ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Φ. Β., Υπόθεση αρ. 460 / 2024, 6/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Φ. Β., Υπόθεση αρ. 460 / 2024, 6/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 460 / 2024

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

Φ. Β.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 2 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Α. Ιωάννου (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινές, στις κατηγορίες: ότι την 07.01.2024, στα Κάτω Πολεμίδια της Επαρχίας Λεμεσού, έγινε διάρρηξη και επιτεύχθηκε είσοδος στην αποθήκη του μηχανουργείου  που βρίσκεται στην οδό Καλών Τεχνών αρ. 16, ιδιοκτησίας του προσώπου που αναφέρεται, και διαπράχθηκε μέσα σε αυτήν κακούργημα, δηλαδή κλοπή των αντικειμένων που αναφέρονται στον Πίνακα Α, συνολικής αξίας €160, περιουσία του προσώπου που αναφέρεται [1η Κατηγορία, διάρρηξη κτηρίου, 294(α) ΠΚ]. Υπήρχε η κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή ένα ψαλίδι κοπής λαμαρινών και ένα μεγάλο ψαλίδι χωρίς νόμιμη δικαιολογία [2η Κατηγορία, 5η Κατηγορία, κατοχή διαρρηκτικού οργάνου κατά την ημέρα με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 296(δ) ΠΚ], και προκλήθηκε κακόβουλη ζημιά στο κάγκελο της αυλής του μηχανουργείου αποκόπτοντας μέρος του μεταλλικού πλέγματος και στην περίφραξη της αποθήκης, αξίας περίπου €100 το πλέγμα, και αγνώστου αξίας η λοιπή ζημιά, περιουσία των προσώπων που κατονομάζονται [3η Κατηγορία, 6η Κατηγορία, κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, άρθρο 324 § 1 ΠΚ].

 

Για τη διάρρηξη κτηρίου που χρησιμοποιείται ως αποθήκη, κατά το άρθρο 294(α) ΠΚ[1], η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι και τα επτά χρόνια. Η κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία χρόνια, κατά το άρθρο 296(δ)(ii) ΠΚ, ενώ η κακόβουλη βλάβη, κατά το άρθρο 324 § 1 ΠΚ, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τα δύο χρόνια ή και χρηματική ποινή μέχρι τις Λ.Κ.1.500, που αντιστοιχεί σε €2.562,90.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[2],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[3]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[4], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[5], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[6]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[7]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.

 

Τα γεγονότα που διαπιστώθηκαν πληρέστερα καταγράφονται στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Α. Εκ των γεγονότων, διαφάνηκε πως υπήρξε μικρού βαθμού προσχεδιασμός, χωρίς ιδιαίτερη επιδεξιότητα. Έγινε χρήση οργάνου για την αποκοπή του πλέγματος και για την είσοδο στον χώρο από την περίφραξη και προκλήθηκε υλική ζημία για την παραβίαση, που συνιστούσε έκφανση φυσικής βίας. Δεν υπήρξε βία ή απειλή εναντίον προσώπου ή τραυματισμός. Δεν λήφθηκαν μέτρα προστασίας. Δεν υπήρξε ομαδική δράση και δεν προκύπτει από οπουδήποτε να υπάρχει εγκληματική ομάδα. Η οικονομική αξία των κλαπέντων δεν ήταν μεγάλη ούτε η προκληθείσα υλική ζημιά. Η φύση των αδικημάτων και ο τρόπος διάπραξής τους, σε συνάρτηση με την βλάβη που προκλήθηκε, οδηγούν το Δικαστήριο στο να προσδιορίσει πως τα υπό εξέταση αδικήματα δεν κατατάσσονται στο ανώτατο επίπεδο ποινικής απαξίας που απαντάται σε περιπτώσεις διαρρήξεων και κλοπών μεγάλης οικονομικής αξίας, οργανωμένης ή επαγγελματικής δράσης ή πρόκλησης ουσιώδους και πολυεπίπεδης ζημίας.

 

Δεν έχουν όλοι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη αυτοτελή επίδραση στην ποινή, ενώ παράγοντες που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, δεν λαμβάνονται εκ νέου υπόψη.

 

 

Λαμβάνεται υπόψη η πάροδος του χρόνου από τον Ιανουάριο του 2024, αλλά και οι λόγοι για τους οποίους υπήρξε.

 

Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, όπως αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, καθώς και όσα πρόσθετα αναφέρθηκαν. Περιλαμβάνουν την ηλικία, σήμερα περίπου 58 ετών, την καταγωγή, τον χρόνο που άρχισαν οι επαφές με την Κύπρο από το 1993, αρχικά για αγώνες πολεμικών τεχνών, το 1999 λόγω της γνωριμίας με Κύπρια, με την οποία συνάφθηκε γάμος, αποκτήθηκαν τρία παιδιά, υπήρχε απασχόληση σε εργοληπτική εταιρεία. Όλα άρχισαν να παίρνουν άλλη τροπή όταν το 2013 παρουσίαστηκαν προβλήματα ψυχικής υγείας. Το 2020 διαλύθηκε ο γάμος, διατηρούνται καλές σχέσεις με τα παιδιά. Σήμερα η διαμονή είναι σε ενοικιαζόμενο ακίνητο, λαμβάνεται επιδοματική βοήθεια, για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης. Προσκομίστηκαν έγγραφα που δείχνουν την ταλαιπωρία από τα προβλήματα ψυχικής υγείας (Τεκμήριο Β).

 

Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη πως δεν υπάρχουν διαθέσιμες προηγούμενες καταδίκες[8].

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η απολογία και η παραδοχή, τόσο στην Αστυνομία, με την οποία υπήρχε συνεργασία, όσο και στο Δικαστήριο[9], που ήταν έγκαιρη. Είναι ενδεικτική μεταμέλειας[10] και εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.

 

Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό χαρακτήρα των πράξεων, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος της διάρρηξης, που συνιστά την 1η Κατηγορία, τον συνολικό τρόπο δράσης και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα άλλα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης, ως η μόνη ποινή που μπορεί να αποτυπώσει επαρκώς τη σοβαρότητα. Δεν θα μπορούσε η διάρρηξη να αντιμετωπιστεί με πρόστιμο, ενώ δεν διατίθεται κατάλληλη εναλλακτική ποινή. Όσα αναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκτασή της. Η ποινή φυλάκισης που θα επιβληθεί στην 1η Κατηγορία εξαντλεί την απαξία της 2ης Κατηγορίας και της 5ης Κατηγορίας, που αφορούν την κατοχή των διαρρηκτικών εργαλείων. Επίσης, όσα αφορούν τη 3η Κατηγορία και την 6η Κατηγορία, για την κακόβουλη βλάβη, με αναφορά στην βλάβη στην παραβιασμένη περίφραξη, λήφθηκαν υπόψη στην 1η Κατηγορία, κατά τρόπο ώστε, η επιβολή ποινής στην 1η Κατηγορία, που είναι η σοβαρότερη, να επαρκεί.

 

Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

2η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

3η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

5η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

6η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

Η συνολική ποινική μεταχείριση είναι οι 6 μήνες φυλάκισης. Απαντά στο γεγονός πως τον Ιανουάριο του 2024, ο Κατηγορούμενος παραβίασε, αποκόπτοντας, την περίφραξη της αποθήκης μηχανουργείου, διέρρηξε την αποθήκη και έκλεψε από αυτήν τα αντικείμενα που περιγράφονται, συνολικής αξίας €160, ενώ είχε προκαλέσει υλική ζημιά στο πλέγμα περίπου €100 και επιπλέον άγνωστης αξίας στην περίφραξη. Είχε στην κατοχή του ψαλίδι αποκοπής λαμαρινών και μεγάλο ψαλίδι. Υπήρξε μικρού βαθμού προσχεδιασμός χωρίς επιδεξιότητα, η έκταση της βλάβης ήταν μικρή, είναι 58 ετών, λήπτης επιδοματικής βοήθειας, παραδέχθηκε άμεσα και έχει λευκό ποινικό μητρώο και προβλήματα ψυχικής υγείας.

 

Έγινε εισήγηση να ανασταλεί η εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[11]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[12]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[13].

 

Με βάση τα δεδομένα αυτής της υπόθεσης, δεν υπάρχει βία εναντίον προσώπων, πρόκειται για άτομο μέσης ηλικίας αναφορικά με το οποίο ο κίνδυνος υποτροπής παρουσιάζεται ως μειωμένος, με αναφορά και στη βραχεία χρονική διάρκεια της ποινής που επιβλήθηκε, και κυρίως υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο. Κρίνεται πως, σε αυτό το στάδιο, μπορεί να του δοθεί αυτή η δεύτερη ευκαιρία, χωρίς να αναιρούνται οι σκοποί της ποινής, αλλά προς εξυπηρέτησή τους, εφόσον και η χρονική διάρκεια της αναστολής, που θα είναι η μέγιστη, θα δώσει τη δυνατότητα δέσμευσης του Κατηγορούμενου, έναντι στο Δικαστήριο και στο κοινωνικό σύνολο, σε βάθος χρόνου.

 

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε αναστέλλεται για χρονική περίοδο τριών ετών από σήμερα.

 

[εξηγείται η έννοια και η σημασία της αναστολής]

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων:

 

·               τα πλάνα από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, δύο USB, να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

·               Τα εργαλεία που κρατούνται ως τεκμήρια να κατασχεθούν και να δημοπρατηθούν.

·               Το χρηματικό ποσό των €1.479 να επιστραφεί στον Κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί το ποσό των εξόδων.

 

Έξοδα €20 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο. Να αφαιρεθούν από το ποσό των €1.479.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Περί Ποινικού Κώδικα Νόμος Κεφ.154.

[2] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[3] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[4] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[5] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[6] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[7] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[8] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.

[9] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.

[10] Ανδρέου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 719, Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 146/2020, 22.12.2021M. C. T. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 222/2020, 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386.

[11] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[12] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο