ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 6731 / 2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Μ. Α.
___________________
Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης για την Κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αδάμου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενο: παρών
ΠΟΙΝΗ
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σε κατηγορίες για κλοπή ενός οχήματος αξίας €3.500 μέσα στο οποίο υπήρχαν τα κλειδιά του οχήματος, μία τσάντα με €800 και ένα ασημένιο βραχιόλι αξίας €250, όλα συνολικής αξίας €4.550, περιουσία του προσώπου που κατονομάζεται [1η Κατηγορία, κλοπή, άρθρα 255, 262 ΠΚ], και κλεπταποδοχής ενός ηλεκτρικού πατινιού, που περιγράφεται, αξίας €249, περιουσίας του προσώπου που κατονομάζεται, εν γνώσει του ότι ήταν κλοπιμαίο [2η Κατηγορία, κλεπταποδοχή, άρθρο 306(α) ΠΚ]. Επίσης, για τα τροχαία αδικήματα που αναφέρονται στην 4η Κατηγορία και στην 5η Κατηγορία.
Η κλοπή τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη ενώ η κλεπταποδοχή τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τα πέντε έτη. Εξηγείται η πιο αυστηρή αντιμετώπιση της κλεπταποδοχής από τον νομοθέτη. Η κλοπή συνιστά πρωτογενή προσβολή της ιδιοκτησίας, όπου ο δράστης αφαιρεί ξένο πράγμα με σκοπό ιδιοποίηση. Μπορεί να το πράξει και ευκαιριακά. Η κλεπταποδοχή είναι μεν δευτερογενής αλλά θεσμικά σοβαρότερη προσβολή καθότι ο αποδέκτης «νομιμοποιεί» και ενισχύει το παράνομο αποτέλεσμα της κλοπής. Παρέχει δομικό στήριγμα της διάθεσης των κλοπιμαίων, με αποτέλεσμα να επιτείνει και να αναπαράγει την εγκληματικότητα. Ο αποδέκτης κλοπιμαίας περιουσίας δεν πλήττει μόνον ένα συγκεκριμένο θύμα, αλλά υποσκάπτει σε γενικό επίπεδο την εμπιστοσύνη στην προστασία της ιδιοκτησίας.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια πως υπάρχουν συνέπειες.
Σε σχέση με τα προαναφερόμενα γεγονότα, λαμβάνεται υπόψη πως στο κλοπιμαίο όχημα είχαν τοποθετηθεί διαφορετικές πινακίδες κυκλοφορίας, γεγονός που καταδεικνύει ενέργεια αποσκοπούσα στην απόκρυψη της προέλευσής του και στη περιπλοκή του εντοπισμού από τις Αρχές. Επιπρόσθετα, όταν έγινε αντιληπτή η παρουσία της Αστυνομίας, υπήρξε προσπάθεια διαφυγής με ηλεκτρικό πατίνι, το οποίο διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι αποτελούσε επίσης προϊόν κλοπής, στοιχείο που καταδεικνύει κατοχή πέραν του ενός κλοπιμαίων αντικειμένων. Περαιτέρω, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι το όχημα έφερε περιμετρικές ζημιές, άγνωστης προς το παρόν αξίας, ενώ η υπόλοιπη κλαπείσα περιουσία δεν εντοπίστηκε, γεγονός που αυξάνει την έκταση της περιουσιακής ζημιάς που υπέστη. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και ότι το κλοπιμαίο όχημα εντοπίστηκε σχετικά σύντομα από την Αστυνομία και επιστράφηκε στην ιδιοκτήτριά του, με αποτέλεσμα να μην επέλθει οριστική απώλεια του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου. Η πραγματική οικονομική ζημιά που προκλήθηκε περιορίζεται, βάσει των ενώπιόν του στοιχείων, στις φθορές που διαπιστώθηκαν στο όχημα και στην απώλεια της λοιπής περιουσίας που δεν εντοπίστηκε. Τα πιο πάνω στοιχεία συνεκτιμώνται συνολικά για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής.
Αναφέρθηκαν πολυάριθμες προηγούμενες καταδίκες (Τεκμήριο Β). Δεν επαναλαμβάνονται. Δεν διαφεύγει από την προσοχή του Δικαστηρίου πως, για τις πλείστες από αυτές, προσεγγίζεται και η ημερομηνία αποκατάστασης.
Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί τόσο στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, όσο και κατά την αγόρευση μετριασμού. Σε αυτές περιλαμβάνονται αναφορές για την καταγωγή, τη ζωή στην ομογένεια της Νοτίου Αφρικής, τον επαναπατρισμό στην Κύπρο, την ηλικία (περίπου 40 ετών), την οικογενειακή κατάσταση (διαζευγμένος πατέρας ενός παιδιού, με συνταξιούχους γονείς που ασθενούν), τις δυσκολίες του παρελθόντος που αναφέρονται στην πρόωρη διακοπή της φοίτησης, στα προβλήματα ψυχικής υγείας, στην εμπλοκή με τις ελεγχόμενες ουσίες από παιδική ηλικία, στην παραβατική συμπεριφορά για να χρηματοδοτηθεί ο εθισμός, στην επαγγελματική σταδιοδρομία, στις οικονομικές δυσκολίες, στις ανεπιτυχείς προσπάθειες απεξάρτησης. Επί του παρόντος εκτίεται ποινές φυλάκισης με ευρύτερη εκείνην των 3 ετών και 6 μηνών, για αδικήματα κατά της περιουσίας, στην υπόθεση 6065/2024 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, ημερομηνίας 13.12.2024, με έναρξη από την 8.12.2023 (Τεκμήριο Δ).
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[7], στο στάδιο που έγινε. Δεν ήταν άμεση, ωστόσο εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.
Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των πράξεων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό τους χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης.
Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων, τον τρόπο δράσης, και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Η έκταση της ποινής φυλάκισης υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή, όλους τους προαναφερόμενους παράγοντες, αλλά και την ποινή που εκτίεται επί του παρόντος.
Συναφώς, η αρχή της συνολικότητας (totality principle), της οποίας έγινε επίκληση από την Υπεράσπιση, εφαρμόζεται όταν ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πολλαπλές καταδίκες, και συγκεκριμένα (i) όταν καταδικάζεται ταυτόχρονα για περισσότερα από ένα αδικήματα, (ii) όταν εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης και καταδικάζεται για ξεχωριστό αδίκημα ή αδικήματα, και (iii) όταν καταδικάζεται για αδίκημα που διαπράχθηκε πριν ή κατά την έκτιση προηγούμενης ποινής. Πιο σύνθετες είναι οι περιπτώσεις όπου τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε ευρύτερο χρονικό διάστημα, διαπράχθηκαν σε διαφορετικές δικαιοδοσίες, έχει εκτιθεί μέρος ή το σύνολο προηγούμενης ποινής, ή τα αδικήματα διαφέρουν ποιοτικά ως προς τη φύση ή τη βαρύτητα. Σκοπός της είναι η εξασφάλιση ότι η συνολική ποινή που επιβάλλεται είναι δίκαιη και κατάλληλη, αντανακλώντας το πραγματικό αξιόποινο της συνολικής συμπεριφοράς του δράστη, ανεξαρτήτως του αριθμού των πράξεων ή της τυπικής κατάταξης των αδικημάτων. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της αρχής συνεπάγεται αναγκαία προσαρμογή της συνολικής ποινής. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτή δεν θα πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι ένας υπότροπος ή κατ' εξακολούθηση παραβάτης αντιμετωπίζεται ευνοϊκότερα από έναν δράστη μεμονωμένου αδικήματος. Η αρχή της συνολικότητας εφαρμόζεται κατά το τελευταίο στάδιο της ποινικής επιμέτρησης.
Θα επιβληθεί ποινή στην 3η Κατηγορία, αναφορικά με την οποία προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, λαμβάνοντας υπόψη και τις υπόλοιπες κατηγορίες.
Επιβάλλεται:
3η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 9 μηνών.
1η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στην 3η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
4η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στην 3η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
5η Κατηγορία: Λήφθηκε υπόψη στην 3η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
Τα αδικήματα διαπράχθηκαν την 23.5.2022, σε πλαίσιο έκνομης δράσης που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενιαίο με αυτό που απασχόλησε στην υπόθεση 6065/2024 Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, στην οποία θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και η υπό εξέταση υπόθεση χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση. Επίσης, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της υπόθεσης 17474/22 Ε.Δ. Λεμεσού, για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή αξίας €10.000, στην οποία λήφθηκαν υπόψη και άλλα αδικήματα, όπου την 8.8.2025 επιβλήθηκε άμεση ποινή φυλάκισης δύο ετών, που θα συνέτρεχε με την ποινή την οποία ο Κατηγορούμενος ήδη εξέτιε, αρχίζοντας από την 8.8.2025. Ο Κατηγορούμενος αναμένεται να αποφυλακιστεί τον Μάρτιο του 2027. Η προσθήκη επιπλέον 9 μηνών στη συνολική επιβάρυνση του Κατηγορούμενου, για την όλη εγκληματική του δράση, υπό το καθεστώς διάπραξης των υπό εξέταση αδικημάτων κατά της περιουσίας για τη χρηματοδότηση το εθισμού του, έχοντας υπόψη τη φύση των κατηγοριών, τον τρόπο δράσης και την έκταση της βλάβης, θα ήταν δυσανάλογη, υπό τις περιστάσεις. Η επιβληθείσα ποινή στην παρούσα υπόθεση να συντρέχει με τις ποινές που εκτίονται στις υποθέσεις 6065/2024 Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού και 17474/22 Ε.Δ. Λεμεσού, δηλαδή να προσμετρά από σήμερα.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.
[7] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο