ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 1077 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
1. Z. Y. K.
2. G. D. Ι.
___________________
Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Κλεοβούλου, για τον Κατηγορούμενο 1
Α. Μιχαήλ, για τον Κατηγορούμενο 2
Κατηγορούμενος: παρών
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες, για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή διάρρηξης κατοικίας [άρθρο 371 ΠΚ], και για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή από αυτήν [άρθρα 292(α), 255 ΠΚ], ενώ ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει πρόσθετα και αδίκημα κλοπής, με αναφορά σε ένα όχημα και άλλα αντικείμενα, περιουσία διαφορετικού προσώπου [κλοπή, άρθρα 255, 262 ΠΚ], αδικήματα που, στο σύνολό τους, φέρονται να διαπράχθηκαν στη Λεμεσό, μεταξύ των ημερομηνιών 24.12.2025 και 28.12.2025.
Η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 17.2.2026.
Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α), και εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις όσον αφορά τον Κατηγορούμενο1 καθώς και ποινικό μητρώο όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 (Τεκμήρια Β-Δ). Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, από πλευράς του Κατηγορούμενου 2, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, ενώ, από πλευράς Κατηγορούμενου 1, το θέμα αφέθηκε στη κρίση του Δικαστηρίου.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.
Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του κάθε Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο κάθε Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του κάθε Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του κάθε Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].
Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας. Μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί ορατή πιθανότητα καταδίκης, που βασίζεται στα εξής: Υπήρξε η καταγγελία για τη διάρρηξη και κλοπή της κατοικίας του προσώπου που αναφέρεται, έγιναν ανακριτικές πράξεις, και από τη μαρτυρία που συλλέχθηκε, η Αστυνομία κατέληξε αρχικά στον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος, αφού συνελήφθη, παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, κατονομάζοντας, στην ανακριτική του κατάθεση, τον Κατηγορούμενο 2, ως συνεργό του, και αναφέροντας λεπτομέρειες σε σχέση με τα γεγονότα. Γνώριζαν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η καταγγέλλουσα με τον αρραβωνιαστικό της απουσίαζαν στο εξωτερικό, κατάφεραν είσοδο από συρόμενο παράθυρο με τη χρήση σωματικής βίας, ακολούθως έκλεψαν διάφορα αντικείμενα που φόρτωσαν στο όχημα του Κατηγορούμενου 2, και αποχώρησαν. Από τα πλάνα των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, εντοπίστηκε το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 2, ιδιοκτησίας εταιρείας στην οποία εργάζεται ο Κατηγορούμενος 2, συνέπεσαν οι περιγραφές, συνελήφθη και ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος εντοπίστηκε με δυσκολία. Στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος 2 θέτει τον εαυτό του στη σκηνή, αναφέρει ότι βοήθησε τον Κατηγορούμενο 1 να μεταφέρει τα κλοπιμαία, λέγοντας, ωστόσο, πως δεν είχε κρατήσει οτιδήποτε από αυτά. Περαιτέρω, αναφέρει πως ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και πως δεν γνώριζε οτιδήποτε. Υπάρχουν υποδείξεις σκηνών, μέρος της κλαπείσας περιουσίας εντοπίστηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1, περιγράφεται ο τρόπος, ενώ, κατά τον εντοπισμό της κλαπείσας περιουσίας, όταν η Αστυνομία εφιστούσε την προσοχή του Κατηγορούμενου 1 στον νόμο, ο ίδιος είχε αναφέρει τα αντικείμενα που έκλεψαν. Δεν αξιολογείται η μαρτυρία αυτή, εάν είναι αληθής ή όχι, αλλά αναδύεται, μέσα από αυτήν, ορατή πιθανότητα καταδίκης, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι νεαροί, 26 και 27 ετών, αντίστοιχα. Κατάγονται και οι δύο από τη Βουλγαρία. Οι δεσμοί τους με την Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ισχυροί, δεν έχουν γνωστές σταθερές εργασίες ή κοινωνικές δραστηριότητες, ενώ έχουν σχέση και με άλλη χώρα, τη χώρα καταγωγής τους, χωρίς οτιδήποτε να εμποδίζει αντικειμενικά τη διαφυγή τους, ενόψει και της σοβαρότητας των αδικημάτων και του ενδεχομένου να υποστούν φυλάκιση σε τέτοια ηλικία. Οι οικογενειακές περιστάσεις που αναφέρθηκαν σχετικά με τον Κατηγορούμενο 2 δεν είναι τέτοιες που να τον καθηλώνουν στη Δημοκρατία, ούτε το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στην υπόσχεσή του ότι θα τηρήσει περιοριστικούς όρους, τους οποίους μπορεί απλώς και να μην τηρήσει. Τα δεδομένα των Κατηγορουμένων 1 και 2 δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα δεδομένα της πολύ πρόσφατης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Corneci, ΠΕ6/2026, 19.1.2026, στην οποία θεωρήθηκε ότι οι περιοριστικοί όροι που είχαν προτεραιοποιηθεί, υπό τέτοιες συνθήκες, δεν θα μπορούσαν να αναχαιτίσουν τον κίνδυνο φυγοδικίας, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη φύση της κατηγορίας (εκεί ο λόγος ήταν για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, αδίκημα βίας) και τις πιθανότητες καταδίκης, κατά τρόπο ώστε να υπερτερεί η ανάγκη διασφάλισης της απρόσκοπτης απονομής της δικαιοσύνης. Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η πιθανότητα καταδίκης, σε συνάρτηση με τα προσωπικά δεδομένα των Κατηγορουμένων 1 και 2, συνηγορούν στο ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας, της έκτασης και της φύσης που να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους, οι οποίοι να πρέπει να προτεραιοποιηθούν, και να καθιστά αναγκαίο και ανάλογο μέτρο την κράτηση. Η παρούσα δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς ούτε από τη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Darraj, ΠΕ276/2025, 23.10.2025 όπου ο κατηγορούμενος ήταν αλλοδαπός, με μη ισχυρούς δεσμούς, και είχε παραδεχθεί ενοχή για σοβαρά αδικήματα.
Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του κάθε Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά μόνο, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ένας Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ένας Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ενδεχομένως ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κάθε Κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι ένα Κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί από μόνη της ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].
Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15].
Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, καταρχάς σημειώνεται εκ νέου πως, αν και είναι αυτοτελής αυτός ο λόγος κράτησης, πως συνεκτιμάται το γεγονός ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές, συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας, και ότι, μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε, στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί και ορατή πιθανότητα καταδίκης. Ο Κατηγορούμενος 1 έχει μια προηγούμενη καταδίκη, στην υπόθεση αρ.14380/2023 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνία καταδίκης 26.3.2024, για αδίκημα απείθειας κατά νόμιμων διαταγών, που διαπράχθηκε στο χρονικό διάστημα μεταξύ 2021 και 2023 και όπου είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 7 μηνών (Τεκμήριο Β). Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, επίσης, την εκκρεμή υπόθεση αρ.10337/2021 Ε.Δ. Λεμεσού, για όμοιας φύσης αδίκημα, κλοπής από κατοικία, που φέρεται να διαπράχθηκε το 2021 (Τεκμήριο Γ). Επίσης, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την εκκρεμεί υπόθεση αρ.1169/2023 Ε.Δ. Λεμεσού, για κλοπή, που φέρεται να διαπράχθηκε το 2021 (Τεκμήριο Δ). Ο Κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό περιοριστικούς όρους κατά τη φερόμενη διάπραξη των αδικημάτων στην υπό εξέταση υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν επιβαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ούτε εκκρεμούν άλλες υποθέσεις εναντίον του, αλλά, στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης στην υπό εξέταση υπόθεση, ανέφερε πως είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, κατά τρόπο μάλιστα, ώστε, να μην ελέγχει τις πράξεις του, ακόμα κι αν αυτές συνιστούν βοήθεια μεταφοράς κλοπιμαίων ή συμμετοχή σε κλοπή ή αυτή τη διάπραξη τέτοιας φύσης αδικημάτων. Το στοιχείο της χρήστης ναρκωτικών ουσιών, πλην του ότι η κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών συνιστά παράνομη αλλά και ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά στο εγχώριο δίκαιο, συνεκτιμάται όχι μεμονωμένα (κατ’ επέκταση η διατύπωση δεν είναι όπως τέθηκε από τον κύριο Μιχαήλ, πως όλοι οι χρήστες ναρκωτικών ουσιών πρέπει, με τέτοια προσέγγιση, να προφυλακίζονται, ασφαλώς και δεν πρέπει), αλλά σε συνδυασμό με τη φύση του αδικήματος, τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2 σχετικά με τον τρόπο εμπλοκής του, σε συνάρτηση και με την απουσία προσπάθειας θεραπείας του προβλήματος που φαίνεται να συνδέεται με παραβατική συμπεριφορά. Αντικειμενικά, αναδύεται ο κίνδυνος διάπραξης αδικημάτων, ενεργός, άμεσος, πραγματικός. Είναι γεγονός πως στην Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, όπως αναφέρθηκε και από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, υπήρξε όμοια προσέγγιση του ζητήματος του κινδύνου που απορρέει από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες· πόσω μάλλον τέτοιας χρήσης, που αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, ώστε να μην αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, διατύπωση που δεν εναντιώνεται και διατηρεί συνεχώς σε υπόμνηση ότι ο Κατηγορούμενος 2 τεκμαίρεται αθώος.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τα ως άνω δεδομένα είναι πως υπάρχει ορατός ενεργός κίνδυνος διάπραξης περαιτέρω αδικημάτων, που να δικαιολογεί την κράτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2, για σκοπούς πρόληψης, συγκεκριμένης εγκληματικής συμπεριφοράς, ειδικότερα αδικημάτων κατά της περιουσίας, και όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, πρόσθετα, και αδικημάτων σχετιζόμενων με την μη επιτρεπόμενη κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Κατάληξη
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2, για αμφότερους τους λόγους πάνω στους οποίους έχει βασιστεί. Το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής των Κατηγορούμενων 1 και 2.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.
[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.
[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.
[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.
[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.
[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.
[7] Memic v. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.
[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.
[11] Clooth v. Belgium (1991).
[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.
[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.
[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.
[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadeg?l ?zdemir v. Turkey, 2005, § 44.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο