ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ρ. Μ., Υπόθεση αρ. 20810 / 2024, 25/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ρ. Μ., Υπόθεση αρ. 20810 / 2024, 25/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

 

Υπόθεση αρ. 20810 / 2024

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

Ρ. Μ.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Ν. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Αυτοπροσώπως, ο Κατηγορούμενος

Κατηγορούμενος: παρών

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν διαπίστωσης ενοχής, μετά από ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στη 2η Κατηγορία, η οποία αφορά δημόσια εξύβριση.

 

Ο νόμος προβλέπει, για το αδίκημα αυτό, στο άρθρο 99ΠΚ, φυλάκιση ενός μηνός ή και χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.75 που αντιστοιχεί σε €128,14. Το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει και οποιαδήποτε άλλη ποινή, εκ των προβλεπόμενων.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα προκύπτουν από το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, η οποία έχει απαγγελθεί προ ολίγου. Συνοπτικά, στο πλαίσιο διαχρονικής οικονομικής διαφοράς, σχετιζόμενης με την ιδιοκτησία ενός πρακτορείου και τον τρόπο διαμόρφωσης της διεύθυνσης και διαχείρισής του, εκ του οποίου υπήρξε παραγκωνισμός του Κατηγορούμενου με τρόπο που ο ίδιος θεωρεί άδικο αλλά και παράνομο, ο ίδιος, που μεταβαίνει συχνά στο πρακτορείο για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, μετέβη και την 28.10.2024, όπου ενώπιον θαμώνων του πρακτορείου, ξεστόμισε και τη φράση που αναφέρθηκε. Εκ των γνωστών γεγονότων σημειώνεται πως δεν υπήρξε κλιμάκωση. Η πράξη περιορίστηκε απολύτως σε λεκτική έκφραση. Δεν υπήρξε σωματική προσέγγιση, χειρονομία ή άλλη συμπεριφορά που να εντείνει την επικινδυνότητα του τρόπου τέλεσης. Η εξύβριση δεν έγινε μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης, Τύπου ή άλλου μηχανισμού ευρείας και μόνιμης δημοσιότητας, αλλά προφορικά, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Αν και τελέστηκε ενώπιον τρίτων, το ακροατήριο ήταν περιστασιακό (θαμώνες πρακτορείου) και όχι οργανωμένο ή στοχευμένα επιλεγμένο για τη μεγιστοποίηση της προσβολής. Ο τρόπος δράσης δεν οδήγησε σε συμπλοκή, επέμβαση τρίτων, διακοπή λειτουργίας του χώρου ή άλλη ουσιώδη διατάραξη, πέραν της συνήθους έντασης που συνοδεύει λεκτικές αντιδικίες. Η εξύβριση εντάσσεται χρονικά και πραγματικά σε υφιστάμενη οικονομική διαφορά. Ο τρόπος δράσης δεν εμφανίζεται ως αυτοτελής, απρόκλητη ή τυχαία δημόσια προσβολή.

 

 

 

Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες όπως έχουν εκτεθεί. Περιλαμβάνουν την ηλικία, τις κοινωνικές περιστάσεις, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην οικονομική στήριξη των σπουδών της θυγατέρας του, που με πατρική υπερηφάνεια ανέφερε στο Δικαστήριο, κατ’ επανάληψη, ότι σπουδάζει ιατρική.

 

Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη η απουσία βεβαρημένου ποινικού μητρώου[6].

 

Η πάροδος του χρόνου μέχρι σήμερα συνεκτιμάται, σε συνάρτηση και με τη φύση της παράβασης.

 

Δεν είναι αρμόζουσα η ποινή φυλάκισης, ωστόσο και η χρηματική ποινή, στο ύψος που προβλέπεται στον νόμο, δεν φαίνεται να μπορεί να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της ποινής καλύτερα από την επιβολή εγγύησης, σε ύψος εντός του πλαισίου της προβλεπόμενης χρηματικής ποινής, αλλά και με την προσθήκη της δέσμευσης στο Δικαστήριο ότι δεν θα επαναληφθεί τέτοιας φύσης συμπεριφορά σε βάθος χρόνου. Η επιλογή αυτού του είδους ποινής δεν στοχεύει στην τιμωρία, αλλά στη συμπεριφορική πρόληψη, λόγω της έντασης που εκδήλωσε ο Κατηγορούμενος συνεπεία της οικονομικής διαφοράς, μέσω της θεσμικής δέσμευσης του Κατηγορούμενου προς το Δικαστήριο. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος εξάλλου ανέφερε πως «δεν είναι του χαρακτήρα του» να  εξυβρίζει γενικά και να φέρεται με τον τρόπο που του καταλογίστηκε. Δίδεται η ευκαιρία, να το δείξει. Η χρονική διάρκεια της δέσμευσης καθορίζεται σε συνάρτηση τόσο με τον μέγιστο προβλεπόμενο χρόνο στέρησης της ελευθερίας για το συγκεκριμένο αδίκημα, ο οποίος αποτυπώνει την ανώτατη ποινική απαξία που του αποδίδει ο νομοθέτης, όσο και με τη διαφορετική, μη στερητική και προληπτική φύση της εγγύησης, εντός του πλαισίου της αρχής της αναλογικότητας.

 

Επιβάλλεται:

 

2η Κατηγορία: Η επιβολή εγγύησης ύψους €100 για την τήρηση της τάξης και καλή διαγωγή για περίοδο 3 μηνών από σήμερα.

 

[εξηγείται η σημασία της εγγύησης]

 

Έξοδα: €80 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: Τεκμήρια που είναι κατατεθειμένα στο Δικαστήριο να επιστραφούν στην Αστυνομία για να τύχουν διαχείρισης σύμφωνα με τους κανονισμούς της Αστυνομίας.

 

(Υπ.) …………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο