ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. A. N. A., Υπόθεση αρ. 11153 / 2025, 26/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. A. N. A., Υπόθεση αρ. 11153 / 2025, 26/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 11153 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

v.

 

 

 

A. N. A.

 

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Κλεοβούλου, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

ΠΟΙΝΗ

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινές, στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Η 1η Κατηγορία αφορά την κατοχή, την 8.3.2023, ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή 0,4708 γραμμάρια του φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας και η 2η Κατηγορία αφορά τη χρήση κάνναβης. Η 3η Κατηγορία αφορά την κατοχή, την 9.12.2020, ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή 0,16 γραμμάρια πράσινης ξηρής φυτικής ύλης με την ουσία MDMB-4en-PINACA χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, και η 4η Κατηγορία την προμήθειά της στο πρόσωπο που κατονομάζεται.

 

Η κατοχή κάνναβης και MDMB-4en-PINACA χωρίς άδεια και με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, και το κάπνισμα κάνναβης, απαγορεύονται, με βάση τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77, και πρόσθετα συνιστούν ποινικά αδικήματα. Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, όπως είναι η κάνναβη και η ουσία MDMB-4en-PINACA, η προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή είναι μέχρι οκτώ έτη φυλάκιση ή και χρηματική ποινή[1]. Ανάλογη σε είδος και έκταση ποινή προβλέπεται και για το κάπνισμα κάνναβης. Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η δια βίου φυλάκιση ή και χρηματική ποινή[2]. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίο. Δεν ισχύουν οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 30 § 2 για περιορισμένη ποινή, λόγω του σκοπού της προμήθειας.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από αυτή την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[3]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Εάν ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια, για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, χρησιμοποιούνται. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα που εκτέθηκαν, περιγράφοντας τον τρόπο που διαπιστώθηκε η διάπραξη των αδικημάτων και τις ανακριτικές πράξεις, έχουν στην πλήρη τους μορφή καταγραφεί στα πρακτικά της διαδικασίας. Συνοπτικά, την 8.3.2023, ενώ μέλος της Αστυνομίας βρισκόταν σε περιπολία, διαπίστωσε ύποπτη κίνηση, έγινε έλεγχος, στον οποίο παραδόθηκε ένα κομμάτι από νάιλον, αναφέροντας ότι είναι κάνναβη. Κατά τη ζύγιση, η ένδειξη βάρους ήταν 0,4708 γραμμαρίων κάνναβης. Δόθηκε θεληματική κατάθεση, στην οποία υπήρξε παραδοχή της κατοχής της κάνναβης, αναφέροντας ότι ήταν για προσωπική χρήση, και ότι είχε γίνει χρήση προηγουμένως. Για τις υπόλοιπες κατηγορίες, της 9ης Δεκεμβρίου του 2020, ανακρινόμενο προφορικά τρίτο πρόσωπο, για άλλα αδικήματα, ανάφερε την πώληση ναρκωτικών και παρέδωσε ένα μωρομάντηλο με την ουσία. Έγινε παραδοχή πως υπήρξε σκόπιμη προσέγγιση από πρόσωπο που ζήτησε κάνναβη, αρχικά υπήρξε άρνηση, με αναφορά ότι δεν υπάρχει ενασχόληση με τέτοια πράγματα, αλλά στη συνέχεια, αφού λήφθηκε ποσό €20, δόθηκε η ουσία. Σε κατάθεση που λήφθηκε από το πρόσωπο που προσέγγισε σκόπιμα, ανάφερε ότι αγόρασε τα ναρκωτικά, γιατί γνώρισε ότι υπήρχε αυτή η ενασχόληση, με σκοπό την κατάδοση στην Αστυνομία, γιατί πίστευε ότι κινδυνεύει και ο υιός του, λόγω της φιλικής σχέσης. Η ουσία, όπως διαπιστώθηκε από τις εξετάσεις, ήταν MDMB-4en-PINACA.

 

Εκ των όσων έχουν λεχθεί, σημειώνεται πως δεν υπάρχει εγκληματική οργάνωση ή ομαδική δράση ούτε διακίνηση σε ειδικούς χώρους προστασίας ή υπό ιδιότητες που προσθέτουν στην απαξία. Η κατοχή αναφέρεται σε ποσότητα ελεγχόμενης ουσίας τάξεως Β, που δεν ήταν μεγάλη, και ήταν και για προσωπική χρήση, ενώ η διακίνηση ήταν προκληθείσα και περιορισμένη σε συγκεκριμένο πρόσωπο, χωρίς ενδείξεις ότι ήταν γενικευμένη. Δεν στερείται απαξία η συμπεριφορά της παράνομης κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ακόμα και για προσωπική χρήση ή ακόμα και η μικροδιακίνηση, ιδίως όταν εμπλέκονται ανήλικα άτομα, και ιδίως συνθετικής ουσίας όπως η MDMB-4en-PINACA, η οποία, ακόμα και σε μικρή ποσότητα, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στην υγεία. Ο προσδιορισμός της σοβαρότητας γίνεται ενόψει του ότι οι νομοθετημένες ποινές διαθέτουν μεγάλο εύρος, χωρίς να υπονοεί πως τα αδικήματα που διαπράχθηκαν στερούνται σοβαρότητας.

 

Πρόσθετα, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που είναι εφικτό, οι προσωπικές συνθήκες, όπως αναφέρθηκαν. Αυτές περιλαμβάνουν την ηλικία των 22 ετών, την καταγωγή, και τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Η εμπλοκή του, κατά την ανήλικη ζωή, σε χρήση ουσιών συνδέεται με ευρύτερους κοινωνικούς και οικογενειακούς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την αναπτυξιακή πορεία.

 

Το γεγονός πως δεν έχουν προσφερθεί προηγούμενες καταδίκες λαμβάνεται, επίσης, υπόψη. Το λευκό ποινικό μητρώο αξιολογείται, αν και ο μετριαστικός του χαρακτήρας είναι μειωμένης βαρύτητας σε αδικήματα στα οποία η αποτροπή αναδεικνύεται σε πρωταρχικό σκοπό[8].

 

Η πάροδος του χρόνου από το 2020 και 2023, αντίστοιχα, χρονολογίες κατά τις οποίες έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα, μέχρι την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης, το 2025, και μέχρι σήμερα, λαμβάνεται, επίσης, υπόψη. Συναρτάται και με τις ουσιαστικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στην προσωπική ζωή, εφόσον το 2020 υπήρχε ανηλικότητα. Βεβαίως, η κατοχή και χρήση ουσιών φαίνεται να υπήρξε συνεχής, από το 2020 έως και το 2023, ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία ότι σήμερα έχει παύσει.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η συνεργασία με την Αστυνομία και η παραδοχή, υπό τις περιστάσεις που έλαβαν χώρα, και η παραδοχή στο Δικαστήριο, που έγινε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία.

 

Η κοινωνική διάσταση των ναρκωτικών και οι σοβαρές επιπτώσεις τους στο κοινωνικό σύνολο, ιδίως όταν πρόκειται για πράξεις κατοχής με σκοπό την προμήθεια, είναι δεδομένες και έχουν οδηγήσει τη νομολογία σε αυξημένη έμφαση στην αποτρεπτικότητα των ποινών. Το Δικαστήριο έχει πλήρη επίγνωση ότι η προμήθεια συνθετικών ελεγχόμενων ουσιών, ακόμη και σε μικρή ποσότητα, ενέχει αυξημένο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και, κατ’ αρχήν, δικαιολογεί αυστηρή ποινική μεταχείριση[9]

 

Υπήρξε ιδιαίτερος προβληματισμός για την παρούσα υπόθεση. Δεν εντάσσεται στις περιπτώσεις υψηλής ποινικής απαξίας διακίνησης ελεγχόμενων ουσιών. Δεν προκύπτει οργανωμένη, συστηματική ή επαναλαμβανόμενη δράση, ούτε ένδειξη ένταξης σε κύκλωμα, ούτε επιδίωξη σταθερού οικονομικού οφέλους ή γενικευμένης διασποράς της ουσίας. Η σοβαρότερη πράξη, της προμήθειας, εμφανίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό, το 2020, περιορισμένο σε συγκεκριμένο πρόσωπο, χωρίς στοιχεία που να καταδεικνύουν εγκληματική δραστηριότητα με χαρακτηριστικά διακινητή στον μετέπειτα χρόνο. Τούτο, από την άλλη, δεν αναιρεί την αντικειμενική σοβαρότητα της πράξης ούτε την επικινδυνότητα της ουσίας MDMB-4en-PINACA. Η σοβαρότητα λαμβάνεται πλήρως υπόψη, πλην όμως αξιολογείται εντός του πραγματικού πλαισίου τέλεσης, και όχι αφηρημένα ή αποσπασματικά.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι, κατά τον χρόνο τέλεσης του σοβαρότερου αδικήματος, της 4ης Κατηγορίας, υπήρχε ανηλικότητα, αλλά και το στοιχείο της πρόκλησης από άλλο πρόσωπο, που είχε συμφέρον να καταδείξει διακίνηση, για να παύσει η φιλική παρέα με τον υιό του. Η ανηλικότητα δεν λειτουργεί απλώς ως μετριαστικός παράγοντας, αλλά επηρεάζει ουσιωδώς το πλαίσιο εκτίμησης της ποινικής απαξίας, σύμφωνα με τη φιλοσοφία και τις πρόνοιες του περί Παιδιών σε Σύγκρουση με το Νόμο Νόμου 55(I)/2021. Η πράξη τοποθετείται σε στάδιο ανωριμότητας της προσωπικότητας, μειωμένης ικανότητας πρόβλεψης των συνεπειών και αυξημένης επιρροής από το περιβάλλον, στοιχεία τα οποία ο ίδιος ο νομοθέτης αναγνωρίζει ως καθοριστικά για τον τρόπο ποινικής αντιμετώπισης. Τα πιο πάνω συνεκτιμώνται με την ουσιώδη πάροδο του χρόνου από την τέλεση των αδικημάτων, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε ενδιάμεση παραβατική συμπεριφορά διακίνησης ή σχετικής με διακίνηση, καθώς και με το γεγονός ότι σήμερα το Δικαστήριο έχει ενώπιον του έναν νεαρό ενήλικα 22 ετών. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν διαφαίνεται τέτοια εγκληματική παγίωση, που να ενεργοποιεί την ανάγκη άμεσης προστασίας της κοινωνίας, μέσω επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας. Η προσέγγιση αυτή διαμορφώνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και δεν γενικεύεται σε κάθε περίπτωση διακίνησης, ακόμα και μικρών ποσοτήτων ή ποσοτήτων τάξεως Β. Συναφώς, στην Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Α.Δ., Υπόθεση αρ.1000/2024 Ε.Δ. Λεμεσού, 10.10.2025, όπου ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 35 ετών, κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β', δηλαδή 1,9462 γραμμάρια φυτού κάνναβης με σκοπό να την προμηθεύσει στον Γ.Κ. μέσα σε αστυνομικό κρατητήριο, η επιβάρυνση που δημιουργούσε το στοιχείο της προσπάθειας διακίνησης μέσα σε αστυνομικό κρατητήριο, οδήγησε σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, ασχέτως του περιορισμένου της διακίνησης, του είδους και του βάρους της ουσίας, που δεν επηρέασαν την επιλογή της ποινής ως προς το είδος. Εξέλιπαν ελαφρυντικοί παράγοντες που υπάρχουν στην υπό εξέταση υπόθεση.

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση, υπό το σύνολο των δεδομένων, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν κρίνεται αναγκαία ούτε πρόσφορη για την επίτευξη των σκοπών της ποινής και θα υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο κοινωνικής άμυνας, οδηγώντας σε ποινή δυσανάλογη προς την πραγματική εγκληματική απαξία της πράξης και του προσώπου. Δεν διαφαίνεται, επίσης, καταλληλότητα ή αναγκαιότητα επιβολής εναλλακτικής ποινής ή επιβολής άλλου μέτρου (δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για κάτι τέτοιο, ούτε συναφή αιτήματα), ενώ δεν προκύπτει, από οποιαδήποτε στοιχεία, ανικανότητα προς εργασία, για τη συμμόρφωση με χρηματική ποινή.

 

Η χρηματική ποινή επιλέγεται ως κύρωση που διατηρεί ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, αντανακλά την απαξία της πράξης και επιβάλλει άμεσο, απτό ποινικό κόστος, χωρίς να προκαλεί τις δυσανάλογες κοινωνικές και προσωπικές συνέπειες που συνεπάγεται η στέρηση της ελευθερίας σε πρόσωπο νεαρής ηλικίας, το οποίο δεν εμφανίζει σταθερή εγκληματική ροπή. Η επιλογή αυτή δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα της πράξης, αλλά ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας και στην εξατομικευμένη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.

 

Θα επιβληθεί χρηματική ποινή μόνον ως προς την 4η Κατηγορία, η οποία καλύπτει και την απαξία της 3ης Κατηγορίας, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών κατηγοριών του κατηγορητηρίου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη μικρή ποσότητα της ελεγχόμενης ουσίας, την περιορισμένη έκταση και τον τρόπο της προμήθειας στο συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο, κατόπιν πρόκλησης, χρηματική ποινή ύψους €1.200 κρίνεται επαρκής, ανάλογη και συμβατή με τους σκοπούς της ποινής.

 

Επιβάλλονται:

 

4η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €1.200.

 

Ενόψει της επιβολής ποινής στην 4η Κατηγορία, καμία ποινή στην 3η Κατηγορία, ενώ η 1η Κατηγορία και η 2η Κατηγορία λήφθηκαν υπόψη.

 

Δεν εκδίδεται οποιοδήποτε άλλο διάταγμα.

 

Λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της χρηματικής ποινής και τις προσωπικές περιστάσεις που περιλαμβάνουν τις οικονομικές συνθήκες σε συνάρτηση με το νεαρό της ηλικίας, εκδίδεται διάταγμα που επιτρέπει την πληρωμή της χρηματικής ποινής με μηνιαίες δόσεις ύψους €100 η κάθε μία, αρχίζοντας από την 2.2.2026 και ακολούθως την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, μέχρι εξόφλησης. Η έκδοση του διατάγματος αυτού δεν αναιρεί την εξόφληση της χρηματικής ποινής νωρίτερα, εάν υπάρξει δυνατότητα.

 

Η δυνατότητα τμηματικής καταβολής της χρηματικής ποινής αποσκοπεί στην ουσιαστική συμμόρφωση, και στην αποφυγή άμεσης ενεργοποίησης συνεπειών που δεν κρίνονται αναγκαίες κατά τον παρόντα χρόνο. Παρέχει την ευκαιρία να υπάρξει ανταπόκριση στις υποχρεώσεις μέσω νόμιμης απασχόλησης και ένταξης στο κοινωνικό σύνολο. Η επιλογή αυτή εντάσσεται στη λειτουργία της ποινής ως εργαλείου αναμόρφωσης και πρόληψης, χωρίς αποσύνδεση από τον αποτρεπτικό της χαρακτήρα. Τονίζεται, ωστόσο, ρητώς, ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το διάταγμα πληρωμής, εφαρμόζονται οι σχετικές πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας, οι οποίες δυνατόν να οδηγήσουν σε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης της ποινής, περιλαμβανομένης και της στέρησης της ελευθερίας. Η προοπτική αυτή καθιστά σαφές ότι η μη επιβολή ποινής φυλάκισης κατά το παρόν στάδιο δεν συνιστά άνευ όρων επιείκεια, αλλά τελεί υπό την αίρεση της έμπρακτης συμμόρφωσης, η οποία, με θέληση και προσπάθεια, είναι εφικτή.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων προς την Κατηγορούσα Αρχή: Οι ουσίες που αναφέρονται στις κατηγορίες να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Άρθρο 6 § 2, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας ν. 29/77.

[2] Άρθρο 6 § 3, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας ν. 29/77.

[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[8] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μονιάτη (2000) 2 ΑΑΔ 553.

[9] Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 350, Bora v. Δημοκρατίας, ΠΕ 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, ΠΕ 71/22, 1.12.22


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο