ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Χ. Χ. κ.α., Υπόθεση αρ. 16767 / 2020, 4/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Χ. Χ. κ.α., Υπόθεση αρ. 16767 / 2020, 4/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 16767 / 2020

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

1.   Χ. Χ.

2.   Κ. Β.

3.   Κ. Κ.

 

__________________________

Ημερομηνία: 4 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Α. Μιχαήλ, για τον Κατηγορούμενο 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργημάτων, δηλαδή κατοχή και κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων [1η Κατηγορία, 3η Κατηγορία], για κατοχή και για κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων [2η Κατηγορία, 4η Κατηγορία] και για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις [5η Κατηγορία], αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Νοέμβριο του 2019.

 

Η κατοχή και η κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος είναι ποινικά αδικήματα με βάση τον περί Νομίσματος (Παραχάραξη και Άλλα συναφή Θέματα) Νόμο 110(Ι)/2004. Η απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις είναι ποινικό αδίκημα με βάση τον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο Κεφ.154 (ΠΚ). Οι νόμοι αυτοί προβλέπουν τις ανώτατες ποινές που μπορούν να επιβληθούν. Ειδικότερα, για το αδίκημα της κατοχής παραχαραγμένου νομίσματος, προβλέπεται στον νόμο ποινή φυλάκισης μέχρι τα έξι χρόνια[1] και για το αδίκημα της κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι τα οκτώ χρόνια[2]. Για το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι τα πέντε χρόνια φυλάκισης[3].

 

Η κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων διαταράσσει τη νομισματική πολιτική και ανάγεται, όσον αφορά τη σοβαρότητα του αδικήματος, σε έγκλημα κατά της εθνικής κυριαρχίας και των κρατικών δικαιωμάτων. Τα νομίσματα έχουν αξία επειδή εκδίδονται από αρμόδιο φορέα και λόγω της εμπιστοσύνης που υπάρχει σε αυτόν. Δεν μπορεί ο καθένας να φτιάχνει τα δικά του νομίσματα ή να κατέχει τέτοια παραχαραγμένα νομίσματα, να τα θέτει σε κυκλοφορία και να συναλλάσσεται με αυτά. Η κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων προσβάλλει την οικονομική σταθερότητα και ασφάλεια, τη δημόσια εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και τη νομιμότητα των νομισμάτων που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές, συμβάλλοντας περαιτέρω και στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής. Προσβάλλει τη δημόσια τάξη. Οι αποδέκτες τέτοιων νομισμάτων, που δεν έχουν πραγματική αξία, υφίστανται εξαπάτηση και οικονομική ζημιά. Επειδή η παραχάραξη νομισμάτων ή η κατοχή και κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων έχει σοβαρότητα, που επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας, αντιμετωπίζεται και με ανάλογη αυστηρότητα.

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[4],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[5]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[6], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[7], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[8]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα πληρέστερα καταγράφονται στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Α. Εκ των γεγονότων, προκύπτει πως τα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα ήταν τρία χαρτονομίσματα των €20, όλα με τον ίδιο αριθμό, που αναφέρεται, τα οποία δόθηκαν στον διαχειριστή του κυλικείου του στρατοπέδου Σωφρονίου Αβίου, κατονομαζόμενο Επισμηναγό Θ.Λ., για να πληρωθούν συγκεκριμένα προϊόντα. Τα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα δεν περιορίζονταν σε ένα μεμονωμένο τεμάχιο, αλλά ανέρχονταν σε τρία χαρτονομίσματα των €20, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο συναλλαγής για την εξασφάλιση προϊόντων, με αποτέλεσμα να τεθούν πράγματι σε κυκλοφορία και να δημιουργηθεί άμεσος κίνδυνος εξαπάτησης και οικονομικής ζημίας του αποδέκτη. Περαιτέρω, η πράξη τελέστηκε σε κυλικείο στρατοπέδου, δηλαδή σε χώρο που λειτουργεί στο πλαίσιο στρατιωτικής μονάδας και διέπεται από συνθήκες πειθαρχίας και αυξημένης εμπιστοσύνης μεταξύ των προσώπων που συναλλάσσονται, γεγονός που καθιστά ευχερέστερη την επιτυχία της εξαπάτησης. Από την άλλη, λαμβάνονται υπόψη ο περιορισμένος αριθμός των χαρτονομισμάτων και η μικρή συνολική αξία τους, ήτοι €60, καθώς και το γεγονός ότι αυτά έφεραν τον ίδιο αριθμό σειράς, στοιχείο που καταδεικνύει την πρόχειρη και εμφανώς ατελή φύση της παραχάραξης και συνακόλουθα μειωμένο βαθμό επιδεξιότητας, γεγονός που καθιστούσε ευχερέστερο τον εντοπισμό τους και περιόριζε την πιθανότητα ευρύτερης διάδοσής τους στην κυκλοφορία. Η πράξη τελέστηκε στο πλαίσιο της καθημερινότητας της στρατιωτικής θητείας, σε περιβάλλον όπου συχνά αναπτύσσονται μεταξύ των στρατευσίμων συμπεριφορές που ενδεχομένως να μην είχαν θέση σε άλλο κοινωνικό πλαίσιο, οι οποίες, χωρίς βεβαίως να δικαιολογούν ή να νομιμοποιούν την επίδικη συμπεριφορά, συμβάλλουν στην κατανόηση. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι η επίδικη πράξη εντάσσεται περισσότερο σε περιστασιακή και επιπόλαιη συμπεριφορά που εκδηλώθηκε υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της στρατιωτικής ζωής, παρά σε οργανωμένη ή συστηματική εγκληματική δραστηριότητα, στοιχείο που συνεκτιμάται αποκλειστικά στο πλαίσιο της αξιολόγησης της πραγματικής έντασης της παραβατικής συμπεριφοράς.

 

Λαμβάνεται υπόψη η πάροδος του χρόνου από τον Νοέμβριο του 2019, αλλά και οι λόγοι για τους οποίους υπήρξε. Η υπόθεση καταχωρίστηκε τον Νοέμβριο του 2020. Η παραδοχή έγινε την 30.10.2025, ενόψει της ακρόασης. Η πάροδος του χρόνου συνεκτιμάται με την επίδραση που είχε στην προσωπική και κοινωνική ζωή του καθενός εκ των Κατηγορούμενων 1 και 2.

 

Συναφώς, λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές συνθήκες, όπως έχουν εκτεθεί, μέσω των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας αλλά και κατά τον μετριασμό. Περιλαμβάνουν τις ηλικίες, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων (21 και 19 ετών, αντίστοιχα) και σήμερα, την κοινωνική κατάσταση, που δείχνει, για τον Κατηγορούμενο 1, μία υγιή κοινωνική ζωή, αφοσιωμένη και στην επαγγελματική μαγειρική, μακριά από την παραβατικότητα. Για τον Κατηγορούμενο 2, μία κάπως δυσκολότερη καθημερινότητα στο παρελθόν, συνδεόμενη με την απουσία του πατρικού προτύπου, την πρόωρη διακοπή της σχολικής φοίτησης και την εμπλοκή με τη χρήση ελεγχόμενων ουσιών και τη νεανική παραβατικότητα, η οποία συνεχίζει να δημιουργεί ορισμένες δυσκολίες, που γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν με σχετική ιατρική φροντίδα και σταθερή εργασία.

 

Δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, γεγονός που λαμβάνεται, επίσης, υπόψη[9].

 

Λαμβάνεται υπόψη και η απολογία που εκφράστηκε και η συνεργασία που υπήρξε με την Αστυνομία, υπό τις συνθήκες που υπήρξε και με τις δυνατότητες που υπήρχαν, και η παραδοχή στο Δικαστήριο[10]. Δεν ήταν άμεση η παραδοχή στο Δικαστήριο, συνεπώς δεν μπορεί να έχει τη μέγιστη ελαφρυντική επίδραση που θα είχε η άμεση παραδοχή, ωστόσο εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη πως η υπόθεση για τον Κατηγορούμενο 3 έχει ανασταλεί.

 

Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό χαρακτήρα των πράξεων, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής.

 

Στα αδικήματα που σχετίζονται με παραχαραγμένο νόμισμα, η φυλάκιση αποτελεί την κατ’ αρχήν αρμόζουσα ποινή, ακόμη και όταν η έκταση της πράξης είναι μικρή. Τα αδικήματα αυτά στρέφονται κατά της δημόσιας εμπιστοσύνης στο νομισματικό σύστημα, ακόμα κι όταν διαπράττονται σε μεμονωμένες συναλλαγές χαμηλής αξίας προϊόντων. Το μήνυμα της αποτροπής υπερβαίνει την οικονομική αξία της συγκεκριμένης πράξης ή την ταυτότητα του αποδέκτη της. Όσα αναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκταση της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί. Θα επιβληθεί ποινή στη σοβαρότερη κατηγορία, της κυκλοφορίας των παραχαραγμένων νομισμάτων, που είναι η 4η Κατηγορία, λαμβάνοντας υπόψη και τις υπόλοιπες κατηγορίες.

 

Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:

 

4η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

 

1η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στην 4η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

2η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στην 4η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

3η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στην 4η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

5η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στην 4η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

Έγινε εισήγηση να ανασταλεί η εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[11]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[12]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[13].

 

Δεν πρόκειται για αδικήματα που περιλαμβάνουν βία εναντίον προσώπων. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν νεαρής ηλικίας κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, τα οποία τελέστηκαν κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας, ενώ από τότε έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα και έχουν διαμορφώσει τις ζωές τους με τρόπο κοινωνικά ομαλό. Συνεκτιμάται, επίσης, ότι δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα, παραχάραξης, ή και για οποιαδήποτε άλλα αδικήματα, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση ότι επρόκειτο για περιστατικό νεανικής απερισκεψίας, υπό τις συνθήκες εγκλεισμού στο στρατόπεδο και τις δυναμικές της συσχέτισης με άλλα άτομα εντός στρατοπέδου, που δεν εντάσσεται σε παγιωμένη εγκληματική δράση κατά του νομισματικού συστήματος. Ότι η ποινική δίωξη έχει ανασταλεί για συγκατηγορούμενό τους, είναι δεδομένο που, χωρίς να είναι καθοριστικό, λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της συνολικής στάθμισης και της ανάγκης για συνεπή ποινική μεταχείριση. Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, στην παρούσα περίπτωση, δύναται να ανταποκριθεί επαρκώς στους σκοπούς της ποινής, καθότι διατηρεί ακέραιη την ειδική αποτροπή μέσω της απειλής ενεργοποίησης της ποινής σε περίπτωση νέας παραβατικής συμπεριφοράς, ενώ παράλληλα επιτρέπει την κοινωνική επανένταξη και την αποφυγή των δυσμενών συνεπειών του άμεσου εγκλεισμού, όπου αυτός δεν κρίνεται απολύτως αναγκαίος. Η δε επιλογή της μέγιστης προβλεπόμενης χρονικής περιόδου αναστολής κρίνεται ενδεδειγμένη, ώστε η δέσμευση των Κατηγορουμένων 1 και 2 έναντι του Δικαστηρίου και του κοινωνικού συνόλου να είναι ουσιαστική και μακράς διάρκειας, αντανακλώντας ταυτόχρονα την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη συμμόρφωσης στο μέλλον.

 

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε αναστέλλεται για χρονική περίοδο τριών ετών από σήμερα.

 

[εξηγείται η έννοια και η σημασία της αναστολής]

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.

 

·                    Έξοδα €100 να καταβληθούν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, έκαστος κατά το ήμισυ.

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] άρθρο 5 § 2 ν.110(Ι)/2004

[2] άρθρο 5 § 1 ν.110(Ι)/2004

[3] άρθρο 298 § 2 ΠΚ

[4] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[5] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[6] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[7] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[8] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[9] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.

[10] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.

[11] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[12] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο