ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 19918/2019
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν
ΚΩΣΤΑΣ ΑΤΤΙΚΟΥΡΗΣ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Αραούζος
Κατηγορούμενος παρών.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Εκ πρώτης όψεως στάδιο)
[I] Εισαγωγή
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, αναφορικά με το αδίκημα της κοινής οχληρίας, κατά παράβαση του αρ. 186 του Ποινικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 8.7.2019 – 10.7.2019 στη βιομηχανική περιοχή του Αγίου Αθανασίου της επαρχίας Λεμεσού, διενήργησε πράξη που δεν είναι εξουσιοδοτημένη από το Νόμο και συνεπεία αυτού προκάλεσε ενόχληση στο κοινό, κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες.
[II] Προσκομισθείσα Μαρτυρία
Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]
Η πρώτη μάρτυρας που προσέφερε μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ήταν η Υπαστυνόμος [ ], η οποία υπηρετεί στο Αρχηγείο της Αστυνομίας και η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας (στο εξής η «ΜΚ1»).
Η ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή της, στην οποία αναφέρει ότι την 8.7.2019 ο Κ.Σ. κατήγγειλε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας ότι περί τις 09:30 το πρωί, μετέβηκε στο υποστατικό-αποθήκη που χρησιμοποιεί για τη διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας GKS TRADING COMPANY LTD, της οποίας είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής και διαπίστωσε ότι στην είσοδο του υποστατικού στην οδό Κουτσοβέντη αρ. 8 στον Αγ. Αθανάσιο, υπήρχε σταθμευμένο το όχημα με αρ. εγγραφής [ ], ιδιοκτησίας της εταιρείας ATTIKOURIS ENTERPRISES LTD, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η ομαλή διεξαγωγή των εργασιών του. Ανέφερε περαιτέρω, ότι το 2016 η GKS TRADING COMPANY LTD ενοικίασε το αναφερόμενο υποστατικό από την ATTIKOURIS ENTERPRISES LTD.
Την 10.7.2025, ο Κ.Σ. τηλεφώνησε εκ νέου στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και ανέφερε ότι την 9.7.2019 περί η ώρα 09:30, ο Κώστας Αττικουρής, διευθυντής της ATTIKOURIS ENTERPRISES LTD, τοποθέτησε τα οχήματα με αρ. εγγραφής [ ] και [ ], ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρείας, στην είσοδο του υποστατικού-αποθήκης, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η ομαλή διεξαγωγή των εργασιών του.
Την 10.7.2019, η ΜΚ1 μετέβη στο σημείο μαζί με τον Αστ. [ ], όπου συνάντησαν τον Κ.Σ., ο οποίος τους υπέδειξε το όχημα [ ] το οποίο βρισκόταν στην είσοδο της αποθήκης του. Ακολούθως, επισκέφθηκαν τον Κ. Αττικουρή, το γραφείο του οποίου βρισκόταν στο ίδιο υποστατικό στην ίδια οδό, ο οποίος τους ανέφερε ότι δεν προτίθετο να μετακινήσει το όχημα [ ], ενώ για το άλλο όχημα, ανέφερε ότι είναι ιδιοκτησίας του αδερφού του και το χρησιμοποιεί. Η κατάθεση της ΜΚ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.
Η ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι η ανακριτής και εξεταστής της υπόθεσης και περαιτέρω κατέθεσε τα Τεκμήρια 2 – 4, ήτοι την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, ως προς τη λήψη της, το ενοικιαστήριο συμβόλαιο μεταξύ των εταιρειών του κατηγορουμένου και του παραπονούμενου και δέσμη από τέσσερις φωτογραφίες που απεικονίζουν τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα μπροστά από την είσοδο του επίδικου υποστατικού.
Η ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι η περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό είναι η βιομηχανική περιοχή Αγίου Αθανασίου η οποία δεν είναι πυκνοκατοικημένη και όπου ο δρόμος είναι πολύ πλατύς. Ως επίσης ανέφερε, ο επίδικος χώρος είναι ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου και είχαν κάποια προβλήματα με τον ενοικιαστή, ο δε χώρος όπου στάθμευε ο κατηγορούμενος δεν ήταν χώρος στάθμευσης, αλλά χώρος ο οποίος ενοικιάζετο από τον παραπονούμενο. Ανέφερε επίσης, ότι υπήρχε πολλής χώρος για να σταθμεύσει αλλού τα οχήματα ο κατηγορούμενος και ότι ήταν ώρα εργασιών και υπήρχαν εμπορεύματα που έπρεπε να μετακινηθούν από τον παραπονούμενο, ο οποίος δεν μπορούσε να εκτελέσει τις εργασίες του, εφόσον φράσσετο η είσοδος.
Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι πέρασε από το επίδικο υποστατικό και την 9.7.2019 αφού σχόλασε, δηλαδή γύρω στις 18:30 – 19:00, για να διαπιστώσει ποια ήταν η διεύθυνση του υποστατικού. Ανέφερε περαιτέρω ότι η αποθήκη του παραπονούμενου βρίσκεται πίσω από την αποθήκη του κατηγορούμενου, τα γραφεία του οποίου απέχουν περί τα δέκα μέτρα από την αποθήκη του παραπονούμενου.
Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι τις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4, τις τράβηξε ο παραπονούμενος, ενώ όταν επισκέφθηκε τον χώρο την 10.7.20219, είδε αυτό που απεικονίζεται στα Τεκμήρια 4(δ) και (β), ήτοι τα οχήματα με αρ. εγγραφής [ ] και [ ], μπροστά από την είσοδο της αποθήκης.
Ερωτηθείσα εάν ένα αυτοκίνητο μπορούσε να περάσει δίπλα από τα εν λόγω οχήματα και να περάσει, απάντησε καταφατικά.
Ακολούθως, ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο Κ.Σ. (στο εξής ο «ΜΚ2»).
Αρχικά ο ΜΚ2 αναγνώρισε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 και 6. Σε αυτές αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας TRADING COMPANY LTD που ενοικιάζει υποστατικό στην οδό Κουτσοβέντη στη βιομηχανική περιοχή Αγίου Αθανασίου στη Λεμεσό, από την εταιρεία ATTIKOURIS ENTERPRISES LTD. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι την 8.7.2019 και την 9.7.2019, ο κατηγορούμενος στάθμευσε τα οχήματα που αναφέρονται πιο πάνω, μπροστά από την είσοδο της αποθήκης, με αποτέλεσμα να εμποδίζει την ομαλή διεξαγωγή της λειτουργίας της εταιρείας.
Ο μάρτυρας αναγνώρισε επίσης τις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4, αναφέροντας ότι τις τράβηξε ο ίδιος και επεξηγώντας τι απεικονίζει έκαστη φωτογραφία, ανέφερε δε, ότι το σημείο όπου σταθμεύονταν τα διάφορα οχήματα δεν ήταν χώρος στάθμευσης, αλλά είσοδος αποθήκης, και ότι υπήρχε πάρα πολλής χώρος μπροστά για στάθμευση. Αναφέρθηκε περαιτέρω, σε διαφωνία που υπήρχε μεταξύ αυτού και του κατηγορουμένου, σε σχέση με το ενοίκιο που έπρεπε να καταβάλλεται.
Ο μάρτυρας ανέφερε επιπρόσθετα, ότι πήγαν υπάλληλοι της εταιρείας στο υποστατικό και όταν είδαν ότι δεν μπορούσαν να δουλέψουν, έφυγαν, ενώ δεν γνωρίζει ακριβώς που είχαν σταθμεύσει τα οχήματά τους, επισημαίνοντας, ότι υπάρχει αρκετός χώρος για να σταθμεύσουν.
Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη δικαστική διαδικασία της αύξησης ενοικίου που είχε επιτυχή κατάληξη για τον κατηγορούμενο, ενόψει της διαφωνίας τους ως προς το ποσό της αύξησης του ενοικίου, ενώ δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος είχε σταθμεύσει τα οχήματα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4.
Τέλος, από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε ο Αστ. [ ], ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας (στο εξής ο «ΜΚ3»).
Ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 και όπου αναφέρεται στις καταγγελίες που υπέβαλε ο ΜΚ2 στην Αστυνομία, ως εκτίθενται ανωτέρω, καθώς επίσης και στο γεγονός ότι την 10.7.2019 μετέβη στο επίδικο υποστατικό μαζί με την ΜΚ1, όπου συνάντησαν τον ΜΚ2, ο οποίος τους υπέδειξε τα οχήματα που βρίσκονταν σταθμευμένα μπροστά από την είσοδο του επίδικου υποστατικού. Έπειτα συνάντησαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος τους ανέφερε ότι δεν προτίθετο να μετακινήσει τα οχήματα αυτά.
Κατά την αντεξέτασή του, καθ’ υπόδειξη του Τεκμηρίου 4(γ), ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η οδός Κουτσοβέντη είναι ο κύριος κάθετος δρόμος που εφάπτεται, ως απεικονίζεται στη συγκεκριμένη φωτογραφία, ανέφερε δε, ότι υπάρχει χώρος περί τα δέκα πόδια, για να περάσουν αυτοκίνητα δίπλα από τα σταθμευμένα οχήματα, ως αυτά απεικονίζονται στις φωτογραφίες, παρότι είναι πολύ στενός ο χώρος εκεί.
[ΙΙΙ] Εκ πρώτης όψεως στάδιο - Εκατέρωθεν θέσεις των συνηγόρων
Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και υποστηρίζοντας, ότι δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής οχληρίας, καθώς πρέπει να αποδειχθεί ότι η οχληρία επηρεάζει ένα αντιπροσωπευτικό τμήμα του κοινού για να είναι κοινή/δημόσια οχληρία, εν αντιθέσει με την υπό κρίση περίπτωση, όπου μόνο ο παραπονούμενος ενοχλείτο.
Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος, παραπέμποντας σε σχετικές αυθεντίες, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία είναι αρκούντως ικανοποιητική, ώστε το Δικαστήριο να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Ειδικότερα, προς υποστήριξη των θέσεων του, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής επιχειρηματολόγησε ότι ο παραπονούμενος είχε δικαίωμα εισόδου και εξόδου από το επίδικο υποστατικό δυνάμει της συμφωνίας ενοικιάσεως, όπου είχαν πρόσβαση και μέλη της υπηρεσίας του, ενώ το γεγονός ότι μετέβησαν μέλη της Αστυνομίας στον χώρο χωρίς ένταλμα έρευνας, δεικνύει ότι στο μέρος μπορούσε να έχει πρόσβαση οποιοδήποτε πρόσωπο.
[IV] Νομική Πτυχή
Σύμφωνα με το αρ. 74(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:
«Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να υποβάλει ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και, αν το Δικαστήριο αποδεχτεί την εισήγηση, αθωώνει τον κατηγορούμενο».
Ως έχει νομολογηθεί,[2] το Δικαστήριο, δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα και η δίκη δυνατό να διακοπεί και ο κατηγορούμενος να αθωωθεί από αυτό το στάδιο, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή
(β) Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορούμενου.
Επισημαίνεται, ότι στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου.
Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133:
«Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας».
Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ.Α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 191:
«Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί».
[V] Συμπεράσματα και Κατάληξη Δικαστηρίου
Στην προκειμένη περίπτωση, η εισήγηση της υπεράσπισης αφορά στην μη πληρότητα των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κοινής οχληρίας.
Το αδίκημα της κοινής οχληρίας κωδικοποιείται στο αρ. 186 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Όποιος διενεργεί πράξη που δεν είναι εξουσιοδοτημένη από το νόμο ή παραλείπει να εκτελέσει καθήκον που επιβάλλεται από το νόμο και συνέπεια αυτού προκαλεί οποιαδήποτε κοινή βλάβη ή κίνδυνο ή ενόχληση ή παρεμποδίζει ή προκαλεί ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων, διενεργεί πλημμέλημα, το οποίο καλείται κοινή οχληρία, και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου.
Είναι αδιάφορο ότι η πράξη ή παράλειψη για την οποία πρόκειται, διευκολύνει μεγαλύτερο μέρος του κοινού παρά το ενοχλημένο από αυτή, το γεγονός όμως ότι διευκολύνει τη νόμιμη άσκηση των δικαιωμάτων μέρους του κοινού είναι δυνατόν να φανερώνει ότι τέτοια πράξη ή παράλειψη δεν είναι οχληρία για οποιοδήποτε μέρος του κοινού.»
Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι για να αποδειχθεί το αδίκημα της κοινής οχληρίας, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) Η διενέργεια πράξης μη εξουσιοδοτημένης από τον νόμο ή η παράλειψη εκτέλεσης καθήκοντος που επιβάλλεται από τον νόμο.
(β) Η πράξη ή η παράλειψη αυτή να προκαλεί κοινή βλάβη ή κίνδυνο ή ενόχληση ή να παρεμποδίζει ή προκαλεί ενόχληση στο κοινό κατά την άσκηση κοινών δικαιωμάτων.
Θεμελιακή επί του θέματος είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 216, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η κοινή οχληρία διακρίνεται από την ιδιωτική οχληρία, η δε κοινή οχληρία εξομοιώνεται με τη δημόσια οχληρία, καθώς, σύμφωνα με τον "Russell on Crime", 12η έκδοση, Τόμος 2, σελ.1405-1406:
«δημόσια οχληρία μπορεί να προκληθεί από καπνό, δυσοσμία, ή κακοσμία, αν από μόνες τους ή σε συνδυασμό δημιουργούν αισθητή δημόσια ενόχληση ή βλάβη στην υγεία. Αν υπάρχουν οσμές ενοχλητικές για τις αισθήσεις αυτό είναι αρκετό γιατί οι περίοικοι έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν τον καθαρό αέρα».
Αναφέρεται περαιτέρω στην εν λόγω απόφαση, ότι δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία προέρχεται από πολλά άτομα.
Επανερχόμενη στην υπό εξέταση περίπτωση, αντικειμενικά εξετάζοντας τη μαρτυρία και δίχως να υπεισέρχομαι σε κρίση αξιοπιστίας, διαπιστώνω ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, που να σχετίζεται με το εύρος της ενόχλησης, ώστε να πληρείται το συστατικό το στοιχείο του «κοινού», δηλαδή της κοινότητας που απαρτίζεται από ικανό ή σημαντικό αριθμό ατόμων.
Ούτε και θεωρώ ότι η αναφορά του ΜΚ2 κατά την αντεξέτασή του, ότι στην επίδικη αποθήκη δεν μπορούσαν να μπουν ή να βγουν οι υπάλληλοι της εταιρείας, ικανοποιεί το κριτήριο αυτό, καθώς, ως ο ίδιος ο ΜΚ2 ανέφερε, οι υπάλληλοι της εταιρείας στάθμευαν αλλού τα οχήματά τους, καθότι υπήρχε πολλής χώρος για να το πράξουν. Ερωτηθείς δε κατά την κυρίως εξέτασή του, αν στον χώρο υπήρχε ανάγκη να εισέρχονται και να εξέρχονται από την αποθήκη άλλα πρόσωπα, ο μάρτυρας απάντησε χαρακτηριστικά «Τι εννοείτε, δεν κατάλαβα, αν υπήρχε ανάγκη; Εμείς θέλαμε να μπαινοβγαίνουμε για να κάνουμε τη δουλειά μας».
Έπεται, ότι το κοινό δεν παρεμποδίστηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην άσκηση των δικαιωμάτων του, ούτε και προκλήθηκε κοινή βλάβη ή κίνδυνος ή ενόχληση, εξαιτίας των ενεργειών του κατηγορουμένου, ήτοι το να σταθμεύει τα οχήματα ιδιοκτησίας του ή αυτά των οποίων είχε την ευθύνη, ακριβώς μπροστά από την είσοδο της επίδικης αποθήκης, έστω και αν η πράξη του αυτή, δεν φαίνεται με βάση τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, να ήταν εξουσιοδοτημένη από το νόμο, εφόσον το επίδικο υποστατικό ενοικιαζόταν από τον παραπονούμενο και ο χώρος όπου ο κατηγορούμενος στάθμευε τα οχήματά του, δεν ήταν χώρος στάθμευσης.
Κοντολογίς, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε προς απόδειξη του ότι η περιοχή ήταν πολυσύχναστη ή ότι υπήρχαν περίοικοι, των οποίων η άσκηση των κοινών τους δικαιωμάτων παρεμποδίστηκε ή ενοχλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ή ότι προκλήθηκε σε αυτούς κοινή βλάβη ή κίνδυνος ή ενόχληση.
Απεναντίας, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, η επίδικη περιοχή είναι βιομηχανική και όχι κατοικημένη, υπάρχει δε πολλής χώρος για σκοπούς στάθμευσης. Υπενθυμίζεται, ότι προς απόδειξη του αδικήματος της κοινής οχληρίας, η πράξη του κατηγορουμένου θα πρέπει να επηρεάζει ουσιωδώς μια τάξη του κοινού και τούτο, αποτελεί ζήτημα πραγματικό.
Το δε γεγονός ότι οι υπάλληλοι της εταιρείας του παραπονούμενου δεν μπορούσαν να εκτελέσουν τα καθηκοντά τους, που απαιτούσαν είσοδο και έξοδο τους από την επίδικη αποθήκη, δεν θεωρώ ότι συνιστά παρεμπόδιση των δικαιωμάτων του κοινού, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Ό,τι συνάγεται, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο, είναι ότι ενδεχομένως να τίθετο ζήτημα ιδιωτικής οχληρίας, αλλά όχι κοινής οχληρίας, καθότι το πρόσωπο το οποίο παρεμποδίστηκε ή ενοχλήθηκε από τις ενέργειες του κατηγορουμένου, ήταν ο ΜΚ2 και κανένα άλλο πρόσωπο.
Ως εκ των άνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι με τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, πληρείται επαρκώς το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης βλάβης ή κινδύνου ή ενόχλησης στο κοινό ή της παρεμπόδισης ή ενόχλησης του κοινού, ώστε η υπόθεση να μπορέσει να ξεπεράσει το εκ πρώτης όψεως στάδιο και ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία.
Συνεπακόλουθα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ..…………………..
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2]Azinas v. Police (1981) 2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 ΑΑΔ 133, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Fassan Farhat, Ποιν. Έφεση Αρ. 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο