ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ν. Μ., Υπόθεση αρ. 16359 / 2024, 19/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ν. Μ., Υπόθεση αρ. 16359 / 2024, 19/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 16359 / 2024

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

Ν. Μ.

__________________________

 

Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Α. Ιωάννου (κα), για την Κατηγορούμενη

Κατηγορούμενη: παρούσα

 

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, στην κατηγορία ότι η Κατηγορούμενη, την 18.8.2024, στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της κατονομαζόμενης παραπονούμενης από τη Λεμεσό, με σκοπό τη διάπραξη μέσα σε αυτήν κακουργήματος [1η Κατηγορία, διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, 292(α) ΠΚ] και ότι έκλεψε από αυτήν έναν κουμπαρά σε σχήμα γουρουνάκι που περιείχε χρηματικό ποσό ύψους €58 [2η Κατηγορία, κλοπή από κατοικία, άρθρο 266(β) ΠΚ].

 

Για τη διάρρηξη κατοικίας, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι και τα επτά χρόνια. Η κλοπή από κατοικία τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τα πέντε χρόνια.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.

 

Τα γεγονότα πληρέστερα καταγράφονται στα πρακτικά της διαδικασίας. Έγινε σχετική καταγγελία από την παραπονούμενη, η οποία, κατά την είσοδό της στην οικία, είχε αντιληφθεί την Κατηγορούμενη μέσα στην οικία της, έγινε πάλη και ακινητοποίηση της Κατηγορούμενης από την ίδια την παραπονούμενη. Η Κατηγορούμενη ήταν σε έξαλλη κατάσταση και έλεγε ασυναρτησίες, μεταξύ των οποίων διακρίνονταν φράσεις όπως το ότι δεν έκλεψε η ίδια τίποτα και ότι έκλεψε η «άλλη», χωρίς περαιτέρω εξήγηση ή νόημα. Στην κατοχή της βρέθηκε ένας κουμπαράς με το αναφερόμενο χρηματικό ποσό. Επιθεωρήθηκε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, μέσα από το οποίο διαπιστώθηκε ο τρόπος εισόδου, είχε εισέλθει μόνη της, από αλουμινένιο συρόμενο κλειστό αλλά ξεκλείδωτο παράθυρο. Κρίθηκε αναγκαία η νοσηλεία της Κατηγορούμενης, αμέσως μετά το συμβάν, σε ψυχιατρική κλινική. Ακολούθησε ανακριτικό έργο, κατά το οποίο ανέφερε πως ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών και σύγχυσε τα σπίτια, παραδεχόμενη ενοχή. Η πράξη αφορά διάρρηξη κατοικίας, δηλαδή προσβολή του οικιακού ασύλου, που θεωρείται σοβαρότερη μορφή περιουσιακού εγκλήματος λόγω της ιδιαίτερης παραβίασης του αισθήματος ασφάλειας του πολίτη μέσα στην κατοικία του. Η διάσταση αυτή λαμβάνεται ήδη υπόψη από τον νομοθέτη, ο οποίος προβλέπει επαυξημένη ποινή για το συγκεκριμένο αδίκημα. Συνεπώς, για τον προσδιορισμό της σοβαρότητας της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο εστιάζει στα ειδικότερα χαρακτηριστικά της εγκληματικής δράσης. Η δράση δεν καταδεικνύει στοχοποίηση της συγκεκριμένης κατοικίας, αλλά μία ευκαιριακή απελπισμένη δράση, ατόμου υπό την επήρεια ουσιών. Δεν προέκυψε χρήση βίας από μέρους της Κατηγορούμενης, εκτός στο πλαίσιο της προσπάθειας ακινητοποίησής της από την παραπονούμενη, απειλής ή όπλου. Ήταν ευάλωτη κατά τρόπο όπου ήταν εφικτό να ακινητοποιηθεί από την παραπονούμενη. Δεν καταγράφηκαν ζημιές ή πράξεις βανδαλισμού, ενώ δεν προκύπτει επαγγελματικός ή οργανωμένος τρόπος δράσης, όπως χρήση εξειδικευμένου εξοπλισμού ή δράση στο πλαίσιο οργανωμένου κυκλώματος. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας είναι περιορισμένη στην αξία του κουμπαρά και στο περιεχόμενό του, χωρίς ασφαλώς αυτό να επιδρά ουσιωδώς και στην απαξία της διάρρηξης, που είναι η σοβαρότερη κατηγορία. Σε αντικειμενικό επίπεδο, η υπόθεση κινείται, σε κάθε περίπτωση, σε χαμηλή βαθμίδα σοβαρότητας για αδίκημα διάρρηξης κατοικίας.

 

Δεν έχουν όλοι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη αυτοτελή επίδραση στην ποινή, ενώ παράγοντες που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, δεν λαμβάνονται εκ νέου υπόψη.

 

Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε.

 

Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, όπως έχουν εκτεθεί. Περιλαμβάνουν την ηλικία, σήμερα περίπου 39 ετών, το πρόβλημα με την χρήση ουσιών. Η Κατηγορούμενη έχει καταδικαστεί σε πολύμηνη φυλάκιση στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης.

 

Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη πως δεν υπάρχουν διαθέσιμες προηγούμενες καταδίκες[7].

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[8]. Δεν ήταν άμεση, για να μπορεί να έχει τη μέγιστη ελαφρυντική επίδραση, αλλά εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.

 

Οι προαναφερόμενοι παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό χαρακτήρα των πράξεων, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος της διάρρηξης, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης, ως η μόνη ποινή που μπορεί να αποτυπώσει επαρκώς τη σοβαρότητα. Όσα αναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκτασή της. Η επιβολή ποινή φυλάκισης στην 1η Κατηγορία εξαντλεί την απαξία της 2ης Κατηγορίας, υπό τις περιστάσεις, και δεν θα επιβληθεί διακριτή ποινή στη 2η Κατηγορία. Για τον προσδιορισμό της έκτασης της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ποινή που έχει ήδη εκτίσει και επί του παρόντος εκτίει η Κατηγορούμενη στο πλαίσιο της υπόθεσης αρ. 15155/2025 Ε.Δ. Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία σχετίζεται με την κατοχή και χρήση ουσιών και γίνεται ανάλογη προσαρμογή, εστιάζοντας στη συνολική επιβάρυνση της Κατηγορούμενης, χωρίς η κατάληξη αυτή να είναι γενικεύσιμη ή εφαρμόσιμη σε οποιαδήποτε άλλη υπόθεση, υπό διαφορετικές περιστάσεις.

 

Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

 

2η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

Δεν κρίνεται πως τα όσα έχουν εκτεθεί επενεργούν φυσιολογικά ως προς το να επιτραπεί η αναστολή εκτέλεσης της φυλάκισης, η οποία θα πρέπει να είναι άμεση.

 

Λαμβάνοντας υπόψη πως η Κατηγορούμενη, επί του παρόντος, εκτίει ποινή φυλάκισης για αδικήματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως σε ενιαίο πλαίσιο έκνομης δράσης, στην υπόθεση αρ.15155/2025 Ε.Δ. Δικαστηρίου Λεμεσού, η ποινή που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση να προσμετρά από σήμερα, συνεκτειόμενη με την εναπομείνασα ποινή που εκτίεται επί του παρόντος στην υπόθεση αρ. 15155/2025 Ε.Δ. Λεμεσού.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων:

 

·               Το DVD να κατασχεθεί και να καταστραφεί.

·               Ο κουμπαράς να επιστραφεί στη νόμιμη δικαιούχο.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[7] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.

[8] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο