ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΛΑ, Αρ. Υπόθεσης: 4777/2025, 16/1/2025
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΛΑ, Αρ. Υπόθεσης: 4777/2025, 16/1/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

   Αρ. Υπόθεσης: 4777/2025

 

 

ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

εναντίον

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΛΑ

 

Ημερομηνία: 16/01/2025

 

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κύριος Γρηγορίου Ν. Γ.  

Για Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως

Κατηγορούμενη: Παρούσα

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   A Π Ο Φ Α Σ Η

(Ε κ  π ρ ώ τ η ς  ό ψ ε ω ς)

 

Α.        ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

 

1.         Η Κατηγορούμενη, κατηγορείται για το αδίκημα της στάθμευσης μηχανοκίνητου οχήματος σε μικρή απόσταση από την στάση λεωφορείου και/ή σε στάση λεωφορείων, κατά παράβαση των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 μέχρι 2006 (Κ.Δ.Π. 260/2000, Κ.Δ.Π. 312/2005 Κ.Δ.Π. 220/2006) και ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα, των άρθρων 2,3, 4, 5, 7, 16, 18, 22, 23 και 24 των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 μέχρι 2022, άρθρα 58 (10) (α) (γ) και 72, του περί Δήμων Νόμου του 2022 (N. 52 (Ι)/2022) ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 3, 5, 50 (1) (2) (3) (4) (5) (6), 145 (δ) (θ) (ι) και 152 (2) (3) (4) (7) του περί Αύξησης των χρηματικών ποινών Νόμου 166/1987, του περί Εξώδικου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμους του 1997 (Ν. 47 (Ι)/1997) ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 3, 4, 5 (2) (α), 6, 8, 9, 11 και του Πίνακα ΙΙ Αυξ. Αρ. 45 (β) (iv).  

2.         Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, η Κατηγορούμενη την 17/10/2024 και περί ώρα 10:15 εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού και ενώ οδηγούσε και/ή είχε τον έλεγχο και/ή την ευθύνη και/ή επέβαινε επί του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής ΝΗΝ 413 σε δρόμο και συγκεκριμένα επί της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου Ά στην Λεμεσό στάθμευσε τούτο σε απόσταση μικρότερη των 15 μέτρων από στάση Λεωφορείου και/ή επί της στάσης λεωφορείου και αφού της επιδόθηκε η προβλεπόμενη «ειδοποίηση», παρέλειψε να πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο που αναφέρεται στην «ειδοποίηση» και παρήλθαν 45 ημέρες από την ημερομηνία της έκδοσης για την καταχώριση του παρόντος Κατηγορητηρίου.

 

3.         Μετά το πέρας παρουσίασης της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Κατηγορούμενη υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εναντίον της εκ εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Από την πλευρά του ο κύριος Γρηγορίου εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης.

 

Β.        ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ -  ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ

 

4.         Σύμφωνα με το άρθρο 74 (1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. 

 

5.         Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεσης:

 

«Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης.  Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη.  Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police (1981) 2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα.  Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962.  Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,

 

(α)      δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και

 

(β)      Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

 

Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου […]

 

Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.  Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης.  Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης.  Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα».

 

6.         Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α. (2016) 2 Α.Α.Δ. 1335. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Κουννίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 82, αναφέρθηκε ότι:

 

«Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας».

 

7.         Συνεπώς, η Κατηγορούμενη πρέπει να κληθεί σε απολογία, με βάση το Άρθρο 74 (1) (γ) του Κεφ. 155, μόνο εκεί που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη της Κατηγορούμενης μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτή κάποια εξήγηση. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμανε ότι η Κατηγορούμενη καλείται όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό της αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.

 

8.         Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, εκ πρώτης όψεως, να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου (βλ.  Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευστάθιος Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9).

 

9.         Επιπλέον, κρίνεται χρήσιμο να επισημανθεί το «θεμελιώδες» του σταδίου αυτού της διαδικασίας, ως έχει χαρακτηριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Δράκου κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 851, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«[…] το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης  προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Savva v. Police (1986) 2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77:

 

«The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.»

 

Σε μετάφραση:

«Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ' έφεση.»

 

Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία.  Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης.

 

Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους.»

 

10.      Συνοψίζοντας τα όσα καταγράφει η σχετική επί του θέματος νομολογία, το Δικαστήριο καλείται σε αυτό το στάδιο να εξετάσει αντικειμενικά την υπόθεση και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν επί αυτής για να καταδικάσει την Κατηγορούμενή. Για σκοπούς εξέτασης κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης, κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθεί συνοπτικά τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Γ.        Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

11.      Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κύριο Παπαχρήστου Δ. (ΜΚ. 1).  Ο MK.1. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανάφερε ότι εργάζεται στην τροχονομία του Δήμου Λεμεσού τα τελευταία τρεισήμισι χρόνια. Ανέφερε ότι στις 17/12/2024 βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία στην τροχονομία από τις 07:00 ως τις 14:30 στα όρια του Δήμου Λεμεσού με την υπηρεσιακή μηχανή. Γύρω στις 10:00 π.μ. δέχθηκε κλήση από τον προϊστάμενο της βάρδιας για παράπονο και καταγγελίες που είχαν υποβληθεί σε σχέση με την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου για στάθμευση στην στάση Λεωφορείου που βρίσκεται στον συγκεκριμένο δρόμο.

12.      Αμέσως μετέβηκε στο σημείο, είδε το σημείο, πήρε τη σφυρίχτρα του, σφύριξε και βγήκε κόσμος από διάφορα καταστήματα που βρίσκονταν στην περιοχή, την καφετέρια, το Κοσμηματοπωλείο και από ένα άλλο κτίριο για τις σταθμεύσεις αυτές. Αποκρίθηκαν ότι δεν ήταν κανενός τα αυτοκίνητα. Ανέμενε στο σημείο πάνω από 20 λεπτά και εξέδωσε με το μηχανάκι το ηλεκτρονικό τα εξώδικα σε δύο οχήματα. Έπειτα έβγαλε φωτογραφία τον χώρο και τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν εκεί. Ανέφερε δε ότι καταγράφεται ηλεκτρονικά η παράβαση και εκτυπώνεται από εκτυπωτικό μηχάνημα που έχουν μαζί τους οι τροχονόμοι και «το χαρτί αυτό μπαίνει μπροστά στον ανεμοθώρακα» και ανέφερε ότι το εξώδικο παραμένει απλήρωτο. Κατέθεσε προς τούτο και σχετικά τεκμήρια. Τέλος ανέφερε ότι ο εν λόγω δρόμος βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. 

 

13.      Κατά τη αντεξέταση ανέφερε ότι δεν κρατούσε «μέτρο για να μετρήσει την απόσταση» από την στάση λεωφορείου. Ανέφερε επίσης ότι το όχημα εντοπίστηκε στο «κούφωμα» που υπάρχει για την στάση των λεωφορείων και δεν κρατούν μέτρο για να μετρούν την απόσταση και ότι το «κουβούκλιο» για την στάση λεωφορείου είναι ακριβώς στην διάβαση των πεζών, οπότε η στάση του λεωφορείου δεν μπορεί εξ’ αντικειμένου να είναι στην διάβαση των πεζών. Γι’ αυτό υπάρχει ειδικός χώρος, το «κούφωμα» για να παρκάρει το λεωφορείο.  Η Κατηγορούμενη υπέβαλε ερώτηση στον ΜΚ. 1 κατά πόσο της είχε αναφέρει ότι «μπορεί να έκανε λάθος και δεν μπορεί να το σβήσει» το εξώδικο. Στην σχετική ερώτηση η απάντηση που έδωσε ο ΜΚ. 1 ήταν ότι όταν δεν πληρωθεί το εξώδικο, στις 30 ημέρες δεν υπάρχει προσαύξηση, με τα τότε δεδομένα. Υπάρχουν ακόμα 15 ημέρες που μπαίνει 50% επιβάρυνση και μετά από τις 45 ημέρες εντοπίζεται στο «κομπιούτερ» της υπηρεσίας τις απλήρωτες καταγγελίες, εκτυπώνονται και μεταβαίνει ο λοχίας της υπηρεσίας στην Αστυνομία προκειμένου να εντοπίσουν τα στοιχεία των Οδηγών. Έπειτα τηλεφωνούν σε όσους δεν έχουν πληρώσει, επιβεβαιώνουν τα στοιχεία τους, τους ερωτούν αν επιθυμούν να πληρώσουν αλλιώς η υπόθεση οδηγείται στο Δικαστήριο. Είχε επικοινωνία με την Κατηγορούμενη, η οποία του ανέφερε ότι «κάνει λάθος» και την προέτρεψε να αποστείλει επιστολή στην γραμματεία του Δημαρχείου όπου υπάρχει αρμόδια επιτροπή να κρίνει κατά πόσο υφίσταται κάποιο λάθος και να διαγραφεί το εξώδικο. Είναι οι μόνοι αρμόδιοι και δεν ο ίδιος δεν έχει εξουσία να σβήσει το εξώδικο από μόνος του. Τέλος, η Κατηγορούμενη υπέβαλε εκ νέου στον ΜΚ. 1 ότι όχι μόνο ανέφερε ότι έκανε λάθος στην ίδια, αλλά και στον ίδιο τον Υποδιευθυντή του Σχολείου, κάτι το οποίο αρνήθηκε ο ΜΚ.1.

 

 

Δ.        ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

14.      Η επίδικη κατηγορία, ως αναφέρεται ανωτέρω, αφορά το αδίκημα της στάθμευσης μηχανοκίνητου οχήματος σε στάση λεωφορείου ή/και πλησίον στάσης λεωφορείου. Σύμφωνα με το άρθρο 16 (1) (κβ) των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 μέχρι 2006 (Κ.Δ.Π. 260/2000, Κ.Δ.Π. 312/2005 Κ.Δ.Π. 220/2006):

 

«Κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο έχει υποχρέωση  […] (κβ) […] πρέπει να μη σταματά το όχημα σε απόσταση 10 μέτρων από γωνία ή οδοδείκτη ή σε απόσταση 45 μέτρων από σηματοδότη ή 15 μέτρων από καθορισμένη διάβαση πεζών ή από στάση λεωφορείου ή σε δρόμο σημειούμενο με κίτρινη γραμμή κατά μήκος του».

 

15.      Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 23 των ως άνω Κανονισμών «Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει οποιαδήποτε από τις διατάξεις των παρόντων Κανονισμών εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση που δε θα υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε πρόστιμο που δε θα υπερβαίνει τις τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές».

 

16.      Στην παρούσα αλληλουχία σχετικά καθίστανται τα όσα καταγράφονται στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Αχιλλέα Η. Δημητρίου (2003) 2 ΑΑΔ 45 και στην Λάρης Βραχίμης ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527 αναφορικά με την σημασία της ειδοποίησης που εξέδωσε και επέδωσε ο ΜΚ.1. Σκοπός της εξώδικης ρύθμισης είναι η προσφορά ευκαιρίας στον αδικοπραγούντα να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το αδίκημα δια της πληρωμής εξώδικου προστίμου. Από την στιγμή που ένας αδικοπραγών δεν επωφεληθεί της ευκαιρίας που του προσφέρεται από την εξώδικη ρύθμιση τότε το ποσό του εξώδικου προστίμου δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο και δεν λαμβάνεται υπόψη.

 

17.      Με βάση τους προαναφερθείς Κανονισμούς προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) Πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος, (β) σταματά το όχημα σε απόσταση 15 μέτρων από καθορισμένη διάβαση πεζών ή από στάση λεωφορείου.

 

 

Ε.        ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΔΕΙΧΘΕΙ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ

 

18.      Αναφορικά με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον της Κατηγορούμενης, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες της ως άνω Νομοθεσίας και λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στην ολότητα της, χωρίς να γίνεται σε αυτήν οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο αφού από την όψη της μαρτυρίας προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη στάθμευσε εντός του κόλπου στάσης λεωφορείων το όχημα της (βλ. ΤΑΣΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2012) 2 ΑΑΔ 111).

 

19.      Συγκεκριμένα από τα όσα κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι εκδόθηκε και επιδόθηκε ειδοποίηση προς την Κατηγορούμενη για το όχημα το οποίο βρισκόταν εντός του κόλπου στάσης λεωφορείων για το οποίο η Κατηγορούμενη ουδόλως αμφισβήτησε ότι το κατείχε ή το οδηγούσε ή είχε την ευθύνη του. Αυτό που επί της ουσίας αμφισβητεί η Κατηγορούμενη είναι την απόσταση από την οποία βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα από την στάση λεωφορείου, η οποία επί της ουσίας βρίσκεται επί διάβασης πεζών. Θέση του ΜΚ. 1 ήταν ότι από την στιγμή που η στάση βρίσκεται επί διάβασης πεζών, δεν θα μπορούσε να σταθμεύει το λεωφορείο στην διάβαση πεζών και γι’ αυτό έχει καθοριστεί ο εν λόγω χώρος, για να σταθμεύουν τα λεωφορεία και δεν ήταν συνεπώς επιτρεπτή η στάθμευση του οχήματος της Κατηγορούμενης στον «κόλπο στάσης λεωφορείου».  

 

20.      Καταληκτικά, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αντικειμενικά η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί, στον αναγκαίο βαθμό για σκοπούς της παρούσας απόφασης, το αδίκημα  του 16 (1) (κβ) των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 μέχρι 2006 (Κ.Δ.Π. 260/2000, Κ.Δ.Π. 312/2005 Κ.Δ.Π. 220/2006) και ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει την Κατηγορούμενη.

 

 

ΣΤ.     ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

21.      Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης στην μοναδική Κατηγορία που αντιμετωπίζει με βάση το παρόν κατηγορητήριο και ως εκ τούτου καλείται σε απολογία.

 

Εξηγούνται ακολούθως στην Κατηγορούμενη τα δικαιώματα της.

 

 

(Υπ.)……………………...

Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο