Αναφορικά με τον K. B., Αίτηση / ΕΕΣ 6/2023, 2/3/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τον K. B., Αίτηση / ΕΕΣ 6/2023, 2/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Αίτηση / ΕΕΣ 6/2023

 

 

Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133(Ι)/2004

 

 

και

 

 

Αναφορικά με τον K. B.

 

_________

 

Ημερομηνία: 2 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Α. Μ. Τιμοθέου (κα), για την Κεντρική Αρχή, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

Αίτηση για λήψη συγκατάθεσης για επέκταση της ποινικής δίωξης

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο αιτών, εκπροσωπώντας την Κεντρική Αρχική, με την αίτηση ημερομηνίας 24.2.2026, ζητά διάταγμα με το οποίο να δίδεται η συγκατάθεση του Δικαστηρίου, ως η δικαστική Αρχή που αποφάσισε την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (ΕΕΣ) αναφορικά με το ως άνω πρόσωπο, όπως ασκηθεί περαιτέρω ποινική δίωξη εναντίον του, στα όσα αναφέρονται στο αίτημα διεύρυνσης της ποινικής δίωξης με στοιχεία δικογραφίας NZS 555 PHs 132/24 ημερομηνίας 16.10.2025, που εξέδωσε η εισαγγελία G?ttingen‎‎, στη Γερμανία, σε σχέση με την ποινική υπόθεση 506 Js 34578/23.

 

Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 36 § 4 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων Προσώπων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(Ι)/2004 («ο νόμος»). Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση λειτουργού στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (Κεντρική Αρχή), ο οποίος εκθέτει τα γεγονότα. Τα γεγονότα ανατρέχουν στο αρχικό ΕΕΣ που εκδόθηκε από τις γερμανικές Αρχές την 1.9.2023 και στη διαδικασία που μετέπειτα ακολουθήθηκε. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με απόφασή του ημερομηνίας 21.12.2023, κατόπιν ρητής και αμετάκλητης συγκατάθεσης του εκζητούμενου, διέταξε την παράδοσή του στις γερμανικές Αρχές. Ο εκζητούμενος δεν είχε παραιτηθεί από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας. Το ΕΕΣ που εκτελέστηκε αφορούσε αδικήματα απάτης σε εμπορικές δραστηριότητες, κατά παράβαση του Μέρους 263, υποκατηγορία 5 του γερμανικού Ποινικού Κώδικα (προβλεπόμενη φυλάκιση 1-10 έτη) και στη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, κατά παράβαση του Μέρους 263, υποκατηγορία 5, του γερμανικού Ποινικού Κώδικα (ποινή φυλάκισης 1-10 έτη), που φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ Δεκεμβρίου 2020 στη Γερμανία. Αναφερόταν σε αδικήματα εις βάρος κατονομαζόμενων προσώπων, που εξαπατήθηκαν από φερόμενους επενδυτικούς συμβούλους, από τον Δεκέμβριο του 2020 μέχρι τον Ιούλιο του 2021, μεταφέροντας το συνολικό ποσό των €275.000,00 σε δόσεις, σε διάφορους λογαριασμούς ή πορτοφόλια κρυπτογράφησης, αφού πίστευαν ότι τα ποσά θα επενδύονταν με κέρδος στις αναφερόμενες πλατφόρμες. Ο εκζητούμενος παραδόθηκε στις γερμανικές Αρχές την 4.1.2024. Στα γεγονότα που εκθέτει ο ενόρκως δηλών αναφέρεται, επίσης, ότι προηγήθηκε και άλλη αίτηση παροχής συναίνεσης της εισαγγελίας G?ttingen‎‎ ημερομηνίας 15.10.2024, στο πλαίσιο της οποίας είχαν ζητηθεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις και απόψεις και η οποία τελικά δεν προωθήθηκε, άνευ βλάβης. Την 17.10.2025, η Κεντρική Αρχή έλαβε μέσω των καναλιών της Eurojust νέα τροποποιημένη αίτηση παροχής συναίνεσης της εισαγγελίας G?ttingen, ημερομηνίας 16.10.2025, συνοδευόμενη από έντυπο ΕΕΣ, ημερομηνίας 19.9.2025, καθώς και επιπρόσθετη σχετική αλληλογραφία στα γερμανικά και μετάφραση αυτών στα αγγλικά. Με βάση το ΕΕΣ ημερομηνίας 19.9.2025, ζητείται η ποινική δίωξη του εκδοθέντος προσώπου  σε σχέση με 12 αξιόποινες πράξεις που αφορούν το αδίκημα της απάτης που διαπράχθηκε από μέλος συμμορίας και σε εμπορική βάση, αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν σε Γερμανία, Ολλανδία και Ελβετία, μεταξύ 27.7.2021 και 28.9.2021. Το ΕΕΣ αντιστοιχεί στο εθνικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο του G?ttingen την 16.8.2023, ως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του G?ttingen στις 19.9.2025 και η δικαιοδοσία του Περιφερειακού Δικαστηρίου του G?ttingen βασίζεται στο κατηγορητήριο ημερομηνίας 9.9.2024. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο του νέου αιτήματος, ζητείται, με βάση την αρχή της ειδικότητας, η συναίνεση στην επέκταση της δίωξης για τα αδικήματα που περιγράφονται στην αίτηση.

 

Παρεμβάλλεται πως, παρόλο που η Κεντρική Αρχή έλαβε την υπό αναφορά αίτηση την 17.10.2025, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την 27.2.2026, ενώ μεσολάβησε διαδικασία γραπτής αίτησης με ένορκη δήλωση δια του Γενικού Εισαγγελέα. Ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη προθεσμία των 30 ημερών, έχει ήδη παρέλθει. Η μη τήρησή της, δεν αναιρεί τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί του αιτήματος του κράτους έκδοσης ούτε καθιστά την κρίση του άκυρη· κατ’ αναλογία με ό,τι εφαρμόζεται στις υπόλοιπες προθεσμίες που διέπουν την Απόφαση – Πλαίσιο. Κρίνεται, όμως, σκόπιμο, με αφορμή τη διαδικασία που φαίνεται να ακολουθήθηκε και να οδήγησε στη μη τήρηση της εν λόγω προθεσμίας, να αναφερθούν τα ακόλουθα.

 

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 13 και 27 της Απόφασης – Πλαισίου και αντίστοιχα τα άρθρα 19 και 36 του νόμου, ο κανόνας της ειδικότητας αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση υπέρ του παραδοθέντος προσώπου και η άρση του επιτρέπεται μόνον στις ρητά προβλεπόμενες περιπτώσεις και, εν προκειμένω, αποκλειστικά κατόπιν συγκατάθεσης της δικαστικής Αρχής εκτέλεσης. Έχει την έννοια ότι το κράτος έκδοσης του ΕΕΣ δεσμεύεται να ασκήσει ποινική δίωξη, να καταδικάσει ή να στερήσει την ελευθερία στο παραδοθέν πρόσωπο μόνο για τις αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται ρητά στο εκτελεσθέν ένταλμα, και για τις οποίες η δικαστική Αρχή εκτέλεσης έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις παράδοσης, και να μην διευρύνει μονομερώς το αντικείμενο αυτής της κρίσης εκ των υστέρων. Η επέκταση της δίωξης, όπου προκύψει τελικά ως αναγκαία, δεν αποτελεί συνέχεια της αρχικής παράδοσης, αλλά νέα, αυτοτελή νομική πράξη, η οποία ενεργοποιεί εκ νέου τον έλεγχο της δικαστικής Αρχής εκτέλεσης, υπόκειται σε χρονικά όρια (30 ημέρες), και ελέγχεται με τα ίδια κριτήρια, που θα ίσχυαν αν τα αδικήματα είχαν τεθεί εξαρχής. Πρακτικά, η δυνατότητα επέκτασης σημαίνει επαναφορά του ελέγχου στη δικαστική Αρχή εκτέλεσης.

 

Συναφώς, ο κανόνας της ειδικότητας ευεργετεί τον παραδοθέντα με το να περιορίζει το εύρος της ποινικής εξουσίας προς όφελός του, ώστε να γνωρίζει ότι δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με απροσδιόριστες ή μεταγενέστερα εντοπισθείσες κατηγορίες χωρίς νέα διαδικασία ενώπιον της δικαστικής Αρχής εκτέλεσης. Παράλληλα, μετατρέπει την επέκταση σε εξαιρετική διαδικασία και το βάρος μεταφέρεται στο κράτος έκδοσης, που θα πρέπει να μπει σε μία διαδικασία να αιτιολογήσει και να συγκεκριμενοποιήσει την εν λόγω ανάγκη, για να τύχει εξέτασης από το κράτος εκτέλεσης, δηλαδή από μία ανεξάρτητη δικαστική Αρχή. Δεν υπάρχει είτε για να παρέχει ασυλία είτε για να εμποδίζει την απονομή της δικαιοσύνης, αλλά για να διασφαλίζει ότι αυτή απονέμεται μόνον εντός των ορίων της συγκατάθεσης που δόθηκε και του ελέγχου που ασκήθηκε. Ο παραδοθείς δεν είναι διάδικος στη διαδικασία της επέκτασης. Σε αυτή τη διαδικασία, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης ελέγχει την προηγούμενη απόφαση και τα όριά της, και όχι τη θέση του παραδοθέντος. Συναφώς, ο νόμος και η Απόφαση ‒ Πλαίσιο δεν προβλέπουν ενημέρωση, κλήτευση ή δικαίωμα παράστασης ή εκπροσώπησης του προσώπου στο οποίο αφορά το αίτημα.  Το ευεργέτημα εξαντλείται στο ότι η επέκταση δεν μπορεί να γίνει μονομερώς από το κράτος έκδοσης και στο ότι ο έλεγχος ασκείται από ανεξάρτητη δικαστική Αρχή και με αντικειμενικά κριτήρια. Δεν υπόκειται στη διαπραγμάτευση ή στη συναίνεση του ενδιαφερόμενου. Η συμμετοχή του παραδοθέντος απαιτείται μόνον όταν ο ίδιος αρχικά καλείται να παραιτηθεί από τον κανόνα της ειδικότητας, στο στάδιο της έκδοσης, όπου τότε εμφανίζεται ή εκπροσωπείται, ενημερώνεται πλήρως, έχει συνήγορο, και η δήλωση καταχωρίζεται σε πρακτικά, οπότε και ασκεί δικαίωμα. Στην επέκταση, με συγκατάθεση του κράτους εκτέλεσης (όπου απουσιάζει η μεταγενέστερη συγκατάθεση του παραδοθέντος), ο παραδοθείς δεν ασκεί δικαίωμα, και απλώς ωφελείται ή όχι από τον θεσμικό έλεγχο. Συνακόλουθα, η διαδικασία παροχής συγκατάθεσης από το κράτος εκτέλεσης δεν αφορά την άσκηση ποινικής δίωξης καθαυτή, αλλά τον επανακαθορισμό των ορίων της ήδη χορηγηθείσας παράδοσης.

 

Με βάση τα προαναφερόμενα, επισημαίνεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της διαδικασίας παροχής συγκατάθεσης, η οποία, εκ του νόμου, προορίζεται να διεξάγεται εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, δεν είναι αναγκαίο να παρέρχεται τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση του νέου ΕΕΣ μέχρι την προσαγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρόλο που ο τρόπος με τον οποίον εν προκειμένω τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, που φαίνεται να συνέτεινε στην καθυστέρηση, δεν είναι δικονομικά απαράδεκτος, το αίτημα του κράτους έκδοσης μαζί με το νέο ΕΕΣ θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν τεθεί προς εξέταση από τη δικαστική Αρχή εκτέλεσης με απλούστερη διαδικασία.

 

Προχωρώντας στην εξέταση του νέου ΕΕΣ, σημειώνεται πως δεν υφίσταται δήλωση τεκμαιρόμενης συγκατάθεσης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Επίσης, ο εκζητούμενος δεν προκύπτει από οπουδήποτε να έχει παραιτηθεί μεταγενέστερα από τον κανόνα της ειδικότητας. Συνεπώς, η εξέταση του αιτήματος περιορίζεται αυστηρά στο κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 27 § 4 της Απόφασης ‒ Πλαισίου και αντίστοιχα του άρθρου 36 § 4 του νόμου.

 

Το νέο ΕΕΣ φέρει όλα τα στοιχεία της έγκυρα εκδοθέντος ΕΕΣ, υφίσταται η απαιτούμενη μετάφραση, και δεν έχει στο μεταξύ προκύψει ούτε προκύπτει εκ των τώρα αναφερόμενων οποιοσδήποτε λόγος που θα προσέκρουσε στη δυνατότητα εκτέλεσης του αρχικού ΕΕΣ.

 

Η συγκατάθεση δύναται να δοθεί μόνο για αδικήματα τα οποία περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα στο νέο ΕΕΣ, και θα μπορούσαν, εάν είχαν περιληφθεί εξαρχής στο ΕΕΣ, να θεμελιώσουν νόμιμα την παράδοση του εκζητουμένου. Περαιτέρω, σε σχέση με αδικήματα που φέρονται να τελέστηκαν εκτός του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εξετάζεται κατά πόσον αυτά εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των γερμανικών Αρχών κατά τρόπο που να καθιστά επιτρεπτή την παράδοση.

 

Έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, όπως εκτέθηκε και επεξηγήθηκε, σε συνάρτηση με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, σημειώνονται τα εξής: Τα αδικήματα αναφορικά με τα οποία ζητείται η επέκταση είναι επαρκώς συγκεκριμένα. Η αναφορά είναι για 12 αδικήματα, μεταξύ της περιόδου 27.7.2021 με 28.9.2021, που αναλύονται στο πεδίο της. Ανάγονται στη νομική βάση του άρθρου 263(5) του γερμανικού Ποινικού Κώδικα και επαπειλούνται με φυλάκιση άνω των τριών ετών, εκφεύγοντας από τον έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Είναι της φύσης και έχουν διαπραχθεί σε χρόνο και με τρόπο που θα μπορούσαν, εάν ήταν εξ αρχής γνωστά δια της διενεργούμενης από το κράτος έκδοσης διερεύνησης, να είχαν ενταχθεί και στο αρχικό ΕΕΣ, καλυπτόμενα από τη συγκατάθεση του εκζητούμενου και πλέον εκδοθέντος προσώπου.

 

Πρόσθετα, το κράτος έκδοσης, το οποίο έχει αναλάβει τη διερεύνηση, ρητά αναφέρει, στην επιστολή του ημερομηνίας 16.10.2025, ότι, με δεδομένο ότι το εκδοθέν πρόσωπο είναι γερμανικής υπηκοότητας, διατηρεί τη δικαιοδοσία, με ρητή αναφορά στο εγχώριο δίκαιο, και επί αδικημάτων που διαπράχθηκαν εκτός της Γερμανίας. Δεν διαφαίνεται λόγος αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας αυτής.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, και εφόσον διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 27 § 4 της Απόφασης ‒ Πλαισίου και αντίστοιχα του άρθρου 36 § 4 του νόμου, η παροχή συγκατάθεσης δεν προσκρούει στον κανόνα της ειδικότητας και συνάδει με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών.

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, εκδίδεται απόφαση δια της οποίας παρέχεται συγκατάθεση για την επέκταση της ποινικής δίωξης του παραδοθέντος προσώπου, η οποία ισχύει μόνον σε σχέση με τα αδικήματα που περιγράφονται ρητά και συγκεκριμένα στο ΕΕΣ ημερομηνίας 19.9.2025.

 

Να ενημερωθεί άμεσα το κράτος έκδοσης, δια της Κεντρικής Αρχής, για την απόφαση αυτή.

 

(Υπ.) …………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο