ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 3801 / 2021
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
ΝΙΚΟΣ ΕΥΤΥΧΙΟΥ
__________
Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Κλεοβούλου, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Η κατηγορία
Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, μεταξύ της 10ης Μαΐου του 2021 και της 11ης Μαΐου του 2021, στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του Λ.Χ, από τη Λεμεσό, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτήν, δηλαδή έκλεψε από αυτήν έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας Toshiba αξίας €250, μία χρυσή καδένα χειρός με το όνομα του καταγγέλλοντος αξίας €80, μία μαύρη τσάντα μέσα στην οποίαν υπήρχαν διάφορα εργαλεία ηλεκτρολογικών εργασιών συνολικής αξίας €150, δύο ρολόγια μπουκάλας ιατρικού οξυγόνου αξίας €50 και ένα πορτοφόλι μέσα στο οποίο υπήρχαν το δελτίο ταυτότητας του καταγγέλλοντος με διάφορες άλλες κάρτες, όλα συνολικής αξίας €780, περιουσία του κατονομαζόμενου προσώπου.
Διαδικασία
Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την ενοχή του στην εν λόγω κατηγορία. Για την απόδειξη της υπόθεσης, παρουσιάστηκε μαρτυρία από τον καταγγέλλοντα Λ.Χ. (ΜΚ1) και από τον Κωνσταντίνο Κλεοβούλου (πρώην Αστ.3851) (ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία, ενώ δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία από πλευράς της Υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης του συνόλου της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής και του Κατηγορουμένου αγόρευσαν.
Μαρτυρία και εξέταση
Έχω υπόψη μου τις αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
ΜΚ1
Ο ΜΚ1, καταγγέλλων, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 13.5.2021 (Τ1), με την οποίαν ανέφερε τα εξής: Την 11.5.2021, περί ώρα 08:00, όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι, βρήκε την πόρτα της οικίας του και το παράθυρό της ανοικτά. Δεν έδωσε σημασία. Ακολούθως, βγήκε στη βεράντα και πήγε προς το αυτοκίνητό του, όπου διαπίστωσε ακαταστασία μέσα σε αυτό, και ότι του είχαν κλέψει διάφορα αντικείμενα. Πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη και κατήγγειλε το περιστατικό. Ακολούθως, την 12.5.2021 περί ώρα 22:30, ενώ έψαχνε να βρει το πορτοφόλι του, το οποίο είχε φυλαγμένο σε συρτάρι δίπλα από την πόρτα της κύριας εισόδου, διαπίστωσε πως το πορτοφόλι έλειπε. Τότε, αφού το συνέδεσε με το περιστατικό με την ανοικτή πόρτα, κατάλαβε ότι έγινε κλοπή και από την κατοικία. Το πορτοφόλι του ήταν μαύρο και άνοιγε με κουμπί και μέσα σε αυτό είχε το δελτίο ταυτότητάς του, την άδεια οδηγού και διάφορες πιστωτικές κάρτες. Από περαιτέρω έλεγχο, διαπίστωσε πως έλειπαν και ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας Toshiba αξίας €250, δύο ανδρικά ρολόγια χειρός ρέπλικες μάρκες Breitling και Seiko συνολικής αξίας €250, μία χρυσή καδένα χειρός με το όνομά του αξίας €80, μία υφασμάτινη μαύρη βαλίτσα με διάφορα εργαλεία ηλεκτρολογικών εργασιών €150, δύο ρολόγια μπουκάλας ιατρικού οξυγόνου €50. Ανέφερε, στην κατάθεσή του, ότι υποψιάζεται τον Κατηγορούμενο, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν άστεγος και κυκλοφορούσε στην περιοχή. Μερικές φορές, όπως ανέφερε, βοηθούσε τον Κατηγορούμενο, δίδοντάς του φαγητό. Ο λόγος που τον υποψιάζεται είναι επειδή την Τρίτη το πρωί, δηλαδή την ίδια ημέρα που βρήκε την πόρτα ανοικτή, τον είχε πάρει τηλέφωνο και τον ρώτησε εάν ήταν εκείνος που έκλεψε τα πράγματα από το αυτοκίνητο, και ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι πράγματι εκείνος διέπραξε την κλοπή γιατί χρειαζόταν χρήματα. Δεν υπάρχουν στο σπίτι κάμερες ή σύστημα συναγερμού. Το παράθυρο της πόρτας της κύριας εισόδου έχε πρόβλημα και μπορεί, με ένα σπρώξιμο, να ανοίξει. Η τελευταία φορά που είδε τα πράγματά του, τα οποία είχαν κλαπεί από την κατοικία, ήταν την 10.5.2021 κατά τις 17:00. Δεν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη.
Κατά την προφορική του εξέταση, ο ΜΚ1 ανέφερε πως ήταν τη μία ημέρα που έκλεψαν από το αυτοκίνητο, και άλλη ημέρα που έκλεψαν από την κατοικία, μεσολάβησαν δύο νύχτες. Εντωμεταξύ, εκείνην την περίοδο, είχε γίνει η κλοπή από το όχημα, και την επομένη, που πήρε στο σπίτι κάποιον ένα laptop να επισκευάσει, κοινός γνωστός με τον Κατηγορούμενο. Όταν την επομένη ο ΜΚ1 πήγε να παραδώσει το laptop στον πελάτη, ήταν και τα εργαλεία του στο σπίτι του πελάτη. Τον ρώτησε, επειδή ήταν μοναδικά εργαλεία, από πού τα πήρε, και του είπε ότι τα πήρε από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος, όπως υποστηρίζει, είχε παραδεχθεί στον ίδιο τηλεφωνικώς την κλοπή, αλλά και μπροστά στην Αστυνομία. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο ως το άτομο που αναφέρει στην κατάθεσή του.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος του έστελνε πελάτες, τα τηλέφωνα ή τα κινητά των οποίων χρειάζονταν επισκευή. Ο ΜΚ1 δούλευε από το σπίτι και παράλληλα σε άλλη εταιρεία. Το τρίτο άτομο, που είναι κοινός γνωστός, όπως ανέφερε, είχε πάει στο σπίτι του πριν από τις κλοπές και δεν γνωρίζει το όνομά του, καθότι δεν κρατά ονόματα. Επέμεινε στην εκδοχή πως, όταν πήγε να του παραδώσει τον υπολογιστή στο σπίτι, είδε τα εργαλεία του, και όταν τον ρώτησε πού τα βρήκε, του ανέφερε πως του τα πώλησε ο Κατηγορούμενος, μεταφέροντας και ακριβείς εκφράσεις. Ερωτήθηκε για τα εργαλεία, τι εργαλεία ήταν. Απάντησε πως ήταν «κάτι κουτιά με ειδικά εργαλεία που ξεβιδώνουν ειδικές βίδες». Ερωτήθηκε για άλλα αντικείμενα που βρήκε στον ίδιο χώρο, και απάντησε πως δεν κάθισε να κοιτάξει, αλλά υπήρχε ένας πάγκος με διάφορα ηλεκτρονικά, καθώς, όπως κατάλαβε, και εκείνος (ο πελάτης) έκανε σχετική δουλειά, ήταν αλλοδαπός. Στα εργαλεία, περιλαμβάνονταν πολύμετρο, ένα σετ, βίδες κ.λπ. Ήταν σε «κάσια». Ερωτήθηκε, γιατί δεν πήγε στην Αστυνομία να καταγγείλει το συμβάν, και η απάντηση ήταν «δεν πήγα», και μετέπειτα ότι είχαν άσχημη φήμη, και δεν ήθελε να κλιμακώσει την ένταση, καθώς φοβόταν. Όταν είδε τα εργαλεία του εκεί, όπως ανέφερε, «πανικοβλήθηκε». Η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία έγινε μετέπειτα. Έκανε επανειλημμένη αναφορά, ο ΜΚ1, στην παραδοχή που υποτίθεται του έκανε δια τηλεφώνου ο Κατηγορούμενος. Μεταφέροντας τον διάλογο, τον μετέφερε ως εξής: «ρε φίλε γιατί με έκλεψες;» η δική του ερώτηση, και «ρε φίλε θέλω λεφτά, δεν έχω να φάω» η απάντηση του Κατηγορούμενου, και «καλά ρε, δεν σου δίνουν φαΐ;» η περαιτέρω ερώτηση του ΜΚ1. Ερωτήθηκε, με ποιον τρόπο, θεώρησε, από αυτά, πως τον έκλεψε ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 δεν ανέφερε οτιδήποτε περαιτέρω, που να απαντά στην ερώτηση. Ερωτήθηκε, πότε, πού ήταν, και εάν του είπε «ναι ρε, το έκανα εγώ». Τότε, ανέφερε πως και από κοντά, ερχόταν στις γειτονιές, ήθελε λεφτά και τον λυπόταν και τον έπαιρνε για φαγητό, τον άφηνε να καθαρίζει το σπίτι, να κάνει δουλειές, και του έδινε λεφτά. Επειδή ο ΜΚ1 δεν απαντούσε στις ερωτήσεις, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου προσέγγισε το θέμα χρονικά, ερωτώντας, πότε ακριβώς, πριν από την καταγγελία, του είπε ο Κατηγορούμενος ότι διέπραξε ο ίδιος κλοπή. Ο ΜΚ1 απάντησε πως δεν θυμάται. Ερωτήθηκε, πού ήταν όταν του το είπε, και η απάντηση του ΜΚ1 ήταν «τον βρήκα μες τον δρόμο, να περπατά μες τους δρόμους και τον έπιασα και τηλέφωνο». Ερωτήθηκε, «σαν περπατά μες τον δρόμο ή τον έπιασες τηλέφωνο» και η απάντηση ήταν «και από τα δύο, ήθελα να το επιβεβαιώσω και του είπα έκανα παράπονο και του είπα “γιατί με έκλεψες ρε φίλε” και μου άρχισε τις δικαιολογίες, για να μου δικαιολογηθεί». Επαναλήφθηκε η ερώτηση, και ο ΜΚ1 προσέθεσε πως τον είδαν και γείτονες στο αυτοκίνητο, και του είπαν «ρε τον θωρούσαμε» και «πρόσεχε εν κλέφτης» «μεν τον βάλλεις έσσω σου, μην τον παίρνεις πούποτε, εν κλέφτης». Σε κατοπινό στάδιο της κατάθεσής του, ανέφερε πως ήταν δύο οι φορές που τον πήρε τηλέφωνο, και τη μία φορά του είπε «επειδή θέλω λεφτά», και την άλλη τον είχε πάρει για να του κάνει παράπονο. Η πεποίθησή του πως είναι ο Κατηγορούμενος στηρίζεται στο ότι του έκανε ό,τι περιγράφει ως παραδοχή, ενώ τον είχε την προηγούμενη ημέρα στο σπίτι και καθάριζε και ήξερε και το «χόμπι» του με τα ναρκωτικά. Ερωτήθηκε και σε κατοπινό στάδιο, πότε έκανε παραδοχή, και τότε ανέφερε, ο ΜΚ1, «εκείνες τις ημέρες, την επόμενη ημέρα με το αυτοκίνητο ή εκείνην την ημέρα ή την επόμενη που ανοίχτηκε το σπίτι, γιατί δύο φορές έκανε παραδοχή για το αυτοκίνητο και μου έκανε και μία παραδοχή για το σπίτι, που το τηλέφωνο που ήταν για το σπίτι». Όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως δεν αληθεύουν τα λεγόμενά του, ήταν έντονη η αντίδρασή του, με το να εκληφθεί πως λέει ψέματα στο Δικαστήριο, λέγοντας ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι δεν ήταν εκείνος ο κλέφτης, απευθυνόμενος με ένταση στον Κατηγορούμενο. Έπειτα, με ταχύτητα, απάντησε «ήταν ανοικτή (η πόρτα) εφόσον μετά με έκλεψαν, εγώ την πόρτα τη νύχτα την έκλεινα, εκεί έμενα εκείνο το διάστημα συνέχεια, ήμουν στο σπίτι, άρα η κλοπή ήταν τη νύχτα που τζιοιμούμουν, κάποιος μπήκε τη νύχτα που τζιοιμούμουν και αυτό ήταν την επομένη του αυτοκινήτου και πριν από αυτό το γεγονός αυτός μου είπε ότι ναι, εν τζιείνος που άνοιξε το αυτοκίνητο, εν λίγο πιο μετά που μου έκανε την παραδοχή, λίγο πιο μετά πήγε και τον κατάγγειλα αν είναι αυτό που ρωτάς. Λίγο πιο μετά που την καταγγελία για να αποσύρω ήθελε να αποσύρω και μου παραδέχθηκε, αν είναι αυτό που ρωτάς να μάθεις». Ερωτήθηκε με επιμονή τι είπε, όταν υποτίθεται «παραδέχθηκε». Ο ΜΚ1 αρχικά απέφυγε να απαντήσει, λέγοντας «ρωτήστε τον ίδιο», μετά είπε πως δεν του παραδέχθηκε αρχικά, και ότι του άσκησε πίεση, λέγοντάς του και πως υπάρχουν κάμερες στο σπίτι, αλλά δεν θυμάμαι τι του έλεγε, όταν δεν παραδεχόταν. Αργότερα, ανέφερε πως μόνον για το αυτοκίνητο του παραδέχθηκε, και ότι έκανε 2-3 παραδοχές «εκείνο το διάστημα», και ότι «ο Ν. μπορεί να μην θυμάται, γιατί μπορεί να ήταν φτιαγμένος». Ο ΜΚ1 δεν άκουγε προσεκτικά τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, και άλλαζε τις εκδοχές του. Σε κατοπινό στάδιο της μαρτυρίας του, ανέφερε πως πρώτα βρήκε το αυτοκίνητο ακατάστατο, και μετά την πόρτα του σπιτιού ανοικτή (πρακτικό 10.11.2025, σελ.8.γραμμές 29επ.) και δεν θυμάται τι είχε μέσα στο αυτοκίνητο, αν και τα εργαλεία ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, ή εάν ήταν στο σπίτι. Παρόλο που ήταν μοναδικά εργαλεία, τα οποία έφερε από το εξωτερικό, δεν έκανε οτιδήποτε, καθότι ένιωσε να απειλείται η ζωή του, κάτι που ακόμα αισθάνεται από το 2021, μέχρι σήμερα. Ερωτήθηκε, βάσει της κατάθεσής του που έδωσε στην Αστυνομία, την οποία είχε μπροστά του, εάν κατήγγειλε το συμβάν της κλοπής του οχήματος στην Αστυνομία. Ανέφερε πως δεν θυμάται, έπειτα πως δεν πήγε να τον καταγγείλει την πρώτη ημέρα, καθότι ο Κατηγορούμενος του παραδέχθηκε και είπε να του δώσει ευκαιρία, αλλά όταν διαπίστωσε και την κλοπή από την κατοικία, θεώρησε ότι έπρεπε να καταγγείλει. Στη συνέχεια, ανέφερε πως ήταν δύο φορές που έγινε κλοπή από το όχημα. Πήγαιναν και άλλοι σπίτι του, για να του παίρνουν πράγματα για επισκευή, αλλά δεν έμπαιναν στο σπίτι, χτυπούσαν την πόρτα και του τα άφηναν. Μετέπειτα, ανέφερε πως και παραδοχή να μην του έκανε ο Κατηγορούμενος, και πάλι, εκείνον θα υποψιάζονταν, γιατί ήταν σε χρήση ουσιών. Ανέφερε, μάλιστα, πως και τρίτοι επιβεβαίωσαν την πώληση των εργαλείων του από τον Κατηγορούμενο στον αλλοδαπό, στην οικία του οποίου τα είδε, και ότι είναι επιβεβαιωμένη η «θεωρία» του. Τον Κατηγορούμενο τον γνώριζε για περίπου ένα χρόνο, δεν θυμάται πόσες φορές πήγαινε στο σπίτι του ο Κατηγορούμενος όλο εκείνο το χρονικό διάστημα, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί εάν έλειπε οτιδήποτε άλλο από το σπίτι του μέσα στο όλο χρονικό διάστημα των επισκέψεων από τον Κατηγορούμενο, καθότι, όπως είπε, πέρασε πολύς καιρός και πως ακόμα και ό,τι είπε στο Δικαστήριο, αν δεν είχε την κατάθεσή του, δεν θα μπορούσε να το πει. Ερωτήθηκε τότε, αν τα περί παραδοχής ήταν άντληση από την κατάθεσή του ή υπαρκτή μνήμη, και είπε πως είναι μνήμη όπως και όσα είπε για τα εργαλεία, τα οποία δεν ανέφερε στην κατάθεσή του. Σε κατοπινό στάδιο, ενώ αρχικά είχε πει πως δεν γνωρίζει το όνομα του αλλοδαπού στην οικία του οποίου βρέθηκαν τα εργαλεία, είπε ότι ήταν ένας «Nick», «Πέρσης». Δεν έτυχε οποτεδήποτε να απουσιάζει ο ίδιος από το σπίτι και να μπει να δει μέσα τον Κατηγορούμενο. Έπειτα, ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος, στον ένα χρόνο που τον γνωρίζει, μόνο 2-3 φορές πήγε στο σπίτι του, και τις άλλες ήταν περαστικός ή τον έπαιρνε τηλέφωνο και του έλεγε «έλα να με πάρεις να φάω, έχω λίγα λεφτά». Ερωτήθηκε, κατά τις ημέρες που πήγαινε σπίτι του, γιατί να μην τον είχε κλέψει τότε, και η απάντηση του ΜΚ1 ήταν «γιατί δεν τον έβαλα μέσα, δεν τον έβαλα μέσα στο σπίτι, να δει τι έχει στο σπίτι μέσα. Εν που είδε τα πράγματα αξίας λίγες μέρες πριν, που μου καθάριζε, που είδε τα πράγματα, που συσταρίζαμε το σπίτι μαζί».
Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΚ1, όπως αναπτύχθηκε τόσο στην κυρίως εξέταση όσο στην αντεξέταση, παρουσιάζει σοβαρά και ουσιώδη προβλήματα αξιοπιστίας, τέτοια που δυσκολεύουν ιδιαίτερα το Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτήν για ασφαλή καταδίκη. Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει εσωτερική ασυνέπεια. Ο ΜΚ1 άλλαξε επανειλημμένα εκδοχές για τη χρονική ακολουθία των γεγονότων (πότε διαπίστωσε την κλοπή από το όχημα, πότε από την κατοικία), το πότε και πώς έγινε η υποτιθέμενη παραδοχή του Κατηγορούμενου, το αν η παραδοχή αφορούσε μόνον το αυτοκίνητο ή και την κατοικία, το αν επρόκειτο για τηλεφωνική συνομιλία, δια ζώσης επαφή ή και τα δύο. Οι μεταβολές αυτές δεν αφορούν δευτερεύουσες λεπτομέρειες· αφορούν την ουσία της υπόθεσης, ποιος, πότε και με ποιον τρόπο φέρεται να διέπραξε τη διάρρηξη και την κλοπή, στην κατοικία του ΜΚ1. Δεύτερον, η υποτιθέμενη «παραδοχή» του Κατηγορούμενου είναι αόριστη, αντιφατική και νομικά επισφαλής. Ο ΜΚ1, παρά την επιμονή της αντεξέτασης, δεν μπόρεσε να παραθέσει σαφή, σταθερά και συγκεκριμένα λόγια, που να συνιστούν καθαρή ομολογία, για τη διάρρηξη της κατοικίας. Αντιθέτως, άλλοτε μιλούσε για παραδοχή, άλλοτε για «δικαιολογίες», άλλοτε δέχεται ότι άσκησε ο ίδιος ο ΜΚ1 πίεση ή είπε ψευδώς πως υπάρχουν κάμερες, άλλοτε καταλήγει ότι τελικά ίσως να υπήρξε παραδοχή μόνον για το αυτοκίνητο και όχι για την κατοικία. Η εικόνα που σχηματίζεται δεν είναι ομολογία, αλλά ρευστή ερμηνεία συζήτησης, την οποία ο ίδιος ο ΜΚ1 δεν θυμάται με σαφήνεια. Τρίτον, η συμπεριφορά του ΜΚ1 μετά τα γεγονότα υπονομεύει τη βαρύτητα των ισχυρισμών του. Παρά το ότι φέρεται να εντόπισε τα «μοναδικά» του εργαλεία σε τρίτο πρόσωπο, ισχυρίζεται ότι γνώριζε ποιος τα πούλησε, υποστηρίζει ότι φοβόταν για τη ζωή του, δεν προέβη άμεσα σε καταγγελία, δεν κατονόμασε συγκεκριμένα πρόσωπα εγκαίρως, δεν διασφάλισε αποδεικτικό υλικό, και, σε κρίσιμα σημεία, δηλώνει απλώς «δεν θυμάμαι». Ο φόβος θα μπορούσε να εξηγεί καθυστέρηση, δεν εξηγεί, όμως, τη σύγχυση και τις αντιφάσεις, με τον τρόπο που εκδηλώθηκαν μέσα από τα λεγόμενα του ΜΚ1. Τέταρτον, και βασικό, ο ΜΚ1 εμφάνισε έντονη προκατάληψη έναντι του Κατηγορούμενου. Ο ίδιος παραδέχεται ότι, ακόμη και χωρίς «παραδοχή», όπως ο ΜΚ1 την αντιλαμβάνεται, και πάλι, θα τον υποψιαζόταν, λόγω χρήσης ουσιών και φήμης. Η στάση του στο ακροατήριο, με ένταση, επιθετικότητα και μετακύλιση του βάρους απόδειξης στον Κατηγορούμενο («να αποδείξει ότι δεν ήταν»), δεν συνάδει με αξιόπιστο μάρτυρα. Τέλος, η μνήμη του ΜΚ1 αποδεικνύεται επιλεκτική και εξαρτώμενη από την έγγραφη κατάθεσή του. Ο ίδιος παραδέχεται ότι, χωρίς αυτήν, δεν θα μπορούσε να θυμηθεί πολλά από όσα κατέθεσε, ενώ, ταυτόχρονα, εισάγει νέα στοιχεία που δεν περιλαμβάνονται στην αρχική του κατάθεση, ισχυριζόμενος ότι αυτά προέρχονται από «πραγματική μνήμη». Αυτό δημιουργεί εύλογο προβληματισμό, ως προς το τι είναι ανάμνηση, και τι ανακατασκευή εκ των υστέρων. Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε επί ουσιωδών σημείων, και ότι γι’ αυτό, έδωσε αδιαμφισβήτητη και αξιόπιστη μαρτυρία. Αντεξετάστηκε επί των ουσιεδέστερων γεγονότων, αναφορικά με τα οποία ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει αξιόπιστη μαρτυρία, για τους λόγους που εξηγήθηκαν προηγουμένως.
ΜΚ2
Ο ΜΚ2, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομία και είχε τον αριθμό Αστ.3851, αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερομηνίας 14.5.2021 (Τ2). Στην κατάθεσή του, αναφέρεται στη σύλληψη του Κατηγορούμενου (Τ3) και σε έρευνα που διενήργησε σε τσάντα ώμου που είχε κατά τη σύλληψή του, όπου εντόπισε ένα πακέτο τσιγάρων και ποσότητα κάνναβης. Κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο την 14.5.2021 (Τ4) και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο ως το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεσή του. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως γνώριζε πως ο Κατηγορούμενος ήταν άστεγος, επομένως δεν προέβη σε έρευνα χώρου. Ως γεγονός, δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε κλοπιμαία περιουσία στην κατοχή του Κατηγορούμενου. Το ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού, χωρίς ωστόσο να μπορεί να θυμάται εάν ο Κατηγορούμενος είχε κληθεί να μεταβεί στο ΤΑΕ Λεμεσού και από ποιον. Ερωτήθηκε, ο ΜΚ2, εάν μετά από το παράπονο του ΜΚ1 μετέβησαν στον χώρο της οικίας του ΜΚ1 για έρευνα, λόγου χάριν καμερών, για να εντοπιστεί κάποια κίνηση του Κατηγορούμενου, ωστόσο ανέφερε πως ο ίδιος δεν είχε ανάμειξη σε σχετικές ενέργειες. Ως γεγονός που γνωρίζει, είπε, δεν υπάρχουν πλάνα από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, ούτε άλλα στοιχεία. Η δήλωση του ΜΚ1, ότι του παραδέχθηκε προφορικά ο Κατηγορούμενος, ήταν η μόνη μαρτυρία που είχε η Αστυνομία, για να προχωρήσει στη δίωξη του Κατηγορούμενου.
Η μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία, δεν παρουσιάζει στοιχεία που να θέτουν σε αμφισβήτηση την αξιοπιστία της. Πρόσθετα, ο ΜΚ2 ήταν ειλικρινής ως προς το να αναφερθεί στο περιορισμένο των δικών του ενεργειών, καθώς και στο γεγονός ότι ο λόγος που προχώρησε η δίωξη του Κατηγορούμενου ήταν αποκλειστικά η καταγγελία και μαρτυρία του παραπονούμενου. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ2 ως αξιόπιστη.
Κατηγορούμενος
Ο Κατηγορούμενος, κατά την κυρίως εξέτασή του, αναγνώρισε και υιοθέτησε την ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τ4). Στο Τ4, είχε απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις. Ανέφερε πως ήταν, κατά τον χρόνο της κατάθεσής του, άστεγος, ότι γνωρίζει τον ΜΚ1 τους τελευταίους μήνες, αλλά αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή του στη διάπραξη διάρρηξης και κλοπής, λέγοντας πως δεν θα έκανε ποτέ κακό στον ΜΚ1, που τον θεωρεί «καλό κοπελούι». Αναφέρθηκε σε «σύγχυση», που δημιουργήθηκε, δηλαδή σε παρεξήγηση, λέγοντας πως, κάποιες φορές, πήγαινε στο σπίτι του ΜΚ1, αλλά ουδέποτε υπήρξε κάποιο πρόβλημα. Κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως ο ΜΚ1 ήταν γνωστός του, έκαναν παρέα, ο ίδιος ήταν άστεγος, βοηθούσε τον ΜΚ1 στο καθάρισμα του σπιτιού, λάμβανε από εκείνον φαγητό, ουδέποτε είχε παράπονο. Το σπίτι του ΜΚ1 ήταν ακατάστατο, όπως το είδε τις πρώτες φορές, ένα «χάος», είπε, με σκουπίδια πάνω στους καναπέδες. Στη βάση αυτή ήταν που ζήτησε ο Κατηγορούμενος από τον ΜΚ1 να τον βοηθήσει, εάν ήθελε, να καθαρίσει τον χώρο του, και εκείνος να του δώσει, ως αντάλλαγμα, φαγητό, επομένως «τα κανόνιζαν» με αυτόν τον τρόπο. Ο ίδιος δεν είχε λογικό λόγο, όπως ανέφερε, να κάνει κακό στον ΜΚ1. Ο ΜΚ1, όπως ο ίδιος του είχε αναφέρει, είχε σταματήσει να εργάζεται και επιδιόρθωνε ηλεκτρονικούς υπολογιστές που του έπαιρναν, και γενικά ηλεκτρονικές συσκευές. Είχε δει τέτοιες συσκευές, όταν καθάριζε. Δεν είδε οποιαδήποτε εργαλεία, μόνον ένα κόκκινο κουτί, συσκευασία πλαστική, δεν θυμάται να ήταν υφασμάτινη, που είχε μέσα κάποια αντικείμενα, αλλά ο λόγος δεν ήταν για εργαλεία, του είδους στα οποία έκανε αναφορά ο παραπονούμενος. Ο ίδιος δεν έπαιρνε δουλειά στον ΜΚ1 με την έννοια του να του συστήσει άτομα ως πελάτες, δεν ήταν σε τέτοια θέση, αλλά αν έπρεπε να πάει κάπου ο ΜΚ1 για να φορτώσει αντικείμενα, από χώρους που τα πετούσαν, από σκουπίδια κατ’ ακρίβεια, μπορούσε να ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να τον βοηθήσει. Δεν είχε το ελεύθερο να μπαίνει μέσα στο σπίτι του ΜΚ1 ούτε πήγαινε στο σπίτι του όταν εκείνος έλειπε. Γνωρίζει το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ1, ήταν ένα παλιό αυτοκίνητο, έτυχε να τον μεταφέρει ο ΜΚ1 κάπου ή τύχαινε να τον δει να το οδηγεί. Υπήρχε χρονική περίοδος, μέσα στους 5-6 μήνες, που έκαναν καλή παρέα με τον ΜΚ1. Δεν γνωρίζει εάν ήταν καλός στη δουλειά του, ήταν «διαλυμμένα» κομμάτια που είχε στο σπίτι του, και ο ίδιος δεν ρώτησε περισσότερες λεπτομέρειες. Δεν είχε παραμείνει στο σπίτι του πέραν των 2 ωρών σε κάθε επίσκεψη, ενώ κάθε επίσκεψη ή και συνάντησή τους, που ήταν τακτικές, γενικότερα, δεν υπερέβαιναν τις 3 ώρες. Δεν είδε ποτέ συνωστισμό στο σπίτι του ΜΚ1, κόσμο, πελάτες, δεν γνωρίζει κάτι σχετικά, πέραν του ότι ο ΜΚ1 δούλευε μόνος του. Έγινε προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία του Κατηγορούμενου, στη βάση του ότι αναφέρθηκε σε τεχνικό όρο, εξήγησε, όμως, πως πρόκειται για γενικές γνώσεις, ενώ ανέφερε, κατόπιν σχετικής προειδοποίησης από το Δικαστήριο, ότι η ουσία που χρησιμοποιούσε τότε, ήταν απλώς «χόρτο». Δεν είχε κάποιον φίλο «Nick» από το Ιράν, ούτε πήρε στον ΜΚ1 υπολογιστή τέτοιου ατόμου. Ουδέποτε διέρρηξε την οικία του ΜΚ1, αρνούμενος την εκδοχή πως έσπρωξε την πόρτα, μπήκε στο σπίτι και έκλεψε οποιαδήποτε αντικείμενα. Τις περισσότερες ώρες που ήταν στο σπίτι του ΜΚ1, είπε, ήταν στην τραπεζαρία ή στην κουζίνα, που ήταν και οι χώροι που εργαζόταν ο ΜΚ1, δεν κινήθηκε οποτεδήποτε τόσο μέσα στο σπίτι, ώστε να γνωρίζει τους υπόλοιπους χώρους. Δεν πήγε οποτεδήποτε μόνος του στο σπίτι του ΜΚ1, χωρίς να ήταν παρών ο ΜΚ1. Το σπίτι του ΜΚ1 είχε την μπροστινή πόρτα, ενώ εσωτερικά είχε την πόρτα της κουζίνας και μία στο δωμάτιο, αλλά δεν γνωρίζει πόσες άλλες πόρτες υπήρχαν. Δεν θυμάται να μην κλείδωνε η κύρια είσοδος, ο ίδιος ήξερε ότι ήταν κλειστή, κλειδωμένη. Χαλασμένο μπορεί να ήταν το παράθυρο, όπως του ανέφερε ο ίδιος ο ΜΚ1, όταν τον κατηγόρησε τηλεφωνικώς ότι έκλεψε. Ο ίδιος ουδέποτε παραδέχθηκε ότι διέρρηξε το σπίτι του ΜΚ1. Δεν δέχθηκε την εκδοχή πως χρησιμοποίησε την καλοσύνη του ΜΚ1 εργαλειακά.
Παρά την πιεστική αντεξέταση που δέχθηκε ο Κατηγορούμενος, ο Κατηγορούμενος, στο σύνολο της μαρτυρίας του, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που να διαρρυγνύουν την αξιοπιστία της εκδοχής του, απαντούσε με φυσικότητα και βεβαιότητα, χωρίς να παραλλάζει τις θέσεις του, οι οποίες ήταν σταθερές, και δεν διαψεύδονται από αντικειμενικά στοιχεία. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του, στο σύνολό της, ως αξιόπιστη για τους σκοπούς της διαδικασίας.
Εξέταση
Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ1 έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια την έλλειψη επαρκούς πραγματικής βάσης, επί της οποίας θα μπορούσαν να διατυπωθούν ευρήματα ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα, πλην του ανακριτικού έργου, για να θεμελιωθεί η κατηγορία. Δεν επαρκεί η αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ2, που ήταν περισσότερο τυπική μαρτυρία, με την έννοια ότι η μαρτυρία του ήταν για την επεξήγηση των ανακριτικών πράξεων στις οποίες προέβη. Η καταχώριση της υπόθεσης φαίνεται, ως γεγονός, να βασίστηκε αποκλειστικά στην υποψία του ΜΚ1, χωρίς αντικειμενικά ευρήματα, να την περιβάλλουν και να της δίνουν ρεαλιστική διάσταση.
Ειδικότερα, ως προς το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, κατά το άρθρο 292(α) ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά (α) η διάρρηξη και είσοδος σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος, που χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας· (β) η διάπραξη κακουργήματος στο κτίριο αυτό, ως αποτέλεσμα της διάρρηξης και της εισόδου στο κτίριο, (γ) ο σκοπός διάπραξης κακουργήματος σε αυτό.
Σύμφωνα με το άρθρο 291 ΠΚ, η διάρρηξη οποιουδήποτε μέρους κτιρίου, εξωτερικού ή εσωτερικού θεωρείται διάρρηξη για τους σκοπούς του νόμου. Το άνοιγμα με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρας, παραθύρου, παραθυρόφυλλου, πόρτας υπογείου ή άλλου πράγματος προορισμένου για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρηγνύει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο, αμέσως, όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματός του ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από το πρόσωπο αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Εκείνος που, επίσης, επιτυγχάνει την είσοδο του σε κτίριο με την χρήση απειλής για αυτό τον σκοπό, ή με τέχνασμα ή με τη συμπαιγνία μαζί με άλλον που βρίσκεται στο κτίριο, ή αυτός που εισέρχεται από την καπνοδόχο ή από άλλη τρύπα του κτιρίου η οποία παραμένει μόνιμα ανοικτή για κάποιον αναγκαίο σκοπό, δεν προορίζεται όμως να χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο εισόδου, θεωρείται, και πάλι, ότι διάρρηξε το κτίριο και ότι εισήλθε σε αυτό.
Η κλοπή συνίσταται, κατά το άρθρο 255 ΠΚ, στην απόκτηση κατοχής ή αποκόμιση ή ιδιοποίηση πράγματος (υπαλλακτικά), που ανήκει σε άλλο πρόσωπο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, με απουσία συναίνεσης του ιδιοκτήτη του πράγματος, απουσία αξίωσης δικαιώματος με καλή πίστη, με σκοπό, κατά τον χρόνο της συμπεριφοράς αυτής, ο ιδιοκτήτης του πράγματος να στερηθεί το πράγμα αυτό μόνιμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει επαρκές πραγματικό πλαίσιο, για να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του ΜΚ1, με την έννοια της διάρρηξης που προαναφέρθηκε. Επίσης, ότι υφίσταντο καθόλου στην οικία του ΜΚ1 τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, και ότι ο Κατηγορούμενος τα έκλεψε ή και είχε σκοπό κλοπής τους, συναρτώμενο με κάποιαν είσοδό του, κατόπιν παραβίασης, στην οικία του ΜΚ1.
Υπό τα δεδομένα αυτά, κανένα από τα ουσιώδη συστατικά στοιχεία του αποδιδόμενου αδικήματος αποδεικνύεται, στον απαιτούμενο βαθμό, γεγονός που αποκλείει την ασφαλή κατάληξη σε καταδίκη του Κατηγορούμενου.
Το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει παρά την επιμελή παρουσίαση όλης της διαθέσιμης μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ενόψει της μη αποδοχής, από το Δικαστήριο, της μαρτυρίας του ΜΚ1 ως αξιόπιστης, για λόγους που σχετίζονται αποκλειστικά με την ποιότητα της μαρτυρίας, όπως διαφάνηκε στη δια ζώσης παρουσίασή της. Κατ’ επέκταση της μη αποδοχής της εν λόγω μαρτυρίας, δεν προέκυψε επαρκής πραγματική βάση, που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τη διάπραξη της αδικήματος που αντιμετωπίζει.
Κατάληξη
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία.
€60 έξοδα να πληρωθούν από τη Δημοκρατία.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο