ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ. Θ., Υπόθεση αρ. 812 / 2025, 28/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ. Θ., Υπόθεση αρ. 812 / 2025, 28/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 812 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

 

Σ. Θ.

 

__________________

 

Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Δ. Χριστοδούλου (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου:

 

1η Κατηγορία: ότι την 31η Οκτωβρίου του 2024, στην Ερήμη της Επαρχίας Λεμεσού, κλάπηκαν από ανεγειρόμενη οικοδομή επί της οδού που αναφέρεται 300 κιλά οικοδομικού σιδήρου αξίας €300, περιουσία της εταιρείας που αναφέρεται, μέσω του διευθυντή της [κλοπή, άρθρα 255, 262 ΠΚ]

 

2η Κατηγορία: ότι την 31η Οκτωβρίου του 2024, στην Ερήμη της Επαρχίας Λεμεσού, υπήρξε είσοδος σε ανεγειρόμενη οικοδομή επί της οδού που αναφέρεται, ιδιοκτησία της εταιρείας που αναφέρεται μέσω του διευθυντή της, με σκοπό να διαπραχθεί ποινικό αδίκημα [είσοδος σε περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, άρθρο 280 ΠΚ]

 

Λήφθηκε συγκατάθεση και εγκρίθηκε όπως ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και η υπόθεση 1212/2025  Ε.Δ. Λεμεσού, με ίδιας φύσης αδίκημα, κλοπή, που διαπράχθηκε την 3.11.2024, με αναφορά σε ποσότητα οικοδομικού σιδήρου περιουσίας άλλου προσώπου.

 

Για το αδίκημα της κλοπής, προβλέπεται στον νόμο ποινή φυλάκισης μέχρι τα 3 χρόνια, ενώ για το αδίκημα της παράνομης εισόδου σε περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι τα 2 χρόνια.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[1]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι η κλοπή έχει συνέπειες. Το Δικαστήριο, έχοντας πλήρη επίγνωση της ανάγκης αυτής, προσέρχεται στην επιμέτρηση με γνώμονα τόσο την προστασία της κοινωνίας όσο και την αναλογικότητα.

 

Τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων σε αμφότερες τις υποθέσεις αποτυπώνονται πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας και στο έντυπο γεγονότων που έχει κατατεθεί (Τεκμήριο Α), και επιτρέπουν σαφή διάκριση μεταξύ αντικειμενικά επιβαρυντικών και αντικειμενικά ελαφρυντικών στοιχείων, ως προς τη συνολική αξιολόγηση της σοβαρότητας.

 

Προκύπτει ότι η τέλεση των πράξεων δεν ήταν απολύτως στιγμιαία, καθότι απαιτήθηκε εκ των πραγμάτων κάποιος βαθμός προετοιμασίας, ώστε να καταστεί δυνατή η αφαίρεση και μεταφορά της κλοπιμαίας περιουσίας. Το σημαντικό φυσικό βάρος της (περίπου 300 κιλά στη μία περίπτωση και 800 κιλά στην άλλη) προϋπέθετε τη χρήση οχήματος ή άλλου πρακτικού εξοπλισμού, στοιχείο που καταδεικνύει περιορισμένο προσχεδιασμό. Περαιτέρω, η κλοπή τελέστηκε από ανεγειρόμενες οικοδομές, στις οποίες δεν υπήρχε δικαίωμα εισόδου, στοιχείο που εντάσσεται στον πυρήνα της αντικειμενικής υπόστασης των αδικημάτων κατά της περιουσίας και επιτείνει την απαξία της πράξης σε σχέση με περιπτώσεις νόμιμης παρουσίας στον χώρο. Στη μία περίπτωση, ενώ έγινε αντιληπτή η παρουσία στον χώρο και ζητήθηκαν εξηγήσεις, η απάντηση ήταν «τίποτε» και υπήρξε αποχώρηση. Σε αμφότερες τις υποθέσεις, παρατηρείται πως δεν είχαν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα προστασίας, ήταν απροκάλυπητες οι ενέργειες, το οικοδομικό υλικό μεταφερόταν εμφανώς τοποθετημένο στο όχημα που θεάθηκε πως είχε εμπλακεί στην κλοπή. Στη δεύτερη ανεγειρόμενη οικοδομή υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Ήταν έκδηλο το στοιχείο της αδιαφορίας. Επιπλέον, από τα γεγονότα και της υπόθεσης 1212/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, που αφορούν τη δεύτερη κλοπή, προκύπτει ότι, σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την πρώτη πράξη, τελέστηκε όμοια κλοπή από άλλη ανεγειρόμενη οικοδομή, γεγονός που προσδίδει αντικειμενικά πρόσθετη βαρύτητα, καθότι καταδεικνύει επιμονή και επανάληψη της παραβατικής συμπεριφοράς, ενδεικτική αποτυχίας αυτοσυγκράτησης μετά το πρώτο αδίκημα και τάσης διαμόρφωσης συγκεκριμένου τρόπου δράσης, με αντικείμενο την αφαίρεση οικοδομικού σιδήρου από ανεγειρόμενες οικοδομές. Στο ίδιο πλαίσιο, λαμβάνεται υπόψη ότι θυματοποιήθηκαν διαφορετικά πρόσωπα. Το σίδηρο μεταφέρθηκε και πωλήθηκε σε σημείο επεξεργασίας έναντι χαμηλού ποσού. Δεν προκύπτει ειδική στόχευση συγκεκριμένου ιδιοκτήτη ή επιχείρησης, ούτε ένταξη σε εγκληματική οργάνωση ή οργανωμένη, επαγγελματική ή συλλογική εγκληματική δράση. Οι πράξεις τελέστηκαν χωρίς άσκηση ή απειλή βίας, χωρίς πρόκληση υλικής ζημιάς στους χώρους και χωρίς οποιαδήποτε κλιμάκωση της συμπεριφοράς ή δημιουργία κινδύνου για πρόσωπα. Η πραγματική οικονομική αξία της κλοπιμαίας περιουσίας, ανερχόμενη σε €300 στη μία περίπτωση και €500 στην άλλη, ήταν περιορισμένη και δεν καταδεικνύει ιδιαίτερα αυξημένη υλική βλάβη. Περαιτέρω, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα δεν διαφαίνεται να προκλήθηκε καθυστέρηση των οικοδομικών εργασιών, βανδαλισμός ή οποιοδήποτε πρόσθετο κόστος αποκατάστασης, στοιχεία που, εάν υφίσταντο, θα προσέδιδαν αυξημένη απαξία στις πράξεις. Υπό το σύνολο των ανωτέρω, και παρά την ύπαρξη και επιβαρυντικών στοιχείων, τα υπό εξέταση αδικήματα δεν κατατάσσονται στο ανώτατο επίπεδο ποινικής απαξίας που απαντάται σε περιπτώσεις κλοπών μεγάλης οικονομικής αξίας, οργανωμένης ή επαγγελματικής δράσης ή πρόκλησης ουσιώδους και πολυεπίπεδης ζημίας, ούτε η δράση έχει λάβει τέτοια έκταση ή ένταση ώστε να προκαλέσει γενικευμένη αναστάτωση ή ευρύτερη διατάραξη της ομαλής λειτουργίας της οικοδομικής δραστηριότητας.

 

Στον περιορισμένο βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, από το οποίο προκύπτει η σχετικά νεαρή ηλικία των 33 ετών, οι συνθήκες διαβίωσης, αρχικά με τους εκτοπισθέντες, συνταξιούχους πλέον γονείς και την αδελφή στην πατρική οικία τεσσάρων υπνοδωματίων σε κοινότητα, έπειτα η σχέση που συνάφθηκε και τα σχέδια σύναψης γάμου που αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου, τα προβλήματα που υπήρχαν κατά τη νεαρότερη ηλικία, περιλαμβανομένων των προβλημάτων ψυχικής υγείας και χρήσης ουσιών, η περίοδος της απεξάρτησης, το γεγονός πως υπάρχουν εισοδήματα από εργασία, αλλά και οικονομικές δυσκολίες στην οικογένεια.

 

Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη πως δεν υπάρχουν διαθέσιμες προηγούμενες καταδίκες[7].

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή, τόσο στην Αστυνομία, με την οποία υπήρχε συνεργασία, όσο και στο Δικαστήριο[8], που ήταν άμεση. Είναι ενδεικτική μεταμέλειας[9] και εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.

 

Έγινε αναφορά σε πρόθεση αποζημίωσης των καταγγελλόντων, που όμως δεν υλοποιήθηκε.

 

Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των πράξεων ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό τους χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων κατά της περιουσίας, τον βαθμό προσχεδιασμού και την επανάληψη της παραβατικής συμπεριφοράς, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης, ως η μόνη ποινή που μπορεί να αποτυπώσει επαρκώς τη σοβαρότητα των πράξεων και να λειτουργήσει αποτρεπτικά.

 

Η έκταση της ποινής καθορίζεται κατόπιν στάθμισης όλων των προαναφερθέντων στοιχείων. Κρίνεται πρόσφορη η επιβολή ποινής επί της 1ης Κατηγορίας, εντός της οποίας συνεκτιμάται και η 2η Κατηγορία, δεδομένης της στενής πραγματικής και χρονικής συνάφειας των αδικημάτων και της ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς που τα διατρέχει.

 

Περαιτέρω, λαμβανομένης υπόψη και της υπόθεσης 1212/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, προκύπτει πρόσθετη επιβάρυνση.

 

Στο πλαίσιο της όλης στάθμισης, ποινή φυλάκισης διάρκειας 6 μηνών κρίνεται ότι αντανακλά επαρκώς τη σοβαρότητα των αδικημάτων, αποδίδει την αναγκαία αποδοκιμασία και λαμβάνει δεόντως υπόψη την επιβαρυντική παράμετρο της επανάληψης, χωρίς να υπερβαίνει το μέτρο που απαιτείται για την επίτευξη των σκοπών της ποινής. Η συγκεκριμένη διάρκεια τοποθετείται σαφώς κατώτερα του ανώτατου πλαισίου ποινής, αντανακλώντας το γεγονός ότι, παρά τα επιβαρυντικά στοιχεία, η υπόθεση δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα δικαιολογούσαν αυστηρότερη ποινική μεταχείριση.

 

Επιβάλλονται:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

2η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

Εξετάζεται η εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία» . Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς . Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής .

 

Ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος δεν διαθέτει βεβαρημένο ποινικό μητρώο ούτε προκύπτει εκτεταμένη ή συστηματική εγκληματική δραστηριότητα ή δράση με βίαια χαρακτηριστικά από την οποία να απορρέει άμεσος κίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η άμεση εκτέλεση της επιβληθείσας βραχείας ποινής φυλάκισης θα εξυπηρετούσε ουσιαστικά τους σκοπούς της ποινής. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνεται υπόψη ότι η έκτιση ποινής μικρής διάρκειας, ιδίως στην περίπτωση προσώπου χωρίς προηγούμενη εκτεταμένη εμπλοκή με το σωφρονιστικό σύστημα, ενδέχεται να έχει δυσανάλογα επιβλαβείς συνέπειες σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, τόσο ως προς την κοινωνική του επανένταξη όσο και ως προς τη σταθεροποίηση των προσωπικών και οικογενειακών του συνθηκών, χωρίς αντίστοιχο όφελος ως προς την πρόληψη της υποτροπής. Παράλληλα, το Δικαστήριο συνεκτιμά ότι η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί, λόγω της φύσης και της διάρκειάς της, διατηρεί επαρκές αποτρεπτικό φορτίο ακόμη και όταν η εκτέλεσή της αναστέλλεται, εφόσον η απειλή ενεργοποίησής της παραμένει υπαρκτή και άμεσα συνδεδεμένη με τη μελλοντική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής κρίνεται ότι υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον σκοπό της ειδικής πρόληψης, παρέχοντας στον Κατηγορούμενο μία ουσιαστική δεύτερη ευκαιρία, υπό συνθήκες αυξημένης ευθύνης και ελέγχου, ώστε να αποδείξει στην πράξη τη συμμόρφωσή του με την έννομη τάξη. Αναμένεται εξάλλου να αποζημιώσει και τα θύματα, όπως αναφέρθηκε πως σκοπεύει να πράξει. Λαμβανομένης υπόψη της φύσης των αδικημάτων, του τρόπου δράσης και της επιβαρυντικής παραμέτρου της επανάληψης, η αναστολή δεν μπορεί να είναι περιορισμένης διάρκειας. Αντιθέτως, κρίνεται αναγκαίο να καλύπτει επαρκές χρονικό εύρος, ώστε να λειτουργήσει ως ουσιαστικό πλαίσιο δοκιμασίας της μελλοντικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου και να διασφαλίσει την αποτρεπτική της λειτουργία. Για τον λόγο αυτό, η αναστολή διατάσσεται για τη μέγιστη προβλεπόμενη από τον νόμο χρονική διάρκεια των τριών ετών.

 

Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της ποινής φυλάκισης για περίοδο 3 ετών από σήμερα.

 

[εξηγείται η σημασία της αναστολής]

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: Τα τεκμήρια στην 1212/2025 Ε.Δ. Λεμεσού (USB και παραστατικά) να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

[λήφθηκε υπόψη η υπόθεση 1212/2025 Ε.Δ. Λεμεσού]

 

(Υπ.) ………………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[7] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.

[8] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.

[9] Ανδρέου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 719, Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 146/2020, 22.12.2021M. C. T. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 222/2020, 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο