ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. DORINA ELENA FIERARU, Υπόθεση αρ. 16699 / 2020, 26/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. DORINA ELENA FIERARU, Υπόθεση αρ. 16699 / 2020, 26/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

 

Υπόθεση αρ. 16699 / 2020

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

DORINA ELENA FIERARU

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Ν. Θρασιβούλου, για την Κατηγορούμενη

Κατηγορούμενη: παρούσα

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(δοθείσα αυθημερόν)

 

Η κατηγορία και η διαδικασία

 

Η Κατηγορούμενη κατηγορείται, σε μία κατηγορία, για τη διάπραξη επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Χ.Α., καταγγέλλουσα, την 22α Δεκεμβρίου του 2018, στη Λεμεσό.

 

Δεν έτυχε παραδοχής η διάπραξη του αδικήματος, ακολούθησε η συνοπτική εκδίκαση της υπόθεσης. Για την απόδειξη της υπόθεσης, προσκομίστηκε μαρτυρία της Αστ.1190 Αθηνάς Αντωνίου (ΜΚ1), της καταγγέλλουσας Χ.Α. (ΜΚ2) και του Δρ. Μαρτίνος Αχιλλέως (ΜΚ3). Η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (ΜΥ1), ενώ παρουσιάστηκε μαρτυρία και από τον Αλ. Τ. (ΜΥ2). Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν, και έχω υπόψη μου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή.

 

Μαρτυρία

 

Έχω υπόψη μου και τις αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.

 

 

 

 

ΜΚ1: Αστ. 1190 Αθηνά Αντωνίου

 

Η ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της ημερομηνίας 10.1.2019 (Τ1), στην οποία είχε καταγράψει ότι την 22.12.2018, περί ώρα 04:00, μετέβη στον σταθμό ο Α.Π., ιδιοκτήτης του μπαρ που κατονομάζεται, αναφέροντας ότι την ίδια ημέρα, περί ώρα 03:30, είχε κτυπηθεί μέσα στο μπαρ από θαμώνα. Στη συνέχεια, μετέβη και η Χ.Α., συνοδευόμενη από τρίτο πρόσωπο, η οποία ήταν θαμώνας στο ίδιο μπαρ κατά τη συγκεκριμένη ώρα, και ανέφερε ότι, επίσης, κτυπήθηκε στο κεφάλι από θαμώνα. Τους δόθηκαν ιατρικά έντυπα και μετέβησαν στο νοσοκομείο. Την 25.12.2018, προσήλθε εκ νέου στον σταθμό η Χ.Α., όπου έδωσε γραπτή κατάθεση (Τ2). Ο Α.Π. είχε εξεταστεί και διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα, την υπόθεση είχε αναλάβει το ΤΑΕ Λεμεσού. Την 10.1.2019, στον πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, η ΜΚ1 πληροφόρησε την Κατηγορούμενη για τη διαδικασία αναγνώρισης και την ίδια ημέρα και ώρα 20:41, η καταγγέλλουσα είχε και αναγνώρισε στον σταθμό την Κατηγορούμενη, αναφέροντας «τούτη ένυ» (Τ3, Τ4). Αμέσως, ζήτησε από την Κατηγορούμενη να αναφέρει μεγαλοφώνως το όνομά της, την πληροφόρησε πως η Κατηγορούμενη την αναναγνώρισε, της επέστησε την προσοχή στον νόμο και απάντησε «είσαι σίγουρη;». Την ίδια ημέρα, μεταξύ των ωρών 20:50-20:55, κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη για το αδίκημα επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και αφού της επέστησε την προσοχή στον νόμο, απάντησε «δεν παραδέχομαι» (Τ5). Η ΜΚ1 κατέθεσε και απόσπασμα από το ημερολόγιο ενεργειών, με καταχωρίσεις σχετικές με την υπόθεση (Τ6).

 

Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η ΜΚ1 έλαβε τις καταθέσεις και προέβη στις ανακριτικές πράξεις που ανέφερε, ούτε η ύπαρξη των Τ1 – Τ6 καθαυτών. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες σε σχέση με τα γεγονότα, λόγω της παρόδου του χρόνου. Η αδυναμία της αυτή κάλυπτε και ουσιώδεις παραμέτρους της υπόθεσης, όπως το πώς βρέθηκε στον σταθμό η Κατηγορούμενου για να τύχει εκεί αναγνώρισης από την Κατηγορούμενη. Έκανε αναφορά σε αναγνωριστική παράταξη (πρακτικά 22.9.2025, σελ.7, γραμμή 7), χωρίς να εξηγεί τις παραμέτρους κάποιας αναγνωριστικής παράτασης, ενώ αναφέρονταν κατά βάση σε αναγνώριση που έλαβε χώρα στον σταθμό (Τ7), λέγοντας, σε κατοπινό στάδιο (σελ.12, γραμμή 6), ότι η Κατηγορούμενη δεν ήθελε να γίνει αναγνωριστική παράταξη και περιγράφοντας πως βρέθηκαν η Κατηγορούμενη και η καταγγέλλουσα, με άγνωστο τρόπο, στον σταθμό και η καταγγέλλουσα αναγνώρισε την Κατηγορούμενη. Όταν ερωτήθηκε πώς γίνεται να έδωσε συγκατάθεση η Κατηγορούμενη ώρα 20:30 για «αναγνώριση» και μετά από 10 λεπτά η μάρτυρας να ήταν εκεί, απάντησε «τι σημασία έχει, τι σημασία έχουν τα λεπτά;», χωρίς να είναι σε θέση να διαφωτίσει συγκεκριμένα. Η δε ερώτηση συνδεόταν με τον βαθμό που η ΜΚ1 βασίστηκε αποκλειστικά στη μαρτυρία της καταγγέλλουσας, η οποία εκείνο το βράδυ είχε πιει, και στον βαθμό που μπορούσε ή έπρεπε να διασταυρώσει τα λεγόμενά της με άλλα δεδομένα. Όταν ερωτήθηκε εάν πήρε άλλες καταθέσεις από άλλα άτομα για το ισχυριζόμενο συμβάν, απάντησε «Δεν θυμούμαι. Νομίζω έπιασα». Από τον φάκελο διαπίστωσε πως πήρε κατάθεση και από τον Α.Τ. (ΜΥ2, Τ8), που ήταν το άτομο που είχε συνοδεύσει την καταγγέλλουσα την πρώτη φορά. Υποδείχθηκε στη ΜΚ1 ότι το εν λόγω πρόσωπο, που ήταν και αυτόπτης μάρτυρας, είχε αναφέρει πως η καταγγέλλουσα κτυπήθηκε από κάποιον άνδρα, όχι από γυναίκα. Η μάρτυρας απάντησε «εντάξει», λέγοντας, στη συνέχεια, ότι από τις εξετάσεις, που όμως δεν εξήγησε ποιες εξετάσεις, κατέληξε τελικά στο να κατηγορεί την Κατηγορούμενη, εννοώντας από το γεγονός ότι η καταγγέλλουσα, υπό άγνωστες συνθήκες, χωρίς αναγνωριστική παράταση, αναγνώρισε την Κατηγορούμενη στον σταθμό, που είχε βρεθεί με άγνωστο τρόπο και για άγνωστο λόγο. Στην πίεση των ερωτήσεων, η μάρτυρας ανέφερε «Δεν θυμούμαι τι έγινε. Δεν θυμούμαι. Από τη στιγμή που την βλέπει στον σταθμό και λέει μου εν τούτη, εγώ κατηγόρησε κατηγόρησα την κοπέλα» (σελ.16, γραμμή 9).

 

Πέραν του γεγονότος ότι η ΜΚ1 προέβη στις ανακριτικές πράξεις που ανέφερε και εκ των οποίων προέκυψαν τα τεκμήρια Τ1–Τ8, η ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, η μαρτυρία της παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις μνήμης, αντιφάσεις και αοριστία σε καίρια ζητήματα που άπτονται τόσο της διαδικασίας αναγνώρισης όσο και της θεμελίωσης της κατηγορίας. Ειδικότερα, η ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστικές και συγκεκριμένες απαντήσεις ως προς το πώς είναι δυνατόν να δόθηκε συγκατάθεση για αναγνώριση περί ώρα 20:30 και, εντός ολίγων λεπτών, να έχει ήδη πραγματοποιηθεί η επίμαχη αναγνώριση. Αντιθέτως, υποβάθμισε τη σημασία του χρονικού πλαισίου με τη φράση «τι σημασία έχουν τα λεπτά;», στάση που καταδεικνύει έλλειψη της απαιτούμενης ανακριτικής επιμέλειας, ιδίως σε μια διαδικασία η οποία, εκ της φύσεώς της, απαιτεί αυστηρή τήρηση δικονομικών εγγυήσεων. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η ΜΚ1 βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στη μαρτυρία της καταγγέλλουσας, παρά το γεγονός ότι η τελευταία είχε καταναλώσει αλκοόλ το επίμαχο βράδυ. Η μάρτυρας δεν ήταν αρχικά σε θέση να θυμηθεί εάν έλαβε καταθέσεις από άλλα παρόντα πρόσωπα και μόνο κατόπιν υπόδειξης από τον φάκελο αναγνώρισε ότι έλαβε κατάθεση από τον Α.Τ. (ΜΥ2, Τ8), αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος, μάλιστα, ανέφερε ότι η καταγγέλλουσα κτυπήθηκε από άνδρα και όχι από γυναίκα. Η ΜΚ1 δεν παρείχε οποιαδήποτε ουσιαστική ή πειστική εξήγηση ως προς το πώς αξιολόγησε ή αντιμετώπισε την εν λόγω σαφή αντίφαση, περιοριζόμενη σε ένα αόριστο «εντάξει». Ιδιαίτερης σημασίας είναι, τέλος, η ίδια η παραδοχή της ΜΚ1 ότι «από τη στιγμή που την βλέπει στον σταθμό και λέει μου εν τούτη, εγώ κατηγόρησα την κοπέλα», η οποία καταδεικνύει ότι η απόφαση για καταχώριση κατηγορίας δεν στηρίχθηκε σε συνολική και κριτική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, αλλά σε μία απλή, άτυπη και ανεξήγητη αναγνώριση εντός του σταθμού, χωρίς αναγνωριστική παράταξη και χωρίς επαρκή διασταύρωση με άλλα αντικειμενικά ή μαρτυρικά δεδομένα. Υπό τα δεδομένα αυτά, το αμφισβητούμενο μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλές ή επαρκές για τη στήριξη κρίσιμων συμπερασμάτων εις βάρος της Κατηγορούμενης, ελλείψει ισχυρής, ανεξάρτητης και αξιόπιστης επιβεβαίωσης από άλλο αποδεικτικό υλικό.

 

ΜΚ2: Χ.Α., καταγγέλλουσα

 

Η ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε τα Τ2-Τ4 ως τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Όπως κατέθεσε στο Τ2, ημερομηνίας 25.12.2018, το Σάββατο, 22.12.2018, μετέβη στο κατονομαζόμενο μπαράκι, για να διασκεδάσει. Γύρω στις 03:30 καθόταν πάνω στο μπαρ και έπινε με έναν γνωστό της, τον Κ., το τηλέφωνο του οποίου δεν γνωρίζει. Κατέβηκε από την ψηλή καρέκλα που καθόταν με πρόθεση να κινηθεί προς το μέρος του Αν. Δεν πρόλαβε όμως να κινηθεί και μία κοπέλα ήρθε προς το μέρος της και στα αγγλικά της είπε «is my husband». Στο χέρι της κρατούσε ένα γυάλινο ποτήρι της βότκας, ψηλό με χονδρό πάτο, και αμέσως το έσπασε πάνω στο κεφάλι της. Ζαλίστηκε και ήρθαν δύο κοπέλες, άγνωστές της, όπως ανέφερε, η μία εκ των οποίων εργαζόμενη εκεί, οι οποίες την πήραν μέσα στην κουζίνα και προσπαθούσαν να της καθαρίσουν το κεφάλι, η ίδια λέγοντάς τους να μην την αγγίζουν γιατί πονούσε. Αμέσως, στη συνέχεια, ενημερώθηκε για να βγει έξω, καθότι την ήθελε η Αστυνομία. Βγήκε έξω και είδε την κοπέλα που την χτύπησε μαζί με δύο ή τρεις άνδρες. Η κοπέλα στεκόταν πίσω από τους Αστυνομικούς και «ανέμιζε» τα χέρια της, όπως είπε, χωρίς ωστόσο η ίδια να θυμάται τι έλεγε, καθότι ήταν ζαλισμένη. Η Αστυνομία της είπε να μεταβεί στο τμήμα για κατάθεση. Η ίδια δεν γνώριζε την κοπέλα που κατά τη θέση της ήταν η δράστης της επίθεσης, εφόσον δεν την είχε δει προηγουμένως. Έδωσε μία περιγραφή των μαλλιών της και του σωματότυπού της, λέγοντας πως, εάν τη δει, μπορεί να την αναγνωρίσει. Μέσα στο κλαμπ ο φωτισμός ήταν χαμηλός, όμως μπορεί να την αναγνωρίσει, καθότι την είδε και εκτός του κλαμπ και την αναγνώρισε. Είχε καταναλώσει δύο ποτά «βότκα σέβεναπ». Στο Τ3, ημερομηνίας 10.1.2019, η ΜΚ2 ανέφερε πως επιθυμεί να δει την ύποπτη στο γραφείο του Σταθμού και δεν χρειάζεται η αναγνώριση να γίνει στο ειδικό δωμάτιο με υαλοπίνακα ώστε να μην μπορεί η ύποπτη να την δει. Στο Τ4, ημερομηνίας 10.1.2019, η ΜΚ2 συμπλήρωσε πως όταν είχε αρχικά βγει έξω, όπου ήταν η Αστυνομία, στη συνέχεια μπήκε ξανά μέσα, όταν έφυγε η Αστυνομία, και ζήτησε από έναν άνδρα που καθόταν εκεί, τον Αλ (ΜΥ2), να την μεταφέρει στην Αστυνομία για κατάθεση. Αναγνώρισε στον Σταθμό την κοπέλα που την κτύπησε και ανέφερε πως είναι απόλυτα σίγουρη πως ήταν εκείνη.

 

Κατά την προφορική μαρτυρία της στο Δικαστήριο, η ΜΚ2 ανέφερε πως το συμβάν δεν έγινε την 22.12.2018, αλλά τέλος του 2019 (πρακτικά ημερομηνίας 22.9.2025, σελ.19, γραμμές 19επ.), μη εξηγώντας πώς είναι δυνατό, σε όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα ο χρονισμός να είναι για επεισόδιο που έγινε την 22.12.2018, και η ίδια να αναφέρει πως το συμβάν έγινε τα τέλη του 2019. Αναγνώρισε την Κατηγορούμενη στο Δικαστήριο, με γλώσσα βεβαιότητας, προσθέτοντας το δεδομένο πως, όταν είχε βγει από το μπαρ, στον χώρο όπου βρισκόταν και η Αστυνομία, υπέδειξε στην Αστυνομία να τη συλλάβει, γιατί της «άνοιξε» το κεφάλι «με γυαλιά» που τα καθάριζαν για «δύο εβδομάδες», διατρέχοντας κίνδυνο να μείνει ο υιός της ορφανός, αφού είναι η μόνη που έχει.

 

Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2, ανέφερε πως και η ίδια εργαζόταν στο συγκεκριμένο μπαράκι, αλλά όχι εκείνο το βράδυ, που πήγε απλώς για διασκέδαση. Νομίζει ότι το ανέφερε στην κατάθεσή της και ότι δεν το έγραψαν. Είχαν κτυπήσει και τον Αν, τότε ιδιοκτήτη του μπαρ. Δεν θυμάται τι ώρα πήγε στο μπαρ, μπορεί ώρα 10:00, δεν είχε πάει αλλού προηγουμένως και, όπως είπε, «δεν είχε ποτό πάνω της». Της υποδείχθηκε πως στην κατάθεσή της, είχε αναφέρει πως πήγε στο μπαρ ώρα 01:00 περίπου, όχι η ώρα 10:00, και όντως στο Τ2, αναφέρει, στην πρώτη γραμμή το αυτό. Η μάρτυρας ανέφερε «δεν πήγα αλλού τζιείνην τη νύχτα, εν λάθος η ώρα». Στη συνέχεια ανέφερε ότι νομίζει πως πήγε ώρα 01:00 αλλά ούτε 03:00 έγινε το συμβάν. Ρωτήθηκε εάν υπάρχει οτιδήποτε στην κατάθεσή της που να είναι ορθό, απάντησε πως όλα είναι ορθά, και πως απλώς δεν κρατούσε ρολόι για να καταγράφει την ώρα ακριβώς. Το συμβάν, ανέφερε μετέπειτα, έγινε λίγο μετά τις 01:00. Όταν δε ρωτήθηκε πόση ώρα μεσολάβησε από τη μετάβασή της στο μπαρ μέχρι το συμβάν, απάντησε «πρέπει 3 ώρες». Αναφερόμενη στο συμβάν, είπε πως στο μπαρ δεν ήταν μόνον με τον Κ, αλλά και με τον Η, που ήταν στενοί φίλοι της και τους ζήτησε να δώσουν και κατάθεση. Ερωτήθηκε, τότε, γιατί δεν ξέρει το τηλέφωνο του Κ, όπως αναφέρει στην κατάθεσή της, με την ΜΚ2 να απαντά ασυνάρτητα, ότι μπορεί να είναι παντρεμένος, να μην ήθελε να της το δώσει. Ξέχασε να αναφέρει στην κατάθεσή της και τον Η, τον οποίο μπορεί να εντοπίσει. Της υποδείχθηκε ότι στην κατάθεσή της, είχε αναφέρει πως ο λόγος που σηκώθηκε από το μπαρ ήταν για να πάει προς το μέρος του Αν, όχι για να πάει στην τουαλέτα, όπως ανέφερε κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2 ανέφερε πως ήταν κοντά. Προχώρησε, όπως είπε και 2-3 μέτρα, υποδεικνύοντας την απόσταση από το εδώλιο του μάρτυρα μέχρι τον πάγκο της Κατηγορούσας Αρχής. Ερωτήθηκε, εφόσον και η ίδια δούλευε στον χώρο, πώς και δεν γνώριζε τη μια εκ των γυναικών που έσπευσαν να την βοηθήσουν, αρχικά είχε αναφέρει πως δούλευαν και οι δύο, αλλά δεν θυμάται από το 2019. Δεν έδωσε σαφή εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν είχε αναφέρει τα ονόματά τους στην Αστυνομία, κατά την κατάθεσή της. Όπως ανέφερε η ΜΚ2 ήταν ταυτόχρονα που έγιναν τα περιστατικά με την ίδια και με τον Αν, έπειτα είπε πως πρώτα κτυπήθηκε η ίδια και μετά οι άλλοι, μιλώντας στον πληθυντικό «πρώτα μου χτύπησαν εμένα και ύστερα τους άλλους» (πρακτικά ημερομηνίας 14.10.2025, σελ.7, γραμμή 12). Δεν είδε το δεύτερο περιστατικό, εφόσον είχε πάει στην κουζίνα, ωστόσο ούτε και αυτό το ανέφερε στην κατάθεσή της, εφόσον θεώρησε ότι πρέπει να αναφερθεί μόνο στο δικό της συμβάν. Δεν γνωρίζει ποιοι ενεπλάκησαν στο άλλο επεισόδιο. Περιέγραψε την κατάστασή της ως σοβαρή ώστε να έπρεπε να μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Η ίδια, ανέφερε, υπέδειξε στους Αστυνομικούς να συλλάβουν την Κατηγορούμενη, για να μην υπάρχει πρόβλημα μετά, και εκείνοι της είπαν να δώσει πρώτα κατάθεση, ενώ η Κατηγορούμενη έκανε κινήσεις του Αστυνομικού με το δάκτυλό της, απειλητικά. Δεν βγήκε μόνη της έξω, λόγω της κακής κατάστασής της, και δεν έβλεπε καλά (σελ.9, γραμμή 11). Ακολούθως, η μάρτυρας ανέφερε «δεν χτύπησα, ήμουν καλά, δεν ήπια ποτό» (σελ.9, γραμμή 17). Σε κατοπινό σημείο της αντεξέτασής της, ανέφερε «τον γιο μου τώρα τον αθώωσαν» (σελ.10, γραμμή 12). Ανέφερε, η ΜΚ2, εκ νέου, πως είπε στους Αστυνομικούς να συλλάβουν τη δράστη της επίθεσης που της προκάλεσε τέτοια τραύματα και ότι οι Αστυνομικοί αρνήθηκαν. Ο Αν, κατά τη θέση της, είδε το συμβάν και ποιος την κτύπησε. Δεν ξέρει εάν είπε κάτι στην κατάθεσή του στην Αστυνομία. Ο Αλ (ΜΥ2) ήταν φίλος με τον Αν, ήταν στον ίδιο χώρο. Ερωτήθηκε ποιος την πήγε στην Αστυνομία και είπε «αν δεν κάνω λάθος ο κύριος Αν που και εκείνος ήταν κτυπημένος». Της υποδείχθηκε ότι στην κατάθεσή της είπε πως την είχε μεταφέρει το Αλ και πως αλλάζει συνέχεια τις εκδοχές της, καταλογίζοντας, τότε, η μάρτυρας, στην ΜΚ1, την ευθύνη ότι μπορεί εκείνη να το έγραψε έτσι. Ο Αλ είδε το συμβάν. Όταν της υποδείχθηκε ότι Αλ ανέφερε στην Αστυνομία ότι το χτύπημα ήταν από άνδρα, η ΜΚ2 είπε πως μπορεί να μιλούσε για άλλον, και όχι για την ίδια. Έπειτα, καταλόγισε στην Κατηγορούμενη ότι δεν έβλεπε και ήταν μεθυσμένη. Στη συνέχεια, άρχισε να μιλά με ταχύτητα και ασυνάρτητα. Μετέπειτα, ανέφερε πως έσβησε η μουσική, άναψαν τα φώτα και την ώρα που της είπε «its my husband», «έφαγε» στο κεφάλι «τον σωλήνα» και της καθάρισαν γυαλιά για δύο εβδομάδες. Εάν η Κατηγορούμενη δεν ήταν μεθυσμένη και καταλάβαινε, θα ήταν να έφευγε, να μην την έβλεπαν, είπε. Ερωτήθηκε, πού στην κατάθεσή της ανέφερε ότι το άτομο που την κτύπησε ήταν μεθυσμένο, με τη μάρτυρα να περιορίζεται στο ότι την κατάλαβε και ότι έκανε επίθεση και στον Αστυνομικό. Το ανέφερε, μάλιστα, στην Αστυνομία, αλλά, και πάλι, δεν το κατέγραψαν. Της υποδείχθηκε ότι δεν είχε μεταβεί την ίδια ημέρα στην Αστυνομία για κατάθεση, με τη μάρτυρα να αναφέρει ότι πήγε την ίδια ημέρα για κατάθεση, ανέφερε όσα μπορούσε, στη συνέχεια μετέβη στο νοσοκομείο, και την ίδια ημέρα ξανά πίσω στην Αστυνομία. Πήγε ξανά μόνη της, να ρωτήσει τι έγινε, γιατί νόμιζε πως έκλεισε η υπόθεση, και τότε ζήτησε να βρουν και βρήκαν την Κατηγορούμενη και έγινε η αναγνώριση. Έδωσε την περιγραφή και έτσι την βρήκαν. Ερωτήθηκε εάν μέσα στο μπαράκι υπήρχαν τότε κάμερες, και παρόλο που εργαζόταν εκεί για μήνες, απάντησε πως δεν ξέρει. Παρόλο που, κατά τη θέση της, το τραύμα ήταν σοβαρό και κινδύνευσε να πεθάνει, δεν ζήτησε αποζημιώσεις, γιατί δεν εμπιστεύεται τους δικηγόρους. Δεν εμπιστεύεται ούτε την Αστυνομία, είπε. Αρνήθηκε τις υποβολές, ενώ ανέφερε, σε κατοπινό στάδιο, πως δεν γνωρίζει πόσα άτομα ήταν έξω από το μπαρ, μετά το συμβάν, όταν στον χώρο ήταν και η Αστυνομία, λόγω της κατάστασής της, δεν τους καταλάβαινε όλους, την Κατηγορούμενη την είδε και την κατάλαβε όμως. Μετέπειτα, ανέφερε πως νομίζει πως η Κατηγορούμενη ήταν γνωστή του Αν, και γι’ αυτό την βρήκαν, αλλά μπορεί να ξέχασε να το πει στην κατάθεσή της.

 

Συνολικά αξιολογούμενη, η μαρτυρία της ΜΚ2 παρουσιάζει εκτεταμένες και σοβαρές αντιφάσεις, ασυνέπειες και εσωτερική αστάθεια, τόσο μεταξύ των γραπτών της καταθέσεων (Τ2–Τ4) και της προφορικής της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και εντός του συνόλου της ίδιας της προφορικής της μαρτυρίας στο Δικαστήριο. Οι αντιφάσεις αυτές δεν αφορούν δευτερεύοντα ή επουσιώδη ζητήματα, αλλά κρίσιμες παραμέτρους του ισχυριζόμενου συμβάντος, όπως ο χρόνος, ο τόπος, οι συνθήκες τέλεσης, η ταυτότητα του δράστη και η διαδικασία αναγνώρισης. Καταρχάς, η ΜΚ2 αδυνατεί να προσδιορίσει με στοιχειώδη σαφήνεια τον χρόνο του συμβάντος, αναφέροντας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτό έλαβε χώρα «τέλος του 2019», σε πλήρη αντίθεση με όλα τα έγγραφα της υπόθεσης, τα οποία τοποθετούν το επεισόδιο στην 22.12.2018, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε εύλογη ή πειστική εξήγηση για την απόκλιση αυτή. Περαιτέρω, η μαρτυρία της ως προς την ώρα άφιξης στο μπαρ και τη χρονική απόσταση μέχρι το συμβάν μεταβάλλεται διαρκώς, με αλληλοαναιρούμενες αναφορές, τις οποίες επιχειρεί να αποδώσει γενικά σε «λάθος στην ώρα», χωρίς ωστόσο να αποκαθίσταται η συνοχή της αφήγησής της. Επιπλέον, η ΜΚ2 μεταβάλλει κατ’ επανάληψη την περιγραφή των περιστάσεων του συμβάντος, ιδίως ως προς τον λόγο για τον οποίο σηκώθηκε από το μπαρ (προς τον Αν ή προς την τουαλέτα), τα πρόσωπα που βρίσκονταν μαζί της, καθώς και τη σειρά και τη χρονική αλληλουχία των επεισοδίων εντός του μπαρ. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η αντίφασή της ως προς το εάν τα περιστατικά με την ίδια και με τον Αν συνέβησαν ταυτόχρονα ή διαδοχικά, καθώς και το γεγονός ότι παραδέχεται ότι δεν είδε το δεύτερο περιστατικό, χωρίς αυτό να έχει αναφερθεί στην κατάθεσή της. Η αξιοπιστία της ΜΚ2 πλήττεται περαιτέρω από την ασυνέπεια ως προς την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ίδια. Από τη μία πλευρά, περιγράφει την κατάστασή της ως εξαιρετικά σοβαρή, επικαλούμενη κίνδυνο για τη ζωή της, αδυναμία όρασης και ανάγκη μεταφοράς με ασθενοφόρο· από την άλλη, πέραν του ότι αυτή η διάσταση απέχει πολύ από εκείνην που δίδει η ιατρική μαρτυρία (ΜΚ3, Τ9), σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης, δηλώνει «δεν χτύπησα, ήμουν καλά, δεν ήπια ποτό». Οι αντιφατικές αυτές αναφορές υπονομεύουν τη συνολική αξιοπιστία της αφήγησής της. Ως προς την ταυτότητα του δράστη, η ΜΚ2 επιμένει στην ενοχοποίηση της Κατηγορούμενης, πλην όμως η μαρτυρία της έρχεται σε ευθεία αντίθεση με άλλες μαρτυρίες, ιδίως ως προς το φύλο του προσώπου που προκάλεσε το χτύπημα, με τη μάρτυρα να αδυνατεί να δώσει πειστική απάντηση στις σχετικές υποδείξεις, περιοριζόμενη σε εικασίες ή αποδόσεις ευθύνης σε τρίτους (Αστυνομία, άλλους μάρτυρες). Η δε διαδικασία αναγνώρισης, όπως την περιγράφει, δεν εμφανίζεται να πληροί στοιχειώδεις εγγυήσεις αξιοπιστίας, αφού προκύπτει ότι η ίδια επέμεινε στην άμεση σύλληψη, επανήλθε εκ των υστέρων στην Αστυνομία, και η αναγνώριση φέρεται να έλαβε χώρα υπό ασαφείς και μεταβαλλόμενες συνθήκες. Τέλος, η μαρτυρία της ΜΚ2 χαρακτηρίζεται από συναισθηματική φόρτιση, υπερβολή και ασυνάρτητη ροή λόγου σε κρίσιμα σημεία, με παρεμβολή άσχετων ή ακατανόητων αναφορών, γεγονός που δυσχεραίνει την εξαγωγή σαφών και αξιόπιστων συμπερασμάτων και εντείνει τις αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια της αντίληψης και της μνήμης της. Η μαρτυρία της ΜΚ2, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη, για τους σκοπούς της διαδικασίας.

 

 

 

 

ΜΚ3: Δρ. Μαρτίνος Αχιλλέως

 

Ο ΜΚ3 είναι ιατρικός λειτουργός των Πρώτων Βοηθειών, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, με σχετικά προσόντα και εμπειρία, κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν επίσης στη θέση αυτή. Αναγνώρισε και υιοθέτησε έντυπο ιατρικής έκθεσης που υπέγραψε την 22.12.2018 (Τ9). Στο Τ9 αναφέρεται η διαπίστωση μικρού θλαστικού τραύματος στην περιοχή θόλου κρανίου, έγινε ακτινογραφικός έλεγχος, χωρίς σαφή εικόνα κατάγματος. Δόθηκαν οδηγίες, που κατά την αντεξέταση του ΜΚ3, διευκρίνισε πως ήταν οδηγίες, σε περίπτωση που παρουσιαστούν συμπτώματα, για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, να μεταβεί ξανά. Για να μην σημειώνει οτιδήποτε, δεν φαίνεται να μετέβη ξανά. Ο ίδιος δεν θυμάται προσωπικά το περιστατικό, αλλά αναγνωρίζει ό,τι αναγράφει στο έντυπο, ό,τι του ανέφερε η ασθενής ήταν πως χτυπήθηκε από ποτήρι στο κεφάλι, το οποίο κατέγραψε. Η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν σαφής, συνεκτική και λογική, δεν υπάρχουν ενδείξεις αναξιοπιστίας της, και είναι αποδεκτή στο σύνολό της ως αξιόπιστη.

 

ΜΥ1: Κατηγορούμενη

 

Η Κατηγορούμενη (ΜΥ1) αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της στην Αστυνομία ημερομηνίας 29.12.2018 (Τ10). Στο Τ10 αναφέρει πως αρχές Δεκεμβρίου του 2018 ήρθε η ξαδέλφη της από του Ρουμανία με τον σύζυγό της και μετέπειτα ο αδελφός της με τη σύζυγό του. Είχαν προγραμματισμένο να αναχωρήσουν από την Κύπρο την 22.12.2018 όλοι τους, επομένως την 21.12.2018 πήγαν όλοι μαζί σε εστιατόριο όπου έμειναν μέχρι την 03:30 περίπου. Ακολούθως, πήγαν στο μπαράκι που κατονομάζεται, που βρισκόταν κοντά στο εστιατόριο. Παρήγγειλαν ποτό. Μετά από περίπου δέκα λεπτά, 03:45, είχε μία παρεξήγηση με τον σύζυγό της και ο άνδρας της ξαδέλφης της τον έσπρωξε, με αποτέλεσμα να πέσει κάτω. Η ίδια βγήκε αμέσως έξω και έμεινε εκεί. Ακολούθως, βγήκε και ο σύζυγός της έξω, και οι υπόλοιποι. Έξω από το μπαράκι, υπήρχε Αστυνομία, η οποία τους ηρέμισε. Δεν είδε οποιονδήποτε να λαμβάνει μέρος σε καυγά ούτε οποιονδήποτε να χτυπά άλλον. Ο μόνος που είχε ένα μικρό τραύμα στο χέρι ήταν ο αδελφός της. Δεν γνωρίζει τι έγινε στο μπαρ μεταξύ του Αν και των άλλων. Δεν γνωρίζει την καταγγέλλουσα ούτε την κτύπησε ποτέ της, ούτε γνωρίζει αν ήταν στο μπαρ εκείνο το βράδυ και δεν έχει σχέση με την υπόθεση. Κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι η παρεξήγηση με τον σύζυγό της σχετιζόταν με το γεγονός ότι δεν της άρεσε το περιβάλλον στο κλαμπ, είχε πολύ κόσμο μεθυσμένο και δεν ήταν για οικογένεια, όπως ήταν η δική τους παρέα, συνεπώς ήθελε να φύγει, σε αντίθεση με τον σύζυγό της, ο οποίος ήθελε να μείνουν. Όταν η Κατηγορούμενη σηκώθηκε για να φύγει, ο σύζυγός της την έσπρωξε για να καθίσει κάτω, και τότε ο σύζυγος της ξαδέλφης της, όταν είδε το σπρώξιμο, το ανταπέδωσε στον σύζυγό της, με αποτέλεσμα εκείνος να πέσει στο έδαφος. Η ίδια, θυμωμένη, βγήκε έξω. Ούτε πέντε λεπτά δεν είχε μείνει μέσα στο κλαμπ. Την καταγγέλλουσα την είδε πρώτη φορά στην Αστυνομία και μετέπειτα στο Δικαστήριο.

 

Η Κατηγορούμενη αντεξετάστηκε έντονα και με μεθοδική προσοχή. Η Κατηγορούμενη, παρόλο που κατέθετε με συναισθηματική φόρτιση, ήταν σταθερή στην εκδοχή της, η οποία ήταν συνεκτική, ότι δεν κτύπησε την καταγγέλλουσα. Έδωσε περιγραφή του χώρου και ανέφερε ακριβώς το σημείο από όπου έφυγε. Στο συγκεκριμένο μπαρ είχε πάει για πρώτη φορά, ο σύζυγός της γνώριζε τον ιδιοκτήτη, αλλά ούτε και ο ίδιος πήγαινε εκεί τακτικά. Επανέλαβε με τον ίδιο τρόπο την «παρεξήγηση» που είχε με τον σύζυγό της, και ότι είχε μείνει μέσα στο μπαρ περίπου πέντε λεπτά. Η ίδια, όπως είπε, δεν πίνει ποτό, γενικά, επομένως ούτε εκείνο το βράδυ είχε πιει είτε ποτό είτε νερό. Η παραγγελία έγινε γενικά, από το τραπέζι, χωρίς η ίδια να έχει παραγγείλει η ίδια κάτι. Υπήρχαν άνδρες μεθυσμένοι που χόρευαν, γυναίκες με άνδρες στο μπαρ. Στο Μαγειρείο, προηγουμένως, είχαν περάσει όμορφα, δεν υπήρχε λόγος να τελειώσουν το βράδυ τους, που ήταν το τελευταίο βράδυ της οικογένειάς της στην Κύπρο, σε εκείνον τον χώρο. Η ίδια δεν πρόσεξε συγκεκριμένα τα πρόσωπα άλλων ατόμων μέσα στο μπαρ. Δεν υπήρχε λόγος ο σύζυγός της να δει άλλη γυναίκα, πέραν του ότι η ίδια ήταν όμορφη τότε, όπως είπε, γνωρίζει τον σύζυγό της πολλά χρόνια, ήταν σε οικογενειακή έξοδο. Δεν θυμάται πόσους αστυνομικούς είχε έξω από το μπαρ, καθώς πέρασε πολύς καιρός, ούτε εάν ήταν ήδη εκεί ή εάν είχαν πάει μετά που βγήκε η ίδια έξω. Μετά που η ίδια βγήκε έξω από το μπαρ, ακολούθησαν και οι υπόλοιποι, χωρίς να θυμάται με ποια σειρά. Η ίδια είπε στους Αστυνομικούς, που είτε ήταν εκεί είτε είχαν έρθει στη συνέχεια, ότι είχε μία παρεξήγηση με τον σύζυγό της, και τους είπαν να φύγουν να πάνε σπίτι. Δεν φώναζε όταν βγήκε έξω από το μπαρ, ούτε ο σύζυγός της, παρόλο που ήταν θυμωμένος μαζί της, για το γεγονός ότι μπήκε μπροστά η οικογένειά της. Δεν υπήρχε βία, παρά το ότι συζητούσαν θυμωμένα.

 

Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης χαρακτηρίζεται από εσωτερική συνοχή, σταθερότητα και συνέπεια τόσο μεταξύ της γραπτής της κατάθεσης (Τ10) και της προφορικής της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και καθ’ όλη τη διάρκεια της αντεξέτασής της. Η εκδοχή της παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη ως προς τα κρίσιμα σημεία της υπόθεσης, ήτοι τον σύντομο χρόνο παραμονής της στο μπαρ, τη φύση της «παρεξήγησης» με τον σύζυγό της και, κυρίως, την κατηγορηματική άρνησή της ότι προέβη σε οποιαδήποτε επίθεση κατά της καταγγέλλουσας. Η Κατηγορούμενη έδωσε συγκεκριμένη και λογικά δομημένη περιγραφή της βραδιάς, τοποθετώντας τα γεγονότα σε σαφές χρονικό και κοινωνικό πλαίσιο (οικογενειακή έξοδος, τελευταίο βράδυ παραμονής συγγενών στην Κύπρο), στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία της αφήγησής της. Η αναφορά σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες, όπως η σύντομη παραμονή εντός του μπαρ (περίπου πέντε λεπτά), ο λόγος της ενόχλησής της από το περιβάλλον και το ακριβές σημείο από το οποίο εξήλθε, έγινε με τρόπο σταθερό και χωρίς ουσιώδεις διαφοροποιήσεις. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη δεν επιχείρησε να αποδώσει ευθύνες σε τρίτα πρόσωπα για το αποδιδόμενο σε αυτήν αδίκημα, ούτε να κατασκευάσει εναλλακτικό σενάριο για το ισχυριζόμενο περιστατικό εντός του μπαρ. Αντιθέτως, παραδέχθηκε ανοιχτά την ύπαρξη έντασης εντός της δικής της παρέας, περιγράφοντας την «παρεξήγηση» με τον σύζυγό της και το επεισόδιο μεταξύ αυτού και του συζύγου της ξαδέλφης της, γεγονός που προσδίδει αυθορμητισμό και ειλικρίνεια στη μαρτυρία της, καθώς δεν παρουσιάζεται ως εξιδανικευμένη ή αμυντικά κατασκευασμένη. Παρά τη συναισθηματική φόρτιση με την οποία κατέθετε, στοιχείο αναμενόμενο υπό τις περιστάσεις, η Κατηγορούμενη δεν κατέρρευσε υπό την πίεση της έντονης αντεξέτασης, ούτε εμφάνισε αντιφάσεις ή ασυνέπειες σε καίρια ζητήματα. Οι όποιες αδυναμίες μνήμης που παρουσίασε αφορούσαν δευτερεύουσες λεπτομέρειες (π.χ. αριθμός αστυνομικών, ακριβής σειρά εξόδου των προσώπων), εύλογες ενόψει της παρόδου του χρόνου και χωρίς ουσιαστική επίδραση στον πυρήνα της υπερασπιστικής της θέσης. Σημαντικό είναι επίσης ότι η Κατηγορούμενη αρνήθηκε με σαφήνεια οποιαδήποτε προηγούμενη γνωριμία με την καταγγέλλουσα, δηλώνοντας ότι την είδε για πρώτη φορά στην Αστυνομία και ακολούθως στο Δικαστήριο, θέση που συνάδει με την εκδοχή της ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στο ισχυριζόμενο συμβάν. Η άρνηση αυτή παρέμεινε αταλάντευτη και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση.

 

ΜΥ2: Αλ. Τ.

 

Ο ΜΥ2, αυτόπτης μάρτυρας, αναγνώρισε και υιοθέτησε το Τ8, κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 9.1.2019. Στο Τ8 ανέφερε πως ο ίδιος, περίπου τρεις ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, είχε πάει στο συγκεκριμένο μπαρ γύρω στις 01:00. Είναι μικρό μπαράκι, δύο δωμάτια, περίπου 30 τετραγωνικά το καθένα, που συνδέονται. Πήγε μόνος του, βρήκε την παρέα του εκεί και κάθισαν μαζί και γύρω στις 02:00, όταν έφυγε η παρέα του, ο ίδιος κάθισε στο μπαρ και μιλούσε με τον Αν, τον ιδιοκτήτη, τον οποίο γνωρίζει. Δεν μίλησαν για πολλή ώρα, καθώς λίγο αργότερα είδαν ότι είχαν «πλακωθεί» δύο άνδρες, ένας Κύπριος και ένας μη Κύπριος, πίσω από το μπαρ, στο ίδιο δωμάτιο. Ο Αν πήγε να τους χωρίσει. Κάποια δευτερόλεπτα μετά, πήγε και ο ίδιος κοντά στον Αν και ένας εκ των δύο, ο μη Κύπριος, πήγε στο τραπέζι του, όπου κάθονταν και δύο γυναίκες, στις οποίες δεν είδε καλά, λόγω του χαμηλού φωτισμού. Εκείνος πήρε ένα ποτήρι από το τραπέζι και γύρισε πίσω και όπως περπατούσε να πάει κοντά στον Κύπριο, που τον είχε οδηγήσει ο Αν κοντά στην είσοδο, ξαφνικά, κτύπησε μία κοπέλα που καθόταν κοντά στο μπαρ, η οποία είχε καθίσει εκεί την ώρα που ο ίδιος είχε σηκωθεί για να πάει στον Αν. Την κτύπησε πάνω στο κεφάλι με το ποτήρι, και συνέχισε και πήγε κοντά στον Κύπριο και στον Αν, παρατείνοντας τη φασαρία, μέχρι που ο Αν κατάφερε και τους έβγαλε έξω. Ο ίδιος δεν πρόσεξε να κτυπάνε τον Αν, δεν είχε πολλούς θαμώνες, μαζί με τους «φασαρτζήδες» μπορεί να είχε 8 άτομα. Στη συνέχεια, ο ίδιος κάθισε ξανά στο μπαρ. Η κοπέλα που κτυπήθηκε από τον μη Κύπριο δεν ήταν εκεί. Μετά που ηρέμισαν τα πράγματα, εμφανίστηκε, πήγε κοντά στο μπαρ και του ζήτησε να την πάει στην Αστυνομία για να καταθέσει. Δήλωσε με βεβαιότητα ότι την κτύπησε εκείνος ο άνδρας. Ο ίδιος δεν ήταν μεθυσμένος, καθότι είχε πιει μόνο μία μπύρα. Δεν είδε οποιαδήποτε κοπέλα να κτυπά την καταγγέλλουσα. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ανέφερε πως δεν γνωρίζει την Κατηγορούμενη.

 

Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας, απαντούσε με φυσικότητα και λογικότητα ότι σήμερα δεν μπορεί να θυμάται το συμβάν, πόσα άτομα ήταν η παρέα του ή οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες, ακόμα και βασικές, αλλά ό,τι κατέθεσε στην Αστυνομία, ήταν ό,τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ, και τότε είχε τη μνήμη των γεγονότων. Τώρα απλώς αντλεί τη γνώση του από την κατάθεσή του. Λόγω της υγείας του δεν μπορεί να καταναλώσει αρκετό αλκοόλ, εξ αυτού, επίσης, αντλεί τη γνώση ότι δεν είχε πει πέραν από περιορισμένη ποσότητα μπύρας. Εικόνα του χώρου, γενική, μπορεί να θυμηθεί, εξ ου και έδωσε περιγραφή για το πώς ήταν. Είχε επαναλάβει πολλές φορές ο μάρτυρας πως δεν θυμάται, σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, κάτι που προέκυψε ως απόλυτα φυσιολογικό, παρά σκόπιμο, λόγω της παρόδου των χρόνων.

 

Η μαρτυρία του ΜΥ2 παρουσιάζει επαρκή βαθμό αξιοπιστίας και διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις λοιπές μαρτυρίες της Κατηγορούσας Αρχής, τόσο ως προς τη σαφήνεια όσο και ως προς τη στάση του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταρχάς, η αρχική του κατάθεση (Τ8), η οποία δόθηκε σε χρονική εγγύτητα προς τα γεγονότα, περιέχει συνεκτική, λεπτομερή και λογικά δομημένη περιγραφή του συμβάντος. Ο ΜΥ2 τοποθετεί με σαφήνεια τον χώρο, τον χρόνο και τη ροή των γεγονότων, περιγράφοντας το επεισόδιο ως σύγκρουση μεταξύ δύο ανδρών, με πρωταγωνιστή έναν «μη Κύπριο», ο οποίος, κατά τη δική του άμεση αντίληψη, προκάλεσε το χτύπημα στην καταγγέλλουσα με γυάλινο ποτήρι. Η περιγραφή αυτή είναι συγκεκριμένη ως προς τη δράση, το μέσο και τη θέση του θύματος, στοιχεία που ενισχύουν την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας του. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι ο ΜΥ2 αποκλείει ρητά οποιαδήποτε εμπλοκή γυναίκας στο χτύπημα της καταγγέλλουσας και δηλώνει με βεβαιότητα ότι δεν είδε καμία κοπέλα να προβαίνει σε τέτοια πράξη. Η θέση αυτή παραμένει αμετάβλητη και δεν κλονίζεται ούτε κατά την προφορική του μαρτυρία ούτε κατά την αντεξέτασή του, γεγονός που ενισχύει τη σταθερότητα της αφήγησής του. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο ΜΥ2 επέδειξε ειλικρίνεια και ρεαλισμό, αναγνωρίζοντας ανοιχτά την αδυναμία του να θυμηθεί σήμερα λεπτομέρειες του συμβάντος, λόγω της παρόδου του χρόνου, και εξηγώντας με σαφήνεια ότι αντλεί τη γνώση του κυρίως από την κατάθεσή του στην Αστυνομία, όταν η μνήμη του ήταν νωπή. Η στάση αυτή, αντί να υπονομεύει, ενισχύει την αξιοπιστία του, καθώς δεν επιχείρησε να καλύψει κενά μνήμης με εικασίες ή αυθαίρετες προσθήκες. Επιπλέον, η αναφορά του ότι δεν είχε καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ, λόγω ζητημάτων υγείας, προσδίδει περαιτέρω βάρος στη μαρτυρία του ως προς την ικανότητά του να αντιληφθεί τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Η περιγραφή του χώρου, έστω και γενική, συνάδει με τα δεδομένα του φακέλου και δεν παρουσιάζει εσωτερικές αντιφάσεις. Σημαντικό είναι επίσης ότι ο ΜΥ2 δεν έχει εμφανές προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Δεν γνωρίζει την Κατηγορούμενη, δεν προκύπτει εχθρική ή φιλική σχέση με οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και δεν επιχείρησε να ωφελήσει ή να επιβαρύνει κάποιον αδικαιολόγητα. Η μαρτυρία του περιορίζεται σε όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε ως αυτόπτης μάρτυρας.

 

Όταν η μαρτυρία της Κατηγορούμενης ιδωθεί σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του ΜΥ2, προκύπτει ουσιαστική σύγκλιση στα κρίσιμα σημεία και όχι αντίφαση. Οι δύο μαρτυρίες, αν και προέρχονται από διαφορετικές οπτικές και ρόλους, αλληλοενισχύονται ως προς τον πυρήνα των γεγονότων και, κυρίως, ως προς το τι δεν έπραξε η Κατηγορούμενη. Καταρχάς, και οι δύο μαρτυρίες συμφωνούν ότι το επεισόδιο εντός του μπαρ πυροδοτήθηκε από σύγκρουση μεταξύ ανδρών. Η Κατηγορούμενη περιγράφει ένταση αποκλειστικά εντός της δικής της οικογενειακής παρέας και αποχώρησή της από τον χώρο εντός ελαχίστων λεπτών, χωρίς εμπλοκή σε οποιονδήποτε καυγά. Ο ΜΥ2, ως ανεξάρτητος αυτόπτης μάρτυρας, περιγράφει επίσης καυγά μεταξύ δύο ανδρών, έναν Κύπριο και έναν μη Κύπριο, χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια από γυναίκα. Ιδιαίτερης βαρύτητας είναι το γεγονός ότι ο ΜΥ2 αποδίδει ρητά το χτύπημα της καταγγέλλουσας σε άνδρα, περιγράφοντας με σαφήνεια ότι ο μη Κύπριος άνδρας έλαβε γυάλινο ποτήρι και κτύπησε την κοπέλα στο κεφάλι. Η περιγραφή αυτή όχι μόνο δεν συγκρούεται με τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης, αλλά συνάδει πλήρως με τη θέση της ότι δεν κτύπησε ποτέ την καταγγέλλουσα και ότι δεν είχε καμία εμπλοκή στο συγκεκριμένο περιστατικό. Περαιτέρω, η χρονική και χωρική τοποθέτηση της Κατηγορούμενης ενισχύεται έμμεσα από τη μαρτυρία του ΜΥ2. Η Κατηγορούμενη αναφέρει ότι παρέμεινε εντός του μπαρ για ελάχιστο χρονικό διάστημα και εξήλθε άμεσα λόγω της έντασης με τον σύζυγό της. Ο ΜΥ2, αντίστοιχα, δεν την τοποθετεί σε καμία στιγμή στο επίκεντρο των γεγονότων, ούτε την αναφέρει καν ως παρούσα ή εμπλεκόμενη. Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς της Κατηγορούμενης από έναν αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος περιγράφει με λεπτομέρεια το κρίσιμο επεισόδιο λειτουργεί υπέρ της. Επιπλέον, η στάση των δύο μαρτύρων παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά αξιοπιστίας, καθώς και οι δύο δεν υπερέβαλαν, δεν προσπάθησαν να καλύψουν κενά μνήμης με εικασίες και παρέμειναν σταθεροί στον πυρήνα της εκδοχής τους. Η Κατηγορούμενη παραδέχεται την ύπαρξη έντασης, ενώ ο ΜΥ2 παραδέχεται την αδυναμία μνήμης σε επιμέρους λεπτομέρειες λόγω της παρόδου του χρόνου. Αυτές οι παραδοχές λειτουργούν ενισχυτικά για την αξιοπιστία τους.

 

 

 

 

Νομικές πτυχές και εξέταση

 

Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].

 

Ως προς το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, κατά το άρθρο 243 ΠΚ, απαιτείται να αποδειχθούν σωρευτικά:

 

(α) η άσκηση βίας υπό μορφή επίθεσης από τον Κατηγορούμενο προς τον καταγγέλλοντα, και

 

(β) η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης ως αποτέλεσμα της επίθεσης αυτής.

 

Κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η οποία δεν ευνοεί την εκδοχή της ΜΚ1 ως προς τη διαδικασία αναγνώρισης, ούτε της ΜΚ2 ως προς το σύνολο των γεγονότων, για τους λόγους που αναλύθηκαν, προκύπτει ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 περιορίζεται, ουσιαστικά, στις διαδικαστικές ενέργειες της λήψης καταθέσεων, ενώ η μαρτυρία του ΜΚ3 περιορίζεται στη διαπίστωση της ύπαρξης ελαφρού τραύματος. Η τελευταία αυτή διαπίστωση συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΥ2 ως προς την ύπαρξη τραυματισμού, δεν επεκτείνεται όμως στην ταυτότητα του δράστη.

 

Οι εν λόγω μαρτυρίες, ιδωμένες συνολικά, δεν συνθέτουν πραγματική εικόνα ότι ο δράστης της επίθεσης κατά της καταγγέλλουσας, η οποία αναμφίβολα συνίστατο στο κτύπημα με ποτήρι στο κεφάλι, ήταν γυναίκα, ούτε ότι ήταν η Κατηγορούμενη. Ως εκ τούτου, δεν αποδεικνύεται με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας το ουσιώδες συστατικό στοιχείο της άσκησης επίθεσης από την Κατηγορούμενη προς την καταγγέλλουσα.

 

Το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει παρά την επιμελή και πλήρη παρουσίαση της διαθέσιμης μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, μετά την αξιολόγησή της στο πλαίσιο της αντιδικίας.

 

 

 

 

Κατάληξη

 

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει (1η Κατηγορία).

 

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.

[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.

[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.

[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.

[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο