ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 1077 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
1. Z. Y. K.
2. G. D. I.
__________________________
Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Κλεοβούλου, για τον Κατηγορούμενο 1
Α. Σωφρονίου, για τον Κατηγορούμενο 2
Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες
ΠΟΙΝΗ
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, στην κοινή κατηγορία ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, μεταξύ 24.12.2025 και 28.12.2025, στη Λεμεσό, διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία της κατονομαζόμενης παραπονούμενης από τη Βουλγαρία, με σκοπό τη διάπραξη μέσα σε αυτήν κακουργήματος, δηλαδή έκλεψαν από αυτήν τα αντικείμενα που αναφέρονται στον Πίνακα Α, όλα συνολικής αξίας €9.135, περιουσία της παραπονούμενης [2η Κατηγορία, διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, 292(α) ΠΚ]. Πρόσθετα, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει και την κατηγορία ότι μεταξύ 24.12.2025 και 28.12.2025, στη Λεμεσό, έκλεψε από το αυτοκίνητο με τον αναφερόμενο αριθμό εγγραφής έναν ενισχυτή ηχείων άγνωστης μάρκας, αξίας €100 και δύο ηχεία μάρκας Ground Zero μοντέλο GZEF 7104XSP αξίας €80, περιουσία του παραπονούμενου, που κατονομάζεται [3η Κατηγορία, κλοπή, άρθρο 262 ΠΚ].
Για τη διάρρηξη κατοικίας, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι και τα επτά χρόνια. Η κλοπή τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία χρόνια.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.
Τα γεγονότα που διαπιστώθηκαν πληρέστερα καταγράφονται στα πρακτικά της διαδικασίας. Την 28.12.2025 καταγγέλθηκε από την παραπονούμενη ότι μεταξύ των ημερομηνιών 24.12.2025 και 28.12.2025 διαρρήχθηκε η κατοικία της στην αναφερόμενη οδό. Κατά τις επιτόπιες εξετάσεις δεν διαπίστωσε ίχνος παραβίασης. Από τον έλεγχο της περιουσίας της, η παραπονούμενη διαπίστωσε την κλοπή των αναφερόμενων αντικειμένων. Εκφράστηκαν από την ίδια υποψίες εναντίον του Κατηγορούμενου 1. Από τη σκηνή, αποσπάστηκαν αποτυπώματα. Έπειτα, προέκυψε και γραπτή μαρτυρία από γείτονα της παραπονούμενης, που είδε ένα ύποπτο πρόσωπο να βρίσκεται στην αυλή της οικίας, να κτυπά το παράθυρο και να κοιτάζει μέσα από το πλαϊνό παράθυρο. Ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε, αφού είδε από κοντά, το πρόσωπο του Κατηγορούμενου 1. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, ενεπλάκη και εντοπίστηκε και Κατηγορούμενος 2. Αργότερα, με συμπληρωματική της κατάθεση, η παραπονούμενη ανέφερε ότι από περαιτέρω έλεγχο κλάπηκαν και άλλα αντικείμενα, κατά την προσωπική εκτίμησή της συνολικής αξίας €9.135. Αφού εντοπίστηκαν οι δύο κατηγορούμενοι, ομολόγησαν την ενοχή τους, συνεργαζόμενοι με την Αστυνομία. Όταν κατηγορήθηκαν γραπτώς, απάντησαν και οι δύο «συγγνώμη, έκανα λάθος». Τα γεγονότα της 3ης Κατηγορίας είναι περιορισμένα στις λεπτομέρειες της κατηγορίας.
Η πράξη αφορά διάρρηξη κατοικίας, δηλαδή προσβολή του οικιακού ασύλου, που θεωρείται σοβαρότερη μορφή περιουσιακού εγκλήματος λόγω της ιδιαίτερης παραβίασης του αισθήματος ασφάλειας του πολίτη μέσα στην κατοικία του. Η διάσταση αυτή λαμβάνεται ήδη υπόψη από τον νομοθέτη, ο οποίος προβλέπει επαυξημένη ποινή για το συγκεκριμένο αδίκημα. Συνεπώς, για τον προσδιορισμό της σοβαρότητας της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο εστιάζει στα ειδικότερα χαρακτηριστικά της εγκληματικής δράσης. Η δράση δεν υπήρξε στιγμιαία ή ευκαιριακή, αλλά έλαβε χώρα κατά τρόπο που καταδεικνύει στοχοποίηση της κατοικίας και όχι παρορμητική ενέργεια. Υπήρξε συνέργεια δύο δραστών, γεγονός που αυξάνει αντικειμενικά την οργανωτικότητα και την επιχειρησιακή δυνατότητα τέλεσης του αδικήματος. Ως προς τον τρόπο δράσης, προκύπτει διαφοροποίηση στον βαθμό συμμετοχής των δύο Κατηγορουμένων. Από τη μαρτυρία του γείτονα, ο Κατηγορούμενος 1 εντοπίστηκε να κινείται στην αυλή της οικίας, να ελέγχει τα παράθυρα και να παρατηρεί το εσωτερικό της κατοικίας, γεγονός που καταδεικνύει διερευνητική και προπαρασκευαστική συμπεριφορά και ενεργή αναζήτηση τρόπου πρόσβασης. Περαιτέρω, η απουσία ιχνών παραβίασης μπορεί αντικειμενικά να υποδηλώνει επιδέξιο τρόπο εισόδου ή εκμετάλλευση αδυναμίας ασφαλείας, στοιχεία που, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, ενισχύουν τη σοβαρότητα του τρόπου δράσης. Ο Κατηγορούμενος 2 είχε δευτερεύοντα αλλά ουσιώδη ρόλο στην υλοποίηση της κοινής εγκληματικής δράσης. Παρότι δεν προκύπτει ότι είχε πρωτεύοντα ή οργανωτικό ρόλο, η συμβολή του ήταν αναγκαία για την επιτυχή ολοκλήρωση της διάρρηξης και της κλοπής και δεν μπορεί να θεωρηθεί περιστασιακή ή αμελητέα. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας, ακόμη και αν βασίζεται σε προσωπική εκτίμηση της παραπονούμενης, παραμένει σημαντική και υπερβαίνει κατά πολύ το επίπεδο μικρής ή ευκαιριακής κλοπής. Τα αντικείμενα που αναφέρονται στον Πίνακα Α περιλαμβάνουν χρυσαφικά, χρηματικό ποσό, τηλεόραση, ηλεκτρονικές συσκευές και άλλα προσωπικά αντικείμενα. Η κλοπή περιλάμβανε πολλαπλά αντικείμενα, τα οποία αφαιρέθηκαν κατόπιν έρευνας του χώρου και όχι μεμονωμένο αντικείμενο πρόχειρης αρπαγής. Περαιτέρω, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, υφίσταται και δεύτερο περιουσιακό αδίκημα, έστω μικρότερης αξίας, γεγονός που καταδεικνύει πολλαπλότητα εγκληματικής δραστηριότητας εντός του ίδιου χρονικού πλαισίου. Ως στοιχεία που συγκρατούν τη βαρύτητα των αδικημάτων, σημειώνεται ότι δεν προέκυψε χρήση βίας, απειλής ή όπλου, ούτε υπήρξε αντιπαράθεση με την παραπονούμενη ή παρουσία ενοίκων κατά τον χρόνο της διάρρηξης. Δεν καταγράφηκαν εκτεταμένες ζημιές ή πράξεις βανδαλισμού, ενώ δεν προκύπτει ιδιαίτερα επαγγελματικός ή οργανωμένος τρόπος δράσης, όπως χρήση εξειδικευμένου εξοπλισμού ή δράση στο πλαίσιο οργανωμένου κυκλώματος. Σε αντικειμενικό επίπεδο, η υπόθεση κινείται προς τη μέση βαθμίδα σοβαρότητας για αδίκημα διάρρηξης κατοικίας, με διαφοροποίηση όμως ως προς τον βαθμό συμμετοχής και τον τρόπο εμπλοκής εκάστου των δύο Κατηγορουμένων.
Δεν έχουν όλοι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη αυτοτελή επίδραση στην ποινή, ενώ παράγοντες που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, δεν λαμβάνονται εκ νέου υπόψη.
Λαμβάνεται υπόψη η απολογία και η συνεργασία με τις Αρχές. Ιδίως όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, κατονόμασε τον Κατηγορούμενο 2 ως τον συνεργό του και ο ίδιος υπέδειξε συγκεκριμένα κλοπιμαία και σκηνές, βοηθώντας ουσιαστικά στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Ενώ ο Κατηγορούμενος 1 κατονομάστηκε από την ίδια την παραπονούμενη και μετέπειτα αναγνωρίστηκε, δεν φαίνεται πως θα υπήρχε ανάλογη ευκολία εντοπισμού και του Κατηγορούμενου 2, χωρίς την κατάθεση του Κατηγορούμενου 1.
Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, όπως αναφέρονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, καθώς και όσα πρόσθετα αναφέρθηκαν. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, σήμερα είναι ηλικίας περίπου 26 ετών, με καταγωγή από τη Βουλγαρία, προερχόμενος από πολυμελή οικογένεια. Από νεαρή ηλικία είχε εμπλοκή με τη χρήση κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, η οποία τον οδήγησε σταδιακά και σε παραβατική συμπεριφορά. Έχει ένα ανήλικο παιδί, χωρίς ωστόσο επαρκείς πόρους διαβίωσης. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 είναι επίσης ηλικίας περίπου 26 ετών με καταγωγή από τη Βουλγαρία. Η οικογένειά του, αποτελούμενη από τους γονείς του και την αδελφή του, ήρθε στην Κύπρο το 2010, όλοι εργάζονται, ο ίδιος αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή, στον κλάδο των μηχανικών αυτοκινήτων, εργάστηκε ως μηχανικός, γνώρισε τη σύζυγό του, Κυπριακής καταγωγής, έχουν αποκτήσει δύο παιδιά. Υπήρξε επίσης περιστασιακός χρήστης ουσιών και κατά τη διάπραξη του αδικήματος φέρεται να τελούσε υπό την επήρεια ουσιών. Εξέφρασε την πρόθεση να μείνει μακριά από τη χρήση ουσιών στο μέλλον. Πριν από τη σύλληψή του, εργαζόταν ως μηχανικός θαλάσσης και σκαφών αναψυχής, σε ιδιωτική εταιρεία, με μηνιαίες απολαβές, από τις οποίες πληρωνόταν το ενοίκιο για τη διαμονή της οικογένειάς του αλλά και για τη διαβίωση όλων των μελών της, εφόσον ο ίδιος ήταν το μόνο εργαζόμενο μέλος της. Αναφέρθηκαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα στην οικογένειά του λόγω της προφυλάκισής του, παρά τη βοήθεια που δέχεται η σύζυγος και τα παιδιά του από τη μητέρα και την αδελφή του Κατηγορούμενου.
Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη, για αμφότερους τους Κατηγορούμενους 1 και 2, πως δεν υπάρχουν διαθέσιμες προηγούμενες καταδίκες[7].
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εξέφρασαν την πρόθεση να αποζημιώσουν την παραπονούμενη μέχρι €2.500 έκαστος, χωρίς, ωστόσο να καταστεί εφικτός ο εντοπισμός της.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[8], που ήταν άμεση. Είναι ενδεικτική μεταμέλειας[9] και εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.
Οι προαναφερόμενοι παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό χαρακτήρα των πράξεων, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος της διάρρηξης, που συνιστά τη 2η Κατηγορία, τον συνολικό τρόπο δράσης και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα άλλα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης, ως η μόνη ποινή που μπορεί να αποτυπώσει επαρκώς τη σοβαρότητα. Όσα αναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκτασή της.
Αναφορικά με την έκτασή της, παρότι προκύπτει διαφοροποίηση ως προς τον βαθμό εμπλοκής εκάστου των Κατηγορουμένων 1 και 2 στον τρόπο εκτέλεσης της διάρρηξης, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η διαφοροποίηση αυτή είναι τέτοιας έκτασης ώστε να αλλοιώνει ουσιωδώς την αντικειμενική βαρύτητα της κοινής εγκληματικής δράσης ή να δικαιολογεί αισθητά διαφορετική βασική ποινική μεταχείριση ως προς την 2η Κατηγορία. Αμφότεροι ενήργησαν στο πλαίσιο κοινής δράσης με κοινό εγκληματικό σκοπό, η δε συμβολή και των δύο υπήρξε ουσιώδης για την πραγμάτωση της διάρρηξης και της κλοπής. Η διαφοροποίηση ως προς τον επιμέρους ρόλο τους αφορά κυρίως τον τρόπο συμμετοχής στην εκτέλεση της πράξης και όχι την τελική έκταση της προσβολής που επήλθε ή τον κοινό χαρακτήρα της εγκληματικής επιχείρησης. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 1 εμφανίζεται να είχε ενεργότερη εμπλοκή κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο και συνδέεται επιπλέον με δεύτερο περιουσιακό αδίκημα. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να απομονωθούν από το γεγονός ότι ο ίδιος συνεργάστηκε ουσιαστικά με τις ανακριτικές Αρχές, υπέδειξε κλοπιμαία και σκηνές και συνέβαλε καθοριστικά στον εντοπισμό και την εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2. Αντίστοιχα, ο Κατηγορούμενος 2, παρότι δεν φαίνεται να είχε πρωτεύοντα ρόλο, δεν είχε περιθωριακή ή αμελητέα συμμετοχή, αλλά ουσιώδη συμβολή στην ολοκλήρωση της κοινής εγκληματικής δράσης. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η διαφοροποίηση των επιμέρους ρόλων δεν επιβάλλει διαφοροποίηση στο ύψος της βασικής ποινής για την κοινή κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, ιδίως αφού η σοβαρότητα της υπόθεσης απορρέει κυρίως από τη συλλογική τέλεση της πράξης, τη φύση του αδικήματος, τον τρόπο δράσης και την έκταση της βλάβης. Η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και η ανάγκη διατήρησης ισορροπίας μεταξύ συναυτουργών που συμμετείχαν ουσιωδώς στην ίδια εγκληματική ενέργεια, εξυπηρετούνται επαρκώς με την επιβολή ίδιας βασικής ποινής στην 2η Κατηγορία.
Ποινή φυλάκισης θα επιβληθεί και στη 3η Κατηγορία, η οποία αφορά αποκλειστικά τον Κατηγορούμενο 1. Δεδομένου ότι το αδίκημα αυτό εντάσσεται στο ίδιο χρονικό και πραγματικό πλαίσιο εγκληματικής δραστηριότητας με εκείνο της 2ης Κατηγορίας και αντανακλά συναφή παραβατική συμπεριφορά, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι επιβληθησόμενες ποινές, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, πρέπει να αφεθούν να συντρέχουν.
Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
Στον Κατηγορούμενο 1:
2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
3η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 2 μηνών, συντρέχουσα.
Στον Κατηγορούμενο 2:
2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Ο χρόνος που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τελούν υπό κράτηση, από την 23.1.2026, να προσμετρήσει στον χρόνο φυλάκισης.
Έγινε εισήγηση να ανασταλεί η εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[10]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[11]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[12].
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και κλοπής αποτελούν σοβαρές μορφές εγκληματικότητας κατά της περιουσίας, με έντονο αντίκτυπο στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Στην παρούσα υπόθεση, η διάρρηξη δεν υπήρξε στιγμιαία ή ευκαιριακή. Προηγήθηκε επιτήρηση της κατοικίας, υπήρξε συνεργασία δύο προσώπων και αφαιρέθηκε περιουσία σημαντικής αξίας που δεν επιστράφηκε. Η σοβαρότητα αυτή καθιστά, κατ’ αρχήν, αναγκαία την επιβολή πραγματικής ποινής φυλάκισης. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποδώσει ουσιαστική βαρύτητα στα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατά τον καθορισμό της έκτασης της ποινής, η οποία περιορίστηκε σε επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο του ανώτατου προβλεπόμενου από τον νόμο ορίου. Παρά ταύτα, η θέση των Κατηγορουμένων 1 και 2 δεν είναι ταυτόσημη ως προς το ζήτημα της αναστολής και το Δικαστήριο οφείλει να προχωρήσει σε εξατομικευμένη αξιολόγηση, χωρίς η διαφορετική μεταχείριση να αντίκειται στην αρχή της ισότητας, η οποία επιβάλλει όμοια μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων και διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών περιπτώσεων.
Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, πέραν της συμμετοχής του στη διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, αντιμετωπίζει και δεύτερη, αυτοτελή κατηγορία κλοπής από όχημα, με διαφορετικό παραπονούμενο, γεγονός που καταδεικνύει ότι η παρούσα υπόθεση δεν περιορίζεται, στην περίπτωσή του, σε μία μεμονωμένη εγκληματική εκτροπή εντός του ίδιου πραγματικού πλαισίου, αλλά εμφανίζει στοιχεία ευρύτερης παραβατικής δραστηριότητας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που αναγνωρίστηκε να κινείται ύποπτα στην αυλή της κατοικίας, να ελέγχει τα παράθυρα και να επιτηρεί τον χώρο πριν από τη διάρρηξη, στοιχεία που καταδεικνύουν ενεργότερο και περισσότερο καθοριστικό ρόλο στον τρόπο εκτέλεσης των αδικημάτων. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 1 συνεργάστηκε ουσιαστικά με τις ανακριτικές Αρχές και συνέβαλε στην εξιχνίαση της υπόθεσης, στοιχείο το οποίο ήδη λήφθηκε σοβαρά υπόψη κατά τη διαμόρφωση και τον περιορισμό της επιβληθείσας ποινής. Ωστόσο, η συνεργασία αυτή δεν εξουδετερώνει τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της δικής του εμπλοκής ούτε αίρει την ανάγκη ουσιαστικής αποτροπής στην περίπτωσή του. Περαιτέρω, σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αναφέρθηκε μακροχρόνια εμπλοκή του με τη χρήση κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, η οποία συνδέεται με διαχρονική παραβατική τάση. Παρότι το Δικαστήριο προσεγγίζει με προσοχή τέτοια δεδομένα και δεν αντιμετωπίζει τη χρήση ουσιών ως αυτοτελώς επιβαρυντικό στοιχείο, δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τα στοιχεία αυτά περιορίζουν την ασφάλεια του Δικαστηρίου ως προς το ότι η απλή αναστολή της εκτέλεσης της ποινής θα ήταν επαρκής για σκοπούς ειδικής πρόληψης και αποτροπής επανάληψης παρόμοιας συμπεριφοράς. Σταθμίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, το Δικαστήριο δεν κρίνει ότι η αναστολή της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου 1 θα απέδιδε επαρκώς τη σοβαρότητα της δικής του συμμετοχής και του συνολικού πλαισίου της παραβατικής του δράσης ούτε ότι θα εξυπηρετούσε επαρκώς τους σκοπούς της γενικής και ειδικής πρόληψης. Η ανάγκη πραγματικής εκτέλεσης της ποινής παραμένει, στην περίπτωσή του, ουσιώδης. Κατά συνέπεια, το αίτημα αναστολής της εκτέλεσης της ποινής του Κατηγορούμενου 1 απορρίπτεται. Η εναπομείνασα ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 1 να εκτελεστεί άμεσα.
Διαφορετική είναι, όμως, η θέση του Κατηγορούμενου 2. Ο τελευταίος δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε πρόσθετη κατηγορία, ούτε προκύπτει από τα γεγονότα ότι είχε πρωτεύοντα, οργανωτικό ή καθοδηγητικό ρόλο στη διάπραξη της διάρρηξης. Η συμμετοχή του, παρότι ουσιώδης για την ολοκλήρωση της κοινής εγκληματικής δράσης, δεν εμφανίζει τα ίδια χαρακτηριστικά πρωτοβουλίας ή αυξημένης ενεργητικότητας που διαπιστώνονται σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1. Περαιτέρω, οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις παρουσιάζουν ουσιαστικές ενδείξεις κοινωνικής σταθερότητας και πραγματικών προοπτικών επανένταξης. Πρόκειται για πρόσωπο χωρίς προηγούμενες καταδίκες, με μακρόχρονη παρουσία στην Κύπρο, σταθερή επαγγελματική πορεία και ενεργή συμμετοχή στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Είναι σύζυγος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών και, πριν από την κράτησή του, αποτελούσε το μοναδικό εργαζόμενο και οικονομικά υποστηρικτικό μέλος της οικογένειάς του. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης η ύπαρξη καλού υποστηρικτικού οικογενειακού πλαισίου, τόσο από τη δική του οικογένεια όσο και από την οικογένεια της συζύγου του, στοιχείο που ενισχύει τις προοπτικές ομαλής κοινωνικής επανένταξης και απομάκρυνσης από περαιτέρω παραβατική συμπεριφορά. Το Δικαστήριο λαμβάνει, επίσης, υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 2 παρέμεινε ήδη υπό κράτηση για χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων μηνών, περίοδος η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα. Η εμπειρία της πραγματικής στέρησης της ελευθερίας έχει ήδη λειτουργήσει στην περίπτωσή του τιμωρητικά και αποτρεπτικά, ενώ οι συνέπειες της κράτησής του επηρέασαν άμεσα και ουσιαστικά την οικογενειακή και οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο ίδιος έχει ήδη αντιληφθεί με επάρκεια τις συνέπειες της παραβατικής του συμπεριφοράς, τόσο για τον ίδιο όσο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν πρόσωπα. Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της δικής του περίπτωσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγκη ειδικής πρόληψης μπορεί να εξυπηρετηθεί επαρκώς χωρίς περαιτέρω πραγματική έκτιση της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αναστολής δεν ισοδυναμεί με απαλλαγή από τις συνέπειες της καταδίκης ούτε υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά αποτελεί μορφή αυστηρής υπό όρους επιείκειας, η οποία παρέχει στον Κατηγορούμενο 2 μία τελευταία ευκαιρία να αποδείξει ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά μεμονωμένη εκτροπή και όχι παγιωμένη παραβατική στάση ζωής. Παράλληλα, η διατήρηση της δυνατότητάς του να επανενταχθεί άμεσα στην εργασία και να συνεχίσει να στηρίζει την οικογένειά του λειτουργεί, υπό τις περιστάσεις, όχι μόνο προς όφελος του ίδιου αλλά και προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Σταθμίζοντας, συνεπώς, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν ειδικά τον Κατηγορούμενο 2, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι σκοποί της ποινής μπορούν, στην περίπτωσή του, να εξυπηρετηθούν επαρκώς με την αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι δεν θα υποπέσει σε οποιοδήποτε νέο αδίκημα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής.
Εκδίδεται, ως εκ τούτου, διάταγμα με το οποίο η εναπομείνασα ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα.
[εξηγείται στον Κατηγορούμενο 2 η σημασία της αναστολής]
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων:
· Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
· Τυχόν ανευρεθείσα περιουσία, εκ της κλαπείσας περιουσίας, να επιστραφεί στους νόμιμους δικαιούχους.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.
[7] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304, Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.
[8] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[9] Ανδρέου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 719, Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 146/2020, 22.12.2021, M. C. T. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 222/2020, 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386.
[10] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[11] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[12] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο