ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 12301 / 2024
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Χ. Χ.
_________
Ημερομηνία: 21 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Ρ. Στυλιανού, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις ακόλουθες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος:
1η Κατηγορία: ότι την 24.8.2024, στη Λεμεσό, προέβη σε πράξη η οποία ενδέχετο να παρεμποδίσει ή με οποιονδήποτε τρόπο να επηρεάσει Αστυνομική έρευνα που διεξάγετο με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας στην υπόθεση με τα στοιχεία Π.Η.248/8/4 του Αστ. Σταθμού Πολεμιδιών, δηλαδή απείλησε τον Λ.Σ. από τη Λεμεσό «Η λύση μία είναι, να αποσύρεις την υπόθεση και να δω πώς να τα κανονίσω αλλά ως τότε εν θα κοιμηθεί κανένας σας», ο οποίος είναι μάρτυρας κατηγορίας στην πιο πάνω υπόθεση [παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, άρθρο 122(β) ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 24.8.2024, στη Λεμεσό, προκάλεσε στον Λ.Σ. από τη Λεμεσό τρόμο, απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησε με τις φράσεις «Αφού είναι έτσι τα πράγματα δεν θα κοιμάσαι τις νύκτες» και «έννα τους σκοτώσω ούλους» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]
Για αμφότερα τα αδικήματα, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία καταγράφονται πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας, καταδεικνύουν ότι τα επίδικα αδικήματα στρέφονται άμεσα κατά της ομαλής απονομής της δικαιοσύνης και της προστασίας των μαρτύρων, καθότι οι απειλές διατυπώθηκαν προς μάρτυρα κατηγορίας και συνδέθηκαν ευθέως με απαίτηση απόσυρσης εκκρεμούσας υπόθεσης. Το περιεχόμενο των εκφράσεων που χρησιμοποιήθηκαν («να αποσύρεις την υπόθεση», «εν θα κοιμηθεί κανένας σας», «έννα τους σκοτώσω ούλους») ήταν αντικειμενικά εκφοβιστικό, εμπεριείχε αναφορά σε σοβαρή βία και μπορούσε να προκαλέσει φόβο και ανασφάλεια στον αποδέκτη. Η συμπεριφορά εμφανίζει κλιμάκωση λεκτικής βίας και ήταν πρόσφορη να δημιουργήσει αίσθηση απειλής, ενώ η διάπραξη δύο συναφών αδικημάτων στο ίδιο περιστατικό ενισχύει την αντικειμενική σοβαρότητα της υπόθεσης. Παράλληλα, οι ενέργειες του Κατηγορουμένου είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν όχι μόνο τον άμεσα παραπονούμενο αλλά και ευρύτερα την προθυμία συνεργασίας πολιτών με τις διωκτικές αρχές. Από την άλλη πλευρά, λαμβάνεται υπόψη ότι πρόκειται ουσιαστικά για μεμονωμένο περιστατικό λεκτικής έντασης στο πλαίσιο διαπροσωπικής διαφοράς, χωρίς άσκηση πραγματικής φυσικής βίας ή χρήση όπλου και χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Δεν προκύπτει ότι υπήρξε υλοποίηση ή περαιτέρω κλιμάκωση των απειλών πέραν του λεκτικού επιπέδου, ούτε οργανωμένη ή επαναλαμβανόμενη δράση. Επιπλέον, δεν φαίνεται ότι η αστυνομική έρευνα πράγματι παρεμποδίστηκε ή ματαιώθηκε εξαιτίας των ενεργειών του Κατηγορουμένου, ενώ ο παραπονούμενος δεν αποτράπηκε από τη συνεργασία του με τις αρχές, αφού προέβη και σε νέα καταγγελία. Η βλάβη που προκύπτει από τα γεγονότα εντοπίζεται κυρίως στο επίπεδο της ψυχικής και συναισθηματικής αναστάτωσης.
Λαμβάνεται ακόμη υπόψη η απολογία που εκφράστηκε εκ μέρους του Κατηγορουμένου, ως στοιχείο που καταδεικνύει έστω εκ των υστέρων επίγνωση της απαξίας της συμπεριφοράς του και το οποίο δύναται να λειτουργήσει ελαφρυντικά στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την τέλεση των αδικημάτων στις 24.8.2024 μέχρι την επιμέτρηση της ποινής, σε συνάρτηση με τη φύση και τη βαρύτητα των επίδικων αδικημάτων, έστω και αν δεν διαπιστώνεται καθυστέρηση στην καταχώριση ή προώθηση της υπόθεσης εκ μέρους των διωκτικών αρχών. Το στοιχείο αυτό δεν εξουδετερώνει τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς, συνιστά όμως παράγοντα που δύναται να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της συνολικής εξατομίκευσης της ποινής.
Επίσης, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που λειτουργεί υπέρ του κατά την επιμέτρηση της ποινής, ιδίως σε συνάρτηση με τη φύση των επίδικων αδικημάτων και ελλείψει ένδειξης προηγούμενης παραβατικής συμπεριφοράς ή σταθερής εγκληματικής ροπής.
Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ως έχουν εκτεθεί. Περιλαμβάνουν την ηλικία, σήμερα περίπου 42 ετών, την οικογενειακή και επαγγελματική κατάσταση.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή που έγινε στο Δικαστήριο, έστω σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Δεν έχει όμοια ελαφρυντική επίδραση με άμεση παραδοχή, ωστόσο εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.
Υπό το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι σκοποί της ποινής δύνανται να εξυπηρετηθούν χωρίς την επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής. Παρότι τα αδικήματα είναι αντικειμενικά σοβαρά, καθότι στρέφονται κατά της ομαλής απονομής της δικαιοσύνης και περιλαμβάνουν εκφοβιστικές απειλές προς μάρτυρα κατηγορίας, η παρούσα περίπτωση δεν εντάσσεται στις βαρύτερες μορφές αδικημάτων του είδους αυτού. Συνεκτιμάται ιδιαίτερα καθένας από τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες αλλά και ότι ο παραπονούμενος δεν αποτράπηκε από τη συνεργασία του με τις αρχές ούτε φαίνεται να επηρεάστηκε ουσιαστικά η πορεία της αστυνομικής έρευνας. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή χρηματικής ποινής αποτελεί επαρκή και ανάλογη κύρωση για σκοπούς τιμωρίας και αποτροπής.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη η συνολική επιβάρυνση που συνεπάγεται για τον Κατηγορούμενο η καταδίκη επί του παρόντος κατηγορητηρίου, στο πλαίσιο της αρχής της ολότητας της ποινής και της ανάγκης η συνολική ποινική μεταχείριση να παραμένει ανάλογη προς τη συνολική απαξία της συμπεριφοράς του.
Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
1η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €300.
2η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €300.
Η συνολική χρηματική ποινή να καταβληθεί με μηνιαίες δόσεις €100 η κάθε μία, αρχίζοντας από την 2.6.2026 και ακολούθως την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφληση.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο