GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2669/24, 3/8/2026
print
Τίτλος:
GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2669/24, 3/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης2669/24

Μεταξύ:

   

GORDIAN HOLDINGS LIMITED

Παραπονούμενη 

 

εναντίον

 

 

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ

                                                                                                                                                                                                                                                         Κατηγορούμενη

Ημερομηνία: 03.08.2026

Εμφανίσεις:

Για Παραπονούμενη: κα  Π. Σωκράτους για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε.

Για Κατηγορούμενη: κ Σ. Παρπούνας με κα. Μ. Κέστωρος για Ε.Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία, η οποία εδράζεται επί του άρθρου 281(1)(α) Κεφ. 154 και αφορά στο αδίκημα της παράνομης κατοχής, καλλιέργειας, νομής ή χρήσης γης. Η Κατηγορούμενη, δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία που αντιμετωπίζουν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.

 

Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, είναι ότι «από τις 13.06.2023 μέχρι και σήμερα, νέμεται και κατέχει το διαμέρισμα που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του τριώροφου κτιρίου που έχει ανεγερθεί στο ακίνητο ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/[ ], Φύλλο/Σχέδιο 21/540303, Τμήμα 3, Τεμάχιο 1172, στην οδό [ ] 24, στην Ενορία Αγίων Ομολογητών, Δήμος Λευκωσίας, Επαρχία Λευκωσίας, παράνομα, αυθαίρετα, χωρίς κανένα δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη και ενώς εις γνώση της το εν λόγω ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της Παραπονούμενης».

 

Εκ μέρους της Παραπονούμενης, κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Α.Α, (Μ.Κ.1). Από πλευράς της Κατηγορούμενης, δεν προσφέρθηκε ουσιαστικά οποιαδήποτε μαρτυρία είτε από την ίδια, κατόπιν που κλήθηκε σε απολογία, είτε από άλλους μάρτυρες. Και αναφέρω ουσιαστικά εφόσον η Κατηγορούμενη ανέφερε πως επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, προέβη σε όρκο επί του εδωλίου του μάρτυρα, πλην όμως ενόψει της δήλωσης στο μεταξύ, παραδεκτών γεγονότων και πριν η Κατηγορούμενη αναφέρει οτιδήποτε άλλο, δηλώθηκε πως δεν θα χρειαστεί να ακολουθήσει κυρίως εξέταση της. Επομένως, για σκοπούς διαδικαστικούς, θεωρείται πως δεν προσέφερε μαρτυρία. 

 

Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν 9 συνολικά, τεκμήρια, ως επίσης και παραδεκτά γεγονότα, αναφορά στα οποία γίνεται πιο κάτω.

 

Η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι πληρούνται σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος καθώς και ότι καμμιά κατάχρηση διαδικασίας υφίσταται, ως επίσης και ότι η φράση «γη» στο άρθρο 281(1)(α) περιλαμβάνει και τυχόν ακίνητα επί της γης, αφού τούτος ήταν ο σκοπός του νομοθέτη, να προστατεύσει δηλαδή τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα ενός προσώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και δη στο άρθρο 23.

 

Αντίθετη είναι η θέση της υπεράσπισης, η οποία εισηγείται πως η παρούσα προωθείται καταχρηστικά από την Παραπονούμενη και εν είδει απειλής προς την Κατηγορούμενη, θέλοντας να επιτύχει την ίδια θεραπεία την οποία επιζητεί με πολιτικής φύσεως διαδικασία, ως επίσης και ότι η φράση «γη» στο άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα, δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε ακίνητο και πως καθοδήγηση για τούτο, θα πρέπει να αντληθεί από την αγγλική νομοθεσία, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 3 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Είναι η θέση της υπεράσπισης, πως στο αγγλικό δίκαιο, τα ακίνητα εξαιρούνται ρητά από την ταυτόσημη φράση «land» και πως η προσέγγιση αυτή, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και στην παρούσα

 

Ως επισημαίνω πιο πάνω, στο πλαίσιο της διαδικασίας κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία συνίστανται στα εξής:

 

1.    Η Παραπονούμενη είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της γης με αριθμό εγγραφής 3/2436 Φ/Σχ 21/540303 τμήμα 3, τεμάχιο 1172, όλο μερίδιο, στην οδό [ ] 24, στην ενορία Αγίων Ομολογητών, Δήμος Λευκωσίας, επαρχία Λευκωσίας, από την 13/06/2023 επί της εν λόγω γης η οποία είναι εγγεγραμμένη ως οικόπεδο, έχει ανεγερθεί τριώροφη πολυκατοικία.

2.    Η Κατηγορούμενη κατέχει, νέμεται και χρησιμοποιεί το διαμέρισμα στον 1ο  όροφο, αν δεν προσμετράται το ισόγειο ως όροφος και στον 2ο όροφο, αν προσμετράται το ισόγειο ως όροφος της εν λόγω πολυκατοικίας επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/2436, χωρίς τη συναίνεση της Παραπονούμενης.

 

3.    Η κατηγορούμενη συνεχίζει να κατέχει να χρησιμοποιεί και να νέμεται το προαναφερθέν επίδικο διαμέρισμα χωρίς τη συγκατάθεση και τη συναίνεση της Παραπονούμενης.

 

4.    To τεκμήριο 9, αποτελεί σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Κατηγορούμενης στις 07.02.2024, στην υπ’ αρ. απαίτηση 66/2024 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με ενάγουσα την εδώ Παραπονούμενη.

 

Τα παραπάνω, καθίστανται και ως ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Προβαίνω σε σύνοψη της μαρτυρίας που προσφέρθηκε και ακολούθως στην αξιολόγηση της.

 

Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε γραπτή δήλωση για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Εγγράφου Α, από τις 02.01.2022 εργάζεται ως δικαστηριακός λειτουργός στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Παραπονούμενης και από 02.05.2022 μεταφέρθηκε στο ίδιο τμήμα στην εταιρεία Gordian Servicing Limited η οποία δυνάμει συμφωνίας υπηρεσιών διαχείρισης δανείων/πιστωτικών διευκολύνσεων με την Παραπονούμενη, ενεργεί εκ μέρους της για θέματα όπως και το ζήτημα που αφορά την παρούσα. Προηγουμένως εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου στο ίδιο Τμήμα. Όσα αναφέρει είναι λόγω προσωπικής γνώσης λόγω της ιδιότητας του και ως στοιχεία που προκύπτουν από το αρχείο της Παραπονούμενης, η οποία είναι εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων εν τη εννοία του Ν. 169(Ι)/2015 (τεκμήριο 1).

 

Είναι ιδιοκτήτρια όλου του μεριδίου του επιδίκου ακινήτου το οποίο βρίσκεται στην οδό Ζήνωνος Σώζου 24 στην Λευκωσία (τεκμήριο 2) επί του οποίου ανεγέρθηκε τριώροφη πολυκατοικία.  Η Κατηγορούμενη νέμεται κατέχει και χρησιμοποιεί το διαμέρισμα που βρίσκεται στον 1ο όροφο της εν λόγω πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματα της Παραπονούμενης.

 

Σε χρόνο πριν από τον επίδικο, η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, είχε παραχωρήσει πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία CHR. CHRYSANTHOU AND SON LIMITED, με τους αξιωματούχους της οποίας η Κατηγορούμενη έχει συγγενική σχέση και συγκεκριμένα είναι η μητέρα του διευθυντή της. Επίσης, είναι μέτοχος της εν λόγω εταιρείας. Η διεύθυνση διαμονής της που δηλώνει στον Έφορο Εταιρειών, είναι η επίδικη διεύθυνση (τεκμήριο 3) . Η εν λόγω εταιρεία, είχε υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο στην πιο πάνω Τράπεζα, δυνάμει της σύμβασης υποθήκης με αρ. Υ3648/1984 η οποία κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με ρητό όρο όπως η εταιρεία μη ενοικιάζει ή άλλως πως δεσμεύει ή επιβαρύνει το επίδικο ακίνητο, χωρίς την έγκριση του δανειστή.

 

Ακολούθησαν διάφορες μετονομασίες της πιο πάνω Τράπεζας μέχρι που στις 25.09.2013, με βάση το Διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας (ΚΔΠ 104/2013) το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας,  περιουσιακά της στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν στην Bank of Cyprus Public Company Limited, η οποία με την σειρά της μεταβίβασε δικαιώματα και υποχρεώσεις που απέρρεαν από πιστωτικές διευκολύνσεις, στην Παραπονούμενη, δυνάμει προνοιών του Ν. 169(Ι)/2015 και δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 23.05.2019. Λόγω της παράλειψης της εταιρείας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, η Παραπονούμενη ενεργοποιώντας τις πρόνοιες του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν. 9/1965 και χωρίς για τούτο να υπάρξει ένσταση, κατέστη ιδιοκτήτρια ολόκληρου του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε η πολυκατοικία και συγκεκριμένα στις 09.06.2013, σε τιμή που καθορίστηκε με βάση εκτίμησης της αξίας του, η οποία είχε διενεργηθεί και ακολούθησαν στις 12.06.2023, διαβήματα μετεγγραφής του  επ’ ονόματι της τελευταίας.

 

Παρά το γεγονός ότι η ιδιοκτησία του περιήλθε στην Παραπονουμένη, η Κατηγορούμενη αντιλήφθηκε πως τούτο κατείχετο και χρησιμοποιούταν από κάποιον γι’ αυτό και στις 27.06.2023 απέστειλε επιστολή προς το πρόσωπο που το κατείχε και του γνωστοποιούσε το ότι πλέον της ανήκε και τον καλούσε να επικοινωνήσει μαζί της και να την ενημερώσει για το καθεστώς υπό το οποίο το κατείχε. Εις απάντηση της εν λόγω επιστολής, επικοινώνησε η Κατηγορούμενη στις 07.07.2023 και μεταξύ άλλων ανέφερε πως ενοικιάζει τον 2ο όροφο (εννοώντας τον 1ο) για ποσό €300 μηνιαίως (τεκμήριο 4). Κλήθηκε στις 02.10.2023 με επιστολή των δικηγόρων της Παραπονουμένης η οποία της επιδόθηκε στις 04.10.2023 (τεκμήριο 5), να προσκομίσει έγγραφα και αποδείξεις, χωρίς ωστόσο να ανταποκριθεί, οπότε και στις 15.11.2023 η Παραπονούμενη της απέστειλε προδικαστηριακή επιστολή με βάση τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, προς εξεύρεση συναινετικής λύσης, καλώντας την να παραδώσει την κατοχή εντός ενός μηνός, επιστολή η οποία της επιδόθηκε στις 15.11.2023 (τεκμήριο 6), χωρίς η Κατηγορούμενη να ανταποκριθεί και να παραδώσει την κατοχή. Λόγω της άρνησης της αυτής, κατατέθηκε εναντίον της η υπ’ αριθμό απαίτηση 66/2024 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η Παραπονούμενη ουδέποτε συγκατατέθηκε στην χρήση, νομή ή κατοχή του ακινήτου.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο τα καθήκοντα του, περιλαμβάνουν και πρόσβαση στο αρχείο της Παραπονουμένης, εάν η τελευταία προχώρησε με την καταχώρηση της απαίτησης 52/2024 εναντίον της Κατηγορούμενης και του υποβλήθηκε πως η προώθηση της παρούσας, καταχωρήθηκε μετά που η τελευταία καταχώρησε υπεράσπιση στην πιο πάνω απαίτηση και χρησιμοποιείται εν είδει απειλής προς την Κατηγορούμενη και καταχρηστικά. Του υποβλήθηκε επίσης, πως το ακίνητο είναι περίκλειστο και δεν αποτελεί γη, εν τη εννοία του Νόμου. Επιπλέον ότι  με την απαίτηση 52/24, επιζητούνται ταυτόσημες θεραπείες με την παρούσα.

 

H μαρτυρία του Μ.Κ.1 και τα ουσιαστικά γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε, δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ούτως ή άλλως δε, τα ουσιαστικότερα γεγονότα που αφορούν την παρούσα, με γνώμονα το τι εξετάζεται, έχουν καταστεί παραδεκτά γεγονότα και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Επί των λοιπών ζητημάτων, δηλαδή τα καθήκοντα του Μ.Κ.1, τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Παραπονούμενη και κάθε τι άλλο αναφέρθηκε, όπως για παράδειγμα η απάντηση που απέστειλε στην τελευταία η Κατηγορούμενη, ομοίως ουδέποτε αποτέλεσαν σημείο αμφισβήτησης. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα τούτου, δεν έχω πραγματικά κανένα λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του Μ.Κ.1, του οποίου η αξιοπιστία δεν έχει με κανένα τρόπο κλονιστεί. Μπορεί να μην είναι η περίπτωση ενός ανεξάρτητου μάρτυρα και τούτο με γνώμονα την θέση και την ιδιότητα που έχει στην Παραπονούμενη, πλην όμως, η εντύπωση που αποκόμισα είναι θετική και αντικατοπτρίζει πλήρως την εικόνα ενός αξιόπιστου μάρτυρα. Όλα σχεδόν, εν πάση περιπτώσει, τα γεγονότα που ανέφερε υποστηρίζονται πλήρως από τα έγγραφα που κατέθεσε σχετικά, αλλά και τα όσα αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, μεταξύ των οποίων και το ότι το ακίνητο κατέχεται από την Κατηγορούμενη χωρίς την συγκατάθεση της Παραπονουμένης. Ο χρόνος δε, κατά τον οποίο κατέχετε χωρίς συγκατάθεση, ούτε αναφέρθηκε από τον Μ.Κ.1, ούτε όμως και κατέστη μέρος των παραδεκτών γεγονότων.

 

Προκύπτει ωστόσο από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6,πως  ο χρόνος αυτός, προσδιορίζεται στις 21.12.2023, ημερομηνία δηλαδή, που η διορία που δόθηκε στην Κατηγορούμενη για να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου, έληξε, λαμβάνοντας υπόψη ότι δια της εν λόγω επιστολής-τεκμήριο 6, η οποία επιδόθηκε στην Κατηγορούμενη στις 20.11.2023, της ζητείτο όπως μέχρι την 21.12.2023, παραδώσει το ακίνητο. Το ότι η εν λόγω επιστολή της επιδόθηκε στις 20.11.2023, στην οποία αναφερόταν ρητά η μη συγκατάθεση της Παραπονούμενης ως προς το να κατέχει η Κατηγορούμενη το ακίνητο, δεν μπορεί να θεωρηθεί χρόνος εντός του οποίου κατείχε η τελευταία το ακίνητο χωρίς συγκατάθεση αφού επί της ουσίας για την περίοδο 20.11.2023-21.12.2023, η Παραπονούμενη συγκατατίθετο στην κατοχή του. Τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα μου. 

 

Σε σχέση τώρα με τα σημεία επί των οποίων αντεξετάστηκε, σημειώνω τα εξής.

 

Ως διαφαίνεται πιο πάνω, στον Μ.Κ.1 υποβλήθηκε η θέση πως η παρούσα προωθήθηκε μετά που η Κατηγορούμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην απαίτηση υπ’ αρ. 55/2024 που η Παραπονούμενη προώθησε εναντίον της. Προς επίρρωση της θέσης αυτής, υποδείχθηκε στον μάρτυρα το τεκμήριο 7, το οποίο δεν αποδέχομαι πως αποτελεί έγγραφο το οποίο κατατέθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω (με αριθμό) απαίτησης, αφού η θέση αυτή, δεν υποστηρίζεται από το εν λόγω έγγραφο, το οποίο ναι μεν φέρει τίτλο ως «έντυπο απαίτησης» και είναι υπογεγραμμένο από τους δικηγόρους της Παραπονούμενης, πλην όμως δεν αναφέρει αριθμό απαίτησης και ούτε οποιαδήποτε σήμανση, ότι αποτελεί πιστό αντίγραφο της. Εξάλλου, ως ο Μ.Κ.1 διευκρίνισε στην επανεξέταση του, το έντυπο απαίτησης που καταχωρήθηκε εναντίον της Κατηγορούμενης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, είναι το τεκμήριο 8 που κατέθεσε, και το οποίο αφορά την απαίτηση με αρ. 66/2024. Και πράγματι, έτσι φαίνεται να έχουν τα πράγματα, αφού πέραν από το ότι το τεκμήριο 8 υποστηρίζει πλήρως την θέση αυτή, η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, το περιεχόμενο του οποίου είναι παραδεκτό γεγονός και συνίσταται στο ότι η Κατηγορούμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, στα πλαίσια της απαίτησης με αρ. 66/2024.

 

Ως προς την θέση  της υπεράσπισης ότι στην πιο πάνω απαίτηση προωθούνται ταυτόσημες θεραπείες με την παρούσα, σημειώνω ότι ήταν απόλυτα λογική η επί τούτου απάντηση του Μ.Κ.1, ότι δηλαδή ο ίδιος δεν είναι νομικός για να γνωρίζει τι ζητείται σε κάθε δικαστηριακή υπόθεση που προωθεί η Παραπονούμενη παρά το ότι γνωρίζει για την ύπαρξη της. Σαφώς και δεν μπορώ να αποδεχτώ ούτε και την θέση αυτή της υπεράσπισης, για τον απλούστατο λόγο ότι σε μια ποινική διαδικασία, δεν επιζητούνται «θεραπείες», ως εκ της φύσης της υπόθεσης. Αποδέχομαι ωστόσο, αφού τούτου προκύπτει από το τεκμήριο 8, πως η Παραπονούμενη στα πλαίσια της απαίτησης με αρ. 66/2024, ζητεί μεταξύ άλλων, την άρση ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης της Κατηγορούμενης, από το επίδικο ακίνητο, επιπροσθέτως των αποζημιώσεων που διεκδικεί. Το κατά πόσο ωστόσο, η προώθηση της παρούσας αποτελεί μοχλό πίεσης και προωθείται εν είδει απειλής προς την Κατηγορούμενη, με απασχολεί πιο κάτω, ως αμιγώς νομικό ζήτημα, όπως και το κατά πόσο, το επίδικο ακίνητο, μπορεί να συμπεριληφθεί στον όρο «γη» που αναφέρεται στο άρθρο 281(α) του Κεφ. 154.

 

Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του Μ.Κ.1, είναι αποδεκτή στην ολότητα της. 

 

Προχωρώ συνεπώς, να υπαγάγω, τα ως άνω ευρήματα στην παρούσα, εξετάζοντας τα υπό το πρίσμα της νομικής πτυχής του αδικήματος. 

 

Προτού το πράξω, στρέφω την προσοχή μου στην εισήγηση της υπεράσπισης, περί κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας, επικαλούμενη το ότι, εκκρεμεί μεταξύ των μερών πολιτικής φύσεως απαίτηση, με την Παραπονούμενη να επιδιώκει «ταυτόσημες θεραπείες» και δη ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου επί της βάσης παράνομης επέμβαση σε αυτό.   

 

Ως έχει λεχθεί στην απόφαση Πολυς Πολυκάρπου ν. Κωνσταντίνου Τελεβάντου, Ποιν. Έφεση 69/201, ημερ, 07.12.2022, με παραπομπή στις υποθέσεις Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Δημοκρατία ν. xxx Ηλιάδη, Ποιν.Έφεση Αρ. 348/2018, ημερ. 31/5/2018, Ηλίας Ηλία (Αρ.3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα (1995) 2 Α.Α.Δ. 217, 222, τα Δικαστήρια έχουν, σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης, τη διακριτική ευχέρεια να την αναστείλουν ή να την απορρίψουν όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία, όμως, πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις.  

 

Λέχθηκε επίσης ότι: «Υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας όταν γίνεται χρήση της διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση της διαδικασίας για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου (Βασιλείου v. Μακρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133). Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Scattergood David v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 142, κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». 

 

Καταρχάς, είναι γεγονός πως από μέρους της Παραπονούμενης, προωθείται η πολιτικής φύσεως απαίτηση με αρ. 66/2024 στην οποία πράγματι επιζητούνται θεραπείες επί τη βάση της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία.  Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να μην επισημάνω το αυτονόητο, ότι η παρούσα εκ της φύσης της, δεν είναι διαδικασία δια μέσω της οποία να επιζητείται κάποια θεραπεία, ως είναι η εισήγηση της υπεράσπισης. Σκοπός μιας διαδικασίας ποινικής, είναι η τιμωρία του Κατηγορούμενου και μόνο και οι όποιες αξιώσεις δύνανται να επιζητούνται στο πλαίσιο μιας πολιτικής διαδικασίας όπως εν προκειμένω.

 

Το ότι και οι δύο διαδικασίες περιβάλλονται από τα ίδια γεγονότα, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για διαπίστωση κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας αφού δεν έχει σε κάθε περίπτωση καταδειχθεί ότι η προώθηση της, αποσκοπεί σε ξένους και αλλότριους σκοπούς. Η δε, γενική και αόριστη θέση που προβλήθηκε πως η παρούσα έχει σκοπό να βλάψει ουσιαστικά την Κατηγορούμενη ενόψει του περιεχομένου της υπεράσπισης που καταχώρησε στα πλαίσια της παραπάνω απαίτησης, δεν έχω καταρχάς αντιληφθεί πως ανάγεται  σε κατάχρηση διαδικασίας και τι είναι ακριβώς που ο συνήγορος υπεράσπισης έχει υπόψη του. Με άλλα λόγια, ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινες γενικός και αόριστος.

 

Περιπλέον τούτου, κανένας δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Κατηγορούμενης έχει καταδειχθεί , έτσι που ακόμη και εάν οι πιο πάνω αναφορές να μπορούσαν να θεωρηθούν υπόβαθρο και εκ πρώτης όψεως ενδείξεις κατάχρησης της διαδικασίας ή άλλως, χρήσης της διαδικασίας για άλλους σκοπούς πέραν από την τιμωρία της Κατηγορούμενης η υπό συζήτηση εισήγηση, να μην μπορούσε ούτως ή άλλως να επιτύχει. Υπενθυμίζω ότι, με βάση την απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 ΑΑΔ 522, αλλά και την όλη προσέγγιση της νομολογίας επί του ζητήματος της κατάχρησης, ότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη της υπόθεσης ελέω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Τέτοιος επηρεασμός δεν έχει αναδειχθεί. Επομένως η περί τούτου εισήγηση απορρίπτεται. Προχωρώ συνεπώς, να εξετάσω την νομική πτυχή του υπό κρίση αδικήματος, με γνώμονα τα ευρήματα που έχουν εξαχθεί.

 Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη εδράζεται επί του άρθρου 281 (1)(α), το οποίο προνοούσε κατά τον επίδικο χρόνο, τα ακόλουθα:

«281.-(1) Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο-

(α) γη εγγεγραμμένη επί ονόματι άλλου

[…]

χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του ή του αγοραστή από τους κληρονόμους του, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος[1] επομένως είναι τα εξής:

            (α)       Η καλλιέργεια ή η κατοχή ή η νομή ή η χρήση γης,

            (β)       Η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα άλλου,

            (γ)        Χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου κυρίου.

Πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης, καθότι δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του η απόδειξη οποιασδήποτε ένοχης διάνοιας (mensrea) (βλ. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΥΡΟΥ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 277/2015, 12/4/2017). Σημειώνω επίσης ότι,  εν τη απουσία συναίνεσης του ιδιοκτήτη, η μόνη πιθανή υπεράσπιση που δύναται να προβληθεί από ένα κατηγορούμενο ο οποίος κατέχει ή καλλιεργεί ή νέμεται ή χρησιμοποιεί γη που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα άλλου χωρίς την συγκατάθεση του, είναι αυτή της «αξίωσης δικαιώματος σε περιουσία με καλή πίστη» που προβλέπεται στο αρ. 8 Κεφ. 154, νοουμένου ότι αποδείξει πως αυτός αγόρασε ή απέκτησε από διανομή, ανταλλαγή, αιτία θανάτου ή λόγω γάμου τη γη αυτή από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ή από τους κληρονόμους του. Στην προκειμένη, δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε συναφής υπεράσπισης και συνεπώς δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ περαιτέρω, επί του συγκεκριμένου ζητήματος.   

Το αδίκημα επομένως, στοιχειοθετείτε με την απόδειξη, απλά της ένοχης πράξης ήτοι της κατοχής ή καλλιέργειας ή χρήσης γης από τον κατηγορούμενο, τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα άλλου, χωρίς όμως την οποιασδήποτε συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη τους. 

 

Είναι σημαντικό πρωτίστως να εξεταστεί το κατά πόσο το επίδικο ακίνητο, μπορεί να περιλαμβάνεται στον όρο «γη» που αναφέρεται στο άρθρο 281(α), προτού εξεταστεί οτιδήποτε άλλο.

 

Είναι η θέση της υπεράσπισης πως τούτο δεν μπορεί να περιλαμβάνεται. Την θέση της αυτή, την στηρίζει στο ότι δεν υπάρχει ερμηνεία του όρου «γη» στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154 και πως η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην παραπάνω φράση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα, θα πρέπει να έχει ως βάση την ερμηνεία που δίδεται στην αγγλική νομοθεσία με βάση το άρθρο 3 του Κεφ. 154. Η δε αγγλική ερμηνεία του όρου, ως αυτή απορρέει από το Criminal Justice and Public Order Act 1994, ρητά αποκλείει οποιαδήποτε κτήρια, πλην των γεωργικών κτηρίων και προστατευόμενων μνημείων, με βάση την αγγλική (συναφή με τούτα) νομοθεσία. Περιπλέον των πιο πάνω, είναι η θέση της υπεράσπισης πως η συνήθης έννοια της φράση «γη» με βάση το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ.Δ. Μπαμπινιώτη, σελ. 477 σημαίνει, «11. Έκταση που δεν καλύπτεται από κτίσματα» και ως εκ τούτου, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, θα ήταν αντίθεση με την γραμματική ερμηνεία του όρου.

 

Αντίθετη είναι η θέση των συνηγόρων της κατηγορούσας αρχής, οι οποίοι υποστηρίζουν πως ερμηνεία ως αυτήν που εισηγείται η υπεράσπιση θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα, αφού σκοπός του εν λόγω άρθρου είναι η προστασία της ακίνητης ιδιοκτησίας ενός προσώπου, εξ ου και ο νομοθέτης με τον Ν.44/72, τροποποίησε το συγκεκριμένο άρθρο, το οποίο ομολογουμένως, αρχικά είχε εισαχθεί στον Ποινικό Κώδικα και ποινικοποιούσε την παράνομη κατοχή, νομή, χρήση και καλλιέργεια γεωργικής γης. Επιπρόσθετα, είναι η θέση της κας. Σωκράτους πως αφ’ ης στιγμής το ακίνητο είναι άρρηκτα και στερεά συνδεδεμένο με την γη, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαχωρισμού και θα πρέπει να θεωρηθεί πως αποτελεί μέρος της, παραπέμποντας σε άλλες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, οι οποίες κατά την θέση της και για τους λόγους που εξηγεί, ενισχύουν το ότι αυτής της ερμηνείας θα πρέπει να τύχει η φράση «γη» στο άρθρο 281(1)(α) του Κεφ. 154.

 

Είναι γεγονός, ότι στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, η λέξη «γη», δεν ερμηνεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ως επίσης ότι σε κανένα άλλο νομοθέτημα, έχω εντοπίσει σχετική ερμηνεία. Τουναντίον, ερμηνεία υπάρχει σε διάφορα νομοθετήματα, μεταξύ των οποίων και ο Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμος, Κεφ. 224, ως προς το τι η φράση «ακίνητο» περιλαμβάνει. Στην ερμηνεία που δίδεται στην φράση «ακίνητο» στο Κεφ. 224 (ανωτέρω), περιλαμβάνεται και η «γη». Τούτο ωστόσο κατά την άποψη μου, δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία στα της παρούσας. Επίσης, η θέση της υπεράσπισης ότι καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, θα πρέπει να αντλείται από το τι ισχύει στον αγγλικό ποινικό Κώδικα, είναι επίσης εν μέρει ορθή. Και αναφέρω εν μέρει ορθή, καθότι, ο κανόνας τούτος δεν είναι απόλυτος ως προς τις λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται, αφού τούτο γίνεται κατά τεκμήριο με βάση το τι ισχύει στον αγγλικό ποινικό νόμο στο μέτρο κατά το οποίο τέτοια ερμηνεία δεν αντίκειται με το περιεχόμενο του κειμένου ή νοουμένου ότι δεν προνοείται ρητά από κάποια άλλη έννοια, εν αντιθέσει με τις νομικές αρχές ερμηνείας, οι οποίες με βάση το λεκτικό του άρθρου 3 του Κεφ. 154 οι οποίες ακολουθούνται πιστά με βάση το τι ισχύει στην Αγγλία.

 

Σημειώνω επί τούτου ότι, πράγματι, το άρθρο 60C(8) του Criminal Justice and Public Order Act 1994 αποκλείει ρητά, από την ερμηνεία της λέξης «land», οποιαδήποτε κτήρια. Τούτο ωστόσο, δεν είναι ασύνδετο κατά την άποψη μου με το γεγονός ότι στην αγγλική ποινική νομοθεσία, υπάρχει ιδιώνυμο αδίκημα[2] σε ό,τι αφορά την παράνομη χρήση ακινήτου ή άλλως πως παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, αδίκημα (ποινικό) που μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν υφίσταται στον ημεδαπό Ποινικό Κώδικα (Κεφ. 154). Η διαφοροποίηση τούτη, είναι εκ των παραγόντων που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη, κατά την απόδοση της ερμηνείας που θα πρέπει να δοθεί στην φράση «γη» (ή άλλως πως «land») που περιλαμβάνεται στο άρθρο 281 του Κεφ. 154.

 

Καθώς πρόκειται ουσιαστικά για ερμηνεία νομοθετήματος, σημειώνω εκ των προτέρων, πως τούτη γίνεται, έχοντας υπόψη μου τις αρχές που διέπουν τούτη την διεργασία, ως αυτές συνοψίστηκαν στην Farooq ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 165/2018 (σχ. με 166, 169 και 170/2018), ημερ. 07.09.2020, με αναφορά και παραπομπή στις Theodorides vThe Central Bank of Cyprus (1985) 3(BC.L.R. 721, 729-30, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ και άλλοι ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας (1998) 3 Α.Α.Δ. 348, 352-355, Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας [1995] 3 Α.Α.Δ. 59, Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ v. Δημοκρατίας (1991) 4(Β) Α.Α.Δ. 1142, 1149-1150, Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δηµοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, 80-81, ΧΧΧ Σέπου ν. Πανεπιστημίου ΚύπρουΑναθεωρητική Έφεση 94/2013, ημερ. 26.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:C262, Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool EntertainmentΠολιτική Έφεση Αρ.30/2019, ημερ.1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171,  xxx Χρίστου κ.ά. ν. xxx xxx Πιερίδου Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Κώστα Μαραγκού, Πολιτική Έφεση Αρ.311/2011, ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλου (1990) 2 ΑΑΔ 86και Τροκκούδη ν. Πέτρου κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 683.

 

Ως αναφέρθηκε στην Farooq (ανωτέρω) «Όταν λοιπόν η φρασεολογία του νόµου είναι σαφής, αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους (Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δηµοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, 80-81 και πιο πρόσφατα ΧΧΧ Σέπου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Αναθεωρητική Έφεση 94/2013, ημερ. 26.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:C262 και Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση Αρ.30/2019, ημερ.1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171).  Στην xxx Χρίστου κ.ά. ν. xxx xxx Πιερίδου Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Κώστα Μαραγκού, Πολιτική Έφεση Αρ.311/2011, αναφέρθηκε ότι: «η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων δεν καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις.  Όπου οι πρόνοιες του νόμου είναι σαφείς, το κείμενό του αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νόμου (ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλου (1990) 2 ΑΑΔ 86, Τροκκούδη ν. Πέτρου κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 683).»

 

Στην παρούσα, εκ πρώτης όψεως, δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια, (παρότι δεν υπάρχει αντίστοιχη ερμηνεία) ως προς τί είναι εκείνο που η φράση «γη» σημαίνει. Με βάση το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ.Δ. Μπαμπινιώτης, σελ. 477 ως προς το τι η λέξη «γη», πράγματι, η παραπάνω λέξη ερμηνεύεται ως εξής «11. Έκταση που δεν καλύπτεται από κτίσματα». Συγκλίνω επομένως με την θέση της υπεράσπισης, ότι η ερμηνεία της παραπάνω φράσης στο άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε άλλο, πέραν της γης, αυτής καθαυτής.

 

Τούτο ωστόσο, δεν απαλλάσσει αυτόματα, την Κατηγορούμενη, αφού το ερώτημα που προκύπτει ακολούθως των πιο πάνω είναι εάν η παράνομη κατοχή ενός ακινήτου το οποίο βρίσκεται κτισμένο επί της συγκεκριμένης γης, συνεπάγεται και κατοχή ή χρήση (και) της τελευταίας.

 

Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, είναι κατά την άποψη μου καταφατική και τούτο διότι πέραν από το ότι η λογική του πράγματος, τούτο είναι που υπαγορεύει, η κατοχή ενός ακινήτου στην νομική της έκφανση, περιλαμβάνει και κατοχή της γης, επί της οποίας το ακίνητο βρίσκεται, ιδιαίτερα όταν τα δύο δεν μπορούν να διαχωριστούν (βλ. ερμηνεία της λέξης «land» στο νομικό λεξικό Blacks Law Dictionary, Bryan A. Garner, 7η έκδοση, σελ. 881).[3]

 

Ακόμη όμως και στην κοινή ελληνική γλώσσα, η λέξη «ακίνητο» (και η συνήθης ερμηνεία της φράσης) περιλαμβάνει το έδαφος επί του οποίου τούτο βρίσκεται. Τέτοια ερμηνεία δίδεται και από το Λεξικό Μπαμπινιώτη (ανωτέρω), διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:

 

 «ακίνητο (ενν. πράγµα) {ακινήτ-ου | -ων} το έδαφος και τα συστατικά του µέρη (π.χ. κτίσµατα)»

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Δεν τίθεται επομένως ζήτημα κατά την άποψη μου, το κατά πόσο η λέξη «γη», έχει την έννοια που έχει η λέξη «ακίνητο» αφού προφανώς και πρόκειται περί δύο διακριτών εννοιών, αλλά του κατά πόσο η χρήση ενός ακινήτου που βρίσκεται μόνιμα προσαρτημένο επί γης, συνεπάγεται και χρήση της τελευταίας. Η απάντηση ως έχω προαναφέρει είναι καταφατική αφού το πρώτο αποτελεί μέρος της τελευταίας.

 

Στην προκειμένη, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο διαμέρισμα, είναι κτισμένο επί τριώροφης πολυκατοικίας, η οποία ανεγέρθηκε επί της γης/επιδίκου τεμαχίου, η οποία από τις 13.06.23 είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Παραπονούμενης και η Κατηγορούμενη το κατέχει από τις 21.12.2023, χωρίς την συναίνεση της τελευταίας, κατά τρόπο που να πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατοχής γης, χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, το οποίο πραγματεύεται το άρθρο 281(1)(α).

 

Από μέρους δε της Κατηγορούμενης, δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε θέση επί ενδεχόμενης καλόπιστης αξίωσης, επί του επίδικου ακινήτου, ως προβλέπεται στον Νόμο. Η ένοχη πράξη επομένως του αδικήματος έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σημειώνω επίσης πως δεν διέλαθε την προσοχή μου το ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει πως το επίδικο διαμέρισμα καταλαμβάνει όλο το μέρος της γης επί της οποίας είναι κτισμένο, πλην όμως τούτο κατά την άποψη μου είναι αδιάφορο, αφού δεν αποτελεί εν πάση περιπτώσει συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 281(1)(α) του Κεφ.154, η κατοχή, χρήση ή νομή ολόκληρης της έκτασης μιας γης. Σημειώνω ότι, η περίοδος την οποία καλύπτει το κατηγορητήριο, δεν εμπίπτει εντός του πιο πάνω χρόνου, αφού αφορά προγενέστερο χρόνο. Έπεται συνεπώς, ότι καταδίκη επί του υφιστάμενου κατηγορητηρίου δεν μπορεί να επιτευχθεί. 

 

Το ζήτημα ωστόσο είναι κατά πόσο η Κατηγορούμενη θα μπορούσε να καταδικαστεί δια τροποποιήσεως του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα δια προσθήκης κατηγορίας που να αφορά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

 

Επιβάλλεται συνεπώς η εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 85(4)7 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, έτσι ώστε να προστεθεί στο κατηγορητήριο αντίστοιχη κατηγορία, με τη συμπερίληψη της συγκεκριμένης περιόδου.

 

 Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό και τις προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι ως έχω ήδη αναφέρει, δεν είναι δυνατή η καταδίκη της Κατηγορούμενης χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ενώ αποτελεί επίσης περαιτέρω διαπίστωση μου πως με την προσθήκη τέτοιας κατηγορίας, η Κατηγορούμενη δεν θα υπόκειται σε αυστηρότερη ποινή αφού και πάλιν η ποινή στην οποία θα υπόκειται είναι αυτή που ούτως ή άλλως προβλέπει και η κατηγορία 1, στην βάση του άρθρου 281(1)(α) του Κεφ. 154 (ως ίσχυε τότε). 

 

Περαιτέρω δεν εντοπίζω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπιση της, αφού ουσιαστικά το αδίκημα παραμένει επί της ουσίας το ίδιο, η δε υπεράσπιση είχε την ευχέρεια να θέσει και έθεσε τις θέσεις της πλήρως σε σχέση με αυτό.  Εν ολίγοις δηλαδή, θεωρώ πως δεν θα επηρεαζόταν ούτως ή άλλως,  η υπεράσπιση της αν αντιμετώπιζε εξ αρχής το προς προσθήκη αδίκημα.

 

Επομένως κρίνω πως στη βάση των προνοιών του άρθρου 85(4) του Κεφ. 155, δικαιολογείται η προσθήκη της πιο κάτω κατηγορίας, ως κατηγορία 2, την οποία και διατάσσω:

ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

Αρ. Κατηγορίας 2

 

Παράνομη κατοχή γης, κατά παράβαση του άρθρου 281(1)(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Η Κατηγορούμενη, από τις 21.12.2023, μέχρι και σήμερα, κατέχει το διαμέρισμα που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του τριώροφου κτιρίου που έχει ανεγερθεί επί της γης   με αριθμό εγγραφής 3/2436, Φύλλο/Σχέδιο 21/540303, Τμήμα 3, Τεμάχιο 1172, στην οδό [ ] 24, στην Ενορία Αγίων Ομολογητών, Δήμος Λευκωσίας, Επαρχία Λευκωσίας και το μέρος της γης, επί της οποίας τούτο είναι κτισμένο, χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της γης, ήτοι της Παραπονούμενης.

 

Συνεπώς η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει και αθωώνεται και απαλλάσσεται, από την κατηγορία 1.

 

Τα έξοδα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον της Κατηγορούμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

                                                                                    (Υπ.)   ....................................

                                                                                             Ε.Κ. Μιντή Ε.Δ. 

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] (Για τα πιο πάνω βλ. Pantelis Antoni Makryasv. The Police(1967) 2 CLR 245, Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαντωνίου(1992) 2 Α.Α.Δ. 403, Robb Gary John v. Αστυνομίας(2012) 2 Α.Α.Δ. 201Ιωάννου κ.ά. νΑληφάντη κ.ά., ΠοινΈφ. 163 έως 165/17, ημερ7.10.2019 και CCSRE REAL ESTATE COMPANY LTD νΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ, ΠοινΈφεση 94/2022, ημερ. 31.10.2025)

 

 

 

 

[2] Βλ. Article 144- Legal Aid, Sentencing and Punishment of Offenders Act 2012.

 

 

 

 

[3] land, n. 1. An immovable and indestructible three-dimensional area consisting of a portion of the earth’s surface, the space above and below the surface, and everything growing on or permanently affixed to it. 2. An estate or interest in real property. “In its legal significance, ‘land’ is not restricted to the earth’s surface, but extends below and above the surface. Nor is it confined to solids, but may encompass within its bounds such things as gases and liquids. A definition of ‘land’ along the lines of ‘a mass of physical matter occupying space’ also is not sufficient, for an owner of land may remove part or all of that physical matter, as by digging up and carrying away the soil, but would nevertheless retain as part of his ‘land’ the space that remains. Ultimately, as a juristic concept, ‘land’ is simply an area of three-dimensional space, its position being identified by natural or imaginary points located by reference to the earth’s surface. ‘Land’ is not the fixed contents of that space, although, as we shall see, the owner of that space may well own those fixed contents. Land is immoveable, as distinct from chattels, which are moveable; it is also, in its legal significance, indestructible. The contents of the space may be physically severed, destroyed or consumed, but the space itself, and so the ‘land’, remains immutable." Peter Butt, Land Law 9 (2d ed. 1988).»

(έμφαση δοθείσα)

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο