GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. ΗΡΑΚΛΕΙΔΙΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2670/24, 3/8/2026
print
Τίτλος:
GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. ΗΡΑΚΛΕΙΔΙΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2670/24, 3/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης2670/24

Μεταξύ:

   

GORDIAN HOLDINGS LIMITED

Παραπονούμενη 

 

εναντίον

 

 

ΗΡΑΚΛΕΙΔΙΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ

                                                                                                                                                                                                                                                         Κατηγορούμενη

Ημερομηνία: 03.08.2026

Εμφανίσεις:

Για Παραπονούμενη: κα  Π. Σωκράτους για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε.

Για Κατηγορούμενη: κ Σ. Παρπούνας με κα. Μ. Κέστωρος για Ε.Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία, η οποία εδράζεται επί του άρθρου 281(1)(α) Κεφ. 154 και αφορά στο αδίκημα της παράνομης κατοχής, καλλιέργειας, νομής ή χρήσης γης. Η Κατηγορούμενη, δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία που αντιμετωπίζουν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.

 

Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, είναι ότι «από τις 13.06.2023 μέχρι και σήμερα, νέμεται και κατέχει το διαμέρισμα που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο του τριώροφου κτιρίου που έχει ανεγερθεί στο ακίνητο ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/2436, Φύλλο/Σχέδιο 21/540303, Τμήμα 3, Τεμάχιο 1172, στην οδό [ ] 24, στην Ενορία Αγίων Ομολογητών, Δήμος Λευκωσίας, Επαρχία Λευκωσίας, παράνομα, αυθαίρετα, χωρίς κανένα δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη και ενώ εις γνώση της το εν λόγω ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της Παραπονούμενης».

 

Στην παρούσα και για σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας, έχουν κατατεθεί και εγκριθεί παραδεκτά γεγονότα και δεν έχει προσφερθεί από μέρους της μιας ή της άλλης πλευράς (κατόπιν της κλήσης της σε απολογία), οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία.

Τα παραδεκτά τούτα γεγονότα, συνίστανται στα εξής.

 

1.    Η Παραπονούμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και αποτελεί εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, εν τη εννοία του Νόμου περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και συναφών θεμάτων Ν. 2015, 169(Ι)/2015.

 

2.    Η Παραπονούμενη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, με αριθμό εγγραφής 3/2436, Φ/Σχ 21/540303 τμήμα 3, τεμάχιο 1172, μερίδιο όλο, στην οδό [ ] στην ενορία Αγίων Ομολογητών, Δήμος Λευκωσίας, επαρχία Λευκωσίας, από τις 13/06/2023, το οποίο είναι εγγεγραμμένο ως οικόπεδο και επί του οποίου έχει ανεγερθεί τριώροφη πολυκατοικία, για την οποία υπάρχει σημείωση στον τίτλο ιδιοκτησίας ότι: « υπάρχουν κτίρια που δεν αναφέρονται στην εγγραφή ».

 

3.    Η κατηγορούμενη κατέχει, νέμεται και χρησιμοποιεί το διαμέρισμα στον 2ο όροφο, εάν δεν προσμετράται ως όροφος το ισόγειο ή στον 3ο όροφο, εάν το ισόγειο προσμετράται ως όροφος, της εν λόγω τριώροφης πολυκατοικίας επί του ακινήτου, με αριθμό εγγραφής 3/2436, χωρίς τη συναίνεση της Παραπονούμενης.

 

4.    Η Παραπονούμενη αφού κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 27.06.2023 προς το πρόσωπο που κατέχει το ακίνητο, ενημερώνοντας το για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και ζητούσε από τα πρόσωπα που κατέχουν το ακίνητο να επικοινωνήσουν μαζί της, ενημερώνοντας για το καθεστώς κατοχής τους επί του ακινήτου και να προσκομίσουν σχετικά έγγραφα ή αποδεικτικά στοιχεία, που να δηλώνουν την κατοχή του ακινήτου.

 

5.    Εις απάντηση της επιστολής της Παραπονούμενης, η Κατηγορούμενη απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Παραπονούμενη στις 7.7.2023, δυνάμει του οποίου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ενοικιάζει τον 3ο όροφο, με τον τρόπο που έχει προηγουμένως διευκρινιστεί, συγκεκριμένα έχει αναφέρει ότι το ενοίκιο ανέρχεται στα €300 μηνιαίως και ζήτησε όπως αποσταλεί τραπεζικός λογαριασμός, για την κατάθεση του ενοικίου.

 

6.    Η Παραπονούμενη κατά τις 02.10.2023 δια των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή με την οποία καλούσε την Κατηγορούμενη όπως αποστείλει αποδεικτικά έγγραφα, ως προς τους ισχυρισμούς της. Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε δεόντως στις 04.10.2023 και παραληφθεί από την κυρία Χρυσούλα Χρυσάνθου, η οποία είναι η μητέρα της Κατηγορούμενης και διαμένει στην ίδια περιοχή και έχει καθημερινή επικοινωνία μαζί της, ως έχει σημειώσει ο ιδιώτης επιδότης.

 

7.     Ενόψει του ότι ουδεμία απάντηση έλαβε η Παραπονούμενη απέστειλε εκ νέου προδικαστηριακή επιστολή ημερομηνίας 15.11.2023, προς την Κατηγορούμενη, προς συμμόρφωση με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023 και με σκοπό να εξεταστεί και να καταδειχθεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της Παραπονούμενης και για να εξαντληθεί οποιαδήποτε πιθανότητα εξεύρεσης συναινετικής λύσης, καλώντας της όπως παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου, εντός ενός μηνός από την παραλαβή της εν λόγω επιστολής, αφού κανένα δικαίωμα κατοχής του ακινήτου είχε ή έχει, καθότι ουδέποτε η Παραπονούμενη έχει συγκατατεθεί στην κατοχή του ακινήτου από την Κατηγορούμενη.

 

8.    Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε δεόντως προς την Κατηγορούμενη και παραλήφθηκε από την κυρία Χρυσούλα Χρυσάνθου, η οποία είναι ως σημειώνει ο ιδιώτης επιδότης, η μητέρας της, που διαμένει στην ίδια περιοχή και η οποία έχει καθημερινή επικοινωνία μαζί της.

 

9.     Η κατηγορούμενη ουδέποτε ανταποκρίθηκε την επιστολή ημερομηνίας 15.11.2024 και ουδέποτε παρέδωσε την κατοχή του ακινήτου στην Παραπονούμενη.

 

10. Οι επιστολές αποστέλλονταν στη διεύθυνση [ ] 24Α 2ος όροφος Άγιοι Ομολογητές, Τ.Κ 1075, Λευκωσία.

 

11. Η κατηγορούμενη συνεχίζει να παραμένει εντός του ακινήτου χωρίς τη συγκατάθεση της Παραπονούμενης η οποία είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου.

 

12. Η Παραπονούμενη έχει προχωρήσει στην καταχώρηση και της απαίτησης με αριθμό 53/24 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον της κατηγορούμενης, στις 24.01.2024.

 

13. Το επίδικο ακίνητο καλύπτεται από όλες τις υπηρεσίες, ήτοι ηλεκτρισμό, ύδρευση, επικοινωνίες, αποχέτευση και είναι περίκλειστος χώρος και στην αγωγή 53/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ζητείται διάταγμα ανάκτηση του ακινήτου, από την εδώ παραπονούμενη εκεί ενάγουσα, άρση επέμβασης και να παύσει να επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο η κατηγορούμενη.

 

Τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι πληρούνται σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος καθώς και ότι καμμιά κατάχρηση διαδικασίας υφίσταται, ως επίσης και ότι η φράση «γη» στο άρθρο 281(1)(α) περιλαμβάνει και τυχόν ακίνητα επί της γης, αφού τούτος ήταν ο σκοπός του νομοθέτη, να προστατεύσει δηλαδή τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα ενός προσώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και δη στο άρθρο 23.

 

Αντίθετη είναι η θέση της υπεράσπισης, η οποία εισηγείται πως η παρούσα προωθείται καταχρηστικά από την Παραπονούμενη και εν είδει απειλής προς την Κατηγορούμενη, θέλοντας να επιτύχει την ίδια θεραπεία την οποία επιζητεί με πολιτικής φύσεως διαδικασία, ως επίσης και ότι η φράση «γη» στο άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα, δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε ακίνητο και πως καθοδήγηση για τούτο, θα πρέπει να αντληθεί από την αγγλική νομοθεσία, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 3 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Είναι η θέση της υπεράσπισης, πως στο αγγλικό δίκαιο, τα ακίνητα εξαιρούνται ρητά από την ταυτόσημη φράση «land» και πως η προσέγγιση αυτή, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και στην παρούσα.

 

Προχωρώ συνεπώς, να υπαγάγω, τα ως άνω ευρήματα στην παρούσα, εξετάζοντας τα υπό το πρίσμα της νομικής πτυχής του αδικήματος. 

 

Προτού το πράξω, στρέφω την προσοχή μου στην εισήγηση της υπεράσπισης, περί κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας, επικαλούμενη το ότι, εκκρεμεί μεταξύ των μερών πολιτικής φύσεως απαίτηση, με την Παραπονούμενη να επιδιώκει «ταυτόσημες θεραπείες» και δη ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου επί της βάσης παράνομης επέμβαση σε αυτό.   

 

Ως έχει λεχθεί στην απόφαση Πόλυς Πολυκάρπου ν. Κωνσταντίνου Τελεβάντου, Ποιν. Έφεση 69/2021, ημερ. 07.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B468, με παραπομπή στις υποθέσεις Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Δημοκρατία ν. xxx Ηλιάδη, Ποιν.Έφεση Αρ. 348/2018, ημερ. 31/5/2018, Ηλίας Ηλία (Αρ.3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα (1995) 2 Α.Α.Δ. 217, 222, τα Δικαστήρια έχουν, σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης, τη διακριτική ευχέρεια να την αναστείλουν ή να την απορρίψουν όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία, όμως, πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις.  

 

Λέχθηκε επίσης ότι: «Υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας όταν γίνεται χρήση της διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση της διαδικασίας για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου (Βασιλείου v. Μακρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133). Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Scattergood David v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 142, κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». 

 

Καταρχάς, είναι γεγονός πως από μέρους της Παραπονούμενης, προωθείται η πολιτικής φύσεως απαίτηση με αρ. 53/2024 στην οποία ως έχει καταστεί εύρημα, μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, πράγματι επιζητούνται θεραπείες επί τη βάση της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία.  Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να μην επισημάνω το αυτονόητο, ότι η παρούσα εκ της φύσης της, δεν είναι διαδικασία δια μέσω της οποία να επιζητείται κάποια θεραπεία, ως είναι η εισήγηση της υπεράσπισης. Σκοπός μιας διαδικασίας ποινικής, είναι η τιμωρία του Κατηγορούμενου και μόνο και οι όποιες αξιώσεις δύνανται να επιζητούνται στο πλαίσιο μιας πολιτικής διαδικασίας όπως εν προκειμένω.

 

Το ότι και οι δύο διαδικασίες περιβάλλονται από τα ίδια γεγονότα, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για διαπίστωση κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας αφού δεν έχει σε κάθε περίπτωση καταδειχθεί ότι η προώθηση της, αποσκοπεί σε ξένους και αλλότριους σκοπούς. Η δε, γενική και αόριστη θέση που προβλήθηκε πως η παρούσα έχει σκοπό να βλάψει ουσιαστικά την Κατηγορούμενη ενόψει του ότι καταχωρήθηκε από μέρους της σημείωμα εμφάνισης στην πιο πάνω απαίτηση και αναμένεται να προβάλει την υπεράσπιση της, δεν έχω καταρχάς αντιληφθεί πως ανάγεται  σε κατάχρηση διαδικασίας και τι είναι ακριβώς που ο συνήγορος υπεράσπισης έχει υπόψη του. Με άλλα λόγια, ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινες γενικός και αόριστος.

 

Περιπλέον τούτου, κανένας δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Κατηγορούμενης έχει καταδειχθεί , έτσι που ακόμη και εάν οι πιο πάνω αναφορές να μπορούσαν να θεωρηθούν υπόβαθρο και εκ πρώτης όψεως ενδείξεις κατάχρησης της διαδικασίας ή άλλως, χρήσης της διαδικασίας για άλλους σκοπούς πέραν από την τιμωρία της Κατηγορούμενης η υπό συζήτηση εισήγηση, να μην μπορούσε ούτως ή άλλως να επιτύχει. Υπενθυμίζω ότι, με βάση την απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 ΑΑΔ 522, αλλά και την όλη προσέγγιση της νομολογίας επί του ζητήματος της κατάχρησης, ότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη της υπόθεσης ελέω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Τέτοιος επηρεασμός δεν έχει αναδειχθεί. Επομένως η περί τούτου εισήγηση απορρίπτεται. Προχωρώ συνεπώς, να εξετάσω την νομική πτυχή του υπό κρίση αδικήματος, με γνώμονα τα ευρήματα που έχουν εξαχθεί.

 Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη εδράζεται επί του άρθρου 281 (1)(α), το οποίο προνοούσε κατά τον επίδικο χρόνο, τα ακόλουθα:

«281.-(1) Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο-

(α) γη εγγεγραμμένη επί ονόματι άλλου

[…]

χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του ή του αγοραστή από τους κληρονόμους του, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος[1] επομένως είναι τα εξής:

            (α)       Η καλλιέργεια ή η κατοχή ή η νομή ή η χρήση γης,

            (β)       Η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα άλλου,

            (γ)        Χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου κυρίου.

Πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης, καθότι δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του η απόδειξη οποιασδήποτε ένοχης διάνοιας (mensrea) (βλ. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΥΡΟΥ κ.α., Ποιν. Έφεση Αρ. 276/2015, 277/2015, 12/4/2017).

 

Σημειώνω επίσης ότι,  εν τη απουσία συναίνεσης του ιδιοκτήτη, η μόνη πιθανή υπεράσπιση που δύναται να προβληθεί από ένα κατηγορούμενο ο οποίος κατέχει ή καλλιεργεί ή νέμεται ή χρησιμοποιεί γη που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα άλλου χωρίς την συγκατάθεση του, είναι αυτή της «αξίωσης δικαιώματος σε περιουσία με καλή πίστη» που προβλέπεται στο αρ. 8 Κεφ. 154, νοουμένου ότι αποδείξει πως αυτός αγόρασε ή απέκτησε από διανομή, ανταλλαγή, αιτία θανάτου ή λόγω γάμου τη γη αυτή από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ή από τους κληρονόμους του. 

 

Στην προκειμένη, δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε συναφής υπεράσπισης και συνεπώς δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ περαιτέρω, επί του συγκεκριμένου ζητήματος.   Το αδίκημα επομένως, στοιχειοθετείτε με την απόδειξη, απλά της ένοχης πράξης ήτοι της κατοχής ή καλλιέργειας ή χρήσης γης από τον κατηγορούμενο, τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα άλλου, χωρίς όμως την οποιασδήποτε συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη τους. 

 

Είναι σημαντικό πρωτίστως να εξεταστεί το κατά πόσο το επίδικο ακίνητο, μπορεί να περιλαμβάνεται στον όρο «γη» που αναφέρεται στο άρθρο 281(α), προτού εξεταστεί οτιδήποτε άλλο.

 

Είναι η θέση της υπεράσπισης πως τούτο δεν μπορεί να περιλαμβάνεται. Την θέση της αυτή, την στηρίζει στο ότι δεν υπάρχει ερμηνεία του όρου «γη» στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154 και πως η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην παραπάνω φράση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα, θα πρέπει να έχει ως βάση την ερμηνεία που δίδεται στην αγγλική νομοθεσία με βάση το άρθρο 3 του Κεφ. 154.

 

Η δε αγγλική ερμηνεία του όρου, ως αυτή απορρέει από το Criminal Justice and Public Order Act 1994, ρητά αποκλείει οποιαδήποτε κτήρια, πλην των γεωργικών κτηρίων και προστατευόμενων μνημείων, με βάση την αγγλική (συναφή με τούτα) νομοθεσία. Περιπλέον των πιο πάνω, είναι η θέση της υπεράσπισης πως η συνήθης έννοια της φράση «γη» με βάση το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ.Δ. Μπαμπινιώτη, σελ. 477 σημαίνει, «11. Έκταση που δεν καλύπτεται από κτίσματα» και ως εκ τούτου, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, θα ήταν αντίθεση με την γραμματική ερμηνεία του όρου.

 

Αντίθετη είναι η θέση των συνηγόρων της κατηγορούσας αρχής, οι οποίοι υποστηρίζουν πως ερμηνεία ως αυτήν που εισηγείται η υπεράσπιση θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα, αφού σκοπός του εν λόγω άρθρου είναι η προστασία της ακίνητης ιδιοκτησίας ενός προσώπου, εξ ου και ο νομοθέτης με τον Ν.44/72, τροποποίησε το συγκεκριμένο άρθρο, το οποίο ομολογουμένως, αρχικά είχε εισαχθεί στον Ποινικό Κώδικα και ποινικοποιούσε την παράνομη κατοχή, νομή, χρήση και καλλιέργεια γεωργικής γης. Επιπρόσθετα, είναι η θέση της κας Σωκράτους πως αφ’ ης στιγμής το ακίνητο είναι άρρηκτα και στερεά συνδεδεμένο με την γη, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαχωρισμού και θα πρέπει να θεωρηθεί πως αποτελεί μέρος της, παραπέμποντας σε άλλες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, οι οποίες κατά την θέση της και για τους λόγους που εξηγεί, ενισχύουν το ότι αυτής της ερμηνείας θα πρέπει να τύχει η φράση «γη» στο άρθρο 281(1)(α) του Κεφ. 154.

 

Είναι γεγονός, ότι στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, η λέξη «γη», δεν ερμηνεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ως επίσης ότι σε κανένα άλλο νομοθέτημα, έχω εντοπίσει σχετική ερμηνεία. Τουναντίον, ερμηνεία υπάρχει σε διάφορα νομοθετήματα, μεταξύ των οποίων και ο Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμος, Κεφ. 224, ως προς το τι η φράση «ακίνητο» περιλαμβάνει. Στην ερμηνεία που δίδεται στην φράση «ακίνητο» στο Κεφ. 224 (ανωτέρω), περιλαμβάνεται και η «γη». Η θέση της υπεράσπισης ότι καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, θα πρέπει να αντλείται από το τι ισχύει στον αγγλικό ποινικό Κώδικα, είναι επίσης, εν μέρει ορθή. Και αναφέρω εν μέρει ορθή, καθότι, ο κανόνας τούτος δεν είναι απόλυτος ως προς τις λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται, αφού τούτο γίνεται κατά τεκμήριο με βάση το τι ισχύει στον αγγλικό ποινικό νόμο στο μέτρο κατά το οποίο τέτοια ερμηνεία δεν αντίκειται με το περιεχόμενο του κειμένου ή νοουμένου ότι δεν προνοείται ρητά από κάποια άλλη έννοια, εν αντιθέσει με τις νομικές αρχές ερμηνείας, οι οποίες με βάση το λεκτικό του άρθρου 3 του Κεφ. 154 οι οποίες ακολουθούνται πιστά με βάση το τι ισχύει στην Αγγλία.

 

Σημειώνω επί τούτου ότι, πράγματι, το άρθρο 60C(8) του Criminal Justice and Public Order Act 1994 αποκλείει ρητά, από την ερμηνεία της λέξης «land», οποιαδήποτε κτήρια. Τούτο ωστόσο, δεν είναι ασύνδετο κατά την άποψη μου με το γεγονός ότι στην αγγλική ποινική νομοθεσία, υπάρχει ιδιώνυμο αδίκημα σε ό,τι αφορά την παράνομη χρήση ακινήτου ή άλλως πως παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία[2], αδίκημα (ποινικό) που μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν υφίσταται στον ημεδαπό Ποινικό Κώδικα (Κεφ. 154). Η διαφοροποίηση τούτη, είναι εκ των παραγόντων που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη, κατά την απόδοση της ερμηνείας που θα πρέπει να δοθεί στην φράση «γη» (ή άλλως πως «land») που περιλαμβάνεται στο άρθρο 281 του Κεφ. 154.

 

Καθώς πρόκειται ουσιαστικά για ερμηνεία νομοθετήματος, σημειώνω εκ των προτέρων, πως τούτη γίνεται, έχοντας υπόψη μου τις αρχές που διέπουν τούτη την διεργασία, ως αυτές συνοψίστηκαν στην Farooq ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 165/2018 (σχ. με 166, 169 και 170/2018), ημερ. 07.09.2020, με αναφορά και παραπομπή στις Theodorides vThe Central Bank of Cyprus (1985) 3(BC.L.R. 721, 729-30, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ και άλλοι ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας (1998) 3 Α.Α.Δ. 348, 352-355, Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας [1995] 3 Α.Α.Δ. 59, Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ v. Δημοκρατίας (1991) 4(Β) Α.Α.Δ. 1142, 1149-1150, Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δηµοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, 80-81, ΧΧΧ Σέπου ν. Πανεπιστημίου ΚύπρουΑναθεωρητική Έφεση 94/2013, ημερ. 26.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:C262, Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool EntertainmentΠολιτική Έφεση Αρ.30/2019, ημερ.1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171,  xxx Χρίστου κ.ά. ν. xxx xxx Πιερίδου Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Κώστα Μαραγκού, Πολιτική Έφεση Αρ.311/2011, ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλου (1990) 2 ΑΑΔ 86και Τροκκούδη ν. Πέτρου κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 683.

 

 

Ως αναφέρθηκε στην Farooq (ανωτέρω) «Όταν λοιπόν η φρασεολογία του νόµου είναι σαφής, αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους (Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δηµοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, 80-81 και πιο πρόσφατα ΧΧΧ Σέπου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Αναθεωρητική Έφεση 94/2013, ημερ. 26.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:C262 και Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση Αρ.30/2019, ημερ.1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171).  Στην xxx Χρίστου κ.ά. ν. xxx xxx Πιερίδου Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Κώστα Μαραγκού, Πολιτική Έφεση Αρ.311/2011, αναφέρθηκε ότι: «η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων δεν καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις.  Όπου οι πρόνοιες του νόμου είναι σαφείς, το κείμενό του αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νόμου (ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλου (1990) 2 ΑΑΔ 86, Τροκκούδη ν. Πέτρου κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 683).»

 

Στην παρούσα, εκ πρώτης όψεως, δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια, (παρότι δεν υπάρχει αντίστοιχη ερμηνεία) ως προς τί είναι εκείνο που η φράση «γη» σημαίνει. Με βάση το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ.Δ. Μπαμπινιώτη, σελ. 477 ως προς το τι η λέξη «γη», πράγματι, η παραπάνω λέξη ερμηνεύεται ως εξής «11. Έκταση που δεν καλύπτεται από κτίσματα». Συγκλίνω επομένως με την θέση της υπεράσπισης, ότι η ερμηνεία της παραπάνω φράσης στο άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε άλλο, πέραν της γης, αυτής καθαυτής.

 

Τούτο ωστόσο, δεν απαλλάσσει αυτόματα, την Κατηγορούμενη, αφού το ερώτημα που προκύπτει ακολούθως των πιο πάνω είναι εάν η παράνομη κατοχή ενός ακινήτου το οποίο βρίσκεται κτισμένο επί της συγκεκριμένης γης, συνεπάγεται και κατοχή ή χρήση (και) της τελευταίας. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, είναι κατά την άποψη μου καταφατική και τούτο διότι πέραν από το ότι η λογική του πράγματος, τούτο είναι που υπαγορεύει, η κατοχή ενός ακινήτου στην νομική της έκφανση, περιλαμβάνει και κατοχή της γης, επί της οποίας το ακίνητο βρίσκεται, ιδιαίτερα όταν τα δύο δεν μπορούν να διαχωριστούν (βλ. ερμηνεία της λέξης «land» στο νομικό λεξικό Blacks Law Dictionary , Bryan A. Garner, 7η έκδοση, σελ. 881).[3]

 

Ακόμη όμως και στην κοινή ελληνική γλώσσα, η λέξη «ακίνητο» (και η συνήθης ερμηνεία της φράσης) περιλαμβάνει το έδαφος επί του οποίου τούτο βρίσκεται. Τέτοια ερμηνεία δίδεται και από το Λεξικό Μπαμπινιώτη (ανωτέρω), διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:

 

 «ακίνητο (ενν. πράγµα) {ακινήτ-ου | -ων} το έδαφος και τα συστατικά του µέρη (π.χ. κτίσµατα)»

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Δεν τίθεται επομένως ζήτημα κατά την άποψη μου, το κατά πόσο η λέξη «γη», έχει την έννοια που έχει η λέξη «ακίνητο» αφού προφανώς και πρόκειται περί δύο διακριτών εννοιών, αλλά του κατά πόσο η χρήση ενός ακινήτου που βρίσκεται μόνιμα προσαρτημένο επί γης, συνεπάγεται και χρήση της τελευταίας. Η απάντηση ως έχω προαναφέρει είναι καταφατική αφού το πρώτο αποτελεί μέρος της τελευταίας.

 

Στην προκειμένη, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο διαμέρισμα, είναι κτισμένο επί τριώροφης πολυκατοικίας, η οποία ανεγέρθηκε επί της γης/επιδίκου τεμαχίου, η οποία από τις 13.06.23 είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Παραπονούμενης και η Κατηγορούμενη το κατέχει από τις 17.12.2023, χωρίς την συναίνεση της τελευταίας, κατά τρόπο που να πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατοχής γης, χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, το οποίο πραγματεύεται το άρθρο 281(1)(α).

 

Από μέρους δε της Κατηγορούμενης, δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε θέση επί ενδεχόμενης καλόπιστης αξίωσης, επί του επίδικου ακινήτου, ως προβλέπεται στον Νόμο. Η ένοχη πράξη επομένως του αδικήματος έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σημειώνω επίσης πως δεν διέλαθε την προσοχή μου το ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει πως το επίδικο διαμέρισμα καταλαμβάνει όλο το μέρος της γης επί της οποίας είναι κτισμένο, πλην όμως τούτο κατά την άποψη μου είναι αδιάφορο, αφού δεν αποτελεί εν πάση περιπτώσει συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 281(1)(α) του Κεφ.154, η κατοχή, χρήση ή νομή ολόκληρης της έκτασης μιας γης.

 

Σημειώνω ότι, η περίοδος την οποία καλύπτει το κατηγορητήριο, δεν εμπίπτει εντός του πιο πάνω χρόνου, αφού αφορά προγενέστερο χρόνο. Έπεται συνεπώς, ότι καταδίκη επί του υφιστάμενου κατηγορητηρίου δεν μπορεί να επιτευχθεί. 

 

Το ζήτημα ωστόσο είναι κατά πόσο η Κατηγορούμενη θα μπορούσε να καταδικαστεί δια τροποποιήσεως του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα δια προσθήκης κατηγορίας που να αφορά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

 

Επιβάλλεται συνεπώς η εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 85(4)7 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, έτσι ώστε να προστεθεί στο κατηγορητήριο αντίστοιχη κατηγορία, με τη συμπερίληψη της συγκεκριμένης περιόδου.

 

 Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό και τις προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι ως έχω ήδη αναφέρει, δεν είναι δυνατή η καταδίκη της Κατηγορούμενης χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ενώ αποτελεί επίσης περαιτέρω διαπίστωση μου πως με την προσθήκη τέτοιας κατηγορίας, η Κατηγορούμενη, και πάλι η ποινή που θα υπόκειται, είναι αυτή που ούτως ή άλλως προβλέπει και η υφιστάμενη κατηγορία 1, στην βάση του άρθρου 281(1)(α), ως ίσχυε τότε. Περαιτέρω δεν εντοπίζω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπιση της, αφού ουσιαστικά το αδίκημα παραμένει επί της ουσίας το ίδιο, η δε υπεράσπιση είχε την ευχέρεια να θέσει και έθεσε τις θέσεις της πλήρως σε σχέση με αυτό.  Εν ολίγοις δηλαδή, θεωρώ πως δεν θα επηρεαζόταν ούτως ή άλλως,  η υπεράσπιση της αν αντιμετώπιζε εξ αρχής το προς προσθήκη αδίκημα.

 

Επομένως κρίνω πως στη βάση των προνοιών του άρθρου 85(4) του Κεφ. 155, δικαιολογείται η προσθήκη της πιο κάτω κατηγορίας, ως κατηγορία 2, την οποία και διατάσσω:

ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

Αρ. Κατηγορίας 2

 

Παράνομη κατοχή γης, κατά παράβαση του άρθρου 281(1)(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Η Κατηγορούμενη, από τις 17.12.2023, μέχρι και σήμερα, κατέχει το διαμέρισμα που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του τριώροφου κτιρίου που έχει ανεγερθεί επί της γης   με αριθμό εγγραφής 3/2436, Φύλλο/Σχέδιο 21/540303, Τμήμα 3, Τεμάχιο 1172, στην οδό [ ] 24, στην Ενορία Αγίων Ομολογητών, Δήμος Λευκωσίας, Επαρχία Λευκωσίας και το μέρος της γης, επί της οποίας τούτο είναι κτισμένο, χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της γης, ήτοι της Παραπονούμενης.

 

Συνεπώς η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει και αθωώνεται και απαλλάσσεται, από την κατηγορία 1.

 

Τα έξοδα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον της Κατηγορούμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                                                                    (Υπ.)   ....................................

                                                                                             Ε.Κ. Μιντή Ε.Δ. 

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] (Για τα πιο πάνω βλ. Pantelis Antoni Makryasv. The Police(1967) 2 CLR 245, Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαντωνίου(1992) 2 Α.Α.Δ. 403, Robb Gary John v. Αστυνομίας(2012) 2 Α.Α.Δ. 201Ιωάννου κ.ά. νΑληφάντη κ.ά., ΠοινΈφ. 163 έως 165/17, ημερ. 7.10.2019 και CCSRE REAL ESTATE COMPANY LTD νΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ, Ποιν.Έφεση 94/2022,ημερ.31.10.2025)

 

 

[2] Βλ. Article 144- Legal Aid, Sentencing and Punishment of Offenders Act 2012.

 

 

[3] land, n. 1. An immovable and indestructible three-dimensional area consisting of a portion of the earth’s surface, the space above and below the surface, and everything growing on or permanently affixed to it. 2. An estate or interest in real property. “In its legal significance, ‘land’ is not restricted to the earth’s surface, but extends below and above the surface. Nor is it confined to solids, but may encompass within its bounds such things as gases and liquids. A definition of ‘land’ along the lines of ‘a mass of physical matter occupying space’ also is not sufficient, for an owner of land may remove part or all of that physical matter, as by digging up and carrying away the soil, but would nevertheless retain as part of his ‘land’ the space that remains. Ultimately, as a juristic concept, ‘land’ is simply an area of three-dimensional space, its position being identified by natural or imaginary points located by reference to the earth’s surface. ‘Land’ is not the fixed contents of that space, although, as we shall see, the owner of that space may well own those fixed contents. Land is immoveable, as distinct from chattels, which are moveable; it is also, in its legal significance, indestructible. The contents of the space may be physically severed, destroyed or consumed, but the space itself, and so the ‘land’, remains immutable." Peter Butt, Land Law 9 (2d ed. 1988).»

(έμφαση δοθείσα)

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο