Αναφορικά με τον ανήλικο Σ.Δ. και την αίτηση της Ηλιάνας Νικολάου, Οικογενειακού Συμβούλου του «Σπιτιού του Παιδιού», Αίτηση αρ. 4 / 2026, 19/5/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τον ανήλικο Σ.Δ. και την αίτηση της Ηλιάνας Νικολάου, Οικογενειακού Συμβούλου του «Σπιτιού του Παιδιού», Αίτηση αρ. 4 / 2026, 19/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Αίτηση αρ. 4 / 2026

 

Αναφορικά με τον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο 119(Ι)/2000 και τον περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο 19(Ι)/2014

 

και

 

Αναφορικά με τον ανήλικο Σ.Δ. και την αίτηση της Ηλιάνας Νικολάου, Οικογενειακού Συμβούλου του «Σπιτιού του Παιδιού»

 

________

 

Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Η. Νικολάου (κα), Αιτήτρια

Α. Γρεβρός για τους γονείς του ανηλίκου

 

Δεν επιτρέπεται η δημοσίευση οποιουδήποτε μέρους της απόφασης ή και η αναφορά κατά τρόπο που να παραπέμπει στην ταυτότητα του ανηλίκου

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(ex tempore)

 

Την 30.4.2026 καταχωρίστηκε από την Αιτήτρια, σε μονομερή βάση και υπό συνθήκες κατεπείγοντος, αίτηση με την οποία ζητήθηκε η έκδοση προσωρινού διατάγματος απομάκρυνσης του ανηλίκου Σ.Δ., γεννηθέντος το 2016, από την οικογενειακή του οικία και η ανάθεση της φροντίδας του στη Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, μέχρι την ολοκλήρωση της ψυχολογικής αξιολόγησής του, στο πλαίσιο της ποινικής διερεύνησης αναφορών που αφορούσαν ενδεχόμενη σωματική και σεξουαλική κακοποίησή του.

 

Η αίτηση στηρίχθηκε στις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 14, 21 και 22 του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου 119(Ι)/2000, στους Κανονισμούς 5, 6 και 7 των περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2003, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 32(1)-(2) και 33(1)-(3) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014.

 

Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της αίτησης, στις 28.4.2026 διαβιβάστηκε από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στο «Σπίτι του Παιδιού» αναφορά, η οποία περιλάμβανε χειρόγραφα σημειώματα που φέρονταν να είχαν συνταχθεί από τον ανήλικο στο σχολικό περιβάλλον και περιείχαν αναφορές σε ενδοοικογενειακή βία, καθώς και σε σεξουαλική και σωματική κακοποίηση του ιδίου από τον μητρικό του παππού. Ειδικότερα, στα εν λόγω χειρόγραφα γινόταν αναφορά σε συγκεκριμένες σεξουαλικές πράξεις, οι οποίες καταγράφονται αναλυτικά στην αίτηση. Παράλληλα, ο ανήλικος φέρεται να ανέφερε ότι ο πατέρας του τον χτυπά και του απευθύνεται με υβριστικούς χαρακτηρισμούς, ενώ περιέγραψε και περιστατικό κατά το οποίο ο πατέρας του, ενώ βρίσκονταν στο μπάνιο, του κατέβαζε το παντελόνι και του προκαλούσε πόνο με κινήσεις στο σώμα του. Επιπρόσθετα, ο ανήλικος έγραψε ότι αισθανόταν φόβο και έκλαιγε όταν βρισκόταν στο σπίτι, αναφέροντας παράλληλα ότι φοβάται «ξένους με τρίχες και γένια». Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι στις 30.4.2026 λειτουργοί επισκέφθηκαν το σχολείο και συνόδευσαν τον ανήλικο στο «Σπίτι του Παιδιού» στη Λεμεσό, για σκοπούς λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης. Κατά τη διαδικασία αυτή παρουσιάστηκαν δυσκολίες στην επικοινωνία και συνεργασία με το παιδί, το οποίο προέβη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα, σε συγκεχυμένες εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο των χειρογράφων. Μετά το πέρας της διαδικασίας, ο ανήλικος φέρεται να ανέφερε προς κοινωνική λειτουργό και τον λοχία που κατονομάζεται στην αίτηση: «ο παππούς μου κάνει έτσι», επιδεικνύοντας τα γεννητικά του όργανα και κινούμενος μπροστά και πίσω κατά τρόπο που, σύμφωνα με τα αναφερόμενα, παρέπεμπε σε σεξουαλική πράξη. Ετέθη επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχαν προηγηθεί και άλλες αναφορές παρόμοιας φύσης αναφορικά με τον ανήλικο, κατά τις ημερομηνίες 20.5.2025, 16.10.2025 και 11.2.2026, με αναφορά ότι το παιδί παρουσίαζε τάση απόκρυψης και αποφυγής σχετικών αποκαλύψεων. Στο πλαίσιο αυτό, ζητήθηκε η απομάκρυνση του ανηλίκου από το οικογενειακό του περιβάλλον, με σκοπό τη διατήρηση της ουδετερότητάς του και τη διασφάλιση της ανεπηρέαστης ολοκλήρωσης της ψυχολογικής αξιολόγησής του, ενώ παράλληλα είχε ήδη κινηθεί διαδικασία ποινικής διερεύνησης των σχετικών αναφορών.

 

Το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, το οποίο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα ως η αίτηση, το οποίο όρισε επιστρεπτέο την 5.5.2026 και ώρα 9:00 π.μ., δίδοντας παράλληλα οδηγίες για επίδοση τόσο της αίτησης όσο και του εκδοθέντος διατάγματος στους γονείς του ανηλίκου, ώστε να εμφανιστούν και να προβάλουν τυχόν λόγους ακύρωσης ή τερματισμού αυτού.

 

Την 5.5.2026 εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δικηγόρος εκ μέρους των γονέων του ανηλίκου, ο οποίος ζήτησε χρόνο για καταχώριση ένστασης τόσο στην αίτηση όσο και στη συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 12.5.2026, με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωριστεί σε προγενέστερη ημερομηνία. Παράλληλα, διατάχθηκε όπως το προσωρινό διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι τότε, εκτός εάν στο μεταξύ ζητείτο οποιαδήποτε αναγκαία διαφοροποίηση.

 

Καταχωρίστηκε η ένσταση εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, ωστόσο κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ήτοι την 12.5.2026, δεν υπήρχε ετοιμότητα από αμφότερες τις πλευρές για προώθηση της διαδικασίας και ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος, κυρίως προς ολοκλήρωση της ψυχολογικής αξιολόγησης του ανηλίκου. Στο μεταξύ, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Αιτήτριας, και απουσίας ένστασης, εγκρίθηκε η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προς ενημέρωση τόσο του Δικαστηρίου όσο και των γονέων του ανηλίκου αναφορικά με τις μεταγενέστερες εξελίξεις της υπόθεσης.

 

Στη συμπληρωματική αυτή ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι την 1.5.2026 ο ανήλικος τοποθετήθηκε στην πτέρυγα ανηλίκων του [αφαίρεση δεδομένου] στη Λεμεσό. Περαιτέρω, την 5.5.2026 εξετάστηκε από παιδοψυχίατρο, ο οποίος συνέστησε τη συνέχιση της φαρμακευτικής του αγωγής, προς σταθεροποίηση της ψυχικής του κατάστασης, καθώς και τη συνέχιση της θεραπευτικής συνεργασίας μαζί του. Αναφέρεται επίσης ότι, στις 6.5.2026, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, πραγματοποιήθηκε συνάντηση του επίσης ανήλικου αδελφού του παιδιού με οικογενειακό σύμβουλο του «Σπιτιού του Παιδιού» και μέλη της ανακριτικής ομάδας. Κατά την ίδια ημερομηνία διενεργήθηκε παιδοχειρουργική εξέταση του ανηλίκου στο «Σπίτι του Παιδιού», στην παρουσία οικογενειακού συμβούλου και μελών της ανακριτικής ομάδας, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Κλάδου Διερεύνησης Αναφορών Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων. Παράλληλα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα, συνεχιζόταν η ποινική διερεύνηση αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί βίας στην οικογένεια. Η λειτουργός εξέφρασε τη θέση ότι, στο παρόν στάδιο, η παρέμβαση οποιουδήποτε μέλους του οικογενειακού περιβάλλοντος ενδέχεται να επηρεάσει την ελεύθερη έκφραση και την ουδετερότητα του ανηλίκου ως προς τις υπό διερεύνηση αναφορές και, κατ’ επέκταση, την εξαγωγή όσο το δυνατόν ασφαλέστερων συμπερασμάτων στο πλαίσιο της ψυχολογικής αξιολόγησής του. Δόθηκε δε η δυνατότητα στην πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση να απαντήσει στους πιο πάνω ισχυρισμούς.

 

Με την ένστασή τους, οι γονείς του ανηλίκου προβάλλουν σειρά λόγων για τους οποίους, κατά τη θέση τους, το εκδοθέν διάταγμα απομάκρυνσης θα πρέπει να ακυρωθεί και η αίτηση να απορριφθεί. Συνοπτικά, υποστηρίζουν ότι η αίτηση είναι παράτυπη και νομικά αβάσιμη, ότι δεν στηρίζεται σε επαρκές πραγματικό ή επιστημονικό υπόβαθρο και ότι τα όσα αποδίδονται στον ανήλικο δεν μπορούν να αξιολογηθούν αποκομμένα από τη διαγνωσμένη νευροαναπτυξιακή του κατάσταση. Αρνούνται οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης του παιδιού και προβάλλουν ότι ο ανήλικος τελεί διαχρονικά υπό ιατρική και ψυχολογική παρακολούθηση, λόγω διάγνωσης διαταραχής αυτιστικού φάσματος και ΔΕΠΥ, καταστάσεις οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς τους, επηρεάζουν ουσιωδώς την επικοινωνία, την αντίληψη, την περιγραφή γεγονότων, καθώς και τη διάκριση μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Οι γονείς χαρακτηρίζουν το επίδικο μέτρο ως εξαιρετικά επαχθές και τιμωρητικό, τόσο για το παιδί όσο και για τους ίδιους, προβάλλοντας ότι η απομάκρυνση του ανηλίκου από το οικογενειακό του περιβάλλον πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή συμμετοχή τους και με τρόπο που, κατά τη θέση τους, παραβιάζει βασικά γονικά δικαιώματα και την αρχή της αναλογικότητας. Παραπονιούνται περαιτέρω ότι ουδέποτε υπήρξε ουσιαστική συνεργασία ή ενημέρωσή τους από το σχολικό περιβάλλον πριν από την παρέμβαση των Αρχών, ενώ χαρακτηρίζουν τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες ως παράνομο και δυσανάλογο. Προς υποστήριξη των θέσεών τους, οι Καθ’ ων η αίτηση παραθέτουν εκτενές ιστορικό αναφορικά με την κατάσταση του παιδιού, την οικογενειακή του ζωή και τη διαχρονική συνεργασία τους με ειδικούς ψυχικής υγείας, κρατικές υπηρεσίες και εκπαιδευτικές αρχές. Αναφέρουν ότι ο ανήλικος διαμένει με τους γονείς και τον αδελφό του, ενώ στην ισόγεια κατοικία της ίδιας οικοδομής διαμένουν οι γονείς της μητέρας, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, ουδέποτε έμεναν μόνοι με το παιδί. Υποστηρίζουν ότι η μητέρα του ανηλίκου διέκοψε την εργασία της για να φροντίζει αποκλειστικά το παιδί, λόγω των ιδιαιτεροτήτων και δυσκολιών που παρουσιάζει. Περαιτέρω, οι γονείς αναφέρονται σε προηγούμενες καταγγελίες και επαφές με το «Σπίτι του Παιδιού», τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και τις Αστυνομικές Αρχές, οι οποίες, κατά τη θέση τους, δεν κατέδειξαν οτιδήποτε επιλήψιμο εις βάρος τους. Υποστηρίζουν ότι ήδη από την πρώτη τάξη του δημοτικού ο ανήλικος είχε παραπεμφθεί σε σχολική ψυχολόγο, ενώ υπήρξε συνεχής παρακολούθησή του από παιδοψυχιάτρους, λογοθεραπευτές και άλλους ειδικούς. Αναφέρονται επίσης σε καταγγελίες που οι ίδιοι υπέβαλαν σε σχέση με χειρισμούς σχολικών αρχών, καθώς και σε συστάσεις της Επαρχιακής Επιτροπής Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης αναφορικά με την ανάγκη προσαρμοσμένου σχολικού προγράμματος για το παιδί. Οι Καθ’ ων η αίτηση αμφισβητούν ακόμη την ικανότητα του ανηλίκου να συνέταξε μόνος του τα επίμαχα χειρόγραφα σημειώματα, αφήνοντας αιχμές ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτά προέκυψαν, ενώ προβάλλουν ότι η ένορκη δήλωση της λειτουργού είναι γενική και αόριστη. Επιπλέον, διαμαρτύρονται ότι ουδέποτε έδωσαν συγκατάθεση για τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε το παιδί, ότι δεν ενημερώθηκαν επισήμως για τα αποτελέσματα οποιωνδήποτε αξιολογήσεων και ότι δεν τους δόθηκε ουσιαστική δυνατότητα συμμετοχής ή ενημέρωσης αναφορικά με την κατάσταση και τη φροντίδα του ανηλίκου μετά την απομάκρυνσή του. Τέλος, εκφράζουν έντονη ανησυχία ότι η παρατεταμένη απομάκρυνση του παιδιού από το οικογενειακό του περιβάλλον ενδέχεται να επιβαρύνει περαιτέρω την ψυχική και συναισθηματική του κατάσταση. Προσκομίζονται δε έγγραφα προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών.

 

Σήμερα, ζητήθηκε εκ νέου αναβολή της εξέτασης της αίτησης και της ένστασης, ενώ ταυτόχρονα έγινε δήλωση πως δεν υπάρχει ένσταση να οριστεί η υπόθεση μέχρι και την εκπνοή της ισχύος του διατάγματος, με βάση τη νομοθεσία. Αναβολή της ακρόασης, προκειμένου η αίτηση να καταστεί άνευ αντικειμένου, δεν είναι μία λύση η οποία προκρίνεται, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί σε αυτή τη βάση. Εφόσον προωθείται η ένσταση, θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, ως σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει κατά πόσο δικαιολογείται η επέκταση της ισχύς του διατάγματος τέτοιας φύσης για οποιαδήποτε περαιτέρω περίοδο. Έχει ακουστεί ό,τι αναφέρθηκε από αμφότερες τις πλευρές, περιλαμβανομένης της ενημέρωσης ότι μέχρι στιγμής δεν έχει ολοκληρωθεί η εκτίμηση της κατάστασης του παιδιού, ενώ οι γονείς συνεχίζουν να συναινούν ως προς την πραγματοποίησή της. Προχωρώ να εξετάσω εάν δικαιολογείται η οποιαδήποτε περαιτέρω επέκταση του διατάγματος, υπό το φως και της υφιστάμενης ένστασης και όσων έχουν αναφερθεί.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.119(Ι)/2020:

 

Προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού υπόπτου ή απομάκρυνσης θύματος

22.—(1) Το Δικαστήριο δύναται, έπειτα από αίτηση μέλους της οικογένειας ή της αστυνομίας ή του κατηγόρου ή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή του Οικογενειακού Συμβούλου ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε απ' αυτούς, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού του υπόπτου ή απομάκρυνσης ανήλικου θύματος, μέχρις ότου καταχωρισθεί και εκδικαστεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα βίας.

 

(2) Το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα καθ’ οιονδήποτε χρόνο έπειτα από αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του θύματος ή, στην περίπτωση ανήλικου θύματος, οποιουδήποτε προσώπου που είναι σε θέση να έχει άμεση γνώση των γεγονότων ή από οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία,τα οποία δημιουργούν εκ πρώτης όψεως κίνδυνο άσκησης βίας ή επανάληψης βίας, περιλαμβανομένων και καταθέσεων του θύματος ή άλλων προσώπων σε οποιαδήποτε μορφή, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει αυτού ή άλλου νόμου.

 

(3)(α) Το προσωρινό διάταγμα ισχύει για περίοδο μέχρι οκτώ ημερών από την ημέρα επίδοσής του στον ύποπτο και είναι επιστρεπτέο στο Δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής σε ώρα και ημέρα που θα ορίσει ο Πρωτοκολλητής.

 

(β) Κατά την ορισμένη από τον Πρωτοκολλητή ημέρα και ώρα το Δικαστήριο ακούει τον ύποπτο ή και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιασθεί και αποφασίζει εάν θα τερματίσει την ισχύ του διατάγματος ή εάν θα το παρατείνει μέχρι οκτώ επιπρόσθετες ημέρες.

 

(γ) Το Δικαστήριο δύναται να παρατείνει περαιτέρω την ισχύ διατάγματος μέχρι και οκτώ ημέρες σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως η συνολική ισχύς του διατάγματος να υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις ημέρες πριν από την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου.

 

(δ) Το Δικαστήριο δύναται μετά την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου να εκδώσει ή παρατείνει διάταγμα αποκλεισμού ή απομάκρυνσης ανηλίκου θύματος με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

 

 

Σύμφωνα με τους Κανονισμούς 5 - 9 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2003 (7/2003):

 

5. Αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος απομάκρυνσης ανήλικου θύματος βάσει, των άρθρων 21 και 22 του Νόμου, όπως και αίτηση για την έκδοση διατάγματος αποκλεισμού του υπόπτου, βάσει των άρθρων 22 και 23 του Νόμου, γίνεται μονομερώς, στον Τύπο 1:

 

Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται όπως κατά την εκδίκαση υπόθεσης βίας εκδώσει διάταγμα απομάκρυνσης ανηλίκου βάσει του άρθρου 21 κατόπιν προφορικού αιτήματος.

 

6. Η αίτηση συνοδεύεται από μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις που, ανάλογα με την περίπτωση παραπέμπουν σε τυχόν τεκμήρια προοριζόμενα ως αποδεικτικά στοιχεία βάσει του άρθρου 22(2) ή του 23(2) του Νόμου.

 

7. Αμέσως μετά την καταχώριση της αίτησης, το Πρωτοκολλητείο τη θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου για εξέταση.

 

8. Το προσωρινό διάταγμα ορίζεται κατά την έκδοση του επιστρεπτέο εντός της προθεσμίας που τάσσεται στο άρθρο 22(3)(α).

 

9. Ένσταση, στον Τύπο 3, μπορεί να καταχωριστεί τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν.91(Ι)/2014:

 

Προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού υπόπτου ή απομάκρυνσης θύματος

33.(1) Το δικαστήριο δύναται, έπειτα από αίτηση μέλους της οικογένειας ή της αστυνομίας ή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή επιτρόπου διορισμένου δυνάμει των διατάξεων του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή του Επιτρόπου ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε απ' αυτούς, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού του υπόπτου ή απομάκρυνσης θύματος, μέχρις ότου καταχωρισθεί και εκδικαστεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα το οποίο προνοείται στον παρόντα Νόμο.

 

(2) Το δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα καθ’ οιονδήποτε χρόνο έπειτα από αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του θύματος ή οποιουδήποτε προσώπου που είναι σε θέση να έχει άμεση γνώση των γεγονότων ή εφόσον προσκομιστούν ενώπιόν του οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δημιουργούν εκ πρώτης όψεως κίνδυνο άσκησης βίας ή επανάληψης του αδικήματος ή την αναγκαιότητα προστασίας του θύματος από επηρεασμό ή άλλως πως, περιλαμβανομένων και καταθέσεων του θύματος ή άλλων προσώπων σε οποιαδήποτε μορφή, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.

 

(3)(α) Το προσωρινό διάταγμα ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα επίδοσής του στον ύποπτο και είναι επιστρεπτέο στο δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής σε ώρα και ημέρα που θα ορίσει το δικαστήριο.

 

(β) Κατά την ορισμένη από το δικαστήριο ημέρα και ώρα το δικαστήριο ακούει τον ύποπτο ή και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιασθεί και αποφασίζει εάν θα τερματίσει την ισχύ του διατάγματος ή εάν θα το παρατείνει μέχρι οκτώ επιπρόσθετες ημέρες.

 

(γ) Το δικαστήριο δύναται να παρατείνει περαιτέρω την ισχύ διατάγματος για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις οκτώ (8) ημέρες σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως η συνολική περίοδος ισχύος του διατάγματος να υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις (24) ημέρες πριν από την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου.

 

(δ) Το δικαστήριο δύναται μετά την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου να εκδώσει ή παρατείνει διάταγμα αποκλεισμού ή απομάκρυνσης θύματος με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

 

 

Καταρχάς, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν συντρέχει, στο παρόν στάδιο, οποιοσδήποτε τυπικός λόγος ακύρωσης του επίδικου διατάγματος ή απόρριψης της υπό κρίση αίτησης λόγω διαδικαστικής πλημμέλειας, μη συμμόρφωσης προς τις νομοθετικές προϋποθέσεις ή λόγω του ότι το διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή βάση. Υπάρχει επαρκής νομική βάση στην αίτηση. Έπειτα, τόσο το άρθρο 22 του ν.119(Ι)/2000 όσο και το άρθρο 33 του ν.91(Ι)/2014 προβλέπουν ρητά τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος απομάκρυνσης ανηλίκου θύματος κατόπιν μονομερούς αίτησης, υπό συνθήκες που δημιουργούν εκ πρώτης όψεως ανάγκη προστασίας ή διασφάλισης της ανεπηρέαστης διερεύνησης των καταγγελλόμενων περιστατικών. Περαιτέρω, οι Κανονισμοί 5 έως 8 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2003 προβλέπουν ειδικά ότι τέτοιου είδους αίτηση καταχωρίζεται μονομερώς, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και τίθεται αμέσως ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση, ενώ το προσωρινό διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ώστε να δοθεί στη συνέχεια η δυνατότητα ακρόασης των επηρεαζομένων προσώπων. Εν προκειμένω, η αίτηση συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση, εκδόθηκε επιστρεπτέο προσωρινό διάταγμα και ακολούθησε η προβλεπόμενη διαδικασία εμφάνισης και καταχώρισης ένστασης εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση. Υπό τα δεδομένα αυτά, το γεγονός και μόνον ότι το διάταγμα εκδόθηκε αρχικά χωρίς προηγούμενη ακρόαση των γονέων του ανηλίκου δεν συνιστά διαδικαστική πλημμέλεια ή λόγο ακύρωσης αυτού, αλλά αποτελεί στοιχείο της ειδικής νομοθετικής διαδικασίας που προβλέπεται για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις επείγουσας προστασίας ανηλίκου.

 

Το Δικαστήριο, εξετάζοντας περαιτέρω τόσο τα διαδικαστικά όσο και τα ουσιαστικά ζητήματα που αναφύονται από την υπό κρίση αίτηση και την καταχωρισθείσα ένσταση, κρίνει καταρχάς ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα δεν εκφεύγει, επί του παρόντος, των χρονικών πλαισίων που θέτουν τα άρθρα 22(3) του ν.119(Ι)/2000 και 33(3) του ν.91(Ι)/2014. Το αρχικό μονομερές διάταγμα εκδόθηκε την 30.4.2026 και ορίστηκε επιστρεπτέο την 5.5.2026, εντός της πρώτης προβλεπόμενης περιόδου οκτώ ημερών. Κατά την 5.5.2026, κατόπιν εμφάνισης της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση και αιτήματος για χρόνο προς καταχώριση ένστασης, το Δικαστήριο διέταξε τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος μέχρι την 12.5.2026, ήτοι εντός της επόμενης επιτρεπτής περιόδου. Ακολούθως, κατά την 12.5.2026, και ενώ δεν υπήρχε ετοιμότητα για ακρόαση από αμφότερες τις πλευρές, δόθηκε περαιτέρω χρόνος, κυρίως προς ολοκλήρωση της ψυχολογικής αξιολόγησης και καταχώριση συμπληρωματικού υλικού, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση την 19.5.2026. Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφόσον μέχρι και σήμερα δεν έχει εξαντληθεί η μέγιστη συνολική περίοδος ισχύος που επιτρέπουν οι ανωτέρω διατάξεις πριν από την καταχώριση ποινικής δίωξης, δεν τίθεται, στο παρόν στάδιο, ζήτημα ακυρότητας ή έκπτωσης του διατάγματος λόγω υπέρβασης του νομοθετικού χρονικού ορίου.

 

Ως προς τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι το επίδικο διάταγμα δεν θα έπρεπε εξ αρχής να είχε εκδοθεί και ότι τούτο δεν θα εκδιδόταν εάν το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του πληρέστερη εικόνα των ιδιαίτερων περιστάσεων του ανηλίκου και του οικογενειακού του περιβάλλοντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε ο ισχυρισμός αυτός συνιστά, υπό τις περιστάσεις, λόγο ακύρωσης του διατάγματος. Η αρχική εξέταση της αίτησης πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μονομερούς και κατεπείγουσας διαδικασίας, όπως ακριβώς προβλέπεται από τα άρθρα 22 του ν.119(Ι)/2000 και 33 του ν.91(Ι)/2014, στη βάση του τότε διαθέσιμου αποδεικτικού υλικού και του χαμηλού εκ πρώτης όψεως αποδεικτικού ορίου που θέτει η σχετική νομοθεσία για σκοπούς άμεσης προστασίας ανηλίκου. Το γεγονός ότι, κατά το μεταγενέστερο στάδιο της επιστροφής του διατάγματος, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου πρόσθετα στοιχεία αναφορικά με τη νευροαναπτυξιακή κατάσταση του παιδιού, το ιστορικό προηγούμενων αξιολογήσεων και τις θέσεις των γονέων, δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι η αρχική έκδοση του διατάγματος υπήρξε αδικαιολόγητη ή στερούμενη νομικού ερείσματος. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν, ασφαλώς, παράγοντες που το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει κατά την επανεξέταση της αναγκαιότητας συνέχισης του μέτρου, δεν αναιρούν όμως το ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος, υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό ικανό να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως ανάγκη άμεσης προστατευτικής παρέμβασης και διασφάλισης της ανεπηρέαστης αξιολόγησης του ανηλίκου.

 

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η σχετική νομοθεσία δεν προνοεί ότι προσωρινό διάταγμα απομάκρυνσης, το οποίο δεν ακυρώνεται κατά την επιστροφή του, καθίσταται «οριστικό» ή εξακολουθεί σε ισχύ μέχρι την ολοκλήρωση του σκοπού για τον οποίον εκδόθηκε. Η δομή των άρθρων 22(3)(α)-(γ) του ν.119(Ι)/2000 και 33(3)(α)-(γ) του ν.91(Ι)/2014 καταδεικνύει ότι κάθε συνέχιση της ισχύος του μέτρου τελεί υπό συνεχή δικαστικό έλεγχο, προϋποθέτει νέα δικαστική κρίση και υπόκειται σε αυστηρά χρονικά όρια, ακριβώς λόγω του εξαιρετικά επαχθούς χαρακτήρα του μέτρου και της σοβαρής επέμβασης που αυτό επιφέρει στην οικογενειακή ζωή και στη γονική μέριμνα. Μόνο μετά από καταχώριση ποινικής δίωξης παρέχεται στο Δικαστήριο, δυνάμει των άρθρων 22(3)(δ) του ν.119(Ι)/2000 και 33(3)(δ) του ν.91(Ι)/2014, δυνατότητα έκδοσης ή παράτασης διατάγματος με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

 

Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση ότι η απουσία εξ αρχής εξειδικευμένης επιστημονικής μαρτυρίας ή ολοκληρωμένης ψυχολογικής αξιολόγησης του ανηλίκου καθιστά, αφ’ εαυτής, παράτυπη ή νομικά αβάσιμη την αίτηση για έκδοση προσωρινού προστατευτικού διατάγματος. Η σχετική νομοθεσία προβλέπει διαδικασία επείγοντος και προληπτικού χαρακτήρα και αρκείται, στο παρόν στάδιο, στην ύπαρξη υλικού ικανού να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως ανάγκη προστασίας ή διασφάλισης της ανεπηρέαστης διερεύνησης. Η απουσία, όμως, ολοκληρωμένης επιστημονικής αξιολόγησης, ιδίως υπό το φως των ισχυρισμών περί νευροαναπτυξιακών ιδιαιτεροτήτων του ανηλίκου, επιβεβαιώνει την ανάγκη η σχετική διερεύνηση και αξιολόγηση να ολοκληρωθούν χωρίς καθυστέρηση και το επίδικο μέτρο να διατηρήσει τον αυστηρά προσωρινό χαρακτήρα που προβλέπει η νομοθεσία.

 

Ως προς τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι γονείς δεν ενημερώθηκαν προηγουμένως, ότι δεν ζητήθηκε η συγκατάθεσή τους, ότι ο ανήλικος μεταφέρθηκε από το σχολείο στο «Σπίτι του Παιδιού» χωρίς παρουσία ή προηγούμενη ειδοποίησή τους και ότι, ως εκ τούτου, η όλη διαδικασία υπήρξε παράνομη, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ζητήματα αυτά δεν οδηγούν, στο παρόν στάδιο, σε ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν παραγνωρίζονται. Άπτονται σοβαρών πτυχών της γονικής μέριμνας, της ενημέρωσης των γονέων και του τρόπου εμπλοκής των αρμοδίων υπηρεσιών σε μία ιδιαίτερα ευαίσθητη υπόθεση. Πλην όμως, πρέπει να αξιολογηθούν εντός του ειδικού νομοθετικού πλαισίου που διέπει την επείγουσα προστασία ανηλίκου σε περιπτώσεις εκ πρώτης όψεως αναφορών βίας ή σεξουαλικής κακοποίησης.

 

Η ίδια η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο και έκδοσης προσωρινού διατάγματος χωρίς προηγούμενη ακρόαση των γονέων καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης αναγνώρισε πως, σε τέτοιες περιπτώσεις, η προηγούμενη ενημέρωση ή εμπλοκή των προσώπων του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος ενδέχεται, υπό περιστάσεις, να επηρεάσει την ελεύθερη έκφραση του ανηλίκου ή την ακεραιότητα της διερεύνησης. Από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό προκύπτει ότι οι ενέργειες των αρμοδίων λειτουργών εντάσσονταν στο πλαίσιο ενεργοποίησης των προβλεπόμενων μηχανισμών διερεύνησης και προστασίας, περιλαμβανομένης της λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης και της αρχικής αξιολόγησης των αναφορών του παιδιού. Το γεγονός ότι οι γονείς διαφωνούν με τον τρόπο με τον οποίο οι ενέργειες αυτές έλαβαν χώρα ή θεωρούν ότι έπρεπε να είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων δεν αρκεί, υπό τις περιστάσεις, ώστε να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως παρανομία τέτοιας έκτασης που να επηρεάζει τη νομιμότητα της διαδικασίας ή να δικαιολογεί, αφ’ εαυτής, την ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Περαιτέρω, ζητήματα που αφορούν την έκταση της ενημέρωσης των γονέων, την αναγκαιότητα ή τον τρόπο διενέργειας επιμέρους εξετάσεων και αξιολογήσεων, καθώς και την ορθότητα επιμέρους χειρισμών των αρμοδίων υπηρεσιών, αποτελούν ζητήματα τα οποία δύνανται να εξεταστούν, εφόσον απαιτηθεί, στο κατάλληλο αποδεικτικό στάδιο και όχι στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, το αντικείμενο της οποίας περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον εξακολουθεί να υφίσταται εκ πρώτης όψεως ανάγκη προστασίας του ανηλίκου και διασφάλισης της ανεπηρέαστης αξιολόγησής του.

 

Ως προς την ουσία της ένστασης, το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τις διαγνωσμένες νευροαναπτυξιακές ιδιαιτερότητες του ανηλίκου, ήτοι τη διαταραχή αυτιστικού φάσματος και τη ΔΕΠΥ, καθώς και τις θέσεις τους ότι οι ιδιαιτερότητες αυτές επηρεάζουν την επικοινωνία, την αντίληψη και την περιγραφή γεγονότων εκ μέρους του παιδιού. Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη το ιστορικό συνεργασίας των γονέων με ιατρούς, ειδικούς και αρμόδιες υπηρεσίες, καθώς και το γεγονός ότι οι ίδιοι αρνούνται κατηγορηματικά οποιαδήποτε κακοποίηση του παιδιού. Το γεγονός ότι οι γονείς φαίνεται να συνεργάζονταν διαχρονικά με ιατρούς, ειδικούς και αρμόδιες υπηρεσίες αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο συνεκτιμά υπέρ αυτών, πλην όμως δεν αποκλείει, αφ’ εαυτού, τη δυνατότητα λήψης προσωρινού προστατευτικού μέτρου, εφόσον εξακολουθεί να προβάλλεται εκ πρώτης όψεως ανάγκη προστασίας ή ανεπηρέαστης αξιολόγησης του ανηλίκου. Οι θέσεις αυτές συνιστούν ζητήματα που χρήζουν ενδελεχούς αξιολόγησης κατά την πλήρη εξέταση της υπόθεσης και δεν μπορούν να παραγνωριστούν.

 

Σημειώνεται, επίσης, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αμφισβητούν ακόμη και το κατά πόσον τα επίμαχα χειρόγραφα συντάχθηκαν πράγματι από τον ανήλικο. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ζήτημα ουσίας και αξιολόγησης της μαρτυρίας, το οποίο δεν είναι δυνατόν να κριθεί οριστικά στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο.

 

Εντούτοις, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Δικαστήριο δεν καλείται να καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς την αλήθεια ή μη των υπό διερεύνηση καταγγελιών, αλλά να εξετάσει κατά πόσον εξακολουθεί να υφίσταται εκ πρώτης όψεως ανάγκη προστασίας του ανηλίκου και διασφάλισης της ανεπηρέαστης αξιολόγησής του. Στο πλαίσιο αυτό, δίδεται ιδιαίτερη σημασία στο περιεχόμενο των αναφορών που αποδίδονται στον ανήλικο, στη φύση των καταγγελλόμενων περιστατικών, στις επαναλαμβανόμενες προηγούμενες αναφορές αντίστοιχης φύσης, καθώς και στο γεγονός ότι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη πολυθεματική αξιολόγηση και ποινική διερεύνηση από τις αρμόδιες αρχές και το «Σπίτι του Παιδιού». Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι το επίδικο μέτρο έχει ήδη διαρκέσει σημαντικό χρονικό διάστημα. Πλην όμως, από το ενώπιόν του υλικό προκύπτει ότι η ψυχολογική αξιολόγηση και η ποινική διερεύνηση εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη. Η νομοθεσία αρκείται, στο παρόν στάδιο, στην ύπαρξη στοιχείων που δημιουργούν εκ πρώτης όψεως κίνδυνο ή ανάγκη προστασίας και όχι σε πλήρη απόδειξη των καταγγελλόμενων πράξεων.

 

Δεν παραγνωρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν σοβαρές αιχμές αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες, περιλαμβανομένων ισχυρισμών ότι η παρέμβαση των Αρχών συνδέεται με προηγούμενες καταγγελίες ή διαφωνίες τους με σχολικές και άλλες αρμόδιες αρχές. Οι ισχυρισμοί αυτοί αντιμετωπίζονται με τη δέουσα σοβαρότητα. Παράλληλα, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η παρατεταμένη απομάκρυνση του ανηλίκου χωρίς ολοκλήρωση της αναγκαίας αξιολόγησης, ιδίως όταν είναι ήδη γνωστές νευροαναπτυξιακές ιδιαιτερότητες και προηγούμενο σχετικό ιστορικό, αποτελεί ζήτημα που επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή και ταχεία διεκπεραίωση των διαδικασιών από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Πλην όμως, στο παρόν στάδιο και επί τη βάσει του ενώπιον του Δικαστηρίου υλικού, δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν εκ πρώτης όψεως ότι η λήψη ή η συνέχιση του επίδικου μέτρου υπαγορεύθηκε από εκδικητικά, τιμωρητικά ή καταχρηστικά κίνητρα, αντί από την επιδίωξη προστασίας και ανεπηρέαστης αξιολόγησης του ανηλίκου στο πλαίσιο της εν εξελίξει διερεύνησης.

 

Παρεμβάλλεται πως το Δικαστήριο έχει επίγνωση και ότι, στο παρόν στάδιο, δεν έχει τεθεί ενώπιόν του άμεση μαρτυρία του ανηλίκου υπό συνθήκες πλήρους ακροαματικής διαδικασίας, ούτε καλείται να προβεί σε οριστική αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντός του υπό την ευρεία έννοια της οικογενειακής δικαιοδοσίας. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά τη λήψη και διατήρηση προσωρινού προστατευτικού μέτρου επείγοντος χαρακτήρα, στο πλαίσιο του οποίου ο νομοθέτης επιτρέπει ρητά την αρχική μονομερή παρέμβαση και αρκείται στην ύπαρξη στοιχείων που δημιουργούν εκ πρώτης όψεως ανάγκη προστασίας ή διασφάλισης της ανεπηρέαστης διερεύνησης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου είναι κατ’ ανάγκην προσωρινή, προληπτική και περιορισμένη στο ζήτημα της άμεσης προστασίας του, μέχρι να καταστεί δυνατή η πληρέστερη αξιολόγηση όλων των δεδομένων της υπόθεσης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη αφενός την ανάγκη προστασίας της ακεραιότητας της εν εξελίξει διερεύνησης και της ουδετερότητας του ανηλίκου και αφετέρου τον αυστηρά προσωρινό χαρακτήρα του μέτρου και τα νομοθετικά χρονικά όρια που δεσμεύουν το Δικαστήριο, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει, στο παρόν στάδιο, λόγος τερματισμού της ισχύος του επίδικου διατάγματος. Το Δικαστήριο κρίνει περαιτέρω ότι η συνέχιση της ισχύος αυτού εξακολουθεί να δικαιολογείται και να συνάδει, επί του παρόντος, με το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, πλην όμως μόνο εντός των χρονικών ορίων που επιτρέπουν τα άρθρα 22(3)(γ) του ν.119(Ι)/2000 και 33(3)(γ) του ν.91(Ι)/2014, ελλείψει καταχώρισης ποινικής δίωξης.

 

Αναγνωρίζεται πλήρως η σοβαρότητα της επέμβασης που συνεπάγεται η απομάκρυνση ανηλίκου από το οικογενειακό του περιβάλλον, καθώς και οι επιπτώσεις που τέτοιο μέτρο δύναται να επιφέρει τόσο στον ίδιο τον ανήλικο όσο και στους γονείς του, ιδίως υπό τις ιδιαίτερες προσωπικές και αναπτυξιακές συνθήκες της παρούσας υπόθεσης. Ακριβώς για τον λόγο αυτό, η σχετική νομοθεσία περιβάλλει το μέτρο με αυστηρές χρονικές προϋποθέσεις και συνεχή δικαστικό έλεγχο. Εντούτοις, στο παρόν στάδιο και υπό το φως του ενώπιον του Δικαστηρίου υλικού, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι η ανάγκη διασφάλισης της ανεπηρέαστης αξιολόγησης και διερεύνησης έχει ήδη εκλείψει ή ότι η συνέχιση του μέτρου, εντός πάντοτε των αυστηρών χρονικών ορίων που θέτει ο νόμος, καθίσταται έκδηλα δυσανάλογη ή αδικαιολόγητη.

 

Ότι υπήρξε κατ’ επίκληση προφορική ενημέρωση της λειτουργού πως, κατά την παιδοχειρουργική εξέταση του ανηλίκου, δεν εντοπίστηκαν ιατροδικαστικά ευρήματα που να επιβεβαιώνουν σεξουαλική κακοποίηση, είναι στοιχείο που ασφαλώς έχει σημασία. Πλην όμως, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί αφ’ εαυτού καθοριστικό ή επαρκές ώστε να αποκλείσει την ανάγκη συνέχισης της διερεύνησης ή να αναιρέσει το σύνολο του λοιπού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η υπόθεση δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε ζήτημα ύπαρξης ή μη ιατροδικασικών ευρημάτων, αλλά αφορά συνολική αξιολόγηση αναφορών, συμπεριφορών, περιστάσεων και ψυχολογικών δεδομένων, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, η ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, κατά το μέρος που επιδιώκει τον άμεσο τερματισμό ή την ακύρωση του επίδικου προσωρινού διατάγματος, δεν μπορεί να επιτύχει στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Νοείται ότι, μετά την εξάντληση της μέγιστης συνολικής περιόδου ισχύος που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις, το Δικαστήριο δεν διατηρεί εξουσία περαιτέρω παράτασης του διατάγματος υπό το παρόν διαδικαστικό καθεστώς.

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η ένσταση απορρίπτεται. Το επίδικο προσωρινό διάταγμα παραμένει σε ισχύ εντός των χρονικών ορίων που προβλέπουν τα άρθρα 22(3)(γ) του ν.119(Ι)/2000 και 33(3)(γ) του ν.91(Ι)/2014. Κατά τους υπολογισμούς του Δικαστηρίου, με βάση την ημερομηνία επίδοσης και υπολογιζόμενης αυτής (ενόψει της φύσης του διατάγματος ως δραστικά περιοριστικού), δηλαδή υπολογιζόμενης και της 1.5.2026, η ισχύς του διατάγματος εκπνέει την 24.5.2026. Μετά την εκπνοή της ισχύος του διατάγματος, εκτός εάν προηγουμένως καταχωριστεί ποινική υπόθεση ή μεσολαβήσει οποιαδήποτε άλλη διαταγή του Δικαστηρίου με βάση τον νόμο, οι αρμόδιες Αρχές θα πρέπει να πράξουν ανάλογα.

 

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο