ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων: 154 / 2025
Αναφορικά με την αίτηση του ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ημερομηνίας 03.11.2025
___________________
Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Α. Τιμοθέου (κα), για τον αιτούντα
Δ. Λοχίας, για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο αιτών ζητά την έκδοση διατάγματος κατακράτησης, από την Αστυνομία, των τεκμηρίων που περιγράφονται στην αίτηση, μέχρι αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στο Βέλγιο.
Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 25-27, 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, στα άρθρα 9 και 10 του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου 23(Ι)/2001 και στις πρόνοιες του Νόμου που προνοεί περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμου 181(Ι)/2017. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Α/Αστ. 3498 Φώτη Οντέτση, από το Γραφείο Εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας και Αιτημάτων Δικαστικής Συνδρομής (Κλιμάκιο Λεμεσού/Πάφου) του ΤΚΕ Αρχηγείου, δια της οποίας αναφέρονται τα γεγονότα.
Τα γεγονότα δεν αναφέρονται αυτούσια, εφόσον αποτελούν το περιεχόμενο Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (ΕΕΕ) και ισχύει η αρχή της εμπιστευτικότητας. Είναι, όμως, υπόψη του Δικαστηρίου, στη μορφή που εκτέθηκαν. Συνοπτικά, για να καταστεί κατανοητό το αντικείμενο της αίτησης, συλλέχθηκαν έγγραφα, κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές και μέσα αποθήκευσης κατόπιν εκτέλεσης της ΕΕΕ 373/2025 και ειδικότερα του ερευνητικού μέτρου της έρευνας στα υποστατικά του Καθ’ ου η αίτηση, που αναφέρονται. Η Αστυνομία, για τον σκοπό αυτό, είχε αιτηθεί και η ίδια την έκδοση εντάλματος έρευνας. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας, σε περίπτωση που τα κατασχεθέντα κατακρατηθούν, ως η αίτηση, τότε, θα μεταφερθούν, σε συνεννόηση με τις βελγικές Αρχές, στο Βέλγιο, για να τύχουν περαιτέρω αξιολόγησης, για να διαπιστωθεί κατά πόσο συνδέονται με την υπόθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Βέλγιο, και για τους σκοπούς της εκεί διαδικασίας. Ενόψει των πιο πάνω, ο αιτών ζητά την κατακράτηση των αναφερόμενων τεκμηρίων.
Ο Καθ’ ου η αίτηση, από τα υποστατικά του οποίου κατασχέθηκαν τα τεκμήρια, υπέβαλε ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας λόγους, για τους οποίους, κατά τη θέση του, δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου, στο σύνολό τους, όπως και όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση.
Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αντίστοιχα.
Διαφαίνεται μέσα από τη μαρτυρία πως οι εγχώριες Αρχές δεν διεξάγουν τις ανακρίσεις μαζί με τις βελγικές Αρχές, πέραν της αναγκαίας συνδρομής, γνωρίζουν μόνο όσα έχουν εκτεθεί στο σώμα της ΕΕΕ, και δεν αναφέρθηκε ενδεχόμενο άσκησης οποιασδήποτε ποινικής δίωξης στην Κυπριακή Δημοκρατία ή άλλη αναγκαιότητα διατήρησης των εγγράφων στην κατοχή των διωκτικών Αρχών της Δημοκρατίας, που αιτούνται και την κατακράτηση. Έπειτα, η αίτηση δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη διάταξη που να σχετίζεται με την εκτέλεση της ΕΕΕ και δεν αφορά διαδικασία εκτέλεσης της ΕΕΕ, στο πλαίσιό της.
Με βάση το άρθρο 2 Κεφ.155, «Δικαστήριο» σημαίνει το αρμόδιο Δικαστήριο. Τα αντικείμενα που κατάσχονται στο πλαίσιο έρευνας, με ή χωρίς δικαστικό ένταλμα, σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 25 Κεφ.155, αντίστοιχα, μεταφέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας ή άλλου Δικαστηρίου, για να τύχουν μεταχείρισης με βάση το άρθρο 32 Κεφ.155[1]. Η αναφορά είναι, σε κάθε περίπτωση, στο αρμόδιο Δικαστήριο. Ομοίως, στο άρθρο 33 Κεφ.155.
Οι προαναφερόμενες πρόνοιες δίδουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την κατακράτηση των αντικειμένων που κατασχέθηκαν, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρηση τους, μέχρι και την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής ανακριτικής ή αποδεικτικής διαδικασίας, αναλόγως του σταδίου της υπόθεσης. Η κατακράτησή έχει την έννοια της διατήρησης της φυσικής κατοχής τους στην Αστυνομία. Η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την κατακράτηση ή την επιστροφή τεκμηρίων και γενικότερα τη μεταχείριση των τεκμηρίων συναρτάται με την αναγκαιότητά τους για τους σκοπούς της ανακριτικής ή αποδεικτικής διαδικασίας, κρίση που μπορεί να διαμορφώσει μόνον εάν είναι το αρμόδιο Δικαστήριο, που μπορεί να ασκήσει ποινική δικαιοδοσία, προς εκδίκαση της υπόθεσης που θα καταχωριστεί ή που καταχωρίστηκε ή και που έχει ήδη εκδικάσει.
Τα Δικαστήρια που έχουν εγκαθιδρυθεί με βάση τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 ασκούν την ποινική δικαιοδοσία στα όρια που προβλέπονται.
Η ΕΕΕ είναι δικαστική απόφαση που εκδίδει ένα κράτος μέλος της Ε.Ε., εν προκειμένω του Βελγίου, για να εκτελεστούν ερευνητικά μέτρα σε ένα άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., εν προκειμένω η Κύπρος. Βασίζεται στην αμοιβαία αναγνώριση, επομένως η Αρχή έκδοσης ενεργεί ως ευρωπαϊκή Αρχή και η Αρχή εκτέλεσης υποχρεούται να την αναγνωρίσει και να μεριμνήσει για την εκτέλεσή της, χωρίς περιττές διαδικασίες και διατυπώσεις, εκτός εάν συντρέχει οποιοσδήποτε εκ των προβλεπόμενων λόγων μη εκτέλεσης ή αναβολής. Η ΕΕΕ εκτελείται με τον ίδιο τρόπο ως η εκτέλεση με βάση εθνικό ένταλμα έρευνας.
Με τον περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμο 181(I)/2017 ενσωματώνεται στο εγχώριο δίκαιο και η απόφαση-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003 σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και η Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις. Προϋπήρχε και η Απόφαση ‒ Πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ του Συμβουλίου σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων, για το σκοπό της συγκέντρωσης αντικειμένων, εγγράφων και δεδομένων, χρησιμοποιουμένων στην ποινική δικαιοσύνη, που ίσχυε μόνο για τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ήδη, η οποία καταργήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/95 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 για την κατάργηση ορισμένων πράξεων στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. Η θέσπιση της ΕΕΕ είχε ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να καταστήσει αποτελεσματικότερη τη συνεργασία στον τομέα της συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων.
Όπως προκύπτει και από την εισαγωγική σκέψη 34 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, η εκτίμηση κατά πόσο ένα στοιχείο πρέπει να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό στοιχείο, άρα ως αντικείμενο μιας ΕΕΕ, ανήκει στην Αρχή έκδοσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 13 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της ΕΕΕ, η Αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων Αρχών του κράτους εκτέλεσης. Εφόσον ζητείται στην ΕΕΕ και είναι δυνατόν βάσει εθνικού νόμου του κράτους εκτέλεσης, τα αποδεικτικά στοιχεία διαβιβάζονται απευθείας στις αρμόδιες Αρχές του κράτους έκδοσης που συντρέχουν στην εκτέλεση της ΕΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 9 § 4. Η διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να ανασταλεί όσο εκκρεμεί η απόφαση σχετικά με ένδικο μέσο, εκτός εάν η Αρχή έκδοσης έχει αποδείξει επαρκώς στην ΕΕΕ ότι η άμεση διαβίβαση είναι ουσιώδους σημασίας για την ορθή διεξαγωγή της έρευνας ή τη διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, η διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων αναστέλλεται σε περίπτωση που θα προκαλούσε σοβαρή και μη αναστρέψιμη ζημία στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Όταν διαβιβάζει τα συγκεντρωθέντα αποδεικτικά στοιχεία, η Αρχή εκτέλεσης επισημαίνει εάν επιθυμεί να επιστραφούν στο κράτος εκτέλεσης μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης.
Όπως προνοείται και στο άρθρο 14 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση της ΕΕΕ μπορούν να προσβληθούν μόνο με ένδικο μέσο ενώπιον του κράτους έκδοσης, με την επιφύλαξη των διασφαλίσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος εκτέλεσης.
Το Κεφάλαιο VI της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ σχετίζεται με τα προσωρινά μέτρα. Μια ΕΕΕ μπορεί να εκδοθεί από την εκδίδουσα Αρχή για να ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο με σκοπό την προσωρινή πρόληψη της καταστροφής, μετατροπής, απομάκρυνσης, μεταφοράς ή διάθεσης ενός στοιχείου το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως απόδειξη. Η Αρχή εκτέλεσης αποφασίζει και κοινοποιεί την απόφασή της περί των προσωρινών μέτρων το συντομότερο δυνατόν και, εφόσον είναι εφικτό, εντός 24 ωρών από την παραλαβή της ΕΕΕ. Σε περίπτωση που ζητείται το προσωρινό μέτρο που προβλέπεται, η Αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ αν τα αποδεικτικά στοιχεία θα μεταβιβασθούν στο κράτος έκδοσης ή αν θα παραμείνουν στο κράτος εκτέλεσης. Η Αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει και εκτελεί αυτήν την ΕΕΕ και μεταβιβάζει τα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στην Οδηγία. Σε περίπτωση που η ΕΕΕ συνοδεύεται από εντολή να παραμείνουν στο κράτος εκτέλεσης τα αποδεικτικά στοιχεία, η Αρχή έκδοσης καθορίζει την ημερομηνία άρσης του προσωρινού μέτρου που προβλέπεται, ή την προβλεπόμενη ημερομηνία υποβολής της αίτησης για τη μεταφορά των αποδεικτικών στοιχείων στο κράτος έκδοσης. Όταν τα σχετικά αντικείμενα, έγγραφα ή δεδομένα είναι ήδη χρήσιμα για άλλη διαδικασία, η Αρχή εκτέλεσης, κατόπιν ρητής αίτησης και έπειτα από διαβουλεύσεις με την Αρχή έκδοσης, μπορεί να διαβιβάσει προσωρινά τα αποδεικτικά στοιχεία υπό τον όρο ότι θα επιστραφούν στο κράτος εκτέλεσης μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης ή σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή/ευκαιρία που θα συμφωνηθεί μεταξύ των αρμοδίων Αρχών.
Με βάση τον εναρμονιστικό ν.181(Ι)/2017, «κυπριακή Αρχή εκτέλεσης» σημαίνει τον κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστή, όταν, σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, τέτοιος δικαστής έχει δικαιοδοσία να διατάξει τη λήψη ερευνητικού μέτρου, το οποίο καλύπτεται από την ΕΕΕ, ή την κατά περίπτωση αρμόδια από τις ακόλουθες Αρχές, όταν, σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, η εν λόγω Αρχή έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει τη λήψη ερευνητικού μέτρου το οποίο καλύπτεται από την ΕΕΕ: Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Αρχηγός Αστυνομίας, ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων, ο Έφορος Φορολογίας.
Στο άρθρο 14 ν. 181(Ι)/2017 προβλέπεται όμοια πως η κυπριακή Αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων Αρχών της Δημοκρατίας ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της ΕΕΕ. Σε περίπτωση που ζητείται στην ΕΕΕ και, είναι δυνατόν, βάσει του δικαίου της Δημοκρατίας, τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία διαβιβάζονται απευθείας στις αρμόδιες Αρχές του κράτους έκδοσης που συμβάλλουν στην εκτέλεση της ΕΕΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 § 4 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ. Η διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων δύναται να ανασταλεί όσο εκκρεμεί απόφαση σχετικά με ένδικο μέσο, εκτός αν η Αρχή έκδοσης έχει αποδείξει επαρκώς στην ΕΕΕ ότι η άμεση διαβίβαση είναι ουσιώδους σημασίας για την ορθή διεξαγωγή της έρευνας ή τη διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων, ωστόσο η διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων αναστέλλεται σε περίπτωση που θα προκαλούσε σοβαρή και μη αναστρέψιμη ζημία στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Κατά τη διαβίβαση των συγκεντρωθέντων αποδεικτικών στοιχείων, η κυπριακή Αρχή εκτέλεσης επισημαίνει κατά πόσο επιθυμεί όπως τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία επιστραφούν στη Δημοκρατία μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης. Σε περίπτωση που τα σχετικά αντικείμενα, έγγραφα ή δεδομένα είναι ήδη χρήσιμα για άλλη διαδικασία, η κυπριακή Αρχή εκτέλεσης, κατόπιν ρητής αίτησης της Αρχής έκδοσης και έπειτα από διαβουλεύσεις με την Αρχή έκδοσης, δύναται να διαβιβάσει προσωρινά τα αποδεικτικά στοιχεία υπό τον όρο ότι θα επιστραφούν στη Δημοκρατία μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης ή σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή ή υπό οποιαδήποτε περίσταση που θα συμφωνηθεί μεταξύ των αρμοδίων Αρχών. Η κυπριακή Αρχή έκδοσης δύναται να υποβάλει ρητή αίτηση για να διαβιβαστούν προσωρινά τα αποδεικτικά στοιχεία σε αυτή και να διαβουλευτεί προς το σκοπό αυτό με την Αρχή εκτέλεσης υπό τον όρο ότι θα επιστραφούν στο κράτος εκτέλεσης μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στη Δημοκρατία ή σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή ή υπό οποιαδήποτε περίσταση που θα συμφωνηθεί μεταξύ των αρμοδίων Αρχών.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της μαρτυρίας, υφίσταται ΕΕΕ που εκτελέστηκε ήδη και από την εκτέλεσή της αυτή, συλλέχθηκαν αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να διαβιβαστούν στο κράτος έκδοσης.
Το υπό εξέταση αίτημα δεν υποβάλλεται στο Δικαστήριο αυτό δια ΕΕΕ ή ως εντολή ή προσωρινό μέτρο από το κράτος έκδοσης, στο πλαίσιο της υφιστάμενης δικαστικής συνεργασίας, και το Δικαστήριο αυτό, κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, δεν ενεργεί ως Αρχή εκτέλεσης με βάση τον ν.181(Ι)/2017. Ενεργεί ως το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης, με βάση το δίκαιο που εκτίθεται στη νομική βάση της αίτησης.
Η υποχρέωση διαβίβασης αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συλλεχθεί κατόπιν εκτέλεσης ΕΕΕ, προς ολοκλήρωση της διαδικασίας, απορρέει απευθείας εκ του άρθρου 14(1)(α) του εναρμονιστικού ν.181(Ι)/2017, αναλόγως και του περιεχομένου της εκτελεσθείσας ΕΕΕ, που δεν είναι υπόψη του Δικαστηρίου, δια του σχετικού εντύπου.
Η διαβίβαση είναι αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας εκτέλεσης της ΕΕΕ και η διευκόλυνσή της ένας εκ των λόγων που θεσπίστηκε η Οδηγία 2014/41/ΕΕ, ως εκφράζεται και στην εισαγωγική σκέψη 3, δηλαδή η ανάγκη να προχωρά απρόσκοπτα και η διαδικασία της διαβίβασης, χωρίς να κατακερματίζεται η εκτέλεση σε διαφορετικά στάδια.
Στο πρότυπο έντυπο που χρησιμοποιείται για την ΕΕΕ, στο Παράρτημα Α, στην Ενότητα Λ, θα πρέπει να αναφέρεται το «κύριο σημείο επαφής» για σκοπούς εκτέλεσης. Δεν τίθεται ως επιλογή η διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων που θα συλλεχθούν στο κράτος έκδοσης. Η Αρχή του κράτους εκτέλεσης επικοινωνεί με το σημείο επαφής και ενημερώνεται σε ποια Αρχή του κράτους έκδοσης θα πρέπει να διαβιβαστούν τα αποδεικτικά στοιχεία. Η διαβίβαση πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατόν. Εάν χρειάζεται τα αποδεικτικά μέσα να επιστραφούν στο κράτος εκτέλεσης, όταν δεν θα είναι απαραίτητα για τη διαδικασία στο κράτος έκδοσης, γίνεται σχετική γνωστοποίηση κατά τη διαβίβαση. Με την προσωρινή διαβίβαση, αποφεύγεται η ανάγκη αναβολής της διαδικασίας. Μέσω της ΕΕΕ, μπορεί η Αρχή έκδοσης να υποδείξει πως η άμεση διαβίβαση είναι ουσιώδους σημασίας. Εάν ο Καθ’ ου η εκτέλεση επικαλεστεί πως προκαλείται σοβαρή και μη αναστρέψιμη ζημιά, η αρμόδια Αρχή του κράτους εκτέλεσης μπορεί να σταθμίσει τα αντικρουόμενα συμφέροντα και εάν χρειάζεται να αναστείλει τη διαβίβαση.
Ενόψει της καταρχήν υποχρεωτικής διαβίβασης με βάση τον ν.181(Ι)/2017 και της μη απαγόρευσης της διαβίβασης στο εγχώριο δίκαιο εάν δεν τηρηθεί οποιαδήποτε προηγούμενη διαδικασία, έχω τη γνώμη πως, δεν χρειάζεται να μεσολαβήσει αίτηση για κατακράτηση των τεκμηρίων, με σκοπό τη διαβίβαση και την ποινική διερεύνηση από τις βελγικές Αρχές, με βάση το Κεφ.155. Εξάλλου, τα τεκμήρια δεν θα «κατακρατηθούν» από τις εγχώριες Αρχές, ούτε κατασχέθηκαν για να κατακρατηθούν από τις εγχώριες Αρχές, ενώ και το Δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης δεν μπορεί να απευθύνει διαταγή προς Δικαστήριο του κράτους έκδοσης, να κατακρατήσει τεκμήρια ή να τα μεταχειριστεί άλλως πώς, ως μπορεί να πράξει το αρμόδιο Δικαστήριο στο πλαίσιο του Κεφ.155.
Είναι κατανοητό ότι η αίτηση αυτή ενδεχομένως να καταχωρίζεται θεωρώντας ότι, επειδή η διαδικασία της κατακράτησης με βάση το Κεφ.155 συμβαίνει στις περιπτώσεις εκτέλεσης εθνικού εντάλματος έρευνας από το οποίο προέκυψε η κατάσχεση σχετικών αντικειμένων, χρειάζεται να συμβεί και στην περίπτωση εκτέλεσης ΕΕΕ, λόγω και των προνοιών ότι η ΕΕΕ εκτελείται ως το εθνικό ένταλμα έρευνας, τηρουμένων τυχόν αναγκαίων διαδικασιών, περιλαμβανομένης της λήψης τυχόν προβλεπόμενης δικαστικής έγκρισης.
Ωστόσο, η ρύθμιση του συγκεκριμένου ζητήματος, τυχόν ανάγκης λήψης οποιουδήποτε μέτρου με σκοπό την προσωρινή πρόληψη της καταστροφής, μετατροπής, απομάκρυνσης, μεταφοράς ή διάθεσης ενός στοιχείου το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως απόδειξη, γίνεται ευθέως και συγκεκριμένα δια του άρθρου 33 ν.181(Ι)/2017, σε περίπτωση που αυτό ζητείται δια της ΕΕΕ, ώστε και με αυτή την προσέγγιση να καθίσταται η αίτηση κατακράτησης βάσει του Κεφ.155 αχρείαστη. Εφόσον η αρμόδια Αρχή εκτέλεσης, εάν τεθεί ενώπιον της τέτοιο αίτημα από την Αρχή του κράτους έκδοσης, δια της ΕΕΕ, για λήψη προσωρινού σχετικά με οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 33 §§ 2, 3(β) ν.181(Ι)/2017. Η ρύθμιση εκείνη συνάδει και με την αρχή πως η κρίση για τη μεταχείριση των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συλλεχθεί κατόπιν εκτέλεσης ΕΕΕ ανήκει καταρχήν στο κράτος έκδοσης.
Τα άρθρα 9 και 10 του ν.23(Ι)/2021, στα οποία επίσης βασίζεται η αίτηση, δεν προβλέπουν διαδικασία κατακράτησης από τις εγχώριες διωκτικές Αρχές και δεν διαφοροποιούν την προσέγγιση.
Επειδή (ενδεχομένως λόγω και της παρεμβατικότητας του ερευνητικού μέτρου της έρευνας εντός των υποστατικών των Καθ’ ων η αίτηση και στη βάση των προαναφερόμενων) μεσολάβησε και η έκδοση εθνικού εντάλματος έρευνας, δεν σημαίνει, εξ αυτής και μόνον της συνθήκης, πως το Δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης αποκτά δυνατότητα να αποφασίσει το ίδιο να κατακρατηθούν τα αποδεικτικά στοιχεία που συλλέχθηκαν δια της εκτέλεσης ΕΕΕ ή άλλη μεταχείριση. Ο σκοπός της έκδοσης και ήδη γενόμενης εκτέλεσης της ΕΕΕ ήταν να συλλεχθούν και να διαβιβαστούν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι με βάση τον ν.181(Ι)/2017 για το αντίθετο. Κατ’ επέκταση, δεν μπορεί και να ασκηθεί διακριτική ευχέρεια δια του Κεφ.155, στο πλαίσιο τέτοιας αίτησης για κατακράτηση. Οι λόγοι αναβολής της εκτέλεσης, περιλαμβανομένης της διαβίβασης, προβλέπονται στο άρθρο 16 ν.181(Ι)/2017 και μόλις εκλείψουν, και πάλι, προχωρά η εκτέλεση και διαβίβαση.
Μια διαδικασία, πρόσθετη, εξάρτησης της διαβίβασης των αποδεικτικών στοιχείων που συλλέχθηκαν κατόπιν εκτέλεσης ΕΕΕ από την απόφαση του εγχώριου Δικαστηρίου να κατακρατηθούν ή μη τα τεκμήρια, θεωρούμενη ως αναγκαία επειδή λαμβάνει χώρα στις περιπτώσεις εκτέλεσης εθνικών ενταλμάτων έρευνας, αφενός, θα δημιουργούσε αδικαιολόγητα εμπόδιο ή καθυστέρηση στην υποχρέωση διαβίβασης, πιθανόν contra legem, αφετέρου, θα έθετε και το Δικαστήριο αυτό σε θέση ώστε να πρέπει να διαμορφώσει κρίση ως προς τη μεταχείριση των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συλλεχθεί κατόπιν εκτέλεσης ΕΕΕ και που ενδεχομένως να χρειάζονται ή να μην χρειάζονται για τους σκοπούς της διαδικασίας στο κράτος έκδοσης, στο οποίο ανήκει καταρχήν η εκτίμηση αυτή.
Συναφώς, δεν προβλέπεται ούτε στην εγχώρια νομοθεσία που εναρμονίζει το δίκαιο σχετικά με την ΕΕΕ (όπου οι ρυθμίσεις της Οδηγίας μεταφέρθηκαν σχεδόν αυτούσιες) προηγηθείσα διαδικασία κατακράτησης των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συλλεχθεί κατά την εκτέλεση ΕΕΕ, με σκοπό τη διαβίβαση σε άλλο κράτος, σύμφωνα με το Κεφ.155. Εάν προβλέπονταν, θα δημιουργείτο το ζήτημα ως προς το κατά πόσον η προϋπόθεση προηγούμενης δικαστικής απόφασης από Δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης για την κατακράτηση ή μη των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συλλεχθεί δια της εκτέλεσης ΕΕΕ, για σκοπούς διαβίβασης και πριν από τη διαβίβαση, κατ’ αναλογία με ό,τι συμβαίνει σε περίπτωση εκτέλεσης εθνικού εντάλματος έρευνας, αντιτίθεται στις πρόνοιες της Οδηγίας που καθιστούν υποχρεωτική τη διαβίβαση εάν δεν συντρέχουν λόγοι για το αντίθετο, και ενώ δεν έχει ασκηθεί σχετικό ένδικο μέσο από επηρεαζόμενο πρόσωπο, και κατά πόσο μεταφέρει την κρίση για τη μεταχείριση των τεκμηρίων, που συνδέεται με τη σχετικότητα ή χρησιμότητά τους για την ανακριτική ή αποδεικτική διαδικασία, από την ευθύνη του κράτους έκδοσης στην ευθύνη του κράτους εκτέλεσης, που δεν έχει επαρκή πληροφόρηση για τα υπό διερεύνηση αδικήματα, λόγω της συνοπτικότητας που συνηθέστερα χαρακτηρίζει την ΕΕΕ.
Το Δικαστήριο όμως, εν προκειμένω, επιλαμβάνεται αίτησης βάσει του Κεφ.155 και αναφέρεται, στη μαρτυρία της αίτησης, πως η συλλογή των αποδεικτικών στοιχείων ήταν μέσω εκτέλεσης ΕΕΕ, για χρησιμοποίησή τους από τις βελγικές Αρχές. Την ίδια στιγμή που ο ν.181(Ι)/2017 δεν παραπέμπει αυτός σε διαδικασία κατακράτησης πριν από τη διαβίβαση με βάση το Κεφ.155, η εγχώρια διαδικασία κατακράτησης τεκμηρίων που προβλέπεται στο Κεφ.155 (υπό τον έλεγχο του αρμόδιου Δικαστηρίου) έχει σκοπούς που φαίνονται να εναντιώνονται στην έννοια και τη λειτουργία της διαβίβασης σε άλλο κράτος και σε άλλη ανακριτική Αρχή με βάση τον ν.181(Ι)/2017.
Με την υπό εξέταση αίτηση, δεν ζητείται η διατύπωση γνωστοποίησης σχετικά με τη διαβίβαση, όπως, λόγου χάριν, τα αποδεικτικά μέσα να επιστραφούν στο κράτος εκτέλεσης, όταν το κράτος έκδοσης δεν θα τα χρειάζεται πλέον, ώστε να δοθούν στον δικαιούχο τους. Τυχόν ανάγκη τέτοιας διατύπωσης, θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί κατά τη διαβίβαση των αποδεικτικών μέσων, η οποία γίνεται μέσω των διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των αρμοδίων Αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Είναι γεγονός ότι η Οδηγία δεν παρέχει και έντυπο διαβίβασης, για τη διευκόλυνση της διαδικασίας και τη θέση τυχόν αναγκαίων γνωστοποιήσεων, με αποτέλεσμα να αφήνει στα κράτη μέλη πεδίο εφαρμογής δικών τους πρακτικών.
Με την αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων, ιδωμένη ως τέτοια πρακτική, του κράτους έκδοσης, είναι ως να συγχέεται με το ένδικο μέσο που πρέπει να παρέχεται από το κράτος εκτέλεσης, για εναντίωση στην εκτέλεση της ΕΕΕ στο τελικό στάδιο της διαβίβασης, ζητώντας από το Δικαστήριο να διαπιστώσει εκ προοιμίου και μονομερώς το αντίθετο, ότι δηλαδή μπορούν να διατηρηθούν τα κατασχεθέντα στην κατοχή των ανακριτικών Αρχών (όπου οι ανακριτικές Αρχές Κύπρου και Βελγίου θεωρούνται ως ένα), γιατί, στο ισοζύγιο, υπερτερεί η ανάγκη εξιχνίασης της υπόθεσης, έναντι στο δικαίωμα των ιδιοκτητών τους να τα κατέχουν και να τα χρησιμοποιούν.
Αν και στο εγχώριο δίκαιο δεν απαγορεύεται σε Καθ’ ου η κατάσχεση, που με κάποιον τρόπο λαμβάνει γνώση της αίτησης κατακράτησης τεκμηρίων πριν από την έκδοση σχετικού διατάγματος, να εμφανιστεί και να ενστεί, πρακτικά, η αίτηση κατακράτησης δεν μπορεί, με βάση την ενωσιακή αρχή της ισοδυναμίας, να επιτελέσει τη λειτουργία τέτοιου ένδικου μέσου για τους σκοπούς της ΕΕΕ. Στο εγχώριο δίκαιο, δεν χρησιμοποιείται ως ένδικο μέσο κατά της εκτέλεσης εντάλματος έρευνας. Έπεται της εκτέλεσής του και αφορά την περαιτέρω κράτηση ή μη των κατασχεθέντων αντικειμένων στην κατοχή της διωκτικής Αρχής, αφού η διωκτική Αρχή τα έχει ήδη αξιολογήσει ή και χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς της ποινικής διερεύνησης.
Την ίδια στιγμή, δεν αποκλείεται, ως εξ αρχής θετικό διάβημα η αίτηση κατακράτησης, από μόνη της, όταν χρησιμοποιεί σε μια διακριτή δικαστική διαδικασία στο κράτος εκτέλεσης τα δεδομένα του περιεχομένου της ΕΕΕ, αντί απλώς να τα διαβιβάσει το συντομότερο δυνατόν στην Αρχή του κράτους έκδοσης για τον περαιτέρω χειρισμό τους (εάν δεν συντρέχει λόγος αναβολής), να δημιουργεί αχρείαστο κίνδυνο να διαρρηχθεί η εμπιστευτικότητα της έρευνας πριν από τη διαβίβαση και εξέταση από το κράτος έκδοσης των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συλλεχθεί.
Το να διαβιβαστούν τα αποδεικτικά μέσα που έχουν συλλεχθεί, αμελλητί, με ασφάλεια και αξιοπιστία, καθορίζει και την αποτελεσματικότητα της ΕΕΕ. Όσον αφορά το ένδικο μέσο, κατά το άρθρο 15 § 1 ν.181(Ι)/2017, με τον τρόπο που το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα μπορούσε να εναντιωθεί στην κατάσχεση αντικειμένων κατόπιν εκτέλεσης εθνικού εντάλματος έρευνας, μπορεί να εναντιωθεί και στην κατάσχεση και κατ’ επέκταση διαβίβαση αντικειμένων κατόπιν εκτέλεσης ΕΕΕ[2]. Μπορεί περαιτέρω να προσβάλει ουσιαστικά την ΕΕΕ, στο κράτος έκδοσης, όπως ορίζει και το άρθρο 15 § 2 ν.181(Ι)/2017, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα της διπλής προσβολής.
Τα υπόλοιπα άρθρα που εκτίθενται στη νομική βάση της αίτησης, πέραν των άρθρων του Κεφ.155, δεν δίδουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα κατακράτησης, ενώ υφίσταται ρητή νομική υποχρέωση διαβίβασης, εάν δεν συντρέχουν λόγοι άρνησης ή αναβολής της διαβίβασης, και εφόσον η κατακράτηση, ως προβλέπεται στο Κεφ.155, και ως ζητείται, δεν είναι διαδικασία προβλεπόμενη στον ν.181(Ι)/2017 και ενδεχομένως να μπορεί να εννοηθεί ως αντίθετη με καθαυτή την έννοια και λειτουργία της διαβίβασης κατά τον ν.181(Ι)/2017.
Στην επέκταση του συλλογισμού, δηλαδή, εάν εγκριθεί τέτοια αίτηση, για οποιονδήποτε λόγο, μπορεί και να προκύψει το επιχείρημα πως, ενώ Δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης έκρινε ότι είναι αναγκαία η κατακράτηση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων με βάση το Κεφ.155, αυτά, παρά ταύτα, να έχουν διαβιβαστεί στο κράτος έκδοσης, πριν να εκλείψει η ταυτόχρονα διαγνωσμένη αναγκαιότητα της κράτησής τους από τις διωκτικές Αρχές του κράτους εκτέλεσης.
Έγινε αναφορά, στην αγόρευση της συνηγόρου του αιτούντος, ότι την πρακτική να μεσολαβεί διάβημα με βάση το εγχώριο δίκαιο ακολουθεί και η Ελλάδα, όπου απαιτείται διαταγή κατάσχεσης από εισαγγελέα, όχι για να νομιμοποιηθεί η ΕΕΕ, αλλά για να γίνει η πράξη κατά τους τύπους του Ελληνικού Δικαίου. Αυτή η συνθήκη δεν διαφοροποιεί τους συλλογισμούς που εκτέθηκαν προηγουμένως, οι οποίοι δεν απαντώνται.
Έγινε αναφορά, στην αγόρευση του συνηγόρου της Καθ’ ης η αίτηση, ότι ο ν.181(Ι)/2017 δεν θεσπίζει αυτοτελείς ή νέες εξουσίες έρευνας, κατάσχεσης ή διάθεσης τεκμηρίων, αλλά προβλέπει ότι οι αρμόδιες Αρχές εκτέλεσης οφείλουν να χρησιμοποιούν τα μέσα και τις διαδικασίες του εγχώριου δικαίου για τη λήψη των ερευνητικών μέτρων που ζητούνται δια της ΕΕΕ, δεδομένου ότι η ΕΕΕ δεν έχει άμεση ισχύ στην έννομη τάξη της Δημοκρατίας. Υπό το πρίσμα αυτό, υποστηρίχθηκε ότι ορθώς έγινε αναδρομή στις πρόνοιες του Κεφ.155 και εκδόθηκε εθνικό ένταλμα έρευνας. Η προσέγγιση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη, στον βαθμό που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εκτέλεση της ΕΕΕ προϋποθέτει, κατ’ ανάγκην, την ύπαρξη ή την αυτοτελή εφαρμογή εθνικού εντάλματος έρευνας ως ανεξάρτητης δικονομικής βάσης. Το εθνικό ένταλμα, ακόμη και εάν ενδεχομένως θα μπορούσε, κατά τις περιστάσεις, να μην είχε εκδοθεί, λειτούργησε εν προκειμένω ως τεχνικό και διαδικαστικό μέσο υλοποίησης του ερευνητικού μέτρου που ζητήθηκε δια της ΕΕΕ (modalities of execution), και όχι ως έκφραση αυτοτελούς εγχώριας ποινικής έρευνας με ίδιο, εθνικό ανακριτικό σκοπό. Συνεπώς, το νομικό αίτιο της κατάσχεσης και, ιδίως, της περαιτέρω μεταχείρισης των συλλεχθέντων τεκμηρίων ως προς τη διαβίβασή τους, παραμένει η ΕΕΕ. Περαιτέρω, ο ν.181(Ι)/2017, ως ειδικός εναρμονιστικός νόμος, ρυθμίζει ρητά και εξαντλητικά το στάδιο που έπεται της συλλογής των αποδεικτικών στοιχείων, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης διαβίβασής τους, των δυνατοτήτων αναστολής ή αναβολής, καθώς και των προσωρινών μέτρων που δύνανται να ληφθούν κατόπιν σχετικού αιτήματος της Αρχής έκδοσης. Ο εν λόγω νόμος δεν παραπέμπει, ούτε ρητά ούτε σιωπηρά, σε υποχρεωτική εφαρμογή της διαδικασίας κατακράτησης τεκμηρίων βάσει του Κεφ.155 ως προϋπόθεση για τη διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων στο κράτος έκδοσης. Τυχόν εισαγωγή τέτοιας πρόσθετης προϋπόθεσης, ερμηνευτικά ή κατ’ αναλογία, θα αντέβαινε στην αρχή της υπεροχής του ειδικού ενωσιακού μηχανισμού έναντι της γενικής εθνικής δικονομίας και θα δημιουργούσε ένα εθνικό ενδιάμεσο φίλτρο μη προβλεπόμενο από το ισχύον ενωσιακό πλαίσιο. Περαιτέρω, η θέσπιση ή αποδοχή ενός τέτοιου ενδιάμεσου σταδίου θα μπορούσε να επιβραδύνει ή να αλλοιώσει την πρακτική εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, μεταθέτοντας, στην πράξη, στο Δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης την αξιολόγηση της χρησιμότητας ή αναγκαιότητας των τεκμηρίων για τη διεξαγωγή ποινικής διαδικασίας σε άλλο κράτος μέλος. Μια τέτοια εξέλιξη δεν συνάδει ούτε με τον σκοπό της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, ο οποίος έγκειται στην αποφυγή πρόσθετων διατυπώσεων και κατακερματισμού της διαδικασίας, ούτε με την αρχή της αποτελεσματικότητας (effet utile), η οποία επιτάσσει την αποφυγή εθνικών σταδίων ικανών να αποπροσανατολίσουν ή να αποδυναμώσουν τη λειτουργία της ΕΕΕ.
Η κατάληξη καθιστά μη αναγκαία την εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης.
Για όλους τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, η αίτηση για κατακράτηση των αντικειμένων που αναφέρονται στην αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, γι’ αυτό απορρίπτεται.
Η απόρριψή της δεν συνεπάγεται υποχρέωση επιστροφής των τεκμηρίων που συλλέχθηκαν στον ιδιοκτήτη τους[3], ούτε κάποια άλλη διάσταση που να επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο το ανακριτικό έργο, εφόσον υφίσταται νόμιμη υποχρέωση διαβίβασής τους προς την Αρχή του κράτους έκδοσης με βάση τον ν.181(Ι)/2017, ως μέρος της εκτέλεσής της και προς ολοκλήρωση της εκτέλεσης της ΕΕΕ στο πλαίσιο της οποίας κατασχέθηκαν.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[2] A.L. and E.J. v. France (dec.) - 44715/20 και 47930/21, 24.9.2024 [Section V], Re Μεφάλ Δημόσια Λτδ, Πολιτική Αίτηση 127/2021, 25.06.2021.
[3] Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Αίτηση 15/2022, 23.02.2022. Αλλά ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει επιστροφή, εάν δεν θα καταχωριστεί ποινική υπόθεση, βλέπετε και την κατάληξη στην Εφετειακή Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ, ΠΕ 205/2021, 26.10.2022.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο