ΕΙΡΗΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ν. ΛΙΤΒΙΣΚΟ ΟΛΓΑ, Αρ. Υπόθεσης: 22911/2022, 21/11/2025
print
Τίτλος:
ΕΙΡΗΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ν. ΛΙΤΒΙΣΚΟ ΟΛΓΑ, Αρ. Υπόθεσης: 22911/2022, 21/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 22911/2022

Μεταξύ:

ΕΙΡΗΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

 

εναντίον

 

                                                                   ΛΙΤΒΙΣΚΟ ΟΛΓΑ

 

 

Ημερομηνία: 21/11/2025

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κύριος Χριστοφόρου

Για Κατηγορούμενους: κ. Χατζήλευθερίου

Κατηγορούμενη: Παρούσα

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  AΠΟΦΑΣΗ

Εκ πρώτης όψεως

 

Α.        ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, ήτοι τα αδικήματα της (1) ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από την Αρμόδια αρχή κατά παράβαση του άρθρου 3 (1) (β) και 20 (1) (α) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως   αυτό τροποποιήθηκε (2) κατοχή ή χρήση οικοδομής χωρίς την εκ των προτέρων έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από αρμόδια αρχή κατά παράβαση των άρθρων 10 (1) και 20 (1) (γ) και (3) (β), (ε) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως αυτό τροποποιήθηκε.  

 

2.         Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στις λεπτομέρειες τις πρώτης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη σε άγνωστη ημερομηνία προέβη στην ανέγερση στεγάστρου και περίφραξης επί της νότιας πλευράς του διαμερίσματος της με αριθμό 4 επί του ισογείου της πολυκατοικίας Hawai Suntan Comp. House 1B1, Α με αριθμό εγγραφής 0/10974, Τμήμα 1, Φύλλο 0, Σχέδιο 2-206-340, Τεμάχιο 275 στην ενορία Άγιος Γεώργιος (Φραγκούδη) στον Δήμο Αγίου Αθανασίου στην Λεμεσό, εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Αγίου Αθανασίου για κάλυψη του χώρου στάθμευσης και/ή της βεράντας του εν λόγω διαμερίσματος και περιμετρικά της βεράντας και/ή του χώρου στάθμευσης αυτού, ψηλή περίφραξη από ευτελή υλικά και το οποίο στέγαστρο εφάπτεται της βεράντας του διαμερίσματος της Παραπονούμενης με αριθμό εγγραφής 0/10979 που βρίσκεται στον 1ο όροφο επί της προαναφερόμενης πολυκατοικίας χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή του Δήμου Αγίου Αθανασίου.

 

3.         Επιπλέον, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη κατέχει ή/και χρησιμοποιεί περίφραξη και στέγαστρο χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή.

 

4.         Σημειώνεται ότι οι Συνήγοροι καταχώρισαν παραδεκτά γεγονότα στο οποίο επί της ουσίας αναφέρεται ότι (α) η Παραπονούμενη είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος αρ. 2, (β) ότι η Κατηγορούμενη είναι ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος αρ. 4 στην πιο πάνω πολυκατοικία. Επίσης είναι παραδεκτό ότι προέβη σε άγνωστη ημερομηνία στην ανέγερση στεγάστρου (πέργολας) και υψηλής περίφραξης για την κάλυψη της βεράντας της.

 

5.         Ο Συνήγορος της Κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι η Παραπονούμενη δεν έχει έννομο συμφέρον να προωθεί την παρούσα ποινική υπόθεση.

 

Β.        ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ – ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ

 

6.         Σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε οι Κατηγορούμενοι να κληθούν σε απολογία. Στην απουσία σχετικής εισήγησης, δεν αναιρείται το καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει το «ζήτημα του εκ πρώτης όψεως».

 

7.         Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεσης:

 

«Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης.  Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη.  Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police (1981) 2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα.  Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962.  Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,

 

(α)      δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και

 

(β)     Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

 

Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου […]

 

Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.  Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης.  Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης.  Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα».

 

8.         Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α. (2016) 2 Α.Α.Δ. 1335. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Κουννίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 82, αναφέρθηκε ότι:

 

«Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας».

 

9.         Συνεπώς, οι Κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν σε απολογία, με βάση το Άρθρο 74 (1) (γ) του Κεφ. 155, μόνο εκεί που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη των Κατηγορούμενων μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτούς κάποια εξήγηση. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμανε ότι οι Κατηγορούμενοι καλούνται όχι για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους αλλά για να διορθώσουν της ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.

 

10.      Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, εκ πρώτης όψεως, να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εναντίον των Κατηγορούμενων (βλ.  Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευστάθιος Θεοδώρου, (2002) 2 Α.Α.Δ. 9).

 

11.      Επιπλέον, θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω το «θεμελιώδης» του σταδίου αυτού της διαδικασίας, ως έχει χαρακτηριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Δράκου κ.α., (2012) 2 Α.Α.Δ. 851, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«[…] το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης  προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Savva v. Police (1986) 2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77:

«The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.»

 

Σε μετάφραση:

«Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ' έφεση.»

Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία.  Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης.

Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους.»

12.      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν επί αυτής για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους.   

 

13.      Για σκοπούς εξέτασης κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης κρίνεται σκόπιμο όπως παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Παραπονούμενης.

 

Γ.         Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

 

14.      Κατέθεσαν συνολικά 3 μάρτυρες από την πλευρά της Παραπονούμενης, ήτοι η κυρία Ανδρονίκη Μαυρουδή (ΜΚ1) υπάλληλος αρχιτέκτονας στον Επαρχιακό Οργανισμό Λεμεσού, η κυρία Ειρήνη Ελευθερίου (ΜΚ2), η Παραπονούμενη και η κυρία Ελένη Ιακώβου Δημητρίου (ΜΚ3), πολιτικός μηχανικός.

 

15.      Η μαρτυρία που προσφέρθηκε και από τους τρείς μάρτυρες αφορούσε και σχετιζόταν με το κατά πόσο υφίσταται σχετική άδεια από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με την επίδικη «πέργολα» και γενικότερα κατά πόσο επηρεάζονταν τα δικαιώματα της Παραπονούμενης από την κατασκευή της επίδικης πέργολας.

 

16.      Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, σημειώνεται ότι η ΜΚ1 έκανε αναφορά στο ότι δεν υφίσταται άδεια για την κατασκευή της επίδικης πέργολας. Επιπλέον, έκανε αναφορά στο ότι επισκέφτηκε την επίδικη Πολυκατοικία και είδε την πέργολα και την περίφραξη. Ανέφερε επίσης ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο επηρεάζονται τα δικαιώματα της Παραπονούμενης από την ανέγερση της επίδικης πέργολας και περίφραξης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, επιστολή την οποία απέστειλε Λειτουργός της Τεχνικής Υπηρεσίας προς την Κατηγορούμενη δια της οποίας αναφέρεται ότι «διαπιστώθηκε ότι έχετε κάνει προσθήκες […] χωρίς να εξασφαλίσετε την απαραίτητη άδεια οικοδομής και εναντίον των Κανονισμών.» καλώντας την όπως «προβείτε άμεσα στον τερματισμό των εργασιών και να επαναφέρετε το διαμέρισμα στην αρχική του κατάσταση ή να εξασφαλίσετε τις απαραίτητες άδειες.».

 

17.      Η ΜΚ2 παρουσίασε την μαρτυρία της θέτοντας έμφαση στον τρόπο με τον οποίο επηρεάζονται τα δικαιώματα της από τις επίδικες κατασκευές. Παρουσίασε βίντεο δια του οποίου φαινόταν ότι στο Διαμέρισμα της εντοπίστηκε γάτος  ο οποίος εισήλθε επί της ουσίας δια της πέργολας, η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εφάπτεται του εξωτερικού του Διαμερίσματος της. Ανέφερε επίσης ότι η πέργολα προκαλεί υγρασία στο Διαμέρισμα της.

 

18.      Η ΜΚ3 ανέφερε ότι η πέργολα εφάπτεται του Διαμερίσματος της Παραπονούμενης.

 

19.      Επί της ουσίας τόσο μέσα από τις γραπτές του αγορεύσεις όσο και δια της αντεξέτασης του ο Συνήγορος της Κατηγορούμενης εστίασε στην απουσία έννομου συμφέροντος από την πλευρά της Παραπονούμενης να προωθεί την παρούσα υπόθεση. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι στο τέλος της γραπτής του αγόρευσης αναφέρει ότι «δεν έχει αποδειχθεί κανένα συστατικό στοιχείο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η Κατηγορούμενη πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί.». Οι αναφορές του αυτές όμως δεν συσχετίζονται με τα λοιπά επιχειρήματα που προβλήθηκαν.

 

Δ.        ΟΙ ΕΠΙΔΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

 

20.      Οι επίδικες κατηγορίες σύμφωνα με όσα αναγράφονται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος στηρίζονται σε διάφορα άρθρα του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96

 

21.      Το Άρθρο 2 του Κεφ. 96 προνοεί τα εξής σχετικά ως προς την ερμηνεία της «αρμόδιας αρχής» και «οικοδομής»:

 

«αρμόδια αρχή» σημαίνει τον Διευθυντή Αδειοδότησης της Ανάπτυξης εκάστου Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμου: […]

 

«οικοδομή» σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο.»[1]

 

22.      Περαιτέρω, αναφορικά με τον όρο «προσθήκη» το Άρθρο 2 του Κεφ. 96, διαλαμβάνει τα εξής:

«“μετατροπή”, “προσθήκη” ή “επισκευή”, όταν χρησιμοποιείται σε αναφορά για οικοδομές, σημαίνει οποιαδήποτε δομική μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή με την οποία οποιαδήποτε διάσταση τέτοιας οικοδομής μετατρέπεται, αλλά δεν περιλαμβάνει:

(α) την αντικατάσταση των κεραμιδιών, πηλού ή άλλης ύλης με σκοπό να καταστήσουν υδατοστεγή οποιαδήποτε στέγη

(β) την επισκευή οποιασδήποτε υφιστάμενης θύρας της οποίας τα φύλλα δεν ανοίγουν ή προβάλλονται εντός οδού

(γ) την επισκευή οποιουδήποτε παραθύρου εξώστη ή βεράντας το οποίο δεν ανοίγει ή προβάλλεται εντός οδού

(δ) τον ασβεστοχρωματισμό, υδατοχρωματισμό, επικονίαση ή βαφή οποιουδήποτε τοίχου, οροφής, ξύλινης ή σιδερένιας κατασκευής σε οποιαδήποτε οικοδομή

(ε) την επανατοποθέτηση, επανατοποθέτηση σανίδων ή πλακακιών οποιουδήποτε πατώματος ή δαπέδου που περιέχεται εντός των εξωτερικών τοίχων οποιασδήποτε οικοδομής ή εντός οποιουδήποτε υφιστάμενου εξώστη ή βεράντας προσαρτημένου στην οικοδομή, αλλά ο οποίος δεν ανοίγει ή προβάλλεται εντός οδού.»

23.      Στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v. Δήμου Αγλαντζιάς (2006) 2 Α.Α.Δ. 291 υποδείχθηκε πως το κατά πόσο μια κατασκευή θεωρείται 'οικοδομή' ή όχι είναι θέμα πραγματικό (Tsiolis v. The District Officer Nicosia (1982) 2 C.L.R. 11). Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλα τα συναφή γεγονότα όπως το σχήμα και το μέγεθος της κατασκευής, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, ο τρόπος κατασκευής της οικοδομής, κατά πόσο είναι προσαρτημένη στη λοιπή οικοδομή, η σχέση της κατασκευής με τα υπόλοιπα κατασκευάσματα και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει χρήση της οικοδομής. Κανένας από τους πιο πάνω παράγοντες δεν είναι καθοριστικός αλλά όλοι μαζί βοηθούν στην απάντηση του τιθέμενου ερωτήματος (βλ. South Wales Aluminium Co. Ltd. v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area (1943) 2 All E.R. 587). 

 

24.      Περαιτέρω, στην υπόθεση Κυπριανού v. Δήμου Στροβόλου (1992) 2 Α.Α.Δ. 344 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η τοποθέτηση πασσάλου, η τοποθέτηση στέγης από τσίγκους, η στήριξη των τσίγκων στον απέναντι τοίχο και η δημιουργία ενός υπόστεγου για χρήση από το αυτοκίνητο αναμφίβολα αποτελεί οικοδομή εντός της έννοιας του άρθρου 2 του Κεφ. 96 καθότι περικλείει και οριοθετεί χώρο. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ακόμη πως το γεγονός ότι δεν κατοικεί κανείς μέσα στο χώρο που δημιουργείται από την κατασκευή είναι άνευ σημασίας επειδή οικοδομή δεν σημαίνει απαραίτητα κατοικία ούτε και τόπο διαμονής ανθρώπων αλλά σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 96 οποιοδήποτε κατασκεύασμα από οποιοδήποτε υλικό το οποίο περικλείει ή οριοθετεί ή σκοπό έχει να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο.

 

25.      Λεπτομερής ανάλυση της ερμηνείας της λέξης «οικοδομής», ως το Άρθρο 2 του Κεφ. 96, γίνεται και στη Municipality of Nicosia v. Solomonides and another (1984) 2 C.L.R. 451 με αναφορά σε σχετική αγγλική νομολογία. Επιπλέον, στη Tsiolis v. The District Officer Nicosia (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι για να θεωρείται μια κατασκευή ως οικοδομή, ως το Άρθρο 2 του Κεφ. 96, πρέπει να είναι μια κατασκευή που χρησιμοποιείται για ένα σκοπό για τον οποίο συνήθως χρησιμοποιείται μια οικοδομή και για ένα σκοπό για τον οποίο συνήθως απαιτείται ή τουλάχιστον είναι επιθυμητή η ανέγερση μιας οικοδομής. Μια κατασκευή που περικλείει ή οριοθετεί ή σκοπεύει να περικλείσει ή να οριοθετήσει οποιοδήποτε έδαφος ή χώρο είναι οικοδομή.

 

26.      Περαιτέρω, το Άρθρο 3 του Κεφ. 96, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, προνοεί ότι:

«3.-(1) Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- (α) να διανοίγει ή κατασκευάζει οδό (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή (γ) να διανοίγει ή να διαιρεί οποιαδήποτε γη (ανεξάρτητα από το αν οποιεσδήποτε άλλες οικοδομές ή οικοδομές που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για γεωργία ή δασοκομία, υπάρχουν επ’ αυτής ή όχι) σε χωρισμένα οικόπεδα (δ) να διαιρεί οποιαδήποτε οικοδομή (ανεξάρτητα από το αν οποιαδήποτε τέτοια διαίρεση καθιστά αναγκαία οποιαδήποτε κατασκευή ή όχι) σε χωρισμένα διαμερίσματα (ε) να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής. (στ) να αρχίζει προβαίνοντας σε οποιαδήποτε από τις εργασίες ή από τα ζητήματα που εκτίθενται πιο πάνω, χωρίς άδεια γι’ αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο (2) ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως: […]»

 

27.      Στην υπόθεση Μηλιδώνη ν. Έπαρχου Λευκωσίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 384 αναφέρθηκε ότι ο σκοπός του Κεφ. 96 είναι η εξασφάλιση της ασφαλούς, από κατασκευαστικής άποψης, χρήσης των οικοδομών από τον άνθρωπο, η οποία επιτυγχάνεται με την προηγούμενη λήψη της συγκατάθεσης της αρμόδιας αρχής και έμμεσα με τη διαβεβαίωση, ότι η οικοδομή θα είναι ασφαλής για κατοχή και χρήση. Προς τούτο το Άρθρο 3 (2) (α) του Κεφ. 96, ορίζει ως αρμόδια αρχή εντός οποιασδήποτε περιοχής Δήμου, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αυτού.

 

28.      Σύμφωνα δε με την δεύτερη κατηγορία, σχετικό είναι το  Άρθρο 10 (1) του Κεφ. 96, που προνοεί το εξής:

 

«10.-(1) Ουδέν πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήματος αυτής, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα της, με βάση το άρθρο 3 του παρόντος Νόμου.»

 

29.      Στην υπόθεση Elfi Entertainment κ.α. ν. Δήμου Άγιας Νάπας (2006) 2 Α.Α.Δ. 361 η άρνηση του ιδιοκτήτη της οικοδομής να αποταθεί στην αρμόδια αρχή για έκδοση πιστοποιητικού εγκρίσεως δεν αίρει την ποινική ευθύνη των εφεσειόντων, οι οποίοι ήταν ενοικιαστές και κάτοχοι του επίδικου ακινήτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι διαφορετική κατάληξη θα καταστρατηγούσε τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ. 96 και ότι οποιοσδήποτε επιθυμεί την κατοχή και χρήση οικοδομών θα πρέπει πρώτα να βεβαιώνεται ότι αυτές είναι νόμιμες και ότι έχουν και άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή.

 

30.      Ως προς την διάπραξη ποινικών αδικημάτων αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2 του παρόντος κατηγορητηρίου, σχετικό είναι το Άρθρο 20 του Κεφ. 96, που προνοεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει  οποιαδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 3 ή του άρθρου 10 του σχετικού Νόμου, διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).

 

 

Ε.        ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

 

Το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος

 

 

31.      Όπως σημειώθηκε ήδη, αυτό το οποίο επί της ουσίας προβάλλει η πλευρά της Κατηγορούμενης είναι ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον στην προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης από την πλευρά της Παραπονούμενης.

32.      Όπως αναφέρεται στις γραπτές αγορεύσεις του Συνηγόρου, η Παραπονούμενη είναι "απλώς γειτόνισσα» της Κατηγορούμενης και δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα της Παραπονούμενης. Το στέγαστρο και περίφραξη τοποθετήθηκαν εντός της ιδιοκτησίας της Κατηγορούμενης και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί επέμβαση επί της περιουσίας της Παραπονούμενης. Ο τρόπος που είναι τοποθετημένο το στέγαστρο κανένα περιουσιακό δικαίωμα δεν υπέχει η Παραπονούμενη και δεν εμποδίζει οποιαδήποτε δίοδο και ή ορατότητα ή οτιδήποτε άλλο δικαίωμα. Παρέπεμψε σχετικά στις Αποφάσεις Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος (2013) 2 ΑΑΔ 22 ημερομηνίας 16.01.2023 και Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου (2014) 2 ΑΑΔ 846.

 

33.      Από την πλευρά του ο Συνήγορος της Παραπονούμενης παρέπεμψε σε διάφορες Αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου και ανέφερε ότι υπάρχει μαρτυρία ότι η πέργολα εφάπτεται και στηρίζεται στην εξωτερική πλευρά του διαμερίσματος της Παραπονούμενης που εφάπτεται επί της βεράντας της κουζίνας και σε μικρή απόσταση με αποτέλεσμα να εισέρχονται οι γάτοι από την βεράντα. Όπως ανέφερε, σύμφωνα με την εμπειρογνώμονα δημιουργείται υγρασία στο εσωτερικό της Παραπονούμενης με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της. Η Παραπονούμενη έχει έννομο συμφέρον στην αποκατάσταση της νομιμότητας. Το πρόσωπο που μπορούσε να εγείρει την διαδικασία ήταν ο ΕΟΑ και προηγουμένως ο Δήμος Λεμεσού. Υπάρχει επαρκής μαρτυρία που αποδεικνύει το έννομο συμφέρον της Παραπονούμενης. Τέλος, ανέφερε ότι σε περίπτωση πυρκαγιάς κινδυνεύει άμεσα και το διαμέρισμα της Παραπονούμενης.

 

34.      Το δικαίωμα καταχώρισης ποινικής δίωξης από ιδιώτη, αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides and another (1983) 2 CLR 363 (βλ. και Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος (2013) 2 Α.Α.Δ. 22, Νεόφυτος Παναγιώτου ν. Σάββα Ευαγγέλου, Ποινική Έφεση Αρ.194/2013, 2/12/2014, Hogg ν. Παπαδοπούλου, (1992) 2 Α.Α.Δ. 36, Xαραλαμπίδης Mιχάλης ν. Nικόλαου Kωμοδρόμου (2002) 2 Α.Α.Δ. 522, KALIA ν. LAMBROU, (1985) 2 Α.Α.Δ. 217, Aίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd και Άλλων, (1997) 2 Α.Α.Δ. 434,  Αίτηση από τον Ανδρέα Τρύφωνος, Αίτηση Αρ. 15/2015, 18/04/2016 και  Αναφορικά με τη μονομερή αίτηση του X.A. για έκδοση διατάγματος καταχώρισης Κατηγορητηρίου, Ποινική Αίτηση Αρ. 17/2021, 07/09/2021).

 

35.      Δεν παραγνωρίζω τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα επιχειρήματα της πλευράς της Κατηγορούμενης για την έλλειψη εννόμου συμφέροντος στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Ωστόσο, έχοντας υπόψη μου τα εκατέρωθεν επιχειρήματα που προβάλλονται προς υποστήριξη της θέσης της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης σε συνάρτηση με την ίδια την φύση του εκ πρώτης όψεως σταδίου, όπου το Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης αφού τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη κρίνω ότι το στάδιο στο οποίο ηγέρθηκε το ζήτημα της νομιμοποίησης έγερσης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης είναι πρώιμο.

 

36.      Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η έννοια του εννόμου συμφέροντος προς έγερση ιδιωτικής ποινικής δίωξης πηγάζει «από τον δυσμενή και άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του ιδιώτη». Η δε έλλειψη νομιμοποίηση συναρτώμενη με τον δυσμενή και άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων της Παραπονούμενης, στην προκείμενη περίπτωση, σαφώς θα πρέπει να διαγνωσθεί κατά το στάδιο της δίκης, που είναι και το κατάλληλο στάδιο εξέτασης του εγειρόμενου ζητήματος, ώστε να συσχετισθεί με τα γεγονότα τα οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 1/23, 23/1/2023, ECLI:CY:AD:2023:D32). Είναι στο στάδιο εκείνο όπου πλέον θα υπάρξει συσχετισμός με τα γεγονότα και ευρήματα του Δικαστηρίου που θα γίνουν αποδεκτά που θα πρέπει να διαγνωσθεί αυτός ο δυσμενής και άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων της Παραπονούμενης.

 

37.      Συνεπώς, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς εξέταση, αν και εφόσον εγερθεί στο κατάλληλο στάδιο που δεν μπορεί να είναι άλλο από το στάδιο της δίκης όπου το Δικαστήριο οπόταν και το Δικαστήριο θα κληθεί να κρίνει το κατά πόσο, υπό το φως των γεγονότων που θα τεθούν ενώπιον του, υπάρχει τέτοιος επηρεασμός και επέμβαση στα δικαιώματα της Παραπονούμενης κατά τρόπο που αυτή να νομιμοποιείται  στην έγερση της υπό κρίση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης.

 

Καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης;

 

38.      Έχοντας υπόψη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, χωρίς να γίνεται σε αυτήν οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

39.      Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή ότι η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πιεστικότητας που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει την Κατηγορούμενη.

 

40.      Υπενθυμίζεται ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε είτε η ανέγερση της πέργολας και της περίφραξης από την Κατηγορούμενη αλλά ούτε και η απουσία άδειας από την αρμόδια αρχή.  

 

 

 

 

ΣΤ.     ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

41.      Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2  που  αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου καλείται σε απολογία. 

Εξηγούνται στην Κατηγορούμενη τα δικαιώματα της.

 

 

(Υπ.)……………………...

Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Η διάταξη τροποποιήθηκε και κατά το προγενέστερο καθεστώς καταγραφόταν το εξής αρμόδια αρχή” σημαίνει την αρμόδια αρχή που καθιδρύεται ή που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η οποία ασκεί εξουσίες σε σχέση με οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εντός της περιοχής αναφορικά με την οποία εγκαθιδρύεται ή διορίζεται.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο