ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Αίτηση αρ. 83 / 2025
Αναφορικά με τον περί Αποκατάστασης Καταδικασθέντων Νόμο 70/1981 και την αίτηση του Α. Σ. (Α.Τ. αφαίρεση προσωπικού δεδομένου) από τη Λεμεσό
____________
Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Μ. Αρμεύτης, για τον αιτούντα
Μ. Μασούρα (κα) με Α. Αντωνιάδη, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Την 27.12.2021, επιβλήθηκε στον αιτούντα ποινή φυλάκισης 5 μηνών, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην Υπόθεση αρ. 11049 / 2021. Με αίτησή του, ημερομηνίας 17.10.2025, ο αιτών αξιώνει την έκδοση διατάγματος αποκατάστασής του ή και οποιαδήποτε περαιτέρω ή καλύτερη θεραπεία.
Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 12(3), 15, 25, 30(1)(2)(3), 35 και 144 του Συντάγματος, στο άρθρο 49 του ΧΘΔΕΕ, στα άρθρα 1, 2 3Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, στο άρθρο 14(4) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου 91(Ι)/2014, στα άρθρα 1-10 του περί Αποκατάστασης Καταδικασθέντων Νόμου 70/81, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις αρχές της νομολογίας.
Με ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, τίθεται το εξής υπόβαθρο, ως προς τα γεγονότα: Την 27.12.2021, ο αιτών, κατόπιν ομολογίας ενοχής, κρίθηκε ένοχος, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης υπόθεσης, σε αδικήματα κατοχής και διάδοσης παιδικής πορνογραφίας, κατά παράβαση του ν.91(Ι)/2014, και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με ευρύτερη εκείνη των 5 μηνών, ενώ επιτράπηκε και η αναστολή εκτέλεσής τους. Ενημερώθηκε από τον δικηγόρο του ότι, λόγω του ύψους των ποινών, σύμφωνα με σχετικό νόμο, θα έπρεπε να αποκατασταθούν μετά την πάροδο 3 ετών από την επιβολή τους, ωστόσο εμφανίζονται στο πιστοποιητικό ποινικού μητρώου του παρά την πάροδο των 3 ετών (Τ1). Αυτή η συνθήκη επηρεάζει την προοπτική μόνιμης εργοδότησής του στο Δημαρχείο Λεμεσού, καθώς απαιτείται λευκό ποινικό μητρώο, όπως και για πληθώρα άλλων θέσεων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Ειδικότερα, τέθηκε ως προϋπόθεση από τον εργοδότη του να προσκομίσει τέτοιο πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου (Τ2), διαφορετικά χάνει τη θέση εργασίας που του προσφέρθηκε υπό την εν λόγω προϋπόθεση. Δεν μπορεί να εξασφαλίσει εργασία, γεγονός που προκαλεί προβλήματα διαβίωσης και επαγγελματικής αποκατάστασης. Θεωρεί πως ο απόλυτος αποκλεισμός της αποκατάστασης του ποινικού μητρώου, που προβλέπει ο νόμος, είναι αντίθετος με το Σύνταγμα και τον ΧΘΔΕΕ, καθώς εναντιώνεται στο δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την εργασία.
Προβάλλονται διάφοροι λόγοι ένστασης, με σχετική νομική βάση. Ότι ο αιτών ζητά θεραπεία άγνωστη στο δίκαιο, χωρίς έννομο συμφέρον, χωρίς συνδρομή νομοθετικών ή και νομολογιακών προϋποθέσεων, και χωρίς σχετική νομική βάση, καθώς με βάση το άρθρο 14(4) του ν.91(Ι)/2014, καταδίκη για αδίκημα με βάση τα άρθρα 6 μέχρι 10 και 15 δεν διαγράφεται από το ποινικό μητρώο καταδικασθέντα ούτε παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να εκδώσει διάταγμα διαγραφής, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του ν.70/1981. Ακόμα, όμως, και να υπήρχε τέτοια δικαστική δυνατότητα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5(3) του ν.70/1981, καθότι η ποινή φυλάκισης δεν είναι πέραν των 2 ετών ώστε να ισχύει η εξουσιοδοτούμενη, δια του νόμου, αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφασίσει. Όσα ο αιτών ανέφερε περί αντισυνταγματικότητας του αποκλεισμού της αποκατάστασης δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για κατασταλτικό έλεγχο συνταγματικότητας βάσει του άρθρου 144 του Συντάγματος ή και του άρθρου 9(2)(α) του ν.33/1964. Η εξέταση της συνταγματικότητας του άρθρου 14(4) του ν.91(Ι)/2014 δεν είναι ουσιώδης για την εξέταση της αίτησης, καθότι εξ αρχής το Δικαστήριο στερείται εξουσίας ή και αρμοδιότητας να διατάξει αποκατάσταση ή να παράσχει την αιτούμενη θεραπεία, κατά τρόπο που δεν μπορεί να τύχει εξέτασης τέτοιος ισχυρισμός στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, εφόσον δεν υπάρχει πραγματικό ζήτημα προς επίλυσης. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην ένσταση, δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς οι λόγοι που, κατά τον αιτούντα, υπάρχει αντίθεση με συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση, ο αποκλεισμός της διαγραφής καταδίκης από το ποινικό μητρώο για τα υπό αναφορά αδικήματα είναι σύννομη, με στόχο την προστασία της κοινωνίας και ειδικότερα των ευάλωτων ομάδων και είναι αναλογική με τη σοβαρότητα των αδικημάτων κατοχής και διακίνησης παιδικής πορνογραφίας. Τυχόν επιτυχία της αίτησης, αναφέρεται, θα αντιτίθετο στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/93/ΕΕ, που ενσωματώθηκε στο εγχώριο δίκαιο, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν πρόσβαση σε πληροφορίες για καταδικαστικές αποφάσεις στο ποινικό μητρώο προσώπων για αδικήματα σχετικά με την παιδική πορνογραφία για σκοπούς εργοδότησης, καθώς και να ανταλλάσσουν πληροφορίες στη βάση των διατάξεων της Απόφασης – Πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ. Το άρθρο 14(4) του ν. 91(Ι)/2014 έχει ως στόχο μεταξύ άλλων τη διευκόλυνση της εφαρμογής της Απόφασης – Πλαισίου 2009/948/ΕΥ, κατά την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες για ποινικές διαδικασίες με στόχο την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem. Οι λόγοι που επικαλείται ο αιτών είναι αδιάφοροι και άσχετοι και δεν είναι τεκμηριωμένοι, ούτε η αίτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και την προστασία του κοινωνικού συνόλου, πέραν του ότι δεν διαφαίνεται από οπουδήποτε πραγματικός αποκλεισμός του δικαιώματός του για εργασία γενικά. Και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, στην οποία αναλύονται περαιτέρω οι λόγοι ένστασης.
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αντίστοιχα, ενώ οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχω υπόψη μου την πλήρη μορφή όσων υποβλήθηκαν σε έγγραφη μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτολεξεί ή ειδική αναφορά.
Λαμβανομένου υπόψη του τρόπου υποβολής και ανάπτυξης του αιτήματος αποκατάστασης, καθώς και των επιμέρους αιτημάτων περί παραπομπής του ζητήματος σε συνταγματικό έλεγχο, κρίνεται αναγκαίο, για την κατανόηση της κρίσης, να αποσαφηνιστούν πρώτα, συνοπτικά, ορισμένα βασικά ζητήματα.
Ο θεσμός της αποκατάστασης καταδικασθέντος αναπτύχθηκε ιστορικά ως μηχανισμός ρύθμισης των διαρκών συνεπειών της ποινικής καταδίκης, οι οποίες στα προνεωτερικά συστήματα δικαίου συνεπάγονταν μόνιμο κοινωνικό στιγματισμό πέραν της εκτιθείσας ποινής. Με την εξέλιξη του ποινικού δικαίου και την ανάδειξη της πρόληψης και της επανένταξης ως σκοπών της ποινής, η αποκατάσταση εισήχθη όχι ως διαγραφή του εγκλήματος ή άρση της έννομης απαξίας, αλλά ως χρονικά και ουσιαστικά περιορισμένος μηχανισμός ποινικής πολιτικής, συνδεόμενος με την αποτελεσματικότητα της πρόληψης και την κοινωνική ασφάλεια.
Στο πλαίσιο αυτό, η αποκατάσταση υφίσταται και ενεργοποιείται μόνον κατόπιν ρητής, σαφούς και θετικής νομοθετικής πρόβλεψης. Δεν συνιστά γενική αρχή του δικαίου ούτε γεννάται αυτοτελώς από την επίκληση συνταγματικών δικαιωμάτων. Τα τελευταία δεν θεμελιώνουν καθαυτά δικαίωμα αποκατάστασης μετά από καταδίκη, αλλά λειτουργούν αποκλειστικά ως όριο στον τρόπο ρύθμισης του θεσμού από τον νομοθέτη. Η αποκατάσταση δεν υπάγεται σε διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν διαθέτει εξουσία δημιουργίας ή επέκτασής της, αλλά περιορίζεται αυστηρά στα νομοθετικά προβλεπόμενα όρια.
Η ποινική καταδίκη συνιστά θεσμική πράξη έννομης απαξίας με διαρκείς έννομες συνέπειες. Το Σύνταγμα εγγυάται τη δίκαιη δίκη, την αναλογικότητα της ποινής και τα δικαιώματα κατά την εκτέλεσή της, πλην όμως δεν εγγυάται τη διαγραφή των συνεπειών της καταδίκης, ώστε αυτή να μετατρέπεται σε προσωρινό διοικητικό συμβάν. Δικαιώματα όπως η ιδιωτική ζωή, η εργασία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια λειτουργούν αποκλείοντας αυθαίρετες ρυθμίσεις, χωρίς να επιβάλλουν τη διαγραφή της καταδίκης.
Η αποκατάσταση εντάσσεται στον πυρήνα της ποινικής πολιτικής του κράτους και αποτελεί αντικείμενο κανονιστικής επιλογής του νομοθέτη, ανάλογης με θεσμούς όπως η αμνηστία, η χάρη, η παραγραφή ή η υπό όρους απόλυση, κανένας εκ των οποίων συγκροτεί ατομικό δικαίωμα. Ατομική αξίωση αποκατάστασης δεν υφίσταται· ο καταδικασθείς δεν δύναται να την αξιώσει λόγω παρόδου χρόνου, συμμόρφωσης, επαγγελματικής επίπτωσης ή επίκλησης συνταγματικών δικαιωμάτων, αλλά μόνον να επικαλεστεί ότι, εφόσον ο νόμος την προβλέπει και πληρούνται οι προϋποθέσεις, αυτή αναγνωρίζεται.
Συναφώς, το Δικαστήριο δεν επανεξετάζει την καταδίκη ούτε απονέμει «δεύτερες ευκαιρίες» ως δικαίωμα, ούτε προβαίνει σε στάθμιση κοινωνικής αποδοχής. Ο ρόλος του είναι αυστηρά θεσμικός και εξαντλείται στον έλεγχο του αν ο νόμος επιτρέπει αποκατάσταση και, εφόσον την επιτρέπει, αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Αν ο νόμος δεν την επιτρέπει, το Δικαστήριο, θεσμικά, σιωπά, ανεξαρτήτως των πρακτικών συνεπειών που ενδέχεται να προκύψουν, από σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών.
Ο ν. 70/1981 ρυθμίζει εξαντλητικά τις προϋποθέσεις, τις εξαιρέσεις και τη χρονική έκταση της αποκατάστασης. Περαιτέρω, με το άρθρο 3Α, ο ίδιος ο νομοθέτης καθιστά σαφές ότι ο νόμος αυτός υποχωρεί ρητά έναντι ειδικών νομοθεσιών που ρυθμίζουν διαφορετικά ή αποκλείουν την αποκατάσταση για συγκεκριμένες κατηγορίες αδικημάτων. Η πρόβλεψη αυτή δεν είναι ερμηνευτική, αλλά κανονιστική, και δεσμεύει πλήρως το Δικαστήριο.
Η διάταξη του άρθρου 14(4) του ν. 91(Ι)/2014 αποτελεί ειδική, μεταγενέστερη και ρητή νομοθετική ρύθμιση, η οποία εισάγει απόλυτο αποκλεισμό της διαγραφής από το ποινικό μητρώο για τα προβλεπόμενα σε αυτήν αδικήματα, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης νόμου. Η γλωσσική διατύπωση αποκλείει κάθε ερμηνευτικό περιθώριο και δεν επιτρέπει εφαρμογή αρχών αναλογικότητας, επιείκειας ή στάθμισης. Η κατοχή και διανομή υλικού σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών περιλαμβάνονται ρητά στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.
Κατά πάγια αρχή ερμηνείας του δικαίου, ο ειδικός νόμος κατισχύει του γενικού, ιδίως όταν αφορά περιορισμένο και απολύτως προσδιορισμένο κύκλο ιδιαιτέρως σοβαρών αδικημάτων και εξυπηρετεί σκοπούς αυξημένης κοινωνικής προστασίας. Εν προκειμένω, η βούληση του νομοθέτη δεν είναι απλώς σαφής, αλλά κατηγορηματική.
Η κατ’ εξαίρεση αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 5(3) του ν. 70/1981 είναι αυστηρά περιορισμένη και ενεργοποιείται μόνον υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις (ποινή άνω των δύο και έως τεσσάρων ετών και πάροδος οκταετίας). Η μη σωρευτική συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών αποστερεί το Δικαστήριο από κάθε δικαιοδοσία να εξετάσει αίτημα αποκατάστασης. Η έλλειψη δικαιοδοσίας είναι απόλυτη και δεν θεραπεύεται ούτε με επίκληση θεμελιωδών δικαιωμάτων ούτε με επίκληση γενικών αρχών δικαίου.
Ελλείψει δικαιοδοσίας επί της κύριας αιτούμενης θεραπείας, δεν γεννάται παρεμπιπτόντως αρμοδιότητα ελέγχου συνταγματικότητας. Ο συνταγματικός έλεγχος δεν ασκείται αφηρημένα ή θεωρητικά, αλλά μόνον όταν είναι αναγκαίος για την επίλυση πραγματικής και υπαγόμενης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου διαφοράς. Εφόσον το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να παράσχει την αιτούμενη θεραπεία, κάθε σχετικός ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας καθίσταται νομικά αλυσιτελής.
Η επίκληση δικαιωμάτων όπως η εργασία ή η ιδιωτική ζωή δεν δύναται να προσδώσει εκ του μηδενός δικαιοδοσία στο Δικαστήριο, ούτε να ανατρέψει ρητή και ειδική νομοθετική επιλογή του νομοθέτη, η οποία, κατά τεκμήριο, εξυπηρετεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, είναι προβλέψιμη, σαφής και συμβατή με τις δεσμεύσεις της Δημοκρατίας από το ενωσιακό δίκαιο.
Κατά συνέπεια, ελλείψει τόσο νομοθετικής βάσης όσο και δικαιοδοτικής εξουσίας, οποιοσδήποτε θεωρητικός λόγος περί δυνατότητας αποκατάστασης ή περί της συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων δεν μπορεί να οδηγήσει οπουδήποτε.
Δεν είναι ο ρόλος του Δικαστηρίου να υποδείξει στον αιτούντα εναλλακτικούς νομικούς δρόμους ή διαδικασίες, προς επίλυση του ζητήματος που τον απασχολεί. Η δικαιοδοτική λειτουργία περιορίζεται στην εξέταση της αιτούμενης θεραπείας και των εξουσιών που ο νόμος ρητά δίδει στο Δικαστήριο, ανεξαρτήτως των πρακτικών ή προσωπικών συνεπειών που ενδέχεται να συνεπάγεται η έκβαση της υπόθεσης. Ως προς την πιθανή δυσμένεια αυτών, με την ένταση που εκφράστηκαν δια της αίτησης, εκφράζεται η ανθρώπινη κατανόηση.
Η αίτηση απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμη, και περαιτέρω ανάλυση επί των λόγων ένστασης καθίσταται περιττή.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο