ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης 6613/2024
Μεταξύ:
Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων
εναντίον
Χριστόφορος Χριστοφόρου
Ημερομηνία: 18/11/2025
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κυρία Γρηγόρη
Για Κατηγορούμενο: κύριος Σαουρής
Κατηγορούμενους: Παρών.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
1. Με το παρόν Κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για κατοχή αφορολόγητων εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 140 (3) του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου αρ. 9 (Ι) του 2004 ως αυτός τροποποιήθηκε, για κατοχή αδοσμολόγητων εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 93 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, αρ. 94 (Ι) του 2004, ως αυτός εκάστοτε τροποποιήθηκε, για κατοχή αφορολόγητων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 46 (7) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, αρ. 95 (Ι) του 2000 ως τροποποιήθηκε, αποφυγή καταβολής φόρων κατανάλωσης, κατά παράβαση του άρθρου 140 (2) του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου αρ. 91 (Ι) του 2004, ως τροποποιήθηκε, δόλια αποφυγή καταβολής δασμού, κατά παράβαση του άρθρου 91 (1) του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου αρ. 94 (Ι) του 2004, ως τροποποιήθηκε και δόλια αποφυγή καταβολή φόρου προστιθέμενης αξίας κατά παράβαση του άρθρου 46 (Ι) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου αρ. 95 (Ι) του 2000, ως τροποποιήθηκε.
2. Τα πιο πάνω αδικήματα σχετίζονται με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος την 01/11/2023 στην οικία του που βρίσκεται στην οδό Αγίου Σπυρίδωνα αρ. 5 στην Επισκοπή στην Λεμεσό, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι είχε στην κατοχή του τεμάχια τσιγάρων διαφόρων μαρκών.
3. Κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής επεδίωξε να καταθέσει αριθμό πακέτων με τσιγάρα τα οποία φέρονται να εντοπίστηκαν στον χώρο που διέμενε ο Κατηγορούμενος.
4. Τα «πακέτα» αυτά όπως σημειώθηκε είχαν ανευρεθεί κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος έρευνας το οποίο εκδόθηκε αναφορικά με την κατοικία στην οποία διέμενε ο Κατηγορούμενος για άλλο αδίκημα άσχετο με τα επίδικα γεγονότα. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν τα πακέτα με τα τσιγάρα που τώρα επιδιώκει η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής να καταθέσει ως Τεκμήρια.
5. Αποτέλεσε θέση της πλευράς του Κατηγορούμενου ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η κατάθεση των Τεκμηρίων αυτών καθότι το Ένταλμα έρευνας αφορούσε άλλα αδικήματα και όταν ανευρέθηκαν τα προτιθέμενα Τεκμήρια, η Αστυνομία δεν ακολούθησε τα όσα προνοούνται στις διατάξεις του άρθρου 33 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155). Σημείωσε δε ότι το άρθρο 81 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος του 2004 (94(Ι)/2004) δεν εξαιρεί την εφαρμογή του άρθρου 33 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155).
6. Όπως αναφέρει το άρθρο 33 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155):
«33. Αν κατά την έρευνα κάποιου τόπου δυνάμει εντάλματος, ο εξουσιοδοτημένος να διεξάγει την έρευνα βρει περιουσία που δεν αναφέρεται στο ένταλμα αλλά σε σχέση με την οποία υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα, αυτός δύναται να κατάσχει την περιουσία αυτή και να τη μεταφέρει ενώπιον του Δικαστή που έκδωσε το ένταλμα, ο οποίος δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με την κατακράτηση ή διάθεση της περιουσίας ως ήθελε φανεί σε αυτόν σκόπιμο.»
7. Σύμφωνα δε με το άρθρο 81 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (94(Ι)/2004):
«81. Οι διατάξεις των άρθρων 27(γ)(i) και 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου δεν εφαρμόζονται αναφορικά με τα εμπορεύματα και τα αρχεία, βιβλία, έγγραφα ή στοιχεία που κατακρατούνται ή κατάσχονται σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας.»
8. Όπως περαιτέρω σημείωσε, η έρευνα έγινε μεν στο πλαίσιο εντάλματος έρευνας αλλά στην απουσία του Κατηγορούμενου, ο οποίος διέμενε και αυτός στο εν λόγω οίκημα. Αποτέλεσε εισήγηση του ότι πρόκειται για μαρτυρία που λήφθηκε παράνομα και συνεπώς δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή και παρέπεμψε σχετικά σε σχετική νομολογία.
9. Η Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε το Δικαστήριο στις πρόνοιες του άρθρου 103 (3) του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (94(Ι)/2004).
10. Και οι δύο πλευρές συμφώνησαν επί της ουσίας ότι ο τρόπος που ανευρέθηκαν τα πακέτα με τα τσιγάρα, ήτοι ότι η έρευνα στην επίδικη κατοικία έλαβε χώρα δυνάμει δικαστικού εντάλματος το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο, στην κατοικία του Κατηγορούμενου όπου διέμενε και ο αδελφός του, στην παρουσία του οποίου και εντοπίστηκαν.
11. Με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, όπως άλλωστε δήλωσαν και οι δύο Συνήγοροι αναφορικά με τον τρόπο που ανευρέθηκαν τα πακέτα τσιγάρων, δεν κρίνεται σκόπιμο να πραγματοποιηθεί δίκη εντός δίκης.
12. Επανερχόμενος τώρα στο κατά πόσο πρόκειται για «παρανόμως κτηθείσα μαρτυρία» είναι καλά γνωστή η σχετική επί του θέματος νομολογία. Σύμφωνα με την Κυπριακή νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία, η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος αποκλείεται, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (βλ. Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά. (1994) 2 Α.Α.Δ. 37, Police v. Georghiades (1983) 2 C.L.R. 33, Georghiou ν. Republic (1984) 2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police (1987) 2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 117, Enotiades ν. Police (1986) 2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic (1987) 2 C.L.R. 132 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρος (1992) 2 Α.Α.Δ. 147).
13. Ως περαιτέρω αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα του Α. Ν. Λοϊζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σελ. 219:
«Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν διακριτική εξουσία να δεχθούν μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα, ενόψει των προνοιών των άρθρων 34 και 35. Το άρθρο 34 στερεί σε οποιονδήποτε την ελευθερία να υπονομεύσει ή καταργήσει οποιαδήποτε από τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, αποκλείοντας και τη διακριτική εξουσία να δεχθεί μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Μέρους ΙΙ. Η αναγνώριση διακριτικής εξουσίας στα δικαστήρια θα ήταν επίσης αντίθετη προς το καθήκον που έχουν όλες οι Αρχές της Πολιτείας, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστηρίων, να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος. Ο κανόνας αποκλεισμού μαρτυρίας, η οποία λήφθηκε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο σε ποινική διαδικασία, έχει στόχο να εμποδίσει όχι να επανορθώσει, αλλά και να εξαναγκάσει σεβασμό προς τις συνταγματικές εγγυήσεις με τον μόνο προσφερόμενο αποτελεσματικό τρόπο, απαλείφοντας το κίνητρο να τις αγνοήσει».
14. Αντίθετα όμως στην περίπτωση που η μαρτυρία εξασφαλίζεται κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της υπό κάποιες προϋποθέσεις. Σε τέτοια λοιπόν περίπτωση με βάση τα όσα λέχθηκαν σχετικά στην Parris v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 186 ισχύουν τα ακόλουθα:
«(1) To εκδικάζον δικαστήριο σε μια ποινική δίκη έχει πάντοτε διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να δεχθεί μαρτυρία αν κατά την γνώμη του ο δυσμενής της επηρεασμός υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας.
(2) Εκτός σε σχέση με παραδοχή και ομολογία και γενικά σε σχέση με μαρτυρία που λαμβάνεται από τον κατηγορούμενο μετά τη διάπραξη του αδικήματος το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αρνηθεί την αποδοχή σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας για το λόγο ότι εξασφαλίσθηκε με ανάρμοστα ή άδικα μέσα. Δεν απασχολεί το δικαστήριο ο τρόπος εξασφάλισης της. Δεν αποτελεί λόγο για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας για αποκλεισμό το ότι η μαρτυρία εξασφαλίστηκε ως αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων πράκτορα της Αστυνομίας."
15. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ουδόλως αμφισβητήθηκε η νομιμότητα του εντάλματος έρευνας και ούτε θα μπορούσε βέβαια καθότι δεν διαθέτει αρμοδιότητα το παρόν Δικαστήριο επί τούτου (βλ. Στυλιανού και Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 268/2015, ECLI:CY:AD:2018:B534). Συνεπώς, δεν μπορούν να εξεταστούν οι συνθήκες εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας.
16. Το μοναδικό ερώτημα που καλείται επί της ουσίας να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο ήταν αναγκαίο να ακολουθηθεί η διαδικασία που προνοεί το άρθρο 33 της Ποινικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στο άρθρο 103 (1) του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (94(Ι)/2004) «Οποιοδήποτε εμπόρευμα υπόκειται εις δήμευση δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, είναι δυνατό να κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση ή κατακρατηθεί από το Διευθυντή ή τον εξουσιοδοτημένο λειτουργό.». Περαιτέρω, στο ίδιο άρθρο καταγράφεται ότι «Νοείται ότι, αστυνομικός δύναται να κατάσχει ή κατακρατήσει εμπορεύματα υποκείμενα με βάση την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία εις δήμευση, αν εντοπίσει αυτά τούτα κατά τη διάρκεια ερευνών που διεξάγει κατά την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων με τις οποίες περιβάλλεται.».
17. Στην αμέσως επόμενη παράγραφο καταγράφεται ότι «(2) Όταν κατάσχεται ή κατακρατείται οποιοδήποτε εμπόρευμα ως υποκείμενο εις δήμευση δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας από πρόσωπο άλλο εκτός από τον Διευθυντή ή εξουσιοδοτημένο λειτουργό, το πρόσωπο αυτό οφείλει όπως τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου αυτού (α) το παραδώσει στο πλησιέστερο τελωνείο· ή (β) εφόσον η παράδοση αυτή δεν είναι πρακτικά εφικτή, επιδώσει στο πλησιέστερο τελωνείο, γραπτή δηλοποίηση για την κατάσχεση ή κατακράτηση, με πλήρη στοιχεία, αναφορικά με το εμπόρευμα που έχει κατασχεθεί ή κατακρατηθεί.»
18. Δεν παραγνωρίζεται ασφαλώς ότι με βάση το άρθρο 79 (3) του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (94(Ι)/2004) σε συνάρτηση και με τις σχετικές συνταγματικές επιταγές, υφίσταται εξαίρεση στην ευρεία εξουσία του «εξουσιοδοτημένου λειτουργού» να εισέρχεται σε κατοικία καθιστώντας απαραίτητη την εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος. Υπενθυμίζεται ότι ένα τέτοιο διάταγμα υφίστατο στην επίδικη υπόθεση. Η είσοδος επομένως ήταν καθόλα νομότυπη και σύμφωνη με τις συνταγματικές και νομοθετικές επιταγές.
19. Στο σχετικό Παράρτημα του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (94(Ι)/2004) προβλέπεται και σχετική διαδικασία για αμφισβήτηση της δήμευσης του εμπορεύματος που είναι υποκείμενο εις δήμευση. Αν ήταν απαραίτητο να ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 33 του περί Ποινικής Δικονομίας ως ήταν η εισήγηση του Συνηγόρου του Κατηγορούμενου θα υπήρχε σύγκρουση με τις διατάξεις και την φιλοσοφία του Παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (94(Ι)/2004).
20. Εξάλλου δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι στο άρθρο 12 του Παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (94(Ι)/2004) αναφέρεται επίσης ότι «12. Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία που αφορά δήμευση εμπορεύματος, το γεγονός της κατάσχεσης, ο τύπος και ο τρόπος διενέργειάς της, λογίζονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω απόδειξη.»
21. Συνεπώς, έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου και ούτε ήταν αναγκαία η προσφυγή στην διαδικασία του άρθρου 33 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
22. Ενόψει των πιο πάνω επιτρέπεται η καταχώριση των σχετικών Τεκμηρίων.
(Υπ.)…………………………………………..
Χ. Στρόππος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο