ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 10142 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
1. T. K. B.
2. M. R. I.
3. M. R. H.
__________________________
Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Δ. Χριστοδουλίδου (κα), για τον Κατηγορούμενο 1
Κατηγορούμενος 1: παρών
ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ
(Κατηγορούμενος 1)
(ex tempore)
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στην κατηγορία ότι μεταξύ 2.3.2023 και 13.7.2025, υπήρχε παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, μετά από απόρριψη αίτησης για άδεια παραμονής ως σύζυγος Ευρωπαίας υπηκόου [1η Κατηγορία] και ότι την 13.7.2025 υπήρξε εργοδότηση αλλοδαπών, δηλαδή των Κατηγορουμένων 2 και 3, χωρίς την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια [2η Κατηγορία]. Η υπόθεση έχει ολοκληρωθεί για τους Κατηγορούμενους 2 και 3.
Για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης [2η Κατηγορία], η προβλεπόμενη στον νόμο[1] ποινή είναι μέχρι τα 5 έτη φυλάκισης ή και οι €20.000. Το Δικαστήριο μπορεί, πρόσθετα, να εκδώσει ορισμένα διατάγματα. Ο νομοθέτης, με τον τροποποιητικό ν.46(Ι)/2021, είχε αυξήσει την προβλεπόμενη ποινή, που μέχρι τότε ήταν η φυλάκιση μέχρι τα 3 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις Λ.Κ.5.000,00. Η επαύξηση ήταν της έκτασης που δίδει ξεκάθαρα το μήνυμα, ότι απαιτείται η επιβολή αυστηρότερων ποινών για την αποτροπή του φαινομένου της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας [1η Κατηγορία], η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τους 12 μήνες ή και η χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.000 που αντιστοιχεί σε €1.708,60[2].
Έχω υπόψη μου τις αρχές επιμέτρησης των ποινών. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[3], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή είναι ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών και πληρέστερα αναφέρονται στα πρακτικά της διαδικασίας. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι, μολονότι η υπό εξέταση συμπεριφορά δεν εντασσόταν σε οργανωμένο ή συστηματικό σχέδιο παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, ούτε διαπιστώθηκε πρόθεση εκμετάλλευσης ή αποκόμισης αθέμιτου οικονομικού οφέλους, η αντικειμενική σοβαρότητα των τελεσθέντων αδικημάτων δεν δύναται να υποτιμηθεί. Η παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία δεν υπήρξε παροδική ή περιστασιακή, αλλά εκτεινόταν σε μακρό χρονικό διάστημα, μετά από απόρριψη σχετικής αίτησης, συνιστώντας διαρκή παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας και μη συμμόρφωση προς νόμιμη διοικητική απόφαση. Περαιτέρω, η παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών χωρίς την απαιτούμενη άδεια συντρέχει με την ως άνω παράνομη παραμονή και δεν εξετάζεται αποκομμένα, καθόσον δημιουργεί σωρευτικό πλήγμα στη νομιμότητα τόσο του συστήματος ελέγχου διαμονής όσο και της ρυθμιζόμενης αγοράς εργασίας, υπονομεύοντας αντικειμενικά τους μηχανισμούς εποπτείας της Πολιτείας και τους όρους θεμιτού ανταγωνισμού, ανεξαρτήτως της απουσίας εκμετάλλευσης. Προς εξισορρόπηση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η επίδικη εργοδοτική δραστηριότητα δεν είχε οργανωμένο ή επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα, αφορούσε περιορισμένο αριθμό αλλοδαπών προσώπων, που εκείνοι διέμεναν μόνιμα στη Δημοκρατία, και δεν συνοδεύτηκε από καταχρηστικούς όρους απασχόλησης ή αποδεδειγμένη υλική ζημία για το Δημόσιο ή τρίτους, πέραν της γενικής θεσμικής διατάραξης που τα αδικήματα αυτά εγγενώς συνεπάγονται.
Πρόσθετα, λαμβάνονται υπόψη η απολογία και η συνεργασία με τις Αρχές, στον βαθμό που υπήρχε, και υπό τις περιστάσεις που υπήρξε. Το λευκό ποινικό μητρώο, στον βαθμό που μπορεί να ληφθεί υπόψη, για τέτοιας φύσης αδικήματα. Οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν. Τέλος, η άμεση παραδοχή στο Δικαστήριο.
Το σοβαρότερο αδίκημα είναι, όπως προαναφέρθηκε, εκείνο της 2ης Κατηγορίας (παράνομη εργοδότηση). Με δεδομένο, ωστόσο, ότι οι δύο αλλοδαποί που εργοδοτήθηκαν διέμεναν νόμιμα στη Δημοκρατία, και το ζήτημα της παράνομης παραμονής της 1ης Κατηγορίας, επί του παρόντος, τυγχάνει διαχείρισης με το επανάνοιγμα του φακέλου (Τεκμήριο Α), δεν προκύπτει ενεργός κίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο, κατά τρόπο ώστε η ποινή φυλάκισης να μην είναι αναπόφευκτη ως απολύτως αναγκαία. Υπό το σύνολο των δεδομένων, η χρηματική ποινή, σε ουσιαστικό ύψος, μπορεί να ικανοποιήσει τους σκοπούς της ποινής. Εξάλλου, λαμβάνεται υπόψη, για τον προσδιορισμό του ύψους της, πως επιβλήθηκε και κράτηση από την 16.2.2026 μέχρι την 24.2.2026.
Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
2η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €2.000.
1η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στη 2η Κατηγορία, καμία περαιτέρω ποινή.
Το ποσό των €5.000 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο να επιστραφεί στον Κατηγορούμενο 1 αφού πρώτα κατασχεθεί και αφαιρεθεί από το ποσό αυτό το ποσό των €2.000, προς εξόφλησης της ως άνω χρηματικής ποινής.
Δεν υπάρχουν έξοδα ούτε τεκμήρια αναφορικά με τα οποία χρειάζονται οδηγίες διαχείρισης.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] άρθρο 14Β Κεφ.105.
[2] άρθρο 19 Κεφ.105.
[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο