ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: X. Στρόππου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 15778/25
Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού
εναντίον
1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΑΒΒΑ
2. ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
3. KARSLIDIS NIKOS
4. GEORGIOS SAMPOUGKASIDIS
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού
Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Τσολακίδης Δ.
Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Σιαηλής
Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Α. Αλεξάνδρου
Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Α. Κληρίδης
Κατηγορούμενοι 1 – 4: Παρόντες
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης οι Κατηγορούμενοι 1 έως 4 αντιμετωπίζουν κατηγορίες οι οποίες αφορούν:
(i) Φόνο εκ προμελέτης, κατά παράβαση των άρθρων 203(1)(2), 204, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε,
(ii) Συνωμοσία για φόνο, κατά παράβαση των άρθρων 217, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε
(iii) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 315(α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154,
(iv) Εμπρησμός, κατά παράβαση των άρθρων 315(α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε.
(v) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 4(1) και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων όπλων Νόμου Ν.113 (Ι)/04, όπως τροποποιήθηκε,
(vi) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 4(1) και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων όπλων Νόμου Ν.113 (Ι)/04, όπως τροποποιήθηκε,
(vii) Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας A που απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4(1) και 51 ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων όπλων Νόμου Ν.113(Ι)/04, ως τροποποιήθηκε. Άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154,
(viii) Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α που απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4(1) και 51 ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων όπλων Νόμου Ν.113(Ι)/04, όπως τροποποιήθηκε. Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154,
(ix) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε ως σήμερα
(x) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε ως σήμερα
(xi) Κατοχή εκρηκτικών υλών άνευ άδειας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε ως σήμερα. Άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα.
(xii) Μεταφορά εκρηκτικών υλών άνευ άδειας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4,(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε ως σήμερα. Άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154.
(xiii) Χρήση εκρηκτικών υλών άνευ άδειας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4,(4)(ζ) και 4(5)(β), του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154.
(xiv) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154
(xv) Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154
(xvi) Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, κατά παράβαση των άρθρων 63Α, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε
(xvii) Κλεπταποδοχή, κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154.
2. Ένεκα της φύσης των πιο πάνω αδικημάτων, ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης, το Δικαστήριο στις 13/11/2025 παρέπεμψε τους Κατηγορούμενους 1 έως 4 σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό στις 29/01/2025 και ώρα 09:00 π.μ.
3. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου για παραπομπή των Κατηγορούμενων 1 έως 4 σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό, ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα όπως οι Κατηγορούμενοι 1 έως 4 παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, αίτημα που προσέκρουσε στην ένσταση του Συνηγόρου του Κατηγορούμενου 3. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος 3 δεν βρίσκεται υπό κράτηση ενώ ο Κατηγορούμενος 2 εκτίει ποινή στις Κεντρικές Φυλακές για άλλα αδικήματα.
4. Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 4 δεν προβλήθηκε ένσταση στο αίτημα κράτησης.
5. Παρά το ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 13/11/2025 για να αγορεύσουν οι συνήγοροι για το ζήτημα της κράτησης, η υπόθεση παρέμεινε στις 14/11/2025 κατόπιν σχετικού αιτήματος για να δοθεί η ευκαιρία στους Συνηγόρους των Κατηγορούμενων να μελετήσουν το μαρτυρικό υλικό, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, που αποτελεί την προσαχθείσα μαρτυρία, με βάση την οποία, η Κατηγορούσα Αρχή υποστηρίζει το αίτημα της για κράτηση των Κατηγορουμένων 1 έως 4.
6. Ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4, παρέμειναν υπό κράτηση για σκοπούς συνέχισης της διαδικασίας αγόρευσης επί της αιτούμενης κράτησης των Κατηγορουμένων 1 έως 4 στις 14/11/2025, ημερομηνία κατά την οποία εμφανιστήκαν εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, ενόψει του ότι ήταν ήδη ελεύθερος τέθηκαν σχετικά όροι για να εξασφαλιστεί η παρουσία του. Κατά την ημέρα αυτή οι Συνήγοροι αγόρευσαν εκτεταμένα.
7. Η Απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε για να δοθεί την Δευτέρα 17/11/2025, με τους Κατηγορούμενους 1. 2 και 4 να παραμένουν υπό κράτηση, ενώ αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3 παρέμεινε ελεύθερος με όρους.
8. Προς υποστήριξη του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση των Κατηγορουμένων 1 έως 4, ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επικεντρώθηκε στον κίνδυνο της φυγοδικίας. Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 4 ανέφερε ότι συντρέχει και ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων ενώ σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 συντρέχει ο κίνδυνος επηρεασμού των μαρτύρων. Στην εκτεταμένη του αγόρευση, ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής έκανε αναφορά σε συγκεκριμένες καταθέσεις και έγγραφα που βρίσκονται στο Τεκμήριο 1 ενώ αναφέρθηκε και στην σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν κρίνεται σκόπιμο να καταγραφεί στην παρούσα Απόφαση όλο το μαρτυρικό υλικό στο οποίο παρέπεμψε ο Συνήγορος, καθότι αυτό βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά.
Η Ένταση και η Αγόρευση του Συνηγόρου του Κατηγορούμενου 3
9. Ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 δεν αμφισβήτησε την σοβαρότητα των αδικημάτων που καταγράφονται στο Κατηγορητήριο. Όπως ανέφερε υπάρχει «αδυναμία» του μαρτυρικού υλικού σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα καταδίκης. Έκανε επίσης αναφορά στην πρόσφατη Απόφαση του Δικαστηρίου δια του οποίου κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο η περαιτέρω κράτηση του Κατηγορούμενου 3 για σκοπούς ολοκλήρωσης των ανακρίσεων, ενώ σύμφωνα με την θέση του τα όσα ακολούθησαν αποδυνάμωσαν ακόμα περαιτέρω την υπόθεση εναντίον του πελάτη του αφού ο Κατηγορούμενος 3 δεν είχε καμία σχέση με την κλοπή του οχήματος εντός του οποίου βρέθηκε το μπιτόνι επί του πώματος του οποίου εντοπίστηκε γενετικό υλικό, κύριος δότης του οποίου ήταν ο Κατηγορούμενος 3.
10. Επιπλέον, ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 έκανε αναφορά και στα περιστατικά τα οποία καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος 3 δεν έχει καμία πρόθεση να μην παραστεί στην δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Όπως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 3 καθ’ όλο το διάστημα από τις 05/11/2025 που παρέμεινε ελεύθερος είχε στην κατοχή του όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και στις 12/11/2025, ήτοι μια ημέρα πριν την καταχώριση της υπόθεσης που παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο, δέχτηκε τηλεφώνημα ο κύριος Αλεξάνδρου από τον Υπαστυνόμο, κύριο Κρέουζο ο οποίος του ανέφερε ότι προτίθεται να καταχωριστεί υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 3 για τα αδικήματα που σήμερα ευρίσκονται στο Κατηγορητήριο. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου 3, τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν, την επόμενη ημέρα, ήτοι την ημέρα της καταχώρισης της υπόθεσης, τόσο ο Κατηγορούμενος 3 όσο και ο κύριος Αλεξάνδρου προσήλθαν στο Δικαστήριο και ανέμεναν την υπόθεση να καταχωριστεί. Ακόμα και όταν στις 13/11/2025 τέθηκαν όροι στον Κατηγορούμενο 3 και πάλι είχε στην κατοχή του όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, τηρώντας όλους τους σχετικούς όρους. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο την ώρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη.
11. Αναφερόμενος στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 3, σημείωσε ότι ο Κατηγορούμενος 3 είναι Έλληνας πολίτης που διαθέτει ελληνικό διαβατήριο και ταυτότητα από το 1993 και από το 1995 διαμένει στην Κύπρο μαζί με την οικογένεια και τον πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε πριν κάποια χρόνια. Τόσο η μητέρα του όσο και τα αδέλφια του «έχουν τις δουλειές του» και είναι παντρεμένος με Κύπρια. Έκανε επίσης αναφορά στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 3, ο οποίος εξαιτίας πρόσφατου σοβαρού τροχαίου ατυχήματος έχασε το φως του και υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες εγχειρήσεις και έχει προγραμματισμένη εγχείρηση για τις 16/12/2025 για αποκατάσταση της όρασης του. Ο Κατηγορούμενος 3 εργαζόταν προηγουμένως ως οδηγός ταξί και εξαιτίας αυτού του ατυχήματος, σταμάτησε να εργάζεται.
12. Εισηγήθηκε δε την επιβολή όρων, ήτοι να τοποθετηθεί στο «stop list», να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και να υπογράφει στον Αστυνομικό σταθμό του τόπου διαμονής του στην Πάφο και να καταθέσει το ποσό των 10.000 Ευρώ τα οποία θα εξασφαλίσει από συγγενικά του πρόσωπα.
13. Παρά την απουσία της ένστασης των Συνηγόρων των Κατηγορούμενων 1, 2 και 4 στο αίτημα κράτησης αυτού, σημειώνω ότι καθηκόντως το Δικαστήριο εξετάζει και γι’ αυτούς κατά πόσον δικαιολογείται να εκδοθεί διάταγμα κράτησης και των Κατηγορούμενων 1, 2 και 4 καθότι το ζήτημα άπτεται του δικαιώματος της ελευθερίας του ατόμου, ως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 11 του Συντάγματος και θα πρέπει και να αιτιολογηθεί δικαστικά.
Β. Νομική Πτυχή
14. Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον αφορά αίτημα κράτησης κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου εδράζεται στα Άρθρα 48, 92 και 157 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155.
15. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο κανόνας είναι ότι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α. (2001) 2 Α.Α.Δ. 373).
16. Ο Υπόδικος, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, ως απόρροια και του τεκμηρίου της αθωότητας, δικαιούται να παραμένει ελεύθερος με εγγύηση όταν υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης.
17. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκείται στην βάση των αρχών που έχει καθορίσει η νομολογία και σύμφωνα με την σχετική νομολογία οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση του Κατηγορούμενου είναι (α) ο κίνδυνος/πιθανότητα μη προσέλευσης, (β) η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) ο κίνδυνος/πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Ποινική Έφεση Αρ. 129/20 μεταξύ Ανδρέου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.08.2020, Ποινική Έφεση Αρ. 195/20 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2020, Χολίεφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 302/2018, ημερ. 4.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:B31, Χουσείν v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 80/19 και 84/19, ημερ. 8.7.19, Ανδρονίκου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/18, ημερ. 4.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B159, Ανδρέου v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 129/20, ημερ. 20.08.2020, Αργύρη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 195/20, ημερ. 23.12.2020, S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021, ημερ. 6.7.2021, ΚΑΣΣΙΡ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 146/2021, 29/9/2021, ECLI:CY:AD:2021:B431 κ.α.).
18. Η νομολογία επιβεβαιώνει ότι δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν και οι τρεις αυτοτελείς λόγοι, αρκεί ένας εξ’ αυτών να υπάρχει για να δικαιολογείται η κράτηση του ατόμου, ως εξαίρεση πάντοτε στο βασικό κανόνα ότι ένα άτομο δικαιούται να παραμένει ελεύθερο μέχρι τη δίκη του. (βλ. Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 538, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Η νομολογία επίσης καθορίζει ότι όσον πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο κατηγορουμένου προσώπου να αποφύγει τη δίκη του (βλ. Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 139, Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 600).
Ο κίνδυνος φυγοδικίας
19. Ως προς τον παράγοντα του κινδύνου διαφυγής, η νομολογία εξετάζει το ζήτημα στη βάση άλλων τριών επί μέρους κριτηρίων που είναι η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης και η ενδεχόμενη ποινή που μπορεί να επιβληθεί, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας (ανωτέρω), Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, Παρασκευά ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130).
20. Στην παρούσα περίπτωση, μεταξύ άλλων, το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής στηρίχθηκε στον κίνδυνο της φυγοδικίας όπου με βάση τη σχετική νομολογία, ως αναλύεται ανωτέρω, αυτός ο παράγοντας εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων παραμέτρων όπως είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 - 4, την εκτιμώμενη πιθανότητα για την καταδίκη τους με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία (βλ. Τεκμήριο 1) και την αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί.
21. Στην προκειμένη περίπτωση στην όψη του το κατηγορητήριο παρουσιάζει πολύ σοβαρά αδικήματα, όπως, μεταξύ άλλων, αυτό του φόνου εκ προμελέτης της συνωμοσίας για φόνο, της κατοχής, χρήσης και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, του εμπρησμού, της κλοπής και της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν και οι τέσσερις Κατηγορούμενοι συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος της προβλεπόμενης από τον Νόμο ποινής σε περίπτωση καταδίκης τους, ως άλλωστε διαφαίνεται από τον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154 και τον Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμο, Ν.113(Ι)/04. Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα είναι πολύ σοβαρές και σε περίπτωση καταδίκης των Κατηγορούμενων 1 έως 4, θα επιφέρουν αναπόφευκτα και ανάλογα βέβαια με τις ιδιαίτερες συνθήκες των Κατηγορουμένων 1 έως 4, πολυετείς ποινές φυλάκισης. Σημειώνεται ότι στις κατηγορίες 1 – 17 του παρόντος κατηγορητηρίου συμπεριλαμβάνεται και το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, όπου οι Κατηγορούμενοι 1 έως 4 κατηγορούνται ως αυτουργοί στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Συγκεκριμένα, οι προσαχθείσες κατηγορίες επιφέρουν τις ακόλουθες, μεταξύ άλλων, ποινές:
(i) Για το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης δυνάμει του Άρθρου 203, 204 του Κεφ. 154, προβλέπεται δια βίου φυλάκιση∙
(ii) Για το αδίκημα της συνωμοσίας για φόνο δυνάμει του άρθρου 217 του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 ετών∙
(iii) Για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος δυνάμει του άρθρου 371 του Κεφ. 154 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών∙
(iv) Για το αδίκημα του Εμπρησμού δυνάμει του άρθρου 315 (α) του Κεφ. 153 προβλέπεται ποινή φυλάκισης του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 ετών∙
(v) Για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων κατηγορίας Α’ και τα αδικήματα της κατοχής δυνάμει του Άρθρου 51 του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Νόμου Ν.113 (Ι)/04, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 15 έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις σαράντα δύο χιλιάδες επτακόσια δέκα πέντε ευρώ (€42,715) ή και στις δύο αυτές ποινές∙
(vi) Για το αδίκημα της κλοπής δυνάμει του Άρθρου 262 του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών.
(vii) Για το αδίκημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση δυνάμει του άρθρου 63Α του Κεφ. 154 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών.
Σημειώνεται δε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους Συνηγόρους.
22. Σύμφωνα με την σχετική επί του θέματος νομολογία, εκεί και όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμα μεγαλύτερο εφόσον η εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης. (Βλ. Θεοδωρίδης κ.ά. v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 139 και Χριστοδούλου κ.ά. v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 538, Κρασοπούλης Αναστάσιος κ.α. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 450).
23. Όσον αφορά τον άλλο παράγοντα που είναι η πιθανολόγηση καταδίκης, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ένας αριθμός καταθέσεων, εγγράφων και εξετάσεων πραγματογνωμόνων που έχουν κατατεθεί και σημειωθεί ως Τεκμήριο 1. Έχω διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το οποίο εξέτασα μόνο στην όψη του.
24. Διευκρινίζεται, ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και ούτε σε εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ή συμπερασμάτων. Το Δικαστήριο σε αυτό στο στάδιο απλώς εξετάζει την μαρτυρία, το μαρτυρικό υλικό στην όψη του χωρίς αξιολόγηση, με έναν μόνο σκοπό, ήτοι να διαπιστώσει κατά πόσο από αυτό το μαρτυρικό υλικό προκύπτει η πιθανολόγηση καταδίκης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 έως 4 (βλ. Μαλά v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 135, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 337, Μαρκίδη κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 50/2017 και 51/2017, ημερ. 22/3/2017 και Χαμντ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 165/21 ημερ. 27/10/21, ECLI:CY:AD:2021:B485).
25. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε θέση προβάλλεται και σύμφωνα με την οποία καλείται το Δικαστήριο να αξιολογήσει την μαρτυρία και την βαρύτητα της μαρτυρίας, δεν απασχολούν Δικαστήριο στο στάδιο αυτό. Αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι μόνο το ζήτημα της κράτησης με βάση τις καθιερωμένες αρχές που καθορίζει η νομολογία των Δικαστηρίων, αυτό είναι το επίδικο ζήτημα. Το μόνο που εξετάζεται είναι εάν με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία (Τεκμήριο 1), στην όψη της χωρίς αξιολόγηση, προκύπτει η πιθανολόγηση καταδίκης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 – 4.
26. Ενόψει του ότι πρόκειται για ογκώδες μαρτυρικό υλικό δεν κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερής καταγραφή των καταθέσεων, των εγγράφων και αποσπασμάτων που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 1. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επιχειρώντας μια σύνοψη του γενικότερου πλέγματος γεγονότων, όπως προκύπτουν μέσα από τις καταθέσεις και τα έγγραφα που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 1, κρινόμενα πάντοτε στην όψη τους και χωρίς να γίνεται η οποιαδήποτε αξιολόγηση αλλά και έχοντας κατά νου το τεκμήριο αθωότητας των Κατηγορουμένων, το πλέγμα γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση φέρεται να είναι το ακόλουθο:
(i) Στις 17/10/2025 και μεταξύ των ωρών 09:23 - 09:24 διαπράχθηκε ο φόνος του Σταύρου Δημοσθένους. Η διάπραξη του φόνου διαπράχθηκε στην οδό Χαράλαμπου Ευαγόρου στον Άγιο Αθανάσιο, Λεμεσού και σε απόσταση 420 μέτρων περίπου από την οικία του θύματος η οποία βρίσκεται στην οδό Γεσθημανής 4, στην Λεμεσό.
(ii) Οι δράστες επέβαιναν σε άσπρο βαν μάρκας Renault στο οποίο εγκατέστησαν τις πλαστές πινακίδες με αριθμούς εγγραφής ΜΑΑ286. Οι εν λόγω πινακίδες ανήκουν σε άλλο βαν ιδίου μοντέλου. Το βαν που χρησιμοποίησαν οι δράστες στην διάπραξη του φόνου καταγγέλθηκε ως κλοπιμαίο στις 04/09/2025 και οι αριθμοί εγγραφής του είναι KQV483.
(iii) Μετά την διάπραξη του φόνου, περί ώρα 09:32, κάτω από τη γέφυρα του αυτοκινητοδρόμου Λευκωσίας - Λεμεσού στην περιοχή Ποταμού Γερμασόγειας οι δράστες έθεσαν φωτιά στο βαν και ακολούθως εγκατέλειψαν την σκηνή οδηγώντας μια μαύρη μοτοσυκλέτα, τύπου σκούτερ και χωρίς πινακίδες εγγραφής. Η εν λόγω μοτοσυκλέτα εντοπίστηκε στις 18/10/25 να βρίσκεται εγκαταλελειμμένη πλησίον χωμάτινου δρόμου πλησίον της οδού Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΤΕ770 μάρκας Honda Silverwing.
(iv) Σύμφωνα με σχετική μαρτυρία προσώπων, ένας εκ των δραστών της δολοφονίας φορούσε καπέλο σκούρο και μαύρα γυαλιά. Ακολούθως, ένα εκ των προσώπων που έθεσε φωτιά στο άσπρο βαν, φορούσε επίσης καπέλο σκούρο και μαύρα γυαλιά, το οποίο κατά την προσπάθεια διαφυγής από τον χώρο που τέθηκε φωτιά στο άσπρο βαν, μετά τον φόνο, «έπεσε» στο σημείο όπου τέθηκε φωτιά.
27. Διεξήλθα της μαρτυρίας που εντοπίζεται στο Τεκμήριο 1 στο σύνολο της και προτού εξεταστεί κατά πόσο προσεγγίζοντας το στην όψης του φέρεται να προκύπτει η ακόλουθη διασύνδεση εκάστου Κατηγορούμενου:
Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2
28. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1 και 2, σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, ήταν τα πρόσωπα που κατόπιν μεταξύ τους επικοινωνία, κατέβαλαν προσπάθειες για την εξεύρεση, αγορά και μεταφορά της μοτοσυκλέτας που χρησιμοποίησαν οι δράστες της δολοφονίας του Σταύρου Δημοσθένους κατά την στιγμή της διαφυγής τους από το σημείου εμπρησμού του οχήματος KQV483. Όπως καταγράφεται στο σχετικό μαρτυρικό υλικό, το οποίο εξετάζεται μόνο στην όψη του, περί τον Σεπτέμβριο του 2025 επικοινώνησε ο Κατηγορούμενος 2 από τις Κεντρικές Φυλακές με τον Κατηγορούμενο 1 ζητώντας του να του βρει και να του αγοράσει μια μοτοσυκλέτα, κάτι το οποίο εν τέλει έπραξε.
Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 4
29. Ο Κατηγορούμενος 4 φέρεται να επισκέφτηκε κατάστημα που κατασκευάζει πινακίδες εγγραφής μηχανοκίνητων οχημάτων στην Λεμεσό και να ζήτησε να του κατασκευάσουν πινακίδες εγγραφής με αρ. ΜΑΑ 575. Οι πινακίδες εγγραφής αυτές βρέθηκαν τοποθετημένες στο όχημα ΜΝΡ 499 Mitsubishi Colt που είχε κλαπεί στην Λεμεσό στις 04/10/2025 και εντοπίστηκε στις 14/10/2025. Στην σκηνή του εμπρησμού του οχήματος ΜΑΑ286 που χρησιμοποίησαν οι δράστες για την δολοφονία, εντοπίστηκε καπέλο για το οποίο υπάρχει μαρτυρία ότι το φορούσε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας που χρησιμοποίησαν οι δράστες για την διαφυγή τους από την σκηνή. Από το συγκεκριμένο καπέλο απομονώθηκε γενετικό υλικό του οποίου κύριος δότης φέρεται να είναι ο Κατηγορούμενος 4, ο οποίος φέρεται να ήταν το πρόσωπο που έκρυψε τα ρούχα που φορούσε πρόσωπο κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Επίσης σύμφωνα με σχετικές επιστημονικές αναλύσεις το εν λόγω καπέλο «χρησιμοποιήθηκε από άτομο που πιθανόν να είχε πυροβολήσει/χειριστεί όπλο» ή «το αντικείμενο έχει χρησιμοποιηθεί από άτομο το οποίο πιθανόν να βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση όταν έγινε η εκπυρσοκρότηση όπλου ή […]».
30. Επιπλέον, στις 18/10/2025, ο Κατηγορούμενος 4 φέρεται να μετέβηκε στα κατεχόμενα εδάφη μέσω του Οδοφράγματος του Αγίου Δομετίου με το όχημα του και την επόμενη αναχώρησε με το όχημα του από το λιμάνι της Κερύνειας μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο έφτασε στην Τουρκία και ακολούθως έφτασε οδικώς στην Θεσσαλονίκη.
31. Ενόψει των όσων έχουν τεθεί πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχει στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορούμενων 1, 2 και 4.
Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3
32. Στις 14/10/2 025 εντοπίστηκε σε ανοικτό χωράφι απέναντι από την είσοδο του Ιερού Ναού Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στον Άγιο Αθανάσιο όχημα μάρκας Mitsubishi Colt με αριθμούς εγγραφής MAA575. Παρά το ότι οι εν λόγω αριθμοί εγγραφής δεν καταδείκνυαν ότι το όχημα ήταν κλοπιμαίο, εντούτοις ο αριθμός πλαισίου ανταποκρινόταν στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΝP499, ίδιου τύπου και χρώματος το οποίο είχε δηλωθεί ως κλοπιμαίο. Το όχημα αυτό φέρεται να είχε κλαπεί και η περιοχή στην οποία ανευρέθηκε το όχημα είναι σε κοντινή απόσταση από την περιοχή που διαπράχθηκε ο φόνος.
33. Εντός του οχήματος εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν 2 μπιτόνια που περιείχαν εύφλεκτη ύλη καθώς και διάφορα ρούχα. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται σε σχετικά «Προκαταρκτική, Γραπτή Ενημέρωση που αφορά την πορεία εξετάσεων αστυνομικών αντικειμένων» από το Ινστιτούτο Γενετικής Κύπρου, Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής (α/α 49) «Από το αντικείμενο 6315 – 6.2 (πλαστικό μπιτόνι χρώματος κόκκινου 20 λίτρων με την επιγραφή «Jerrican» - επίχρισμα από το πώμα γενικά εξωτερικά) απομονώθηκε μικρή ποσότητα γενετικού υλικού με μικτό γενετικό προφίλ. Ο Νικόλας ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ – ΔΕΑ 5258920 (65058 -1.1) είναι ο κύριος δότης του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το πιο πάνω αντικείμενο».
34. Τόσο ο χώρος στον οποίο ανευρέθηκε το όχημα μάρκας Mitsubishi Colt με αριθμούς εγγραφής MAA575, όσο και το εν λόγω όχημα φέρονται να χρησιμοποιούνταν από πρόσωπα που σχετίζονταν με την δολοφονία του Σταύρου Δημοσθένους. Συγκεκριμένα, το εν λόγω όχημα εντός του οποίου ανευρέθηκε το μπιτόνι με το οποίο φέρεται να διασυνδέεται το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 3, φέρεται στις 09/11/2025, 10/11/2025, 12/11/2025, 13/11/2025 και 14/11/2025 να χρησιμοποιείται από πρόσωπα που εμπλέκονται στην δολοφονία του Σταύρου Δημοσθένους. Τα πρόσωπα αυτά, φέρονται να καταφτάνουν σε συγκεκριμένο σημείο με μοτοποδήλατο κοντά στην οικία του θύματος, να επιβιβάζονται στο Mitsubishi Colt και στο βαν με αριθμούς εγγραφής ΜΑΑ286 ταυτόχρονα και να ακολουθούν συγκεκριμένη διαδρομή (βλ. την λεπτομερή καταγραφή στην κατάθεση του Αστ. 4135 με α/α 98 στο Τεκμήριο 1).
35. Σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη μαρτυρίας από γενετικό υλικό, στην Ιωάννου κ.α. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ.195 τονίστηκε ότι η επιστημονική μαρτυρία που προβάλλεται ως αποδεικτική ορισμένου γεγονότος είναι δυνατό να θεμελιώσει εκείνο το γεγονός σε βαθμό ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να κυμαίνεται από την απλή πιθανότητα ως την ουσιαστική βεβαιότητα. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το εγγενές στη φύση της μαρτυρίας από γενετικό υλικό που να το καθιστά μη αποδεκτό αφ' εαυτού ή που να δικαιολογεί ειδικό, ιδιαίτερο κανόνα, ότι μαρτυρία που εμπίπτει σ' αυτή την κατηγορία δεν είναι δυνατό να στηρίξει καταδίκη στην απουσία άλλης μαρτυρίας. Μαρτυρία γενετικού υλικού, η οποία συνιστά πάντοτε επιστημονική μαρτυρία, αξιολογείται λοιπόν και τυγχάνει εφαρμογής αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης (βλ. Vedad v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ 1). Από τη νομολογία συνάγεται ότι ακόμη και εάν η μόνη μαρτυρία σύνδεσης ενός κατηγορουμένου με ένα αδίκημα είναι από γενετικό υλικό, αυτή μπορεί να αποτελέσει βάση καταδίκης, όταν η ύπαρξη της, συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά της υπόθεσης δεν αφήνει λογικό περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση (βλ. Χαρίτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 225).
36. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία που εντοπίζεται σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, σωρευτικά ιδωμένη με τα όσα εντοπίζονται στο Τεκμήριο 1 αναφορικά με τα γεγονότα που προηγήθηκαν του εγκλήματος αλλά και των όσων ακολούθησαν, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορούμενου 3. Αναφορικά με την περιστατική μαρτυρία, υπενθυμίζεται ότι δεν αποδυναμώνεται αυτόματα η ισχύς του μαρτυρικού υλικού, αφού η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρία (βλ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 166, Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9).
37. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αρκεί για να δικαιολογήσει την κατάληξη περί ύπαρξης καταδίκης του Κατηγορούμενου 3 αφού το σωρευτικό αποτέλεσμα των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τείνει να συνδέσει τον Κατηγορούμενο 3 τουλάχιστον με τα όσα έλαβαν χώρα πλησίον του χώρου όπου δολοφονήθηκε ο Σταύρος Δημοσθένους κατά τις ημέρες που προηγήθηκαν της δολοφονίας αφού στο όχημα που βρέθηκε το «μπιτόνι» όπου εντοπίστηκε σε ένα από αυτά το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 3 ως καταγράφηκε πιο πάνω επενέβαιναν και φέρεται να το χρησιμοποιούσαν πρόσωπα που φέρεται να χρησιμοποιούσαν τόσο το Mitsubishi Colt όσο και το βαν που χρησιμοποιήθηκε στην δολοφονία.
38. Η βαρύτητα που θα δοθεί κατά την διάρκεια της δίκης στην μαρτυρία αυτή και η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ζήτημα που δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος κράτησης (βλ. Χαράλαμπος Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 143/2024). Όπως είναι νομολογημένο, στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται η προσδοκία του κατηγορούμενου για αθώωση του, αφού κάτι τέτοιο ανάγεται στη δίκη (βλ. Οικονομίδης ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 492). Στο σύνολο της η εναντίον του Κατηγορούμενου 3 μαρτυρία δεν είναι «έκδηλα πτωχή σε βαθμό που να μην πιθανολογείται καταδίκη» (βλ. τα όσα καταγράφονται στις Ποινικές Εφέσεις 279/2024, 282/2024, 283/2024 ημερομηνίας 11/12/2024). Στην SAKIASI ROKOCIRITANI ROKOVUCAGO v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 313/2024 καταγράφηκαν τα ακόλουθα:
«Είναι γεγονός πως η βασική εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ανέκυπτε μέσα από την κατάθεση ενός ατόμου και δη της Παραπονούμενης. Επειδή προβάλλεται σχετικό παράπονο, είμαστε υποχρεωμένοι να επαναλάβουμε, κατ' αναλογίαν, τα όσα αναφέραμε πρόσφατα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοφή, Ποιν. Έφ. 18/25, ημερ. 4.2.25, καθότι ούτε στην παρούσα έχει οποιαδήποτε σχέση ή σημασία το ότι αυτό που είχε στην κατοχή της η Αστυνομία, για τα βασικά κατ' ισχυρισμόν περιστατικά, ήταν μόνο η κατάθεση ενός προσώπου. Ποτέ δεν έχει τεθεί ή αναγνωριστεί κανόνας ή προϋπόθεση ότι απαιτείται μαρτυρία περισσότερων προσώπων για την προφυλάκιση κάποιου κατηγορούμενου. Ο παλαιός κανόνας «εις μάρτυς, ουδείς μάρτυς» (unus testis nullus testis) έχει καταργηθεί και εκτός εξαιρέσεων, δεν ισχύει πλέον ούτε καν σε κανονική ακροαματική διαδικασία, πόσω δε μάλλον σε περίπτωση αιτήματος κράτησης μέχρι εμφάνισης στη δίκη (βλ. Παντούρης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 203/22, ημερ. 10.12.24).
[…]
Στη βάση πάγιας νομολογίας, επαναλαμβάνουμε πως σε αυτό το στάδιο εξετάζεται μόνον η ύπαρξη πιθανότητας καταδίκης, χωρίς την εξέταση θεμάτων αποδεκτότητας μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων και χωρίς συμπεράσματα ή οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα (Τζιοβάννη κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 252/23 κ.ά., ημερ. 18.1.24). Ορθώς στο παρόν στάδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο, περιορίστηκε στην όψη του μαρτυρικού υλικού, χωρίς να υπεισέλθει στη βασιμότητα της εκδοχής του κάθε μάρτυρος ή των πιθανών υπερασπίσεων του Εφεσείοντος (βλ. M.S.A. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 200/22, ημερ. 19.9.22, ECLI:CY:AD:2022:B362, ECLI:CY:AD:2022:B362), πράγμα το οποίο αν γινόταν θα προκαταλάμβανε ή θα επηρέαζε θέματα τα οποία φυσιολογικά ανάγονται στη δίκη που θα ακολουθήσει. Δεν θεωρούμε ότι στην παρούσα περίπτωση το μαρτυρικό υλικό στερείτο αποδεικτικής ισχύος ή ότι η ισχύς του είναι έκδηλα φτωχή, κατά τρόπον που θα δικαιολογείτο επέμβαση του Εφετείου (Tasev v. Αστυνομίας (Αρ. 1) (2016) 2 Α.Α.Δ. 416). Στη βάση των πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.»
39. Στην βάση των όσων καταγράφηκαν πιο πάνω, σωρευτικά ιδωμένα, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορούμενων 1 έως 4 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς βεβαίως η διαθέσιμη μαρτυρία να αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση.
40. Έχοντας εξετάσει αυτούς τους αντικειμενικούς παράγοντες ξεκαθαρίζεται ότι το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη και οι λεγόμενοι υποκειμενικοί παράγοντες οι οποίοι αφορούν στις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 - 4, στοιχεία τα οποία θα πρέπει το Δικαστήριο να συνυπολογίσει.
41. Όσον αφορά λοιπόν τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 δεν έχει προβληθεί ο οποιοσδήποτε λόγος ενόψει και της απουσίας ένστασης από την πλευρά τους.
42. Παραμένει να εξεταστούν οι προσωπικές περιστάσεις που προβλήθηκαν από την πλευρά του Κατηγορούμενου 3. Όπως ανέφερε ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου 3, είναι Έλληνας πολίτης που διαθέτει ελληνικό διαβατήριο και ταυτότητα από το 1993 και από το 1995 διαμένει στην Κύπρο μαζί με την οικογένεια και τον πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε πριν κάποια χρόνια. Τόσο η μητέρα του όσο και τα αδέλφια του «έχουν τις δουλειές του» και είναι παντρεμένος με Κύπρια. Έκανε επίσης αναφορά στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 3, ο οποίος εξαιτίας πρόσφατου σοβαρού τροχαίου ατυχήματος έχασε το φως του και υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες εγχειρήσεις και έχει προγραμματισμένη εγχείρηση για τις 16/12/2025 για αποκατάσταση της όρασης του. Ο Κατηγορούμενος 3 εργαζόταν προηγουμένως ως οδηγός ταξί και εξαιτίας αυτού του ατυχήματος, σταμάτησε να εργάζεται.
43. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 3 δεν είναι τέτοιες που να υπερακοντίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο εν λόγω Κατηγορούμενος. Στην Χρίστος Δημητρίου ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 130 αναφέρεται ότι «Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας.»
44. Στην διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου λήφθηκαν ασφαλώς υπόψη και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 3, τα οποία ωστόσο δεν είναι τέτοια που ανατρέπουν το πιο πάνω (βλ. Καλλής Αντωνίου ν Αστυνομίας, Ποιν.Έφ. αρ.319/2015, ημερ.21/12/2015, Aykout ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/2025, 24.03.2025, και Χρυσάνθου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 204/2025, 13.08.2025). Πέραν του ότι ο Κατηγορούμενος 3 διαμένει τα τελευταία 30 χρόνια στην Κύπρο και ότι είναι παντρεμένος με Κύπρια κανένα άλλο συγκεκριμένο στοιχείο δεν δόθηκε από το οποίο να εντοπίζονται τέτοιοι στενοί και ισχυροί δεσμοί με την Κύπρο που να ανατρέπουν την σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Σιδερένος κ.ά. (2008) 2 Α.Α.Δ. 319). Δεν έχει καταδειχθεί δηλαδή να υφίσταται μια κατάσταση πραγμάτων που κατά λογική εκτίμηση να αποκλείει την εγκατάλειψη της Κύπρου προς αποφυγή ενδεχόμενων συνεπειών από μια τόσο σοβαρή υπόθεση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μ.Κ.Ν, Ποινική Έφεση 205/2025). Τα όσα προβλήθηκαν από την πλευρά του Κατηγορούμενου δεν ήταν σε τέτοια έκταση απτά και προσδιορίσιμα που να αναδεικνύουν τους ισχυρούς δεσμούς του Κατηγορούμενου 3 με την Κύπρο.
45. Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στην υπόθεση Τζιοβάννη κ.α v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 252/23, ημερ. 18.1.24:
«...το γεγονός ότι κάποιος είναι Κύπριος και διαμένει στην Κύπρο, έχοντας εδώ το κέντρο των οικονομικών και οικογενειακών του δραστηριοτήτων λαμβάνεται μεν υπόψιν αλλά δεν σημαίνει πως αφήνεται άνευ ετέρου ελεύθερος (Βύρωνος ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 454). Ούτε βέβαια η οικονομική δυνατότητα ενός ατόμου, για παροχή εγγυήσεων, επενεργεί απαρέγκλιτα ως ασπίδα για την υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ώστε να αποδυναμώνεται ο κίνδυνος φυγοδικίας (Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 81/19 κ.α., ημερ. 16.7.19, ECLI:CY:AD:2019:B314, ECLI:CY:AD:2019:B314, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, Ποιν. Έφ. Ε151/19, ημερ. 13.8.19). Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί εκείνο που αποκτά σημασία σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι η τυχόν απουσία δεσμών με την Κύπρο και όχι οι δεσμοί ενός Κύπριου με τον τόπο του, οι οποίοι δεν θα σχολιάζονταν ιδιαίτερα, όπως έχει λεχθεί στην Μωυσίδης ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 138».
(ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
46. Στην υπόθεση Mingxia Hua v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 152 η Εφεσείουσα είχε αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα, ο κύπριος σύζυγος της είχε υιοθετήσει τη θυγατέρα της που φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στην Λευκωσία και είχε αποκτήσει και αυτή κυπριακή υπηκοότητα, η ίδια διέμενε στην Κύπρο δέκα χρόνια και ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας εγγεγραμμένης στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην όμως αυτά δεν θεωρήθηκαν ισχυροί δεσμοί με την Κύπρο ώστε να εξουδετερώσουν κάθε σκέψη της για διαφυγή στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να διαταχθεί η κράτηση της από το πρωτόδικο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
47. Πριν ολοκληρωθεί η διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου θα πρέπει να εξεταστούν και τα όσα ανέφερε ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου 3, ότι δηλαδή παρά το ότι διέθετε όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα ο Κατηγορούμενος 3 από τις 05/11/2025 που αφέθηκε ελεύθερος από το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση και στο πλαίσιο αιτήματος ανανέωσης της προσωποκράτησης του, δεν διέφυγε από την Δημοκρατία καθώς επίσης και το γεγονός ότι από την προηγούμενη της καταχώρισης του Κατηγορητηρίου μέχρι και την ακρόαση για το ζήτημα της κράτησης που διεξήχθη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέδειξε επί της ουσίας και την πρόθεση του να παραστεί στην δίκη. Παρέπεμψε δε και σε σχετική νομολογία.
48. Στην υπόθεση ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 ΑΑΔ 607, ο Εφεσείων όταν πληροφορήθηκε για την εμπλοκή του σε υπόθεση στην οποία αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομης κατοχής κάνναβης, ήλθε μόνος του από το εξωτερικό όταν πληροφορήθηκε για την εμπλοκή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η «Η στάση του εφεσείοντα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενδεικτική της πρόθεσης του να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υπερισχύσει η εφαρμογή του κανόνα που προαναφέραμε αντί η εξαίρεση.»
49. Στην Ιακωβίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 185/2020, ECLI:CY:AD:2020:B405, το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο Εφεσείων ήταν πολίτης της Δημοκρατίας και μόνιμος κάτοικος Κύπρου και ότι «ο δεσμός αυτός έχει την σημασία του» σε συνάρτηση με το ότι για κάποιο διάστημα δεν τελούσε υπό κράτηση ο Εφεσείων και θα μπορούσε να είχε εγκαταλείψει τον χώρο του Δικαστηρίου. Λαμβάνοντας υπόψη τους δύο αυτούς παράγοντες το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και άφησε ελεύθερο τον Κατηγορούμενο.
50. Στις Ποινικές Εφέσεις 247/2022, 248/2022, 249/2022, ημερομηνίας 17/11/2025 ECLI:CY:AD:2022:D454 κρίθηκε ότι «οι δεσμοί με την Κύπρο δεν είναι καθοριστικοί ώστε να αποκλειστεί ο κίνδυνος φυγοδικίας. Πρέπει να σταθμιστεί, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η ελευθερία του ατόμου και το δημόσιο συμφέρον. Προς τούτο, σημαντικό παράγοντα μπορεί να αποτελέσει η συμπεριφορά του Εφεσείοντα αφ' ης στιγμής πληροφορηθεί ότι τον αναζητεί η αστυνομία.». Στην εν λόγω υπόθεση οι Εφεσείοντες παρουσιάστηκαν στον αστυνομικό σταθμό όταν κλήθηκαν από την αστυνομία ενώ ο 3ος Εφεσείοντας του οποίου οι γονείς διέμεναν στον Κορμακίτη, όταν το πληροφορήθηκε βρισκόταν στον Κορμακίτη και ήρθε στις ελεύθερες περιοχές για να παρουσιαστεί στην Αστυνομία.
51. Στην ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΣΤΑΚΗ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 7112, 7113 (2001) 2 ΑΑΔ 415, αναφέρεται ότι «Το γεγονός ότι ο Εφεσείων έχει λευκό ποινικό μητρώο και ότι παρουσιάστηκε αυτοβούλως στην αστυνομία δεν δικαιολογεί το επιχείρημα ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε λανθασμένα.».
52. Στην υπόθεση Νικήτα κ.α. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 54 υπογραμμίστηκε η διαφοροποίηση από την υπόθεση Παρασκευά (ανωτέρω) με τον εξής τρόπο:
«Ούτε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 4 παραδόθηκε από μόνος του στην Αστυνομία εξουδετέρωνε τον κίνδυνο που είχε να εκτιμήσει το Κακουργιοδικείο. Τα γεγονότα της Παρασκευά ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω), στην οποία ο συνήγορός του παρέπεμψε, καίτοι είναι πανομοιότυπα ως προς τη φύση των αδικημάτων, διαφοροποιούνται ως προς τις συνθήκες παράδοσης στην Αστυνομία. Στην υπόθεση εκείνη, ο κατηγορούμενος, ενώ βρισκόταν στο εξωτερικό, επέστρεψε και έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση της Αστυνομίας, όταν πληροφορήθηκε ότι διεξαγόταν έρευνα για σοβαρή υπόθεση ναρκωτικών που τον αφορούσε. Εδώ, εναντίον του κατηγορουμένου 4 εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης, μετά που αυτός αναγνωρίστηκε από αστυνομικό στη σκηνή και, συνεπώς, οι δυνατότητες διαφυγής του ήταν περιορισμένες».
53. Στην ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 1/24, ημερομηνίας 02/02/2024 επικυρώθηκε η πρωτόδικη Απόφαση καθότι ο Εφεσείοντας ήταν πρόσωπο το οποίο βάσει του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού είχε αναγνωριστεί, έχοντας πλέον περιορισμένες δυνατότητες διαφυγής και η εμφάνιση οικειοθελώς στην Αστυνομία τρείς ημέρες μετά και αφότου είχε μάθει για την αναζήτηση του δεν μπορούσε παρά να ιδωθεί εντός αυτού του πλαισίου και ως μη έχουσα τη δυναμική εξάλειψης του κινδύνου φυγοδικίας.
54. Στην Νικόλας Στυλιανού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 78/24, ημερομηνίας 08/04/2024 προβλήθηκε το επιχείρημα ότι η εθελούσια παράδοση του στην Αστυνομία εξοβελίζει τον κίνδυνο φυγοδικίας, ο οποίος εν πάση περιπτώσει μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλους όρους εγγύησης, περιλαμβανομένου μεγάλου χρηματικού ποσού το οποίο ήταν και είναι διατεθειμένος να καταβάλει προς εξασφάλιση της παρουσίας του στη δίκη. Το Εφετείο έκρινε ότι η εθελούσια παράδοση στην Αστυνομία δεν εξαλείφει τον κίνδυνο φυγοδικίας προσώπου εναντίον του οποίου εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης, εν όψει της περιορισμένης δυνατότητας διαφυγής του.
55. Έχοντας διεξέλθει τις πιο πάνω Αποφάσεις αλλά και αυτές στις οποίες με παρέπεμψε ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 κρίνω ότι η επίδικη υπόθεση εντάσσεται και προσεγγίζει περισσότερο την υπόθεση Νικήτα (ανωτέρω). Στην επίδικη περίπτωση ο Κατηγορούμενος 3 έχει αναγνωριστεί από τις αρχές και η δυνατότητα διαφυγής του Κατηγορούμενου 3 είναι περιορισμένη.
56. Στην επίδικη υπόθεση, υπάρχει ένα επιπλέον δεδομένο, ήτοι η απουσία ισχυρών δεσμών με την Κύπρο, κάτι το οποίο και σε συνάρτηση με την σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος 3[1] κρίνω ότι το γεγονός ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την ημέρα που θα καταχωρείτο το Κατηγορητήριο αλλά και η περαιτέρω συμμόρφωση του με τους όρους που τέθηκαν από το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει την δυναμική που προσπάθησε να αποδώσει ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 και δεν καταδεικνύει ότι είναι τέτοιες οι περιστάσεις ώστε να εξουδετερώσουν κάθε σκέψη του Κατηγορούμενου 3 για διαφυγή και να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ’ επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Ούτε το γεγονός ότι ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 εισηγήθηκε την επιβολή όρων είναι αρκετό για να εξαλειφθεί ο κίνδυνος φυγοδικίας στην βάση των όσων τέθηκαν πιο πάνω.[2]
57. Αφού στάθμισα κάθε σχετικό παράγοντα και εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας και αφού έλαβα υπόψη μου το δικαίωμα ελευθερίας των Κατηγορούμενων 1 έως 4, τις προσωπικές περιστάσεις ιδιαίτερα του Κατηγορούμενου 3, την σοβαρότητα των αδικημάτων που βρίσκονται στο Κατηγορητήριο, την πιθανότητα καταδίκης, κρίνω ότι το δημόσιο συμφέρον για απονομή της δικαιοσύνης υπερτερεί στην υπό κρίση περίπτωση και επιτάσσει την κράτηση των Κατηγορούμενων 1 έως 4 καθότι η πιθανότητα διαφυγής είναι πέραν από ορατή.
58. Όσο αφορά το ζήτημα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 3 αναμένεται από τις Αστυνομικές Αρχές ότι θα λάβουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα.
Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων
59. Σε σχέση με τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής διευκρίνισε ότι αυτό αφορά τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 4. Όπως ανέφερε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 υπάρχει πιθανότητα επηρεασμού των Μαρτύρων (όπως καταγράφονται στο Τεκμήριο 1) 9, 10, 82, 35. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 υπάρχει πιθανότητα να επηρεάσει τους μάρτυρες 82 και 62 ενώ ο Κατηγορούμενος 4 υπάρχει πιθανότητα να επηρεάσει τους μάρτυρες 57 και 58.
60. Ως προς το τι εξετάζει το Δικαστήριο αναφορικά με τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτυρίας, σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κ.Κ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 114/2023 ημ. 22.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:B223, ECLI:CY:AD:2023:B223 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Όπως τονίσαμε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Bourel κ.ά., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 206/2021, 209/2021 & 210/2021, ημερ. 28/12/2021, εκείνο που εξετάζει το Δικαστήριο όσον αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για τέτοιο επηρεασμό είναι εύλογα δικαιολογημένοι στη βάση, βεβαίως, της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Σιημητρά ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 397). Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεαστούν μάρτυρες. Στη Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 90, τονίστηκε πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων κατηγορίας αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Το Δικαστήριο θα διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος/πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Το ζητούμενο δεν είναι αν θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων αλλά η πιθανολόγηση επηρεασμού μαρτύρων»
61. Έχει επίσης λεχθεί στην ίδια υπόθεση ότι ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων δεν αποτιμάται ως να είναι η δίκη του κατηγορουμένου, αλλά περί πιθανότητας ο λόγος, δικαιολογημένης βεβαίως, όπως έχει λεχθεί, μεταξύ άλλων στη Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 689. Τονίστηκε επίσης ότι αν προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό, προσπάθεια ή η εκδήλωση επηρεασμού μαρτύρων σαφώς και καθιστά τον εν λόγω κίνδυνο υπαρκτό.
62. Οι αρχές οι οποίες διέπουν τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων είναι καλά γνωστές και έχουν εξηγηθεί σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων. Περί πιθανολόγησης ο λόγος. Το κριτήριο είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων είναι ευλόγως δικαιολογημένοι στη βάση μαρτυρία η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Σιημητράς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 397, Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 90, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 689, Φανιέρος κ.ά. ν. Αστυνομίας κ.ά. (2011) 2 Α.Α.Δ. 472, Χουσεϊν κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά., Ποιν. Έφ. 80/2019 κ.α., ημερ. 8.7.2019, Γενικός Εισαγγελέας ν. Bourel κ.ά., Ποιν. Έφ. 2016/21 κ.ά., ημερ. 29.12.2021, Γενικού Εισαγγελέα ν. Γ.Ν., Ποιν. Έφ. 145/2023, ημερ. 21.7.2023, Chamount v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 178/24, ημερ. 10.9.2024, Καραγιάννη κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 20/25, ημερ. 10.2.2025). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), παρατίθεται με επιδοκιμασία το κάτωθι απόσπασμα από το σύγγραμμα "Law of the European Convention on Human Rights" των D.J. Harris, M.D. Boyle και C. Warbrick, στη σελ. 140:
"A justifiable fear that the accused will interfere with the course of justice is another permissible ground for detention. This includes destroying documents, warning or collusion with other possible suspects and bringing pressure to bear upon witnesses. A general statement that the accused will interfere with the course of justice is not sufficient; supporting evidence must be provided.".
63. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Chamount v. Αστυνομίας (ανωτέρω):
«Στην Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) η κατηγορούσα αρχή έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου επιστολή δυο μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι πληροφορούσαν τον δικηγόρο του Εφεσείοντος για την πρόθεση τους να αναιρέσουν προηγούμενη τους κατάθεση. Κρίθηκε ότι η μαρτυρία αυτή δικαιολογούσε την κράτηση του εφεσείοντος λόγω κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων . Στην Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 90, μαρτυρία ότι υπήρξε προσπάθεια της συζύγου του κατηγορούμενου να επηρεάσει μάρτυρα κατηγορίας σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις, κρίθηκε ότι ικανοποιούσε την ύπαρξη δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Αποφασίστηκε επίσης ότι δεν χρειαζόταν προφορική μαρτυρία για τη στοιχειοθέτηση του κινδύνου. Η κατηγορούσα αρχή μπορούσε να στηριχτεί στο περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον Δικαστηρίου επικαλούμενη τα στοιχεία εκείνα που υποστήριζαν την εισήγησή της. Στην Φανιέρος ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ο φόβος επηρεασμού μαρτύρων κρίθηκε δικαιολογημένος λόγω (α) ανώνυμου τηλεφωνήματος προς τον παραπονούμενο με στόχευση τη μη αναγνώριση προσώπου με ρόλο στην υπόθεση, (β) απειλές τις οποίες δέχθηκε μάρτυρας κατηγορίας κατά της ζωής του από συγγενικό πρόσωπο του εφεσείοντος, (γ) αναίρεση προηγούμενης κατάθεσης προσώπου το οποίο ενοχοποιούσε τον εφεσείοντα».
64. Πράγματι αυτός ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων προκύπτει σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 αλλά δεν προκύπτει σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 4 και 2. Δεν παραγνωρίζεται ότι δεν υπήρξε ένσταση ούτε ως προς τον λόγο αυτό από την πλευρά του Κατηγορούμενου 2. Ωστόσο, επειδή τίθενται ζητήματα που άπτονται της ελευθερίας του ατόμου, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει τα ζητήματα αυτά αυτοβούλως.
65. Σε σχέση όμως με τον Κατηγορούμενο 1 ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός. Ενδεικτικά παραπέμπω στα όσα αναφέρονται στην κατάθεση με αύξων αριθμό 9, όπου αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος 1 του πρόσφερε 100 Ευρώ για να αναφέρει στην Αστυνομία ότι την μοτοσυκλέτα που του πούλησε την είχαν κλέψει. Δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια επηρεασμού μαρτύρων, πέραν του πιο πάνω.
66. Συνεπώς, υφίσταται ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 αλλά όχι σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 4.
Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων
67. Ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στήριξε το αίτημα του και στον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 παραδίδοντας στο Δικαστήριο τόσο τα ποινικά μητρώα των Κατηγορούμενων 1 και 2 όσο και διάφορα Κατηγορητήρια για εκκρεμούσες υποθέσεις.
68. Η μη ύπαρξη καταδίκης για οποιοδήποτε αδίκημα δεν εξανεμίζει αφ' εαυτού τον διαπιστωθέν κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων αφού η εκκρεμότητα ποινικών υποθέσεων για παρεμφερή αδικήματα δύναται να ληφθεί υπόψη και να καταστήσει ευλογοφανή τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων (ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2013) 2 Α.Α.Δ. 227 και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 271/20223 ημερομηνίας 24/1/2024).
69. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29/5/2025, συνοψίστηκαν οι αρχές που εφαρμόζονται αναφορικά με τον έλεγχο του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων , ως ακολούθως:
«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:
(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»
70. Στην απουσία ένστασης από την πλευρά των Κατηγορούμενων 1 και 2 αλλά και από τα όσα προκύπτουν από τα όσα κατατέθηκαν στο Δικαστήριο κρίνω ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους 1 και 2.
71. Όσον αφορά δε ένα άλλο στοιχείο το οποίο εξετάζεται και είναι υπολογίσιμο είναι το χρονικό διάστημα κράτησης αφού ο χρόνος κράτησης των Κατηγορουμένων 1 – 4 αναμφίβολα είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη (Hussein v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 34). Ο χρόνος κράτησης δεν εξετάζεται κατ’ απομόνωση, αλλά σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Tasev v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 126/16, ημερ.1.8.16). Στην προκειμένη περίπτωση, το χρονικό διάστημα μέχρι την εμφάνιση των Κατηγορουμένων 1 - 4 στο Κακουργιοδικείο δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικό, σε συνδυασμό πάντοτε με τους υπόλοιπους παράγοντες που συνυπολογίστηκαν.
72. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχω αναφέρει, το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση των Κατηγορούμενων μέχρι την δίκη τους στο Κακουργιοδικείο στις 29/01/2025 κρίνεται δικαιολογημένο και εγκρίνεται. Εκδίδεται Διάταγμα Προσαγωγής των Κατηγορούμενων στις 29/01/2026 και ώρα 09:00 π.μ.
(Υπ.)…………………………..….
Χ. Στρόππος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1]Όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης σε ένα κατηγορούμενος, τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής του όταν μάλιστα η προβλεπόμενη ποινή που αντιμετωπίζουν είναι αυτή της ισόβιας κάθειρξης όπως εδώ και οι τρείς κατηγορούμενοι (Κρασοπούλης κ.α ν. Δημοκρατίας (2012) 2ΑΑΔ 450).
[2] Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση ημερομηνίας 16.7.2019, Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 81/19 - 83/19, «Με μόνη την προσθήκη ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και οι δεσμοί που αυτός έχει με την Κύπρο, καθώς επίσης και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στις επισημάνσεις που έγιναν στις Φλεριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 13/2016 ημερ. 3.3.2016 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 14/2016 ημερ. 7.7.2016.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο