ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 6569/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
T.A.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 11.3.2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου
Για Κατηγορούμενο: κ. Κλεοβούλου
Ο κατηγορούμενος είναι παρών.
ΠΟΙΝΗ
(Δοθείσα Αυθημερόν)
Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του στην μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, της της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, την 3.2.2022 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος έκλεψε το χρηματικό ποσό των €9.000, περιουσία που του εμπιστεύθηκε η T.R., για να της παραγγείλει έπιπλα από την Ελλάδα και για επισκευή της οροφής και της περίφραξης της οικίας της, πράγμα το οποίο δεν έπραξε.
Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου και το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε.
Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2019 η παραπονούμενη μετέβη σε κατάστημα επίπλων όπου εργαζόταν ο κατηγορούμενος ως οδηγός μεταφορών, με σκοπό την αγορά επίπλων για την οικία της, καθώς είχε αναθέσει στον κατηγορούμενο στο παρελθόν την επισκευή κάποιων επίπλων της.
Ο κατηγορούμενος ανέφερε στην παραπονούμενη ότι τα έπιπλα δεν υπήρχαν σε απόθεμα και ότι έπρεπε να παραγγελθούν από την Ελλάδα, ενώ θα στοίχιζαν €4.500. Η παραπονούμενη ζήτησε επίσης από τον κατηγορούμενο την επιδιόρθωση της στέγης και περίφραξης του σπιτιού της και δύο ημέρες αργότερα, έδωσε στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €9.000 τόσο για την αγορά των επίπλων, όσο και για τις αναφερόμενες επιδιορθώσεις.
Ένεκα του ότι η παραπονούμενη είναι μόνιμη κάτοικος Ρωσίας, τηλεφωνούσε στον κατηγορούμενο για να ενημερωθεί σε ποιο στάδιο βρισκόταν η παραγγελία της χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Την 23.6.2021, όταν η παραπονούμενη επέστρεψε στην Κύπρο, διαπίστωσε ότι έλειπε η ξύλινη περίφραξη αξίας €1.000.
Την 1.7.2021 η παραπονούμενη συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στην οικία της, όπου αυτός παραδέχθηκε ότι δεν παρήγγειλε τα αναφερόμενα έπιπλα και ότι έδωσε το ποσό των €9.000 για να εξοφλήσει κάποια χρέη του, υποσχέθηκε δε γραπτώς στην παραπονούμενη ότι θα της εξοφλούσε το ποσό με μηνιαίες δόσεις των €1.000 από 1.8.2021. Ενόψει ωστόσο του ότι ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε το εν λόγω ποσό, η παραπονούμενη προέβη σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία.
Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και απολογήθηκε.
Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει,[1] αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι 37 ετών, κατάγεται από τη Γεωργία όπου έζησε μέχρι 12 ετών και έχει ελληνική υπηκοότητα. Ο πατέρας του απεβίωσε και η μητέρα του είναι συνταξιούχα, ενώ ο ίδιος είναι διαζευγμένος και έχει δύο παιδιά, 15 και 10 ετών σήμερα.
Διαμένει με τη μητέρα του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα το οποίο είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα και αναφορικά με το οποίο καταβάλλει μηνιαίες δόσεις ύψους €760, καταβάλλει δε για τις ανάγκες των παιδιών του περί τα €350 - €500 μηνιαίως και διατηρεί με αυτά σταθερή και καθημερινή επικοινωνία. Δεν φοίτησε σε σχολείο στην Κύπρο, ενώ λόγω οικονομικών δυσκολιών της οικογένειας του, εργάζεται από μικρή ηλικία ως επιπλοποιός.
Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο.
Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης με την εξατομίκευση της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2]
Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4]
Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.
Αναφορικά με τη σοβαρότητα της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6]
Ειδικότερα, για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, το αρ. 270(β) του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και 14 έτη.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορουμένου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7]
Διαφωτιστικό ως προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus (2007), σελ. 141:
«Thefts by employees in the private sector also involve highly reprehensible conduct, because, as pointed out in the case of A.-G. v. Neophytos Nicola Vassiliotis alias Kaizer a.o., conduct of this kind “tends to undermine the basis upon which hundreds of people carry on their business as employees or earn their living as employers. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great consequence; and is entitled to adequate protection from the law”.
Στην Πέτρου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ 219, όπου το συνολικό ποσό της κλοπής ανερχόταν σε £36.000, ο Εφεσείων ήταν 31 ετών, οικογενειάρχης και πατέρας τριών μικρών παιδιών και με την απόλυσή του από τη θέση που κατείχε και γενικότερα με την απώλεια της σταδιοδρομίας του, υπέστη καταστροφικό πλήγμα, ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, με επακόλουθο την παράταση αγωνίας του ιδίου και της οικογένειάς του, οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2½ ετών σε κάθε μια από τις κατηγορίες που ο εφεσείων αντιμετώπιζε, μειώθηκαν σε 18 μήνες, λαμβανομένων υπόψη των ελαφρυντικών παραγόντων που παρουσίαζε ο κατηγορούμενος.
Στην Στυλιανού Ανδρέας Κωστάκη ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 646, ο εφεσείων αντιμετώπισε 13 κατηγορίες ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η πρώτη αφορούσε στην κλοπή ποσού £56.993 από γραμματέα και υπηρέτη κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, η δεύτερη την παράλειψη καταχώρησης ουσιωδών στοιχείων σε βιβλία, έγγραφα ή λογαριασμούς με σκοπό την καταδολίευση κατά παράβαση του Άρθρου 313(γ) του ιδίου Κώδικα, οι κατηγορίες 3-12, αφορούσαν τον καταρτισμό διαφόρων εγγράφων προς διάφορα πρόσωπα και για διαφορετικά ποσά άνευ εξουσίας, κατά παράβαση του Άρθρου 343(α) του Κεφ.154, ενώ η 13η κατηγορία σχετιζόταν με αδίκημα συγκάλυψης κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Νόμου 61(Ι)/96, επί τω ότι ο εφεσείων απέκτησε και κατείχε το χρηματικό ποσό των £56.993, γνωρίζοντας ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Ο εφεσείων, καταδικάστηκε επί τη βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2½ ετών στην 1η και 13η κατηγορία και 18 μηνών φυλάκισης στη 2η κατηγορία. Κατ’ έφεση, οι ποινές αυτές επικυρώθηκαν, παρότι θεωρήθηκαν επιεικείς.
Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[8]
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.
Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, σε συνάρτηση με τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία παραδέχθηκε ενοχή, ήτοι εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη της παραπονούμενης. Έχω παράλληλα κατά νου τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί.
Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.
Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και πρέπει να αμοίβεται,[9] το λευκό ποινικό του μητρώο, τον διαρρεύσαντα χρόνο από τη διάπραξη του αδικήματος, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν είναι δυνατό να υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.
Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει αποδεχθεί την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης της παραπονούμενης, το οποίο, σε συνδυασμό με την άμεση παραδοχή και απολογία του, δεικνύει την έμπρακτη μεταμέλειά του.
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.
Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο για την κατηγορία που αντιμετωπίζει, ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, καθότι η επιβληθείσα ποινή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία (3) έτη.
Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[10]
Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[11]
Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[12]
Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[13]
(α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του,
(β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και
(γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.
Στην Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως.
Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ’ αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο.
Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό.
Ωστόσο, κατ’ επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού του μητρώου, του ότι από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος που αφορά η παρούσα μέχρι και σήμερα, δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη εντός του χρόνου που έχει διαρρεύσει, καθώς επίσης και του ότι πρόκειται για πατέρα δύο ανηλίκων με τα οποία διατηρεί καθημερινή επικοινωνία και τα στηρίζει και οικονομικά, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία.
Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών.
Εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης εναντίον του κατηγορούμενου και προς όφελος της T.R. για το ποσό των €6,000.00 δυνάμει του αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960.
(Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης).
(Υπ.) ……………………
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.
[3] Βλ. μεταξύ άλλων, Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).
[6] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.
[7] Kolev v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 197, Αστυνομία ν. Βακανά Π.Ε. 173/2020 ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).
[8] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.
[9] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 359.
[10] Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.
[11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.
[12] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.
[13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο