ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2552/23
Μεταξύ:
Alexandra Milne
εναντίον
ZEMCO CONSTRUCTION LTD
Κατηγορούμενη
Ημερομηνία: 10.06.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενη: κ. Λ. Αλεξανδράκης για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Κατηγορούμενη: κ. Α. Νικολάου για Κ. Τσιρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες οι οποίες σχετίζονται με το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, κατά παράβαση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 και 2012, άρθρα 9 και 20.
Ειδικότερα, αυτό που της καταλογίζεται είναι ότι ουσιαστικά, από τον Μάϊο του 2015 μέχρι και τον Απρίλιο του 2022, δεν κατέβαλε στην Παραπονούμενη τον 14ο μισθό που της αναλογούσε για κάθε έτος, από το 2015 μέχρι και το 2021, ως επίσης και αναλογία 14ου μισθού για το έτος 2022, ύψους €2.040,28 για τα έτη 2015, 2016 και 2017 (κατηγορίες 1-3), €2.045,99 για τα έτη 2018-2021 (κατηγορίες 4-7) και €1.269,09 αναλογίας για το έτος 2022 (κατηγορία 8).
Προς υποστήριξη των κατηγοριών, κατέθεσε η Παραπονούμενη, ενώ εκ μέρους της Κατηγορουμένης, κατόπιν της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ο Α.Α. (ΜΥ1), ο Α.Ι. (ΜΥ2) και ο Δ.Μ. (ΜΥ3).
Στο πλαίσια δε, της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν 26 συνολικά, τεκμήρια, καθώς και διάφορα έγγραφα (Έγγραφα Α-Δ) ενώ δηλώθηκαν (και εγκρίθηκαν ως τέτοια) παραδεκτά γεγονότα.
Τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν συνίστανται στα ακόλουθα γεγονότα.
1. Η Κατηγορούμενη είναι δεόντως εγγεγραμμένη με βάση το Κεφ. 113, με αριθμό εγγραφής ΗΕ1521, έχει ως έδρα της την Επαρχία Λεμεσού, ενώ παρέχει μεταξύ άλλων οικοδομικές και κατασκευαστικές υπηρεσίες. Τα στοιχεία των διευθυντών και γραμματέα της, ως επίσης και της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της, είναι ως εμφαίνονται στο τεκμήριο 1.
2. Η Κατηγορούμενη, αρχικά είχε την επωνυμία «George P. Zachariades Limited» και στις 29.03.2007 μετονομάστηκε σε «Zemco Construction Ltd», ως προκύπτει από το τεκμήριο 2.
3. Η Παραπονούμενη υπήρξε εργοδοτούμενη της Κατηγορουμένης με συνεχή απασχόληση από τις 12.09.2006 έως τις 05.08.2022 και το τεκμήριο 3 αποτελεί την σύμβαση εργοδότησης της.
4. Το ύψος των μηνιαίων μισθών της ήταν για τα έτη 2015-2017 ανέρχονταν σε €2.040,28, και €2.045,99 για τα έτη 2018-2021 ενώ το 2022 αυξήθηκε σε €2.150,00.
Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, αποτελούν εκ των προτέρων και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Η αμφισβήτηση της υπόστασης των επίδικων κατηγοριών, από πλευράς υπεράσπισης έγκειται στο ότι τα όσα η Παραπονούμενη καταλογίζει στην Κατηγορούμενη, αφορούν δικαιώματα που απολάμβανε η πρώτη πριν από το 2012, τα οποία έχουν καταργηθεί ανεπιστρεπτί, αφορούν δε αστικές ενδεχομένως αξιώσεις, οι οποίες έχουν παραγραφεί και η προώθηση της παρούσας, είναι ξεκάθαρη μορφή κατάχρησης της διαδικασίας. Αποτελεί δε περαιτέρω θέση της υπεράσπισης πως από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορεί να προκύψει υποχρέωση της Κατηγορούμενης σε καταβολή 14ου μισθού, αφού η καταβολή του καταργήθηκε για τα έτη 2013 και 2014 με τη γραπτή συγκατάθεση των εργοδοτουμένων της, με την προοπτική τότε ναι μεν τούτο να μην αποτελούσε μόνιμο μέτρο, πλην όμως στην συνέχεια, καταργήθηκε παντελώς και αμετακλήτως με την σιωπηρή αποδοχή των εργοδοτουμένων, μεταξύ των οποίων και η Παραπονούμενη και δεν υφίστατο υποχρέωσης καταβολής του έκτοτε, έτσι ώστε να νομιμοποιείται η τελευταία από του να τον διεκδικεί με οποιοδήποτε τρόπο.
Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστηρίζει ότι καμιά κατάχρηση διαδικασίας υφίσταται, αφού η παρούσα πραγματεύεται ποινικά αδικήματα τα οποία με γνώμονα την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, δεν παραγράφονται και πως δικαιωματικά η Παραπονούμενη προχώρησε με την προώθηση της παρούσας, αφού σκοπός της είναι η τιμωρία της Κατηγορουμένης και η εξασφάλιση των δεδουλευμένων της με δεδομένο το ότι ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει ως μέρος της ποινής, σε περίπτωση καταδίκης, την έκδοσης διατάγματος καταβολής των όποιων οφειλόμενων μισθών. Περιπλέον, είναι η θέση της πλευράς της κατηγορούσας αρχής πως η Παραπονούμενη, ουδέποτε συγκατατέθηκε γραπτώς ή άλλως πως στην μόνιμη κατάργηση του 14ου μισθού και πως τούτο απαιτείτο για να μπορεί να θεωρηθεί πως η τελευταία, αποδέχθηκε την εν λόγω αποκοπή από τα εισοδήματα που θα έπρεπε να λαμβάνει με βάση την σύμβαση εργοδότησης της και πως δεν δύναται η εργοδοτική πλευρά να προχωρεί μονομερώς, στην τροποποίηση της, χωρίς την συγκατάθεση των εργοδοτουμένων της.
Παραθέτω σύνοψη της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, έτσι ώστε να υπάρχει σκιαγράφηση της, η οποία καθιστά ευκολότερη την κατανόηση των όσων ακολουθούν στην αξιολόγηση.
Η Παραπονούμενη, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό εργοδότησης της και την σύμβαση εργοδότησης της. Είναι η θέση της πως με βάση την παράγραφο 8 της εν λόγω σύμβασης οι όροι εργασίας και μισθοδοσίας της καθορίζονταν με βάση την συλλογική σύμβαση για το μηνιαίο προσωπικό μεταξύ των εργοληπτικών εταιρειών και των συντεχνιών (τεκμήριο 3) και πως δυνάμει αυτής δικαιούτο να λαμβάνει 14ο μισθό, ο οποίος στην παράγραφο 9(γ) αναφέρεται ως «φιλοδώρημα Πάσχα ένας μηνιαίος μισθός». Είναι γι’ αυτό που από το 2006 μέχρι και το 2012, λάμβανε ανελλιπώς κάθε Πάσχα, 14ο μισθό, ίσο με ένα μηνιαίο μισθό.
Κατά ή περί τις 27.09.2012, ενημερώθηκε μέσω εγκυκλίου της Κατηγορούμενης (τεκμήριο 4) ότι θα αναστελλόταν προσωρινά η καταβολή 14ου μισθού για δύο χρόνια, ήτοι για τα έτη 2013 και 2014 για σκοπούς αντιμετώπισης της τότε κρίσης στην οποία περιήλθε η Κατηγορούμενη και θέλοντας να την βοηθήσει, υπέγραψε έντυπο συγκατάθεσης ως προς τα πιο πάνω. Η Κατηγορούμενη ωστόσο, συνέχιζε να αποκόπτει τον πιο πάνω μισθό από το 2015 μέχρι και το 2022 χωρίς η ίδια να συναινέσει. Σε διάφορες συναντήσεις που είχε με αντιπροσώπους της Κατηγορούμενης από το 2015-2022 ζητούσαν την καταβολή του 14ου μισθού τους οποίους κατά τη θέση της η Κατηγορούμενη απέκοψε παράνομα και η απάντηση που λάμβαναν ήταν ασαφής και αόριστη αφού τους απαντούσαν πως θα εξέταζαν το θέμα και θα τους ενημέρωναν ή «δεν ήταν θέμα της παρούσας συζήτησης» ή «δεν είναι ο διευθυντής εδώ» ή «θα το επαναφέρουμε».
Κατά ή περί το 2022 κατά την αποχώρηση της από την υπηρεσία της Κατηγορούμενης, αντιλήφθηκε πως δεν θα της καταβάλλονταν οι οφειλόμενοι κατά την θέση της 14οι μισθοί και όταν διαμαρτυρήθηκε, έλαβε ως απάντηση από αντιπρόσωπο της Κατηγορούμενης πως «εάν ερχόσουν πριν 5 χρόνια είχε περίπτωση να είχες chance να έχεις case για να πάρεις τα λεφτά σου, εμείς ρωτήσαμε και μας είπαν εάν περάσουν 5 χρόνια απαλλασσόμαστε από την διαδικασία πληρωμών, τώρα ότι θέλεις κάνε». Έτσι αναγκάστηκε να αποταθεί στους δικηγόρους της οι οποίοι στις 13.10.2022 απέστειλαν επιστολή στην Κατηγορούμενη ζητώντας να της καταβληθούν οι οφειλόμενοι 14οι μισθοί (τεκμήριο 5). Την 01.11.2022 λήφθηκε απαντητική επιστολή από μέρους των δικηγόρων της Κατηγορουμένης, δια της οποίας η τελευταία αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της (τεκμήριο 6) και ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων της προς την Κατηγορούμενη (τεκμήριο 7). Στην συνέχεια, αποτάθηκε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων[1] (τεκμήριο 8), και ζήτησε να διερευνηθεί το παράπονο της πλην όμως λειτουργοί του εν λόγω τμήματος για άγνωστους λόγους, αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε ενέργεια, οπότε προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας. Τα ποσά τα οποία αναφέρονται στο κατηγορητήριο βασίζονται στις καταστάσεις των κοινωνικών ασφαλίσεων και στα φύλλα μισθοδοσίας της (τεκμήρια 9-16) αφού τόσο αναλογούσε και στο φιλοδώρημα του Πάσχα, ως προέβλεπε η σύμβαση εργοδότησης της. Σε σχέση με το έτος 2022, ενόψει του ότι εργοδοτήθηκε μέχρι και τις 05.08.2022 η αναλογία 14ου μισθού που της αντιστοιχεί ανέρχεται στα €1.269,09.
Ενόψει του ότι η υποχρέωση της Κατηγορούμενης για καταβολή 14ου μισθού αποτελούσε μέρος της σύμβασης εργασίας της και συνακόλουθα μέρος του μισθού της και η γραπτή συγκατάθεση που έδωσε για την αποκοπή του αφορούσε μόνο τα έτη 2013 και 2014, η Κατηγορούμενη μονομερώς και αυθαίρετα τροποποίησε ουσιαστικά την σύμβαση εργοδότησης της με αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά οι απολαβές της αφού ουδέποτε συγκατατέθηκε σε οποιαδήποτε περαιτέρω αποκοπή. Μέχρι και σήμερα, η Κατηγορούμενη κανένα ποσό της κατέβαλε και πιστεύει πως είναι δίκαιο και εύλογο να επιβληθεί ποινή στην τελευταία.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο το τεκμήριο 4, το είδε, το διάβασε, αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του και υπέγραψε έντυπο συναίνεσης ως προς την αποκοπή του 14ου μισθού και την μείωση της συνεισφοράς στο Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Κατηγορούμενης, εάν μετά το 2014 συνεχίστηκε η αποκοπή του πρώτου και εάν η ίδια συνέχισε να εργάζεται κανονικά στην Κατηγορούμενη. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το ποια ήταν τα πρόσωπα που αναφέρει στην δήλωση της ως «αντιπρόσωπους» της Κατηγορούμενης με τους οποίους είχαν συναντήσεις και εάν οι συναντήσεις αυτές, αφορούσαν συνελεύσεις σε σχέση με τα του Ταμείου Προνοίας, εάν η Κατηγορούμενη είχε οποιοδήποτε λόγο στα παραπάνω ζητήματα και κατά πόσο γνωρίζει εάν το Ταμείο Προνοίας, είναι νομικό πρόσωπο ανεξάρτητο από την Κατηγορούμενη, με ποια μέλη της Κατηγορούμενης είχε συζητήσεις και κατά πόσο γνωρίζει εάν ο ΜΥ1, ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής του συγκεκριμένου ταμείου, υποβάλλοντας της πως ο τελευταίος, δεν εκπροσωπούσε την Κατηγορούμενη στις συνελεύσεις που γίνονταν σε σχέση με το εν λόγω Ταμείο. Επί τούτου, ερωτήθηκε κατά πόσο πήγε οποτεδήποτε στον ΜΥ1 για να τον ρωτήσει τι γίνεται με το ζήτημα του 14ου μισθού και εάν ναι, πότε τούτο έγινε και πότε ήταν η αμέσως επόμενη φορά, που ζήτησε να συζητήσει το θέμα.
Της υπεβλήθη πως ουδέποτε συνάντησε τον ΜΥ1, είτε στο γραφείο του, είτε στον διάδρομο από το 2015 και εντεύθεν ως ήταν η θέση της και συζήτησαν το οτιδήποτε και της ζητήθηκε να προσκομίσει εάν υπήρχε, οποιαδήποτε γραπτή διαμαρτυρία της, κατόπιν που ως ανέφερε, της είχαν αναφέρει πως θα δουν το ζήτημα σε κατοπινό στάδιο και ότι ο 14ος μισθός θα δοθεί αναδρομικά, ερωτώντας την πότε χρονικά της είχαν λεχθεί τα όσα ανέφερε για να της υποβληθεί πως τούτο ουδέποτε της λέχθηκε. Ερωτήθηκε εάν αποτάθηκε οποτεδήποτε στον διευθυντής της Κατηγορούμενης (ΜΥ2) και για ποιο λόγο, ζήτησε να τον συναντήσει και να απαιτήσει τους 14ους μισθούς της το 2022 όταν θα αποχωρούσε από την Κατηγορούμενη και όχι νωρίτερα, αφού ο 14ος μισθός σταμάτησε να καταβάλλεται, πολλά χρόνια προηγουμένως. Της υποδείχθηκαν καταστάσεις μισθοδοσίας της για το έτος 2012, τις οποίες η Παραπονούμενη αναγνώρισε (τεκμήριο 17) και ερωτήθηκε για πιο λόγο δεν διαμαρτυρήθηκε που ενώ σε όλες τις καταστάσεις πληρωμών της, υπήρχε αναφορά 14ου μισθού ο οποίος δεν καταβαλλόταν και εάν ουδέποτε αποτάθηκε στο Τ.Ε.Σ για να υποβάλει παράπονο. Ερωτήθηκε περαιτέρω, κατά πόσο είναι αληθές το ότι οι αποκοπές του Ταμείου Προνοίας και του 14ου μισθού έγιναν για να αποφευχθούν απολύσεις προσωπικού και να αντιμετωπίσει η Κατηγορούμενη τα προβλήματα που η οικονομική κρίσης της επέφερε και εάν από κάποια φάση και έπειτα, η αποκοπή από το Ταμείο Προνοίας αυξήθηκε εν αντιθέσει με την επαναφορά του 14ου μισθού και εάν αυτό την ανησύχησε ή εάν ρώτησε τον λόγο και εάν ναι, πότε τούτο έγινε.
Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς το κατά πόσο διαμαρτυρήθηκαν και άλλοι εργοδοτούμενοι της Κατηγορούμενης και ποιοι ήταν αυτοί και εάν κατά τις φορές που ως ανέφερε η ίδια, διαμαρτυρήθηκε στον ΜΥ1, ήταν παρόντα και άλλα πρόσωπα, πόσο συχνά έβλεπε τον ΜΥ2 και εάν μεταξύ τους υπήρχε άνεση να συζητούν, για ποιο λόγο δεν προχώρησε με αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ώστε να διεκδικήσει τα όσα θεωρεί πως δικαιούται, εάν μπορεί να αντιληφθεί τι η φράση «παραγραφή» σημαίνει.
Της υπεβλήθησαν οι θέσεις πως ουδέποτε απευθύνθηκε στην Κατηγορούμενη για να επαναφερθεί ο 14ος μισθός και ουδέποτε ο ΜΥ1 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο της ανέφερε πως τούτος θα καταβληθεί αναδρομικά, ότι ουδείς άλλος εργοδοτούμενος διαμαρτυρήθηκε και πως ο λόγος που και η ίδια δεν διαμαρτυρήθηκε ήταν διότι συναίνεσε ως προς την πλήρη αποκοπή του εξ ου και μέχρι το 2022 σε κανένα διάβημα δικαστικό ή άλλο προέβη, ότι δεν είναι από φόβο που δεν διαμαρτυρήθηκε και πως είχε όλη την άνεση να αποταθεί στον ΜΥ2 και ουδέποτε το έπραξε και πως οι δικηγόροι της Κατηγορούμενης, απάντησαν στην επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 7.11.2022 με επιστολή τους ημερ. 11.11.2022 (τεκμήριο 18) και πως η μοναδική φορά που αποτάθηκε στον ΜΥ1 για το ζήτημα του 14ου μισθού ήταν το 2016 στα πλαίσια συνάντησης για το Ταμείο Προνοίας, ο οποίος την παρέπεμψε στον ΜΥ2. Τέλος, ερωτήθηκε ποια ήταν η εξέλιξη της καταγγελίας που υπέβαλε στο Τ.Ε.Σ.
Ο ΜΥ1, κατέθεσε επίσης για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Σε αυτήν αναφέρει πως από το 2011 κατέχει την θέση του Οικονομικού Διευθυντή και Διευθυντή Προσωπικού στην Κατηγορούμενη, εξηγώντας τα καθήκοντα του.
Το 2012, η Κατηγορούμενη όπως και οι πλείστες εταιρείας που δραστηριοποιούνται στον εργοληπτικό τομέα, αντιμετώπισαν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης η οποία έπληξε την χώρα μας. Η ανάθεση έργων ήταν ελάχιστη και οι πλείστες προσφορές για οικοδομικά έργα είχαν παγοποιηθεί. Παρά την οικονομική δυσπραγία στην οποία περιήλθε η Κατηγορούμενη και επειδή δεν επιθυμούσε την απόλυση προσωπικού παρότι τα οικονομικά δεδομένα της, το επέτρεπαν, υιοθέτησε δύο μέτρα που αφορούσαν αφενός την μείωση της συνεισφορά στο Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της που αμείβονταν σε μηνιαία βάση και αποτελούσαν την πλειοψηφία και αφετέρου την αποκοπή του 14ου μισθού τουλάχιστον για τα έτη 2013 και 2014. Προτάθηκαν επίσης στους εργοδοτούμενους, συγκεκριμένα αντισταθμιστικά μέτρα προς εξισορρόπηση της μείωσης των απολαβών τους. Τα πιο πάνω, διατυπώθηκαν σε εγκύκλιο, με στόχο όπως η αποκοπή του 14ου μισθού αποτελέσει προσωρινό μέτρο και δυνάμει της εν λόγω εγκυκλίου ζητήθηκε η υπογραφή σχετικού εντύπου συναίνεσης, προς υλοποίησης των όσων περιλαμβάνονταν με ανοιχτό το ενδεχόμενο υποβολής εισηγήσεων από μέρους τους. Όλοι οι εργοδοτούμενοι μεταξύ των οποίων και η Παραπονούμενη, υπέγραψαν το εν λόγω έντυπο.
Το 2013, η Κατηγορούμενη λόγω των μέτρων που λήφθηκαν για την διάσωση της οικονομίας, υπέστη «κούρεμα» καταθέσεων, ύψους €850.000, γεγονός που την επηρέασε δυσμενώς, ακόμη περισσότερο, από οικονομικής απόψεως. Ως εκ τούτου και ενόψει του ότι ακόμη και το 2014 η κρίση στην οικοδομική βιομηχανία εξακολουθούσε να υφίστατο, δεν τίθετο ζήτημα επαναφοράς του 14ου μισθού. Ουδείς εκ των εργοδοτουμένων της Κατηγορούμενης παραπονέθηκε, διαμαρτυρήθηκε ή ζήτησε την καταβολή του και όλοι συγκατατέθηκαν ως προς την μη επαναφορά του, μεταξύ των οποίων και η Παραπονούμενη η οποία ουδέποτε υπέβαλε παράπονο, από το 2013 μέχρι και το 2022 που παραιτήθηκε από την εργασία της. Λάμβανε δε τους μισθούς της όλα αυτά τα χρόνια αδιαμαρτύρητα και άνευ επιφυλάξεως στις 88 φορές που έλαβε όλα αυτά τα χρόνια μισθούς. Γνώριζε ότι δεν της καταβαλλόταν 14ος μισθός αφού λάμβανε μηνιαίες καταστάσεις μισθοδοσίας στις οποίες ήταν προφανής η μη καταβολή του, όπως και στις δηλώσεις της προς το Τμήμα Φορολογίας, εν αντιθέσεις με τις καταστάσεις μισθοδοσίας της προ του 2013. Ουδέποτε επίσης υπέβαλε παράπονο προς το Τ.Ε.Σ. μέχρι και το 2022 που προχώρησε στην υποβολή του, το οποίο ωστόσο αρνήθηκε την λήψη οποιονδήποτε μέτρων εναντίον ης Κατηγορούμενης, αντιλαμβανόμενο το αβάσιμο του παραπόνου της.
Οι ίδιες αποκοπές συνέχισαν να ισχύουν και για το Ταμείο Προνοίας μέχρι και τις 30.11.2017 κατόπιν έγκρισης, κατά τις γενικές συνελεύσεις που είχαν προηγηθεί (τεκμήρια 21 και 22), δυνάμει των οποίων η εισφορά αυξήθηκε. Το Ταμείο Προνοίας, συνιστά νομικό πρόσωπο ανεξάρτητο από την Κατηγορούμενη και το διαχειρίζεται διαχειριστική επιτροπή, της οποία τον δεδομένο χρόνο ήταν Γραμματέας και από το 2015 είναι Πρόεδρος της. Η Παραπονούμενη, ενώ ήταν ενήμερη για τα πιο πάνω και δη για την επαναφορά του ενός εκ των δύο μέτρων που λήφθηκαν, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την μη επαναφορά και καταβολή του 14ου μισθού. Ούτε καν, με την επιστολή παραίτησης της, ημερ. 07.07.2022 (τεκμήριο 23) στην οποία διατυπώνει θετικά συναισθήματα προς την Κατηγορούμενη. Το ζήτημα τέθηκε για πρώτη φορά από μέρους της, δια μέσω της επιστολής των δικηγόρων της, ημερ. 13.10.2022. επιστολή η οποία απαντήθηκε από την Κατηγορούμενη ενημερώνοντας τους τελευταίους για την συγκατάθεση της Παραπονούμενης, αλλά και την παραγραφή της όποιας αξίωσης. Στο μεσοδιάστημα, η Παραπονούμενη αποτάθηκε στο Τ.Ε.Σ. το οποίο απέρριψε το παράπονο της.
Ουδέποτε η Παραπονούμενη προτού παραιτηθεί του ανέφερε οτιδήποτε για τον 14ο μισθό πλην κατά την διάρκεια των Γενικών Συνελεύσεων το 2014 για το Ταμείο Προνοίας χωρίς να ακολουθήσει συζήτηση του θέματος αφού της κατέστησε σαφές πως η Γενική Συνέλευση του Ταμείου επιλαμβάνεται ζητημάτων διακριτών από τα ζητήματα μισθοδοσίας. Το δε 2016, την παρέπεμψε στον ΜΥ2. Η ιδιότητα που είχε ο ίδιος ως Γραμματέας του Ταμείου, δεν συγχέεται με την ιδιότητα του οικονομικού διευθυντή που κατέχει στην Κατηγορούμενη αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές νομικές οντότητες και η απόφαση για επαναφορά του 14ου μισθού, δεν θα μπορούσε να ληφθεί από τον ίδιο. Ούτως ή άλλως και ο ίδιος θα επωφελείτο από τέτοια επαναφορά, ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης, ωστόσο επρόκειτο για απόφαση της Κατηγορούμενης, για την οποία όλοι οι εργοδοτούμενοι συμφώνησαν προς αποφυγή ενδεχόμενων απολύσεων προσωπικού αφού θα ήταν προς όφελος όλων. Η όποια δε αναφορά της Παραπονουμένης στις γενικές συνελεύσεις αφορούσε το κατά πόσο ο 14ος μισθός θα επαναφερόταν και όχι η αναδρομική καταβολή του για την οποία είχε συγκατατεθεί.
Περαιτέρω, με δεδομένο το ότι ουδέποτε συζήτησε το ζήτημα του 14ου μισθού με την Παραπονούμενη ουδέποτε της είχε αναφέρει πως αυτός θα της καταβαλλόταν και μάλιστα αναδρομικά. Εξάλλου κάτι τέτοιο θα εξέθετε την Κατηγορούμενη οικονομικά αφού εν τοιαύτη περιπτώσει θα έπρεπε να καταβληθεί σε όλους με αποτέλεσμα να τίθεται η οικονομική πορεία της Κατηγορούμενης σε κίνδυνο. Επίσης, ουδέποτε πριν την παραίτηση της η Παραπονούμενη τον επισκέφθηκε στο γραφείο του για συζήτηση του θέματος και όταν το έπραξε το 2022 την παρέπεμψε στον ΜΥ2 όπως και το 2016. Ούτε και σε οποιοδήποτε διάδρομο, συζήτησε με οποιοδήποτε πρόσωπο το συγκεκριμένο ζήτημα και ουδέποτε κυκλοφόρησε οποιαδήποτε φήμη, ως ήταν ο ισχυρισμός της Παραπονούμενης ότι οποιοσδήποτε αξιώσει καταβολή του 14ου μισθού, θα απολυθεί. Αντιθέτως, ο ΜΥ2 και γενικότερα η Κατηγορούμενη ήταν πάντοτε ανοιχτοί σε συζητήσεις με τους εργοδοτούμενους τους για τα θέματα που τους αφορούσαν. Ο τελευταίος μάλιστα σε περιπτώσεις που ο ίδιος απουσίαζε στο εξωτερικό για εργασιακά θέματα, αναλάμβανε την διαχείριση ζητημάτων που αφορούσαν το προσωπικό της Κατηγορούμενης. Ούτε και ανέφερε στην Παραπονούμενη οτιδήποτε από αυτά που η ίδια ισχυρίστηκε. Αν δε, η ίδια πίστευε πως δεν είχε συγκατατεθεί στην κατάργηση του 14ου μισθού, δεδομένης της τακτικής επικοινωνίας που είχε με τον ΜΥ2, με δεδομένα όλα τα αιτήματα που κατά καιρούς υπέβαλε, στα οποία ο ΜΥ2 ανταποκρίθηκε στον μέγιστο δυνατό βαθμό, είχε κάθε δυνατότητα να το πράξει και δεν το έπραξε.
Η παρούσα είναι κατά την άποψη του καταχρηστική καθότι στοχεύει σε ξένους σκοπούς από την φύση του αντικειμένου της και όχι στην τιμωρία της Κατηγορούμενης. Περαιτέρω ουδέποτε προηγουμένως της παραίτησης της η Παραπονούμενη διαμαρτυρήθηκε ή παραπονέθηκε οπουδήποτε και σκοπός είναι η είσπραξη μισθών, τους οποίους η ίδια γνωρίζει πολύ καλά πως δεν δύναται να διεκδικήσει από το Εργατικό Δικαστήριο αφού η όποια αξίωση της έχει παραγραφεί. Καμιά τέτοια αίτηση έχει οποτεδήποτε καταχωρηθεί. Η Κατηγορούμενη ενήργησε καλή τη πίστει, βασιζόμενη στην συγκατάθεση της Παραπονουμενης και δεν υπήρξε πρόθεση παράνομης στέρησης του μισθού της.
Ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε ως προς το εάν τα καθήκοντα του περιλάμβαναν και τις πληρωμές των μισθών των εργοδοτούμενων της Κατηγορούμενης, εάν στην σύμβαση εργοδότησης της Παραπονούμενης προνοείτο η καταβολή 14ου μισθού, εάν υπεγράφη οποτεδήποτε, άλλο συμβόλαιο εργοδότησης και εάν η σύμβαση εργοδότησης της, εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι και το 2022, εάν η εγκύκλιος πραγματευόταν προσωρινή αποκοπή του 14ου μισθού για δύο έτη, για ποιο λόγο μετά την λήξη των δύο ετών, ο 14ος μισθός δεν καταβαλλόταν και εάν για τούτο η Παραπονούμενη, συγκατατέθηκε γραπτώς ως επίσης και γιατί η Κατηγορούμενη δεν μερίμνησε να το πράξει. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε ως προς το ποιος έλαβε την απόφαση για μη επαναφορά και καταβολή του 14ου μισθού από το 2014 και μετά και εάν οι εργοδοτούμενοι της Κατηγορούμενης ενημερώθηκαν για την παραπάνω απόφαση, εάν υπήρξαν απολύσεις προσωπικού το 2012 και πότε έγιναν νέες προσλήψεις προσωπικού, εάν η Παραπονούμενη αποτάθηκε ποτέ στον ίδιο και πώς ο ίδιος θεωρεί πως όλοι οι εργοδοτούμενοι της Κατηγορούμενης συγκατατέθηκαν στον να μην επαναφερθεί ο 14ος μισθός, εάν ο λόγος παραίτησης της Παραπονούμενης ήταν η μη επαναφορά του, για ποιο λόγο η πρόνοια για πληρωμή 14ου μισθού δεν αφαιρέθηκε από τις καταστάσεις μισθοδοσίας αφού πρόθεση της Κατηγορουμένης ήταν η μη επαναφορά του, εάν επικοινώνησε μαζί του οποιοσδήποτε λειτουργός εκ μέρους του Τ.Ε.Σ. και ποια ήταν η θέση της Κατηγορουμένης σε σχέση με το εν λόγω παράπονο ως επίσης και η ενημέρωση που έτυχαν, εάν κατά τις Γενικές Συνελεύσεις του Ταμείου τέθηκε προς συζήτηση το θέμα της επαναφοράς του 14ου μισθού και εάν για τούτο ενημέρωσε τον ΜΥ2.
Περαιτέρω αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο ο ίδιος ως εκ της θέσης του διοργάνωσε οποιαδήποτε συνάντηση προς συζήτηση του ζητήματος. Του υπεβλήθη πως ο ίδιος είχε συναντήσεις με την Παραπονούμενη, τόσο στο γραφείο του όσο και στους διαδρόμους των γραφείων της Κατηγορουμένης, κατά την διάρκεια των οποίων ερωτήθηκε από την τελευταία τι θα γίνει με τον 14ο μισθό και πως της ανέφερε ό,τι η τελευταία είπε στην γραπτή της δήλωση και πως τα όσα ανέφερε στην μαρτυρία του, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του ιδίου και πως καμμιά κατάχρηση της διαδικασίας υφίσταται από μέρους της Παραπονουμένης.
Κατά την επανεξέταση του ανέφερε πως απολύθηκαν την επίδικη περίοδο περί τα 10-15 άτομα και πως εάν οι αποκοπές δεν γίνονταν, θα υπήρχαν πολύ περισσότερες ως επίσης και ότι προσλήψεις έγιναν από το τέλος του 2014 και μετέπειτα και πως στις καταστάσεις μισθοδοσίας, υπήρχαν και άλλες πρόνοιες συνεισφορών και απολαβών, οι οποίες παρομοίως με τον 14ο μισθό, δεν καταβάλλονταν.
Ο ΜΥ2, είναι ο διευθυντής και ιδιοκτήτης και διευθύνων σύμβουλος της Κατηγορούμενης από το 2006. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Γ). Σε αυτήν, αναφέρει πως η τελευταία αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους εταιρειών στον τομέα της οικοδομικής βιομηχανίας στον οποίο δραστηριοποιείται τα τελευταία 70 χρόνια και εργοδοτεί περί τα 250 άτομα. Στέκεται δε με σεβασμό, έγνοια και ενδιαφέρον στο προσωπικό της. Ενδεικτικό τούτου, είναι το ότι για δύο εργοδοτούμενους της οι οποίοι απουσίαζαν για λόγους υγείας από την εργασία τους για περίοδο 21 και 12 μηνών, η Κατηγορούμενη κατέβαλλε όλους τους μισθούς τους, χωρίς την παραμικρή αποκοπή. Με τον ίδιο τρόπο, αντιμετώπισε και την Παραπονούμενη όταν χρειάστηκε να απουσιάσει για λόγους υγείας και δεν ήταν λίγες οι φορές που ο μισθός της, της είχε καταβληθεί κανονικά. Το δε 2010, όταν χρειάστηκε χρήματα για να υποβληθεί σε επέμβαση και να συμπληρώσει το ποσό των €3.813,65που απαιτείτο, η Κατηγορούμενη της το συμπλήρωσε.
Το 2012, η Κατηγορούμενη βρέθηκε σε δυσχερή οικονομική θέση λόγω των δύσκολων συνθηκών που επικρατούσαν στην χώρα μας, οπότε κρίθηκε αναγκαία η λήψη μέτρων για διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της και αποφυγή του ενδεχομένου μαζικής απόλυσης προσωπικού. Έτσι, δια εγκυκλίου έγινε εισήγηση προς τους εργοδοτούμενους της οι οποίοι αμείβονταν σε μηνιαία βάση όπως μειωθεί η εισφορά στο Ταμείο Προνοίας και αποκοπή ο 14ς μισθός, τουλάχιστον για τα έτη 2013 και 2014 και εφόσον συγκατατίθενται, να υπογράψουν σχετικό έντυπο, το οποίο και υπέγραψαν. Πολύ σύντομα μετά τις πιο πάνω συγκαταθέσεις τα δραματικά γεγονότα του Μαρτίου του 2013, επέφεραν «κούρεμα» στις καταθέσεις της Κατηγορούμενης, ύψους €850.000 με αποτέλεσμα η τελευταία να επέλθει σε ακόμη πιο δυσμενή θέση. Κατά την εν λόγω περίοδο, είχε αναληφθεί από μέρους της τελευταίας η εκτέλεση έργων κάτω του κόστους και με ζημιά προκειμένου να διατηρηθεί και να δραστηριοποιείται και να μην απολύσει προσωπικό. Τα επόμενα χρόνια, ήταν επίσης δύσκολα, λόγω του ότι η ανάθεση έργων οικοδομικών, υπήρξε ελάχιστη. Ολόκληρο το προσωπικό μεταξύ του οποίου και η Παραπονούμενη η οποία κατείχε τη θέση της βοηθού εκτιμητή προσφορών και αγορών, γνωρίζοντας ότι ο 14ος μισθός είχε καταργηθεί και η επαναφορά του ήταν ανέφικτη αφού θα ήταν καταστροφική για την εταιρεία, ουδέποτε έθεσε ζήτημα επαναφοράς του.
Ο ίδιος είχε καθημερινή σχεδόν επικοινωνία με την Παραπονούμενη λόγω της θέσεως της και η πρόσβαση της στον ίδιο πολύ εύκολη και συζητούσαν για ποικίλα θέματα. Η όλη άνεση της προς το πρόσωπο του, εμφαίνετε κατά τον ίδιο και από τον τρόπο που τον προσφωνούσε, παρουσιάζοντας ηλεκτρονικά μηνύματα της ιδίας ημερ. 11.11.2020, τα οποία παρότι θα έπρεπε να απεύθυνε προς τον ΜΥ1, εντούτοις λόγω της σχέσης τους τα απηύθυνε στον ίδιο ο οποίος και ενέκρινε τα αιτήματα της για εργασία από το σπίτι (τεκμήρια 24 και 25). Πέραν τούτου, ουκ ολίγες φορές του ζήτησε διάφορες χάρες τις οποίες ο ίδιος υλοποίησε. Το 2021, του είχε ζητήσει αύξηση μισθού, αίτημα το οποίο και πάλι ικανοποιήθηκε, συνεπώς δεν μπορεί να αντιληφθεί και δεν είναι λογικό να μην αποτάθηκε στον ίδιο ποτέ, εάν πίστευε ότι της οφείλονταν 14οι μισθοί. Ουδέποτε προτού παραιτηθεί του έθεσε σε προσωπική επικοινωνία, είτε αξίωση των πιο πάνω μισθών, είτε επαναφορά του 14ου μισθού, ούτε και διάλογος γι’ αυτό υπήρξε. Τουναντίον, ακόμη και η επιστολή παραίτησης της εκφράζει βαθιά συναισθήματα ευγνωμοσύνης, χαρακτηρίζοντας την Κατηγορούμενη ως «οικογένεια» και την ίδια μέλος της, χωρίς την παραμικρή αναφορά στο ζήτημα του 14ου μισθού. Με τα ίδια θετικά λόγια του εκφράστηκε και όταν τον επισκέφθηκε στο γραφείο του όταν παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 2022 και τέτοιο ζήτημα τέθηκε όταν ο ΜΥ1, μετά την παραίτηση της την παρέπεμψε στον ίδιο οπότε της είπε «Πως σου ήρθε αυτό; Αφού 14ος μισθός δεν υφίσταται εδώ και χρόνια και το γνωρίζεις πολύ καλά.». Με μεγάλη θλίψη, ενημερώθηκε επίσης πως η Παραπονούμενη κατά την δική της μαρτυρία αναφέρθηκε ότι καλλιεργήθηκε κλίμα φόβου σε οποιονδήποτε θα ήγειρε ζήτημα 14ου μισθού, αναφορά η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και η επιστολή παραίτησης της, ομιλεί αφ’ εαυτής, ως προς αυτό το μεγάλο ψεύδος. Είναι σαφές για τον ίδιο πως η παρούσα συνιστά μια «ιδιοτελή» και καταχρηστική διαδικασία, στερούμενη ίχνους αλήθειας και βασιζόμενη σε εκ των υστέρων σκέψεις της Παραπονουμένης. Παρότι καθόλα αρμόδιο Δικαστήριο να επιλύσει το ζήτημα, είναι το εργατικό Δικαστήριο, χρησιμοποιείται η παρούσα διαδικασία επειδή οι όποιες αξιώσεις της τελευταίας, έχουν παραγραφεί γι’ αυτό και ζητεί την απόρριψη της υπόθεσης.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο το συμβόλαιο εργοδότησης της Παραπονούμενης προνοούσε την καταβολή 14ου μισθού και κατά πόσο αυτός καταβαλλόταν ανελλιπώς από το 2006-2012, ή έαν υπεγράφη μεταξύ τους άλλη σύμβαση εργασίας, πόσο συχνά και πότε η Παραπονούμενη απουσίαζε από την εργασία της και εάν μετά που λάμβανε επίδομα ασθενείας από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, επέστρεφε τα χρήματα στην Κατηγορούμενη και εάν τα χρήματα που έλαβε για να συμπληρώσει το ποσό της επέμβασης της τα έλαβε ως δάνειο από το Ταμείο Προνοίας, εάν εργαζόταν με υπερωρίες και εάν για τούτες αμειβόταν επιπρόσθετα, εάν κατά το 2012 απολύθηκαν πρόσωπα από την υπηρεσία της Κατηγορούμενης και εάν τα μέτρα που λήφθηκαν με βάση την εγκύκλιο είχαν προσωρινό χαρακτήρα. Ερωτήθηκε επίσης, πότε ήταν που με βάση τις αναφορές του η Παραπονούμενη ενδιαφέρθηκε να μάθει εάν η εταιρεία θα μπορούσε να επιβιώσει, εάν έδωσε συγκατάθεση για την αποκοπή του 14ου μισθού το 2012 και το 2014 και μετέπειτα καθώς και πότε είναι που ο ίδιος της είπε πως η αποκοπή θα ήταν μόνιμη.
Επί τούτου, ερωτήθηκε περαιτέρω πως και αφού κατά την θέση του ιδίου η Παραπονούμενη αποδέχθηκε την αποκοπή προσωρινά, δεν ετοίμασαν και οποιοδήποτε έγγραφο και κατά πόσο ενημερώθηκε από τον ΜΥ11 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εάν η Παραπονούμενη διαμαρτυρήθηκε για το ζήτημα αυτό, περί τα έτη 2015-2022. Του υπεβλήθη η θέση πως ουδέποτε υπήρξε προφορική συγκατάθεση όπως ούτε και γραπτή. Ερωτήθηκε επίσης, εάν μετά την παραίτηση της Παραπονουμένης, ζήτησαν νομική συμβουλή για το ζήτημα και εάν αντάλλαξε οποιοδήποτε γραπτό μήνυμα μαζί της στις 05.08.2022 (τεκμήρια 26.1 και 26.2), εάν ο λόγος παραίτησης της Παραπονούμενης ήταν η μη επαναφορά του 14ου μισθού, εάν επικοινώνησε οποιοδήποτε πρόσωπο μαζί του από το Τ.Ε.Σ. ή εάν ενημερώθηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο για καταγγελία που είχε υποβάλει η Παραπονούμενη στο πιο πάνω Τμήμα, εάν ο ίδιος παρίστατο στις Γενικές Συνελεύσεις του Ταμείου Προνοίας και εάν σε οποιοδήποτε στάδιο διευθετήθηκε συνάντηση με το προσωπικό για συζήτηση του θέματος που αφορούσε τον 14ο μισθό. Του υπεβλήθη τέλος πως η Παραπονούμενη ουδέποτε συγκατατέθηκε στην κατάργηση και αποκοπή του.
Ο ΜΥ3, κατέθεσε επίσης ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Δ), στην οποία αναφέρει πως εργοδοτείτο στην Κατηγορούμενη, την περίοδο 2010-2019 και κατείχε την θέση του μηχανικού εργοταξίου. Γνωρίζει ότι κατά το έτος 2012, η Κατηγορούμενη απέστειλε εγκύκλιο προς τους εργοδοτούμενους της οι οποίοι αμείβονταν σε μηνιαία βάση, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, εισηγούμενη την μείωση της εισφοράς στο Ταμείο Προνοίας και αφετέρου την αποκοπή του 14ου μισθού, τουλάχιστον για τα έτη 2013 και 2014. Οι διαπιστώσεις του για την Κατηγορούμενη καθ’ όλο τον χρόνο που εργαζόταν ήταν ότι αντιμετώπιζε το προσωπικό της με ιδιαίτερο σεβασμό και φροντίδα. Δια της εν λόγω εγκυκλίου, η Κατηγορούμενη ζητούσε από τους εργοδοτούμενους της όπως υπογράψουν σχετικό έντυπο, σε περίπτωση που συμφωνούσαν. Ο ίδιος το υπέγραψε διότι το θεώρησε απόλυτα λογικό προκειμένου σε εκείνη την δύσκολη περίοδο που διένυε η Κατηγορούμενη, να διατηρούνταν όσο το δυνατό περισσότερες θέσεις εργασίας.
Δεν άκουσε να μην υπέγραψε το έντυπο οποιοσδήποτε εκ των εργοδοτουμένων της Κατηγορούμενης αφού με όσους είχε μιλήσει, όλοι συμφώνησαν πως ήταν ένα συνετό μέτρο και ότι όλοι θα έπρεπε να συναινέσουν σε αυτό. Παρότι τα δύο έτη που η εγκύκλιος ανέφερε είχαν περάσει, η Κατηγορούμενη εξ όσων ο ίδιος αντιλαμβανόταν εξακολούθησε να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και τα έργα που αναλάμβανε ήταν μειωμένα ή ακόμη και αυτά που αναλάμβανε ήταν με πολύ χαμηλό και μηδενικό περιθώριο κέρδους προκειμένου να διατηρηθεί η δραστηριότητα της και οι θέσεις εργασίας. Ως εκ τούτου, ουδέποτε ηγέρθηκε είτε από την Κατηγορούμενη, είτε από τους εργοδοτούμενους της, μετά το 2014 ζήτημα επαναφοράς του 14ου μισθού και στην παρουσία του ιδίου, δεν έγινε καμιά συζήτηση μεταξύ των δύο πλευρών ως προς τα πιο πάνω, ούτε και περιήλθε στην αντίληψη του τέτοια συζήτηση να έγινε. Με την Παραπονούμενη είχε αρκετά συχνά επαγγελματικές επαφές και σε ανθρώπινο επίπεδο είχαν πολύ καλές σχέσεις. Ουδέποτε της έθεσε ζήτημα 14ου μισθού, ούτε και τον προέτρεψε να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για απαίτηση του και γενικότερα, δεν έθεσε ποτέ τέτοιο ζήτημα. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση στην κατάργηση του και γενικώς θεωρούσε πως δεν τίθετο πλέον τέτοιο ζήτημα δεδομένων των συνθηκών που επικρατούσαν και του γεγονότος ότι είχε καταργηθεί, εξ ου και θεωρεί πως γι’ αυτό τον λόγο δεν άκουσε και οτιδήποτε για το θέμα ενόσω εργοδοτείτο στην Κατηγορούμενη ούτε και οποιονδήποτε να εκφράσει αντίδραση ή παράπονο σε σχέση με την μη καταβολή του.
Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε κατά πόσο κατά την καθημερινή εργασία του βρισκόταν σε εργοτάξια ή στο γραφείο, ποια ήταν τα καθήκοντα που εκτελούσε, κατά πόσο τα μέτρα που λήφθηκαν δυνάμει της εγκυκλίου που αναφέρθηκε είχαν προσωρινό χαρακτήρα, εάν γνωρίζει κατά πόσο η Παραπονούμενη συγκατατέθηκε στην αποκοπή του τα για τα έτη 2013 και 2014 ή και μετέπειτα, εάν ακόμη και ο ίδιος έδωσε ρητή και γραπτή συγκατάθεση για την κατάργηση του 14ου μισθού, πότε χρονικά προσδιορίζει τις οικονομικές δυσκολίες της Κατηγορούμενης και πότε αυτή κατά την θέση του ανάκαμψε καθώς και εάν τις συγκεκριμένες περιόδους έγιναν νέες προσλήψεις ή και απολύσεις προσωπικού, εάν οποιοσδήποτε εκ μέρους της Κατηγορούμενης τους ενημέρωσε πως δεν θα επαναφερθεί ποτέ ο 14ος μισθός, ποιος ήταν ο υπεύθυνος για ζητήματα πληρωμών μισθών και προσωπικού στην Κατηγορούμενη και κατά πόσο γνωρίζει εάν η Παραπονούμενη παραπονέθηκε ποτέ στο συγκεκριμένο πρόσωπο, είτε στο γραφείο του είτε στους διαδρόμους των γραφείων της Κατηγορούμενης, εάν ο ίδιος παρίστατο στις Γενικές συνελεύσεις που γίνονταν σε ό,τι αφορά το Ταμείο Προνοίας και δη τα έτη 2014 και 2016, τι συζητείτο στις συγκεκριμένες συνελεύσεις και εάν σε αυτές παρίστατο και ο ΜΥ1 καθώς και εάν μετά την λήξη τους είχε τεθεί προς συζήτηση το ζήτημα του 14ου μισθού για να του υποβληθεί πως έτσι είχε γίνει.
Επίσης ερωτήθηκε κατά πόσο μεταξύ των εργοδοτουμένων και της Κατηγορούμενης είχε διευθετηθεί οποιαδήποτε συνάντηση προς συζήτηση του εν λόγω θέματος και πώς ο ίδιος εξέλαβε ότι ο 14ος μισθός είχε καταργηθεί εντελώς όταν από κανένα εργοδοτούμενο δεν δόθηκε γραπτή συγκατάθεση και κατά πόσο κατόπιν τούτου, τροποποιήθηκε η σύμβαση εργοδότησης του.
Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξέτασα όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.
Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο. (Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαΐδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24.7.2013).
Καταρχάς και προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός έκαστου εκ των μαρτύρων, σημειώνω πως αποτελούν κοινό τόπο ή και εν πάση περιπτώσει μη αμφισβητούμενα γεγονότα (περαιτέρω των όσων έχουν ήδη δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα) τα ακόλουθα:
1. Η Παραπονούμενη υπήρξε εργοδοτούμενη της Κατηγορούμενης από τις 13.09.2006 μέχρι και τις 05.08.2022.
2. Η σύμβαση εργοδότησης της Παραπονούμενης (τεκμήριο 3), προνοούσε την καταβολή φιλοδωρήματος Πάσχα, ύψους ενός μηνιαίου μισθού, το οποίο καταβαλλόταν το Πάσχα και η Παραπονούμενη από της εργοδοτήσεως της στις 13.09.2006 μέχρι και το Πάσχα του 2012, λάμβανε ανελλιπώς, το πιο πάνω φιλοδώρημα. Προκύπτει περαιτέρω πως η μεταξύ των μερών αντίληψη, είναι ότι τούτο αφορούσε σε 14ο μισθό.
3. Τα μέτρα που λήφθηκαν το 2012 από μέρους της Κατηγορούμενης, είχαν ως αφορμή τις οικονομικές δύσκολες που αντιμετώπιζε οπότε και αποφάσισε να λάβει μέτρα, τα οποία αφορούσαν την μείωση της συνεισφορά στο Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της που αμείβονταν σε μηνιαία βάση και την αποκοπή του 14ου μισθού για δύο έτη και δη για τα έτη 2013 και 2014. Πρόθεση της Κατηγορούμενης, ήταν τα μέτρα αυτά να έχουν προσωρινό χαρακτήρα.
4. Προς υλοποίηση των ανωτέρω, ετοιμάστηκε εγκύκλιος, η οποία απεστάλη σε όλο το προσωπικό της Κατηγορουμένης, δια της οποίας του γνωστοποιούνταν τα πιο πάνω και τους ζητείτο η υπογραφή εντύπου συγκατάθεσης, σε περίπτωση συμφωνίας.
5. Το έντυπο της εγκυκλίου, υπεγράφη από όλο το προσωπικό, συμπεριλαμβανομένης και της Παραπονούμενης.
6. Το 2013, η Κατηγορούμενη υπέστη «κούρεμα» καταθέσεων, ύψους €850.000, γεγονός που διατήρησε τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, οι οποίες υφίσταντο και μετά το 2014.
7. Παρότι η αποκοπή του 14ου μισθού, δυνάμει της παραπάνω εγκυκλίου αφορούσε τα έτη 2013 και 2014, ουδέποτε από τότε και εντεύθεν καταβλήθηκε ξανά σε οποιονδήποτε εκ των εργοδοτουμένων της Κατηγορούμενης και η μη καταβολή του, εμφαίνετο στις μηνιαίες καταστάσεις αποδοχών των εργοδοτούμενων, οι οποίες δίδονταν μηνιαίως στους τελευταίους.
8. Πέραν του εντύπου συγκατάθεσης που απεστάλη στους εργοδοτούμενους της Κατηγορούμενης με την εγκύκλιο του 2012, κανένα άλλο έντυπο τους απεστάλη και κανένα άλλο έντυπο υπέγραψαν, από το 2014 και μετέπειτα και ούτε υπάρχει άλλως πως γραπτή συγκατάθεση από οποιονδήποτε.
9. Η Παραπονούμενη, παραιτήθηκε από την εργασία της στις στις 05.08.2022 και παρέδωσε για τούτο, την επιστολή η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 23.
10. Περί το 2018, το μέτρο που αφορούσε την μείωση των εισφορών των εργοδοτουμένων της Κατηγορούμενης, καταργήθηκε και έκτοτε, η απομείωση της συνεισφοράς στο Ταμείο Προνοίας αυξήθηκε.
11. Η Παραπονούμενη, ουδέποτε από το 2014 μέχρι και τις 05.08.2022, διαμαρτυρήθηκε γραπτώς, σε σχέση με την μη πληρωμή 14ου μισθού για τα έτη 2014-2022 και ουδέποτε υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο στο Τ.Ε.Σ., πριν από την αποχώρηση της από την υπηρεσία της Κατηγορούμενης, διάβημα που έπραξε μετέπειτα, το 2022 μετά την αποχώρηση της από την Κατηγορούμενη. Το εν λόγω παράπονο δεν οδήγησε σε άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον της Κατηγορούμενης.
Tα πιο πάνω, αποτελούν και δικά μου ευρήματα.
Καθίσταται αντιληπτό εκ των πιο πάνω, πως αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται από την μαρτυρία της Παραπονούμενης, είναι οι ενέργειες στις οποίες η τελευταία αναφέρθηκε πως προέβη, από όταν τα δύο έτη που με την συγκατάθεση της, δεν αποδιδόταν ο 14ος μισθός, παρήλθαν, τι της λέχθηκε είτε από τον ΜΥ1 και ΜΥ2, πότε και κάτω από ποιο πλαίσιο, ως επίσης και το κατά πόσο συγκατατέθηκε μετά την εκπνοή του παραπάνω χρονικού διαστήματος, στην πλήρη αποκοπή του 14ου μισθού.
Σημειώνω αρχικά, πως συναφής με τα πιο πάνω, είναι τόσο η μαρτυρία της Παραπονούμενης, όσο και η μαρτυρία του ΜΥ1 και ΜΥ2. Η μαρτυρία του ΜΥ3 δεν σχετίζεται με τα πιο πάνω, αφού όπως ειλικρινώς και ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει τις θέσεις της Παραπονουμένης (οι οποίες του τέθηκαν υπό τύπο υποβολών) αφού δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο έγιναν ή δεν έγιναν συναντήσεις της τελευταίας με τον ΜΥ1, ως επίσης και τι ενδεχομένως να είχε λεχθεί κατά την διάρκεια τους. Εν πάση περιπτώσει και παρότι η μαρτυρία του ΜΥ3 δεν θεωρώ πως μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιαδήποτε ευρήματα, σε σχέση με τα αμφισβητούμενα μιας και οι όποιες θέσεις προώθησε αφορούσαν την υποκειμενική αντίληψη του ιδίου ως προς το κατά πόσο ο 14ος μισθός είχε καταργηθεί παντελώς από το 2014 και εντεύθεν, δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ τα όσα ανέφερε αφού εξάλλου τούτα δεν έτυχαν αμφισβήτησης πλην του ότι ουδέποτε στις Γενικές Συνελεύσεις του Ταμείου Προνοίας τέθηκε το ζήτημα του 14ου μισθού. Επί τούτου, οφείλω να ομολογήσω πως η θέση του ΜΥ3 ότι ουδέποτε στις πιο πάνω συνελεύσεις είχε τεθεί θέμα 14ου μισθού, δεν βρίσκεται σε συμφωνία με την λοιπή μαρτυρία και δη την μαρτυρία που προσφέρθηκε από την ίδια την υπεράσπιση. Αποτέλεσε θέση του ΜΥ1 επί των πιο πάνω, ότι τέτοιο ζήτημα είχε τεθεί σε δύο εκ των συνελεύσεων, αυτήν που πραγματοποιήθηκε το 2014 και αυτήν που πραγματοποιήθηκε το 2016 και ό,τι έγινε είναι να λεχθεί αρχικά, στο πρόσωπο που έθιξε το ζήτημα, με τον οποίο συμφώνησε και η Παραπονούμενη πως η συζήτηση δεν ήταν της παρούσας και μετέπειτα, την δεύτερη φορά, να παραπεμφθούν στον ΜΥ2. Το ότι εν πάση περιπτώσει σε δύο συνελεύσεις είχε επιχειρηθεί να συζητηθεί το όλο θέμα, αποτέλεσε και θέση της ίδιας της Παραπονούμενης, με τον τρόπο βέβαια που η ίδια περιέγραψε τα όσα διημείφθησαν. Επομένως, η θέση του ΜΥ3 πως ουδέποτε στις συνελεύσεις είχε τεθεί προς συζήτηση το θέμα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι δεν βρίσκει έρεισμα στην λοιπή μαρτυρία. Δεν διέλαθε την προσοχή μου βεβαίως το γεγονός ότι ο ΜΥ3 ερωτήθηκε επί γεγονότων που ανάγονται προ δωδεκαετίας και δεν θα με ξένιζε το γεγονός, ο εν λόγω μάρτυρας να μην θυμόταν. Σημειώνω ωστόσο ότι η θέση του δεν ήταν σε καμιά περίπτωση πως δεν ενθυμούταν κάτι τέτοιο να έγινε, αλλά με απόλυτα θετικό τρόπο, είχε τοποθετηθεί πως ποτέ το ζήτημα τέθηκε, από οποιονδήποτε εκ των εργοδοτουμένων της Κατηγορουμένης.
Κατά τα λοιπά και με γνώμονα το ότι ως έχω προαναφέρει, ως προς τα λοιπά ζητήματα που κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκε αλλά και ενόψει του ότι δεν έχω εντοπίσει αντιφάσεις στην μαρτυρία του ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να συνιστούσε ένδειξη ανειλικρινούς μάρτυρα, αποδέχομαι τα όσα ανέφερε, πλην του παραπάνω σημείου και με την διευκρίνιση ότι, η αποδοχή της μαρτυρίας του, έγκειται στο τί ο ίδιος αντελήφθη και πως ο ίδιος εξέλαβε και προσέγγισε, το ζήτημα του 14ου μισθού. Το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του που αναφέρεται στο τί όλοι οι εργοδοτούμενοι αντιλήφθηκαν, δεν μπορεί σαφώς να γίνει αποδεκτό και δεν λαμβάνεται υπόψη, αφού οι προσωπικές του πεποιθήσεις και εκτιμήσεις, δεν είναι δυνατόν να επεκτείνονται και σε άλλα πρόσωπα και δη, σε όλο το προσωπικό της Κατηγορουμένης.
Η μη αποδοχή ωστόσο των παραπάνω θέσεων του ΜΥ3 δεν έγκειται στο ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν αξιόπιστος, αφού γενικώς θεωρώ πως ήταν ανεξάρτητος από τα γεγονότα μάρτυρας, με δεδομένο το ότι αποχώρησε από την υπηρεσία της Κατηγορούμενης από το 2019 και δεν αποτελεί υφιστάμενο της. Πρόκειται ωστόσο για πρόσωπο που εργοδοτήθηκε για μεγάλη περίοδο χρόνου η οποία εμπίπτει εντός του επιδίκου χρόνου και η μαρτυρία του ιδίου, έχει την δική της σημασία. Επαναλαμβάνω ωστόσο ότι αποχώρησε από την υπηρεσία της τελευταίας το 2019, έτσι που να μην διαβλέπω οποιοδήποτε συμφέρον του μάρτυρα να αναφέρει τα όσα ανέφερε. Ούτε και από την αντεξέταση του έχει αναδειχθεί κάτι τέτοιο. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του και τα όσα ανέφερε αποτελούν και δικά μου ευρήματα, πλην των σημείων που καταγράφω πιο πάνω.
Στρεφόμενη στην μαρτυρία της Παραπονούμενης, του ΜΥ1 και του ΜΥ2 σημειώνω τα ακόλουθα. Τόσο η μαρτυρία της Παραπονούμενης, όσο και η μαρτυρία του ΜΥ2 ως προς τα αμφισβητούμενα ζητήματα με έχουν προβληματίσει για διαφορετικούς λόγους.
Η μεν μαρτυρία της πρώτης, χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και θέσεις μεταβαλλόμενες κατά που βόλευε και η μαρτυρία του τελευταίου, από θέσεις οι οποίες προωθήθηκαν μονόπλευρα, χωρίς να τεθούν στην πρώτη.
Καταρχάς, σε σχέση με την μαρτυρία της Παραπονούμενης, παρατηρώ πως αρχική της θέση αποτέλεσε το ότι, κατά την πρώτη γενική συνέλευση, αμέσως μετά την λήξη των δύο ετών κατά την διάρκεια των οποίων ανεστάλη η καταβολή του 14ου μισθού, έθεσε η ίδια ζήτημα, μετά το πέρας της συνέλευσης ως προς το κατά πόσο, ο εν λόγω μισθός θα επαναφερθεί, ζήτημα το οποίο ως ανέφερε περαιτέρω, έθιξε ξανά, δύο χρόνια αργότερα, όταν και πραγματοποιήθηκε εκ νέου συνέλευση. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης της, ανέφερε πως το ζήτημα τέθηκε ξανά μετά την πρώτη συνέλευση όταν επισκέφθηκε τον ΜΥ1, ενδεχομένως το 2015 στο γραφείο του, οπότε και της ανέφερε πως θα έπρεπε να κάνουν υπομονή και πως θα καταβαλλόταν ο επίδικος μισθός αναδρομικά και έκτοτε, δεν ξανασυζήτησαν κάτι, μέχρι και το χρονικό σημείο που υπέβαλε την παραίτηση της και επισκέφθηκε εκ νέου τον ΜΥ1.
Σε κατοπινό δε στάδιο και όταν η υπεράσπιση ενέμεινε να την αντεξετάζει ως προς το πότε και πού είναι που συζήτησε με τον ΜΥ1, προώθησε μια παντελώς διαφορετική εκδοχή από τα πιο πάνω, αναφέροντας πως συζητούσε με τον τελευταίο το ζήτημα κατά την διάρκεια όλων αυτών των ετών, όποτε της διδόταν η ευκαιρία και τον συναντούσε στον διάδρομο. Ερωτηθείσα εάν είχε ξαναπάει στο γραφείο του ΜΥ1 από όταν ανέφερε πως τον επισκέφθηκε το 2015, έδωσε την εξής ακατανόητη απάντηση: «[..] Δεν είχε «κύριε» και «γραφεία και να κτυπήσω και να κλείσω ραντεβού», θέλοντας προφανώς να πει πως η σχέση μεταξύ των μελών της Κατηγορουμένης χαρακτηριζόταν από τέτοια εγγύτητα που δεν χρειαζόταν να απευθυνθεί στον ΜΥ1, τηρώντας οποιοδήποτε τύπο. Και πράγματι, έτσι φαίνεται να προκύπτει και από το ύφος των μηνυμάτων της, ηλεκτρονικών ή τηλεφωνικών (τεκμήρια 24, 26.1, 26.2) τα οποία ξεκάθαρα παραπέμπουν προς αυτή την κατεύθυνση. Τα εν λόγω μηνύματα φυσικά, απευθύνονταν προς τον ΜΥ2, χρησιμοποιώντας φράσεις όπως «Αρτέμη μου», «kalimera boss mou». Το ύφος ωστόσο των εν λόγω μηνυμάτων αλλά και η εγγύτητα που προκύπτει να υπήρχε με τους προϊστάμενους της Παραπονουμένης γεννά άλλα ερωτήματα ως προς τις θέσεις που προώθησε η τελευταία και εν γένει τον χειρισμό που υπήρξε από μέρους της.
Μια εκ των θέσεων που προώθησε είναι ότι δεν αποτάθηκε στον ΜΥ2 το 2016, όταν ο ΜΥ1 την παρέπεμψε σε αυτόν, διότι δεν θα αποτινόταν στον ίδιο μιας και υπήρχε οικονομικός διευθυντής (ο ΜΥ1 δηλαδή) στον οποίο αποτάθηκε. Χαρακτηριστικά, είχε αναφέρει επί τούτου τα εξής: «Kαταρχήν, δεν θα πήγαινα στον Διευθύνων Σύμβουλο κάθε φορά, είχε οικονομικό σύμβουλο της εταιρείας και απευθυνθήκαμε τζιαμέ». Ωστόσο, εξ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 24, ενόσω ακόμη εργαζόταν στην Κατηγορουμένη, κανένα δισταγμό είχε να αποτείνεται στον εν λόγω διευθύνοντα σύμβουλο (ΜΥ2) για ζητήματα που αφορούσαν τα της εργασίας της, τα οποία θα ήταν αναμενόμενο να προωθούσε στον υπεύθυνο προσωπικού, ήτοι τον ΜΥ1 και όχι κατευθείαν στον διευθύνοντα σύμβουλο της Κατηγορουμένης. Εξ όσων δηλαδή προκύπτει, είχε την απαιτούμενη άνεση να απευθύνεται οποτεδήποτε ήθελε στον ΜΥ2 για οποιοδήποτε ζήτημα και ως εκ τούτου, η θέση της ότι δεν θα ενοχλούσε τον ΜΥ2 για το ζήτημα του 14ου μισθού ξενίζει, με δεδομένο και το ότι, είχε ξεκάθαρα παραπεμφθεί στο πιο πάνω πρόσωπο, από τον ΜΥ1 και παρόλα αυτά, δεν το έπραξε.
Σημειώνω βέβαια, ότι σε μια προσπάθεια της ιδίας να καταδείξει πως αποτάθηκε εν τέλει στον ΜΥ2, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της, αναίρεσε ουσιαστικά τα όσα προηγουμένως είχε πει και ανέφερε πως το ζήτημα το έθεσε και στον ΜΥ2, (χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει το πότε), προσπαθώντας ουσιαστικά να συζητήσει το ζήτημα στον διάδρομο, όπου είχε εντοπίσει τον τελευταίο, ο οποίος ωστόσο απέφευγε την συζήτηση. Και κάπου εδώ τίθεται και το εξής ερώτημα. Εάν η ίδια αισθανόταν την άνεση να συζητήσει ένα τόσο σοβαρό για αμφότερα τα μέρη θέμα στον διάδρομο, τί ήταν αυτό που της δημιουργούσε το κώλυμα, να απευθυνθεί κατ’ ιδίαν στον ΜΥ2, είτε γραπτώς είτε άλλως πως στο γραφείο του και αντ’ αυτού θεώρησε, πως δεν θα έπρεπε να τον οχλήσει. Σημειώνω παρεμπιπτόντως, πως οι θέσεις αυτές περί συζητήσεων με τον ΜΥ2 στον διάδρομο, τέθηκαν μονόπλευρα από την ίδια και ουδέποτε υπεβλήθησαν στον ΜΥ2 κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, έτσι που ούτως ή άλλως, να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη.
Ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, ασαφείς και γενικόλογες ήταν και οι τοποθετήσεις της και ως προς το ότι και άλλοι εργοδοτούμενοι της Κατηγορούμενης είχαν ζητήσει συζήτηση του θέματος, τους οποίους ωστόσο δεν κατονόμασε διότι ως είχε πει, πρόκειται για πρόσωπα που εργάζονταν ακόμη στην Κατηγορουμένη, αφήνοντας να νοηθεί ότι εάν τους κατονόμαζε θα τους δημιουργούσε πρόβλημα. Όταν δε ερωτήθηκε και της ζητήθηκε να αναφέρει έστω και τον αριθμό των προσώπων αυτών που κατά την θέση της διαμαρτύρονταν, αρνήθηκε να το πράξει, αναφέροντας πως ο λόγος που δεν επιθυμεί να τοποθετηθεί είναι για να μην χρησιμοποιηθεί το στοιχείο αυτό, από μέρους της Κατηγορούμενης, προκαλώντας παντελή σύγχυση ως προς το τι είναι ακριβώς που εννοούσε. Στο ίδιο επίπεδο γενικές και ασαφείς ήταν και οι αναφορές της πως το ζήτημα του 14ου μισθού το είχε συζητήσει και με άλλα μέλη της Κατηγορούμενης και πάλι χωρίς να διευκρινίσει το σε ποιους αναφερόταν. Στο πλαίσιο μάλιστα αυτό, προώθησε και την θέση πως στα εν λόγω, άγνωστα κατά τα άλλα για το Δικαστήριο πρόσωπα, είχε επισημάνει πως η αναφορά σε 14ο μισθό στις καταστάσεις αποδοχών των εργοδοτουμένων της Κατηγορούμενης θα έπρεπε να αφαιρεθεί από τα σχετικά αποκόμματα και πως θα έπρεπε να σταλούν στους εργοδοτούμενους, έντυπα συγκατάθεσης κατάργησης του συγκεκριμένου μισθού, θέση η οποία προωθήθηκε για πρώτη φορά, ενόσω αντεξεταζόταν.
Καταρχάς το ότι διαμαρτυρήθηκαν και άλλοι εργοδοτούμενοι της Κατηγορουμένης, δεν υποστηρίζεται από καμμιά μαρτυρία. Τουναντίον, βρίσκεται σε σύγκρουση με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ3. Βεβαίως, δεν διαλανθάνει την προσοχή μου το γεγονός ότι ο ΜΥ1 στην δική του μαρτυρία είχε αναφέρει πως το ζήτημα του 14ου μισθού, πράγματι ανέκυψε το 2014 στην γενική συνέλευση που διεξαγόταν για το Ταμείο Προνοίας, όταν ένας άλλος εργοδοτούμενος και όχι η Παραπονούμενη, είχε ρωτήσει για το εάν ο 14ος μισθός θα επαναφερθεί, ερώτημα με το οποίο συμφώνησε η Παραπονουμένη. Τούτο ωστόσο, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διαμαρτυρία και ούτε υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία, ότι τέτοια διαμαρτυρία είχε γίνει και από άλλα πρόσωπα. Ούτε και γενικότερα η θέση της Παραπονουμένης περί δημιουργίας κλίματος εκφοβισμού, σε οποιονδήποτε τολμούσε να ρωτήσει για τον 14ο μισθό, βρίσκει έρεισμα στην λογική και στην μαρτυρία, υπό την έννοια καταρχάς του ότι συγκρούεται με τα γεγονότα τα οποία η ίδια η Παραπονούμενη προώθησε. Αφού κατά την θέση της η ίδια διαμαρτυρόταν από το 2014 και εντεύθεν, χωρίς να αναφερθεί σε οποιαδήποτε συνέπεια αντιμετώπισε ένεκα της διαμαρτυρίας της, πώς είχε δημιουργηθεί κλίμα εκφοβισμού, όταν μάλιστα η ίδια παραιτήθηκε 8 χρόνια αργότερα, εκφράζοντας γραπτώς, συναισθήματα ευγνωμοσύνης και βαθιάς κατανόησης από μέρους της Κατηγορούμενης, με βάση το περιεχόμενο της επιστολής παραίτησης της.
Ακόμη ένα σημείο που έχει προβληματίσει από την μαρτυρία της είναι το εξής. Από την μια προωθούσε την θέση πως της είχε λεχθεί πως ο 14ος μισθός που δεν καταβαλλόταν από τα έτη 2014 και μετέπειτα θα τους διδόταν αναδρομικά σε κάποιο κατοπινό χρονικό διάστημα και από την άλλη, προωθούσε την θέση πως ό,τι συζητείτο είτε με τον ΜΥ1 είτε με τον ΜΥ2 ήταν το κατά πόσο αυτός ο μισθός θα επαναφερθεί, φράση που ξεκάθαρα παραπέμπει στο ότι η μεταξύ των μερών αντίληψη, ήταν ότι ο μισθός αυτός καταργήθηκε εξ ου και οι φράσεις «επαναφορά του 14ου μισθού». Περιπλέον τούτου, προκαλεί πραγματική έκπληξη όπως και εάν ιδωθεί το ότι για 8 ολόκληρα συναπτά έτη, η Παραπονούμενη ενώ δεν λάμβανε κάθε Πάσχα 14ο μισθό, ουδέποτε τον απαίτησε, παρά μόνο αφότου παραιτήθηκε και μετά. Μάλιστα, στην γραπτή παραίτηση της, καμιά αναφορά εντοπίζεται σε τυχόν οφειλόμενους μισθούς, πόσο μάλλον σε παραίτηση της επειδή της οφείλονταν μισθοί, ως η θέση που υπεβλήθη στον ΜΥ2.
Ούτε και το ύφος και περιεχόμενο της επιστολής παραίτησης της υποδηλοί ή φανερώνει οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση εκ μέρους της, παρά το γεγονός ότι ως προκύπτει και από την μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, η Παραπονούμενη πράγματι αφότου παραιτήθηκε, απαίτησε να της καταβληθούν οι 14οι μισθοί που η ίδια θεωρεί πως δικαιούτο. Τούτο με φέρνει στα όσα ανέφερε περαιτέρω πως της λέχθηκαν από τους ΜΥ1 και ΜΥ2 το 2022 όταν αποφάσισε να αποχωρήσει από την Κατηγορούμενη και ειδικότερα ως προς το τι ο δεύτερος κατά την θέση της, της ανέφερε, ότι δηλαδή «να σου τα δώκω αλλά θα θέλουν τζιαι οι άλλοι.» Καταρχάς σημειώνω πως το ότι συνάντησε κατ’ ιδίαν τον ΜΥ2, το ανέφερε για πρώτη φορά στην αντεξέταση της, αποφεύγοντας επιμελώς κατά την μαρτυρία της, να αναφερθεί στο ότι υπήρξε μεταξύ τους συζήτηση. Κατά δεύτερο, τα μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της Παραπονουμένης και του ΜΥ2, αφότου η πρώτη αποχώρησε από την Κατηγορούμενη, σε καμιά περίπτωση παραπέμπουν ή έστω υποδηλούν, πως τέτοια στιχομυθία είχε προηγηθεί μεταξύ τους. Από τα πιο πάνω μηνύματα (τεκμήρια 26.1 και 26.2) προκύπτει μεταξύ άλλων, η ακόλουθη στιχομυθία:
Παραπονούμενη: 26.09.2022, 12:28- «Artemi mou kalimera! Tha eperna till alla epidi den mporo...ithela na rotiso ean koitakse ti periptosi mou gia 14 miatho (sic»
MY2: 26.09.2022, 17:30- «Kalispera Alexandra.. Perimenw neo feedback apo tous dikigorous mas kai tha sou p»
Παραπονούμενη: «ok thank you. Xx»
Παραπονουμενη: «Kalispera boss mou!! Sorry to bother you.. Did you have any feeback regarding my case»
MY2: «07.10.2022, 15:27- Ela.. Pirame 2 apo tis 3 gnomateuseis. Kai oi 2 einai opws sou exw pei. Perimenw kai tin 3 na dw an allaksei kati»
Παραπονουμενη: «10.10.2022, 09:33- Kalimera Artemi mou! Ithela na se enimeroso oti tha laveis mia epistoli apo dikig.m. Prin pathis shock i epistoli ennen toso gia sena oso gia tous dikig sou.. Ego nai men diekdiko ton 14 mou alla sioura en thelo na vrethis ektethimenos ean oxi apo mena isos apo allous...[..]».
Αμφότερες οι πιο πάνω θέσεις, είναι προβληματικές για τους εξής λόγους.
Η πιο πάνω στιχομυθία, επαναλαμβάνω πως καταρχάς διόλου παραπέμπει στα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε πως της λέχθηκαν από τον ΜΥ2 και δη ότι αβασάνιστα της είπε να της τα δώσει αλλα το πρόβλημα θα ήταν οι υπόλοιποι. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω πως ούτε αυτή η θέση τέθηκε στον ΜΥ2, έτσι που να μην μπορούσε ούτως ή άλλως, να γίνει αποδεκτή. Εκείνο δε που προκύπτει περαιτέρω, ήταν ότι απασχόλησε την Κατηγορούμενη το κατά πόσο δικαιούτο ή όχι η τελευταία τον ή τους 14ους μισθούς της, περιεχόμενο το οποίο θέτει εν αμφιβόλω και το να της λέχθηκε εκ των προτέρων, πως το όποιο δικαίωμα της είχε παραγραφεί, ως ήταν η θέση της σε σχέση με τα όσα ισχυρίστηκε πως της είπε ο ΜΥ1.
Τέλος, σημειώνω πως με γενικές αναφορές και κατά ιδιαίτερο αποκρυπτικό τρόπο θα έλεγα πως η Παραπονούμενη απέφευγε να απαντήσει και σε καίρια ερωτήματα που άπτονταν ως προς την τύχη του παραπόνου της στο Τ.Ε.Σ. Αρχικά είχε αναφέρει πως δεν γνωρίζει γιατί η καταγγελία της δεν προχώρησε, αργότερα ότι το παραπάνω τμήμα «έκλεισε» το θέμα μετά που τηλεφώνησαν στην Κατηγορούμενη, αναφορά η οποία παραπέμπει στο ότι ήταν ενήμερη για την τότε, εν εξελίξει διερεύνηση και σε άλλο σημείο, ανέφερε πως είναι αξιοπερίεργος ο τρόπος που δεν διερευνήθηκε η καταγγελία της μετά την επικοινωνία του Τμήματος με την Κατηγορούμενη, αφήνοντας σαφή υπονοούμενα, συγκάλυψης της, χωρίς ωστόσο κάτι τέτοιο να στηρίζεται επί οποιασδήποτε στέρεας βάσης. Τα παραπάνω, υποστηρίζουν την πεποίθηση μου ότι η Παραπονούμενη δεν υπήρξε απόλυτα ακριβής και ειλικρινής στις αναφορές της επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και η διαπίστωση μου τούτη, με οδηγεί στην απόρριψη των θέσεων της, σε σχέση με τα πιο πάνω. Σημειώνω ωστόσο, ότι η απόρριψη του μέρους αυτού που αμφισβητείται σε καμμιά περίπτωση προκαταλαμβάνει το αποτέλεσμα, με δεδομένη την παραδοχή των ουσιωδέστερων γεγονότων τα οποία έχουν καταστεί και δικά μου ευρήματα.
Σε ό,τι αφορά τους ΜΥ1 και ΜΥ2 σημειώνω τα ακόλουθα.
Καταρχάς, ο ΜΥ1 μου προκάλεσε εξαιρετικά θετικές εντυπώσεις. Ο λόγος του ήταν ακριβής και συνεκτικός και βρίσκει απόλυτο έρεισμα, στην αποδεκτή μαρτυρία αλλά και στην μαρτυρία που έχει γενικώς κατατεθεί από την μια ή την άλλη πλευρά. Δεν περιέπεσε σε καμιά αντίφαση στην μαρτυρία του και υπήρξε θεωρώ ειλικρινής σε κάθε τι που ανέφερε. Η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη, δεν κατέστη δυνατό να κλονίσει την αξιοπιστία του, παρότι έχω αντικρύσει κάθε τι που ανέφερε, με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα, ενόψει του ότι πρόκειται για πρόσωπο, που ως εκ της θέσης του, εξυπηρετεί και προωθεί τα συμφέροντα της Κατηγορουμένης. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει ίχνος στοιχείου που να μου προκαλεί ερωτηματικά ως προς την φιλαλήθεια των λεγομένων του και η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, ενισχύει την πεποίθηση μου αυτή. Όλες ανεξαιρέτως οι απαντήσεις που έδωσε, διαπνέονταν από αυθορμητισμό, χωρίς παύσεις σκέψης, εναλλαγές ή διαφοροποίησης των γεγονότων που προώθησε με την γραπτή δήλωση του, την οποία σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του αντίκρυσε για να απαντήσει οποιαδήποτε εκ των ερωτήσεων που του τέθηκαν. Δεν έχω κανένα δισταγμό να αποδεχτώ την μαρτυρία του στην ολότητα της, την οποία και αποδέχομαι, εκτός των σημείων στα οποία ο ΜΥ1 αναφέρθηκε ως προς το εάν δικαιούται ή όχι η Παραπονούμενη, να διεκδικεί οφειλόμενους μισθούς και τούτο διότι πρόκειται για το έσχατο συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο καλείται να καταλήξει, ως επίσης και όσων άλλων ζητημάτων προώθησε και άπτονται του κατά πόσο η παρούσα προωθείται καταχρηστικά. Και τούτο, είναι ζήτημα που θα απαντηθεί από το Δικαστήριο, το οποίο σαφώς και δεν δεσμεύεται από την εντύπωση που έχει, ένας κατά τα λοιπά, αξιόπιστος μάρτυρας όπως ο ΜΥ1. Ούτως ή άλλως, πρόκειται ουσιαστικά για έκφραση γνώμης, η οποία με κανένα τρόπο δεσμεύει το Δικαστήριο.
Σε ό,τι αφορά τον ΜΥ2, δηλώνω εξαρχής πως η μαρτυρία του με έχει προβληματίσει. Ενώ από την μια δεν εντοπίζω οποιεσδήποτε εγγενείς αντιφάσεις στα όσα ανέφερε και ούτε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει αναξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, από την άλλη, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του και ειδικότερα το κατά πόσο ανέφερε στην Παραπονούμενη με ξεκάθαρο τρόπο πως ο 14ος μισθός έχει καταργηθεί με την ίδια να συναινεί προφορικά, τέθηκε και ακούστηκε για πρώτη φορά, κατά την δική του μαρτυρία. Ουδέποτε τέθηκε στην Παραπονούμενη οτιδήποτε εκ των πιο πάνω, ως επίσης και κάθε άλλο γεγονός στο οποίο ο ΜΥ2 αναφέρθηκε στην μαρτυρία του και αφορούσε την τελευταία. Με προβλημάτισε επίσης και το ότι, ενώ κατόπιν ερώτησης που του τέθηκε ως προς το κατά πόσο μετά τις 05.08.2022 είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την Παραπονούμενη, ανέφερε ρητώς πως καμιά συνομιλία κατ’ ιδίαν είχε μαζί της, το περιεχόμενο των τεκμηρίων 26.1 και 26.2, τα οποία μάλιστα αναγνώρισε, επιμαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο. Καταλήγω συνεπώς, πως δεν είναι ασφαλές εγχείρημα για το Δικαστήριο η αποδοχή της δικής του μαρτυρίας, σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία τελούν υπό αμφισβήτηση , την οποία και απορρίπτω.
Στρέφομαι με δεδομένα υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως αναδείχθηκαν πιο πάνω μέσα από τα παραδεκτά, μη αμφισβητούμενα γεγονότα αλλά και την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, στην νομική πτυχή των επίδικων κατηγοριών.
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη εδράζονται στα άρθρο 9 και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών του 2007 (35(1)/2007) τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:
«9. -(1) Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.
[...]
(3) Η συχνότητα πληρωμής που προνοείται στα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου, μπορεί να διαφοροποιηθεί στην περίπτωση που προνοείται διαφορετικά από συλλογική σύμβαση και/ή πρακτική. »
«20-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές».
Περαιτέρω, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, οι έννοιες «εργοδοτούμενος» και «μισθός» ορίζονται ως εξής:
«"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας·
«μισθός» σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·»
Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου, στα πλαίσια της οποίας η Παραπονούμενη δικαιούτο να λάβει μισθό και ότι κατά την λήξη του μήνα που κατέστη πληρωτέος ή σε περίπτωση διαφοροποίησης του χρόνου δυνάμει συλλογικής σύμβασης ή πρακτικής, κατά την λήξη του χρόνου αυτού, δεν καταβλήθηκε. Νοουμένου ότι τα παραπάνω αποδειχθούν το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού σύμφωνα με το άρθρο 12(3) του Νόμου, μετατίθεται στους ώμους του εργοδότη στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών (MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 02.12.2016). Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι (βλ. Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1989) 2 Α.Α.Δ. 235. Η διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια και όχι τους λόγους για την παράλειψη ή την αμέλεια.
Σημειώνω, πως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, σε επίπεδο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας (1971) 2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις.
Αποτελεί θεμελιακή αρχή του ποινικού δικαίου πως το βάρος απόδειξης της ενοχής του Κατηγορούμενου, βαραίνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και η αυστηρότητα με την οποία εφαρμόζεται η αρχή του αποδεικτικού βάρους, επισημαίνεται στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363:
«Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη».[2]
Αναφέροντας όλα τα πιο πάνω και εφαρμόζοντας τα στα δεδομένα της παρούσας απόφασης καταλήγω στα ακόλουθα.
Καταρχάς είναι προφανές μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία, πως η Παραπονούμενη ήταν καθ’ όλο τον επίδικο χρόνο εργοδοτούμενη της Κατηγορούμενης καθώς και ότι με βάση την σύμβαση εργοδότησης της, δικαιούτο να λαμβάνει φιλοδώρημα Πάσχα, ύψους ενός μηνιαίου μισθού, η συχνότητα πληρωμής του οποίου, ήταν το Πάσχα κάθε επόμενους έτους ως η μεταξύ των μερών συμφωνία. Το φιλοδώρημα αυτό, συνίστατο ως η μεταξύ των μερών αντίληψη, ουσιαστικά σε 14ο μισθό. Το γεγονός δε ότι απέρρεε από την απασχόληση των εργοδοτουμένων της Κατηγορούμενης και συνίστατο σε χρηματική αντιμισθία, εξυπακούει ότι επρόκειτο για μισθό, εν τη εννοία του Νόμου (βλ. Επίσης κατ’ αναλογία τα νομολογηθέντα στην απόφαση ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΙΟΤΑΤΗ ΛΤΔ ν. Διευθυντή Εργασιακών Σχέσεων, Ποιν. Εφ. 151/2016, ημερ. 01.11.2019), ECLI:CY:AD:2019:B457. Άλλωστε, δεν υπήρξε από πλευράς υπεράσπισης η περί του αντιθέτου θέση. Η καταβολή του εν λόγω μισθού ανεστάλη δε, για τα έτη 2012 και 2013 και έκτοτε, δεν καταβλήθηκε ποτέ ξανά. Το ερώτημα συναφώς που τίθεται, είναι κατά πόσο από το 2014 και εντεύθεν, η Παραπονούμενη δικαιούτο να λαμβάνει τον εν λόγω μισθό και δεν τον έλαβε στον χρόνο που αυτός ήταν πληρωτέος.
Η υπεράσπιση επικαλείται πως η Κατηγορούμενη, από το 2014 ουσιαστικά κατήργησε το παραπάνω δικαίωμα επ’ αόριστο, γεγονός το οποίο οι εργοδοτούμενοι της αντιλήφθηκαν και σιωπηρά αποδέχτηκαν, αφού ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ως προς τούτο. Μεταξύ των ευρημάτων του Δικαστηρίου, αποτέλεσε και το ότι η Παραπονούμενη, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε γραπτώς για κάθε έτος το οποίο δεν λάμβανε, μετά το 2014, 14ο μισθό, όπως επίσης και κανένας άλλος εργοδοτούμενος και πως συνέχιζε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη, μέχρι και την παραίτηση της 8 χρόνια αργότερα, παρότι γραπτή συγκατάθεση, δεν ζητήθηκε από τους εργοδοτούμενους της Κατηγορούμενης. Ουσιαστικά, συνάγεται ως συμπέρασμα από τα παραπάνω ευρήματα, πως η Κατηγορούμενη, προχώρησε μονομερώς σε τροποποίηση των όρων εργοδότησης των εργοδοτουμένων της, χωρίς να λάβει από κανένα, την γραπτή συγκατάθεση του. Η αποδοχή ωστόσο τροποποίησης σύμβασης εργασίας, μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς. Απόλυτα σχετικά, είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολ. Εφ. 101/2013, ημερ. 16/7/19, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην πιο πρόσφατη απόφαση Λούκας Κουρρής ν. Δήμου Αγίας Νάπας, Πολ. Εφ. 108/2020, ημερ. 18.03.2026, απόσπασμα από την οποία παρατίθεται αυτούσιο:
«Προβάλλει, λοιπόν, ως πάγια αρχή ότι η αποδοχή τροποποίησης σύμβασης εργασίας από εργοδοτούμενο μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς. Όπου ο εργοδοτούμενος συνεχίσει να εργάζεται επί μακρό χρονικό διάστημα παρά τη διαφοροποίηση των όρων εργασίας του από τον εργοδότη, ανεπιφύλακτα και χωρίς να διαμαρτυρηθεί ως προς τις συγκεκριμένες ενέργειες του εργοδότη και τη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, τεκμαίρεται ότι σιωπηρώς προκύπτει η βούλησή του για αποδοχή της τροποποιητικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, ακριβώς λόγω της, έστω και σιωπηρής, αποδοχής τους από τον εργοδοτούμενο. Εντέλει, κρίσιμος παράγοντας ως προς το τι συνιστά σημαντικό χρονικό διάστημα είναι τα ίδια τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. Ως εκ τούτου, η περίοδος που μεσολαβεί μεταξύ της εκδήλωσης της συμπεριφοράς από τον εργοδότη που δίδει το δικαίωμα παραίτησης στον εργοδοτούμενο και της χρονικής στιγμής της παραίτησης από αυτόν, δεν θα πρέπει να αντικρίζεται αποσπασματικά και από την άποψη της χρονικής και μόνο διάρκειας, αλλά υπό το φως των όλων περιστάσεων της υπόθεσης.»»
Είμαι της άποψης τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια, που εντάσσουν την περίπτωση στις περιπτώσεις εκείνες όπου πράγματι, ο εργοδοτούμενος και εν προκειμένω η Παραπονούμενη, έχει σιωπηρώς συγκατατεθεί στην τροποποίηση της σύμβασης εργοδότησης της, δια της κατάργησης καταβολής του 14ου μισθού, που άλλως πως προνοείτο στην σύμβαση εργοδότησης της. Καταρχάς, επί σειρά ετών, η Παραπονούμενη σταμάτησε να λαμβάνει τον παραπάνω μισθό, παράγοντας που εύλογα οδηγεί στο συμπέρασμα πως είχε καταστεί πλέον ξεκάθαρο, ότι ο συγκεκριμένος μισθός, έπαψε οριστικά να αποδίδεται. Άλλωστε, τούτο έγινε αποδεκτό και από την μαρτυρία του ΜΥ1. Η συνεχής δε παράλειψη της να ενστεί και να διαμαρτυρηθεί ως προς τα πιο πάνω και ιδιαίτερα μετά την εκπνοή των δύο ετών για τα οποία συναίνεσε να μην της καταβάλλεται ο πιο πάνω μισθός, παρά το γεγονός ότι είχε κάθε ευκαιρία να το πράξει, ως επίσης και το ότι παρόλα αυτά εξακολουθούσε να εργάζεται αδιαμαρτύρητα για τα επόμενα 8 έτη, αλλά και η χρονική περίοδος κατά την οποία αποφάσισε εν τέλει να απαιτήσει την καταβολή του, δεν μπορούν να με οδηγήσουν σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα.
Το ότι ως έγινε αποδεκτό από την μαρτυρία του ΜΥ1, η Παραπονούμενη είχε ρωτήσει κατά τα έτη 2014 και 2016 ως προς το κατά πόσο ο μισθός αυτός θα επαναφερθεί, δεν μπορούν να μεταβάλουν την πιο πάνω κατάληξη μου. Τουναντίον, το ενδιαφέρον της Παραπονούμενης ως προς το κατά πόσο ο συγκεκριμένος μισθός θα επαναφερόταν, ενισχύει την πεποίθηση του Δικαστηρίου, πως ήταν καλά γνωστό στην τελευταία, πως το ωφέλημα αυτό, καλώς ή κακώς, είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί και ό,τι την ενδιέφερε είναι εάν υπήρχε η προοπτική να το απολαμβάνει εκ νέου.
Με δεδομένα συνεπώς τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή κρίνω ότι δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και οι κατηγορίες είναι έκθετες σε απόρριψη. Συγκεκριμένα, δεν έχει καταδειχθεί υποχρέωση καταβολής των συγκεκριμένων μισθών, ώστε συνακόλουθα να εξετάσω οτιδήποτε άλλο πραγματεύεται το άρθρο 9, του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου. Η Κατηγορούμενη επομένως, αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και τα έξοδα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπερ της Κατηγορούμενης και εναντίον της Παραπονουμένης.
Προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου, σημειώνω πως αναλώθηκε σημαντικός χρόνος από την υπεράσπιση, στην προώθηση της θέσης πως η παρούσα προωθείται καταχρηστικά. Παρότι το αποτέλεσμα της παρούσας έχει ήδη προδιαγραφεί, σημειώνω ως προς την παραπάνω θέση τα ακόλουθα.
Ως έχει λεχθεί στην απόφαση Πολυς Πολυκάρπου ν. Κωνσταντίνου Τελεβάντου, Ποιν. Έφεση 69/201, ημερ, 07.12.2022, με παραπομπή στις υποθέσεις Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Δημοκρατία ν. xxx Ηλιάδη, Ποιν.Έφεση Αρ. 348/2018, ημερ. 31/5/2018, Ηλίας Ηλία (Αρ.3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα (1995) 2 Α.Α.Δ. 217, 222, τα Δικαστήρια έχουν, σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης, τη διακριτική ευχέρεια να την αναστείλουν ή να την απορρίψουν όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία, όμως, πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Λέχθηκε επίσης ότι: «Υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας όταν γίνεται χρήση της διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση της διαδικασίας για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου (Βασιλείου v. Μακρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133). Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Scattergood David v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 142, κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική».
Η καθυστέρηση αφ’ εαυτής ή/και σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, μπορεί να αποτελέσουν μορφή κατάχρησης διαδικασίας την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να περιστείλει. Στο σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice 2005, σελ. 1640, επίσης αναφέρεται ότι η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει μια μορφή κατάχρησης διαδικασίας: «…even where the proceedings were commenced within time, a magistrates’ court has a discretion to refuse to try an information and acquit the accused without a trial if there has been delay amounting to an abuse of process of the court (see Brentford Justices, ex parte Wong [1981] QB445)». Σημειώνεται ότι στις υποθέσεις που παρατίθενται στο εν λόγω σύγγραμμα η καθυστέρηση 20, 22 και 24 μηνών αντίστοιχα θεωρήθηκε ότι ήταν υπέρμετρη (very substantial), άδικη (unconscionable) και ότι δημιουργεί την πιθανότητα για δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου (possibility of prejudice – likely to cause prejudice). Συμπληρώνω σε σχέση με τα πιο πάνω πως με βάση την απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 ΑΑΔ 522, αλλά και την όλη προσέγγιση της νομολογίας επί του ζητήματος της κατάχρησης, η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη της υπόθεσης ελέω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Κάτι τέτοιο, δεν έχει αναδειχθεί στην προκειμένη και επομένως, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
Στην παρούσα, παρότι για πολλούς και διάφορους λόγους όπως η καθυστέρηση στην υποβολή παραπόνου, σε συνάρτηση με τον χρόνο από τον οποίο η Παραπονούμενη ήταν ενήμερη πως δεν θα της καταβαλλόταν ο μισθός που αποδίδει στην Κατηγορούμενη πως δεν της κατέβαλε, αλλά και ο εν γένει χειρισμός από μέρους της, κατά την διάρκεια όλων αυτών των ετών, του συγκεκριμένου ζητήματος, θα μπορούσαν να ιδωθούν υπό την έννοια που η νομολογία καθόρισε ως μορφή κατάχρησης, δεν μπορώ να παραβλέψω πως δεν έχει καταδειχθεί ή αναδειχθεί από μέρους της υπεράσπισης, οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός της Κατηγορούμενης. Ούτε και ως Δικαστήριο διαβλέπω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό της, πραγματικό ή έστω δυνητικό, λαμβάνοντας υπόψη ότι είχε την ευκαιρία να θέσει τις θέσεις της, τις οποίες έθεσε, με ιδιαίτερη μάλιστα επάρκεια. Συνεπώς, για τούτο τον λόγο, θα απέρριπτα, την συγκεκριμένη εισήγηση.
(Υπ.) ...............................
Ε.Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής