Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χ’’Παπας Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1719/2018, 28/4/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χ’’Παπας Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1719/2018, 28/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 1719/2018

 

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

1.     Χ’’Παπας Λτδ

2.     Στρατής Χ’’Παπά

3.     Πολυξένη Χ’’Παπά

4.     Αλίκη Καρμιώτου

Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για Κατηγορούμενη 4: κ. Η. Κονναρής

Κατηγορούμενη 4 παρούσα.

ΑΠΟΦΑΣΗ

[Ι] Εισαγωγή

 

Η 4η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος (1η κατηγορία), της απόπειρας εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις (2η κατηγορία), της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (3η κατηγορία) και της υποβοήθησης της παραμονής εισόδου σε υπήκοο τρίτης χώρας (4η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ του μηνός Σεπτεμβρίου 2014 και του μηνός Ιουνίου 2015 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλ. εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και εσκεμμένα αποπειράθηκαν να εξασφαλίσουν εγγραφή για τον αλλοδαπό με στοιχεία R.H. από την Ουκρανία, αρ. διαβατηρίου [ ], με ψευδείς παραστάσεις. Αποδίδεται περαιτέρω στους κατηγορουμένους, ότι συνωμότησαν, κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, να διαπράξουν κακούργημα, δηλ. την υποβοήθηση της παράνομης εισόδου σε υπήκοο τρίτης χώρας και ότι με πρόθεση βοήθησαν υπήκοο τρίτης χώρας, δηλ. τον R.H. από την Ουκρανία, να εισέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Η κατηγορούμενη 4 αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Σημειώνω, ότι οι κατηγορούμενοι 1 – 3 παραδέχθηκαν ενοχή στις ανωτέρω κατηγορίες και τους επιβλήθηκε ποινή σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

 

Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε πέντε μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 4ης κατηγορουμένης και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, την κάλεσε σε απολογία.

 

Αφού επεξηγήθηκαν στην 4η κατηγορουμένη τα δικαιώματά της, αυτή επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα.

 

[ΙΙ] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία

 

Με την υπόμνηση ότι  δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία, υπενθυμίζοντας, ότι μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, μαρτυρία προσέφερε μόνο η Κατηγορούσα Αρχή.[1]

 

 

 

Αστ. [ ], Θ.Θ. («ΜΚ1»)

 

Ο ΜΚ1 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, ο οποίος, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, αναγνώρισε την κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και στην οποία αναφέρει ότι την 13.7.2015 η κατηγορούμενη 4, υπάλληλος του ιδιωτικού γραφείου εξευρέσεως εργασίας με την ονομασία DPA DEVELOPING PEOPLE, μετέβη στην Υ.Α.&Μ Λεμεσού, όπου υπέβαλε αίτηση για εξασφάλιση άδειας εισόδου, παραμονής και εργασίας, στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του αλλοδαπού με στοιχεία R.H., από την Ουκρανία, ημερ. γέννησης 27.10.1983, αρ. διαβατηρίου [ ], για να εργαστεί στη φάρμα Χ’’Παπάς στη Λεμεσό και κατά την εξέταση της αίτησης, ηγέρθησαν υποψίες ότι ο εν λόγω αλλοδαπός βρισκόταν ξανά στην Κύπρο και εργάστηκε στην ίδια φάρμα.

 

Ενόψει τούτου, ο ΜΚ1 την 13.1.2016 παρέλαβε από το Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης τους διοικητικούς φακέλους που υπάρχουν στο όνομα του A.O. από την Ουκρανία με ημερ. γέννησης 27.10.1983, του A.O. από την Ουκρανία με ημερ. γέννησης 27.10.1983 και του R.H. από την Ουκρανία με ημερ. γέννησης 27.10.1983, για σκοπούς σύγκρισης των στοιχείων τους, εντοπίζοντας τα εξής:

 

(α) Ο A.O. αφίχθη στην Κύπρο για πρώτη φορά την 25.4.2009 και του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής και εργασίας στην φάρμα ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ μέχρι την 15.3.2014, ενώ αναχώρησε για τη χώρα του την 27.5.2014.

 

(β) Την 18.9.2014 υποβλήθηκε αίτηση στην Υ.Α.&Μ., Λεμεσού για εξασφάλιση άδειας εισόδου, παραμονής και εργασίας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του A.O., ώστε να εργαστεί στη φάρμα ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ. Η συγκεκριμένη αίτηση απορρίφθηκε καθότι ηγέρθησαν υποψίες ότι επρόκειτο για τον ίδιο αλλοδαπό με τα στοιχεία του A.O..

 

(γ) Από περαιτέρω έλεγχο και σύγκριση των στοιχείων των φακέλων και των φωτογραφιών που βρίσκονται σε αυτούς, φαίνεται ότι και οι τρεις αφορούν στο ίδιο πρόσωπο.

(δ) Σύμφωνα με την Ιντερπόλ Ουκρανίας, κατά το 2015, ο A.Ο. άλλαξε το όνομά του σε R.H. και εξέδωσε ουκρανικό διαβατήριο.

 

Οι πιο πάνω φάκελοι κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11-13, για την αλήθεια του περιεχομένου τους.

 

Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι μέσα στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε ανακριτική κατάθεση από την 4η κατηγορούμενη, την οποία και αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και από τον Στρατή Χ’’Παπά, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 4-6, ως προς τη λήψη τους. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 7-9 τις γραπτές κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων 1 - 4, ως προς τη λήψη τους και ως Τεκμήριο 10, ως προς τη λήψη του, κατέθεσε το σημείωμα ημερ. 25.8.2015 του Αστ. [ ], Λοχ. [ ], στο οποίο ο τελευταίος εισηγείται απόρριψη της αίτησης που υποβλήθηκε την 13.7.2015.

 

Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 4 γνώριζε ότι ήταν το ίδιο άτομο ο αλλοδαπός, παραπέμποντας στο ερυθρό 31 από το Τεκμήριο 13,  ήτοι την αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου με σκοπό τη μισθωτή απασχόληση, όπου υπάρχει η ταυτότητα της κατηγορουμένης 4, ο αριθμός του κινητού της τηλεφώνου και η εταιρεία στην οποία εργάζεται. Ανέφερε επιπρόσθετα, ότι η Πολυξένη Χ’’Παπά στην ανακριτική της κατάθεση, ανέφερε ότι ήταν σε γνώση της 4η κατηγορουμένης ότι προσπάθησαν να φέρουν ξανά στην Κύπρο το ίδιο πρόσωπο, παρόλο που δεν μπορούσαν να το πράξουν.

 

Κατά την αντεξέτασή του, καθ’ υπόδειξη των φακέλων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11 και 12, ο ΜΚ1  ανέφερε ότι δεν υπήρχε η υπογραφή και το όνομα της 4ης κατηγορουμένης και ότι δεν υπέβαλε αυτή τις συγκεκριμένες αιτήσεις, παρουσιάζεται ωστόσο η ίδια εταιρεία εργοδότησης. Ερωτηθείς εάν η κατηγορουμένη μπορούσε να γνωρίζει ότι έγινε αλλαγή διαβατηρίου από τον αλλοδαπό, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν η κατηγορουμένη με κάποιο τρόπο το πληροφορήθηκε, ενώ στην ερώτηση εάν η κατηγορουμένη 4 εμπλέκεται στην τελευταία υπόθεση, όπου ο αλλοδαπός άλλαξε εντελώς το όνομά του, ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στην κατάθεση της Πολυξένης Χ’’Παπά, σύμφωνα με την οποία η κατηγορούμενη 4 γνώριζε ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο.

 

Καθ’ υπόδειξη του Τεκμηρίου 10, όπου γίνεται αναφορά σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε το ιδιωτικό γραφείο εξευρέσεως εργασίας με την την Πολυξένη Χ’’Παπά, η τελευταία επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο και στις τρεις περιπτώσεις. Ως ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης, φαίνεται να έγινε τηλεφωνική κλήση με ανοιχτή ακρόαση στην παρουσία άλλης Αστυνομικού, όχι όμως στην παρουσία του ιδίου.

 

Πολυξένη Χ’’Παπά («ΜΚ2»).

 

Κατά την κυρίως εξέτασή της, η ΜΚ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 2, ήτοι την κατάθεσή της, καθώς επίσης και την κατηγορούμενη 4, ως την Αλίκη στην οποία αναφέρεται στην κατάθεσή της.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ2 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 4 δεν γνώριζε οτιδήποτε όταν της έδωσε τη φωτογραφία του αλλοδαπού και ότι δεν της είπε ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Ερωτηθείσα εάν η κατηγορούμενη 4 την κάλεσε τηλεφωνικώς από το γραφείο του Immigration, ρωτώντας την εάν ο συγκεκριμένος αλλοδαπός ήταν ξανά στην Κύπρο, η μάρτυρας απάντησε καταφατικά, αναφέροντας ότι τότε ήταν που της ανέφερε ότι ο αλλοδαπός ότι ήταν ξανά στην Κύπρο. Ερωτηθείσα γιατί δεν είπε στην κατηγορούμενη, κατά την υποβολή της 3ης αίτησης, ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θυμόταν.

 

Στρατής Χ’’Παπά («ΜΚ3»).

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΚ3 αναγνώρισε την κατάθεση του (Τεκμήριο 5) η οποία κατέστη Τεκμήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι γνώριζε ότι τα στοιχεία των προσώπων ονόματι A.Ο. και R.H. ανταποκρίνονταν στον αλλοδαπό ονόματι A.Ο., τον οποίο είχαν εργοδοτήσει σε προγενέστερο στάδιο και ήθελε να έρθει εκ νέου για να εργαστεί κοντά τους στην Κύπρο, υποδεικνύοντας ότι με το ζήτημα των εγγραφών ασχολείτο η γυναίκα του.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 δεν θυμόταν κατά πόσο μίλησε ποτέ με την 4η κατηγορούμενη για το θέμα της εργοδότησης του αλλοδαπού, επισημαίνοντας, ότι με τα θέματα αυτά ασχολείτο η σύζυγός του η οποία μιλούσε με την κατηγορούμενη και δεν είχε ιδέα ποιους θα έφερνε η γυναίκα του.

 

Κατά την επανεξέτασή του, ο μάρτυρας ερωτήθηκε τι είναι αλήθεια, καθώς στην κατάθεσή του αναφέρεται σε κάποια άτομα που θα εργοδοτούνταν στη φάρμα του, ενώ αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν είχε ιδέα, με τον ΜΚ3 να απαντά ότι έχει μπερδευτεί.

 

Αστ. [ ], Α.Α. («ΜΚ4»).

 

Κατά την κυρίως εξέτασή της, η ΜΚ4 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14.

 

Σε αυτήν, η μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι υπηρετεί στην ΥΑΜ Λεμεσού και είναι τοποθετημένη στον κλάδο αποδοχής αιτήσεων. Την 13.7.2015 προσήλθε στο γραφείο υπάλληλος του ιδιωτικού γραφείου εξευρέσεως εργασίας DPA και υπέβαλε αίτηση για να εκδοθεί άδεια εισόδου στην Κύπρο για τον αλλοδαπό ονόματι R.H. από την Ουκρανία με ημερ. γέννησης 27.10.1983. Κατόπιν εξέτασης της αίτησης, ηγέρθησαν υποψίες ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν ξανά στην Κύπρο και ζητήθηκαν οι φάκελοι με αρ. Α09-01518 και Α14-04891, για σκοπούς σύγκρισης στοιχείων.

 

Από τον έλεγχο που έγινε, διαφάνηκε ότι ο αλλοδαπός ονόματι A.O. αφίχθηκε στην Κύπρο την 25.4.2009 για πρώτη φορά με άδεια παραμονής και εργασίας ως εργάτης για να εργαστεί στη ΦΑΡΜΑ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ στη Λεμεσό, άδεια την οποία ανανέωνε μέχρι 15.3.2014, καθώς η αίτησή του μέσω του ιδιωτικού γραφείου DPA για περαιτέρω ανανέωση της άδειας του, καθώς επίσης και η επιστολή του εργοδότη του για τον σκοπό αυτό, απορρίφθηκαν. Την 18.9.2014 υπεβλήθη αίτηση τύπου για εξασφάλιση άδειας εισόδου του αλλοδαπού ονόματι A.O. η οποία απορρίφθηκε, καθώς υπήρχε υποψία ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο, δηλ. τον A.O.

 

Από μελέτη και των τριών φακέλων και σύγκριση των στοιχείων και φωτογραφιών, διαφάνηκε ότι και οι τρεις αφορούν στο ίδιο πρόσωπο. Επιπλέον, κλήθηκε και προσήλθε στα γραφεία της ΥΑΜ Λεμεσού υπάλληλος του γραφείου με την ονομασία DPA, ήτοι η κατηγορούμενη 4, όπου σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η τελευταία με την Πολυξένη Χ’’Παπά, σε ανοιχτή ακρόαση, κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας, η Πολυξένη Χ’’Παπά επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο και στις τρεις περιπτώσεις.

 

Η ΜΚ4 αναγνώρισε την κατηγορούμενη 4, ως την Αλίκη Καρμιώτου στην οποία αναφέρεται στην κατάθεσή της, ενώ καθ’ υπόδειξη των Τεκμηρίων 11 – 13, η μάρτυρας εντόπισε τις αιτήσεις για λήψη άδειας εισόδου του αλλοδαπού, οι οποίες ως ανέφερε, υποβλήθηκαν από εκπρόσωπο της εταιρείας, χωρίς αναφορά του ονόματός του. Ερωτηθείσα ποιος υπέβαλε τις εν λόγω αιτήσεις, η ΜΚ4 υπέδειξε την κατηγορούμενη. Η ΜΚ4 ανέφερε επίσης ότι γνώριζε την κατηγορούμενη 4, καθώς μετέβαινε συχνά στο Γραφείο όπου εργαζόταν και έπαιρνε αιτήσεις.

 

Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ4 ανέφερε ότι η 1η αίτηση υποβλήθηκε το 2009 και δεν αναγράφει το όνομα του υπαλλήλου που την υπέβαλε, ερωτηθείσα δε πως γνωρίζει ότι ήταν η κατηγορούμενη που υπέβαλε την εν λόγω αίτηση, απάντησε ότι η κατηγορούμενη εργαζόταν στην DPA. Στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη κατά τον πρώτο χρόνο εργοδότησης της δεν πήγαινε στο γραφείο της ΥΑΜ, η ΜΚ4 απάντησε ότι μόνο την κατηγορούμενη 4 θυμάται, πλην όμως δεν θυμάται για το 2009.

 

Ε.Μ. («ΜΚ5»).

 

Η ΜΚ5 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15, όπου αναφέρει ότι εργάζεται ως βοηθός γραμματειακός λειτουργός στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και στην οποία αναφέρει το ιστορικό άφιξης και παραμονής του αλλοδαπού με το όνομα A.O. στην Κύπρο. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στις αιτήσεις που έγιναν από τα πρόσωπα ονόματι A.O. και R.H. για να εργαστούν στη ΦΑΡΜΑ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ, οι οποίες απορρίφθηκαν. Ως αναφέρεται επίσης στην κατάθεση της ΜΚ5, δουλειά του γραφείου όπου εργάζεται, είναι να εξετάζεται η αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής και εργασίας αλλοδαπών προσώπων τρίτων χωρών.

 

Η ΜΚ5 αναφέρθηκε στα καθήκοντά της, τα οποία, ως εξήγησε, αφορούσαν σε άδειες παραμονής, ανέφερε δε, ότι οι πλείστες αιτήσεις παραλαμβάνονται από γραφεία, με τα οποία η μάρτυρας είχε μόνο τηλεφωνικές επικοινωνίες.

 

Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ερωτήθηκε εάν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση, με την μάρτυρα να απαντά ότι δεν εντόπισε στους φακέλους που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11 – 13 τον γραφικό της χαρακτήρα, ενώ συμφώνησε με την υποβολή ότι οι φάκελοι αφορούν αλλοδαπούς που ήταν εκτός Κύπρου με σκοπό να έρθουν στην Κύπρο, διευκρινίζοντας, ότι τα καθήκοντά της αφορούσαν σε αλλοδαπούς που βρίσκονταν ήδη στην Κύπρο.

 

Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και αρχές, αλλά και στα όσα, κατά την εισήγησή τους, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο.

 

[ΙΙΙ] Παραδεκτά Γεγονότα

 

Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης, δηλώθηκαν, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν, ως παραδεκτά γεγονότα, τα ακόλουθα:

 

-       Η κατάθεση του Αστ. [ ] κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 1 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της.

 

-       Η κατάθεση της Πολυξένης Χ’’Παπά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 ως προς τη λήψη της.

 

-       Η Πολυξένη Χ’’Παπά είναι το άτομο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1.

 

-       Η ορθή ημερομηνία που θα έπρεπε να αναγράφεται στα Τεκμήρια 8 και 9 είναι η 3.1.2017.

 

[IV] Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο, δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5]

 

Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]

 

Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]

 

Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.

 

Η εντύπωση που απεκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική, καθώς ο μάρτυρας απάντησε με σταθερότητα και φυσικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και δεν αναδύθηκε να έχει οποιοδήποτε κίνητρο ή συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Την ειλικρίνειά του ενισχύει το γεγονός ότι, αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο η κατηγορούμενη 4 ήταν ενήμερη αναφορικά με το ότι ο αλλοδαπός είχε έρθει ξανά στην Κύπρο και δεν του επιτρέπετο να έρθει ξανά στο έδαφος της Δημοκρατίας.

 

Το σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ1, στο οποίο θεωρώ ότι δεν μπορεί να στηριχτεί το Δικαστήριο, είναι η γνώμη και εικασία του μάρτυρα, ότι δηλαδή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 4 γνώριζε ότι ήταν το ίδιο άτομο ο αλλοδαπός, παραπέμποντας στο ερυθρό 31 από το Τεκμήριο 13, καθώς, ως ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε αντεξεταζόμενος, καθ’ υπόδειξη των φακέλων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11 και 12, δεν υπήρχε η υπογραφή και το όνομα της 4ης κατηγορουμένης και δεν υπέβαλε αυτή τις συγκεκριμένες αιτήσεις, πλην όμως παρουσιάζεται η ίδια εταιρεία εργοδότησης.

 

Προς το συμπέρασμά του αυτό συνηγόρησε, ως ο ίδιος επικαλέστηκε, η ανακριτική κατάθεση της Πολυξένης Χ’’Παπά, όπου η τελευταία ανέφερε ότι ήταν σε γνώση της 4η κατηγορουμένης ότι προσπάθησαν να φέρουν ξανά στην Κύπρο τον συγκεκριμένο αλλοδαπό, παρόλο που δεν μπορούσαν να το πράξουν. Επί τούτου, αρκούμαι να σημειώσω ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, ήτοι για δηλώσεις άλλου προσώπου, το οποίο κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα γίνει ευθύς αμέσως.

 

Ως εκ των άνω, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΚ1, δηλ. εξαιρουμένου του σημείου που διευκρινίζεται πιο πάνω.

 

Στρεφόμενη σε αξιολόγηση των ΜΚ2 και ΜΚ3, σημειώνω εν πρώτοις, ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα κατέθεσαν ως μάρτυρες,  ενώ προηγουμένως παραδέχθηκαν τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και αφού τους επιβλήθηκε ποινή. Είναι επομένως, συγκατηγορούμενοι και συνεργοί, πράγμα αναφορικά με το οποίο το Δικαστήριο αυτοπροειδοποιείται σε κάθε περίπτωση, έχοντας κατά νου ότι δεν ισχύει άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού.[9]

 

Αναφορικά με την αξιολόγηση μαρτυρίας συνεργού, παραπέμπω στο σύγγραμμα, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδη & Σάντη, Β’ ‘Εκδοση,  σελ. 540 - 541, όπου αναφέρονται τα εξής:

 

«Ο ευρύτερος καθορισμός των αρχών που διέπουν την αποδοχή μαρτυρίας σύνεργού έγινε στην Zacharia vThe Republic (1962) CLR 52, από την οποία προκύπτει ότι:

 

(i) Όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία μάρτυρα που μπορεί να είναι ή να μην είναι συνεργός, οφείλει πρώτα να αποφασίζει αν ο μάρτυς είναι συνεργός.

 

(ii) Όταν ο μάρτυς είναι προφανώς συνεργός ή το Δικαστήριο τον θεωρεί ως τέτοιο, το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο, αξιολογώντας την αξιοπιστία του, το Δικαστήριο είναι ή δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση για σκοπούς καταδίκης. Σχετικώς με αυτό, το Δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να αυτοϋπενθυμίζεται ότι ένας συνεργός είναι σπιλωμένος μάρτυς του οποίου η μαρτυρία μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και ότι, επομένως, είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση.

 

(iii) Όταν, παρά μια τέτοια αυτοπροειδοποίηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του συγκεκριμένου τούτου σύνεργού και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να βασιστεί σε αυτή χωρίς ενίσχυση για σκοπούς καταδίκης, έχει από τον νόμο δικαίωμα να το πράξει νοουμένου ότι η υπόθεση δεν ανήκει στην κατηγορία των περιπτώσεων όπου η ενίσχυση απαιτείται από τον ίδιο τον νόμο, ανεξαρτήτως από τη συμμετοχή του μάρτυρα στο έγκλημα.

 

(iv) Αν το Δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν θα ήταν διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία σύνεργού χωρίς άλλο στήριγμα, αναζητεί ενίσχυση από ανεξάρτητη μαρτυρία (ξεχωριστή από τη μαρτυρία άλλου σύνεργο οποία όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του σύνεργού σχετικώς με τη διάπραξη του αδικήματος αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα».

 

Διαφωτιστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 176/2016, 23/11/2018: 

 

«Η ορθή λοιπόν αντιμετώπιση της μαρτυρίας συνεργού θα πρέπει να έχει έναυσμα την καθ΄ αυτό αποτίμηση του αξιόπιστου ή μη της μαρτυρίας του.  Εάν ο συνεργός κρίνεται κατά βάση ως αξιόπιστος μάρτυρας από το Δικαστήριο, ή, τους ενόρκους στην Αγγλία, τότε τυχόν στοιχεία άλλης μαρτυρίας που τείνουν να ενισχύσουν το αξιόπιστο μπορούν να αναζητηθούν, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο. Είναι λάθος, όμως, να κρίνεται το αξιόπιστο της μαρτυρίας ενός συνεργού είτε στη βάση ενισχυτικής μαρτυρίας είτε ως σφαιρική αντιμετώπιση του θέματος». 

 

Διατηρώντας κατά νου τα πιο πάνω, σημειώνω ότι η ΜΚ2 δεν μου έκανε θετική εντύπωση και δεν κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου. Η κατάθεση που η ΜΚ2 έδωσε στην Αστυνομία παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις με την προφορική μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Ειδικότερα, ενώ στην κατάθεσή της η ΜΚ2 αναφέρει ευθαρσώς ότι η 4η κατηγορούμενη γνώριζε τα όσα αφορούσαν στον αλλοδαπό και δη, ότι επρόκειτο για πρόσωπο που είχε εργαστεί ξανά στην ΦΑΡΜΑ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ και ότι υπήρχε πρόθεση να έρθει στην Κύπρο με διαφορετικά στοιχεία, ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ενημέρωσε περί τούτου την 4η κατηγορούμενη για πρώτη φορά, κατά την διάρκεια της τηλεφωνικής κλήσης που είχε με την 4η κατηγορούμενη, όταν η τελευταία βρισκόταν στα γραφεία της ΥΑΜ Λεμεσού. Πρόκειται για τέτοια ουσιώδη αντίφαση, η οποία σχετίζεται με την πεμπτουσία της όλης υπόθεσης, που καθιστά σαφέστατα αναξιόπιστη τη μάρτυρα.

 

Ήταν επίσης διάχυτη η υπεκφυγή της μάρτυρος να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της, επικαλούμενη ότι δεν θυμάται. Συνεπακόλουθα, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ2.

 

Ούτε και ο ΜΚ3 μου έκανε θετική εντύπωση, καθώς η μαρτυρία του δεν ήταν ποιοτική και παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις. Ειδικότερα, ενώ ο ΜΚ3 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, παραδέχθηκε ότι γνώριζε για την όλη υπόθεση και συγκεκριμένα ότι προσπάθησαν να φέρουν ξανά στην Κύπρο τον συγκεκριμένο αλλοδαπό, ενώ δεν μπορούσαν να το πράξουν, ενώπιον του Δικαστηρίου εκδήλωσε την πλήρη του άγνοια, δηλώνοντας μπερδεμένος. Στην δε κατάθεση της συζύγου του, αναφέρεται ότι ναι μεν το θέμα χειριζόταν η ίδια και ότι ο ΜΚ3 δεν γνώριζε λεπτομέρειες, ήταν ωστόσο ενήμερος σχετικά με το θέμα. Διερχόμενη δε των διοικητικών φακέλων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11 – 13, εντοπίζω σε αυτούς επιστολές που αφορούσαν στο θέμα, υπογεγραμμένες από τον ίδιο. Συνεπακόλουθα, η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο.

 

Στρεφόμενη σε αξιολόγηση της ΜΚ4, σημειώνω εν πρώτοις ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση, όπως για παράδειγμα το ότι οι αιτήσεις που αφορούσαν στο συγκεκριμένο αλλοδαπό  πρόσωπο υποβλήθηκαν από εκπρόσωπο του ιδίου γραφείο εξευρέσεως εργασίας, χωρίς αναφορά του ονόματός του. Η μάρτυρας ήταν ήρεμη και σταθερή σε γενικές γραμμές κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέτασή της, πράγμα το οποίο μου έκανε θετική εντύπωση.

 

Ωστόσο, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή της η μάρτυρας υπέδειξε την κατηγορούμενη 4 ως το πρόσωπο το οποίο υπέβαλε τις περί ων ο λόγος αιτήσεις, αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η 1η αίτηση υποβλήθηκε το 2009 και δεν αναγράφει το όνομα του προσώπου που την υπέβαλε. Ερωτηθείσα δε πως γνωρίζει ότι ήταν η κατηγορούμενη 4 που υπέβαλε την εν λόγω αίτηση, απάντησε ότι η κατηγορούμενη 4 εργαζόταν στην DPA, ενώ στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη κατά τον πρώτο χρόνο εργοδότησης της δεν πήγαινε στο γραφείο της ΥΑΜ, η ΜΚ4 απάντησε ότι μόνο την κατηγορούμενη θυμάται, πλην όμως δεν θυμάται για το 2009. Ως επίσης ανέφερε αντεξεταζόμενη η ΜΚ4, δεν γνωρίζει, αν μέχρι να κάνει το τηλεφώνημα στην Πολυξένη Χ’’Παπά η κατηγορούμενη, γνώριζε ότι επρόκειτο για το ίδιο αλλοδαπό πρόσωπο.

 

Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ4, αποτελεί υποθέσεις της ιδίας και συνεπώς καθίσταται ακροσφαλές για το Δικαστήριο η εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων. Ειδικότερα, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή της η μάρτυρας τοποθέτησε μετά βεβαιότητας την κατηγορούμενη 4 ως το πρόσωπο το οποίο υπέβαλε όλες τις αιτήσεις, παρόλο που, σύμφωνα με την ίδια, δεν υπήρχε ονοματεπώνυμο του προσώπου που υπέβαλε τις αιτήσεις, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αν η 4η κατηγορούμενη μετέβαινε στο γραφείο της το 2009, έτος κατά το οποίο υποβλήθηκε η 1η αίτηση σχετικά με τον αλλοδαπό. Τούτο, σε αντιπαραβολή με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, Τεκμήρια 11 και 12, όπου το όνομα της 4ης κατηγορουμένης δεν καταγράφεται οπουδήποτε, καθιστά τη μαρτυρία της ΜΚ4 υποθετική επί του θέματος και συνεπώς το Δικαστήριο καταλήγει ότι αποδέχεται μερικώς τη μαρτυρία της ΜΚ4, δηλ. με εξαίρεση τα πιο πάνω.

 

Η ΜΚ5 ήταν τυπική μάρτυρας, η οποία έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν αναφέρθηκε σε θέματα εκτός του πεδίου εργασίας της, ούτε και η μαρτυρία της τέθηκε επί της ουσίας υπό αμφισβήτηση, συνεπώς γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της.

 

Η κατηγορούμενη επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα. Η επιλογή της αυτή σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί το Δικαστήριο στην εξαγωγή οποιωνδήποτε ενοχοποιητικών συμπερασμάτων, αφής στιγμής το τεκμήριο της αθωότητας εμπεριέχει σιωπηρά το δικαίωμα της σιωπής και συνεπακόλουθα το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Το βάρος αποδείξεως ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εξακολουθεί να βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή.[10]

 

Συγχρόνως, τούτο δεν βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή με το βάρος αποδείξεως των υποβολών της Υπεράσπισης προς τους μάρτυρες κατηγορίας, καθώς, ως έχει νομολογηθεί, οι υποβολές  είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον μάρτυρα να απαντήσει και περαιτέρω να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Ως εκ τούτου, οι υποβολές παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.[11]

 

Οι δε καταθέσεις της κατηγορουμένης (Τεκμήρια 4 και 6), κατατέθηκαν για περιορισμένο σκοπό, ήτοι ως προς τη λήψη τους. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω για σκοπούς πληρότητας, ότι η κατηγορούμενη 4 αρνείται στις καταθέσεις της ότι γνώριζε οτιδήποτε για την περίπτωση του αλλοδαπού με το όνομα A.O. και συγκεκριμένα ότι προσπάθησε να εισέλθει στην Κύπρο χρησιμοποιώντας διαφορετικά στοιχεία, ενώ αναφέρει ότι το γραφείο στο οποίο εργάζεται από το 2011, υπέβαλε μόνο τις αιτήσεις ανανέωσης της άδειας του εν λόγω προσώπου.

 

[V] Ευρήματα Δικαστηρίου

 

Με δεδομένη τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, καθώς επίσης και τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, εξάγονται ανάλογα ευρήματα. 

 

Σε αυτά περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο αλλοδαπός ονόματι A.O. εισήλθε στην Κύπρο όπου και εργάστηκε στην ΦΑΡΜΑ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ από 25.4.2009 μέχρι 15.3.2014, καθώς η αίτησή του για ανανέωση της άδειας του απορρίφθηκε και προσπάθησε να έρθει στην Κύπρο χρησιμοποιώντας διαφορετικά στοιχεία, ως καταγράφεται λεπτομερώς πιο πάνω, με τη συνδρομή των κατηγορουμένων 1 – 3, οι οποίοι παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες που αφορά το παρόν κατηγορητήριο.

 

Αναφορικά δε με το γεγονός ότι ο A.O. αποτελεί αλλοδαπό πρόσωπο και υπήκοο τρίτης χώρας, δυνάμει των προνοιών του αρ. 2 του Κεφ. 105, τούτο δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

 

Απομένει λοιπόν να εξετασθεί, κατά πόσο, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της 4ης κατηγορουμένης.

 

[VΙ] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[12]

 

Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[13] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[14] 

 

Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[15]

 

Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[16]

 

[VI][i] Κατηγορίες 1 και 3

 

Η 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2014 και Ιουνίου 2015 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλ. εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των αρ. 371, 205 και 20 του Ποινικού Κώδικα.

 

Η 3η κατηγορία, αφορά στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2014 και Ιουνίου 2015 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ του να διαπράξουν κακούργημα, δηλ. την υποβοήθηση της παράνομης εισόδου σε υπήκοο τρίτης χώρας, κατά παράβαση των αρ. 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα και του αρ. 19Α(1) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105.

 

Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, το οποίο αφορά η 1η κατηγορία, ποινικοποιείται δια του αρ. 372 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος».

 

Αναφορικά με το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 371 του Ποινικού Κώδικα:

 

«Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή».

 

Το αδίκημα της συνωμοσίας, είτε αφορά σε πλημμέλημα είτε σε κακούργημα, συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του συγκεκριμένου αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε, πέραν από τη συμφωνία. Η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.

 

Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και συνεπώς η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ’ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό.[17]

 

Ως έχει δε νομολογηθεί, σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης που αφορά ειδικά στο αδίκημα της παροχής βοήθειας σε υπήκοο τρίτης χώρας να εισέλθει ή διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας ή οποιοιδήποτε άλλου κράτους μέλους, τούτη συνάγεται από τον τρόπο με τον οποίο ο δράστης ενήργησε. Ο δε όρος της διέλευσης είναι ευρύς και περιλαμβάνει κάθε ενέργεια η οποία, μεταξύ άλλων, αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας που αφορά στη διακίνηση του υπηκόου «τρίτης χώρας» ο οποίος παράνομα εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας, ανεξάρτητα αν η πρόθεσή του είναι να παραμείνει στην Κύπρο μόνιμα ή προσωρινά.[18]

 

Σύμφωνα δε με το αρ. 297 του Ποινικού Κώδικα:

 

«Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή».

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, δεν καταλήγω ότι τα αδικήματα που αφορούν οι κατηγορίες 1 και 3, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό.

 

Κοντολογίς, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν μπορεί να συναχθεί εύρημα ή συμπέρασμα, ότι η 4η κατηγορούμενη συνωμότησε με τους υπόλοιπους κατηγορουμένους, δια της σύναψης οποιασδήποτε συμφωνίας, ότι θα προβεί στη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες 1 και 3 ή ότι θα επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Ούτε και προκύπτει από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, η ύπαρξη πρόθεσης στη σκέψη της 4ης κατηγορουμένης, για επιτέλεση παράνομου σκοπού.

 

Επισημαίνεται δε, ότι από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 11 – 13, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, προκύπτει ότι οι υποβληθείσες αιτήσεις δεν αναγράφουν το όνομα του προσώπου που τις υπέβαλε, αναφορικά με τους A.O., A.O. και R. Ειδικότερα:

 

 i.       Ο διοικητικός φάκελος ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11, αφορά στο πρόσωπο του A.O. με αρ. διαβατηρίου [ ] και σε σχέση με το πρόσωπο αυτό η αρχική αίτηση ημερ. 24.1.2009, όπως επίσης και οι αιτήσεις ανανέωσης της άδειας που εγκρίθηκε για το συγκεκριμένο πρόσωπο, ημερ. 5.7.2010 και 12.7.2011, υποβλήθηκαν από την Stalagmite Enterprises Ltd. Την 10.5.2012 και την 31.10.2013, οι αιτήσεις ανανέωσης της άδειας του A.O. υποβλήθηκαν από την DPA Developing People Agencies Limited, χωρίς ωστόσο να αναγράφεται οπουδήποτε το όνομα του υποβολέα τους και χωρίς να εντοπίζεται οπουδήποτε στον φάκελο το όνομα της 4ης κατηγορουμένης.

 

ii.      Ο διοικητικός φάκελος ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12, αφορά στο πρόσωπο του A.O. με αρ. διαβατηρίου [ ] και σε σχέση με το πρόσωπο αυτό υποβλήθηκε αίτηση ημερ. 18.9.2014 από την DPA Developing People Agencies Limited, χωρίς ωστόσο να αναγράφεται οπουδήποτε το όνομα του υποβολέα της εν λόγω αίτησης και χωρίς να εντοπίζεται στον φάκελο οπουδήποτε το όνομα της 4ης κατηγορουμένης. Εν τέλει η αίτηση αυτή απορρίφθηκε, ενόψει του ότι το αναφερόμενο αλλοδαπό πρόσωπο απέσυρε το ενδιαφέρον του να έρθει στην Κύπρο. Όπως επίσης προκύπτει από το περιεχόμενο του εν λόγω διοικητικού φακέλου, η άδεια λειτουργίας της DPA Developing People Agencies Limited, ως ιδιωτικού γραφείου εξευρέσεως εργασίας, με ημερομηνία έναρξης την 29.6.2013, κατονομάζει ως υπεύθυνο πρόσωπο για τη λειτουργία του γραφείου τον κ. Δ.Α.

 

iii.       Ο διοικητικός φάκελος ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13, αφορά στο πρόσωπο του R.H. με αρ. διαβατηρίου [ ] και σε σχέση με το πρόσωπο αυτό υποβλήθηκε αίτηση απόκτησης άδειας εισόδου την 13.7.2014 από την DPA Developing People Agencies Limited, χωρίς ωστόσο να αναγράφεται οπουδήποτε το όνομα του υποβολέα της εν λόγω αίτησης.

 

Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε την 7.9.2015 με την αιτιολογία ότι ο αναφερόμενος αλλοδαπός άλλαξε τα στοιχεία του με σκοπό να ξεγελαστούν οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Όπως επίσης προκύπτει από το περιεχόμενο του εν λόγω διοικητικού φακέλου, η άδεια λειτουργίας της DPA Developing People Agencies Limited, ως ιδιωτικού γραφείου εξευρέσεως εργασίας, με ημερομηνία έναρξης την 6.2.2015, κατονομάζει ως υπεύθυνο πρόσωπο για τη λειτουργία του γραφείου την κα Αλίκη Καρμιώτου με ΑΔΤ [ ], δηλαδή την 4η κατηγορουμένη.

 

Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις τοποθετήσεις των μαρτύρων κατηγορίας, σε σχέση με το κατά πόσο η 4η κατηγορούμενη γνώριζε ότι ο αλλοδαπός που αφορούσε το Τεκμήριο 13 ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον αλλοδαπό που αφορούσαν τα Τεκμήρια 11 και 12, δεν συνηγορούν υπέρ της κατάληξης ότι έχουν στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό οι κατηγορίες 1 και 3.

 

 

 

 

[VI][ii] Κατηγορία 2

 

Αναφορικά με το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, σχετικές είναι οι ακόλουθες πρόνοιες του αρ. 305 του Ποινικού Κώδικα:

 

«Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων».

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, οι κατηγορούμενοι μεταξύ Σεπτεμβρίου 2014 και Ιουνίου 2015 στη Λεμεσό, εσκεμμένα αποπειράθηκαν να εξασφαλίσουν εγγραφή για τον αλλοδαπό με στοιχεία R.H. από την Ουκρανία, με ψευδείς παραστάσεις.

 

Από την πιο πάνω διατύπωση του αρ. 305 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η κατηγορούμενη 4, αποπειράθηκε να εξασφαλίσει άδεια εισόδου και εργασίας του αλλοδαπού ονόματι A.O. με αρ. διαβατηρίου [ ], στον οποίο δεν επιτρέπετο να εισέλθει στην Κυπριακή Δημοκρατία, δια της υποβολής στοιχείων που παρουσίαζαν άλλο πρόσωπο, ήτοι τον R.Η. με αρ. διαβατηρίου [ ], ενώ γνώριζε ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο.

 

Η δε «ψευδής παράσταση», σύμφωνα με το αρ. 297 του Ποινικού Κώδικα, είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.

 

 

 

Αναφορικά με το αδίκημα της απόπειρας, σχετικές είναι οι διατάξεις του αρ. 366 του Κεφ. 154:

 

«Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει.

 

Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του.

 

Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος».

 

Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι συστατικό στοιχείο της απόπειρας διάπραξης ποινικού αδικήματος είναι η πρόθεση διάπραξης ολοκληρωμένου εγκλήματος, πρόθεση η οποία αρχίζει να τίθεται σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωσή της και φανερώνεται με κάποια έκδηλη πράξη.

 

Ως έχει νομολογηθεί, για να συντελεστεί το actus reus της απόπειρας, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης προέβη σε πράξη η οποία αποτελεί βήμα προς την κατεύθυνση διάπραξης του αδικήματος και η οποία είναι άμεσα και όχι απλώς απομακρυσμένα συνδεδεμένη με τη διάπραξή του και της οποίας η διάπραξη δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι έχει άλλο σκοπό από τον σκοπό της διάπραξης του αδικήματος. Πράξεις προπαρασκευαστικές του αδικήματος, δεν μπορούν να στηρίξουν κατηγορία απόπειρας.[19]

 

Επανερχόμενη στην παρούσα, υπό το φως των ευρημάτων στα οποία κατέληξα και της αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπίον μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η 4η κατηγορούμενη γνώριζε ότι ο R.H. ήταν στην πραγματικότητα ο A.O. στον οποίο δεν επιτρέπετο η είσοδος στη Δημοκρατία και παρά ταύτα προχώρησε στην υποβολή αίτησης για εξασφάλιση άδειας εισόδου του εν λόγω προσώπου στην Κύπρο, αποπειρώμενη να εξασφαλίσει την εγγραφή του.

 

[VI][iii] Κατηγορία 4

 

Αναφορικά με το αδίκημα της υποβοήθησης της παραμονής εισόδου σε υπήκοο τρίτης χώρας, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 19Α(1) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, οι οποίες έχουν ως εξής:

 

«Πρόσωπο το οποίο με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους βοηθά υπήκοο τρίτης χώρας προκειμένου να εισέλθει ή να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή της οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές».

 

Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Ο δράστης να έχει πρόθεση.

(β) Να έχει ως σκοπό την αποκόμιση κέρδους.

 

(γ) Να βοηθά υπήκοο τρίτης χώρας προκειμένου να εισέλθει ή να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, κατά παράβαση της οικείας νομοθεσίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου αναφορικά με την 4η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2014 και Ιουνίου του 2015, με πρόθεση υποβοήθησαν υπήκοο τρίτης χώρας, δηλ. τον R.H., για να εισέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση του Κεφ. 105.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αφορά η 4η κατηγορία, έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι δηλαδή η 4η κατηγορούμενη με πρόθεση και σκοπό την αποκόμιση κέρδους, βοήθησε τον R.H. να εισέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ γνώριζε ότι επρόκειτο για τον A.O.

 

[VII] Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της 4ης κατηγορουμένης σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

Συνεπακόλουθα, η 4η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει.

 

Υπ.) ...............................

                                                                                       Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

 

[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).

 

[9] Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2000) 2 ΑΑΔ 628.

[10] Charalambous v. The Republic (1985) 2 C.L.97.

 

[11] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.

 

[12] Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.

 

[13] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.

 

[14] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

 

[15] Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110.

 

[16] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.

 

[17] Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633.

 

[18] ABD AZEZ HEMZE ν Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 594.

[19] Αριστοφάνης Παντελή Σάββας ν Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 258.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο