ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ZERIN MEHMET, Υπόθεση αρ. 6634 / 2025, 6/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ZERIN MEHMET, Υπόθεση αρ. 6634 / 2025, 6/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 6634 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

ZERIN MEHMET

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 6 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Α. Μιχαήλ, για την Κατηγορούμενη

Κατηγορούμενη: παρούσα

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Η Κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, κατόπιν ομολογίας ενοχής, στην κατηγορία ότι την 27η Μαΐου 2025, στη Λεμεσό, έκλεψε από την κατοικία της Ε.Μ. από τη Λεμεσό ένα πορτοφόλι χρώματος τιρκουάζ, αξίας €10, το οποίο περιείχε το ποσό των €1.800 σε μετρητά. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή.

 

Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, κατά το άρθρο 266(β) ΠΚ, είναι η φυλάκιση μέχρι τα πέντε έτη. Είναι η ανώτατη ποινή.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Ως προς τα γεγονότα, έχουν ως εξής: Καταγγέλθηκε από την παραπονούμενη η κλοπή, από την κατοικία της, του πορτοφολιού της, αξίας €10, που περιείχε €1.800, σε χαρτονομίσματα των €50. Από τις εξετάσεις που έγιναν, δεν εντοπίστηκε παραβίαση στην οικία. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, το προηγούμενο βράδυ, φιλοξένησε στο σπίτι της την Κατηγορούμενη, γνωστή της εδώ και χρόνια, όπου διανυκτέρευσε. Ήταν η τελευταία φορά που είδε το πορτοφόλι της, την 26.5.2025, όταν η Κατηγορούμενη ήταν ήδη στο σπίτι της, και όταν χρησιμοποίησε το πορτοφόλι, για τη χρήση της πιστωτικής της κάρτας, για την παραγγελία φαγητού. Στη συνέχεια, τοποθέτησε το πορτοφόλι στη τσάντα, δίπλα από το κρεβάτι της. Η Κατηγορούμενη δεν απαντούσε στις κλήσεις της, όταν μετά τη φυγή της είχε εντοπιστεί η απώλεια. Το ποσό των €1.800 αφορά υπόλοιπο μέρος του μισθού της παραπονούμενης, που έλαβε την 26.5.2025, και με τον οποίο επρόκειτο να πληρώσει και διάφορες άλλες υποχρεώσεις της. Δεν υπήρξε κλειστό κύκλωμα ή ασφαλιστική κάλυψη. Συνελήφθη η Κατηγορούμενη, την 28.5.2025. Είχε ξοδέψει όλα τα χρήματα σε τυχερά παιχνίδια, ενώ έδωσε και περαιτέρω ισχυρισμούς. Η παραπονούμενη παρουσίασε στην Αστυνομία το έντυπο μισθοδοσίας της όπου φαινόταν ότι πράγματι πληρώθηκε την 26.5.2025 τον μισθό της, ενώ προσκόμισε σχετικά στοιχεία και αναφορικά με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της.

 

Ως προς τις αντικειμενικές περιστάσεις τέλεσης και την έκταση της προκληθείσας βλάβης, το Δικαστήριο λαμβάνει καταρχάς υπόψη ότι ο νομοθέτης, προβλέποντας για την κλοπή από κατοικία αυξημένη ανώτατη ποινή, έχει ήδη αποδώσει ιδιαίτερη απαξία στο γεγονός ότι η κλοπή τελείται εντός οικιακού χώρου. Συνεπώς, το στοιχείο της κατοικίας καθαυτό δεν προσμετράται εκ νέου ως επιβαρυντικό, ώστε να αποφευχθεί η διπλή αξιολόγηση της ίδιας περίστασης. Στην παρούσα όμως υπόθεση υφίστανται ειδικότερες περιστάσεις, πέραν της απλής εισόδου ή παρουσίας σε κατοικία, οι οποίες διαφοροποιούν την ένταση της αντικειμενικής σοβαρότητας. Η Κατηγορούμενη δεν βρέθηκε τυχαία στην οικία, αλλά είχε φιλοξενηθεί εκεί από την παραπονούμενη, με την οποία γνωρίζονταν επί σειρά ετών, και διανυκτέρευσε στον χώρο κατόπιν εμπιστοσύνης που της επιδείχθηκε. Η αφαίρεση του πορτοφολιού έγινε σε αυτό το πλαίσιο οικειότητας και πρόσβασης, αφού η παραπονούμενη είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει το πορτοφόλι για πληρωμή παραγγελίας φαγητού και το είχε τοποθετήσει στην τσάντα της, δίπλα από το κρεβάτι της. Η πράξη, επομένως, δεν περιορίζεται στο τυπικό στοιχείο της κλοπής από κατοικία, αλλά περιέχει πρόσθετη απαξία λόγω της εκμετάλλευσης της προσωπικής σχέσης και της φιλοξενίας. Περαιτέρω, ως προς την έκταση της βλάβης, η ζημία δεν ήταν αμελητέα. Παρότι το ίδιο το πορτοφόλι είχε μικρή αξία, ήτοι €10, περιείχε το ποσό των €1.800 σε μετρητά, το οποίο αποτελούσε υπόλοιπο μέρος του μισθού της παραπονούμενης που είχε λάβει την προηγούμενη ημέρα και προοριζόταν για την κάλυψη οικονομικών της υποχρεώσεων. Το ποσό δεν ανακτήθηκε, καθότι η Κατηγορούμενη το είχε ήδη ξοδέψει σε τυχερά παιχνίδια, με αποτέλεσμα η περιουσιακή ζημία να παραμείνει πλήρης και οριστική. Επιβαρυντική σημασία έχει επίσης ότι δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη ή άλλος εμφανής μηχανισμός αποκατάστασης της απώλειας, ώστε η οικονομική συνέπεια να βαρύνει εξ ολοκλήρου την παραπονούμενη. Αντιστοίχως, προς όφελος της Κατηγορούμενης, στο ίδιο αντικειμενικό πλαίσιο, λαμβάνεται υπόψη ότι από τις εξετάσεις δεν διαπιστώθηκε παραβίαση της οικίας, ούτε η πράξη συνοδεύτηκε από χρήση βίας, απειλής ή πρόκληση σωματικής βλάβης. Δεν προκύπτει επίσης οργανωμένο σχέδιο, συμμετοχή άλλων προσώπων ή ιδιαίτερα σύνθετη μεθόδευση. Συνεπώς, η αντικειμενική βαρύτητα της υπόθεσης δεν ανέρχεται στα ανώτερα όρια του είδους αυτού των αδικημάτων. Εντούτοις, η κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης, η αφαίρεση σημαντικού ποσού μισθοδοσίας και η μη αποκατάσταση της ζημίας καθιστούν την υπόθεση σοβαρότερη από μια απλή ή χαμηλής αξίας κλοπή από κατοικία.

 

Λαμβάνεται υπόψη πως δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο.

 

Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί, που περιλαμβάνουν την ηλικία, των 27 ετών σήμερα, την καταγωγή, την οικογενειακή κατάσταση, τις δυσκολίες στο παρελθόν τόσο με τη σχολική εκπαίδευση όσο και μεταγενέστερα, μετά την απόκτηση παιδιού και την εγκατάλειψη από τον πατέρα του, καθώς και με την ανεργία. Το παιδί είναι πλέον υπό τη νομική προστασία της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[6], υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα.

 

Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα της πράξης, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό της χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος, τον τρόπο δράσης, και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Η έκταση της ποινής φυλάκισης υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή (5 έτη / 60 μήνες), τον προσδιορισμό της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος σε μεσαίο επίπεδο, αλλά και όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες, στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

 

Επιβάλλεται:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 10 μηνών.

 

Διατάσσεται όπως, από την πιο πάνω ποινή, αφαιρεθεί ο χρόνος κατά τον οποίον η Κατηγορούμενη τελούσε υπό κράτηση, ήτοι από την 30.05.2025 μέχρι και την 30.08.2025[7] και από την 28.03.2026[8] μέχρι και την 06.05.2026.

 

Μετά τον ανωτέρω συμψηφισμό, το εναπομείναν προς έκτιση μέρος της ποινής ανέρχεται σε 5 μήνες και 20 ημέρες.

 

Έγινε εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[9]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[10]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[11].

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνει εκ νέου υπόψη, υπέρ της Κατηγορούμενης, το λευκό ποινικό της μητρώο, τη νεαρή ηλικία της, τις προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες που έχουν εκτεθεί, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης του τέκνου της, την παραδοχή ενοχής σε πρώιμο στάδιο και τον χρόνο κράτησης που ήδη εξέτισε. Τα στοιχεία αυτά κατατείνουν υπέρ της επιείκειας και έχουν ήδη συνεκτιμηθεί κατά τον καθορισμό της ποινής. Ωστόσο, ως προς την προοπτική αναμόρφωσης και τη δυνατότητα παροχής δεύτερης ευκαιρίας μέσω αναστολής, το Δικαστήριο αποδίδει σημασία και στο γεγονός ότι, εκκρεμούσης της διαδικασίας, η Κατηγορούμενη, ενώ της είχε παρασχεθεί η ευκαιρία ένταξης σε θεραπευτικό πλαίσιο δυνάμει σχετικού διατάγματος λόγω ουσιοεξάρτησης, προέβη σε παραβίαση των όρων του θεραπευτικού συμβολαίου. Το στοιχείο αυτό δεν συνδέεται με την αντικειμενική σοβαρότητα του υπό κρίση αδικήματος ούτε προσεγγίζεται ασφαλώς τιμωρητικά, πλην όμως είναι άμεσα συναφές με τη στάση της Κατηγορούμενης έναντι των ευκαιριών αποκατάστασης που της παρασχέθηκαν και την ικανότητά της να συμμορφώνεται με όρους που τίθενται υπό δικαστική εποπτεία. Υφίσταται το πρόβλημα με τη χρήση ουσιών, που σύμφωνα με την έκθεση που είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο, αφορά τη χρόνια και επίμονη χρήση ιδίως κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης και σπανιότερα κοκαΐνης, που έφερε την Κατηγορούμενη πλέον σε στάδιο μη λειτουργικό, σε διάφορους τομείς της καθημερινής ζωής, ώστε να χρήζει η ένταξή της σε πρόγραμμα εσωτερικής διαμονής. Παρόλα αυτά, η μη τήρηση του θεραπευτικού πλαισίου από μέρους της, και δη σε χρόνο κατά τον οποίο τελούσε και υπό την επιτήρηση της Δικαιοσύνης, και ενώ εκκρεμούσε η παρούσα διαδικασία, αναπόφευκτα αποδυναμώνει ουσιωδώς την εκτίμηση ότι η Κατηγορούμενη δύναται να ανταποκριθεί σε καθεστώς επιτήρησης ή συμπεριφορικών όρων χωρίς πραγματική έκτιση του συνόλου της ποινής και άντλησης όσων ωφελημάτων είναι εφικτό μέσα από το σωφρονιστικό ίδρυμα και τα δικά του προγράμματα. Εξάλλου, αυτή θα ήταν και η ασφαλέστερη προσέγγιση για το κοινωνικό σύνολο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο συνεκτιμά ότι και η ζημία της παραπονούμενης δεν έχει αποκατασταθεί, ότι το αφαιρεθέν ποσό ήταν σημαντικό και συνδεδεμένο με τις βασικές οικονομικές υποχρεώσεις της παραπονούμενης, καθώς και ότι η πράξη τελέστηκε κατά κατάχρηση σχέσης εμπιστοσύνης. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω, καθιστούν αναγκαία την επιβολή πραγματικής ποινής φυλάκισης προς επίτευξη της απαιτούμενης αποδοκιμασίας και της γενικής και ειδικής πρόληψης. Συνεπώς, κατόπιν συνολικής στάθμισης των αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι η επιβολή ποινής με αναστολή θα ανταποκρινόταν επαρκώς στους σκοπούς της ποινής ούτε ότι δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, η παροχή περαιτέρω ευκαιρίας μέσω αναστολής.

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.

[7] Ημερομηνία παραβίασης διατάγματος θεραπείας.

[8] Ημερομηνία επανασύλληψης.

[9] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[10] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο