ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 11009 / 2019
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Π. Χ.
__________
Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για Κατηγορούσα Αρχή
Μ. Σωφρονίου, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σε τρεις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, οι οποίες αφορούν τρεις διαφορετικές περιπτώσεις εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, κατά τα άρθρα 297 και 298 ΠΚ.
Η 1η Κατηγορία αφορά την απόσπαση, από τον Ζ.Κ., του ποσού των €11.000, μεταξύ των ημερομηνιών 5.3.2019 – 26.3.2019, με την ψευδή παράσταση ότι η εταιρεία, που αναφέρεται, θα αναλάμβανε την επέκταση και ανακαίνιση του ξενοδοχείου που αναφέρεται, ως προκαταβολή, με σκοπό την καταδολίευση και εν γνώσει του ότι ήταν ψευδής.
Η 2η Κατηγορία αφορά την απόσπαση, από τον Γ.Π, του ποσού των €1.850, την 17.10.2018, με την ψευδή παράσταση της τοποθέτησης αλουμινίων, ως προκαταβολή, με σκοπό την καταδολίευση και εν γνώσει του ότι ήταν ψευδής.
Η 3η Κατηγορία αφορά την απόσπαση, από τον Ε.Χ., του ποσού των €3.000, τον Οκτώβριο του 2018, με την ψευδή παράσταση της κατασκευής αλουμινίων για εξοχική οικία, ως προκαταβολή, με σκοπό την καταδολίευση και εν γνώσει του ότι ήταν ψευδής.
Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τα 5 έτη.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως αντικειμενικοί παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται το πόσο σοβαρό είναι το αδίκημα[2]. Ακολούθως, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε υφίσταται δεσμευτική μεθοδολογία για την εξατομίκευση, η οποία υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με την πραγματική σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία και αναπόφευκτη, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Επισημαίνεται ότι το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις εμφανίζει διαχρονικά αυξημένη συχνότητα, γεγονός που καθιστά αναγκαία την έμφαση στο στοιχείο της αποτροπής. Πρόκειται για αδίκημα ιδιαίτερης ποινικής απαξίας, καθώς δεν προσβάλλει μόνο την περιουσία των παθόντων, αλλά και τον ίδιο τον μηχανισμό της ελεύθερης συναλλακτικής βούλησης και της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Η περιουσιακή απώλεια επέρχεται ως αποτέλεσμα δόλιας παραπλάνησης, αφού οι παθόντες παραδίδουν οι ίδιοι τα αγαθά τους, έχοντας προηγουμένως οδηγηθεί σε απόφαση βασισμένη σε ψευδή εικόνα της πραγματικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλοιώνεται η ίδια η κρίση του παθόντος κατά τη λήψη της απόφασης. Περαιτέρω, η συστηματική τέλεση του εν λόγω αδικήματος υπονομεύει την εμπιστοσύνη στις συναλλαγές, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η καλλιέργεια κλίματος καχυποψίας και η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης των πολιτών, ιδίως των πιο ευάλωτων, ενισχύουν την κοινωνική επικινδυνότητα της πράξης και δικαιολογούν την επιβολή ποινής με εμφανή αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση προκύπτουν τόσο από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται σε κάθε επιμέρους κατηγορία όσο και από τα πρόσθετα στοιχεία που αναπτύχθηκαν κατά τη διαδικασία. Από το σύνολο αυτών, συνάγονται συγκεκριμένα αντικειμενικά δεδομένα, τα οποία επιδρούν στην εκτίμηση της βαρύτητας των πράξεων. Ως επιβαρυντικό στοιχείο αξιολογείται, καταρχάς, η πολλαπλότητα των πράξεων. Η τέλεση τριών διακριτών περιστατικών, με διαφορετικούς παθόντες και σε διαφορετικούς χρόνους, καταδεικνύει επαναληπτική συμπεριφορά και όχι μεμονωμένο συμβάν, αποτυπώνοντας έναν σταθερό τρόπο δράσης. Συναφώς, προκύπτει ομοιομορφία μεθόδου, καθόσον και στις τρεις περιπτώσεις ακολουθήθηκε το ίδιο μοτίβο ψευδούς παράστασης περί ανάληψης τεχνικού έργου και είσπραξης προκαταβολής, στοιχείο που ενισχύει την απαξία των πράξεων ως εντασσόμενων σε παγιωμένη πρακτική εξαπάτησης. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη η χρονική έκταση της εγκληματικής δραστηριότητας, η οποία εκτείνεται από τον Οκτώβριο του 2018 έως τον Μάρτιο του 2019, γεγονός που αποκλείει τον χαρακτήρα στιγμιαίας εκτροπής και καταδεικνύει συμπεριφορά με χρονική συνέχεια. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο συνολικό ύψος της προκληθείσας ζημίας, ιδίως σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, όπου το αποσπασθέν ποσό των €11.000 δεν μπορεί να θεωρηθεί ευκαταφρόνητο και εντείνει την ένταση της περιουσιακής προσβολής. Υπήρχαν παράλληλες διαβεβαιώσεις ότι είχε αρχίσει η παραγωγή και η απόσπαση του συνολικού ποσού της προκαταβολής ήταν σταδιακή. Αποφεύγονταν η επικοινωνία και προβάλλονταν διάφορες δικαιολογίες, που οδήγησαν στην καταγγελία. Παρόμοιος ήταν ο τρόπος δράσης και στις υπόλοιπες περιπτώσεις, για τα μικρότερα ποσά. Ετοιμάστηκαν συνολικές προσφορές, εκδόθηκαν επιταγές για τις προκαταβολές, που όμως ουδέποτε έγιναν τα έργα και ο τρόπος αντιμετώπισης των ιδιοκτητών των έργων τους ώθησε σε καταγγελίες. Αντιστοίχως, ως αντικειμενικά στοιχεία που συγκρατούν τη βαρύτητα των πράξεων λαμβάνεται υπόψη ότι τα αποσπασθέντα ποσά αφορούσαν προκαταβολές και όχι την πλήρη αξία των υποτιθέμενων έργων, στοιχείο που, χωρίς να αναιρεί την απάτη, περιορίζει την έκταση της άμεσης περιουσιακής αφαίρεσης σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Επιπλέον, από τα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει χρήση ιδιαίτερα σύνθετων ή τεχνολογικά προηγμένων μέσων εξαπάτησης, αλλά κλασική μορφή απάτης με απλή ψευδή παράσταση, γεγονός που διατηρεί την αντικειμενική επικινδυνότητα εντός του συνήθους πλαισίου του αδικήματος. Το ψεύδος δεν αφορούσε την τεχνική δυνατότητα, καθότι ασκείτο πράγματι το συγκεκριμένο τεχνικό επάγγελμα, αλλά ότι τα χρήματα που προπληρώθηκαν θα διατίθεντο για τα συγκεκριμένα έργα, τα οποία θα εκτελούνταν βάσει των συμφωνηθέντων, και όχι προσωπικό πολυετές δάνειο, για χρήση σε άλλες εργασίες. Υπήρχε γνώση της αναφερόμενης ως δυσκολίας εκτέλεσης τις δεδομένες χρονικές στιγμές, ωστόσο αποσιωπήθηκε, ώστε να εισπραχθούν τα χρήματα, χωρίς μετέπειτα ανταπόκριση, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν υπήρξε στοχοποίηση ευάλωτων ή των συγκεκριμένων ατόμων, χωρίς να σημαίνει πως οι παθόντες δεν υπέστησαν αναστάτωση, ανησυχία και ταλαιπωρία, αισθανόμενοι ότι εξαπατήθηκαν και ότι απώλεσαν χρήματα, που προόριζαν για συγκεκριμένο σκοπό, στην υλοποίηση του οποίου υπήρξε αναγκαστικά και καθυστέρηση.
Λαμβάνεται υπόψη ότι δεν προκύπτει βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Βεβαίως, λόγω της έξαρσης των αδικημάτων της ευρύτερης κατηγορίας της εξαπάτησης, η επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί εξ αυτού είναι περιορισμένη, διότι η απατηλή συμπεριφορά πλήττει ευθέως τη συναλλακτική εμπιστοσύνη και απαιτείται σαφές αποτρεπτικό μήνυμα.
Επίσης, υπήρξε πάροδος σημαντικού χρονικού διαστήματος, παράμετρος που συνεκτιμάται στο πλαίσιο της επιμέτρησης της ποινής, αλλά σε συνάρτηση και με τη φύση του αδικήματος, τον χρόνο καταχώρισης της υπόθεσης, και τη δικονομική πορεία της υπόθεσης. Ως προς την τελευταία, σημειώνεται πως προκλήθηκε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και από την μεσολάβηση της πανδημίας του Covid-19, αλλά και λόγω της επιβάρυνσης του προγράμματος του Δικαστηρίου και ορισμένων απουσιών από πλευράς κατηγορούμενου, ενώ για σημαντικό χρονικό διάστημα, υπήρξε συμμόρφωση με όρους τακτικής εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό. Συναφώς, η πάροδος του χρόνου συναρτάται και με την ταλαιπωρία που προκλήθηκε, αλλά και με το γεγονός ότι βρίσκονται σε έξαρση αδικήματα αυτής της φύσης, η οποία επιδρά στη βαρύτητα που μπορεί να δοθεί σε έναν τέτοιο παράγοντα, που πάντως δεν επηρεάζει και την ποινική απαξία.
Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη, οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν. Περιλαμβάνουν την ηλικία, σήμερα 47 περίπου ετών, το δύσκολο παρών, τη βιοπάλη, και τις οικογενειακές υποχρεώσεις έναντι στη θυγάτερα και την ηλικιωμένη μητέρα που αντιμετωπίζει σοβαρή ασθένεια, τον ηλικιωμένο πατέρα. Έχει κλείσει η επιχείριση με τα αλουμίνια, σήμερα υπάρχει εργασία ως οδηγός ταξί.
Η επικαλούμενη οικονομική δυσχέρεια, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ακόμη και όταν συνδέεται με την αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων, δεν δύναται να δικαιολογήσει τη χρήση ψευδών παραστάσεων ως μέσου εξασφάλισης περιουσιακού οφέλους. Τέτοιες περιστάσεις δεν αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ούτε νομιμοποιούν την παραπλάνηση τρίτων στις συναλλαγές, καθώς η αποδοχή του αντιθέτου θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη υπονόμευση της συναλλακτικής εμπιστοσύνης και σε μετακύλιση των συνεπειών της ατομικής δυσχέρειας σε πρόσωπα που δεν φέρουν ευθύνη γι’ αυτήν. Ως εκ τούτου, αν και καθιστούν πιο κατανοητό το πλαίσιο, δεν μπορούν να εκτιμηθούν ελαφρυντικά. Η αντιμετώπιση οικονομικών δυσχερειών ή σοβαρών προσωπικών προβλημάτων θα μπορούσε να επιδιωχθεί και αναμένεται να επιδιώκεται με νόμιμα μέσα, όπως ο μεγαλύτερος προσωπικός μόχθος, η αναζήτηση οικονομικής συνδρομής, βάσει των ειλικρινών λόγων, ή άλλων θεμιτών μορφών υποστήριξης, και όχι μέσω της παραπλάνησης τρίτων. Η επιλογή της εξαπάτησης συνιστά ελεύθερη και συνειδητή απομάκρυνση από τη νόμιμη οδό και δεν μπορεί να τύχει ευνοϊκής ποινικής αξιολόγησης, από οποιαδήποτε οπτική.
Υπήρξε έκφραση της βούλησης για έμπρακτη προσπάθεια αποκατάστασης των παθόντων, μέχρι στιγμής δεν υλοποιήθηκε.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο, έστω στο προχωρημένο στάδιο που έλαβε χώρα. Συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, χωρίς, ωστόσο, να δύναται να εξισωθεί με άμεση παραδοχή από τα αρχικά στάδια.
Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων και τη σοβαρότητά τους, αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Όλα τα προαναφερόμενα προσμετρούν για τον καθορισμό της έκτασής της. Η επιμέτρηση, με βάση την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή και τα δεδομένα της υπόθεσης, καταλήγει σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ωστόσο γίνεται αναδρομή και στη νομολογία, για σκοπούς αναλογικότητας και τυχόν αναγκαίας στάθμισης.
Στην Καρανίκκη ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 118, όπου η εφεσιβάλλουσα είχε ψωνίσει από υπεραγορά διάφορα εμπορεύματα αξίας £207,59 και προς πληρωμή εξέδωσε τραπεζική επιταγή για £307,59, με ημερομηνία εξαργύρωσης την ίδια ημέρα, ενώ γνώριζε ότι η επιταγή της δεν θα μπορούσε να τιμηθεί λόγω έλλειψης κεφαλαίων στον λογαριασμό της, και λαμβάνοντας και το υπόλοιπο ποσό των £100 της επιταγής ως επιστροφή σε μετρητά, και όπου η εφεσιβάλλουσα ήταν ωρομίσθια κυβερνητική υπάλληλος, 34 ετών, με μια προηγούμενη καταδίκη για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα, μετά από άμεση παραδοχή, επιβλήθηκε και επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, λαμβανομένων υπόψη των δραστικών συνεπειών που θα είχε η ποινή φυλάκιση στην προσωπική και επαγγελματική της ζωή, καθώς και την πλήρη αποζημίωση των παθόντων. Η εν λόγω υπόθεση ήταν λιγότερο σοβαρή από την παρούσα υπόθεση, ενώ χρονολογείται προ πολλών ετών.
Στην Ττούνιας ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 1, η οποία επίσης χρονολογείται προ πολλών ετών, ο εφεσιβάλλων αγόρασε από τα καταστήματα συγκεκριμένης εταιρείας ένα αρμόνιο με μετασχηματιστή, αξίας £190,73 και πλήρωσε με τραπεζική επιταγή, γνωρίζοντας πως δεν μπορούσε να τιμηθεί η επιταγή του, γιατί δεν είχε χρήματα στο λογαριασμό του. Η ποινή φυλάκισης των 12 μηνών, λαμβάνοντας υπόψη οκτώ παρόμοιας φύσεως υποθέσεις σε χρονικό εύρος ετών, παρόλο που χαρακτηρίστηκε ως «επιεικής», δεν έτυχε παρέμβασης. Επρόκειτο για πατέρα δύο ανήλικων παιδιών, νυμφευμένο με αλλοδαπή, η οποία δεν εργαζόταν.
Στη Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, ο εφεσιβάλλων, 51 ετών, παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών, λευκού ποινικού μητρώου, πλαστογράφησε την υπογραφή του γιου του σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς το οποίο έθεσε σε κυκλοφορία και διαβιβάστηκε σε τράπεζα, αποσπώντας, με τη μορφή χρηματοδότησης ενός αυτοκινήτου μάρκας BMW 318i coupe εξ ονόματος του γιου του, το χρηματικό ποσό των €23.000. Η δράση εκεί ήταν σοβαρότερη, καθότι υπήρχε το στοιχείο της πλαστογραφίας και της ιδιοτέλειας, να εξασφαλιστεί πολυτελές όχημα, και η ποινή επιβλήθηκε, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, και ήταν ποινή φυλάκισης 2 ετών, που δεν έτυχε παρέμβασης. Σοβαρότερη ήταν η δράση και στη Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 816, όπου είχε επιβληθεί και επιβεβαιωθεί ποινή φυλάκισης περίπου 3 ετών. Στην Καλαθά ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 658, όπου επίσης η δράση ήταν σοβαρή, η ποινή των 9 μηνών φυλάκισης, για το εν λόγω αδίκημα, μειώθηκε κατ’ έφεση στους 6 μήνες, συντρέχουσα με άλλα αδικήματα, όπως και στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παντελή (2000) 2 ΑΑΔ 384.
Στην Πουργουρή ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 383, η οποία είναι κάπως εγγύτερα στα δεδομένα αυτής της υπόθεσης, όπου ο εφεσιβάλλων, ηλικίας 54 ετών, εμφανιζόταν ως κηπουρός, και είχε επιτύχει να αποσπάσει από διάφορα πρόσωπα, με την υπόσχεση εκτέλεσης κηπουρικών εργασιών, ποσό περίπου €4.000, που δεν επιστράφηκε, παραδέχθηκε ενοχή, συνεργάστηκε με την Αστυνομία, και είχε μία προηγούμενη καταδίκη για εξασφάλιση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, ενώ λήφθηκε υπόψη στην επιβολή ποινής, ποινική υπόθεση στην οποία υπήρχε παραδοχή ενοχής σε άλλες οκτώ κατηγορίες εξασφάλισης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, η ποινής φυλάκισης των 14 μηνών στις κατηγορίες απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, συντρέχουσα με άλλες, επικυρώθηκε κατ’ έφεση. Στην υπό εξέταση υπόθεση, είναι πολλαπλάσιο το ποσό που αποσπάστηκε.
Στη Στεφάνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ18/2020, 1.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B295, όπου η εφεσιβάλλουσα απέσπασε από οκτώ διαφορετικά πρόσωπα διάφορα χρηματικά ποσά που συμποσούνταν σε €101.631, παριστάνοντας την υπάλληλο διαφόρων εταιρειών και υποσχόμενη ότι θα διευθετούσε την αγορά αυτοκινήτων και ακινήτων σε προνομιακές τιμές ή ότι θα εξασφάλιζε θέσεις εργασίας, υποτροφίες και αεροπορικά εισιτήρια, και όπου είχαν ληφθεί υπόψη ακόμη τρεις ποινικές υποθέσεις για όμοια αδικήματα, για το ίδιο αδίκημα (συνυπάρχον με άλλο), δεν υπήρξε παρέμβαση σε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Εκεί ήταν αρκετά μεγαλύτερο το ποσό που αποσπάστηκε.
Παρόλο που υπάρχουν διαφοροποιήσεις των προαναφερόμενων υποθέσεων από την υπό κρίση υπόθεση, μπορεί να εξαχθεί ένα σχετικά ευρύ νομολογιακό πλαίσιο, ποινών φυλάκισης 3 μηνών – 2 ετών/24 μηνών, εντός του οποίου μπορεί να ενταχθεί η ποινή, με βάση και τους παράγοντες που προσμετρούν στον υπολογισμό της έκτασης της ποινής στην προκειμένη περίπτωση. Ως επαρκής ποινή, στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί η ποινή που τοποθετείται στο μέσο-άνω τμήμα του πλαισίου που ήδη εξήχθη, καθώς η υπόθεση είναι πιο σοβαρή από τις χαμηλής αξίας επιταγές, αλλά σαφώς λιγότερο σοβαρή από υποθέσεις με πιο μεγάλα ποσά ή διαφορετικούς τρόπους εξαπάτησης.
Όπως αναφέρθηκε και στην Κατσιαρή ν. Αστυνομία, ΠΕ163/2019, 20.12.2019, για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όταν αδικήματα του ίδιου ή παρόμοιου χαρακτήρα στρέφονται εναντίον διαφορετικών προσώπων και μάλιστα κατά τρόπο επανειλημμένο, η επιβολή συντρεχουσών ποινών είναι δυνατό να μην αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς[6]. Κατά γενική δε αρχή, το σύνολο των διαδοχικών ποινών θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. Η εν λόγω προσέγγιση δεν αναιρεί τη δυνατότητα επιβολής ποινής σε μία κατηγορία, εκ των περισσότερων που υπάρχουν στο ίδιο κατηγορητήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τις υπόλοιπες κατηγορίες, ώστε να αποφευχθεί η επιβολή πολλαπλών ποινών και η ανάγκη για περαιτέρω προσαρμογή της ποινής κάθε μίας κατηγορίας, στο ίδιο πλαίσιο, της αρχής της συνολικότητας και της αρχής της αναλογικότητας. Συναφώς, στην προκειμένη περίπτωση, θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης στην 1η Κατηγορία, λαμβάνοντας υπόψη και τις υπόλοιπες κατηγορίες.
Έχοντας υπόψη τους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, και όσους άλλους παράγοντες επιδρούν ελαφρυντικά, και έχοντας σταθμίσει την ποινή και με αναφορά στο υφιστάμενο νομολογιακό πλαίσιο, κρίνεται πως η ποινή φυλάκισης των 15 μηνών στην 1η Κατηγορία, λαμβανομένων υπόψη και των υπόλοιπων κατηγοριών, είναι αφενός δικαιολογημένη, αφετέρου επαρκής. Αντανακλά τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά και δεν αφορά μόνο το ένα περιστατικό.
Επιβάλλονται:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 15 μηνών.
2η Κατηγορία: έχει ληφθεί υπόψη στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
3η Κατηγορία: έχει ληφθεί υπόψη στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
Εξετάζεται η εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[7]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[8]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[9].
Η κοινωνική απάντηση δεν προσανατολίζεται στο να εξαντληθεί στην τιμωρία, έχοντας υπόψη και τους λόγους που οδήγησαν στην απατηλή συμπεριφορά, χωρίς να προκύπτει ότι συνδέονται με επιδίωξη πολυτελών ωφελημάτων ή τρόπο ζωής επίδειξης, αλλά με αθέμιτη μετακύλιση οικονομικού βάρους σε τρίτους, καθώς και τις συνέπειες για τους παθόντες, οι οποίες συνίστανται σε περιουσιακή απώλεια, αναστάτωση και ματαίωση/καθυστέρηση του προγραμματισμού τους ως προς την υλοποίηση των έργων. Το μήνυμα μπορεί να ληφθεί στην πληρότητά του μέσα από την ίδια την επιβολή της ποινής φυλάκισης, που είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς της, ως αρμόζει σε τέτοιες μη κοινωνικά ανεκτές συμπεριφορές, εξυπηρετώντας τη γενική αποτροπή. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων, τον τρόπο δράσης, σε συνάρτηση με την πάροδο του χρόνου, το λευκό ποινικό μητρώο και τις προσωπικές συνθήκες (σταθερή εργασία και κοινωνικές δεσμεύσεις), τα επηρεαζόμενα πρόσωπα και τις προσπάθειες αποζημίωσης των παθόντων, που καταβάλλονται, και συνυπολογίζοντας, κυριότερα, πως δεν διαφαίνεται ενεργός κίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί υπέρ του να επιτραπεί η μη άμεση εκτέλεση της ποινής, δίδοντας, ωστόσο, ως χρονικό πλαίσιο, τη μέγιστη χρονική περίοδο των 3 ετών. Ο μη διαφαινόμενος ενεργός κίνδυνος δεν αναιρεί τη σοβαρότητα των πράξεων, αλλά συνδέεται με τη χρονική παύση της εγκληματικής δραστηριότητας, το λευκό ποινικό μητρώο και την απουσία νεότερης παρόμοιας συμπεριφοράς. Η δεσμευτική επίδραση της τριετούς αναστολής, υπό τη διαρκή απειλή ενεργοποίησης της ποινής φυλάκισης ως τρόπος συμπεριφορικού ελέγχου σε βάθος χρόνου, συμβάλλει στην εξυπηρέτηση των σκοπών της ποινής, στην προκειμένη περίπτωση, και ειδικότερα στην ειδική αποτροπή και στην αναμόρφωση. Η αναστολή δεν αναιρεί την ποινή φυλάκισης, αλλά ρυθμίζει την εκτέλεσή της υπό την αυστηρή προϋπόθεση της μη τέλεσης νέου αδικήματος εντός τριετίας.
Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.
[εξηγείται η έννοια και η σημασία της αναστολής]
€180 έξοδα να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο. Σε περίπτωση που υπάρχει οποιοδήποτε κατατεθειμένο ποσό, να επιστραφεί νοουμένου ότι αφαιρεθεί πρώτα το ποσό των εξόδων.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 541, R. v. Jamienson & Jamienson [2008] EWCA Crim 2761, Sentencing Council, Offences Taken into Consideration and Totality, Definitive Guideline, 2012, Ορφανίδη ν. Χατζηχριστοδούλου Λτδ ΠΕ19/18, 25.1.2019.
[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο