαίνεται καθόλου ο οδηγός του οχήματος, πλην όμως οι αριθμοί πινακίδας εγγραφής του οχήματος, είναι ευδιάκριτοι και η φωτογραφία ξεκάθαρη ως προς τούτο. Η θέση της επομένως ότι ο λόγος που έκανε αποδεκτή την συγκεκριμένη φωτογραφία και προχώρησε στην έκδοση του εξωδίκου, παρότι ως αποδέχθηκε και η ίδια, δεν φαινόταν το πρόσωπο του οδηγού  αφού είχε στοιχεία αρκετά σε σχέση με το όχημα, για να το πράξει, είναι λογικοφανής, με δεδομένες και τις πρόνοιες στον  Ν.55(Ι)/2001, στο άρθρο 8(2) του οποίου αναφέρεται μεταξύ άλλων πως η παρουσίαση της φωτογραφίας από συσκευή που λειτουργεί κανονικά αποτελεί απόδειξη ότι με το εικονιζόμενο στη φωτογραφία όχημα διαπράχθηκε παράβαση για την επισήμανση της οποίας τοποθετήθηκε η συσκευή.

 

Τώρα, ως προς την θέση της ότι το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα είναι ο Κατηγορούμενος, οφείλω να σημειώσω τα ακόλουθα. Την θέση της αυτή η ΜΚ1 την βάσισε επί του ότι διενήργησε ως ανέφερε, έλεγχο και διαφάνηκε πως η παράβαση έγινε στις 30.08.2024 και την συγκεκριμένη ημέρα, ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος και άρα ο οδηγός του αφού συν τοις άλλοις, φάνηκε ότι ήταν και στο παρελθόν ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου οχήματος. Το ότι καταρχάς την επίδικη ημερομηνία ο Κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Σε κάθε όμως περίπτωση, οφείλω να σημειώσω πως η θέση της αυτή, επιβεβαιώνεται ούτως ή άλλως, από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4, από το οποίο προκύπτει κατά ξεκάθαρο τρόπο πως η ιδιοκτησία του οχήματος, περιήλθε στον Κατηγορούμενο στις 27.05.2024-21.11.2024 και πως στις 22.11.2024 η ιδιοκτησία αυτή μεταβιβάστηκε στην εταιρεία «Best or Nothing Cars» μέχρι και τις 27.11.2024, οπότε και μεταβιβάστηκε εκ νέου στον Κατηγορούμενο. Στα πιο πάνω, συνηγορούν και τα όσα περί τούτου ανέφερε ο ΜΚ3.

 

Το γεγονός ωστόσο ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο, δεν μπορεί άνευ άλλου να οδηγεί αβασάνιστα στο συμπέρασμα ότι ήταν και ο οδηγός του την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, παρότι ομολογουμένως, η θέση που προώθησε ο τελευταίος, ότι δηλαδή δεν ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος τον επίδικο χρόνο, δεν υιοθετήθηκε στην μαρτυρία του, εξηγώντας βέβαια το γιατί. Την θέση της ωστόσο η ΜΚ1, δεν την βάσισε επί αυτής της απόκλισης στα λεχθέντα του, αλλά στην ιδιότητα του ως ιδιοκτήτης του οχήματος και στο ότι εναντίον του συγκεκριμένου οχήματος, είχαν ως ανέφερε εκδοθεί και άλλα εξώδικα στο παρελθόν. Εξήγαγε με λίγα λόγια η μάρτυρας το συμπέρασμα ότι  ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος, από τα δύο παραπάνω στοιχεία, χωρίς να υπάρχει στην πραγματικότητα οποιαδήποτε απτή μαρτυρία, που να συνηγορούσε σε αυτό. Δεν ήταν καν βέβαιη, εάν τα εξώδικα στα οποία αναφέρθηκε, εκδόθηκαν στον Κατηγορούμενο ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.

 

Επομένως και παρά το γεγονός ότι βρίσκω το συμπέρασμα της αυτό ειλικρινές και ευλογοφανές, υπό την έννοια του ότι δεν προέβη στην εν λόγω αναφορά σκοπίμως ή μεροληπτικά, καίτοι αυθαίρετα, δεν αποδέχομαι την θέση της αυτή για τους παραπάνω λόγους.  Ομοίως, δεν αποδέχομαι και το ότι το όχημα που εμφαίνετε στο τεκμήριο 1, είναι το ίδιο με το όχημα που εμφαίνετε στα τεκμήρια 13.1-13.4 καθότι η θέση της αυτή, αποτελεί ουσιαστικά έκφραση γνώμης, χωρίς να στηρίζεται επί οποιασδήποτε μαρτυρίας ή επιστημονικής κατάρτισης που να δικαιολογούσε την διατύπωση της παραπάνω γνώμης. Περιπλέον τούτου, είναι γεγονός πως πράγματι, το όχημα που φαίνεται στο τεκμήριο 1 και ειδικότερα οι πινακίδες εγγραφής του, παρουσιάζουν αποκλίσεις σε σχέση με το πώς φαίνονται στα τεκμήρια 13.1-.13.4 και ειδικότερα ως προς τον χρωματισμό τους, αλλά και από το περιθώριο μεταξύ του τέλους της πινακίδας από την δεξιά μεριά και της απόστασης που έχει από τον τελευταίο αριθμό (1), κατά τρόπο που να τίθεται εν αμφιβόλω πράγματι, τουλάχιστον το κατά πόσο πρόκειται για την ίδια πινακίδα. Η μαρτυρία της συνεπώς, γίνεται αποδεκτή, πλην των σημείων που ρητώς καταγράφονται πιο πάνω, ως μη αποδεκτές θέσεις.

 

Σε σχέση με τον ΜΚ2, σημειώνω πως την ίδια θετική εντύπωση που αποκόμισα από την ΜΚ1, αποκόμισα και από τον ίδιο, ο οποίος κανένα συμφέρον είχε από την έκβαση της υπόθεσης. Πρόκειται  για τον χειριστή της συσκευής φωτοεπισήμανσης, του οποίου οι ενέργειες σε κανένα σημείο αμφισβητήθηκαν. Σημειώνω ωστόσο πως μελετώντας την δική του μαρτυρία, παρατηρώ πως ο μάρτυρας όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 και ερωτήθηκε κατά πόσο το αναγνωρίζει, αναφέρθηκε σε σειρά ενεργειών τις οποίες ως ήταν η θέση του κατέγραψε στα έντυπα τα οποία συνόδευαν το τεκμήριο 7. Τα έντυπα αυτά, ουδέποτε κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής και παρότι τούτο, υπό άλλες περιστάσεις καμιά σημασία θα είχε, με δεδομένο το ότι ως αναφέρεται και πιο πάνω, ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με τα όσα είπε ότι κατέγραψε, τα οποία σαφώς και αποδέχομαι, εντούτοις, στην παρούσα, παρατηρείται  η εξής ανακρίβεια.

 

Μεταξύ των όσων κατέγραψε ο ΜΚ2 στα εν λόγω έντυπα, ήταν  ως ανέφερε και το όριο ταχύτητας του συγκεκριμένου δρόμου, καθώς και η τοποθεσία που η συσκευή βρισκόταν και κατέγραφε. Ως προς τον τόπο, τούτος προκύπτει από το τεκμήριο 7, να ήταν στην Λεωφόρο Λευκωσίας στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας. Ως προς το όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στο πιο πάνω τεκμήριο. Ό,τι ειπώθηκε από τον ΜΚ2 προφορικά, σε σχέση με αυτό, ήταν ότι μεταξύ των σημείων που κατέγραψε στα έντυπα που συνόδευαν το τεκμήριο 7 (και που δεν κατατέθηκαν στην διαδικασία), ήταν και το όριο ταχύτητας, το οποίο καθόρισε στα 50-65. Η αναφορά του αυτή, δεν επιδέχθηκε οποιασδήποτε διευκρίνισης από μέρους της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ώστε να είναι ευκρινές, εάν το όριο ταχύτητας στον δρόμο στον οποίο φωτοεπισημάνθηκε το επίδικο όχημα ήταν 50ΧΑΩ ή 65ΧΑΩ, με δεδομένο το ότι ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί του ότι υπερέβη το όριο ταχύτητας που είχε καθοριστεί στα 50ΧΑΩ. Σημειώνω βεβαίως, ότι μεταξύ των ενεργειών στις οποίες αναφέρθηκε ο ΜΚ2 ότι προέβη, ήταν και το ότι ήλεγξε προηγουμένως ότι υπήρχαν οι σχετικές πινακίδες στον δρόμο, σε σχέση με το ανώτατο όριο, χωρίς ωστόσο να αναφερθεί και ούτε να του ζητηθεί να διευκρινίσει, ποιο ήταν το όριο αυτό, έτσι ώστε από αυτή του την απάντηση, να μπορούσε το Δικαστήριο να εξαγάγει με ασφάλεια, συμπεράσματα σε σχέση με τα πιο πάνω. Παρότι συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΚ2 κρίνεται γενικώς ως αξιόπιστη και την αποδέχομαι, δεν μπορώ να αποδεχθώ την θέση του ως προς το ανώτατο όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο, ενόψει των πιο πάνω ανακριβειών.

 

Η δε μαρτυρία του ΜΚ3, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη και έγκειτο ουσιαστικά στο πότε και κάτω από ποιες περιστάσεις, περιήλθε στην κυριότητα του Κατηγορούμενου, το όχημα που αγόρασε από τον ίδιο. Σε κάθε περίπτωση, δεν βρίσκω κανένα πραγματικά λόγο για να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του, την οποία και αποδέχομαι, αφού εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, συνάδει πλήρως, με τα τεκμήρια 4 και 10. 

 

Στρεφόμενη στον Κατηγορούμενο, σημειώνω πως οι θέσεις που προέβαλε, ήταν ουσιαστικά δύο και τούτες συνίσταντο στο ότι κατά πρώτο, το όχημα που φαίνεται να καταγράφηκε από την συσκευή φωτοεπισήμανσης, δεν ήταν το δικό του όχημα, παρότι οι αριθμοί εγγραφής του, είναι οι αριθμοί εγγραφής του δικού του οχήματος και κατά δεύτερο, ότι δεν βρισκόταν στην Λευκωσία το επίδικο βράδυ αφού βρισκόταν στην Πάφο και συγκεκριμένα στο Λιμάνι της Κάτω Πάφου. Επί αυτής του της τελευταίας αναφοράς, σχετική είναι η μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3, οι οποίοι αμφότεροι, επιβεβαίωσαν πως εκείνο το βράδυ, είχαν συναντήσει και οι δύο τον Κατηγορούμενο στην Κάτω Πάφο, σε διαφορετικές ώρες.

 

Αμφότεροι οι πιο πάνω μάρτυρες, μου προκάλεσαν θετικές εντυπώσεις παρότι έχω αντικρύσει την μαρτυρία τους με επιφυλακτικότητα ενόψει του ότι, ειδικότερα ο ΜΥ3, είναι πολύ καλός φίλος του Κατηγορούμενου, ως ο ίδιος ανέφερε και επομένως ενδεχομένως πρόσωπο που να ήθελε να βοηθήσει τον τελευταίο. Παρατηρώντας ωστόσο την σύντομη κατά τα λοιπά μαρτυρία του, δεν εντοπίζω κανένα πραγματικά στοιχείο που να δεικνύει ανειλικρίνεια. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν προκύπτει ούτε αντίφαση, αλλά ούτε και οτιδήποτε που να μου επιτρέπει την απόρριψη της εκδοχής του. Ως διευκρίνισε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα, δεν αμφισβητεί την θέση του ότι είχε συναντήσει τον Κατηγορούμενο στην Κάτω Πάφο και η αμφισβήτηση της οποίας έτυχε ο συγκεκριμένος μάρτυρας, έγκειτο στο ότι δεν είναι στις 30.08.2024 που έγινε η πιο πάνω συνάντηση. Ο μάρτυρας ωστόσο ήταν σταθερός στην θέση του πως είναι εκείνο το βράδυ που συναντήθηκαν, εξηγώντας ότι, για να μπορεί ακριβώς να ακριβολογήσει ως προς τον χρόνο της συνάντησης τους, ανέτρεξε στο διαδίκτυο, για να εντοπίσει την ημερομηνία που διεξαγόταν το συγκεκριμένο φεστιβάλ.  Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του, στην ολότητα της.

 

Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση  με τον ΜΥ2, η μαρτυρία του οποίου σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του έχει κλονιστεί. Οι υποβολές που του τέθηκαν ως προς το ότι δεν θυμόταν καλά την ημερομηνία που συνάντησε τον Κατηγορούμενο για να του παραδώσει τις φωτογραφίες του γάμου του, λόγω της όμορφης παρέας στην οποία βρισκόταν, δεν μπορούν με κανένα τρόπο και για κανένα λόγο να αποτελέσουν βάση για αποδυνάμωση της σταθερότητας του λόγου του. Αποδέχομαι συνεπώς και την μαρτυρία του ΜΥ2.

 

Στρεφόμενη στον ΜΥ1, προτού επιστέψω στα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος, σημειώνω πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας μου προκάλεσε πολύ θετικές εντυπώσεις αφού όχι μόνο ήταν σταθερός στις θέσεις του και κανένα πραγματικά συμφέρον είχε από την έκβαση της υπόθεσης, αλλά επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο κατέθεσε τα γεγονότα που ο ίδιος εξιστόρησε, ήταν τόσο αυθόρμητος, που εν μέσω μιας ουσιαστικής (από απόψεως γεγονότων) ερώτησης, ο συγκεκριμένος μάρτυρας, ολοκλήρωσε την κυρίως εξέταση του. Η πιο πάνω παρατήρηση μου, δεικνύει θεωρώ ή εν πάση περιπτώσει αποτελεί δείκτη του ότι τα όσα ανέφερε, δεν ήταν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του ή προκατασκευασμένα γεγονότα, αφού συν τοις άλλοις, με το ίδιο μοτίβο συνέχισε να απαντά ενόσω αντεξεταζόταν, χωρίς να εντοπίζεται η παραμικρή απόκλιση στα λεχθέντα του. Ούτε όμως και η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη, κλόνισε την γενικότερα αξιοπιστία που διακατείχε τον λόγο του. Τουναντίον, σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του ο συγκεκριμένος μάρτυρας αμφισβητήθηκε σε σχέση με τα όσα ανέφερε και ειδικότερα, ως προς το ότι πήγαν μαζί με τον Κατηγορούμενο στην Αστυνομία. Το σημείο εκείνο που αμφισβητήθηκε είναι τα όσα ο ΜΥ1 ανέφερε πως διημείφθησαν στον συγκεκριμένο αστυνομικό σταθμό και δη ότι είχε λεχθεί στον Κατηγορούμενο από μέλος της Αστυνομίας, να αναγράψει στο τεκμήριο 3 πως το συγκεκριμένο όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι του. Επί τούτου, οφείλω να ομολογήσω πως με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα η πιο πάνω αναφορά του ΜΥ1 (όπως και του Κατηγορούμενου). Την θέση του αυτή, τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο Κατηγορούμενος, την βάσισαν επί του ότι προηγήθηκε έλεγχος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, από κάποιον εκ των τριών αστυνομικών που βρίσκονταν εκεί, ο οποίος τους ανέφερε πως το όχημα δεν φαίνεται να είναι εγγεγραμμένο στον Κατηγορούμενο. Το πότε είχαν πάει στην Αστυνομία, δεν το θυμόταν με ακρίβεια ούτε ο ΜΥ1, όπως ούτε και ο Κατηγορούμενος και προσδιόρισαν χρονικά την επίσκεψη τους, τις ημέρες που ο Κατηγορούμενος παρέλαβε το τεκμήριο 2.

 

Εξ’ όσων προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, η επιστολή αυτή, φέρει ημερομηνία 06.11.2024. Έπεται συνεπώς λογικά, ότι η συγκεκριμένη επιστολή παραλήφθηκε  μετά τις 06.11.2024 και πάντως πριν τις 17.12.2024, που ως διαφαίνεται από το τεκμήριο 6, ήταν  η ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος απέστειλε  στην εταιρεία φωτοεπισήμανσης, το τεκμήριο 3. Με δεδομένο το ότι έχει ήδη καταστεί ως εύρημα του Δικαστηρίου, μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ1, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21.11.2024-27.11.2024, το όχημα του Κατηγορούμενου είχε μεταβιβαστεί πίσω στην πωλήτρια εταιρεία και ακολούθως στον ίδιο και στην Τράπεζα, για σκοπούς δανειοδότησης, το να τους αναφέρθηκε ότι δεν φαινόταν στο σύστημα της Αστυνομίας το όχημα να είναι εγγεγραμμένο στον Κατηγορούμενο, δεν είναι καθόλου απίθανο, νοουμένου πάντοτε ότι, η επίσκεψη είχε γίνει, κατά ή περί τις 21.11.2024-27.11.2024.

 

Ως αναφέρω ωστόσο και πιο πάνω, ούτε ο ΜΥ1, όπως ούτε και ο Κατηγορούμενος μπορούσαν να θυμηθούν πότε είναι που επισκέφθηκαν τον Αστυνομικό σταθμό και ως εκ τούτου, ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να εξαγάγει με ασφάλεια, οποιοδήποτε θετικό εύρημα σε σχέση με το τι ενδεχομένως τους είχε λεχθεί. Ενόψει επομένως των πιο πάνω και επιπροσθέτως του ότι, τα όσα περί τούτου ο ΜΥ1 ανέφερε, αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και το πρόσωπο που φέρεται να προέβη στην δήλωση αυτή, δεν έχει κλητευθεί από την μια ή την άλλη πλευρά για να διευκρινίσει, επιβεβαιώσει ή διαψεύσει την δήλωση που του αποδίδεται, καταλήγω πως παρά την γενικότερη αξιοπιστία του ΜΥ1, δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα, στα όσα πιο πάνω ανέφερε αφού υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας αυτής.  Κατά τα λοιπά, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του το αποδέχομαι.

 

Επανερχόμενη στον Κατηγορούμενο, οφείλω να διατυπώσω ευθύς εξαρχής πως έχω προβληματιστεί ως προς το κατά πόσο θα αποδεχθώ ή όχι τα όσα ανέφερε, αφού οι θέσεις του περιέχουν ορισμένες ανακολουθίες, σε σχέση με τις ενέργειες τις οποίες έλαβε ή δεν έλαβε. Πιο συγκεκριμένα, η θέση του ότι το όχημα που φωτοεπισημάνθηκε είναι άλλο όχημα από το δικό του, στο οποίο ωστόσο χρησιμοποιήθηκαν οι πινακίδες εγγραφής που του ανήκουν, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία για τούτο το ιδιαιτέρως σοβαρό γεγονός, πραγματικά ξενίζει και προβληματίζει. Επίσης και σε συνέχεια των πιο πάνω, το γεγονός ότι ούτε καν στην επιστολή που απέστειλε στην εταιρεία φωτοεπισήμανσης, ανέφερε το οτιδήποτε σε σχέση με τα πιο πάνω, αποτελεί  επίσης στοιχείο προβληματισμού, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη το ότι κατά παραδοχή του ιδίου, στην απάντηση του είπε ψέματα, προβάλλοντας βέβαια τους λόγους για τους οποίους το έπραξε.

 

Οι λόγοι δε που προέβαλε για τούτη του την ενέργεια, ούτε πείθουν, ούτε και είναι λογικοί και τουναντίον φανερώνουν την ετοιμότητα του να αποκρύψει την αλήθεια, όποια και εάν ήταν τούτη, χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό. Η διαπίστωση μου αυτή, είναι καταλυτική ως προς το κατά πόσο  η μαρτυρία του ενέχει τα απαραίτητα εχέγγυα αξιοπιστίας προκειμένου να γίνει αποδεκτή, χωρίς βεβαίως να διαλανθάνει την προσοχή μου το ότι αρκετό  μέρος της μαρτυρίας του, επιβεβαιώνεται από τους ΜΥ1-ΜΥ3. Παρόλα αυτά και ανεξάρτητα τούτου, δεν αισθάνομαι ασφάλεια να στηριχθώ στην δική του μαρτυρία για να εξαγάγω οποιαδήποτε ευρήματα, επί των όσων γεγονότων δεν επιβεβαιώνονται από την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία και συνεπώς απορρίπτω το μέρος της αυτό, ως μαρτυρία αναξιόπιστη. 

 

Με δεδομένα τα όσα έχουν εξαχθεί ως ευρήματα, μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, η υπό κρίση κατηγορία μπορεί να στοιχειοθετηθεί.

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης Κατηγορίας ως αυτά προκύπτουν από το άρθρο 6(3) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72 (στο εξής «ο Νόμος»), είναι: (α) η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό (β) ο ορισμός από την αρμόδια αρχή ανωτάτου ορίου ταχύτητας (γ) η αναγραφή του ορίου ταχύτητας επί πινακίδας η οποία να τοποθετήθηκε στην οδό κατά τρόπο που να διακρίνεται ευχερώς από τους οδηγούς και (δ) η οδήγηση του οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του καθορισθέντος ανωτάτου ορίου ταχύτητας.

 

Στην παρούσα υπόθεση, είναι προφανές από την παραπάνω αξιολόγηση, πως καταρχάς, δεν κατέστη εφικτή η εξαγωγή οποιουδήποτε ευρήματος, σε σχέση με το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο τόπο και χρόνο, συστατικό στοιχείο απαραίτητο για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Μοιραία συνεπώς και εκ των πραγμάτων, η κατηγορία δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί.

 

Ανεξάρτητα ωστόσο τούτο, σημειώνω πως ακόμη και να υπήρχε μαρτυρία ως προς το καθορισμένο όριο ταχύτητας και πάλι η κατηγορία ως έχει, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και το ότι, κατέστη ως εύρημα του Δικαστηρίου πως το επίδικο αδίκημα διαπράχθηκε στην Λεωφόρο Λευκωσίας στα Λατσιά και όχι πάντως στο Δάλι, ως είναι οι λεπτομέρειες της κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.

 

Περαιτέρω, δεν υπάρχει μαρτυρία που να δεικνύει πως το επίδικο όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Το ότι δε οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος, είναι οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος που κατείχε ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορεί άνευ ετέρου να οδηγήσει στο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα, ότι ο ίδιος ήταν και ο οδηγός του.

 

Στο πλαίσιο τούτο, σημειώνω πως με βάση την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3, ο Κατηγορούμενος, τόσο μεταξύ του χρόνου, όσο και 20 λεπτά μετά από τον χρόνο που το εν λόγω όχημα καταγράφηκε από την συσκευή φωτοεπισήμανσης να οδηγείται στα Λατσιά με ταχύτητα 119ΧΑΩ, βρισκόταν στο Λιμάνι της Κάτω Πάφου, εύρημα που από μόνο του, αποκλείει την πιθανότητα, να ήταν ο ίδιος ο οδηγός του συγκεκριμένου οχήματος.  Με δεδομένα συνεπώς τα πιο πάνω ευρήματα, ούτε το μαχητό τεκμήριο του του  Περί Τροχαίων Αδικημάτων (Χρήση Συσκευών Φωτοεπισήμανσης και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 55(1)/2001, Ν. 55(Ι)/2001 θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής, ως είναι εν πολλοίς η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής.

 

Ενόψει των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη μου πως η κατηγορούσα αρχή δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και ως εκ τούτου, η υπόθεση απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος, αθωώνεται και απαλλάσσεται.

 

Τα έξοδα των μαρτύρων κατηγορίας να καταβληθούν από την Δημοκρατία.

 

 (Υπ.) Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

 

 

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο