Δημοκρατία ν. Χ. Μ. Χ., Αρ. Υπόθεσης: 19680/24, 10/12/2025
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Χ. Μ. Χ., Αρ. Υπόθεσης: 19680/24, 10/12/2025

ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    K. Κουνίδου, Π.Ε.Δ.

                        Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.

                        Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης:  19680/24

 

          Δημοκρατία

 

                             ν.

 

        Χ. Μ. Χ.

Κατηγορουμένου

 

- - - - - - - - - - - - - -

 

Ημερομηνία: 10.12.2025

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Φωτιάδου (για να ακούσει την ποινή κος Π. Βαρνάβα)   

Για Κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου

Κατηγορούμενος: παρών

 

           [Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών]

 

Π Ο Ι Ν Η

(Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων. Η πιο πάνω πρόνοια σκοπό έχει την προστασία προσώπου που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανήλικο.)

 

 

Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 25 περίπου ετών, κατόπιν δικής του παραδοχής κρίθηκε ένοχος σε  κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού (κατηγορία 1) κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(3) και 14 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 29η Σεπτεμβρίου 2023, στη Λεμεσό συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί το οποίο δεν είχε φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, δηλαδή με την Μ.Π από την Λεμεσό, γεννηθείσα στις 8/10/2006.

 

Σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3 (βιασμός και επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης), η Κατηγορούσα Αρχή προχώρησε στη διακοπή τους και ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές.

 

Τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, παρατίθενται αυτολεξεί:

 

  1. Η παραπονούμενη, είναι η Μ. Π., γεννηθείσα την [ ]/2006, και κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος ήταν 16 11/12 ετών και φοιτούσε στην τρίτη τάξη του [ ] στη Λεμεσό.

 

  1. Ο Κατηγορούμενος είναι ο Χ  Μ  Χ , γεννηθείς την [ ]/2000 και κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος ήταν 22,5 ετών. Μεταξύ των ημερομηνιών 21/9/23-29/9/2023 εργαζόταν ως φύλακας ασφαλείας στο [ ] όπου φοιτούσε η ανήλικη.

 

  1. Μεταξύ των ημερομηνιών 21/9/2023 και 27/9/2023 συμπεριλαμβανομένων και ενώ η παραπονούμενη καθόταν με συμμαθήτριες της σε παγκάκι εντός του [ ] κατά τη διάρκεια του διαλείμματος ο κατηγορούμενος την προσέγγισε και ξεκίνησαν να μιλούν, ενώ στη συνέχεια δημιούργησαν ερωτικό δεσμό.

 

  1. Την 29η Σεπτεμβρίου 2023 ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη διευθέτησαν συνάντηση. Ο κατηγορούμενος παρέλαβε την ανήλικη με το αυτοκίνητο του από την οικία της μετέβηκαν σε παραλιακό μέρος και είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή, χωρίς η παραπονούμενη να έχει φτάσει την ηλικία συναίνεσης.

 

  1. Την 15η Οκτωβρίου 2023 η παραπονούμενη προσήλθε με τους γονείς της Β. Π. και Κ. Π. και τον θείο της Α. Γ. στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού και κατήγγειλαν ότι η ανήλικη υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον κατηγορούμενο.

 

  1. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη την 15/10/2025 και στις 20/10/2025  λήφθηκε από τον ίδιο ανακριτική κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε ότι διατηρούσε σχέση με την ανήλικη και ότι στις 29/9/2023 είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή μαζί της.

 

  1. Η ανήλικη παραπονούμενη παραπέμφθηκε από τον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων στο Σπίτι Του Παιδιού για ψυχολογική αξιολόγηση.

 

  1. Η παραπονούμενη εξετάστηκε από την ειδική κλινική ψυχολόγο του Σπιτιού του Παιδιού κα Νατάσα Παπαμάρκου η οποία ετοίμασε σχετική έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης με ημερομηνία 15/4/2024.

 

  1. Από την αξιολόγηση διαπιστώθηκε ότι, οι δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας που βίωσε η παραπονούμενη, όπως οι επαναλαμβανόμενες και επίπονες χειρουργικές επεμβάσεις, καθώς γεννήθηκε με συνδακτυλία, και ο σχολικός εκφοβισμός που βίωσε από τους συμμαθητές της κατά την Α’ Γυμνασίου ένεκα της αναπηρίας της, λειτούργησαν ως επιβαρυντικοί παράγοντες στη ψυχική της υγεία καθιστώντας την ευάλωτη στην εκμετάλλευση. Κατά το αναπτυξιακό στάδιο της εφηβείας όπου βρισκόταν η ανήλικη, εντοπίστηκαν έντονες οι ανάγκες για διαμόρφωση προσωπικής ταυτότητας, κοινωνικής αλληλεπίδρασης και αποδοχής. Η σχέση με τον κατηγορούμενο φάνηκε να κάλυπτε μερικώς τις προαναφερθείσες ανάγκες προκαλώντας στην ανήλικη αμφιθυμικά συναισθήματα.

 

  1.  Η Κλινική Ψυχολόγος, εισηγήθηκε την συνεργασία της ανήλικης με ψυχολόγο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, προέβηκε σε εμπεριστατωμένη αγόρευση με παραπομπή σε νομολογία, το περιεχόμενο της οποίας μελετήσαμε με προσοχή στα πλαίσια διεκπεραίωσης του έργου μας για επιβολή στον κατηγορούμενο της  κατάλληλης ποινής σε ότι αφορά το είδος αλλά και το ύψος της. Συγκεκριμένα η κα Αδάμου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει προς όφελος του κατηγορούμενου τους πιο κάτω μετριαστικούς παράγοντες:

 

(1)  Το λευκό ποινικό μητρώο του.

(2)  Την παραδοχή του.  

(3)  Το νεαρό της ηλικίας του.

(4) Τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με την διαγωγή του.

(5) Τις προσωπικές-οικογενειακές-οικονομικές του  συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.

(6) Το ότι απώλεσε την εργασία του συνεπεία των πράξεων, δεν μπορεί να εργαστεί στον ίδιο τομέα και δυσκολεύεται να εργοδοτηθεί αλλού.   

(7) Ότι δεν υπάρχουν επιβαρυντικά στοιχεία, όπως είναι η βία και ο εξαναγκασμός και  επίσης ότι ενήργησε έχοντας συναισθήματα αγάπης έναντι της παραπονούμενης καθώς και σοβαρό σκοπό για τη σχέση τους. 

(8)  Ότι  η παραπονούμενη βρισκόταν πλησίον της ηλικίας συναίνεσης.

(9) Το γεγονός ότι η μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά ηλικίας.    

 

Τέλος, η κα Αδάμου, κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας στον κατηγορούμενο, να ασκήσει τη διακριτική του  ευχέρεια και την αναστείλει καθότι, όπως είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Ως τέτοιους παράγοντες επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων,  το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, τα γεγονότα της υπόθεσης και  τις προσωπικές του συνθήκες και περιστάσεις.  

 

Αναφορικά με τις προσωπικές-οικογενειακές-οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, στις οποίες έκανε αναφορά και η ευπαίδευτη συνήγορος του, αντλούμε πληροφόρηση από την έκθεση του γραφείου ευημερίας το περιεχόμενο της οποίας δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. 

 

Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση ο  κατηγορούμενος είναι ηλικίας 25 ετών,  γεννήθηκε στην Κύπρο, φοίτησε μέχρι την Β’ Tάξη Λυκείου και εγκατέλειψε την φοίτηση του λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος,  ενώ υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Εργάστηκε κατά καιρούς ως φρουρός ασφαλείας, σε φρουταρία και ταχυφαγείο. Σήμερα είναι άνεργος και συμβιώνει με την σύντροφο του στο σπίτι της μητέρας της, η οποία τους συντηρεί. Ο κατηγορούμενος έχει αποκτήσει ένα παιδί από προηγούμενη σχέση του, το οποίο σήμερα είναι 2 ετών.

 

Το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό, γεγονός που αναγνώρισε και η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης χωρίς περιστροφές. Η σοβαρότητα του αδικήματος αντανακλάται μέσα από την  προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης 20 ετών.

 

Όπως έχει λεχθεί, η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α. (1990) 2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».

 

Βεβαίως, όταν  τα Δικαστήρια καλούνται να επιβάλουν ποινή,  δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης, τη μορφή της επιλήψιμης συμπεριφοράς, τη συχνότητα διάπραξης τέτοιας παράνομης συμπεριφοράς και τις επιπτώσεις που προκαλούνται στο ανήλικο θύμα (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930).  Στην  υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391, όπου στις σελίδες 402 – 403 λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.»

 

Κάθε υπόθεση κρίνεται ξεχωριστά και η ποινή που επιβάλλεται είναι εξατομικευμένη για την συγκεκριμένη περίπτωση του κάθε κατηγορουμένου. Η  εξατομίκευση της ποινής «αποτελεί συνθετικό στοιχείο του παρονομαστή της τιμωρίας» (Salaryand ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541). Στα πλαίσια άσκησης της κρίσης για επιλογή του κατάλληλου είδους και ύψους της ποινής που αρμόζει στην κάθε περίπτωση, σταθμίζονται όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.

 

Είναι βεβαίως καλά γνωστό πως, όπου το στοιχείο της αποτροπής αναδύεται ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας. Εκεί δηλαδή που έχουν διαπραχτεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης, όπως στην παρούσα περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες των παραβατών διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής, έτσι ώστε να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (πιο πάνω), Κλεοβούλου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου (2001) 2 Α.Α.Δ. 438). Ωστόσο το καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχτεί σοβαρά αδικήματα (Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575). Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει όμως να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και το στοιχείο της αποτροπής (Σωκράτους ν. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ.132).  Είναι με αυτό το σκεπτικό που θα προσεγγίσουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω (Μ.Θ. v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 174).

 

Ο Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος του 2014 (Ν. 91(1)/2014) προβλέπει την ποινική μεταχείριση προσώπων που διαπράττουν σεξουαλικής φύσεως αδικήματα εις βάρος ανηλίκων προσώπων. Πρόκειται για ένα αυστηρό νομοθέτημα το οποίο συμβάλλει στην αδιάκοπη προσπάθεια της παγκόσμιας κοινότητας να προστατεύσει τα παιδιά από τη σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση (βλέπε Aebi And Others, Criminal Punishment Around The World, Volumes 1-4, ABC-CLIO, 2010). Η εισαγωγή αυστηρών ποινών στοχεύει ακριβώς στην αναχαίτηση εγκλημάτων σεξουαλικής φύσεως (χχχ Γεωργίου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 165/2019 ημερ. 20.05.21), ECLI:CY:AD:2021:B195. Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί, αδικήματα αυτής της μορφής και φύσης θα πρέπει να  αντιμετωπίζονται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259 και Α.Γ.Α. ν. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 345). Το γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται σε βάρος ανηλίκων προσώπων, όπως είναι η υπό κρίση περίπτωση, τα καθιστούν εξαιρετικής σοβαρότητας. Η εκμετάλλευση της νεαρής ηλικίας των θυμάτων από ένα ενήλικο άτομο προκειμένου να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές ορέξεις και επιθυμίες του, δεν μπορεί παρά να προκαλεί αποστροφή και αποτροπιασμό στο υπόλοιπο υγιές μέρος της κοινωνίας.

 

Παράλληλα είναι αισθητή η αγωνία της πολιτείας στην συνεχιζόμενη αύξηση κρουσμάτων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών καθώς επίσης η επισήμανση της ανάγκης επιβολής αυστηρών ποινών έτσι ώστε να αναχαιτιστούν τέτοιου είδους εγκληματικές συμπεριφορές. Αυτές οι παρατηρήσεις καταγράφονται σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά στη συνέχεια αναφέρουμε μερικές από αυτές.

 

Στην Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/16 ημερομηνίας 23.03.17 λέχθηκαν τα εξής:

 

«Ο Νόμος περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) και ειδικά τα άρθρα 2, 5 και 6(3) έχουν σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βέβαια βαθμίδες.  Εκείνο όμως που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό.  Γι’ αυτό και ο Νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στις προβλεπόμενες ποινές.»

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ν.Ν., Ποινική Έφεση 69/17 ημερομηνίας 05.12.17, το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Σε πρόσφατες αποφάσεις τονίσαμε την ανάγκη όπως οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι΄ αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο το νόμο είναι ότι όταν το παιδί - θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης». 

 

Ακόμη στην Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 184/15 ημερομηνίας 13.02.18, ECLI:CY:AD:2018:B72, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:

 

« …… θα τονίσουμε, όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα.  Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό.  Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Ν. 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών.  Όσο δε νεαρότερο είναι ένα παιδί, εξ αντικειμένου, το αδίκημα καθίσταται σοβαρότερο.»

 

Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η διάπραξη αδικημάτων αυτής  μορφής και φύσης  παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση με αποτέλεσμα η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών να καθίσταται επιβεβλημένη. Γνώση για την αυξητική τάση διάπραξης αδικημάτων αυτής της μορφής και φύσης αντλούμε από τον όγκο και τον αριθμό των υποθέσεων που επιλαμβανόμαστε σχεδόν επί καθημερινής βάσης, αλλά και γενικά, από τον αριθμό των υποθέσεων όμοιας φύσης που κατακλύζουν και απασχολούν τα Δικαστήρια όπως επίσης και από την ίδια την νομολογία.    

 

Στη Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577 λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (βλέπε επίσης Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του:

 

«Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.»

 

Συνεπώς, η επιβολή ποινών που ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής   αποτελεί τη μόνη επιλογή, πράγμα που καθίσταται σαφές από την προαναφερόμενη νομολογία αλλά και διαφαίνεται από τις πρόνοιες των Νόμων 91(Ι)/2014 και 29/1977.

 

Επαναλαμβάνουμε βέβαια ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος όπως αυτή αναδύεται και από τα γεγονότα που την περιβάλλουν.

 

Χωρίς να παραγνωρίζουμε αλλά ούτε και να υποβαθμίζουμε την σοβαρότητα του αδικήματος που ο κατηγορούμενος διέπραξε, βρίσκουμε ότι στα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης δεν περιλαμβάνονται επιβαρυντικά στοιχεία για την θέση του.  Πέραν της ηλικίας της ανήλικης  η οποία με βάση τον Νόμο κατέστησε την πράξη του κατηγορούμενου ποινικά κολάσιμη, δεν συνυπάρχουν στοιχεία βίας που θα κατέτασσαν την περίπτωση στις σοβαρές του είδους. Επίσης πρόκειται για ένα περιστατικό χωρίς να έχουν  προηγηθεί άλλες πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα.

 

Ελλείπει επίσης η ύπαρξη μεγάλης διαφοράς ηλικίας, η οποία σε αυτά τα αδικήματα λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο εκεί που υπάρχει τέτοια διαφορά (Λευκαρίτη ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 135/14 ημερομηνίας 22.11.16, Ειρηναίος (πιο πάνω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. ΧΧ Ποινική Έφεση 36/17, 14.06.17, ECLI:CY:AD:2017:B219).

 

Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 8/10/2006, ενώ το αδίκημα διαπράχθηκε στις 29/9/2023 δηλαδή 8 ημέρες πριν κλείσει τα 17 της χρόνια.  Ο δε κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ήταν σχεδόν 23 ετών  (22 ετών και 9 μηνών), αφού γεννήθηκε στις 13/12/2000.

 

Επίσης, λαμβάνουμε υπόψη ότι η παραπονούμενη 8 ημέρες μετά την διάπραξη του αδικήματος  θα συμπλήρωνε το 17ο έτος της ηλικίας της και άρα κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος βρισκόταν πολύ κοντά στην ηλικία συναίνεσης.   

 

Παρά το ότι, οι προσωπικές περιστάσεις της παραπονούμενης σε συνδυασμό με το πολύ νεαρό της ηλικίας της, την καθιστούσαν συναισθηματικά ευάλωτη και συνακόλουθα εύκολο θύμα εκμετάλλευσης, τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης δεν καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την άσχημη ψυχολογική της κατάσταση για να αναπτύξει ερωτικό δεσμό μαζί της που οδήγησε τελικά σε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη στις 29/9/2023.  

 

Επίσης, παρά το ότι η παραπονούμενη αξιολογήθηκε από ειδική κλινική ψυχολόγο μετά την διάπραξη του αδικήματος, δεν υπάρχει κάποιο εύρημα που να δείχνει ότι δημιουργήθηκε ή  ότι υπήρξε  κάποιο ψυχικό κατάλοιπο ή  τραύμα συνεπεία των πράξεων του κατηγορούμενου.

 

Δίδουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Είναι νομολογημένο ότι ένας αδικοπραγούντας με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου και  στην προκειμένη περίπτωση που ισχύει ο κατηγορούμενος απολαμβάνει το ευεργέτημα αυτό (Γεωργίου v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Αριστοδήμου v. Δημοκρατία Ποινική Έφεση 121/2017 ημερ. 21.09.17), ECLI:CY:AD:2017:D311.

 

Επιπλέον είναι εις γνώση μας το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές αφού μέσα από την ανακριτική του κατάθεση αποκάλυψε το σύνολο της αξιόποινης συμπεριφοράς του και παραδέχτηκε τη διάπραξη  του αδικήματος  που αντιμετωπίζει. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Conrad Mbakoub Mbakoup ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 8614, απόφαση ημερομηνίας 27.03.2015, «Η έμπρακτη συνεργασία με την Αστυνομία θεωρείται άλλωστε πάντοτε από τη νομολογία ως μετριαστικός παράγων και αυτό πρέπει να είναι στη γνώση των κατηγορουμένων προσώπων.» Η στάση αυτή που τήρησε ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπόψη.

 

Επίσης μεγάλη βαρύτητα αποδίδουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί μέσα από τη νομολογία ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.28 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15.06.15). Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015 ημερ. 11.07.16 τονίστηκε, ανάμεσα σ’ άλλα, ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Το ίδιο σκεπτικό διατυπώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Τράντα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016 ημερ. 14.11.16.

 

Η σημασία της παραδοχής σε αυτού του είδους υποθέσεις τονίστηκε και στην απόφαση Η.Ε ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 137/18 (σχ. με 50/18) ημερομηνίας 08.04.20. Όπως λέχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση αυτή η παραδοχή «είναι ο πλέον σημαντικός μετριαστικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής (Χαρτούμπαλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28) και δη σε υποθέσεις της εξεταζόμενης φύσεως όπου, με την παραδοχή, αποφεύγεται η ψυχική ταλαιπωρία του θύματος το οποίο με τη μη παραδοχή του δράστη  υποβάλλεται σε αντεξέταση και ως εκ τούτου βιώνει εκ δευτέρου τα όσα τραυμάτισαν το σώμα και την ψυχή του.» Στην αξία της παραδοχής σε περιπτώσεις όπως την παρούσα αναφέρεται και η προγενέστερη υπόθεση Ν.Σ. v. Δημοκρατίας (πιο πάνω) στην οποίαν λέχθηκαν ανάμεσα σ’ άλλα:  «Πολλάκις εκφράσαμε την αξία της παραδοχής, ειδικά σε σεξουαλικά αδικήματα, όπου το θύμα δεν υποβάλλεται στη βάσανο της μαρτυρίας, κάτι που εδώ δεν ισχύει.»

 

Θα εκλάβουμε εδώ την παραδοχή του κατηγορουμένου ότι ήταν άμεση. Ο κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή με την αναστολή της ποινικής δίωξης στις κατηγορίες 2 και 3 και χωρίς να χρειαστεί να ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η παραδοχή στο στάδιο που έγινε συνέβαλε στο να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και να αποφευχθεί ταλαιπωρία αλλά και ο ενδεχόμενος ψυχικός τραυματισμός της παραπονούμενης με την εμφάνιση της στο δικαστήριο για σκοπούς εκδίκασης της υπόθεσης. Συνεπώς στην παραδοχή του κατηγορούμενου αποδίδουμε τη σημασία που της αρμόζει.

 

Ακόμη συνεκτιμούμε προς όφελος του κατηγορουμένου την απολογία του, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον μας από την συνήγορο του.

 

Εκλαμβάνουμε τη συνεργασία που επέδειξε ο κατηγορούμενος με την Αστυνομία, όπως αυτή εξηγήθηκε προηγουμένως, σε συνάρτηση με την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, καθώς και την απολογία του ενώπιον μας ως έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του, η οποία μέσω της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288), την οποίαν και προσμετρούμε προς όφελος του.

 

Καθίσταται από τώρα σαφές, πως χωρίς την συνεργασία του κατηγορουμένου με την αστυνομία, την παραδοχή του στο δικαστήριο, την απολογία του ενώπιον μας και γενικότερα την έμπρακτη μεταμέλεια που αυτός επέδειξε, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά.

 

Όπως λέχθηκε ήδη πιο πάνω, ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνουμε υπόψη μας είναι το γεγονός ότι η σεξουαλική επαφή που ο κατηγορούμενος είχε με την παραπονούμενη περιορίστηκε σε μία μόνο φορά και δεν υπήρξε βία ή εξαναγκασμός ή οποιαδήποτε μορφή επιθετικής συμπεριφοράς από μέρους του κατηγορουμένου.

 

Επιπροσθέτως λαμβάνουμε υπόψη το σχετικά νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου. Όταν διέπραξε τα αδικήματα ήταν ηλικίας σχεδόν 23  ετών.

 

Περαιτέρω δεχόμαστε όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου που καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και συμπληρωματικά έχουν αναφερθεί από την συνήγορο υπεράσπισης στην αγόρευση της, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Οι εν λόγω συνθήκες του κατηγορουμένου, στις οποίες έχουμε ήδη κάνει αναφορά, λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό και την έκταση που η νομολογία τους αποδίδει, το πνεύμα της οποίας έχουμε εξηγήσει προηγουμένως (Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211 και Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221).

 

Αρκετές αποφάσεις του  Ανωτάτου Δικαστηρίου καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για τα αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123 και χχχ Γεωργίου v. Δημοκρατίας (πιο πάνω)).  Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ... 217). Στην Σάμπη ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), το Εφετείο επανέλαβε ότι:

 

«…… δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν.»

 

Ενδεικτικά παραθέτουμε ορισμένες αποφάσεις που είναι ενδεικτικές του ύψους της ποινής τα γεγονότα των οποίων, όπως διαφαίνεται, είναι ιδιαίτερα αλλά και πιο σοβαρά.

 

Στην Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή σε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του Ν.91(Ι)/2014 (1η κατηγορία) και διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρόνων μέχρι δεκαεπτά, κατά παράβαση του Άρθρου 154 Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 145(1)/2002 (2η κατηγορία). Ο εφεσείων ήταν 24 ετών και το θύμα 13 ετών κατά τον επίδικο χρόνο. Ο εφεσείων είχε αποστείλει μήνυμα (αίτημα φιλίας) σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης (facebook) στο θύμα. Αυτή ανταποκρίθηκε, αποδεχόμενη το αίτημα φιλίας και τότε ξεκίνησε η μεταξύ τους επικοινωνία, μέσω της εφαρμογής (messenger), μια εβδομάδα περίπου, πριν από την επίδικη ημερομηνία. Το θύμα και ο εφεσείων, κατόπιν προτροπής του ιδίου, διευθετήσαν συνάντηση μεταξύ τους. Ο εφεσείων παρέλαβε με το αυτοκίνητο του το θύμα, από σημείο πλησίον της οικίας της και τη μετέφερε στο σπίτι του. Την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο του, το οποίο ήταν κοινό με τον αδελφό του και κατ’ εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο στο σπίτι.

 

Ο εφεσείων, αφού έκλεισε την πόρτα του δωματίου, άρχισε να τη χαϊδεύει και να τη φιλά σε διάφορά σημεία του σώματος της. Στη συνέχεια έβγαλε το παντελόνι του και το παντελόνι του θύματος. Τότε αφίχθηκε στο σπίτι ο αδελφός του, ο οποίος εισήλθε εντός του υπνοδωματίου όπου βρισκόταν ο εφεσείων και το θύμα και κάθισε στο κρεβάτι του. Το θύμα, κατόπιν προτροπής του τελευταίου είχε ήδη κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι. Ο εφεσείων κάλεσε το θύμα να βγει από το κάτω μέρος του κρεβατιού. ΄Εμειναν όλοι μαζί για λίγα λεπτά και στη συνέχεια ο αδελφός του εγκατέλειψε την οικία. Ο εφεσείων άρχισε εκ νέου να χαϊδεύει και να φιλά το θύμα σε διάφορα μέρη του σώματος της και ακολούθως εισχώρησε το γεννητικό του όργανο στο γεννητικό όργανο της, ολοκληρώνοντας τη σεξουαλική πράξη.

 

Στον εφεσείοντα  αποδόθηκε προσχεδιασμός και συγκεκριμένα ότι παρέλαβε το θύμα και τη μετέφερε αμέσως με σκοπό την διενέργεια σεξουαλικής πράξης. Δεν έγινε δεκτή η θέση του ότι με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης υπήρξε έρωτας μεταξύ τους επειδή κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ο εφεσείων διατηρούσε δεσμό με συγκεκριμένη γυναίκα. Ο εφεσείων ήταν πατέρας δύο ανήλικων παιδιών από δύο διαφορετικές συντρόφους, τα οποία διέμεναν μαζί με τις μητέρες τους. Αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα, κρίσεις πανικού και χρόνιο πρόβλημα αγοραφοβίας.

 

Στον εφεσείοντα επιβλήθηκαν 2½ χρόνια φυλάκιση στη 1η κατηγορία και 1 χρόνο στην 2η κατηγορία. Εισήγηση για αναστολή της ποινής απορρίφθηκε. Οι ποινές του πρωτόδικου δικαστηρίου επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

Στην υπόθεση Γ.Α. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 178/2017 ημερομηνίας 24.10.18, ECLI:CY:AD:2018:B457 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο σε κάθε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης. Ο Εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση σε 21 κατηγορίες. Οι 11 κατηγορίες αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση παιδιού εις βάρος της 10χρονης τότε παραπονούμενης εκδηλούμενες από τον Μάιο  2015 μέχρι τον Μάιο 2016.  Ο Εφεσίβλητος ήταν ηλικίας 37 ετών. Προκύπτει επίσης μέσα από την απόφαση ότι ο Εφεσίβλητος ήταν «άτομο της οικογένειας», εξ αγχιστείας συγγενής. Οι πράξεις του συνίσταντο σε φιλήματα στο στόμα και χαϊδέματα στα γεννητικά όργανα.

 

Στην υπόθεση Ν.Σ ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο μετά από ακροαματική διαδικασία στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης κατά γυναικός, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα και σε δύο αδικήματα του Νόμου 91(1)/2014 κατά παράβαση των άρθρων 6(3) και 6(4)(β). Η ανήλικη ήταν ηλικίας 13 ετών και ο κατηγορούμενος ηλικίας 63 ετών. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης ο εφεσείων και η ανήλικη στις 8.3.2015 και περί ώρα 19:20 «στέκονταν σε σημείο πολυκατοικίας και προέβαιναν στις πιο κάτω πράξεις: Φιλιούνταν, γλείφονταν στο λαιμό, αγκαλιάζονταν και ο κατηγορούμενους έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της ανήλικης.»   

 

Στον εφεσείοντα επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 χρόνων στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης και 7 ετών στην κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού με κατάχρηση ευάλωτης θέσης κατά παράβαση του άρθρου 6(49(β). Η Έφεση του αφορούσε τόσο την καταδίκη του όσο και το ύψος της ποινής που του επιβλήθηκε. Το Εφετείο ανέτρεψε την καταδίκη του κατηγορούμενου σε σχέση με την κατηγορία που του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών και παρέμεινε το θέμα της ποινής των 3 χρόνων στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης η οποία και επικυρώθηκε. Εξέτασε επίσης το Εφετείο, ενόψει της ανατροπής της καταδίκης στην κατηγορία που επιβλήθηκε ποινή (κατηγορία 52), το θέμα της  ποινής στη κατηγορία που εκρίθη ότι δεν θα επιβάλλετο ποινή, δηλαδή στην κατηγορία 3, εφόσον τα συστατικά στοιχεία της εμπεριέχονταν στην κατηγορία 52. Το Εφετείο επέβαλε στον Εφεσείοντα τελικά ποινή φυλάκισης 5 ετών για την κατηγορία 3 που αφορούσε το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του Νόμου 91(1)/2014.

 

Στην υπόθεση χχχχ Ρ. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 253/2017 ημερομηνίας 28.02.19, ECLI:CY:AD:2019:B66 ο εφεσείων καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία σε δώδεκα κατηγορίες. Τέσσερις από αυτές (κατηγορίες 1, 4, 7 και 10) αφορούσαν σε σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6 (4)(α) του Ν. 91(1)/2014, τέσσερις  σε σεξουαλική κακοποίηση παιδιού (κατηγορίες 2,5,8 και 11) κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(3) του ιδίου Νόμου και τέσσερις σε άσεμνη επίθεση κατά γυναικός (κατηγορίες 3,6,9 και 12) κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4(1)(2)(α) και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων (Ν.119(1)/2000) και του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου του 2015 στο σπίτι του εφεσείοντα, όπου σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις άγγιξε και χάιδεψε την κοιλία και τα γεννητικά όργανα της ανήλικης, ηλικίας τότε 11 ετών, ενώ σε μια περίπτωση έγλειψε επιπρόσθετα τα γεννητικά της όργανα. Για τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 4 ,7 και 10 του επιβλήθηκαν  συντρέχουσες  ποινές φυλάκισης 5 ετών στην κάθε μια και στις κατηγορίες 3, 6, 9 και 12  ποινές φυλάκισης 2 ετών στην κάθε μια. Στις κατηγορίες 2, 5, 8, και 11 δεν επιβλήθηκε καμία ποινή.

 

Η έφεση που καταχώρησε αφορούσε τόσο την καταδίκη του όσο και το ύψος των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκε, ως έκδηλα υπερβολική. Η έφεση του απορρίφθηκε τονίζοντας το Εφετείο ότι το Κακουργιοδικείο ορθά επικεντρώθηκε στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, λόγω της φύσης των αδικημάτων που στρέφονται κατά ανήλικης, και της όλο και αυξανόμενης συχνότητας διάπραξης αδικημάτων σεξουαλικής φύσης, ως τα υπό συζήτηση. Ανέφερε επίσης ότι το Κακουργιοδικείο δεν ξέφυγε από τα ορθά όρια που επιτάσσει η νομολογία και ότι αντιμετώπισε τον εφεσείοντα με τον δέοντα τρόπο και προσμέτρησε κάθε στοιχείο στα θεμιτά πλαίσια.

 

Στην υπόθεση Σ.Λ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 155/2019 ημερομηνίας 25.02.21, ECLI:CY:AD:2021:B57, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε διάφορα αδικήματα, στα οποία βρέθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, σε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως κατά παράβαση του Ν.91(Ι)/2014. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ’ άλλα, κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε τρεις κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης και μετά από ακρόαση σε μία άλλη κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης της ίδιας ανήλικης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(3) του Ν.91(Ι)/2014. Οι ενέργειες και οι πράξεις του, οι υποσχέσεις πληρωμής και οι προσφορές πληρωμής καθώς και άλλα ανταλλάγματα, ήταν το μέσο προς την παραπονούμενη την οποίαν και χρησιμοποιούσε για να συμμετέχει σε σεξουαλικές πράξεις μαζί του. Ο κατηγορούμενος για αρκετό καιρό ερχόταν σε σεξουαλική επαφή επί πληρωμή με ανήλικο άτομο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 69 ετών ενώ η παραπονούμενη ήταν ηλικίας 15 ετών. Στον κατηγορούμενο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών σε κάθε μία κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(3) του Ν.91(Ι)/2014 που είχε παραδεχτεί και ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(3) του Ν.91(Ι)/2014 που καταδικάστηκε μετά από ακρόαση, ποινές οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

        Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. ΧΧ, Ποινική Έφεση 36/14 ημερομηνίας 14.6.2027, ποινή φυλάκισης 12 μηνών επιβληθείσα κατόπιν παραδοχής σε 39χρονο καθηγητή κατά παράβαση του Άρθρου 6(3) του Νόμου, για σεξουαλική εκμετάλλευση ανήλικης μαθήτριας 15,5 ετών με την οποία συνευρέθηκε σεξουαλικά, αυξήθηκε σε 2 έτη. Από μέρους του υπήρξε εμφανής κατάχρηση θέση εμπιστοσύνης. Η μεγάλη διαφορά ηλικίας προσμέτρησε ως επιβαρυντικός παράγοντας.

 

        Στην Μ.C.Tv. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 222/20, ημερομηνίας 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386, ποινή φυλάκισης 4,5 ετών επιβληθείσα την 26.6.2020, κατόπιν παραδοχής σε 29χρονο για συνουσία με την παραπονούμενη ηλικίας 15,5 ετών κατά παράβαση του Άρθρου 6(3) του Νόμου, μειώθηκε σε τόση έκταση ώστε να αποφυλακιστεί αμέσως. Στην απόφαση δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της παραδοχής ως ελαφρυντικού παράγοντα, στην οποία πρωτοδίκως δεν είχε δοθεί η δέουσα βαρύτητα και σημασία.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιβολή ποινής είναι λεπτό και συνάμα δύσκολο και πολυδιάστατο δικαστικό έργο, το οποίο, όπως ήδη λέχθηκε, απαιτεί βαθύ προβληματισμό για εξατομίκευση της μέσα από εκτίμηση δεδομένων, των γεγονότων που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, επιβαρυντικών και ελαφρυντικών παραγόντων της υπόθεσης, χωρίς να παραγνωρίζεται ο σκοπός του νομοθέτη στη θέσπιση των υπό κρίση αδικημάτων και η Νομολογία επί του θέματος (Αντωνίου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 74/2020 ημερ. 31.07.20). Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 98).

 

Υπό το φως των πιο πάνω κρίνουμε ως αρμόζουσα ποινή την  οποία και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στην κατηγορία 1 (σεξουαλική κακοποίηση παιδιού) την ποινή φυλάκισης των δύο (2) ετών.

 

Θα εξετάσουμε τώρα την εισήγηση της  συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινής φυλάκισης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πηγάζει από τις διατάξεις του Περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν.95/72), όπως αυτός τροποποιήθηκε από το νόμο 186(Ι)/2003 (Στεφάνου v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 339).   

 

Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου τέθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της σύγχρονης προσέγγισης που το δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής:

 

«... τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να         έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 449).»

 

Περαιτέρω παραπέμπουμε στις προγενέστερες υποθέσεις Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 449 και Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, οι οποίες κατ' ανάλογο τρόπο πραγματεύονται το θέμα αυτό.

 

Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση D.C.S ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 148/23 ημερομηνίας 20/9/2024 το Εφετείο μείωσε την ποινή φυλάκισης 3 χρόνων που είχε επιβάλει το Κακουργιοδικείου Πάφου στον κατηγορούμενο για το ίδιο αδίκημα που διέπραξε και ο κατηγορούμενος στην υπό κρίση περίπτωση και στη συνέχεια ανέστειλε την ποινή φυλάκισης για 3 χρόνια με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«Αναφορικά με την έφεση κατά της μη αναστολής των ποινών φυλάκισης με γνώμονα τα καθιερωμένα νομολογιακά κριτήρια (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, Ποιν. Έφ. 65/2017, ημερ. 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, ECLI:CY:AD:2018:B537), θεωρούμε ότι οι εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης και το σύνολο των προαναφερθέντων μετριαστικών παραγόντων, ειδικά το ότι η παραπονούμενη παραπλάνησε τον Εφεσείοντα για την πραγματική της ηλικία σε συνάρτηση με τη μικρή μεταξύ τους ηλικιακή διαφορά, δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης (βλ. G vR [2006] EWCA Crim 821, παρ. 48 - 52). Παρότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης για τέτοιας φύσης αδικήματα λόγω της ανάγκης επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις τούτο δεν θέτει άκαμπτο κανόνα μη αναστολής σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις. Με κάθε σεβασμό θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε τη δέουσα σημασία και προσοχή στους εν λόγω μετριαστικούς παράγοντες οι οποίοι δικαιολογούσαν υπό τις περιστάσεις την αναστολή των ποινών φυλάκισης.»

 

Ομοίως και εδώ βρίσκουμε ότι οι εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης και το σύνολο των προαναφερθέντων μετριαστικών παραγόντων μας επιτρέπουν να ασκήσουμε την διακριτική μας ευχέρεια προς  αυτή την κατεύθυνση. Κυρίως έχει προσμετρήσει υπέρ της έκδοσης διαταγής αναστολής το γεγονός ότι 8 ημέρες μετά την διάπραξη του αδικήματος η παραπονούμενη θα ήταν 17 ετών και άρα θα βρισκόταν σε ηλικία συναίνεσης. Επιπρόσθετα λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι η μεταξύ τους διαφορά ηλικίας δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και ότι δεν υπήρξε κανένα στοιχείο βίας και εξαναγκασμού. Επίσης, υπέρ της αναστολής συνηγόρησε και το ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 2 ετών και ότι έχουν παρέλθει 2 χρόνια από την διάπραξη του αδικήματος.      

 

Με αυτό το σκεπτικό, διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης για περίοδο 3 χρόνων. (εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια και η λειτουργία της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε.) 

 

Τα προσωπικά αντικείμενα να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Τα παρειακά επιχρίσματα και τα λοιπά επιχρίσματα του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης να καταστραφούν.

 

(Υπ.) …..………………………………

                                                                    Κ. Κουνίδου, Π.Ε.Δ.

 

                                     

 

                                       (Υπ.) ….….……………………………

                                                                        Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.

                            

 

 

                                 (Υπ.) …………………………………..

                                                                Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο