ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 3745 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Κ. Ρ.
__________________________
Ημερομηνία: 26 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης (κα) για την Κατηγορούσα Αρχή
Σ. Παπαθεοδώρου, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών. Απαγορεύεται η δημοσίευση της απόφασης ή μέρους της ή η αναφορά σε αυτήν κατά τρόπο που να παραπέμπει στην ταυτότητα του θύματος
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Οι κατηγορίες και η διαδικασία
Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων:
1η Κατηγορία: ότι την 4η Μαρτίου του 2025, στη Λεμεσό, προκάλεσε στη σύζυγό του Ν.Α. τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 4η Μαρτίου του 2025, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της συζύγου του Ν.Α., δηλαδή την άρπαξε από τα χέρια για να την αποσπάσει το κινητό [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 4η Μαρτίου του 2025, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της συζύγου του Ν.Α., δηλαδή τη χαστούκισε στο πρόσωπο [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
4η Κατηγορία: ότι μεταξύ του Φεβρουαρίου 2025 και της 13ης Μαρτίου 2025, στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στη σύζυγό του Ν.Α. [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]
5η Κατηγορία: ότι μεταξύ του Φεβρουαρίου 2025 και της 13ης Μαρτίου 2025, στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του, η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της συζύγου του Ν.Α. και της προκάλεσε πραγματικό φόβο [άσκηση ψυχολογικής βίας, άρθρα 2, 3, 6, 11 και 33 ν. 115(Ι)/2021.]
6η Κατηγορία: ότι την 13η Μαρτίου 2025, στη Λεμεσό, προέβη σε ανεπιθύμητη, από γυναίκα, συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης, η οποία εκφράστηκε με πράξη και είχε ως σκοπό την προσβολή της αξιοπρέπειάς της, δηλαδή καθώς η σύζυγός του Ν.Α. βρισκόταν στο κρεβάτι της, ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο πρόσωπό της και συνέχισε να αυνανίζεται μπροστά της, δημιουργώντας της εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό και ταπεινωτικό κλίμα [σεξουαλική παρενόχληση, άρθρα 2, 3, 7, 11 και 33 ν. 115(Ι)/2021.]
Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Παρουσιάστηκε η μαρτυρία της Ν.Α., παραπονούμενης (ΜΚ1) και της Αστ.4567 Κατερίνας Αριστοδήμου (ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (ΜΥ1). Προσκόμισε περαιτέρω μαρτυρία από τον αδελφό του, Ν.Ρ. (ΜΥ2). Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.
Μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας, έστω και αν, για σκοπούς ανάλυσης, η αξιολόγηση εκτίθεται χωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.
ΜΚ1: Ν.Α., παραπονούμενη
Η ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασής της την έγγραφη κατάθεσή της προς την Αστυνομία, ημερομηνίας 19.3.2025, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 (Τ1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής, η ΜΚ1 ανέφερε ότι γνωρίστηκε με τον Κατηγορούμενο το 2018, τέλεσαν γάμο το 2019 και απέκτησαν δύο ανήλικα παιδιά, διαμένοντας μαζί στην αναφερόμενη διεύθυνση. Ανέφερε ότι, από τον Φεβρουάριο του 2025 και έπειτα, ο Κατηγορούμενος άρχισε να την κατηγορεί ότι τον απατούσε, ενώ η συμπεριφορά του απέναντί της κατέστη επιθετική. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένες ημερομηνίες για όλα τα περιστατικά, ανέφερε όμως ότι θυμάται επανειλημμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες της φώναζε, της μιλούσε υποτιμητικά, την εξύβριζε και την αποκαλούσε «πουτάνα». Σε σχέση με τα γεγονότα της 4.3.2025, η ΜΚ1 ανέφερε ότι, κατά τις πρωινές ώρες και ενώ βρισκόταν στην οικία τους ξαπλωμένη με τα παιδιά, ο Κατηγορούμενος την ξύπνησε, απαιτώντας να ελέγξει το κινητό της τηλέφωνο. Όταν εκείνη αρνήθηκε να του το παραδώσει, ο Κατηγορούμενος, κατά την περιγραφή της, την άρπαξε από τα χέρια, επιχειρώντας να της το αποσπάσει. Ανέφερε ότι, επειδή δεν τα κατάφερε, της είπε τη φράση «αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω». Η ίδια εξήλθε της οικίας, λέγοντάς του ότι θα καλέσει την Αστυνομία. Κατά τα λεγόμενά της, ο Κατηγορούμενος δεν την πίστεψε αρχικά και την ακολούθησε έξω στον δρόμο, μέχρι που αφίχθηκε περιπολικό της Αστυνομίας, το οποίο είχε πράγματι κληθεί. Τότε, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από την πίσω πόρτα της κουζίνας, μόλις αντιλήφθηκε την άφιξη της Αστυνομίας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 6.3.2025 η ίδια μετέβη στην Αθήνα και επέστρεψε στις 10.3.2025. Κατά την επιστροφή της στην οικία, ο Κατηγορούμενος άρχισε εκ νέου να την κατηγορεί ότι διατηρούσε σχέση με άλλον άνδρα και της ζήτησε να αποχωρήσει από το σπίτι. Η λογομαχία, κατά τη μαρτυρία της, συνεχίστηκε μέχρι τις πρωινές ώρες της 11.3.2025, οπότε, κατά τη διάρκειά της, ο Κατηγορούμενος τη χαστούκισε στο πρόσωπο πριν αποχωρήσει για την εργασία του. Αναφορικά με τα γεγονότα της 12ης προς 13η Μαρτίου 2025, η ΜΚ1 ανέφερε ότι ετοίμαζε τα πράγματά της προκειμένου να μεταβεί με τα παιδιά στην οικία της μητέρας της. Κατά τα λεγόμενά της, ο Κατηγορούμενος επανερχόταν συνεχώς στις κατηγορίες περί απιστίας και μπαινόβγαινε στα δωμάτια όπου εκείνη μάζευε τα προσωπικά της αντικείμενα, δημιουργώντας ένταση. Ανέφερε ότι, γύρω στα μεσάνυχτα, δήλωσε ότι θα πήγαινε για ύπνο, ενώ ο Κατηγορούμενος της είπε ότι θα κοιμόταν εκείνος με τα παιδιά εκείνο το βράδυ. Η ίδια δεν έφερε αντίρρηση και μετέβη στο υπνοδωμάτιο. Κατά τη μαρτυρία της, σε μεταγενέστερο χρόνο ο Κατηγορούμενος εισήλθε δύο φορές στο δωμάτιο και τη ρωτούσε αν κοιμόταν, χωρίς εκείνη να του απαντήσει, διότι δεν επιθυμούσε να ξεκινήσει νέα αντιπαράθεση. Ανέφερε ότι, όταν εισήλθε για τρίτη φορά, στάθηκε πάνω από το κρεβάτι της. Παρότι δεν άνοιξε αμέσως τα μάτια της, άκουγε, όπως είπε, θόρυβο και έναν ήχο που δεν μπορούσε να περιγράψει. Ακολούθως, αισθάνθηκε υγρή ουσία στο πρόσωπό της και σηκώθηκε, οπότε είδε, κατά τα λεγόμενά της, τον Κατηγορούμενο να στέκεται από πάνω της, έχοντας εκσπερματώσει στο πρόσωπό της και συνεχίζοντας να αυνανίζεται. Η ίδια ανέφερε ότι άρχισε να κλαίει και ότι ο Κατηγορούμενος της είπε «όπως μου έφτυσες εσύ, τώρα σου έφτυσα τζιαι γω». Η ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι, όταν ξημέρωσε, ενημέρωσε τους γονείς της και αποφάσισε να μεταβεί με τα παιδιά στην οικία τους. Κατά τη διάρκεια που μάζευε τα τελευταία της πράγματα, ρώτησε τον Κατηγορούμενο πώς μπορούσε, μετά από όσα της καταλόγιζε, να προβεί σε τέτοια πράξη, και εκείνος, κατά τα λεγόμενά της, της απάντησε ότι είχε μεταβεί προηγουμένως στο μπάνιο και στη συνέχεια πήγε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν εκείνη «για να τελειώσει», θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο την τιμωρούσε. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι φοβήθηκε από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, ότι αισθανόταν τρομοκρατημένη και ότι πίστευε πως ήταν ικανός να πραγματοποιήσει τις απειλές του. Εξέφρασε επίσης επιθυμία να αξιολογηθεί από ψυχολόγο κρατικών υπηρεσιών. Ανέφερε ακόμη ότι, κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσής της, διέμενε ήδη στην οικία των γονέων της και δεν επιθυμούσε μεταφορά σε καταφύγιο. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της, η ΜΚ1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αναφερόταν στην κατάθεσή της Τ1. Ερωτηθείσα ειδικά για τη φράση «αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω», ανέφερε ότι φοβήθηκε και αγχώθηκε, τόσο για την ίδια όσο και για τα παιδιά, ιδίως επειδή κοιμόταν μαζί με τον μεγαλύτερο υιό τους. Σε σχέση με το περιστατικό της εκσπερμάτωσης στο πρόσωπό της, δήλωσε ότι αισθάνθηκε εξευτελισμό και προσβολή της αξιοπρέπειάς της.
Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ1 δέχθηκε ότι, σε προηγούμενο χρόνο και κατά τη διάρκεια λογομαχίας με τον Κατηγορούμενο, τον είχε φτύσει, εξ ου και, κατά την εκδοχή της, εκείνος της είπε, μετά το επίδικο περιστατικό της 13.3.2025, τη φράση «μου έφτυσες εσύ, τώρα σου έφτυσα τζιαι γω». Ερωτηθείσα για τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι δεν ήταν όλα καλά στον γάμο τους και ότι, όπως συμβαίνει σε πολλές συμβιώσεις, υπήρχαν προστριβές. Κατά τα λεγόμενά της, όμως, τα σοβαρά προβλήματα άρχισαν όταν ο Κατηγορούμενος άρχισε να εκδηλώνει έντονη ζήλια και να παραβιάζει, όπως είπε, τους προσωπικούς της λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρακολουθώντας συνομιλίες της με φίλους της. Η ΜΚ1 δέχθηκε ότι, τον Δεκέμβριο του 2024, προχώρησε σε διακοπή κύησης. Της υποβλήθηκε από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι το κυοφορούμενο παιδί δεν ήταν του Κατηγορουμένου, θέση την οποία απέρριψε. Σε σχέση με το περιστατικό της 4.3.2025 και την αναφορά της ότι κοιμόταν μαζί με τα παιδιά, εξήγησε ότι είχε αρχίσει να το πράττει πριν από το ταξίδι της στην Αθήνα, επειδή ο Κατηγορούμενος δημιουργούσε συνεχώς εντάσεις και θεωρούσε ότι η παρουσία των παιδιών θα λειτουργούσε αποτρεπτικά. Ανέφερε, ωστόσο, ότι ούτε αυτό απέτρεψε τον Κατηγορούμενο από το να δημιουργήσει επεισόδιο, γι’ αυτό και η ίδια προχώρησε στην κλήση της Αστυνομίας. Κατά την αντεξέταση, υποβλήθηκε επανειλημμένα στη μάρτυρα η θέση ότι ο Κατηγορούμενος είχε ήδη ανακαλύψει εξωσυζυγική της σχέση και ότι, όταν της ζήτησε το τηλέφωνο στις 4.3.2025, εκείνη του επιτέθηκε προκειμένου να μην αποκτήσει πρόσβαση στο περιεχόμενό του. Συγκεκριμένα, της υποβλήθηκε ότι τον δάγκωσε στην πλάτη, του τράβηξε τα μαλλιά και το αυτί. Η ΜΚ1 αρνήθηκε τις υποβολές αυτές. Ανέφερε ότι το μόνο που έκανε ήταν να σηκωθεί από το κρεβάτι και να τον σπρώξει προς τα έξω, για να πάρει πίσω το τηλέφωνό της. Στη ΜΚ1 υποδείχθηκε η φωτογραφία Τ7, την οποία η Υπεράσπιση παρουσίασε ως απεικόνιση τραυματισμών του Κατηγορουμένου από το περιστατικό εκείνης της ημέρας. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι αναγνωρίζει στη φωτογραφία τον Κατηγορούμενο, πλην όμως δεν μπορούσε να διακρίνει οποιονδήποτε τραυματισμό. Σε σχέση με το ταξίδι της στην Αθήνα, ανέφερε ότι ταξίδεψε μαζί με φίλη της, προκειμένου να συναντήσουν άλλη φίλη τους που ζει και εργάζεται στο εξωτερικό. Της υποβλήθηκε ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Κατηγορούμενος ανακάλυψε ότι διατηρούσε σχέση με άλλον άνδρα και ότι αυτό, «όπως είναι φυσικό», προκάλεσε την ένταση μεταξύ τους κατά την επιστροφή της. Η ΜΚ1 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος είχε αποκτήσει πρόσβαση στους λογαριασμούς της και ότι, επειδή βρήκε συνομιλία με φίλο της που της ευχήθηκε καλό ταξίδι και με τον οποίο αντάλλασσε καθημερινές πληροφορίες, θεώρησε αυθαίρετα ότι επρόκειτο για πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση. Η ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι σε μεταγενέστερο στάδιο είχε σκεφθεί να αποσύρει την καταγγελία της, κυρίως λόγω της ψυχολογικής επιβάρυνσης που της προκαλούσε η διαδικασία και των συνεπειών που θεωρούσε ότι θα είχε στα παιδιά. Ανέφερε, όμως, ότι άλλαξε στάση όταν, λίγες εβδομάδες πριν από τη δίκη, η μητέρα του Κατηγορουμένου μετέβη στο σχολείο του ανήλικου παιδιού της και, κατά την περιγραφή της, άρπαξε το παιδί από τα χέρια του πατέρα της, παρά το ισχύον διάταγμα γονικής μέριμνας και με γνώση του Κατηγορουμένου, ο οποίος δεν απαντούσε στις κλήσεις της. Ανέφερε ότι θεωρεί τον Κατηγορούμενο απρόβλεπτο και ικανό να της δημιουργήσει προβλήματα και γι’ αυτό αποφάσισε να συνεχίσει την ποινική διαδικασία. Της υποβλήθηκε ότι ο πραγματικός λόγος συνέχισης της υπόθεσης ήταν η καταχώριση αίτησης του Κατηγορουμένου για επικοινωνία με τα παιδιά. Η ΜΚ1 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος έβλεπε τα παιδιά μέχρι το περιστατικό βίας και ότι, ελλείψει δικαστικού διατάγματος, φοβόταν να προβεί σε περαιτέρω διευθετήσεις χωρίς εποπτεία, επειδή, όπως είπε, κάθε φορά που ελάμβανε τα παιδιά υπήρχαν ύβρεις και προβλήματα συνεργασίας. Ανέφερε ότι, κατόπιν συνεννόησης με το Γραφείο Ευημερίας, έγιναν ενέργειες για την έκδοση διατάγματος επικοινωνίας υπό συνθήκες που να της παρέχουν ασφάλεια. Η ΜΚ1 επιβεβαίωσε ότι εκκρεμούν διαδικασίες ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Ανέφερε ακόμη ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εκείνος που της ζήτησε να αποχωρήσει από την οικία, ισχυριζόμενος ότι είχε εξωσυζυγική σχέση. Σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταγγελία, διευκρίνισε ότι προσήλθε στην Αστυνομία όταν μετέβη στην οικία της μητέρας της και αισθάνθηκε ασφαλής να το πράξει. Πρόσθεσε ότι, κατά την πρώτη της παρουσία στην Αστυνομία, έτυχε, κατά την άποψή της, μη ορθής αντιμετώπισης από αστυνομικό, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι, επειδή ο Κατηγορούμενος ήταν σύζυγός της, το περιστατικό δεν μπορούσε να θεωρηθεί «σεξουαλική παρενόχληση». Ανέφερε ότι αποχώρησε τότε από το Τμήμα, παρενέβη ο δικηγόρος της και επανήλθε στις 19.3.2025, οπότε και έδωσε την κατάθεσή της. Περαιτέρω, της υποβλήθηκε ότι η ίδια παρουσίαζε βίαιη συμπεριφορά και ότι, όταν επέστρεψε από την Αθήνα και αποκαλύφθηκε η σχέση της με άλλον άνδρα, την οποία, κατά την Υπεράσπιση, είχε παραδεχθεί ενώπιον και του αδελφού του Κατηγορουμένου, εκείνη εξοργίστηκε και έσπασε την τηλεόραση. Η ΜΚ1 δέχθηκε ότι έριξε την τηλεόραση κάτω και έσπασε, εξηγώντας ότι βρισκόταν υπό έντονη πίεση, καθώς ο Κατηγορούμενος και ο αδελφός του την ανέκριναν επίμονα προκειμένου να παραδεχθεί ότι διατηρούσε σχέση με άλλον άνδρα και ότι το έμβρυο της έκτρωσης δεν ήταν του Κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι το περιστατικό αυτό το είχε αναφέρει και στην Αστυνομία. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, της υποβλήθηκε ότι το βράδυ της 12ης προς 13η Μαρτίου 2025 προσπάθησε να σκοτώσει τον Κατηγορούμενο με μαχαίρι, αφού προηγουμένως του είχε πει ότι θα του «χαρίσει το τελευταίο του ταξίδι». Της υποβλήθηκε επίσης ότι στεκόταν έξω από το δωμάτιο των παιδιών ακονίζοντας μαχαίρι και ότι τρομοκρατούσε τα παιδιά. Η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο. Δέχθηκε ότι είχε πάρει μαχαίρι εκείνο το βράδυ, εξηγώντας ότι το έκανε επειδή φοβόταν τον Κατηγορούμενο και ήθελε να προστατεύσει τον εαυτό της. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την ακολουθούσε και τη βιντεογραφούσε, ενώ η ίδια του έλεγε να μην την πλησιάζει. Η ΜΚ1 αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι η καταγγελία περί εκσπερμάτωσης στο πρόσωπό της ήταν επινόηση εμπνευσμένη από περιστατικό που είχε βιώσει εξαδέλφη της. Ανέφερε ότι προχώρησε στην καταγγελία επειδή θεωρούσε το περιστατικό εξαιρετικά σοβαρό και ότι συνεχίζει την υπόθεση επειδή θεωρεί τον Κατηγορούμενο απρόβλεπτο, μη συνεργάσιμο και επικίνδυνο ως προς τον τρόπο που της συμπεριφέρεται. Παρατήρησε ακόμη ότι, εφόσον ο ίδιος τη θεωρεί επικίνδυνη, δεν εξηγείται γιατί συναίνεσε να αναλάβει εκείνη τη γονική μέριμνα των παιδιών. Τέλος, η ΜΚ1 επέμεινε ότι ο Κατηγορούμενος την είχε απειλήσει σε σχέση με το κινητό της τηλέφωνο και ανέφερε ότι, ενώ εκείνη βρισκόταν στην Αθήνα, λάμβανε ειδοποιήσεις για απόπειρες πρόσβασης στους λογαριασμούς της από Λευκωσία. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος απαιτούσε να του αποστέλλει φωτογραφίες του χώρου όπου βρισκόταν και της έστελνε στιγμιότυπα συνομιλιών της με πρόσωπο το οποίο θεωρούσε εσφαλμένα ως ερωτικό της σύντροφο. Σε κάποιο σημείο της διαδικασίας, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου επιχείρησε να την εξετάσει περαιτέρω ως προς την ταυτότητα του προσώπου αυτού. Το Δικαστήριο δεν επέτρεψε τη συνέχιση της σχετικής εξέτασης.
Καταρχάς, δεν αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου ότι η ΜΚ1, ούσα, κατά την εκδοχή του, μάρτυρας του Ιεχωβά, κατέθεσε ενόρκως στο Ιερό Ευαγγέλιο. Το ζήτημα αυτό, ως προβάλλεται, πέραν το ότι δεν αποδεικνύει κάποιο γεγονός, δεν αφορά την αξιοπιστία της ΜΚ1, ούτε συνιστά, άνευ ετέρου, ένδειξη αναλήθειας της μαρτυρίας της. Το νομοθετικό πλαίσιο αναγνωρίζει τόσο τον όρκο όσο και τη διαβεβαίωση ως νόμιμους τρόπους παροχής μαρτυρίας, ώστε η ουσία να έγκειται στη συνειδησιακή δέσμευση του μάρτυρα να πει την αλήθεια και όχι στην ιδιαίτερη θρησκευτική μορφή με την οποίαν αυτή εκφράζεται. Εξάλλου, το εν λόγω σημείο δεν αναπτύχθηκε με τρόπο που να καταδεικνύει οποιαδήποτε συγκεκριμένη δικονομική πλημμέλεια ή ότι η ΜΚ1 παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς τη διαδικασία ορκωμοσίας της. Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι πρόκειται για ζήτημα το οποίο δεν επηρεάζει ουσιωδώς την αξιολόγηση της μαρτυρίας της[2].
Ως προς αυτήν, αναφέρεται πως η ΜΚ1 εξέθεσε την εκδοχή της με ουσιώδη πληρότητα, με σαφή χρονική αλληλουχία και με επαρκή λεπτομέρεια ως προς τα ουσιώδη περιστατικά, χωρίς να δίδει την εντύπωση μάρτυρα που επιχείρησε να κατασκευάσει μία άψογη ή τεχνητά εξωραϊσμένη εικόνα για τον εαυτό της. Σημαντικό στοιχείο στην αξιολόγηση της ΜΚ1 είναι ότι προέβη σε παραδοχές που δεν ευνοούσαν τη θέση της. Δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι σε προηγούμενο χρόνο είχε φτύσει τον Κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια λογομαχίας· δέχθηκε ότι σκέφθηκε να αποσύρει την καταγγελία της· δέχθηκε ότι η ίδια, ευρισκόμενη σε ένταση, έριξε την τηλεόραση και την έσπασε· και δέχθηκε επίσης ότι είχε πάρει μαχαίρι, όχι, όπως η ίδια είπε, για να επιτεθεί, αλλά επειδή φοβόταν και ήθελε να προστατεύσει τον εαυτό της. Οι παραδοχές αυτές ενισχύουν την εντύπωση αυθορμητισμού και ειλικρίνειας, καθότι η ΜΚ1 δεν επιχείρησε να εμφανιστεί ως πρόσωπο χωρίς οποιαδήποτε ακραία αντίδραση ή χωρίς μερίδιο έντασης στα γεγονότα.
Η εκδοχή της ΜΚ1 ως προς την έναρξη και κλιμάκωση των σοβαρών προβλημάτων στη συμβίωση, δηλαδή ότι από τον Φεβρουάριο του 2025 ο Κατηγορούμενος άρχισε να την κατηγορεί επίμονα για απιστία, να την ελέγχει, να της φωνάζει, να τη βρίζει και να δημιουργεί συχνά εντάσεις, βρίσκει ουσιώδη στήριξη σε καίρια σημεία της μαρτυρίας του ίδιου του Κατηγορουμένου. Ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι της ζητούσε επίμονα το κινητό, ότι επέμενε επανειλημμένα να μάθει εάν και για πόσο χρονικό διάστημα τον απατούσε, ότι την αποκάλεσε «πουτάνα», ότι συνέχιζε να την ανακρίνει για το ίδιο ζήτημα, και ότι θεωρούσε εύλογο να έχει πρόσβαση στους λογαριασμούς και στην επικοινωνία της, επειδή, όπως ανέφερε, «ήταν παντρεμένοι». Η μαρτυρία του αυτή, αντί να αποδυναμώνει, ενισχύει την εκδοχή της ΜΚ1, ότι είχε διαμορφωθεί ένα κλίμα ασφυκτικού ελέγχου, ζήλιας, ταπείνωσης και πίεσης.
Ως προς τα γεγονότα της 4.3.2025, η ΜΚ1 περιέγραψε ότι ενώ ξάπλωνε με τα παιδιά, ο Κατηγορούμενος την ξύπνησε και απαιτούσε να ελέγξει το κινητό της. Όταν εκείνη αρνήθηκε, την άρπαξε από τα χέρια για να της το αποσπάσει και στη συνέχεια της απηύθυνε την απειλή «αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω». Η εκδοχή αυτή παρουσιάζει συνοχή, λογική συνέχεια και φυσικότητα. Πρόκειται για σαφή περιγραφή συγκεκριμένου επεισοδίου με συγκεκριμένη απειλητική φράση, συγκεκριμένο αντικείμενο διένεξης και συγκεκριμένη μετέπειτα αντίδραση της ΜΚ1, ήτοι έξοδος από την οικία και κλήση της Αστυνομίας. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, όντως, κλήθηκε η Αστυνομία συνάδει με την εκδοχή της, ότι φοβήθηκε και αντέδρασε άμεσα. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι ζήτησε το κινητό της την 4.3.2025. Η ουσία της διαφοράς μεταξύ των δύο εκδοχών εντοπίζεται στο εάν εκείνος την άρπαξε και την απείλησε ή εάν εκείνη ήταν που του επιτέθηκε. Η υπερασπιστική εκδοχή περί επίθεσης της ΜΚ1 στον Κατηγορούμενο, με δάγκωμα στην πλάτη και τράβηγμα μαλλιών και αυτιού, δεν πείθει. Ο λόγος είναι ότι το εν λόγω αφήγημα δεν παρουσιάζεται με την αμεσότητα και τη φυσικότητα που θα ανέμενε κανείς από πρόσωπο που υπήρξε θύμα βίαιης επίθεσης. Ο Κατηγορούμενος δεν εξετάστηκε από ιατρό, δεν προέβη σε άμεση καταγγελία, και η φωτογραφία Τ7, στην οποία στηρίχθηκε η εκδοχή του, λήφθηκε από τον ίδιο σε εμφανώς κακή ποιότητα, 5-6 ημέρες αργότερα, αφότου «πρόσεξε» τα σημάδια. Η χρονική αυτή απόσταση, η ποιότητα της μαρτυρίας, και η απουσία οποιασδήποτε άλλης άμεσης επιβεβαίωσης μειώνουν αισθητά την αποδεικτική αξία του ισχυρισμού του. Αντίθετα, η αντίδραση της ΜΚ1 να εξέλθει και να καλέσει την Αστυνομία είναι περισσότερο συμβατή με τη δική της εκδοχή, ότι υπήρξε δέκτης απειλής και σωματικής προσέγγισης.
Ως προς το περιστατικό του χαστουκίσματος, το οποίο η ΜΚ1 τοποθέτησε κατά τη διάρκεια λογομαχίας, που ακολούθησε την ημέρα επιστροφής της από την Αθήνα, η μαρτυρία της ήταν σαφής και σταθερή. Δεν υπήρξε εξωτερική μαρτυρία που να το επιβεβαιώνει άμεσα, ωστόσο η αναφορά αυτή εντάσσεται οργανικά στο κλίμα της επίμονης πίεσης και των κατηγοριών που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι ακολούθησαν την επιστροφή της. Η ΜΚ1 δεν έδωσε την εντύπωση ότι προσέθεσε αυθαίρετα αυτό το περιστατικό εκ των υστέρων. Αντιθέτως, το περιέγραψε ως μέρος της κλιμακούμενης μεταξύ τους αντιπαράθεσης. Παρόλο που το περιστατικό αυτό στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη δική της μαρτυρία, η εν γένει αξιοπιστία της, και η λογική ένταξη του επεισοδίου στο ευρύτερο ιστορικό, ενισχύουν τη θέση της.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι η μαρτυρία της ΜΚ1 σε σχέση με το συνολικό μοτίβο ψυχολογικής πίεσης. Η αναφορά της ότι ο Κατηγορούμενος την εξύβριζε, την αποκαλούσε «πουτάνα», την κατηγορούσε συνεχώς για απιστία, της δημιουργούσε ένταση σε καθημερινή βάση, παραβίασε ή επιχείρησε να παραβιάσει τους προσωπικούς της λογαριασμούς και δεν σταματούσε να επανέρχεται στο ίδιο θέμα, συμβαδίζει ουσιωδώς με τη δική του παραδοχή ότι επέμενε κατ’ επανάληψη να μάθει εάν και πόσο καιρό τον απατούσε, ότι της ζητούσε να του δείξει το κινητό, ότι εκείνος ήθελε να δει με ποιους «γυρίζει» και ότι την αποκάλεσε με υβριστικό χαρακτηρισμό. Η συμφωνία αυτή ως προς το όλο κλίμα ελέγχου, απαξίωσης και πίεσης, λειτουργεί ενισχυτικά υπέρ της ΜΚ1. Όπως και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ότι η ΜΚ1 είχε περιέλθει σε μία κατάσταση όπου έσπαζε πράγματα, όπως η τηλεόραση, και έπαιρνε το μαχαίρι από την κουζίνα, προκειμένου να απωθήσει τον Κατηγορούμενο από το να την προσεγγίζει, με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο να έχει την έγνοια για το πώς θα εξασφαλίσει μαρτυρικό υλικό εναντίον της.
Σε σχέση με το περιστατικό της 13.3.2025, κατά το οποίο η ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι ενώ βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ο Κατηγορούμενος στάθηκε από πάνω της, εκσπερμάτωσε στο πρόσωπό της και συνέχισε να αυνανίζεται, ομολογουμένως πρόκειται για σοβαρότατο και εξευτελιστικό ισχυρισμό, που δεν επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητη μαρτυρία. Συναφώς, η αξιολόγηση αυτού του σημείου απαιτεί προσοχή. Ωστόσο, η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν ήταν είτε πρόχειρη, είτε αόριστη είτε σχηματική. Περιέγραψε τις επανειλημμένες προηγούμενες εισόδους του Κατηγορουμένου στο δωμάτιο, τον θόρυβο που άκουγε, την αίσθηση υγρής ουσίας στο πρόσωπό της, τη θέα του Κατηγορουμένου να στέκεται από πάνω της και να συνεχίζει να αυνανίζεται, και τη φράση που της απηύθυνε, δηλαδή «όπως μου έφτυσες εσύ, τώρα σου έφτυσα τζιαι γω». Η συγκεκριμένη αυτή φράση συνδέεται με το παραδεκτό γεγονός ότι η ίδια, πράγματι, τον είχε φτύσει σε προηγούμενο χρόνο, στοιχείο που ενισχύει την αληθοφάνεια της επιμέρους αναφοράς της, και μειώνει την πιθανότητα αυθαίρετης επινόησης. Ως προς τις πρακτικές λεπτομέρειες του συμβάντος, δεν αντεξετάστηκε, πέραν της υποβολής ότι το επεισόδιο ήταν αποκύημα της φαντασίας της, αντλημένο από αντίστοιχη εμπειρία της ξαδέλφης της. Ειδικότερα, η Υπεράσπιση επιχείρησε να αποδώσει την καταγγελία αυτή σε κατασκευή ή σκευωρία, μάλιστα υποβάλλοντας ότι η ιστορία είχε ληφθεί από παρόμοιο περιστατικό που αφορούσε εξαδέλφη της ΜΚ1. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ή αντικειμενικό στοιχείο που να καθιστά εύλογη ή πιθανή την εκδοχή αυτή. Παρέμεινε, στην ουσία, μία εικασία του Κατηγορουμένου.
Σημαντικό είναι, επίσης, ότι η ΜΚ1 έδωσε εξήγηση για τη χρονική καθυστέρηση στην τελική λήψη της κατάθεσής της στην Αστυνομία. Ανέφερε ότι μετέβη αρχικά στο σπίτι της μητέρας της και ένιωσε εκεί ασφάλεια, καθώς και ότι αντιμετώπισε, σε πρώτο στάδιο, αποθαρρυντική στάση από μέλος της Αστυνομίας ως προς το αν η πράξη μπορούσε να θεωρηθεί σεξουαλική παρενόχληση, λόγω του ότι ο δράστης ήταν ο σύζυγός της, ώστε να χρειαστεί η παρέμβαση της δικηγόρου της. Η εξήγηση αυτή δεν είναι εξωπραγματική ή ασύμβατη με τη συνήθη εμπειρία σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας και προσβολών γενετήσιας φύσεως. Η καθυστέρηση, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν συνιστά αφ’ εαυτής λόγο απόρριψης της μαρτυρίας της.
Ως προς το ενδεχόμενο ύπαρξης κινήτρου ψευδούς ενοχοποίησης του Κατηγορουμένου, λόγω των παραλλήλων διαδικασιών στο Οικογενειακό Δικαστήριο και της διαφοράς περί τα παιδιά, ασφαλώς, το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη. Πλην όμως, η ύπαρξη πιθανού κινήτρου δεν αρκεί, από μόνη της, να ακυρώσει τη μαρτυρία της ΜΚ1, εάν η μαρτυρία αυτή, κατά τα λοιπά, είναι πειστική, και εσωτερικά συνεπής. Εν προκειμένω, δεν διαπιστώνονται ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία της, ούτε στοιχεία σχεδιασμένης κατασκευής. Αντιθέτως, το γεγονός ότι είχε σκεφθεί ακόμη και να αποσύρει την υπόθεση, σε συνδυασμό με τις παραδοχές εις βάρος της, απομακρύνει την εικόνα μάρτυρα που λειτούργησε μόνον εργαλειακά, για να κερδίσει πλεονέκτημα σε κάποιαν άλλη διαδικασία.
Αποτιμώντας συνολικά τη μαρτυρία της ΜΚ1, πρόκειται για μάρτυρα κατά βάση αξιόπιστη. Η μαρτυρία της είναι ουσιωδώς αληθοφανής, λογικά δομημένη, και δεν κλονίστηκε σε ουσιώδη σημεία κατά την αντεξέταση, και σε σημαντικό βαθμό, ενισχύεται από τις ίδιες τις παραδοχές του Κατηγορουμένου, ως προς το κλίμα της σχέσης, τις επίμονες κατηγορίες περί απιστίας, την απαίτηση για έλεγχο του κινητού και την εξύβριση.
ΜΚ2: Αστ.4567 Κατερίνα Αριστοδήμου
Η ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της ημερομηνίας 23.3.2025 (Τ4), στην οποία αναφέρεται στη σύλληψη του Κατηγορούμενου, δυνάμει δικαστικού εντάλματος (Τ5). Κατά την επίστηση, απάντησε «είμαι αθώος». Επίσης, αναφέρεται στην ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο (Τ6). Στο Τ6, ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει πως η σχέση του με την παραπονούμενη έχει σκαμπανευάσματα, διαμένουν μαζί, αλλά εδώ και εννέα μέρες (κατά τον χρόνο της κατάθεσής του, την 22.3.2025) πήρε τα παιδιά και έφυγε από το σπίτι, κόβοντάς του κάθε επικοινωνία. Δέχθηκε ότι την 10.3.2025 αποκάλεσε την παραπονούμενη «πουτάνα», όταν επέστρεψε από την Αθήνα και του δέχθηκε πως εδώ και επτά μήνες είχε «γκόμενο» και τον έβαλε και μέσα στο σπίτι τους και ότι η έκτρωση που είχε κάνει τον Δεκέμβριο ήταν μωρό άλλου. Το περιστατικό αυτό έγινε μπροστά στον αδελφό του. Την ημέρα εκείνη, μπήκε μέσα στο σπίτι, έσπασε την τηλεόραση του σαλονιού, του έριξε και γκαζάκι και ποτήρι. Δεν συνέβησαν τα υπόλοιπα που εκείνη ισχυρίζεται. Της ζητούσε όντως το τηλέφωνό της την 4.3.2025, αλλά ήταν εκείνη που του επιτέθηκε, τον δάγκωσε στην πλάτη και του τραβούσε τα μαλλιά με το ένα χέρι και με το άλλο το αυτί. Ουδέποτε την χαστούκισε, ούτε εκσπερμάτωσε πάνω της, χαρακτηρίζοντας αυτά ως «ψέματα». Δεν προκάλεσε σε αυτήν οποιαδήποτε ψυχολογική βλάβη, αλλά είναι ο ίδιος που έχει υποστεί ψυχολογική βλάβη. Λόγω του ότι είχε «γκόμενο», προσπάθησε να τον παγιδεύσει, του στέλνει μήνυμα μέχρι και σήμερα, ότι θα πάει σπίτι τους, να του πάρει όλα τα πράγματα. Ο ίδιος την παρακάλεσε να επιστρέψει, να μιλήσουν για τα μωρά. Πήγε να κάνει αίτηση για γονική μέριμνα, αλλά εκείνη δεν συνεργάζεται και τον απειλεί συνεχώς πως θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία, όπως έκανε. Εκείνη είναι η βίαιη, σε σοβαρό βαθμό, εφόσον τράβηξε και μαχαίρι, αρκετές φορές. Θεωρεί πως ό,τι συμβαίνει, είναι σκευωρία γιατί της είπε πως θα ζητούσε την επιμέλεια των παιδιών. Η ΜΚ2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το άτομο που ανέφερε πως συνέλαβε.
Η μαρτυρία της ΜΚ2 ήταν υπηρεσιακής φύσεως, λιτή, χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις και δεν αμφισβητήθηκε με αντεξέταση. Δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία της ΜΚ2 ως προς τα γεγονότα που η ίδια χειρίστηκε, δηλαδή τη λήψη και προσκόμιση της κατάθεσης και τη σύλληψη.
Κατηγορούμενος (ΜΥ1)
Ο Κατηγορούμενος, κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι αποκάλεσε την παραπονούμενη «πουτάνα» μόνο μία φορά, την 10.3.2025, όταν, όπως είπε, έχασε τον έλεγχό του, μετά από αποκάλυψη εκ μέρους της περί εξωσυζυγικής σχέσης και της διάρκειάς της. Σύμφωνα με την εκδοχή του, πριν από την επιστροφή της από την Αθήνα, είχαν ήδη συζητήσει για πρόσωπο με το οποίο εκείνη επικοινωνούσε μέσω κοινωνικών δικτύων. Το βράδυ της επιστροφής της, κατά τους ισχυρισμούς του, η παραπονούμενη παραδέχθηκε ότι διατηρούσε «φίλο» εδώ και επτά μήνες, ότι τον είχε φέρει στην οικία τους και ότι το έμβρυο της διακοπείσας κύησης του Δεκεμβρίου 2024 ανήκε στο πρόσωπο αυτό. Ανέφερε ότι η παραπονούμενη, κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους έντασης, έσπασε την τηλεόραση, του πέταξε γκαζάκι και ποτήρι, αποχώρησε με το αυτοκίνητο και επέστρεψε αργότερα. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος είχε καταβάλει τα έξοδα για τη διακοπή της κύησης. Ανέφερε επίσης ότι φωτογράφισε τη σπασμένη τηλεόραση με σκοπό να παραδώσει τη φωτογραφία στην Αστυνομία, διευκρινίζοντας ότι η τηλεόραση ήταν δική του. Σε σχέση με το περιστατικό της 4.3.2025, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι ζήτησε επίμονα από την παραπονούμενη το κινητό της τηλέφωνο, επειδή, όπως είπε, κατά τον τελευταίο χρόνο, εκείνη έβγαινε συχνά τα βράδια και επέστρεφε αργά, γεγονός που του δημιούργησε υποψίες ότι διατηρούσε σχέση με άλλον άνδρα. Ανέφερε ότι επιθυμούσε να ελέγξει το τηλέφωνό της, αλλά αρνήθηκε ότι επιχείρησε να της το αποσπάσει με τη βία. Κατά την εκδοχή του, η παραπονούμενη ήταν εκείνη που «βγήκε εκτός εαυτού», του επιτέθηκε από πίσω, τον δάγκωσε και τον τραβούσε από τα μαλλιά. Ανέφερε ότι τράβηξε φωτογραφία των τραυματισμών του (Τ7) πέντε έως έξι ημέρες αργότερα, όταν, όπως είπε, αντιλήφθηκε σημάδια από τα δόντια της στην πλάτη του και από νύχι στον λαιμό του. Εξήγησε ότι προχώρησε στη φωτογράφιση επειδή θεωρούσε ότι η παραπονούμενη προσπαθούσε να τον «παγιδεύσει» μέσω της Αστυνομίας, την οποία είχε καλέσει η ίδια κατά το επίδικο περιστατικό. Ανέφερε ότι αποχώρησε από την οικία όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της Αστυνομίας, για να μην «ανοίξει το στόμα του», όπως χαρακτηριστικά είπε. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι χαστούκισε την παραπονούμενη κατά τη νύχτα της 10ης προς 11η Μαρτίου 2025. Ανέφερε ότι, μετά την επιστροφή της από την Αθήνα και την παραδοχή της περί «φίλου», της ζήτησε να αποχωρήσει από την οικία, η οποία, όπως είπε, ήταν στο όνομά του, και να μεταβεί στους γονείς της, μέχρι να αποφασιστεί τι θα γίνει με τα παιδιά. Σύμφωνα με την εκδοχή του, η παραπονούμενη μάζευε τα πράγματά της για τρεις ημέρες και τελικώς αποχώρησε στις 13.3.2025. Υποστήριξε ότι στη συνέχεια η ίδια προσπάθησε να ανασκευάσει όσα του είχε πει περί εξωσυζυγικής σχέσης, ισχυριζόμενη ότι τα ανέφερε «πάνω στα νεύρα της». Παραδέχθηκε ότι υπήρξαν λογομαχίες μεταξύ τους, πλην όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά το περιστατικό της εκσπερμάτωσης στο πρόσωπο της παραπονούμενης, το οποίο χαρακτήρισε επινόηση. Ανέφερε ότι η ιστορία αυτή προσομοιάζει, κατά την άποψή του, με περιστατικό που είχε αφηγηθεί η εξαδέλφη της παραπονούμενης και το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, είχε χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο οικογενειακής διαφοράς σχετιζόμενης με την κοινότητα των Μαρτύρων του Ιεχωβά, στην οποία, κατά τα λεγόμενά του, ανήκει η οικογένεια της παραπονούμενης. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι κύρια ανησυχία του ήταν το μέλλον και η επιμέλεια των παιδιών. Εξήγησε ότι αποτάθηκε σε δικηγόρο και ότι λίγες ημέρες αργότερα ενημέρωσε την παραπονούμενη πως σκεφτόταν να διεκδικήσει τη γονική μέριμνα. Κατά την εκδοχή του, η παραπονούμενη προχώρησε στην καταγγελία προκειμένου να εξασφαλίσει πλεονέκτημα στα ζητήματα επιμέλειας, γεγονός που, κατά τον ίδιο, εξηγεί και την καθυστέρηση καταχώρισης της καταγγελίας. Ανέφερε ακόμη ότι, μετά τα επίδικα γεγονότα, αντιμετώπισε δυσκολίες στην επικοινωνία με τα παιδιά και ότι παρενέβη το Γραφείο Ευημερίας. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος εμπλοκής του Γραφείου Ευημερίας ήταν επειδή η ανήλικη θυγατέρα του είχε αναφέρει πως δεχόταν βία από τη μητέρα της και τον παππού της, ενώ ανέφερε ότι και ο μεγαλύτερος γιος του ήταν «τρομοκρατημένος» και φοβόταν να μιλήσει. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι η παραπονούμενη είναι αλλόθρησκη και ότι, παρά ταύτα, ορκίστηκε στο Ευαγγέλιο, στοιχείο το οποίο, όπως είπε, ανέφερε για να έχει το Δικαστήριο «πλήρη εικόνα». Τέλος, υποστήριξε ότι το σοβαρότερο περιστατικό που βίωσε από πλευράς της παραπονούμενης ήταν επεισόδιο κατά το οποίο εκείνη τον καταδίωκε εντός και εκτός της οικίας κρατώντας μαχαίρι. Αναφορικά με τη συμπεριφορά της προς τα παιδιά, ανέφερε ότι περιοριζόταν σε τραβήγματα μαλλιών, χαστούκια και τιμωρία των παιδιών σε δωμάτιο.
Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο γάμος του με την παραπονούμενη χαρακτηριζόταν από πολλή «φασαρία». Υποστήριξε ότι η ίδια είχε πολλές απαιτήσεις, ήταν «χειριστική» και ότι, παρά τις προσπάθειες που, κατά τον ίδιο, κατέβαλλε για να ανταποκριθεί στις επιθυμίες της, εκείνη δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένη. Ανέφερε ότι τα προβλήματα στη σχέση τους είχαν αρχίσει πριν ακόμη γεννηθεί το πρώτο τους παιδί και εντάθηκαν τον Μάρτιο του 2024, όταν, κατά την εκδοχή του, η παραπονούμενη άρχισε να βγαίνει τα βράδια, να απουσιάζει μέχρι το πρωί και να επιστρέφει μεθυσμένη. Τοποθέτησε χρονικά την αλλαγή αυτή στην περίοδο κατά την οποία το πρώτο τους παιδί άρχισε να φοιτά στο σχολείο. Υποστήριξε ότι η παραπονούμενη δεν συνεργαζόταν ως προς την ανατροφή των παιδιών και ότι ο ίδιος είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά τη μεταφορά του παιδιού από και προς το σχολείο, το πρωινό ξύπνημα και την προετοιμασία του. Ανέφερε ότι ζητούσε βοήθεια από την παραπονούμενη, πλην όμως εκείνη θεωρούσε ότι οι ευθύνες αυτές του αναλογούσαν, επειδή η ίδια αναλάμβανε τις δουλειές του σπιτιού. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα προβλήματα στη σχέση ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 2025, όταν ο ίδιος άρχισε να ελέγχει τα τηλέφωνά της επειδή πίστευε ότι είχε «γκόμενο», ο Κατηγορούμενος επέμεινε ότι η μεταξύ τους ένταση είχε ήδη αρχίσει από τον Μάρτιο του 2024. Ανέφερε ότι η παραπονούμενη έβγαινε συστηματικά, απουσίαζε μέχρι το πρωί και επέστρεφε μεθυσμένη, ενώ ο ίδιος έμενε στο σπίτι με τα παιδιά. Δήλωσε ότι δεν επρόκειτο για ζήλια, αλλά για κούραση και αγανάκτηση λόγω της κατάστασης στο σπίτι. Πρόσθεσε ότι η παραπονούμενη απέκτησε νέες παρέες, του ανέφερε διάφορα ανδρικά ονόματα, αλλά δεν επιθυμούσε να τον συστήσει στους φίλους της, γεγονός που του δημιουργούσε υποψίες. Όπως είπε, το μόνο που της ζητούσε ήταν να γνωρίσει τα πρόσωπα με τα οποία συναναστρεφόταν. Ανέφερε επίσης ότι εξαρχής της σχέσης τους είχαν αμοιβαία πρόσβαση στα κινητά τηλέφωνα και στους λογαριασμούς κοινωνικής δικτύωσης ο ένας του άλλου, κάτι που, κατά τον ίδιο, είχε ζητήσει η παραπονούμενη. Υποστήριξε ότι η αλλαγή της στάσης της, όταν πλέον δεν επιθυμούσε να έχει ο ίδιος πρόσβαση στο τηλέφωνό της, του δημιούργησε περαιτέρω υποψίες, οι οποίες, όπως είπε, επιβεβαιώθηκαν όταν εκείνη παραδέχθηκε ότι διατηρούσε «γκόμενο» εδώ και επτά μήνες. Ισχυρίστηκε ότι η παραδοχή αυτή έγινε τόσο σε μηνύματα όσο και ενώπιον του αδελφού του. Δήλωσε ότι το πρόβλημα δεν ήταν ο ίδιος, αλλά η παραπονούμενη, την οποία χαρακτήρισε εκ νέου «χειριστική», προσθέτοντας ότι εκείνη ήταν που εξύβριζε και ασκούσε βία. Ανέφερε μάλιστα ότι η Αστυνομία θα μπορούσε να λάβει μαρτυρία από γείτονες για να διαπιστώσει «την αλήθεια». Σε σχέση με το ότι αποκάλεσε την παραπονούμενη «πουτάνα», παραδέχθηκε ότι το έπραξε όταν, όπως ισχυρίστηκε, έμαθε ότι η διακοπείσα κύηση αφορούσε παιδί άλλου άνδρα, δηλώνοντας ότι απολογήθηκε γι’ αυτό. Ανέφερε ότι δεν θυμάται αν η παραπονούμενη κοιμόταν με τα παιδιά την 4.3.2025, υποστηρίζοντας ότι συνήθως εκείνος κοιμόταν μαζί τους κατά την επίδικη περίοδο. Παραδέχθηκε ότι εκείνη την ημέρα της ζήτησε το κινητό της, πλην όμως υποστήριξε ότι η ίδια ήταν εκείνη που του επιτέθηκε. Δήλωσε ότι ουδέποτε εξετάστηκε από ιατρό ή ιατροδικαστή και ότι γενικά «δεν είναι επιθετικός». Υποστήριξε ότι η παραπονούμενη ήθελε να βρει «πάτημα», επειδή είχε, κατά την έκφρασή του, «τη φωλιά της λερωμένη», και ότι η καταγγελία έγινε όταν πληροφορήθηκε πως ο ίδιος είχε αποταθεί σε δικηγόρο για ζητήματα γονικής μέριμνας. Για το περιστατικό της 4.3.2025, ανέφερε ότι, ενώ η παραπονούμενη τον δάγκωνε, εκείνος την έπιασε από τα χέρια επειδή πονούσε, και ότι εκείνη στη συνέχεια τον κατήγγειλε ψευδώς ως επιτιθέμενο, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε, κατά την εκδοχή του, να αμυνθεί. Ανέφερε ότι είχε καλέσει και ο ίδιος την Αστυνομία, αλλά τελικά αποχώρησε από την οικία «για να την καλύψει». Πρόσθεσε ότι στις 10.3.2025 η παραπονούμενη έσπασε τρία αντικείμενα μέσα στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, σε ορισμένα σημεία μιλούσε με εμφανή φόρτιση, ενώ σε άλλα έκλαιγε. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε αρχίσει να υποψιάζεται απιστία λόγω του τρόπου ζωής της παραπονούμενης, της νυχτερινής εξόδου της, της κατανάλωσης αλκοόλ, της εξαφάνισης μηνυμάτων από τις συνομιλίες της και της επικοινωνίας της με άλλα πρόσωπα μέσω διαδικτύου. Δήλωσε ότι δεν ήταν «παλαβός», όπως χαρακτηριστικά είπε, και ότι τελικά εκείνη παραδέχθηκε την εξωσυζυγική σχέση στις 10.3.2025 ενώπιον και του αδελφού του. Ανέφερε ότι, όταν η παραπονούμενη βρισκόταν στην Ελλάδα, του επανέλαβε ότι έχει «γκόμενο», και ότι όταν επέστρεψε τη ρώτησε ευθέως ποιο ήταν το πρόσωπο με το οποίο επικοινωνούσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υποστήριξε ότι εκείνη αρχικά παραδέχθηκε τη σχέση, αλλά αργότερα προσπάθησε να ανασκευάσει όσα είχε πει, επειδή δεν ήθελε να τον χάσει, δεδομένου ότι, όπως είπε, ο ίδιος φρόντιζε το σπίτι, έκανε δουλειές και αναλάμβανε τις υποχρεώσεις της οικογένειας. Τότε, όπως ανέφερε, της είπε ότι έπρεπε να χωρίσουν. Ανέφερε ότι επισκέφθηκε δικηγόρο στις 14.3.2025, για να ενημερωθεί σχετικά με τη γονική μέριμνα, και ότι η παραπονούμενη, μόλις πληροφορήθηκε τις προθέσεις του, προχώρησε στην καταγγελία. Υποστήριξε ότι δεν είχε ζηλέψει για το ταξίδι της στην Αθήνα, αφού ο ίδιος το είχε πληρώσει ως δώρο και, όπως είπε, «άμα ήθελα θα της έλεγα όχι και τελειώνει». Κατά την αντεξέταση, ο Κατηγορούμενος απευθύνθηκε επανειλημμένα προς τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής με έντονο και επιβλητικό ύφος, κατηγορώντας τον ότι ενεργεί ως δικηγόρος της παραπονούμενης και επαναλαμβάνοντας ότι «τα γεγονότα είναι γεγονότα» και ότι, εφόσον η παραπονούμενη «το παραδέχθηκε», «τελεία». Σε άλλο σημείο, απευθυνόμενος τόσο προς τον συνήγορο όσο και προς το Δικαστήριο, χρησιμοποίησε ανακριτικό ύφος, λέγοντας: «Είπα εγώ ότι μπήκε μέσα στο σπίτι η Ν.;». Όταν του υποβλήθηκε ότι η παραπονούμενη, στις 10.3.2025, βρισκόταν σε σύγχυση λόγω της πίεσης που δεχόταν από τον ίδιο και γι’ αυτό έσπασε την τηλεόραση, απάντησε ότι δεν ήταν αυτή η εκδοχή της παραπονούμενης. Ανέφερε ότι βρίσκονταν στην αυλή του σπιτιού, ότι εκείνη άναψε τσιγάρο, τον ρώτησε γιατί ζηλεύει, ότι εκείνος παραδέχθηκε πως ζηλεύει, και ότι, όταν πλέον δεν ήξερε τι να του απαντήσει, του είπε ότι ναι, έχει «γκόμενο» και ότι τον είχε φέρει στο σπίτι. Κατά τον ίδιο, κανείς δεν την πίεσε και η ίδια απλώς «είπε την αλήθεια». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε: «Είμαστε άνθρωποι όλοι. Απάτησε με, να χωρίσουμε ήρεμα και ωραία. Δεν έχω διάθεση να τσακώνομαι. Αν το υποψιαζόμουν, προσπάθησα να το καταλάβω. Συγγνώμη που προσπάθησα να δω αν με απατά η γυναίκα μου». Δήλωσε ότι δεν άσκησε πίεση μέσω μηνυμάτων, επειδή οι συνομιλίες τους γίνονταν γραπτώς όταν εκείνη βρισκόταν στην Ελλάδα. Όταν ερωτήθηκε πώς ακριβώς προσπαθούσε να μάθει αν τον απατά, απάντησε ότι της ζητούσε να γνωρίσει τους φίλους της και να τους καλέσει στο σπίτι, αλλά εκείνη δεν το ήθελε. Αναφέρθηκε εκ νέου στις νυχτερινές εξόδους της, στη δημοσίευση «stories» με άλλες γυναίκες και στην αίσθησή του ότι ο ίδιος έμενε στο σπίτι «να κάνει τη νταντά». Όταν του υποβλήθηκε ότι ήθελε να ελέγχει τη ζωή της παραπονούμενης, απάντησε: «Κύριε, ήμασταν παντρεμένοι». Όταν του υποβλήθηκε ότι η ζήλια του ήταν παθολογική, αντέδρασε έντονα, λέγοντας μεταξύ άλλων: «Παναγία μου… ζήλευκα παθολογικά γιατί ήθελα να δω με ποιους γυρίζει η γυναίκα μου; Ήμασταν παντρεμένοι, έχουμε δύο μωρά, έχουμε ευθύνες… εγώ εδούλευκα εννιά ώρες, εγώ επήαινα το μωρό σχολείο… δεν ζήλευκα, ζητούσα τα βασικά να γίνονται». Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι συνέχισε να επιμένει να μάθει πόσο καιρό τον απατούσε, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ήθελε να μάθει «πόσα χρόνια ήταν κερατάς» και ότι ρωτούσε επανειλημμένα την παραπονούμενη να του πει «πόσο καιρό έχει». Σε σχέση με το περιστατικό της 11.3.2025, δέχθηκε ότι επέμενε να μάθει για πόσο χρονικό διάστημα η παραπονούμενη τον απατούσε, αλλά αρνήθηκε ότι τη χαστούκισε. Ανέφερε ότι η παραπονούμενη πήρε μαχαίρι και ότι δεν θα μπορούσε να υψώσει χέρι σε άνθρωπο που κρατούσε «φονικό όπλο». Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι εκείνη του «έβαλε το μαχαίρι στον λαιμό». Όταν του υποβλήθηκε ότι μορφή βίας αποτελούσαν και οι εξάρσεις θυμού και ζήλιας του, καθώς και η φερόμενη χρήση ναρκωτικών, απάντησε ότι στην εφηβεία του είχε κάνει χρήση «χόρτου», αλλά ότι δεν έχει σχέση με ναρκωτικά και ότι οι σχετικές δικαστικές υποθέσεις αφορούσαν το παρελθόν. Επέμεινε ότι όσα περιγράφονται δεν αποτελούν βία. Για τα γεγονότα της 12.3.2025, παραδέχθηκε ότι συνέχισε να ζητεί από την παραπονούμενη να του αποκαλύψει πόσο καιρό τον απατούσε. Ανέφερε ότι εκείνη του ζήτησε να φύγει από το σπίτι και να πάει να κοιμηθεί στη μητέρα του, αλλά ο ίδιος της είπε ότι ήθελε τουλάχιστον να κοιμηθεί με τα παιδιά. Υποστήριξε ότι η παραπονούμενη είχε επιστρέψει μεθυσμένη και ότι συνέχισε να τη ρωτά επειδή πίστευε ότι, υπό την επήρεια αλκοόλ, θα αποκάλυπτε περισσότερα. Παραδέχθηκε ότι η παραπονούμενη τον είχε φτύσει σε προηγούμενη ημέρα, επειδή τον θεωρούσε «λίγο» της. Αρνήθηκε, όμως, το περιστατικό αυνανισμού και εκσπερμάτωσης, ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για «σκευωρία». Ανέφερε ότι η παραπονούμενη «μίλησε με δικηγόρο και της παράγγειλεν να κάμει τούτο το πράμα», διευκρινίζοντας αργότερα ότι εννοούσε πως της δόθηκαν οδηγίες να κινηθεί δικαστικά ή να προβεί σε καταγγελία. Επανέλαβε ότι η ιστορία αυτή ήταν εμπνευσμένη από περιστατικό που είχε αφηγηθεί εξαδέλφη της παραπονούμενης. Όταν του υποβλήθηκε ότι η παραπονούμενη πήρε το μαχαίρι επειδή φοβήθηκε μετά το επίδικο περιστατικό, φωνάζοντάς του «φύε που δαμέ, μεν μου κοντεύκεις», ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι στο σχετικό βίντεο φαίνεται εκείνη να τον κυνηγά «γύρω-γύρω που το σπίτι με το μαχαίρι», ενώ ο ίδιος βρισκόταν έξω και την παρακαλούσε να κοιμηθεί με τα παιδιά. Ανέφερε ότι κράτησε το βίντεο ως αποδεικτικό στοιχείο, επειδή είχε «πονηρευτεί» για το τι θα ακολουθούσε, προσθέτοντας ότι η παραπονούμενη είχε φίλη αστυνομικό που της έδινε συμβουλές. Τέλος, αναφερόμενος στη διακοπή της κύησης του Δεκεμβρίου 2024, ανέφερε ότι η σχετική ιατρική πράξη πραγματοποιήθηκε στις 18.12.2024 και ότι καταβλήθηκε μόνο η συνεισφορά του ασφαλισμένου, επειδή, όπως είπε, η πράξη καταχωρίστηκε στο σύστημα του ΓΕΣΥ ως «αφαίρεση κύστης» (Τ8).
Αποτιμώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, τον τρόπο με τον οποίο αυτή δόθηκε, τη στάση που τήρησε κατά την εξέτασή του ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και τη συνάφεια και συμβατότητά της με την υπόλοιπη μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη, ως προς τα ουσιώδη αμφισβητούμενα ζητήματα της υπόθεσης. Κατ’ αρχάς, η μαρτυρία του ήταν εμφανώς διαποτισμένη από εμμονή στην υποτιθέμενη απιστία της ΜΚ1. Η εκτενής και επαναλαμβανόμενη αναφορά του στο ότι εκείνη είχε «γκόμενο» ή «φίλο», ότι το παιδί της διακοπείσας κύησης ήταν δήθεν άλλου, ότι έβγαινε τα βράδια, ότι είχε νέες παρέες, ότι δεν του σύστηνε τους φίλους της, ότι εκείνος όφειλε να γνωρίζει με ποιους «γυρίζει», και ότι είχε δικαίωμα πρόσβασης στους λογαριασμούς και στις συνομιλίες της επειδή ήταν παντρεμένοι, δεν αποτυπώνει απλώς τη συναισθηματική φόρτιση ενός συζύγου που διέρχεται κρίση. Αναδεικνύει πρόσωπο το οποίο, υπό τις δεδομένες συνθήκες, είχε καταστεί έντονα καχύποπτο, ελεγκτικό και απορροφημένο από την ανάγκη να επιβεβαιώσει τις υποψίες του, ερμηνεύοντας σχεδόν κάθε πτυχή της συμπεριφοράς της ΜΚ1 μέσα από αυτό το πρίσμα.
Η εμμονή αυτή δεν παρέμεινε σε επίπεδο εσωτερικής δυσφορίας ή προσωπικής καχυποψίας, αλλά, κατά τα ίδια του τα λεγόμενα, μεταφράστηκε σε συγκεκριμένη στάση και επαναλαμβανόμενη πίεση προς την ΜΚ1. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ζητούσε επίμονα να μάθει εάν τον απατούσε και για πόσο καιρό, ότι απαιτούσε να δει το τηλέφωνό της, ότι επανερχόταν ξανά και ξανά στο ίδιο ζήτημα, ότι θεωρούσε ως πρόβλημα το ότι εκείνη έβγαινε έξω και επέστρεφε αργά, και ότι επιδίωκε να εξακριβώσει με ποιους συναναστρεφόταν. Παρά ταύτα, σε διάφορα σημεία επιχείρησε να υποβαθμίσει τη ζήλια και την ελεγκτική του στάση, δηλώνοντας ότι «δεν ζήλευε». Η θέση αυτή δεν συνάδει με τη δική του περιγραφή των γεγονότων. Η εσωτερική αυτή ανακολουθία μαρτυρεί προσπάθεια να απογυμνωθεί η συμπεριφορά του από το πραγματικό της περιεχόμενο και να παρουσιαστεί ως λογική και δικαιολογημένη αντίδραση, ενώ στην ουσία φέρει τα χαρακτηριστικά επίμονου ελέγχου, καχυποψίας και πίεσης.
Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος προέβη σε σειρά παραδοχών, οι οποίες, αντί να ενισχύουν τη δική του εκδοχή ότι ήταν ο ψύχραιμος, αμυνόμενος και αδικημένος σύζυγος, ενισχύουν ουσιωδώς την εκδοχή της ΜΚ1 ως προς το κλίμα που επικρατούσε στη σχέση. Παραδέχθηκε ότι την αποκάλεσε «πουτάνα». Παραδέχθηκε ότι την 4.3.2025 της ζητούσε το τηλέφωνο. Παραδέχθηκε ότι μετά την επιστροφή της από την Αθήνα επέμενε επί ημέρες να μάθει εάν τον απατούσε και για πόσο διάστημα. Παραδέχθηκε ότι και στις 12.3.2025 συνέχιζε να επιδιώκει να της αποσπάσει απαντήσεις για το ίδιο ζήτημα. Παραδέχθηκε ακόμη ότι επιχειρούσε να αντλήσει περισσότερες πληροφορίες όταν θεωρούσε ότι η ΜΚ1 ήταν πιο επιρρεπής να μιλήσει, λόγω κατανάλωσης αλκοόλ. Οι παραδοχές αυτές συνθέτουν εικόνα επίμονης πίεσης, συναισθηματικής φόρτισης και ελεγκτικής στάσης, η οποία προσομοιάζει πολύ περισσότερο με την περιγραφή της ΜΚ1 παρά με τη δική του αυτοπαρουσίαση.
Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του ότι η παραπονούμενη παραδέχθηκε στις 10.3.2025, παρουσία και του αδελφού του, ότι τον απατούσε, κρίνεται ότι ο Κατηγορούμενος απέδωσε υπέρμετρη σημασία στο εν λόγω σημείο, επιχειρώντας να το αναγάγει στον κεντρικό άξονα ολόκληρης της υπόθεσης. Η έμφαση αυτή διατρέχει τόσο την ανακριτική του κατάθεση όσο και την ένορκη μαρτυρία του, ενώ στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η προσπάθειά του να προσκομίσει μηνύματα, ώστε να ενισχύσει τη θέση του ότι υπήρξε τέτοια παραδοχή και, συνακόλουθα, ότι η δική του εκδοχή είναι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αξιόπιστη.
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ΜΚ1 πράγματι προέβη σε κάποια σχετική δήλωση, η θέση του Κατηγορουμένου στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, σε ισχυριζόμενη παραδοχή της ίδιας, δηλαδή σε κάτι που, κατά τον ίδιο, ειπώθηκε στο πλαίσιο της μεταξύ τους επικοινωνίας, και όχι σε ανεξάρτητη μαρτυρία ή αντικειμενικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει αμέσως το περιεχόμενό της. Κυρίως, όμως, η υποτιθέμενη αυτή παραδοχή δεν μπορεί να αποσπαστεί από το πλαίσιο μέσα στο οποίο φέρεται να δόθηκε. Από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είχε ήδη σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ΜΚ1 τον απατούσε και ότι, με επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις, κατηγορίες, πιέσεις και ανακριτική στάση, επιχειρούσε να αποσπάσει από εκείνη επιβεβαίωση των υποψιών του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τυχόν τέτοια δήλωση, εάν πράγματι έγινε, αποτέλεσε αντίδραση στην έντονη και συνεχή πίεση που δεχόταν, είτε για να τροφοδοτήσει την ήδη διαμορφωμένη πεποίθησή του είτε για να ικανοποιήσει την απαίτησή του και να τερματίσει την επαναλαμβανόμενη ένταση.
Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσον η ΜΚ1 διατηρούσε ή όχι εξωσυζυγική σχέση δεν αποτελεί το αποφασιστικό πραγματικό ζήτημα της παρούσας διαδικασίας. Το θέμα αυτό, ακόμη και αν αληθεύει, δεν απαντά αφ’ εαυτού στο εάν ο Κατηγορούμενος απείλησε, επιτέθηκε, εξύβρισε, άσκησε πίεση ή προέβη στην αποδιδόμενη πράξη εξευτελιστικής σεξουαλικής συμπεριφοράς. Η σημασία της υποτιθέμενης απιστίας εξαντλείται στο ότι φωτίζει το πλαίσιο της μεταξύ τους σύγκρουσης και τον λόγο για τον οποίο ο Κατηγορούμενος είχε καταστεί τόσο επίμονος και ελεγκτικός. Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργήσει ως υποκατάστατο απόδειξης ή μη απόδειξης των επίδικων γεγονότων. Ο Κατηγορούμενος συνέδεσε στοιχεία που αφορούσαν τον τρόπο ζωής της ΜΚ1, και ιδίως την επιθυμία της για μεγαλύτερη προσωπική ελευθερία, με ενδείξεις απιστίας, ερμηνεύοντάς τα μέσα από το πρίσμα των ήδη διαμορφωμένων υποψιών του. Η προσέγγιση αυτή δεν συνιστά αντικειμενική αποτίμηση περιστατικών, αλλά υποκειμενική κατασκευή νοήματος, η οποία δεν δύναται να υποκαταστήσει την απαιτούμενη αποδεικτική βάση.
Η εκδοχή του για το επεισόδιο της 4.3.2025, ότι δηλαδή εκείνος απλώς ζητούσε το τηλέφωνο και η ΜΚ1 του επιτέθηκε, τον δάγκωσε και του τράβηξε μαλλιά και αυτί, επίσης δεν πείθει. Κατ’ αρχάς, στερείται αντικειμενικής στήριξης. Η μοναδική ουσιαστική επίκληση προς ενίσχυσή της είναι η φωτογραφία Τ7, η οποία είναι πολύ κακής ποιότητας και, κατά τον ίδιο, λήφθηκε αρκετές ημέρες μετά το περιστατικό. Η χρονική αυτή απόσταση μειώνει αισθητά την αποδεικτική της αξία, ιδίως αφού δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε ιατρική εξέταση, άμεση καταγραφή ή άλλη αξιόπιστη τεκμηρίωση των φερόμενων τραυματισμών. Από τη φωτογραφία αυτή δεν μπορεί να διαπιστωθεί με σαφήνεια αν πράγματι απεικονίζονται τραυματισμοί, ποιας φύσεως είναι, ούτε πότε προκλήθηκαν.
Περαιτέρω, η εκδοχή αυτή δεν συμβαδίζει με την αναμενόμενη ανθρώπινη συμπεριφορά προσώπου που ισχυρίζεται ότι μόλις δέχθηκε αιφνίδια και βίαιη επίθεση. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αισθάνθηκε πόνο, πλην όμως δεν προέβη σε οποιαδήποτε άμεση ενέργεια για να ελέγξει τον φερόμενο τραυματισμό, δεν ζήτησε ιατρική βοήθεια, δεν κατήγγειλε το περιστατικό εκείνο τον χρόνο και δεν μερίμνησε να εξασφαλίσει οποιαδήποτε άμεση καταγραφή του. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι αντιλήφθηκε τα σημάδια τυχαία μετά από ημέρες και τότε μόνο τράβηξε τη σχετική φωτογραφία. Η εξήγηση αυτή δεν είναι πειστική.
Αντίθετα, από τη δική του μαρτυρία προκύπτει ότι κατά το ίδιο περιστατικό προέβη ο ίδιος σε σωματική αντίδραση, παραδεχόμενος ότι έσπρωξε τα χέρια της ΜΚ1, επειδή, κατά τα λεγόμενά του, πονούσε. Η παραδοχή αυτή καταδεικνύει τουλάχιστον ενεργή σωματική εμπλοκή του ιδίου και δεν συνάδει με την προσπάθειά του να παρουσιαστεί ως πλήρως παθητικός αποδέκτης επίθεσης. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι, ενώ επιχείρησε να αντλήσει συμπεράσματα εις βάρος της αξιοπιστίας της ΜΚ1 λόγω της χρονικής υστέρησης στην καταγγελία του περιστατικού της 13.3.2025, δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται την αντίστοιχη σημασία της δικής του συμπεριφοράς σε σχέση με το περιστατικό της 4.3.2025. Η δική του στάση δεν περιορίστηκε σε απλή απραγία· κατά τα ίδια του τα λεγόμενα, αποχώρησε από τον χώρο όταν αντιλήφθηκε την επικείμενη άφιξη της Αστυνομίας. Συνεπώς, επικαλείται επιλεκτικά το επιχείρημα της καθυστέρησης ή της απραγίας μόνο όταν αυτό εξυπηρετεί τη δική του εκδοχή, όχι όμως όταν θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της δικής του συμπεριφοράς. Η επιλεκτικότητα αυτή αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του.
Η εκδοχή του για το χαστούκι της 10ης προς 11η Μαρτίου 2025 επίσης δεν πείθει. Ο Κατηγορούμενος το αρνήθηκε κατηγορηματικά, προβάλλοντας τη θέση ότι ουδέποτε χαστούκισε οποιονδήποτε άνθρωπο. Η άρνηση αυτή, όμως, είναι απόλυτη, γενική και καθολική. Δεν αφορά μόνο το επίδικο περιστατικό, αλλά τείνει να αποκλείσει οποιαδήποτε μορφή σωματικής βίας εκ μέρους του σε οποιαδήποτε περίσταση. Τέτοιου είδους καθολικές αρνήσεις, ιδίως όταν διατυπώνονται σε περιβάλλον έντονης αντιπαράθεσης και αυτοδικαίωσης, δεν ενισχύουν, αλλά μάλλον υπονομεύουν την αξιοπιστία του μάρτυρα, διότι συχνά υποδηλώνουν προσπάθεια πλήρους αποκοπής από κάθε επιλήψιμη συμπεριφορά. Η άρνηση αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από τη συνολική μαρτυρία του. Ο ίδιος παραδέχθηκε σωματική αντίδραση στο περιστατικό της 4.3.2025, παραδέχθηκε εξύβριση, παραδέχθηκε πολυήμερες λογομαχίες και επαναλαμβανόμενη πίεση. Μέσα σε αυτό το κλίμα έντασης, η απόλυτη θέση του ότι ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε σωματική πράξη δεν εμφανίζεται ως φυσική και πειστική άρνηση συγκεκριμένου περιστατικού, αλλά ως γενικευμένη άρνηση ευθύνης.
Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε επίσης να αποδώσει τις καταγγελίες της ΜΚ1 σε «σκευωρία», συνδεδεμένη, κατά τον ισχυρισμό του, με τη διαφορά τους για τα παιδιά και με το ότι ο ίδιος είχε απευθυνθεί σε δικηγόρο για ζητήματα γονικής μέριμνας. Χρησιμοποίησε κατ’ επανάληψη τη βαριά αυτή λέξη, πλην όμως η θέση του παρέμεινε σε επίπεδο γενικού ισχυρισμού. Δεν προσκομίστηκε ανεξάρτητη μαρτυρία ή αντικειμενικό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η ΜΚ1 επινόησε τα επίδικα γεγονότα ή ότι υπήρξε οποιαδήποτε μεθοδευμένη προετοιμασία ψευδούς καταγγελίας.
Η εκδοχή αυτή εμφανίζει και εσωτερική αντίφαση. Από τη μια, ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει την ΜΚ1 ως πρόσωπο που τον παγίδευσε με οργανωμένο και υπολογισμένο τρόπο επειδή είναι, όπως είπε, «χειριστική». Από την άλλη, περιγράφει τον εαυτό του ως «πονηρεμένο», δηλαδή ως πρόσωπο που ενεργούσε με καχυποψία, επιτήρηση και σκοπιμότητα, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί καταστάσεις για να αντλήσει πληροφορίες ή να εξασφαλίσει αποδεικτικό υλικό εις βάρος της. Ανέφερε, λ.χ., ότι προσπαθούσε να της αποσπάσει ευκολότερα πληροφορίες όταν θεωρούσε ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ, και ότι κατέγραψε με βίντεο περιστατικό κατά το οποίο η ΜΚ1, σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, κρατούσε μαχαίρι προσπαθώντας να τον απωθήσει. Τα στοιχεία αυτά δεν συνάδουν με την εικόνα προσώπου που αιφνιδιάζεται ή εξαπατάται από δήθεν μεθοδευμένη συμπεριφορά τρίτου. Αντίθετα, παραπέμπουν σε πρόσωπο που ήδη συλλέγει υλικό, δοκιμάζει μεθόδους πίεσης και επιχειρεί να τεκμηριώσει αυτά που πιστεύει. Η ταυτόχρονη προβολή του εαυτού του ως μεθοδικού και «πονηρεμένου», που ό,τι λέει το αποδεικνύει και «τελεία», αυτό είναι, όπως ο ίδιος ανέφερε, αλλά και ως αφελούς θύματος «σκευωρίας», δεν είναι συνεκτική. Αποκαλύπτει εναλλαγή ρόλων, αναλόγως του επιχειρήματος που κάθε φορά επιδιώκει να ενισχύσει.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επίκληση των ανήλικων τέκνων ως δήθεν στοιχείου ενίσχυσης της θέσης του. Η αναφορά του ότι η ανήλικη θυγατέρα του του είπε ότι υφίσταται βία από τη μητέρα της παρέμεινε αποσπασματική, ατεκμηρίωτη και χωρίς οποιαδήποτε επιβεβαίωση ή συγκεκριμενοποίηση που να επιτρέπει αποδεικτική αξιολόγηση. Η εικόνα αυτή καθίσταται ακόμη πιο προβληματική, αν ληφθεί υπόψη ότι ο ίδιος δεν θυμόταν βασικά στοιχεία της καθημερινότητας των παιδιών, όπως, ενδεικτικά, αν κάποιο από αυτά κοιμόταν με την ΜΚ1 την 4.3.2025, κατά το επεισόδιο που συνδέθηκε με την απαίτησή του να ελέγξει το τηλέφωνό της. Η επιλεκτική αυτή επίκληση στοιχείων, όταν εξυπηρετούν τη θέση του, χωρίς αντίστοιχη σταθερή και αξιόπιστη γνώση των υπολοίπων γεγονότων, αποδυναμώνει τη μαρτυρία του. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς του περί προβλήματος κατάχρησης αλκοόλ εκ μέρους της ΜΚ1, οι οποίοι παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και αστήρικτοι.
Δεν διαφεύγει από την προσοχή του Δικαστηρίου ότι κατά την κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος παρουσίασε έντονη συναισθηματική φόρτιση. Σε σημεία έκλαψε, σε άλλα εξεμάνη λεκτικά, και σε ορισμένες περιπτώσεις απευθύνθηκε με επιβλητικό ή ανακριτικό ύφος, ιδίως προς τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Η συμπεριφορά αυτή δεν αξιολογείται ως στοιχείο χαρακτήρα ούτε ως λόγος απόρριψης της μαρτυρίας του αφ’ εαυτής. Μπορεί, όμως, να ληφθεί υπόψη στον βαθμό που φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά υπό συνθήκες αμφισβήτησης, ελέγχου και ψυχολογικής πίεσης. Η συμπεριφορά που επέδειξε κατά την κατάθεσή του καταδεικνύει δυσκολία αυτοσυγκράτησης, τάση για διακοπή του συνομιλητή, για επιβολή, για μονομερή ερμηνεία των γεγονότων και για μετάθεση της ευθύνης. Η εντύπωση αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της τα επίδικα γεγονότα, ενισχύει όμως την πιθανότητα της εκδοχής της ΜΚ1 ότι βίωνε περιβάλλον έντονης πίεσης, ελέγχου και απρόβλεπτης συμπεριφοράς.
Πέραν τούτου, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου περιλαμβάνει σειρά από σοβαρές αιτιάσεις σε βάρος της ΜΚ1, όπως ότι εκείνη κακοποιούσε τα παιδιά, ότι τον κυνήγησε με μαχαίρι ή ακόμη, όπως είπε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, του το «έβαλε στον λαιμό», ότι τον παγίδευε, ότι είχε φίλη αστυνομικό που της έδινε οδηγίες, και ότι η ιστορία της εκσπερμάτωσης ήταν αντιγραφή από παλαιότερο περιστατικό της εξαδέλφης της. Οι ισχυρισμοί αυτοί, όμως, στερούνται ανεξάρτητης επιβεβαίωσης και δεν συνοδεύονται από τέτοιο αντικειμενικό υλικό που να μπορεί να τους προσδώσει ουσιαστική αποδεικτική βαρύτητα. Αντί να ενισχύουν τη μαρτυρία του, συμβάλλουν στην εικόνα υπερβολής και απόπειρας γενικευμένης μεταφοράς ευθύνης στην παραπονούμενη.
Επιπρόσθετα, σε διάφορα σημεία η μαρτυρία του εμφανίζει ουσιαστικές αδυναμίες και μεταπτώσεις. Από τη μια υποστηρίζει ότι δεν είχε πρόβλημα με το ταξίδι της στην Αθήνα και ότι ο ίδιος το πλήρωσε ως δώρο. Από την άλλη, παραδέχεται ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συνέχιζε να τη ρωτά πού βρίσκεται, να ζητεί φωτογραφίες και να επανέρχεται στις υποψίες του. Από τη μια λέγει ότι δεν καταλαβαίνει γιατί τον κατηγορεί. Από την άλλη, δέχεται ότι υπήρξαν επίμονες, πολυήμερες ανακρίσεις, εξύβριση και συνεχείς αντιπαραθέσεις. Από τη μια ισχυρίζεται ότι δεν είχε ζήλια. Από την άλλη, ολόκληρη η μαρτυρία του αφορά τη ζήλια του και την απόπειρα νομιμοποίησης των συμπεριφορών που αυτή γέννησε. Οι αντιφάσεις αυτές δεν είναι καθόλου επουσιώδεις.
Σε σχέση με το σοβαρό περιστατικό της 13.3.2025, η απάντησή του υπήρξε απλή άρνηση. Χαρακτήρισε την καταγγελία «ψέμα» ή «σκευωρία» και πρότεινε ως πηγή έμπνευσης ξένο περιστατικό που, κατά τον ίδιο, είχε συμβεί σε εξαδέλφη της ΜΚ1. Η εναλλακτική αυτή εξήγηση δεν είναι πειστική. Δεν προσφέρεται πειστικός λόγος για τον οποίο η ΜΚ1 θα απέδιδε στον Κατηγορούμενο μία τόσο ιδιαίτερη, εξευτελιστική και συγκεκριμένη πράξη, με τέτοια περιγραφική λεπτομέρεια, αν δεν υπήρχε κάποιο πραγματικό υπόβαθρο. Το επιχείρημα ότι το επινόησε επειδή ο ίδιος θα ζητούσε μέριμνα των παιδιών παραμένει θεωρητικό, υποθετικό και μη αποδεδειγμένο.
Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι, από τη μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος προβάλλει την εικόνα ενός προσώπου που αισθανόταν έντονα αδικημένο και καταπιεσμένο εντός της συζυγικής σχέσης. Ο ίδιος περιγράφει ότι επωμιζόταν, κατά την αντίληψή του πάντοτε, δυσανάλογο βάρος ως προς την ανατροφή των παιδιών και τη λειτουργία της οικογένειας, επειδή είχε αναλάβει τη μεταφορά από και προς το σχολείο και το πρόγευμα, ενώ ταυτόχρονα θεωρούσε ότι η παραπονούμενη απομακρυνόταν από τη συζυγική τους ζωή, επιζητώντας μεγαλύτερη αυτονομία και προσωπικό χώρο. Οι μεταβολές στις αντιλήψεις και στις ανάγκες των προσώπων εντός μιας σχέσης είναι δυνατόν να επηρεάζουν τη μεταξύ τους δυναμική. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο Κατηγορούμενος βίωσε συναισθηματική κόπωση εντός του γάμου του με την ΜΚ1, καθώς και αναστάτωση λόγω των υποψιών ή πεποιθήσεών του περί απιστίας, τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν για να εξηγήσουν πειστικά ή να αποδομήσουν τις συγκεκριμένες καταγγελίες της ΜΚ1. Το αίσθημα αδικίας ή καταπίεσης που ενδέχεται να βίωνε δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι, κατά τη δική του ίδια εκδοχή, αντέδρασε με επίμονη πίεση, εξύβριση, έλεγχο και επαναλαμβανόμενη ένταση.
Από τον τρόπο με τον οποίο τοποθετήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος έδειξε να αντιλαμβάνεται ως ουσιωδώς επιλήψιμες κυρίως συμπεριφορές άμεσης σωματικής βίας, υποβαθμίζοντας ή επιχειρώντας να κανονικοποιήσει επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ελέγχου, πίεσης, εξύβρισης και δημιουργίας φόβου. Ενδεικτικό είναι ότι αντιμετώπισε το ότι αποκάλεσε τη σύζυγό του ως «πουτάνα» ως κάτι στιγμιαίο ή δικαιολογημένο λόγω θυμού, χωρίς να φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα, την ταπεινωτική φύση και την ψυχολογική απαξία μιας τέτοιας εξύβρισης εντός της μεταξύ τους σχέσης. Η στάση αυτή συνάδει περισσότερο με την εκδοχή της ΜΚ1 ως προς το κλίμα πίεσης, απαξίωσης και έντασης που, κατά την ίδια, επικρατούσε στη σχέση τους.
Καταληκτικά, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου χαρακτηρίζεται από υπερβολή, έντονη αυτοδικαίωση, επιλεκτική επίκληση στοιχείων, ατεκμηρίωτες αιτιάσεις, εσωτερικές αντιφάσεις και εμφανή αδυναμία αποσύνδεσης της κρίσης του από την εμμονή του στο ζήτημα της υποτιθέμενης απιστίας. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή ως προς τα ουσιωδώς αμφισβητούμενα περιστατικά.
ΜΥ2: Ν.Ρ.
Ο ΜΥ2, αδελφός του Κατηγορούμενου, κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέρθηκε στην ημερομηνία επιστροφής της παραπονούμενης από την Ελλάδα στην Κύπρο. Ο αδελφός του, δηλαδή ο Κατηγορούμενους, του είχε ζητήσει να βρίσκεται και εκείνος κατά την επιστροφή της επειδή εκείνη χρησιμοποιεί βία, όταν τσακώνεται. Η παραπονούμενη κατεύθασε, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, είπε πώς πέρασε στο ταξίδι. Ο ίδιος ανέφερε πως βρίσκεται εκεί λόγω των υποψιών του αδελφού του, από «κρυφές συνομιλίες», ότι υπάρχει τρίτο πρόσωπο στη σχέση τους. Στην αρχή, η παραπονούμενη δεν αποδέχθηκε αυτή την εκδοχή, έπειτα, όταν θύμωσε, παραδέχθηκε. Δέχθηκε και πως το κυοφορούμενο, αναφορικά με το οποίο υπήρξε διακοπή της κύησης, ήταν άλλου άνδρα. Θυμώνοντας, η παραπονούμενη, φώναζε, πέταξε την τηλεόραση, πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε, επέστρεψε, στάθμευσε στη μέση του δρόμου, ήπιε πολύ απότομα ποτό και έριξε ένα γκαζάκι προς τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΥ2 είχε υποστηρίξει ξεκάθαρα τον αδελφό του, ο οποίος, όπως είπε, είναι άνθρωπος που δεν μιλά πολύ. Του εξιστόρησε, όμως, όσα συνέβησαν και με το περιστατικό με το μαχαίρι.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2 ανέφερε πως ο αδελφός του περίμενε να μιλήσει με την παραπονούμενη και να την κατηγορήσει ότι τον απατά, επομένως αναμενόταν ότι θα δημιουργείτο ένταση. Ο ίδιος υποστήριξε πως η παραπονούμενη είναι άνθρωπος που θα μπορούσε να συμπεριφερθεί με τον τρόπο αυτό, από τα λεγόμενα του αδελφού του. Σε σχέση με τις «κρυφές συνομιλίες», έγινε αναφορά σε «κρυφές συνομολίες» με φίλες της, ότι η παραπονούμενη ήθελε να τον χωρίσει. Του ανέφερε ο αδελφός του γι’ αυτές την ίδια ημέρα, αλλά όχι για λεπτομέρειες. Μετέπειτα, ανέφερε ότι νομίζει πως η ίδια η παραπονούμενη είχε ξεχάσει ανοιχτό μέσο κοινωνικής δικτύωσης στο laptop και το βρήκε ο αδελφός του. Παρόλα αυτά, δεν νομίζει πως ο αδελφός του συχνά έψαχνε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της παραπονούμενης. Όταν υποβλήθηκε πως δεν ήταν αυτή η εκδοχή του Κατηγορούμενου, ο ΜΥ2 ανέφερε πως δεν είναι σίγουρος για ό,τι ανέφερε. Όπως ανέφερε, δεν συζήτησαν ούτε την υπόθεση, στο Δικαστήριο, απλώς είναι μάρτυρας σε ένα περιστατικό. Κατόπιν, ανέφερε πως είναι ο αδελφός του εκείνος που ζήτησε από τον ίδιο να μαρτυρήσει και να πει για το συγκεκριμένο περιστατικό, χωρίς, ωστόσο, να του το περιγράψει. Ήταν, όπως ανέφερε, αυτόπτης μάρτυρας. Ο ΜΥ2 δεν δέχθηκε πως ο αδελφός του άρχισε να ρωτά επίμονα την παραπονούμενη, όταν κατεύθασε. Ανέφερε πως ο ίδιος, αφού εκείνη τους είπε πώς πέρασε στο ταξίδι, εξήγησε τον λόγο παρουσίας του. Περιέγραψε την αντίδραση της παραπονούμενης ως πολύ έντονη, παρά το ότι, κατά τη θέση του, δεν την πίεσε ο αδελφός του. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως, στη βάση της δικής του λογικής, αφού ισχυρίζεται πως μόλις την ρώτησε του είπε την αλήθεια, δεν ήταν ανάγκη ούτε να προβεί σε περιστατικά βίας ούτε να αντιδράσει με τον τρόπο που περιγράφεται πως αντέδρασε, αφού του το είπε ήδη. Ο μάρτυρας δεν έδωσε κάποια εξήγηση σε αυτό, αλλά ανέφερε πως έτσι συνέβη. Αναφερόταν, ο μάρτυρας, σε γεγονότα που υποτίθεται είδε ο αδελφός του, όπως για παράδειγμα την κατανάλωση ποτού εκείνο το βράδυ, ως σε δικά του βιώματα και παρατηρήσεις, ταυτιζόμενος πλήρως με ό,τι ο αδελφός του είχε αναφέρει.
Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΥ2, κρίνεται ότι δεν μπορεί να της αποδοθεί ουσιαστική αποδεικτική βαρύτητα ως προς τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Κατ’ αρχάς, πρόκειται για τον αδελφό του Κατηγορουμένου, γεγονός που, χωρίς αφ’ εαυτού να αποκλείει την αξιοπιστία του, επιβάλλει ιδιαίτερα προσεκτική αξιολόγηση της αντικειμενικότητας και ανεξαρτησίας της μαρτυρίας του, ιδίως όταν ο ίδιος εμφανίστηκε εμφανώς ταυτισμένος με τη θέση, τις πεποιθήσεις και τον τρόπο σκέψης του αδελφού του. Ο ίδιος, άλλωστε, δήλωσε ευθέως ότι στηρίζει τον αδελφό του, τον οποίο χαρακτήρισε ως άνθρωπο που «δεν μιλά πολύ», ενώ σημαντικό μέρος όσων κατέθεσε δεν προερχόταν από δική του άμεση αντίληψη, αλλά από όσα, κατά τα λεγόμενά του, του είχε μεταφέρει ο Κατηγορούμενος.
Η μαρτυρία του ΜΥ2 επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο ζήτημα της υποτιθέμενης απιστίας της ΜΚ1 και της φερόμενης παραδοχής της κατά την επιστροφή της από την Αθήνα. Το Δικαστήριο έχει ήδη επισημάνει, και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, με αφορμή τις επανειλημμένες προσπάθειες προσκόμισης μαρτυρίας προς υποστήριξη της θέσης ότι η παραπονούμενη διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, ότι το κατά πόσον η ΜΚ1 απατούσε ή όχι τον Κατηγορούμενο δεν αποτελεί το αποφασιστικό πραγματικό ζήτημα της παρούσας διαδικασίας. Δεν αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει την πεποίθηση ότι η παραπονούμενη τον απατούσε. Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν είναι εάν η πεποίθηση αυτή ήταν ορθή ή εσφαλμένη, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος αντέδρασε απέναντι στην παραπονούμενη. Υπό το πρίσμα αυτό, η προσπάθεια του ΜΥ2 να επαναφέρει διαρκώς στο επίκεντρο το ζήτημα της υποτιθέμενης απιστίας δεν προσδίδει ουσιαστική αποδεικτική αξία στη μαρτυρία του ως προς τα αδικήματα που εξετάζονται.
Περαιτέρω, η μαρτυρία του δεν υπήρξε ούτε σταθερή ούτε σαφής ως προς τη βάση της γνώσης του. Σε διαφορετικά σημεία της αντεξέτασής του διαφοροποιήθηκε ή υπαναχώρησε ως προς το πώς δήθεν προέκυψαν οι υποψίες περί απιστίας. Αρχικά αναφέρθηκε σε «κρυφές συνομιλίες», στη συνέχεια σε «κρυφές συνομολίες» της παραπονούμενης με φίλες της, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι «νομίζει» πως η ίδια η ΜΚ1 είχε ξεχάσει ανοικτό μέσο κοινωνικής δικτύωσης σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και το είχε εντοπίσει ο αδελφός του. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι η εκδοχή αυτή δεν συνάδει με όσα είχε αναφέρει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, παραδέχθηκε ότι δεν είναι βέβαιος για όσα κατέθεσε. Οι μεταπτώσεις αυτές δεν αφορούν επουσιώδεις λεπτομέρειες, αλλά το ίδιο το υπόβαθρο της γνώσης του μάρτυρα και την πηγή των ισχυρισμών του.
Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του δεν στηρίζεται σε σαφή προσωπική γνώση ή άμεση αντίληψη γεγονότων, αλλά σε πληροφορίες, εντυπώσεις, εκτιμήσεις και αφηγήσεις που είχε λάβει από τον αδελφό του. Χαρακτηριστικό είναι ότι, σε διάφορα σημεία, ο ΜΥ2 αναφερόταν σε περιστατικά που, κατά τη δική του εκδοχή, είχε βιώσει ή αντιληφθεί ο Κατηγορούμενος, υιοθετώντας τα ως να επρόκειτο για δικές του βεβαιότητες και παρατηρήσεις. Η ταύτισή του με τη θέση του αδελφού του υπήρξε τόσο έντονη, ώστε προέβη ακόμη και σε αναφορές περί δήθεν «επιστημονικών» ή «λογικών» δεδομένων, χωρίς οποιοδήποτε σχετικό υπόβαθρο ή ειδική γνώση, επιχειρώντας να ενισχύσει τις πεποιθήσεις του Κατηγορουμένου με τρόπο σκέψης και συλλογισμούς σχεδόν πανομοιότυπους με εκείνους του τελευταίου.
Περαιτέρω, ο ίδιος ο ΜΥ2 παραδέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος του ζήτησε να παρευρίσκεται κατά την επιστροφή της ΜΚ1 από την Αθήνα, επειδή επρόκειτο να τη ρωτήσει και να της ζητήσει εξηγήσεις ως προς την υποτιθέμενη απιστία της. Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι καταδεικνύει ότι η συνάντηση εκείνη δεν ήταν αυθόρμητη ή με κάποιον ουδέτερο σκοπό, αλλά έλαβε χώρα σε ήδη φορτισμένο πλαίσιο καχυποψίας, ελέγχου και αναμενόμενης αντιπαράθεσης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μαρτυρία του ΜΥ2 ενισχύει περισσότερο την εκδοχή της ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση επίμονης καχυποψίας και πίεσης ως προς το ζήτημα της υποτιθέμενης απιστίας, παρά την προσπάθεια της Υπεράσπισης να παρουσιάσει το περιστατικό ως απλή και ήρεμη συζήτηση.
Επιπλέον, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η αντίδραση της παραπονούμενης υπήρξε υπερβολική, παρότι, κατά τη θέση του, δεν της ασκήθηκε πίεση. Ωστόσο, όταν του υποβλήθηκε ότι, εφόσον, κατά τη δική του εκδοχή, η ΜΚ1 είχε ήδη παραδεχθεί ό,τι της αποδιδόταν, δεν εξηγείται λογικά γιατί θα ακολουθούσε τέτοια ένταση, φωνές ή περαιτέρω κλιμάκωση, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστική ή συνεκτική εξήγηση, περιοριζόμενος ουσιαστικά στη θέση ότι «έτσι συνέβη». Η αδυναμία αυτή αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία της περιγραφής του.
Ξέφυγε δε εντελώς όταν προέβη σε έκδηλα υπερβολικές αναφορές περί «απόπειρας δολοφονίας», αναφερόμενος πάντοτε σε γεγονότα που ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί προσωπικά, αλλά τα γνώριζε αποκλειστικά από αφηγήσεις του αδελφού του. Οι υπερβολικές αυτές διατυπώσεις ενισχύουν την εντύπωση ότι ο μάρτυρας δεν κατέθετε με την απαιτούμενη αποστασιοποίηση και νηφαλιότητα, αλλά λειτουργούσε κυρίως ως πρόσωπο υποστήριξης της θέσης του Κατηγορουμένου.
Συνολικά, η μαρτυρία του ΜΥ2 εμφανίζεται περιορισμένης ανεξαρτησίας, ουσιωδώς επηρεασμένη από την οπτική και τις πεποιθήσεις του αδελφού του, με εμφανείς ασάφειες, μεταπτώσεις και αδυναμίες ως προς τη βάση γνώσης της. Επιπλέον, αφορά κατά κύριο λόγο παράπλευρο ζήτημα, ήτοι την υποτιθέμενη απιστία της ΜΚ1, το οποίο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν απαντά αφ’ εαυτού στα ουσιώδη επίδικα ζητήματα της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν αποδίδεται ουσιαστική αποδεικτική βαρύτητα στη μαρτυρία του επί των ουσιωδώς αμφισβητούμενων γεγονότων της υπόθεσης.
Ευρήματα
Η δικαστική αλήθεια είναι η διαπίστωση της πραγματικότητας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από το αποδεικτικό υλικό: Η παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος γνωρίστηκαν το 2018, τέλεσαν γάμο το 2019 και απέκτησαν δύο ανήλικα παιδιά. Διέμεναν μαζί στη Λεμεσό. Κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2025, η μεταξύ τους σχέση επιδεινώθηκε αισθητά. Ο Κατηγορούμενος άρχισε να εκδηλώνει έντονη καχυποψία έναντι της παραπονούμενης, κατηγορώντας την επανειλημμένα ότι τον απατούσε. Στο πλαίσιο αυτό, της απηύθυνε συχνά κατηγορίες, της φώναζε, τη χαρακτήρισε τουλάχιστον μία φορά «πουτάνα» και επανερχόταν επίμονα στο ζήτημα της υποτιθέμενης απιστίας της. Ο Κατηγορούμενος επέδειξε επίμονη συμπεριφορά ελέγχου έναντι της παραπονούμενης, ζητώντας επανειλημμένα πρόσβαση στο κινητό της τηλέφωνο και επιδιώκοντας να ελέγχει τις επικοινωνίες της και τις επαφές της. Η στάση αυτή δημιουργούσε εντάσεις σε καθημερινή βάση και κλιμακούμενες λογομαχίες μεταξύ τους. Κατά την 4η Μαρτίου 2025, κατά τις πρωινές ώρες, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο σπίτι και ξάπλωνε μαζί με τουλάχιστον ένα εκ των ανήλικων παιδιών της, ο Κατηγορούμενος την ξύπνησε και απαίτησε να του παραδώσει το κινητό της τηλέφωνο. Όταν εκείνη αρνήθηκε, επιχείρησε να το αποσπάσει από τα χέρια της, και της απηύθυνε την απειλή «αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω». Η παραπονούμενη εξήλθε από την οικία και κάλεσε την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από την οικία όταν αντιλήφθηκε την άφιξη του περιπολικού. Την 6η Μαρτίου 2025 η παραπονούμενη μετέβη στην Αθήνα και επέστρεψε την 10η Μαρτίου 2025. Μετά την επιστροφή της, ο Κατηγορούμενος επανήλθε στις κατηγορίες περί απιστίας, απαιτώντας επίμονα εξηγήσεις. Κατά τη διάρκεια έντονης και παρατεταμένης λογομαχίας, η οποία διήρκεσε μέχρι τις πρωινές ώρες της 11ης Μαρτίου 2025, ο Κατηγορούμενος τη χαστούκισε στο πρόσωπο. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η ένταση μεταξύ τους ήταν συνεχής. Ο Κατηγορούμενος επανερχόταν κατ’ επανάληψη στο ζήτημα της υποτιθέμενης σχέσης της παραπονούμενης με άλλον άνδρα, απαιτώντας να του αποκαλύψει λεπτομέρειες και δημιουργώντας συνθήκες πίεσης και αντιπαράθεσης. Την 12η Μαρτίου 2025, κατά τις βραδινές ώρες, η παραπονούμενη ετοίμαζε τα πράγματά της προκειμένου να αποχωρήσει από την οικία και να μεταβεί μαζί με τα παιδιά στο σπίτι της μητέρας της. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να εισέρχεται στους χώρους όπου εκείνη βρισκόταν και να προκαλεί λεκτικές εντάσεις, επαναφέροντας τις ίδιες κατηγορίες. Κατά τη διάρκεια της ίδιας νύχτας, ο Κατηγορούμενος εισήλθε επανειλημμένα στο υπνοδωμάτιο όπου βρισκόταν η παραπονούμενη, η οποία είχε ξαπλώσει. Κατά την τρίτη φορά που εισήλθε, στάθηκε πάνω από το σώμα της, εκσπερμάτωσε στο πρόσωπό της και συνέχισε να αυνανίζεται μπροστά της. Όταν η παραπονούμενη αντέδρασε, εκείνος της είπε «όπως μου έφτυσες εσύ, τώρα σου έφτυσα τζιαι γω». Η παραπονούμενη αντέδρασε με έντονη συναισθηματική φόρτιση και άρχισε να κλαίει. Την επόμενη ημέρα επικοινώνησε με τους γονείς της και δρομολόγησε την αποχώρησή της από την οικία μαζί με τα παιδιά, μεταβαίνοντας στο πατρικό της. Κατά τον χρόνο που ακολούθησε, η παραπονούμενη δήλωσε ότι αισθανόταν φόβο έναντι του Κατηγορουμένου και προχώρησε σε καταγγελία των γεγονότων στην Αστυνομία, αφού προηγουμένως βρισκόταν σε ασφαλές περιβάλλον.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[3]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[4]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[5]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[6].
1η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της απειλής, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ (1η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά απειλή άλλου προσώπου με βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη· με τρόπο ώστε να προκαλείται στο πρόσωπο αυτό τρόμος ή ανησυχία. Η επαπειλούμενη βία ή παράνομη πράξη θα πρέπει να μπορεί, εξ αντικειμένου, υπό τις συνθήκες που λαμβάνει χώρα, να προκαλέσει στον αποδέκτη τρόμο ή ανησυχία, με την έννοια του να μην είναι κενή περιεχομένου, και πράγματι να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η επαπειλούμενη πράξη εξετάζονται στο σύνολό τους. Έχει σημασία η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου σε σχέση με την σκοπούμενη βία ή παρανομία, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας ή παρανομίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Η πρόθεση εξετάζεται στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και τη φύση της απειλής[7].
Από τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, διαπιστώνεται ότι την 4.3.2025, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, εντός της οικίας τους, ο Κατηγορούμενος απαίτησε επίμονα από τη ΜΚ1 να του παραδώσει το κινητό της τηλέφωνο. Όταν εκείνη αρνήθηκε, την άρπαξε από τα χέρια, επιχειρώντας να της το αποσπάσει, και, στο πλαίσιο της έντασης που επικρατούσε, της απηύθυνε τη φράση «αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω».
Η φράση αυτή συνιστά, κατά το αντικειμενικό της περιεχόμενο, απειλή άσκησης βίας. Πρόκειται για συγκεκριμένη προειδοποίηση πρόκλησης σωματικής βλάβης, εξαρτώμενη από τη συμμόρφωση της ΜΚ1 με την απαίτηση του Κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, η απειλή αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κενή περιεχομένου. Εκδηλώθηκε σε συνθήκες έντονης λογομαχίας, εντός της οικίας, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, με τη ΜΚ1 να βρίσκεται στο κρεβάτι μαζί με τουλάχιστον ένα εκ των ανηλίκων παιδιών, και συνοδεύτηκε από ήδη εκδηλωθείσα σωματική συμπεριφορά, ήτοι προσπάθεια απόσπασης του τηλεφώνου. Το σύνολο των περιστάσεων αυτών προσδίδει στην απειλή συγκεκριμένο και άμεσο χαρακτήρα, ικανό, αντικειμενικά, να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία σε έναν μέσο αποδέκτη.
Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, από την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι η ΜΚ1 πράγματι φοβήθηκε. Η ίδια ανέφερε ότι ένιωσε φόβο και άγχος, τόσο για τον εαυτό της όσο και για τα παιδιά της, γεγονός που την οδήγησε να εξέλθει της οικίας και να καλέσει την Αστυνομία. Η αντίδραση αυτή δεν συνάδει με αδιαφορία ή ελαφρά ενόχληση, αλλά με πραγματική αίσθηση κινδύνου και ανάγκη προστασίας.
Η υποκειμενική αυτή αντίληψη της ΜΚ1 είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, επέμενε ελεγκτικά να αποκτήσει πρόσβαση στο τηλέφωνό της, είχε ήδη προβεί σε ενεργή παρέμβαση, και διατύπωσε ρητή απειλή βίας. Δεν απαιτείται, στο πλαίσιο του αδικήματος, να αποδειχθεί ότι η απειλή θα υλοποιείτο άμεσα ή ότι υπήρχε πραγματική πρόθεση εκτέλεσής της, αλλά ότι ήταν τέτοιας φύσεως και υπό τέτοιες συνθήκες ώστε να προκαλεί τρόμο, πράγμα που εν προκειμένω συντρέχει.
Ως προς την πρόθεση του Κατηγορουμένου, αυτή συνάγεται από τη συμπεριφορά του και τις περιστάσεις του περιστατικού. Η απειλή δεν διατυπώθηκε τυχαία ή αποκομμένα, αλλά ως μέσο πίεσης προς τη ΜΚ1, προκειμένου να συμμορφωθεί με την απαίτησή του να του παραδώσει το τηλέφωνο. Η διατύπωση της απειλής υπό όρους («αν δεν μου το δώκεις…») καταδεικνύει σαφώς σκοπό εκφοβισμού και εξαναγκασμού της, ανεξαρτήτως του εάν ο ίδιος είχε πρόθεση να προβεί πράγματι σε πράξη βίας.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, το περιεχόμενο της φράσης, τη σωματική εγγύτητα και εμπλοκή, την ένταση της κατάστασης, τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου πριν και κατά τη διάρκεια του περιστατικού, καθώς και την αντίδραση της ΜΚ1, κρίνεται ότι η απειλή ήταν τέτοιας φύσεως που, αντικειμενικά και υποκειμενικά, μπορούσε και πράγματι προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία.
Ως εκ τούτου, η κατάληξη είναι ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής κατά το άρθρο 91Α ΠΚ.
2η Κατηγορία, 3η Κατηγορία
Για τη στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος της επίθεσης, κατά το άρθρο 242 ΠΚ (2η Κατηγορία, 3η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθεί πως υπήρξε συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο που συνιστά «επίθεση». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, με πρόθεση ή ακόμα και απερίσκεπτα, που δημιουργεί στον άλλον την αντίληψη ότι θα ασκηθεί εναντίον του παράνομη βία[8], βία για την οποία δεν υπάρχει συγκατάθεσή του[9]. Απερίσκεπτα ενεργεί ο δράστης όταν ενώ, πριν να ενεργήσει, γνωρίζει ή μπορεί να αντιληφθεί την πιθανότητα του κινδύνου, παρά ταύτα, προχωρά και ενεργεί[10].
Σχετικά με τη 2η Κατηγορία, από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος, ευρισκόμενος εντός της οικίας και σε κατάσταση έντασης, απαίτησε από τη ΜΚ1 να του παραδώσει το κινητό της τηλέφωνο. Κατόπιν της άρνησής της, προέβη σε φυσική ενέργεια, προσπαθώντας να της αποσπάσει το τηλέφωνο. Η πράξη αυτή συνιστά, κατ’ αντικειμενική κρίση, συμπεριφορά που υπερβαίνει τα όρια της λεκτικής αντιπαράθεσης. Υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώρα, δηλαδή κατά τη διάρκεια έντονης λογομαχίας, συνοδευόμενη από επίμονη απαίτηση και εν συνεχεία απειλή («αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω»), είναι πράξη ικανή να δημιουργήσει στο πρόσωπο της ΜΚ1 την αντίληψη ότι θα ασκηθεί εναντίον της παράνομη βία. Η αντίληψη αυτή εντάσσεται στο συγκεκριμένο πλαίσιο κλιμακούμενης έντασης και ελεγκτικής συμπεριφοράς. Η ΜΚ1 δεν είχε συγκατατεθεί σε οποιαδήποτε φυσική επαφή ή περιορισμό των κινήσεών της. Αντιθέτως, αντιδρούσε στην απαίτηση του Κατηγορουμένου και επιχείρησε να απομακρυνθεί από την κατάσταση. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ήταν, τουλάχιστον, εκ προθέσεως. Ο ίδιος ενήργησε με σκοπό να επιτύχει την παράδοση του τηλεφώνου, γνωρίζοντας ότι η πράξη του συνιστά επέμβαση επί της ΜΚ1 χωρίς τη συναίνεσή της. Ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι δεν είχε πρόθεση άσκησης περαιτέρω βίας, ενήργησε, τουλάχιστον, απερίσκεπτα, υπό την έννοια ότι αντιλαμβανόταν ή όφειλε να αντιλαμβάνεται ότι η πράξη του δημιουργούσε κίνδυνο πρόκλησης φόβου και αντίληψης επικείμενης βίας, και παρ’ όλα αυτά προχώρησε. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνεται ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου συνιστά «επίθεση» κατά την έννοια του νόμου και η 2η Κατηγορία αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Σχετικά με την 3η Κατηγορία, από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια έντονης λογομαχίας που εκτεινόταν σε μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την επιστροφή της ΜΚ1 από το ταξίδι της, ο Κατηγορούμενος την χαστούκισε στο πρόσωπο. Η πράξη του χαστουκίσματος συνιστά κατ’ εξοχήν μορφή φυσικής βίας. Σε αντίθεση με την έννοια της «επίθεσης» που μπορεί να περιορίζεται στη δημιουργία αντίληψης επικείμενης βίας, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για πραγματική άσκηση βίας. Ως εκ τούτου, πληρούται εκ του περισσού το στοιχείο της δημιουργίας αντίληψης επικείμενης παράνομης βίας, εφόσον η βία πράγματι ασκήθηκε. Η πράξη αυτή, εκ της φύσεώς της, τελέστηκε χωρίς τη συναίνεση της ΜΚ1 και σε συνθήκες έντασης, οι οποίες, όπως έχουν ήδη διαπιστωθεί, χαρακτηρίζονταν από επαναλαμβανόμενες κατηγορίες, πίεση και εξύβριση. Η ενέργεια του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία ή αμελητέα, αλλά συνιστά σαφή και συνειδητή σωματική προσβολή. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, η πράξη τελέστηκε εκ προθέσεως. Το χαστούκισμα αποτελεί πράξη που προϋποθέτει εκούσια κίνηση και δεν μπορεί να αποδοθεί σε απερισκεψία υπό την έννοια της αμέλειας. Ακόμη και στο πλαίσιο έντονης συναισθηματικής φόρτισης, ο δράστης γνωρίζει τη φύση της πράξης του και το ενδεχόμενο πρόκλησης βίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η πράξη του χαστουκίσματος συνιστά «επίθεση» κατά την έννοια του νόμου, και μάλιστα σε έντονη μορφή, καθότι περιλαμβάνει πραγματική άσκηση βίας. Συνεπώς, και η 3η Κατηγορία αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
4η Κατηγορία
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της άσκησης βίας στην οικογένεια, κατά το άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000 (4η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθεί η άσκηση βίας. «Βία», για τους σκοπούς του εν λόγω ειδικού νόμου, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. Ανεξαρτήτως αυτής της ερμηνείας, «βία» συνιστά και η κοινή επίθεση, κατά το άρθρο 4 § 2, όταν ασκείται μεταξύ μελών της οικογένειας. Μέλος της οικογένειας, κατά την ερμηνευτική διάταξη, περιλαμβάνει άνδρα και γυναίκα που συζούσαν ή συζούν ως ανδρόγυνο.
Η ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος τελούσαν σε σχέση γάμου και συζούσαν ως ανδρόγυνο κατά τον κρίσιμο χρόνο. Συνεπώς, εμπίπτουν σαφώς στην έννοια των «μελών της οικογένειας» κατά τον νόμο. Από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο μέχρι και την 13η Μαρτίου 2025, ο Κατηγορούμενος επέδειξε επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά έντονης πίεσης και ελέγχου προς τη ΜΚ1. Συγκεκριμένα, την κατηγορούσε συστηματικά για απιστία, χωρίς αντικειμενική επιβεβαίωση, την εξύβριζε, αποκαλώντας την, μεταξύ άλλων, «πουτάνα», επέμενε επαναλαμβανόμενα να της αποσπάσει πληροφορίες για την προσωπική της ζωή και να ελέγξει το κινητό της τηλέφωνο, δημιουργούσε εντάσεις εντός της οικίας, ακόμη και παρουσία των ανηλίκων τέκνων, προέβη σε συγκεκριμένα περιστατικά φυσικής και λεκτικής βίας, ήτοι στην προσπάθεια αρπαγής του τηλεφώνου από τα χέρια της (4.3.2025), στην απειλή άσκησης βίας και στο χαστούκισμα (10η προς 11η Μαρτίου 2025). Οι πράξεις αυτές, ιδωμένες τόσο μεμονωμένα όσο και στο σύνολό τους, συνιστούν συμπεριφορά που προκαλεί, τουλάχιστον, ψυχική βλάβη. Η έννοια της ψυχικής βλάβης δεν προϋποθέτει ιατρική διάγνωση, αλλά καλύπτει καταστάσεις φόβου, άγχους, ανασφάλειας και συναισθηματικής καταπόνησης, οι οποίες επηρεάζουν ουσιωδώς την ψυχική ισορροπία του προσώπου.
Από την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι η ΜΚ1 βίωνε φόβο και έντονη ψυχολογική πίεση. Το γεγονός ότι επέλεξε να αποχωρήσει από την οικία με τα παιδιά και να μεταβεί στην οικία των γονέων της, καθώς και ότι καθυστέρησε να προβεί σε καταγγελία μέχρι να αισθανθεί ασφαλής, συνιστούν ενδείξεις πραγματικής ψυχικής επιβάρυνσης και όχι απλής ενόχλησης ή συγκυριακής έντασης.
Επιπλέον, τα επιμέρους περιστατικά φυσικής βίας (προσπάθεια αρπαγής του κινητού από τα χέρια της, χαστούκισμα) και απειλής, τα οποία έχουν ήδη κριθεί ως αποδεδειγμένα, συνιστούν αυτοτελώς πράξεις «βίας» κατά την έννοια του νόμου, εφόσον αποτελούν κοινές επιθέσεις μεταξύ μελών της οικογένειας. Συνεπώς, ακόμη και υπό τη στενότερη εκδοχή της έννοιας της βίας, το στοιχείο αυτό πληρούται.
Πέραν των ανωτέρω, η συνολική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου εντάσσεται σε πλαίσιο ελεγκτικής και καταπιεστικής στάσης, η οποία περιόριζε ουσιωδώς την ελευθερία της ΜΚ1 να ενεργεί αυτόνομα, να διατηρεί προσωπικές επαφές και να θέτει όρια στην προσωπική της ζωή. Η επίμονη απαίτηση ελέγχου του τηλεφώνου της και η συνεχής επαναφορά κατηγοριών περί απιστίας συνιστούν μορφές συμπεριφοράς που, κατά την έννοια του νόμου, δύνανται να συνδεθούν και με περιορισμό της ελευθερίας του προσώπου.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, τη διάρκεια της συμπεριφοράς, την ένταση, την επαναληπτικότητά της, τα συγκεκριμένα περιστατικά φυσικής και λεκτικής βίας, καθώς και την επίδρασή της στην ψυχική κατάσταση της ΜΚ1, η κατάληξη είναι ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου συνιστά «βία» κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν.119(Ι)/2000.
Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της άσκησης βίας στην οικογένεια και η 4η Κατηγορία στοιχειοθετείται.
5η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας [5η Κατηγορία], κατά τα άρθρα 2, 3, 6, 11, 33 ν. 115(Ι)/2021, θα πρέπει να αποδειχθούν (α) συμπεριφορά εκ μέρους του Κατηγορούμενου, (β) η οποία εκφράζεται μέσω εξαναγκασμού, πίεσης, υποτιμητικών σχολίων, εξύβρισης ή/και απειλών, (γ) η συμπεριφορά αυτή να στρέφεται κατά γυναίκας, (δ) η εν λόγω συμπεριφορά να είναι ικανή να πλήξει σοβαρά την ψυχολογική της ακεραιότητα ή/και να της προκαλέσει πραγματικό φόβο, (ε) να προκαλεί πράγματι τέτοια επίπτωση, δηλαδή φόβο ή σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση, (στ) η συμπεριφορά να τελείται με πρόθεση, ήτοι με γνώση και θέληση του δράστη ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της πράξης και τις συνέπειές της. Η έννοια της «ψυχολογικής ακεραιότητας» αναφέρεται στη συναισθηματική και ψυχική ισορροπία του προσώπου, ενώ δεν απαιτείται η ύπαρξη ιατρικά διαγνωσμένης ψυχικής διαταραχής. Αρκεί η σοβαρή διατάραξη της ψυχικής ηρεμίας ή η πρόκληση πραγματικού φόβου, ο οποίος αξιολογείται υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων.
Από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος επέδειξε επαναλαμβανόμενη και διαρκή συμπεριφορά έναντι της ΜΚ1 κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Η συμπεριφορά αυτή δεν περιορίστηκε σε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εκτεινόταν σε διαδοχικές ημέρες και περιστάσεις, εντός της συζυγικής τους συμβίωσης. Η συμπεριφορά αυτή εκφράστηκε με πολλαπλούς τρόπους που εμπίπτουν ευθέως στις προβλεπόμενες από τον νόμο μορφές: Επίμονη πίεση προς τη ΜΚ1 να παραδεχθεί υποτιθέμενη απιστία, με επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις και κατηγορίες, εξαναγκαστική απαίτηση ελέγχου του κινητού της τηλεφώνου και των προσωπικών της επικοινωνιών, εξύβριση, με χαρακτηρισμούς όπως «πουτάνα», απειλή άσκησης βίας («αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω»), δημιουργία εντάσεων σε συνεχή βάση, ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας, με επανειλημμένες παρεμβάσεις στον προσωπικό της χώρο και χρόνο.
Η συμπεριφορά αυτή εντάσσεται σαφώς στο πεδίο της πίεσης, του εξαναγκασμού, της εξύβρισης και των απειλών, όπως απαιτεί η διάταξη. Η ΜΚ1 είναι γυναίκα και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σύζυγος του Κατηγορουμένου.
Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, αξιολογούμενη αντικειμενικά και στο σύνολό της, ήταν ικανή να πλήξει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα της ΜΚ1. Δεν πρόκειται για απλή λεκτική αντιπαράθεση ή συζυγική διαφωνία, αλλά για επαναλαμβανόμενη, έντονη και ελεγκτική συμπεριφορά, η οποία περιλάμβανε κατηγορίες, απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, απειλές και παρεμβάσεις στην προσωπική της αυτονομία. Η ένταση, η συχνότητα και η φύση των ενεργειών αυτών είναι τέτοιες που, αντικειμενικά, δύνανται να διαταράξουν σοβαρά τη συναισθηματική και ψυχική ισορροπία ενός προσώπου και να δημιουργήσουν κλίμα φόβου, ανασφάλειας και ψυχολογικής καταπίεσης.
Από την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι η ΜΚ1 πράγματι βίωσε φόβο και σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση. Η ίδια περιέγραψε ότι φοβήθηκε, ένιωσε άγχος και ανασφάλεια, και οδηγήθηκε τελικά στην απόφαση να αποχωρήσει από την οικία με τα ανήλικα παιδιά και να καταφύγει στο πατρικό της σπίτι. Η συμπεριφορά της αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απλή αντίδραση σε συνήθη συζυγική ένταση, αλλά ως ένδειξη ότι η κατάσταση είχε καταστεί για εκείνη ψυχικά επιβαρυντική και απειλητική. Η καθυστέρηση στην καταγγελία μέχρις ότου αισθανθεί ασφαλής ενισχύει περαιτέρω την εκτίμηση ότι βίωνε πραγματικό φόβο. Δεν απαιτείται, κατά τον νόμο, ιατρική διάγνωση ή διαπιστωμένη ψυχική διαταραχή. Αρκεί η σοβαρή διατάραξη της ψυχικής ηρεμίας, η οποία εν προκειμένω τεκμηριώνεται από τα περιστατικά και τη συμπεριφορά της ΜΚ1.
Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου τελέστηκε με πρόθεση. Από τα ίδια τα γεγονότα προκύπτει ότι ενεργούσε ενσυνείδητα, με γνώση των ενεργειών του και των συνεπειών τους. Η επαναληπτικότητα της συμπεριφοράς, η επιμονή του στις κατηγορίες και στις απαιτήσεις του, καθώς και η χρήση απειλών και εξυβριστικών εκφράσεων, καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για τυχαία ή αμελή συμπεριφορά, αλλά για συνειδητή επιλογή τρόπου αντίδρασης. Δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι επιδίωκε ειδικώς την πρόκληση ψυχικής βλάβης. Αρκεί ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά του ήταν ικανή να προκαλέσει τέτοια αποτελέσματα και παρ’ όλα αυτά προέβη σε αυτήν, πράγμα που εν προκειμένω συντρέχει.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, τη φύση, τη διάρκεια και την ένταση της συμπεριφοράς, τα συγκεκριμένα περιστατικά πίεσης, εξύβρισης και απειλών, καθώς και την πραγματική επίδρασή τους στη ΜΚ1, κρίνεται ότι πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της άσκησης ψυχολογικής βίας. Ως εκ τούτου, η 5η Κατηγορία αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
6η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, κατά το άρθρο 7 του ν.115(Ι)/2021, θα πρέπει να αποδειχθούν τα εξής, σωρευτικά: (α) ενέργεια του δράστη, δηλαδή να προβαίνει σε συμπεριφορά, με πράξη ή με λόγια, χωρίς να απαιτείται κατ’ ανάγκη σωματική επαφή. (β) Η σεξουαλική φύση της συμπεριφοράς, δηλαδή δεν αρκεί απλή αγένεια, προσβολή ή γενική κακή συμπεριφορά, αλλά πρέπει το περιεχόμενο ή ο χαρακτήρας της να είναι σεξουαλικός. (γ) Ανεπιθύμητος χαρακτήρας, δηλαδή η συμπεριφορά πρέπει να είναι ανεπιθύμητη από τη γυναίκα, η πράξη ή τα λόγια να μην είναι καλοδεχούμενα, αποδεκτά ή συναινετικά. (δ) Σκοπός ή αποτέλεσμα της συμπεριφορά πρέπει να είναι η προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθούν και τα δύο, ενώ αρκεί είτε ο επιδιωκόμενος σκοπός είτε το πραγματικό αποτέλεσμα. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η αξιοπρέπεια της γυναίκας. (ε) Ιδιαίτερη μορφή εκδήλωσης της προσβολής επισημαίνεται ιδιαίτερα στην περίπτωση όπου, μέσω αυτής της συμπεριφοράς, δημιουργείται εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό κλίμα για τη γυναίκα.
Από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι κατά τη νύχτα της 12ης προς 13η Μαρτίου 2025, ενώ η ΜΚ1 βρισκόταν στο κρεβάτι της και επιχειρούσε να κοιμηθεί, ο Κατηγορούμενος εισήλθε επανειλημμένα στο δωμάτιο, και σε κάποια στιγμή στάθηκε από πάνω της και εκσπερμάτωσε στο πρόσωπό της, συνεχίζοντας να αυνανίζεται ενώπιον της. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά σαφή και συγκεκριμένη ενέργεια, εκδηλωθείσα με πράξη.
Η πράξη της εκσπερμάτωσης επί του προσώπου της ΜΚ1 και ο αυνανισμός ενώπιόν της είναι, εκ της φύσεώς τους, συμπεριφορές κατεξοχήν σεξουαλικού χαρακτήρα. Δεν πρόκειται για συμπεριφορά που μπορεί να ενταχθεί σε γενικότερη κακή συμπεριφορά ή αγένεια, αλλά για πράξη με σαφές σεξουαλικό περιεχόμενο και έντονο συμβολισμό.
Από τα ευρήματα γεγονότων προκύπτει ότι η συμπεριφορά αυτή ήταν ανεπιθύμητη από τη ΜΚ1. Η ίδια δεν είχε δώσει οποιαδήποτε συγκατάθεση, ούτε προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει αποδοχή ή ανοχή της πράξης. Αντιθέτως, η ΜΚ1 βρισκόταν σε κατάσταση αποφυγής σύγκρουσης, επιλέγοντας να μην απαντά στις προηγούμενες παρεμβάσεις του Κατηγορουμένου, προκειμένου να αποφευχθεί νέα ένταση. Η αντίδρασή της μετά την πράξη, αιφνιδιασμός, κλάμα και έντονη συναισθηματική φόρτιση, καταδεικνύει ότι η συμπεριφορά δεν ήταν μόνο ανεπιθύμητη, αλλά και βαθύτατα προσβλητική για την ίδια.
Η πράξη του Κατηγορουμένου είχε, τουλάχιστον, ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της ΜΚ1. Η εκσπερμάτωση στο πρόσωπο άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του, συνιστά πράξη με έντονο εξευτελιστικό χαρακτήρα, η οποία θίγει άμεσα την προσωπικότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Περαιτέρω, από τα ευρήματα προκύπτει ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, μετά την πράξη, προέβη σε δήλωση του περιεχομένου «όπως μου έφτυσες εσύ, τώρα σου έφτυσα και εγώ», ενώ στη συνέχεια φέρεται να ανέφερε ότι ενήργησε με σκοπό να την «τιμωρήσει». Η αναφορά αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι η πράξη δεν ήταν τυχαία, αλλά συνειδητά επιλεγμένη ως μέσο ταπείνωσης και εξευτελισμού της ΜΚ1.
Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, ιδίως εντασσόμενη στο ήδη επιβαρυμένο πλαίσιο συνεχών εντάσεων, κατηγοριών και πίεσης που είχε προηγηθεί, δημιούργησε για τη ΜΚ1 κλίμα ταπεινωτικό, υποβαθμιστικό και προσβλητικό. Η πράξη έλαβε χώρα εντός της οικίας, κατά τη διάρκεια της νύχτας, σε χώρο όπου η ΜΚ1 δικαιούτο να αισθάνεται ασφάλεια και ιδιωτικότητα. Η παραβίαση αυτού του χώρου με τέτοιας φύσεως συμπεριφορά ενισχύει τον εκφοβιστικό και εχθρικό χαρακτήρα του περιβάλλοντος που δημιουργήθηκε. Η συναισθηματική αντίδραση της ΜΚ1 και η εν συνεχεία αποχώρησή της από την οικία επιβεβαιώνουν ότι το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς ήταν η δημιουργία τέτοιου κλίματος.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδεκτών γεγονότων και αξιολογώντας τα υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών προϋποθέσεων, κρίνεται ότι πληρούνται σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της σεξουαλικής παρενόχλησης. Η πράξη του Κατηγορουμένου συνιστά σαφή σεξουαλική συμπεριφορά, ανεπιθύμητη, εξευτελιστική, και ικανή να προσβάλει, και πράγματι προσβάλλει, την αξιοπρέπεια της ΜΚ1 και να δημιουργήσει σε βάρος της ταπεινωτικό και εχθρικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, η 6η Κατηγορία αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Κατάληξη
Η Κατηγορούσα Αρχή, με τη μαρτυρία που παρουσίασε και η οποία έγινε αποδεκτή, έχει επιτύχει να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλες τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου.
Κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν κρίνεται ένοχος επειδή ένιωσε ζήλια, αμφιβολία ή αίσθημα συναισθηματικής προδοσίας. Τέτοια συναισθήματα είναι ανθρώπινα και κατανοητά, ιδίως στο πλαίσιο μίας σοβαρά κλονισμένης συζυγικής σχέσης με κοινή ζωή και παιδιά. Το ποινικό δίκαιο δεν παρεμβαίνει για να ρυθμίσει κάθε οικογενειακή σύγκρουση ούτε για να τιμωρήσει την αποτυχία μιας σχέσης. Παρεμβαίνει, όμως, όταν η συμπεριφορά υπερβαίνει τα όρια της συνήθους διαπροσωπικής έντασης και λαμβάνει τη μορφή πίεσης, ελέγχου, εξύβρισης, εκφοβισμού ή άλλης μορφής βίας, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση. Η επιθυμία του Κατηγορουμένου να λάβει απαντήσεις δεν του παρείχε δικαίωμα να απαιτεί έλεγχο του τηλεφώνου της παραπονούμενης, να επιμένει επαναλαμβανόμενα, να την εξυβρίζει ή να δημιουργεί περιβάλλον φόβου και πίεσης. Ακόμη και αν υποτεθεί ύπαρξη εξωσυζυγικής σχέσης, το γεγονός αυτό δεν νομιμοποιεί συμπεριφορές ελέγχου, ταπείνωσης ή πρόκλησης φόβου. Η κρίση περί ενοχής αφορά αποκλειστικά τις συγκεκριμένες πράξεις και συμπεριφορές του Κατηγορουμένου, όπως αποδείχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και όχι τις προσωπικές ή ηθικές του αντιλήψεις περί γάμου ή απιστίας αφ’ εαυτές. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι σε μία βαθιά διαταραγμένη σχέση μπορεί να αναπτυχθούν αμοιβαία τοξικές ή συγκρουσιακές συμπεριφορές. Το γεγονός, όμως, ότι μία συμπεριφορά του ενός μέρους ενδέχεται να είναι επιλήψιμη δεν αναιρεί την ατομική ευθύνη του άλλου για δικές του πράξεις που υπερβαίνουν τα όρια της νόμιμης και επιτρεπτής συμπεριφοράς.
Δεδομένου ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων στον απαιτούμενο βαθμό, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες.
Τέλος, προέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου, από τη μαρτυρία της ΜΚ1 και του Κατηγορουμένου, καθώς και από το Τ8, ότι σε κατονομαζόμενη ιδιωτική κλινική στη Λεμεσό διενεργήθηκε ιατρική πράξη διακοπής κύησης, η οποία φέρεται να καταχωρίστηκε ως «αφαίρεση κύστης», προς σκοπό κάλυψής της από το Γενικό Σύστημα Υγείας (ΓΕΣΥ). Χωρίς το ζήτημα αυτό να αποτελεί αντικείμενο της παρούσας ποινικής διαδικασίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η σχετική μαρτυρία εγείρει ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω εξέτασης. Δίδονται οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως τα πρακτικά της σχετικής μαρτυρίας, αντίγραφα των καταθέσεων των ανωτέρω προσώπων, καθώς και το Τ8, διαβιβαστούν στον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, για τα δέοντα.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Βλ. και R v. Kemble (1990) 3 All ER 116, και αρ.55(2) Κεφ.155: «Όταν επαχθεί και δοθεί όρκος κανονικά, το γεγονός ότι κατά το χρόνο της ορκωμοσίας το πρόσωπο στο οποίο επάχθηκε ο όρκος δεν θρησκεύετο ή η ορκωμοσία αντίκειτο στη θρησκεία του δεν επηρεάζει για οποιοδήποτε σκοπό την εγκυρότητα του όρκου αυτού».
[3] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[4] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[5] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[6] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[7] Κούσουλος ν. Αστυνομίας ΠΕ119/2021, 20.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13.
[8] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
[9] R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 44.
[10] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο