ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. O. V. C., Υπόθεση αρ. 2701 / 2026, 4/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. O. V. C., Υπόθεση αρ. 2701 / 2026, 4/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 2701 / 2026

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

 

O. V. C.

 

 

__________

 

Ημερομηνία: 4 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για Κατηγορούσα Αρχή

Μ. Χριστοδούλου (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ομολογίας ενοχής στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

1η Κατηγορία: ότι την 28.2.2026, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή 9 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας [παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, άρθρα 2, 3, Πρώτος Πίνακας, Μέρος Ι, 6(1)(2), 24, 30, 31, 31Α, Τρίτος Πίνακας ν.29/77.]

 

2η Κατηγορία: ότι την 28.2.2026, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή 9 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης, με σκοπό να προμηθεύσει τούτο σε άλλα πρόσωπα [παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια, άρθρα 2, 3, Πρώτος Πίνακας, Μέρος Ι, 6(1)(3), 24, 30, 31, 31Α, Τρίτος Πίνακας ν.29/77.]

 

3η Κατηγορία: ότι την 28.2.2026, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 20 γραμμάρια κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας [παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, άρθρα 2, 3, Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 6(1)(2), 24, 30, 31, 31Α, Τρίτος Πίνακας ν.29/77.]

 

4η Κατηγορία: ότι την 28.2.2026, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 20 γραμμάρια κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, με σκοπό να προμηθεύσει τούτο σε άλλα πρόσωπα [παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια, άρθρα 2, 3, Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 5(1)(β), 6(1)(3), 24, 30, 31, 31Α, Τρίτος Πίνακας ν.29/77.]

 

5η Κατηγορία: ότι μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 28.2.2026, στη Λεμεσό, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία, δηλαδή το χρηματικό ποσό των €442,20, αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω ποσό [νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, άρθρα 2, 3, 4, 5, 7 και 8 ν.188(Ι)/2007.]

 

6η Κατηγορία: ότι την 13.9.2024, στη Λεμεσό, άνευ λόγου και αιτίας, προκάλεσε θόρυβο σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Λιοπετρίου, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης [ανησυχία, άρθρο 95 ΠΚ.]

 

7η Κατηγορία: ότι την 13.9.2024, στη Λεμεσό, επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης, δηλαδή κατά του Αστ.4177 Χ. Χατζηευθυμίου από τη Λευκωσία, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του [επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, άρθρο 244(β) ΠΚ.]

 

8η Κατηγορία: ότι την 13.9.2024, στη Λεμεσό, αντιστάθηκε σε όργανο τήρησης της τάξης, δηλαδή στον Αστ.4177 Χ. Χατζηευθυμίου από τη Λευκωσία, κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του [αντίσταση σε όργανο τήρησης της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του, άρθρο 244(β) ΠΚ.]

 

9η Κατηγορία: ότι μεταξύ 24.1.2024 και 28.2.2026, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος Νιγηρίας και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτών πολιτικό άσυλο μέχρι την 23.1.2024, ημερομηνία όπου απορρίφθηκε η προσφυγή του με αριθμό 3484/2023 από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, κατά της πρωτοβάθμιας απόρριψης του αιτήματός του από την Υπηρεσία Ασύλου, παρέμεινε στην Κύπρο χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [παραμονή στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, άρθρο 19(λ)(ν) Κεφ.105.]

 

Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, όπως είναι η μεθαμφεταμίνη και τάξεως Β’, όπως είναι η κάνναβη, με σκοπό την προμήθεια, ο νόμος προβλέπει δια βίου φυλάκιση ή χρηματική ποινή (2η Κατηγορία, 4η Κατηγορία). Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα 12 έτη ή και χρηματική ποινή (1η Κατηγορία). Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα οκτώ έτη ή και χρηματική ποινή (3η Κατηγορία). Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίο. Για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, σε περίπτωση που υπάρχει γνώση, είναι η φυλάκιση μέχρι τα 14 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι €500.000, και σε περίπτωση που υπάρχει οφειλόμενη γνώση, η φυλάκιση μέχρι τα πέντε έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι €50.000 (5η Κατηγορία). Για την ανησυχία, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τους τρεις μήνες (6η Κατηγορία), ενώ για την επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του ή και για την αντίσταση σε όργανο τήρησης της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του, η προβλεπόμενη ποινή, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν η φυλάκιση μέχρι τα δύο έτη (7η Κατηγορία, 8η Κατηγορία). Για την παραμονή στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, η ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τους 12 μήνες ή και χρηματική ποινή μέχρι τις Λ.Κ.1.000 που αντιστοιχεί σε €1.708,60 (9η Κατηγορία).

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του κάθε αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Εάν ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια, για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, χρησιμοποιούνται. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Ως προς τα βασικά γεγονότα, που σχετίζονται με τις σοβαρότερες κατηγορίες, την 28.2.2026 και περί ώρα 19:30, μέλος της ΜΜΑΔ, ο Αστ. 4177, ενώ εκτελούσε καθήκοντα ελέγχου τροχαίας κίνησης στη Λεμεσό, έκανε σήμα σε πρόσωπο που οδηγούσε ηλεκτρικό ποδήλατο να σταματήσει. Το πρόσωπο αυτό, το οποίο αποδείχθηκε ότι είναι ο Κατηγορούμενος, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας, τράπηκε σε φυγή. Κατά την προσπάθειά του να διαφύγει, έπεσε από το ποδήλατο και συνέχισε να τρέχει πεζός. Ακολούθησε καταδίωξη, κατά την οποία ο Κατηγορούμενος ακινητοποιήθηκε. Κατά τη σύλληψή του, επέδειξε έντονα αντιδραστική συμπεριφορά, φωνάζοντας, σπρώχνοντας και ρίχνοντας τον εαυτό του στο έδαφος. Όταν επιχειρήθηκε η χειροπέδησή του, αντιστάθηκε, συνεχίζοντας την πιο πάνω συμπεριφορά. Του γνωστοποιήθηκαν τα αυτόφωρα αδικήματα που διέπραττε, καθώς και η επίστηση του νόμου, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Τελικά, κατέστη δυνατή η σύλληψή του, παραμένοντας ωστόσο αντιδραστικός. Ακολούθως μεταφέρθηκε σε αστυνομικό σταθμό, όπου διενεργήθηκε έρευνα επί του προσώπου του. Στη δεξιά τσέπη του σακακιού του εντοπίστηκαν 26 μικρά τεμάχια αλουμινόχαρτου, τα οποία περιείχαν κάνναβη. Κατά την επίστηση του νόμου, απάντησε «ok». Σε περαιτέρω έρευνα, στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του εντοπίστηκαν μικρά νάιλον σακουλάκια που περιείχαν ουσία που ομοίαζε με μεθαμφεταμίνη. Κατά την επίστηση του νόμου, ανέφερε «it’s crystal, it’s mine». Εντοπίστηκε επίσης στην κατοχή του χρηματικό ποσό ύψους €442,20, σε διάφορα χαρτονομίσματα και κέρματα. Εγέρθηκαν υποψίες ότι πρόκειται για έσοδα από παράνομες δραστηριότητες και, κατά την επίστηση, ο Κατηγορούμενος ανέφερε «it’s mine». Από την ταυτοποίηση των στοιχείων του προέκυψε ότι πρόκειται για υπήκοο Νιγηρίας, άστεγο, ο οποίος διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατά την κατάθεσή του την κατοχή των ναρκωτικών ουσιών, προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς. Το είδος και οι ποσότητες των ουσιών είναι εκείνα που αναγράφονται στο Κατηγορητήριο.

 

Ως προς τα αδικήματα που σχετίζονται με τις ελεγχόμενες ουσίες, επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί, πρώτιστα, το είδος της ουσίας τάξεως Α, δηλαδή της μεθαμφεταμίνης, η οποία εντάσσεται στις ιδιαιτέρως επικίνδυνες ουσίες. Περαιτέρω, η μεθαμφεταμίνη δεν εντοπίστηκε ως ενιαία ποσότητα, αλλά σε μικρότερα τεμάχια νάιλον, γεγονός που, αντικειμενικά, συνάδει με δυνατότητα περαιτέρω διάθεσης. Αντίστοιχα, η κάνναβη εντοπίστηκε σε 26 μικρά τεμάχια αλουμινόχαρτου, στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, αφού η μορφή συσκευασίας παραπέμπει σε κατακερματισμό της ποσότητας για διανομή. Επιβαρυντική είναι και η ταυτόχρονη κατοχή δύο διαφορετικών ελεγχόμενων ουσιών, τάξεως Α και Β, με σκοπό την προμήθεια. Η ποσότητα των 9 γραμμαρίων μεθαμφεταμίνης, ιδίως λόγω του είδους της ουσίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα. Η ποσότητα των 20 γραμμαρίων κάνναβης, παρότι συγκριτικά περιορισμένη, αποκτά αυξημένη βαρύτητα λόγω της κατάτμησής της σε 26 ξεχωριστές συσκευασίες. Περαιτέρω, η κατοχή του χρηματικού ποσού των €442,20, σε συνδυασμό με τις περιστάσεις ανεύρεσης των ουσιών, προσδίδει πρόσθετη αντικειμενική βαρύτητα στη συνολική εικόνα, ως ένδειξη σύνδεσης της παράνομης κατοχής με οικονομικό όφελος. Ως προς τα αδικήματα της ανησυχίας, επίθεσης και αντίστασης κατά αστυνομικού, επιβαρυντικό είναι ότι η συμπεριφορά εκδηλώθηκε σε δημόσιο χώρο, κατά τη διάρκεια νόμιμου αστυνομικού ελέγχου, και περιλάμβανε φυγή, φωνές, σπρωξίματα, σωματική αντίδραση και αντίσταση στη χειροπέδηση. Η συμπεριφορά αυτή αύξησε τον κίνδυνο διασάλευσης της δημόσιας τάξης και παρεμπόδισε την ομαλή εκτέλεση αστυνομικού καθήκοντος. Ως προς την παράνομη παραμονή, επιβαρυντική είναι η χρονική της διάρκεια, αφού εκτείνεται από 24.1.2024 μέχρι 28.2.2026. Από την άλλη, υπάρχουν και στοιχεία που συγκρατούν τη βαρύτητα των αδικημάτων. Σε σχέση με τα αδικήματα που σχετίζονται με τις ελεγχόμενες ουσίες, δεν προκύπτει εμπλοκή οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, διεθνής οργανωμένη δραστηριότητα, χρήση πυροβόλου ή επιθετικού όπλου, κατοχή δημόσιου αξιώματος, θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή ευάλωτων προσώπων, ούτε διάπραξη των αδικημάτων σε φυλακές, κρατητήρια, εκπαιδευτικούς χώρους ή άλλους χώρους ειδικής προστασίας κατά το άρθρο 30(4)(α) ν.29/77. Η απουσία τέτοιων περιστάσεων λειτουργεί αντικειμενικά προς μείωση της σοβαρότητας. Επίσης, οι ποσότητες, αν και σοβαρές ιδίως λόγω της μεθαμφεταμίνης και της συσκευασίας, δεν βρίσκονται στα ανώτερα επίπεδα υποθέσεων μεγάλης ή οργανωμένης διακίνησης. Δεν αναφέρεται πραγματική ολοκληρωμένη προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο, ούτε εντοπισμός ζυγαριάς, καταλόγων, τηλεπικοινωνιακών δεδομένων ή άλλου εξοπλισμού οργανωμένης διακίνησης. Ως προς τα αδικήματα κατά της αστυνομίας, δεν αναφέρεται χρήση όπλου, πρόκληση σωματικής βλάβης ή ανάγκη ιατρικής περίθαλψης αστυνομικού. Ο Κατηγορούμενος δεν είναι νεαρό πρόσωπο τέτοιας ηλικίας ώστε, από μόνη της, να μειώνει ουσιωδώς τη σοβαρότητα.

 

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι η απολογία σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν διαθέτει βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Η απουσία προηγούμενων καταδικών λειτουργεί υπέρ του, καθώς δεν καταδεικνύεται επαναληπτική ή συστηματική παραβατική συμπεριφορά. Ωστόσο, σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, και ιδίως σε αδικήματα που αφορούν κατοχή ελεγχόμενων ουσιών με σκοπό την προμήθεια, η σημασία του λευκού ποινικού μητρώου είναι κατ’ ανάγκην περιορισμένη, δεδομένης της εγγενούς σοβαρότητας των εν λόγω αδικημάτων και της ανάγκης αποτροπής.

 

Επίσης, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, και υπό το πρίσμα της έξαρσης των αδικημάτων παράνομης κατοχής και διακίνησης ελεγχόμενων ουσιών, καθώς και της ανάγκης ενίσχυσης της αποτρεπτικής λειτουργίας της ποινής, οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν. Ειδικότερα, συνεκτιμώνται η ηλικία του (33 ετών), καθώς και η ιδιαίτερα δυσχερής κοινωνική του κατάσταση, ήτοι ότι είναι άστεγος, αλλοδαπός και διαβιεί υπό συνθήκες ένδειας και αυξημένης ευαλωτότητας, χωρίς εμφανές υποστηρικτικό περιβάλλον. Οι παράγοντες αυτοί, αν και δεν δύνανται να μειώσουν ουσιωδώς τη σοβαρότητα των αδικημάτων, λαμβάνονται υπόψη ως στοιχεία που επηρεάζουν την εξατομίκευση της ποινής.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία συνιστά ελαφρυντικό στοιχείο, καθότι συνέβαλε στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και εξοικονόμησε πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Ωστόσο, η βαρύτητα που της αποδίδεται εκτιμάται υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης.

 

Από τη σταθερή και επαναλαμβανόμενη νομολογία, που συνοψίζεται, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικολάου, ΠΕ 214/2021, ημερ. 19.1.2024, και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Sutton, ΠΕ 199/2024, ημερ. 8.12.2025, προκύπτει ότι η επιβολή ποινών με έντονο αποτρεπτικό χαρακτήρα σε υποθέσεις ναρκωτικών συνιστά επιταγή που απορρέει από τη διαπιστωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Η κατοχή, προμήθεια και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών έχει κατ’ επανάληψη αναγνωριστεί ως σύγχρονη μάστιγα με ιδιαίτερα επιβλαβείς συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο, ιδίως για νέους ανθρώπους, ακόμη και ανηλίκους, των οποίων η υγεία, η ζωή και η κοινωνική ένταξη πλήττονται σοβαρά. Η διαρκής παρουσία και έξαρση του φαινομένου, παρά την αυστηρότητα του νομοθετικού πλαισίου, καθιστά τη γενική και ειδική αποτροπή πρωτεύοντα σκοπό της ποινής. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από σκοπό προμήθειας, ακόμη και όταν οι ποσότητες δεν παραπέμπουν σε εκτεταμένη διακίνηση. Και τούτο, διότι η διάδοση των ναρκωτικών δεν πραγματώνεται μόνο από οργανωμένα κυκλώματα ή μεγαλεμπόρους, αλλά και από πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας. Στο πλαίσιο αυτό, η απαξία της πράξης δεν εξαντλείται στην ποσότητα, αλλά έγκειται και στη συμβολή της στη συντήρηση ενός φαινομένου με σοβαρό κοινωνικό κόστος.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ποινή φυλάκισης είναι, κατ’ είδος, αναπόφευκτη και συνιστά τη μόνη αρμόζουσα ποινική μεταχείριση για τις κατηγορίες που αφορούν κατοχή ελεγχόμενων ουσιών με σκοπό την προμήθεια, κατ’ επέκταση δε και για τις λοιπές συναφείς κατηγορίες. Στην παρούσα περίπτωση, η επιβολή χρηματικής ή άλλης εναλλακτικής ποινής δεν θα απέδιδε επαρκώς τη σοβαρότητα των αδικημάτων ούτε θα εξυπηρετούσε την ανάγκη αποτροπής.

 

Έχω υπόψη μου τη σχετική νομολογία για σκοπούς στάθμισης της επιβλητέας ποινής, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Ενδεικτικά, από τις υποθέσεις Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 583, Ναζίπ ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 808, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικολάου (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Sutton (ανωτέρω) δεν μπορεί να λεχθεί πως προκύπτει δεσμευτικό ή τυποποιημένο πλαίσιο ποινών, πλην όμως διαφαίνεται ότι, σε υποθέσεις μικροδιακίνησης, όπου ο κατηγορούμενος δεν εντάσσεται σε οργανωμένη εγκληματική δομή αλλά δραστηριοποιείται στον κατώτερο κρίκο της αλυσίδας διάθεσης, οι επιβαλλόμενες ποινές κυμαίνονται συνήθως σε επίπεδα βραχυχρόνιας στερητικής της ελευθερίας ποινής, η διάρκεια της οποίας διαφοροποιείται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, κυμαινόμενη μεταξύ των 7 έως 18 μηνών φυλάκισης.

 

Θα επιβληθούν ποινές φυλάκισης στη 2η και στην 4η Κατηγορία, οι οποίες, ενόψει της συνάφειας και της ταυτότητας του προστατευόμενου έννομου αγαθού, καλύπτουν την ποινική απαξία της 1ης και της 3ης Κατηγορίας, αντίστοιχα, λαμβανομένης υπόψη και της 5ης Κατηγορίας, η οποία συνδέεται με την ίδια εγκληματική δραστηριότητα. Περαιτέρω, θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης στην 7η Κατηγορία, η οποία καλύπτει την απαξία της 6ης και της 8ης Κατηγορίας, ως απορρέουσες από το ίδιο επεισόδιο και την αυτή συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Τέλος, θα επιβληθεί αυτοτελής ποινή φυλάκισης και στην 9η Κατηγορία.

 

Ως προς το ζήτημα της συντρέχουσας ή διαδοχικής έκτισης των ποινών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, παρότι τα αδικήματα δεν ταυτίζονται χρονικά στο σύνολό τους και αφορούν διακριτά επεισόδια, εντούτοις η επιλογή της διαδοχικής έκτισης δεν επιβάλλεται ως αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η διαδοχική έκτιση ποινών επιφυλάσσεται, κατά κανόνα, για περιπτώσεις όπου η συνολική εγκληματική συμπεριφορά παρουσιάζει τέτοιο βαθμό έντασης, πολλαπλότητας ή αυτοτέλειας, ώστε η συντρέχουσα έκτιση να μην αποδίδει επαρκώς τη συνολική απαξία των πράξεων. Αντιστρόφως, η συντρέχουσα έκτιση δύναται να διαταχθεί όταν, παρά τη διακριτότητα των αδικημάτων, η συνολική ποινή που προκύπτει με τον τρόπο αυτό επαρκεί για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της ποινής και να αντανακλά την πραγματική διάσταση της παραβατικής συμπεριφοράς. Στην παρούσα υπόθεση, αφενός τα σοβαρότερα αδικήματα είναι εκείνα που σχετίζονται με την κατοχή ελεγχόμενων ουσιών με σκοπό την προμήθεια, στα οποία και αποδίδεται η κύρια ποινική βαρύτητα, αφετέρου τα υπόλοιπα αδικήματα, παρότι αυτοτελή, δεν εμφανίζουν τέτοια ένταση ή ανεξαρτησία ώστε να καθιστούν αναγκαία την επαύξηση της συνολικής ποινής μέσω διαδοχικής έκτισης. Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη η αρχή της αναλογικότητας, η ανάγκη αποφυγής επιβολής υπέρμετρα δυσανάλογης συνολικής ποινής, καθώς και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συντρέχουσα έκτιση των ποινών επαρκεί για την επίτευξη τόσο της ειδικής όσο και της γενικής αποτροπής, χωρίς να υπολείπεται της απαιτούμενης αυστηρότητας.

 

Επιβάλλονται:

 

2η Κατηγορία (κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, 9 γραμμάρια): Ποινή φυλάκισης 14 μηνών.

 

4η Κατηγορία (κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, 20 γραμμάρια): Ποινή φυλάκισης 10 μηνών, συντρέχουσα.

 

7η Κατηγορία (επίθεση κατά οργάνου της τάξης): Ποινή φυλάκισης 4 μηνών, συντρέχουσα.

 

9η Κατηγορία (παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία): Ποινή φυλάκισης 3 μηνών, συντρέχουσα.

 

Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν μεταξύ τους. Ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης στις προαναφερόμενες κατηγορίες, καμία επιπλέον ποινή στην 1η, 3η, 5η, 6η και 8η Κατηγορία.

 

Ο χρόνος που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, από την 6.3.2026, να προσμετρήσει στον χρόνο φυλάκισης.

 

Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της εξουσίας του για αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία αυτή ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].

 

Έχουν ληφθεί υπόψη τα ελαφρυντικά στοιχεία, και ιδίως το λευκό ποινικό μητρώο, η άμεση παραδοχή και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Ωστόσο, αυτά δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την παραχώρηση της ευεργεσίας της αναστολής. Η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων, και ειδικότερα η κατοχή ελεγχόμενων ουσιών με σκοπό την προμήθεια, επιβάλλουν την ανάγκη για ουσιαστική αποτροπή. Σε τέτοιας φύσης αδικήματα, η επιβολή πραγματικής ποινής φυλάκισης αποτελεί τον κανόνα, ενώ η αναστολή συνιστά εξαίρεση. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται από τη νομολογία. Στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 161/2024, ημερ. 16.10.2025, τονίζεται ότι η αναστολή δεν ενδείκνυται σε υποθέσεις που αφορούν κατοχή και προμήθεια ναρκωτικών τάξεως Α, όταν η ανάγκη αποτροπής είναι έντονη. Περαιτέρω, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικολάου (ανωτέρω), το Εφετείο υιοθέτησε αυστηρότερη προσέγγιση, παρά την ύπαρξη προσωπικών παραγόντων, υπογραμμίζοντας τη βαρύτητα των αδικημάτων διακίνησης ναρκωτικών. Υπό τα δεδομένα αυτά, η επιβολή ποινής φυλάκισης με αναστολή δεν θα απέδιδε τη δέουσα απαξία στις πράξεις του Κατηγορουμένου ούτε θα εξυπηρετούσε την ανάγκη αποτροπής. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης να εκτιθεί άμεσα και πραγματικά, χωρίς αναστολή.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων:

 

Οι ουσίες που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 2ης και 4ης Κατηγορίας και οποιαδήποτε άλλα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

Το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 5ης Κατηγορίας να κατασχεθεί και να κατατεθεί στο κρατικό ταμείο.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο